Mcsh-creation:: {2025-09-15}
description::
core42.nfo is part of core.nfo.
name::
* McsEngl.conceptCore570,
* McsEngl.lagoGreek, {2025-10-16}
* McsEngl.EllnLago@cptCore570!=Greek-Language,
* McsEngl.el@cptCore570,
* McsEngl.greek language,
* McsEngl.greek-language@cptCore570,
* McsEngl.language.greek@cptCore570,
* McsEngl.lagEll!⇒EllnLago,
* McsEngl.lagHmn.greek@cptCore570, {2012-08-16}
* McsEngl.lgEl!⇒EllnLago@cptCore570, {2014-12-15}
* McsEngl.lngGrk,
* McsElln.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.ΕΛΛΗΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ@cptCore570,
* McsElln.ελληνική-γλώσσα@cptCore570, {2012-08-20}
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΕΛΛΗΝΙΚΗ@cptCore570,
* McsElln.γλώσσα.ελληνική@cptCore570, {2012-08-20}
* McsElln.γλσΕλλ@cptCore570, {2012-09-06}
====== lagoSINAGO:
* McsEngl.eln@lagoSngo,
* McsEngl.langoelino@lagoSngo, {2008-02-19}
* McsEngl.lingvoelado@lagoSngo,
* McsSngo.eln@cptCore570,
* McsSngo.langoelino@cptCore570, {2008-02-19}
* McsSngo.lingvoelado@cptCore570,
====== lagoESPERANTO:
* McsEngl.greka-lingvo@lagoEspo,
* McsEspo.greka-lingvo,
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ είναι ΓΛΩΣΣΑ#cptCore93.a# του 'ελληνικου-εθνους#cptCore100.a#'.
[hmnSngo.1995.04_nikos]
name::
* McsEngl.EllnLago'ATTRIBUTE,
Attributes of greek-language#ql:cptCore570# in other places in this infobase.
name::
* McsEngl.EllnLago'EVOLUTION,
_QUERY:
* History#ql:[Group mh] |[Field FdTimeSubject:language]##viewTime:language#
{time.1982, SEP 01: Μονοτονικό
ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΘΙΕΡΩΝΕΤΑΙ
{time.1977}: Δημοτική
ΚΑΘΙΕΡΩΝΕΤΑΙ Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
{time.1952}:
=== Γραμμική β'
Ο ΜΑΙΚΛ ΒΕΝΤΡΙΣ ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΕΙ ΤΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β' ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΠΕΔΕΙΞΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΜΥΚΗΝΑΙΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΤΕΤΟΙΕΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΕΙΧΑΝ ΒΡΕΘΕΙ ΤΟ 1878.
[ΒΗΜΑ, 13 ΙΟΥΝ 1993, Β3]
{time.1901 - 2000: Νεοελληνική
ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΗ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ.
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 42#cptResource210#]
{time.1814}: Απλοποίηση Γραφής
ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΗΛΑΡΑ.
[ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 3, 1983, Β68#cptResource165#]
{time.1801 - 1900: Καθαρεύουσα
ΚΥΡΙΑΡΧΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ [59] ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΑΝ ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΑΡΧΑΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ.
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 51#cptResource210#]
{time.801 - 900: Μικρογράμματη-Γραφή
ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΞΕΛΙΚΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΓΡΑΜΜΑΤΗΣ ΣΕ ΜΙΚΡΟΓΡΑΜΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 11#cptResource210#]
{time.601 - 700: Γλώσσα Βυζαντίου
ΕΓΙΝΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ. [20] ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΕΝΩ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΜΙΛΟΥΝΤΑΝ Η ΚΟΙΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ (ΔΗΜΟΤΙΚΗ)
[ΚΟΡΔΑΤΟΣ, ΑΚΜΗ..., 18/163#cptResource203#]
{time.71 - 100: Αττικισμός
ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, ΠΟΥ ΔΕ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΗ, ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΤΤΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΤΗΣ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ.
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 50#cptResource210#]
{time.Bce323 - 395: Ελληνιστική Κοινή
ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ή ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΗ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΕ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΟΛΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ, ΕΓΙΝΕ ΚΟΙΝΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ.
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 27#cptResource210#]
300πχ-300μχ: ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ Η ΚΟΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΤΗ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓΡΑΦΑΝ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ, ΜΙΚΡΑΣΙΑ, ΠΕΡΣΙΑ, ΑΙΓΥΠΤΟ.
[ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, 1976, 251]
{time.Bce400 - -301 : Γλώσσα ΣΙΚΕΛΙΑΣ-ΙΤΑΛΙΑΣ
ΓΛΩΣΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΗΤΑΝ Η ΔΩΡΙΚΗ Σ'ΟΛΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΕΚΕΙ.
[Hoffman et al, ΙΣΤΟΡΙΑ...1983, 59#cptResource211#]
{time.Bce500 - -401 : ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.
ΕΠΙΣΗΜΗ ΓΛΩΣΣΑ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΤΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ.
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 22#cptResource210#]
{time.Bce403}:
=== ALPHABET ATHENS:
Ionic acquired prestige among Greek speakers because of its association with the language used by both Homer and Herodotus and the close linguistic relationship with the Attic dialect as spoken in Athens. This was further enhanced by the writing reform implemented in Athens in 403 BC, whereby the old Attic alphabet was replaced by the Ionic alphabet, as used by the city of Miletus. This alphabet eventually became the standard Greek alphabet, its use becoming uniform during the Koine era. It was also the alphabet used in the Christian Gospels and the book of Acts.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Ionic_Greek]
οι Αθηναίοι υιοθέτησαν το ιωνικό αλφάβητο με την ορθογραφική μεταρρύθμιση του 403 π.Χ.
[http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_09/index.html]
{time.Bce670 - -631 : ΓΡΑΦΗ
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΤΟ ΙΩΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ, ΒΡΑΔΥΤΕΡΟΝ ΔΕ ΤΟ ΑΤΤΙΚΟΝ
[ΤΖΟΥΓΑΝΑΤΟΣ, ΕΠΙΤΟΜΟΣ..., 43#cptResource188#]
{time.Bce800 - -701 : ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΕΤΡΕΨΑΝ ΤΑ ΑΧΡΗΣΤΑ ΓΙ'ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑ ΣΕ ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΦΟΙΝΙΚΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΔΕΝ ΔΙΕΘΕΤΕ ΣΥΜΒΟΛΑ
[ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 3, 1983, Α279#cptResource165#]
{time.Bce900 - -801 : ΓΡΑΦΗ
ΜΕΤΑ ΤΟΝ 9ο ΔΙΑΔΟΘΗΚΕ ΠΛΑΤΙΑ. ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΟΙΝΙΚΕΣ, ΟΠΟΥ ΚΑΤΑ ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΤΗ ΔΙΕΔΩΣΑΝ ΚΡΗΤΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
[ΤΖΟΥΓΑΝΑΤΟΣ, ΕΠΙΤΟΜΟΣ..., 43#cptResource188#]
{time.Bce1000 - -901 : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΑΛΦΑΒΗΤΟ
ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΥΚΗΝΑΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΥΛΛΑΒΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΛΒΑΒΗΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΔΑΝΕΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΟΙΝΙΚΕΣ. ΤΟ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΑΝ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΓΡΑΦΗ ΕΓΙΝΕ ΦΩΝΗΤΙΚΗ, ΔΗΛΑΔΗ ΚΑΘΕ ΦΘΟΓΓΟΣ ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΤΑΝ ΜΕ ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ.
[ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, #cptResource210#]
ΠΑΡΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ (ΜΕ ΕΠΟΧΗ ΟΡΕΙΧΑΛΚΟΥ) ΜΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΜΑ ΤΩΝ ΔΩΡΙΕΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ) ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΦΟΙΝΙΚΙΚΗ.
[Bernal, 1965, 370#cptResource194#]
{time.Bce1300 - -1201 : ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΑΙΚΕΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β ΓΡΑΦΗΣ
[ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13 ΙΟΥΝ 1993, 7ΜΕΡΕΣ 10]
name::
* McsEngl.EllnLago'FUTURE,
Το ζήτημα του μέλλοντος της γλώσσας συναρτάται με τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής επικοινωνίας της σήμερον και της αύριον. Δεν εξαντλείται με το πού, πόσο, από ποιούς και πως πρέπει να διδάσκεται. Συνάπτεται καθαρά με το ΠΟΥ, ΠΟΣΟ, ΑΠΟ ΠΟΟΙΟΥΣ και ΠΩΣ θα χρησιμοποιείται.
[ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, 1994, Β4#cptResource838#]
name::
* McsEngl.EllnLago'Greek-on-computers (viewing & writting),
UNICODE:
UNICODE-GREEK#pl:file:///C:/DATA/INFO/NERVOUS%20SYSTEM/LANGUAGE/GREEK/UNICODE/Greek-u0370.htm#:
UNICODE-EXTENDED-GREEK#pl:file:///C:/DATA/INFO/NERVOUS%20SYSTEM/LANGUAGE/GREEK/UNICODE/GreekExtendedPalatinoLinotype.html#:
All other methods of representing polytonic Greek characters in fonts are proprietary: the character mappings are peculiar to a specific input method editor/keyboard utility (such as GreekKeys, WinGreek, and the WordPerfect character set) and cannot be easily converted to another such encoding (except with the help of Sean Redmond's extremely useful Greek font converter, which does convert GreekKeys, WinGreek, and beta code to Unicode, among others). Of these, GreekKeys seems to be the most popular among classical scholars; however, it is no longer supported for use in Windows, the author (Jeffrey Rusten) having decided that users should transition to the use of Unicode.
The current effect of these complexities for the publication of simple web pages is that there are two methods of using Unicode to encode ancient Greek which are barely compatible with one another. For display purposes, one must chose between the use of combining diacriticals, which will work in three of the tested fonts (Arial Unicode MS, Lucida Sans Unicode, and Code 2000), or precomposed characters, which will work in seven of the tested fonts (Athena, Arial Unicode MS, Palatino Linotype, Code 2000, Georgia Greek, Vusillus Old Style Italic, and Titus Cyberbit). And because there are issues with the implementation of combining diacriticals in the Linux operating systems, one must choose which audience to lose: those who have Linux and can't read the combining diacrticals, or those who chose not to download one of the free fonts that can read precomposed characters.
Unicode is an encoding, not a type of font. A "Unicode" font can be any of a number of types: TrueType, OpenType, Type 1, PostScript, and BDF just to name five. For Windows and Macintosh users, the easiest fonts to use are TrueType (and OpenType, which currently works with Windows 2000 at least; OpenType is a new variation on TrueType which, among other differences, allows some additional presentation information to be encoded in the font itself rather than just in the operating system. Palatino Linotype is an OpenType font.
[Patrick Rourke]
name::
* McsEngl.EllnLago'letter.polytonic,
* McsEngl.char.greek.ancient,
* McsEngl.keyboard.polytonic,
* McsEngl.letter.greek.polytonic,
* McsElln.πληκτρολόγιο.πολυτονικό,
* McsElln.πολυτονικό-πληκτρολόγιο,
WINDOWS XP ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ:
* πλήκτρο ' " ==> πνεύματα
* πλήκτρο / ? ==> πνεύματα & οξεία
* πλήκτρο \ | ==> πνεύματα & βαρεία
* πλήκτρο =+ ==> πνεύματα & περισπωμένη
* πλήκτρο ] ==> βαρεία
* πλήκτρο [ ==> περισπωμένη
* πλήκτρο { ==> υπογεγραμμένη
* πληκτρο δεξί-αλτ + [ ===> περισπωμένη και υπογεγραμμένη.
* ctrl+alt + πλήκτρο ==> πνεύματα + τόνους + υπογεγραμμένη.
Unicode-Standard#cptItsoft1034#
ΜΑΤΖΕΝΤΑ-ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΗ σε μή UNICODE πρόγραμμα (MgPolNewTimes):
- ψιλή δασεία --> με αγγύλες ([ ])
- ψιλήοξεία ψιλήβαρεία --> με τα άγγιστρα({ })
- δασείαοξεία δασείαβαρεία --> με τα πλήκτρα(\ |)
- ψιλήπερισπωμένη δασείαπερισπωμένη --> με τα πλήκτρα(@#)
- περισπωμένη --> με το πλήκτρο (~)
- βαρεία --> με το (`)
- υπογεγραμμένη --> με το πλήκτρο(?)
- ΐ --> αλτ 0192
- ΰ --> αλτ 0224
name::
* McsEngl.polytonic.ASCII (8bit),
* McsEngl.lngGrc'letter.computer,
====== lagoGreek:
* McsElln.γλσΕλα'γράμμα.υπολογιστής,
_jEdit_macro:
* ctrl+shift+g, ctrl+shift+a, ctrl+shift+a= from unicode TO ascii
* ctrl+shift+g, ctrl+shift+a, ctrl+shift+u= from ascii TO unicode
_ΣΗΜΕΙΟΓΡΑΦΙΑ:
* σειρά: πνεύμα, τόνος, υπογεγραμμένη:
- ψιλή ==> ’ (alt+0146)
- δασεία ==> ‘ (alt+0145)
- βαρεία ==> `
- περισπωμένη ==> ~
- υπογεγραμμένη ==> ' [2012-09-04], ?[2005]
- άνω τελεία ==> · (alt+0183)
[hmnSngo.2005-12-17_nikkas]
- βραχύ ==> ^ [2012-09-11]
- μακρό ==> _ [2012-09-11]
===
* ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ:
~ ==> α, ω, ι, η, υ,
~? ==> α, ω, η,
’~ ==> ι, η, υ,
‘~ ==> ω, ι, η, υ,
‘~? ==> ω,
===
* ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ:
===
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ
** ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ (μακρόχρονα & δίχρονα):
- α με περισπωμένη: άα.
- ι με περισπωμένη: ίι.
** ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΕΝΗ:
- α με υπογεγραμμένη: 'α. πλώῳ.
** ΠΝΕΥΜΑΤΑ:
- τα πνεύματα δεν τα γράφω γιατί οι λέξεις που παίρνουν δασεία είναι συγγεκριμένες.
[2001-06-03]
===
PERSEUS, http://www.perseus.tufts.edu/hopper/morph:
) ψιλή
( δασεία
/ οξεία
\ βαρεία
= περισπωμένη
| υπογεγραμμένη
* τα τοποθετεί, ΜΕΤΑ από το γράμμα.
===
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ-ΘΗΣΑΥΡΟΣ:
' Η ψιλή βγαίνει με το πλήκτρο που έχει την ένδειξη (").
` Η δασεία βγαίνει με το πλήκτρο που είναι ακριβώς πάνω από το Tab (`).
: Η περισπωμένη με τα πλήκτρα Swift και (Q).
, Η υπογεγραμμένη με το κόμμα (,).
* ΜΠΡΟΣΤΑ από το γράμμα.
name::
* McsEngl.EllnLago'LingoUnit,
_SPECIFIC:
* letter#cptCore78.18#
* ideogram
* phoneme#cptCore78.30#
name::
* McsEngl.EllnLago'Knower,
Quantity:
The total speakers are 17-25 million [http://en.wikipedia.org/wiki/Greek_language] 2008-02-20
name::
* McsEngl.EllnLago'Paralanguage,
_GENERIC:
* lagHmn-paralanguage#ql:lnghmn'paralanguage#
A main example is the way greeks shake their head when the say "no". It is very different than english.
name::
* McsEngl.EllnLago'Resource,
* McsElln.πηγή,
http.GREEK.DICTIONARY:
* http://dictionary.reference.com/translate/text.html: http://dictionary.reference.com/translate/text.html
* http://www.phigita.net/spell-check/: http://www.phigita.net/spell-check/
ΒΑΣΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
Μαρία Τζεβελέκου, Βίκυ Κάντζου, Σπυριδούλα Σταμούλη
ΑΘΗΝΑ 2007
* http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/778/135.pdf,
δασκαλος:
* http://www.rhodes.aegean.gr/sxedia/GRAFDASKALOU/grammatiki/index2.htm,
διάφορα:
* http://users.sch.gr/theoarvani/mathimata/diafora/GRAMMATIKH1.pdf,
name::
* McsEngl.EllnLago'special-expression,
* McsEngl.expression.special.greek,
τρικυμία_εν_κρανίω:
σύγχυση φρενών, διανοητική αναστάτωση, φουρτούνα του μυαλού
Δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του.
Αυτός έχει τρικυμία εν κρανίω.
===
- a wavestorm in the skull
- a brain wavestorm
ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ - " ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ"
Πρόκειται περι εκφράσεων της καθαρεύουσας που παραμένουν αναλλοίωτες "νησίδες" στο περιβάλλον της σημερινής καθομιλουμένης ελληνικής γλώσσας. Ειναι ατυχής η προσπάθεια που καταβλήθηκε κατα την μετά το 1974 γλωσσική μεταρρύθμιση να "μεταφραστούν" αυτά τα "απολιθώματα" στην καθομιλούμενη γλώσσα καθώς τα αποτελέσματα δέν ήσαν και τόσο κομψά. Θα παραμείνουν και πρέπει να παραμείνουν ώς έχουν δεδομένου ότι έχουν σαφέστατο και μονοσήμαντο σημασιολογικό πεδίο άρα προάγουν τον σκοπό της γλώσσας που είναι η επικοινωνία. Στην συνέχεια παρατίθενται αρκετές απο αυτές ενώ ο κατάλογος θα καταβληθεί προσπάθεια να εμπλουτίζεται συνεχώς.
ΑΒΡΟΧΟΙΣ ΠΟΣΙΝ-(Χωρίς να βρέξουν τα πόδια τους)
ΑΠΑΚΡΟΥ ΕΙΣ ΑΚΡΟΝ,
ΑΠΟ ΑΕΡΟΣ,
ΑΠΟ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΓΗΣ,
ΑΥΤΟ ΚΑΘΕΑΥΤΟ,
ΑΦ ΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ,
ΑΦΕΝΟΣ,
ΑΦΕΤΕΡΟΥ,
ΔΙ ΙΔΙΑΝ ΧΡΗΣΙΝ,
ΔΙΑ ΒΙΟΥ,
ΔΙΑ ΘΑΛΑΣΣΗΣ,
ΔΙΑ ΜΙΑΣ,
ΔΙΑ ΞΗΡΑΣ,
ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ,
ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ,
ΔΙΚΗΝ,
ΔΩΡΕΑΝ,
ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟΝ,
ΕΙ ΔΥΝΑΤΟΝ-(εάν μπορεί να γίνει),
ΕΙΘΙΣΤΑΙ,
ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ ΑΠΑΓΩΓΗ-(απόδειξη μιας πρότασης με βάση το ότι η αντίθετή της είναι ψευδής),
ΕΙΣ ΠΕΙΣΜΑ,
ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ,
ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ,
ΕΚ ΔΙΑΜΕΤΡΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ,
ΕΚ ΠΑΡΑΔΡΟΜΗΣ,
ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ,
ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ,
ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ,
ΕΚ ΤΩΝ ΩΝ ΟΥΚ ΑΝΕΥ-(κάτι είναι εντελώς απαραίτητο),
ΕΚ ΤΥΧΗΣ,
ΕΚΤΟΣ ΜΑΧΗΣ,
ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ,
ΕΝ ΑΜΥΝΗ,
ΕΝ ΑΝΑΓΚΗ,
ΕΝ ΓΕΝΕΙ,
ΕΝ ΕΞΕΛΙΞΕΙ,
ΕΝ ΕΥΘΕΤΩ ΧΡΟΝΩ-(την κατάλληλη στιγμή),
ΕΝ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ,
ΕΝ ΙΣΧΥΙ,
ΕΝ ΚΑΙΡΩ,
ΕΝ ΛΟΓΩ,
ΕΝ ΜΕΣΗ ΟΔΩ,
ΕΝ ΝΕΟΥ,
ΕΝ ΟΛΩ,
ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ,
ΕΝ ΠΑΣΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ,
ΕΝ ΠΕΡΙΛΗΨΕΙ,
ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ,
ΕΝ ΣΩΜΑΤΙ,
ΕΝ ΤΕΛΕΙ,
ΕΝ ΤΟΙΑΥΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ,
ΕΝ ΤΟΥΤΟΙΣ,
ΕΝ ΤΩ ΓΕΝΝΑΣΘΑΙ,
ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΟΙΣ,
ΕΝΟΨΕΙ,
ΕΝΤΑΞΕΙ,
ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ,
ΕΞ ΑΓΧΙΣΤΕΙΑΣ-( όχι εξ αίματος),
ΕΞ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ,
ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ,
ΕΞ ΑΚΟΗΣ,
ΕΞ ΕΦΟΔΟΥ,
ΕΞ ΙΣΟΥ,
ΕΞΑΙΤΙΑΣ,
ΕΞΑΠΙΝΗΣ,
ΕΙΚΗ ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΥΧΕΝ-(άσκοπα),
ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ,
ΕΠΑΥΤΟΦΩΡΩ,
ΕΠΙ ΞΥΡΟΥ ΑΚΜΗΣ-(στην κόψη του ξυραφιού),
ΕΠΙ ΙΣΟΙΣ ΟΡΟΙΣ,
ΕΠΙ ΚΕΦΑΛΗΣ,
ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ
ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ,
ΕΠΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙ,
ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ,
ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΣΙ,
ΕΠΟΥΔΕΝΙ,
ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ΔΟΘΕΙΣΗΣ,
ΕΦ ΟΡΟΥ ΖΩΗΣ,
ΕΦΕΝΟΣ ΖΥΓΟΥ,
ΘΕΣΕΙ,
ΙΔΙΟΙΣ ΟΜΜΑΣΙ-(τα ίδια μου τα μάτια),
ΚΑΘ ΗΝ ΣΤΙΓΜΗΝ,
ΚΑΘΥΠΟΔΕΙΞΙΝ,
ΚΑΤΑ ΒΟΥΛΗΣΙΝ,
ΚΑΤΑ ΔΙΑΤΑΓΗΝ,
ΚΑΤΑ ΔΥΝΑΜΙΝ,
ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ,
ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΝ,
ΚΑΤΑ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΙΝ,
ΚΑΤΑ ΠΑΣΑΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ,
ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΝ,
ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑΝ,
ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΙΩΘΟΤΑ-(αυτά που συνήθως γίνονται),
ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΟΚΟΥΝ-(όπως νομίζει κάποις | αυθαίρετα),
ΚΑΤΑΝΑΓΚΗΝ,
ΚΑΤΑΠΟΚΟΠΗΝ,
ΚΑΤΕΞΑΙΡΕΣΙΝ,
ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ,
ΚΑΤΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ,
ΜΕΤΑ ΒΙΑΣ,
Ο ΠΕΡΙ ΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ,
ΟΛΩΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ,
ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ,
ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ,
ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ,
ΠΕΡΙ ΤΑ ΤΕΛΗ,
ΠΡΟΣ ΑΓΡΑΝ-(σε αναζήτηση | σε κυνήγι)
ΠΡΟΣ ΓΝΩΣΙΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΙΝ,
ΣΥΝ ΓΥΝΑΙΞΙ ΚΑΙ ΤΕΚΝΟΙΣ,
ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ,
ΣΥΝ ΤΩ ΧΡΟΝΩ,
ΤΑ ΕΞ ΑΜΑΞΗΣ,
ΤΟΙΣ ΠΑΣΙ,
ΥΠΟ ΔΙΩΓΜΟΝ,
ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΙΝ,
ΥΠΟΨΙΝ,
ΦΥΣΕΙ,
ΨΥΧΗ ΤΕ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙ,
ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ,
ΩΣ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ,
ΩΣ ΕΚ ΘΑΥΜΑΤΟΣ,
ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ,
ΩΣ ΕΠΙ ΤΟ ΠΛΕΙΣΤΟΝ,
ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ,
[http://users.otenet.gr/~vamvakos/fossils.htm]
ΑΛΛΕΣ:
- ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ=
- ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΟΥ= τον έχει περί πολλού.
- τις οίδε= ποιος ξέρει.
- συν τοις άλλοις= επιπρόσθετα.
- υπέρ το δέον.
name::
* McsEngl.EllnLago'specification,
* McsEngl.EllnLago'grammar,
====== lagoGreek:
* McsElln.γραμματική,
_SPECIFIC: γραμματική \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\:
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\Yramatiki-Ell-Hajisavidhi-unicode.pdf,
- online: http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/document/document.php?course=DSGYM-B110&openDir=/4bded72dnk1v/4bf14baa5zoy,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\Yramatiki-Ell-Jeveleku-Kanju-Stamuli-vasiki.pdf,
- online: http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/778/135.pdf,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\Yramatiki-Ell-Triadafilidhi-image.pdf,
_SPECIFIC: συντακτικο \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\:
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\Sintaktiko-Ell-Gymnasio-image.pdf,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\Sintaktiko-Ell-Krasanakis.pdf,
name::
* McsEngl.EllnLago'tool.computer,
_ADDRESS.WPG:
* http://www.lexigram.gr//
* Ηλεκτρονικός Θησαυρός 3.0.3495, LexiGram
- http://91.205.174.143/ellinognosiademo/thisavros.php,
===
* inflectioner: http://www.neurolingo.gr/en/online_tools/lexiscope.htm,
===
* speller:
- http://www.kypros.org/cgi-bin/orthographic,
- http://www.neurolingo.gr/en/online_tools/speller,
name::
* McsEngl.EllnLago.MODERN (ell) {1453-},
* McsEngl.conceptCore570.2,
* McsEngl.modern-greek-language@cptCore570.2#,
* McsEngl.EllnLago@cptCore570.2,
* McsEngl.ISO.639-3,
====== lagoGreek:
* McsElln.νέα-ελληνική-γλώσσα@cptCore570.2, {2012-08-21}
query#ql:cptCore570#. (information on other places)
_DESCRIPTION:
Modern Greek (Greek: ??a e??????? or ?e?e??????? ???ssa, "Neo-Hellenic", historically and colloquially also known as ??µa???a, "Romaic" or "Roman") refers to the varieties of the Greek language spoken in the modern era. The beginning of the "modern" period of the language is often symbolically assigned to the fall of the Byzantine Empire in 1453, even though that date marks no clear linguistic boundary and many characteristic modern features of the language had been present centuries earlier - from the fourth to the fifteenth century AD. During most of the period, the language existed in a situation of diglossia, with regional spoken dialects existing side by side with learned, archaic written forms. Most notably, during much of the 19th and 20th centuries, it was known in the competing varieties of popular Demotic and learned Katharevousa. Today, standard modern Greek, based on Demotic, is the official language of both Greece and Cyprus. Greek is spoken today by approximately 12-15 million people, mainly in Greece and Cyprus, but also by minority and immigrant communities in many other countries.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Modern_Greek]
name::
* McsEngl.EllnLago.MEDIEVAL (grm) {330–1453},
* McsEngl.conceptCore570.3,
* McsEngl.medieval-greek-language@cptCore570.3, {2012-08-21}
* McsEngl.lngGkm@ISO.639-3@cptCore570.3, {2012-08-21}
_DESCRIPTION:
Medieval Greek, also known as Byzantine Greek,[1] is the stage of the Greek language between the beginning of the Middle Ages around 600 and the Ottoman conquest of the city of Constantinople in 1453. The latter date marked the end of the Middle Ages in Southeast Europe. From the 7th century onwards, Greek was the only language of administration and government in the Byzantine Empire. This former stage of language is thus described as Byzantine Greek. The study of the Medieval Greek language and literature is a branch of Byzantine Studies, or Byzantinology, the study of the history and culture of the Byzantine Empire.
The beginning of Medieval Greek is occasionally dated back to as early as the 4th century, either to 330 AD, when the political centre of the monarchy was moved to Constantinople, or to 395 AD, the division of the Empire. However, this approach is rather arbitrary as it is more an assumption of political as opposed to cultural and linguistic developments. It is only after the Eastern Roman-Byzantine culture was subjected to such massive change in the 7th century that a turning point in language development can be assumed. Medieval Greek is the link between the ancient and modern forms of the language because on the one hand, its literature is still strongly influenced by Ancient Greek, while on the other hand, many linguistic features of Modern Greek were already taking shape in the spoken language.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Medieval_Greek]
name::
* McsEngl.EllnLago.KOINE {330BC–330},
* McsEngl.conceptCore570.4,
* McsEngl.proto-greek-language@cptCore570.6, {2012-08-21}
_DESCRIPTION:
Koine (from ????? "common", also known as "Alexandrian dialect", "common Attic" or "Hellenistic Greek") was the common supra-regional form of Greek spoken and written during hellenistic and Roman antiquity. It developed through the spread of Greek following the conquests of Alexander the Great in the 4th century BC, and served as the common lingua franca of much of the Mediterranean region and the Middle East during the following centuries. Based mainly on Attic and related Ionic speech forms, with various admixtures brought about through dialect levelling with other varieties,[1] Koinι Greek displayed a wide spectrum of different styles, ranging from more conservative literary forms to the spoken vernaculars of the time.[2] As the dominant language of the Byzantine Empire it developed further into Medieval Greek and became the main ancestor of present-day Modern Greek.[3]
Literary Koinι was the medium of much of post-classical Greek literary and scholarly writing, such as the works of Plutarch and Polybius.[1] Koinι is also the language of the Christian New Testament, of the Septuagint (the 3rd century BC Greek translation of the Hebrew Bible), and of most early Christian theological writing by the Church Fathers. In this context, Koinι Greek is also known as "Biblical", "New Testament" or "patristic Greek".[4]
[http://en.wikipedia.org/wiki/Koine_Greek]
_CREATED: {2012-08-21} {2001-11-11}
name::
* McsEngl.EllnLago.ANCIENT (grc) {800BC-330BC},
* McsEngl.conceptCore570.8,
* McsEngl.conceptCore59=>lag-code-unit-structure,
* McsEngl.ancient-greek-language@cptCore59,
* McsEngl.classical-greek@cptCore570.8, {2012-08-21}
* McsEngl.ea@cptCore59,
* McsEngl.ela@cptCore59,
* McsEngl.Greek.ancient,
* McsEngl.GreekAncient,
* McsEngl.language.greek.ancient@cptCore59,
* McsEngl.lagHmn.greek.ancient@cptCore59,
* McsEngl.lagGrc@cptCore570.8, {2012-08-24} {2012-08-17} ISO.639-3,
* McsEngl.lagEla@cptCore59, {2012-08-16}
* McsEngl.lagElla,
====== lagoGreek:
* McsElln.ΑΡΧΑΙΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.γλσΕλα@cptCore570.8, {2012-09-05}
_DESCRIPTION:
Ancient Greek (Greek: ???a?a ????????) is the stage of the Greek language in the periods spanning the times c. 9th – 6th centuries BC, (known as Archaic), c. 5th – 4th centuries BC (Classical), and the c. 3rd century BC – 6th century AD (Hellenistic) of ancient Greece and the ancient world; being predated in the 2nd millennium BC by Mycenaean Greek. The language of the Hellenistic phase is known as Koine (common) or Biblical Greek, the language from the late period onward has no considerable difference from Medieval Greek. Koine is regarded as a separate historical stage of its own, although in its earlier form it closely resembles the Classical. Prior to the Koine period, Greek of the classic and earlier periods included several regional dialects.
Ancient Greek was the language of Homer and of classical Athenian historians, playwrights, and philosophers. It has contributed many words to English vocabulary and has been a standard subject of study in educational institutions of the West, since the Renaissance. This article's primary concern is the Epic and Classical phases of the language.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Ancient_Greek]
===
ΑΡΧΑΙΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ είναι η ΕΛΛΗΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ των κλασσικών κειμένων.
[hmnSngo.2001-11-11_nikkas]
name::
* McsEngl.lagGrc'ATTRIBUTE,
_ATTRIBUTE.lngGrc:
* Query#ql:lnggrc'* Or lnggrc.*# of ancient-greek attributes.
name::
* McsEngl.lagGrc'Corpus,
_Perseus_digital_library:
* Achilles Tatius, Leucippe et Clitophon
* Aelian, De Natura Animalium
* Aelian, Epistulae Rusticae
* Aelian, Varia Historia
* Aeneas Tacticus, Poliorcetica
* Aeschines, Speeches
* Aeschylus, Agamemnon
* Aeschylus, Eumenides
* Aeschylus, Libation Bearers
* Aeschylus, Persians
* Aeschylus, Prometheus Bound
* Aeschylus, Seven Against Thebes
* Aeschylus, Suppliant Women
* Andocides, Speeches
* Antiphon, Speeches
* Apollodorus, Library and Epitome
* Apollonius Rhodius, Argonautica
* Appian, The Civil Wars
* Appian, The Foreign Wars
* Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian.
* Aristides, Aelius, Ars Rhetorica
* Aristides, Aelius, Orationes
* Aristophanes, Acharnians
* Aristophanes, Birds
* Aristophanes, Clouds
* Aristophanes, Ecclesiazusae
* Aristophanes, Frogs
* Aristophanes, Knights
* Aristophanes, Lysistrata
* Aristophanes, Peace
* Aristophanes, Plutus
* Aristophanes, Thesmophoriazusae
* Aristophanes, Wasps
* Aristotle, Athenian Constitution
* Aristotle, Economics
* Aristotle, Eudemian Ethics Greek Anthology, Volume IV
* Aristotle, Metaphysics
* Aristotle, Nicomachean Ethics
* Aristotle, Poetics
* Aristotle, Politics
* Aristotle, Rhetoric
* Aristotle, Virtues and Vices
* Arrian, Acies Contra Alanos
* Arrian, Anabasis
* Arrian, Cynegeticus
* Arrian, Indica
* Arrian, Periplus Ponti Euxini
* Arrian, Tactica
* Asclepiodotus, Tactica
* Athenaeus, The Deipnosophists
* Bacchylides, Odes
* Barnabas, Barnabae Epistula
* Basil, Saint, Bishop of Caesarea, De legendis gentilium libris
* Basil, Saint, Bishop of Caesarea, Epistulae New Testament
* Bion of Phlossa, Epitaphius Adonis
* Bion of Phlossa, Epithalamium Achillis et Deidameiae
* Bion of Phlossa, Fragmenta
* Callimachus, Epigrams, Fragmenta
* Callimachus, Hymns and Epigrams
* Callistratus, Statuaram Descriptiones
* Cassius Dio Cocceianus, Historiae Romanae
* Chariton, De Chaerea et Callirhoe Elegy and Iambus, Volume I
* Claudius Ptolemy, Tetrabiblos
* Clement of Alexandria, Exhortation to Endurance, or to the Newly Baptized
* Clement of Alexandria, Protrepticus
* Clement of Alexandria, Quis Dis Salvetur
* Demades, On the Twelve Years
* Demetrius of Phaleron (attributed author), Libro de Elocutione
* Demosthenes, Exordia
* Demosthenes, Letters
* Demosthenes, Speeches 1-10
* Demosthenes, Speeches 11-20
* Demosthenes, Speeches 21-30
* Demosthenes, Speeches 31-40
* Demosthenes, Speeches 41-50
* Demosthenes, Speeches 51-61
* Dinarchus, Speeches
* Dio Chrysostom, Orationes
* Dio Chrysostom, Orationes
* Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, Books I-V
* Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, Books XVIII-XX
* Diodorus Siculus, Library
* Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers
* Dionysius of Halicarnassus, Ad Ammaeum
* Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books I-III
* Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books IV-VI
* Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX
* Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX
* Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum
* Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene
* Dionysius of Halicarnassus, De Dinarcho
* Dionysius of Halicarnassus, De Isaeo
* Dionysius of Halicarnassus, De Isocrate
* Dionysius of Halicarnassus, De Lysia
* Dionysius of Halicarnassus, De Thucydide
* Dionysius of Halicarnassus, De Thucydidis idiomatibus (epistula ad Ammaeum)
* Dionysius of Halicarnassus, De antiquis oratoribus
* Dionysius of Halicarnassus, Epistula ad Pompeium Geminum
* Dionysius of Halicarnassus, Libri secundi de antiquis oratoribus reliquiae
* Epictetus, Works
* Euclid, Elements
* Euripides, Alcestis
* Euripides, Andromache
* Euripides, Bacchae
* Euripides, Cyclops
* Euripides, Electra
* Euripides, Hecuba
* Euripides, Helen
* Euripides, Heracleidae
* Euripides, Heracles
* Euripides, Hippolytus
* Euripides, Ion
* Euripides, Iphigenia in Aulis
* Euripides, Iphigenia in Tauris
* Euripides, Medea
* Euripides, Orestes
* Euripides, Phoenissae
* Euripides, Rhesus
* Euripides, Suppliants
* Euripides, The Trojan Women
* Eusebius of Caesarea, Historia ecclesiastica
* Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae
* Flavius Josephus, Contra Apionem
* Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii
* Flavius Josephus, Josephi vita
* Galen, On the Natural Faculties.
* Herodotus, The Histories
* Hesiod#ql:hesiod'product#, Shield of Heracles
* Hesiod, Theogony
* Hesiod, Works and Days
* Hippocrates, Hippocrates Collected Works I
* Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate.
* Homer#ql:homer'product#, Iliad
* Homer, Odyssey
* Hyperides, Speeches
* Isaeus, Speeches
* Isocrates, Letters
* Isocrates, Speeches
* John, of Damascus (attributed author), Vita Barlaam et Joasaph
* Julian the Emperor, A Consolation to Himself Upon the Departure of the Excellent Sallust, Oration VIII
* Julian the Emperor, Contra Galilaeos
* Julian the Emperor, Epistula ad Themistium
* Julian the Emperor, Epistulae Greek Anthology, Volume III
* Julian the Emperor, Hymn to King Helios Dedicated to Sallust, Oration IV
* Julian the Emperor, Hymn to the Mother of the Gods, Oration V
* Julian the Emperor, Letter to the Senate and the People of Athens
* Julian the Emperor, Misopogon
* Julian the Emperor, Panegyric in Honor of the Emperor Constantinus, Oration I
* Julian the Emperor, Panegyric on the Empress Eusebia, Oration III
* Julian the Emperor, The Caesars
* Julian the Emperor, The Heroic Deeds of the Emperor Constantius, or on Kingship, Oration II
* Julian the Emperor, To the Cynic Heracleios, Oration VII
* Julian the Emperor, To the Uneducated Cynics, Oration VI
* Longinus, De Sublimitate
* Longus, Daphnis & Chloe
* Lucian, Abdicatus
* Lucian, Adversus indoctum et libros multos ementem
* Lucian, Alexander
* Lucian, Anacharsis
* Lucian, Apologia
* Lucian, Bacchus
* Lucian, Bis accusatus sive tribunalia
* Lucian, Calumniae non temere credundum
* Lucian, Cataplus
* Lucian, Contemplantes
* Lucian, De Domo
* Lucian, De Syria dea
* Lucian, De astrologia
* Lucian, De luctu
* Lucian, De mercede
* Lucian, De morte Peregrini
* Lucian, De parasito sive artem esse parasiticam
* Lucian, De sacrificiis
* Lucian, De saltatione
* Lucian, Dearum judicium
* Lucian, Demonax
* Lucian, Deorum concilium
* Lucian, Dialogi Marini
* Lucian, Dialogi deorum
* Lucian, Dialogi meretricii
* Lucian, Dialogi mortuorum
* Lucian, Dipsades
* Lucian, Electrum
* Lucian, Eunuchus
* Lucian, Fugitivi
* Lucian, Gallus
* Lucian, Harmonides
* Lucian, Hercules
* Lucian, Hermotimus
* Lucian, Herodotus
* Lucian, Hesiod
* Lucian, Hippias
* Lucian, Icaromenippus
* Lucian, Imagines
* Lucian, Judicium vocalium
* Lucian, Juppiter confuatus
* Lucian, Juppiter trageodeus
* Lucian, Lexiphanes
* Lucian, Macrobii
* Lucian, Muscae Encomium
* Lucian, Navigium
* Lucian, Necyomantia
* Lucian, Nigrinus
* Lucian, Patriae Encomium
* Lucian, Phalaris
* Lucian, Philopsuedes sive incredulus
* Lucian, Piscator
* Lucian, Podagra
* Lucian, Pro imaginibus
* Lucian, Pro lapsu inter salutandum
* Lucian, Prometheus
* Lucian, Prometheus es in verbis
* Lucian, Pseudologista
* Lucian, Quomodo historia conscribenda sit
* Lucian, Rhetorum praeceptor
* Lucian, Saturnalia
* Lucian, Scytha
* Lucian, Soleocista
* Lucian, Somnium sive vita Luciani
* Lucian, Symposium
* Lucian, Timon
* Lucian, Toxaris vel amicitia
* Lucian, Tyrannicida
* Lucian, Verae Historiae
* Lucian, Vitarum auctio
* Lucian, Zeuxis
* Lycurgus, Speeches
* Lysias, Speeches
* Marcus Aurelius, M. Antonius Imperator Ad Se Ipsum
* Moschus, Epitaphius Bios
* Moschus, Eros Drapeta
* Moschus, Europa
* Moschus, Fragmenta
* Moschus, Megara
* Onasander, Strategicus
* Parthenius, Narrationes Amatoriae
* Pausanias, Description of Greece
* Philostratus Minor, Imagines
* Philostratus the Athenian, De Gymnastica
* Philostratus the Athenian, Epistulae et dialexeis
* Philostratus the Athenian, Heroicus
* Philostratus the Athenian, Nero
* Philostratus the Athenian, Vita Apollonii
* Philostratus the Athenian, Vitae Sophistarum
* Philostratus the Lemnian (Philostratus Major), Imagines
* Pindar, Odes Elegy and Iambus, Volume II
* Plato, Alcibiades 1, Alcibiades 2, Hipparchus, Lovers, Theages, Charmides, Laches, Lysis
* Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman
* Plato, Epistles
* Plato, Euthydemus, Protagoras, Gorgias, Meno
* Plato, Euthyphro, Apology, Crito, Phaedo
* Plato, Hippias Major, Hippias Minor, Ion, Menexenus, Cleitophon, Timaeus, Critias, Minos, Epinomis
* Plato, Laws
* Plato, Parmenides, Philebus, Symposium, Phaedrus
* Plato, Republic
* Plutarch, Ad principem ineruditum
* Plutarch, Adversus Colotem
* Plutarch, Aemilius Paulus
* Plutarch, Agesilaus
* Plutarch, Agis
* Plutarch, Alcibiades
* Plutarch, Alexander
* Plutarch, Amatoriae narrationes
* Plutarch, Amatorius
* Plutarch, An Recte Dictum Sit Latenter Esse Vivendum
* Plutarch, An seni respublica gerenda sit
* Plutarch, An virtus doceri possit
* Plutarch, An vitiositas ad infelicitatem sufficia
* Plutarch, Animine an corporis affectiones sint peiores
* Plutarch, Antony
* Plutarch, Apophthegmata Laconica
* Plutarch, Apophthegmata Laconica
* Plutarch, Aquane an ignis sit utilior
* Plutarch, Aratus
* Plutarch, Aristides
* Plutarch, Artaxerxes
* Plutarch, Bruta animalia ratione uti
* Plutarch, Brutus
* Plutarch, Caesar
* Plutarch, Caius Gracchus
* Plutarch, Caius Marcius Coriolanus
* Plutarch, Caius Marius
* Plutarch, Camillus
* Plutarch, Cato the Younger
* Plutarch, Cicero
* Plutarch, Cimon
* Plutarch, Cleomenes
* Plutarch, Comparationis Aristophanis et Menandri compendium
* Plutarch, Comparison of Agesilaus and Pompey
* Plutarch, Comparison of Agis and Cleomenes and the Gracchi
* Plutarch, Comparison of Alcibiades and Coriolanus
* Plutarch, Comparison of Aristides with Marcus Cato
* Plutarch, Comparison of Demetrius and Antony
* Plutarch, Comparison of Demosthenes with Cicero
* Plutarch, Comparison of Dion and Brutus
* Plutarch, Comparison of Lucullus and Cimon
* Plutarch, Comparison of Lycurgus and Numa
* Plutarch, Comparison of Lysander and Sulla
* Plutarch, Comparison of Nicias and Crassus
* Plutarch, Comparison of Pelopidas and Marcellus
* Plutarch, Comparison of Pericles and Fabius Maximus
* Plutarch, Comparison of Philopoemen and Titus
* Plutarch, Comparison of Sertorius and Eumenes
* Plutarch, Comparison of Solon and Publicola
* Plutarch, Comparison of Theseus and Romulus
* Plutarch, Comparison of Timoleon and Aemilius
* Plutarch, Compendium Argumenti Stoicos absurdiora poetis dicere
* Plutarch, Compendium libri de animae procreatione in Timaeo
* Plutarch, Conjugalia Praecepta
* Plutarch, Consolatio ad Apollonium
* Plutarch, Consolatio ad uxorem
* Plutarch, Crassus
* Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute
* Plutarch, De Alexandri magni fortuna aut virtute
* Plutarch, De E apud Delphos
* Plutarch, De Herodoti malignitate
* Plutarch, De Iside et Osiride
* Plutarch, De Pythiae oraculis
* Plutarch, De Recta Ratione Audiendi
* Plutarch, De Se Ipsum Citra Invidiam Laudando
* Plutarch, De Stoicorum repugnantiis
* Plutarch, De amicorum multitudine
* Plutarch, De amore prolis
* Plutarch, De animae procreatione in Timaeo
* Plutarch, De capienda ex inimicis utilitate
* Plutarch, De cohibenda ira
* Plutarch, De communibus notitiis adversus Stoicos
* Plutarch, De cupiditate divitiarum
* Plutarch, De curiositate
* Plutarch, De defectu oraculorum
* Plutarch, De esu carnium I
* Plutarch, De esu carnium II
* Plutarch, De exilio
* Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet
* Plutarch, De fato
* Plutarch, De fortuna
* Plutarch, De fortuna Romanorum
* Plutarch, De fortuna Romanorum
* Plutarch, De fraterno amore
* Plutarch, De garrulitate
* Plutarch, De genio Socratis
* Plutarch, De gloria Atheniensium
* Plutarch, De gloria Atheniensium
* Plutarch, De invidia et odio
* Plutarch, De liberis educandis
* Plutarch, De primo frigido
* Plutarch, De sera numinis vindicta
* Plutarch, De sollertia animalium
* Plutarch, De superstitione
* Plutarch, De tranquilitate animi
* Plutarch, De tuenda sanitate praecepta
* Plutarch, De unius in republica dominatione
* Plutarch, De virtute et vitio
* Plutarch, De virtute morali
* Plutarch, De vitando aere alieno
* Plutarch, De vitioso pudore
* Plutarch, Demetrius
* Plutarch, Demosthenes
* Plutarch, Dion
* Plutarch, Eumenes
* Plutarch, Fabius Maximus
* Plutarch, Galba
* Plutarch, Instituta Laconica
* Plutarch, Instituta Laconica
* Plutarch, Lacaenarum Apophthegmata
* Plutarch, Lacaenarum Apophthegmata
* Plutarch, Lucullus
* Plutarch, Lycurgus
* Plutarch, Lysander
* Plutarch, Marcellus
* Plutarch, Marcus Cato
* Plutarch, Maxime cum principbus philosopho esse diserendum
* Plutarch, Mulierum virtutes
* Plutarch, Mulierum virtutes
* Plutarch, Nicias
* Plutarch, Non posse suaviter vivi secundum Epicurum
* Plutarch, Numa
* Plutarch, Otho
* Plutarch, Parallela minora
* Plutarch, Parallela minora
* Plutarch, Pelopidas
* Plutarch, Pericles
* Plutarch, Philopoemen
* Plutarch, Phocion
* Plutarch, Platonicae quaestiones
* Plutarch, Pompey
* Plutarch, Praecepta gerendae reipublicae
* Plutarch, Publicola
* Plutarch, Pyrrhus
* Plutarch, Quaestiones Convivales
* Plutarch, Quaestiones Graecae
* Plutarch, Quaestiones Graecae
* Plutarch, Quaestiones Naturales
* Plutarch, Quaestiones Romanae
* Plutarch, Quaestiones Romanae
* Plutarch, Quomodo adolescens poetas audire debeat
* Plutarch, Quomodo adulator ab amico internoscatur
* Plutarch, Quomodo quis suos in virtute sentiat profectus
* Plutarch, Regum et imperatorum apophthegmata
* Plutarch, Regum et imperatorum apophthegmata
* Plutarch, Romulus
* Plutarch, Septem sapientium convivium
* Plutarch, Sertorius
* Plutarch, Solon
* Plutarch, Sulla
* Plutarch, Themistocles
* Plutarch, Theseus
* Plutarch, Tiberius Gracchus
* Plutarch, Timoleon
* Plutarch, Titus Flamininus
* Plutarch, Vitae decem oratorum
* Polybius, Histories
* Procopius, Historia Arcana (Anecdota) Greek Anthology, Volume II Greek Anthology, Volume I
* Procopius, de Bellis
* Pseudo-Plutarch, De musica
* Pseudo-Plutarch, Placita Philosophorum Homeric Hymns
* Pseudo-Xenophon, Constitution of the Athenians
* Sophocles, Ajax
* Sophocles, Antigone
* Sophocles, Electra
* Sophocles, Ichneutae
* Sophocles, Oedipus Tyrannus
* Sophocles, Oedipus at Colonus
* Sophocles, Philoctetes
* Sophocles, Trachiniae
* Strabo, Geography
* Theocritus, Idylls Greek Anthology, Volume V
* Theophrastus, Characters
* Thucydides, The Peloponnesian War
* Xenophon of Ephesus, Ephesiaca
* Xenophon, Anabasis
* Xenophon, Cyropaedia
* Xenophon, Hellenica
* Xenophon, Memorabilia
* Xenophon, Minor Works
* Xenophon, Works on Socrates
name::
* McsEngl.lagGrc'Character,
ΦΩΝΗΕΝΤΑ:
ΒΡΑΧΕΑ ΜΑΚΡΑ
ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΙΣΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΠΙΣΩ
ΑΝΟΙΚΤΟ ι ε ιι η
ΚΛΕΙΣΤΟ υ ο υυ ω
α αα
Πρέπει να βρούμε γιατί η αρχαία-ελληνική ΔΕΝ είχε 2 σύμβολα για το α,ι,υ όπως είχε για το ο,ε.
[hmnSngo.2001-06-07_nikkas]
ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ (Δύο φωνήεντα, μιά συλλαβή):
αι,
υι,
οι,
ει,
αυ,
ου,
ιυ, ηυ,
ευ,
'α,
ῃ,
ῳ,
Ολοι είναι μακρόχρονοι εκτός αι,οι που είναι βραχύχρονοι στο τέλος ασυναίρετης κλιτής λέξης. Οι ίδιο όμως είναι μακρόχρονοι στην κατάληξη ευκτικής, επιρρημάτων και επιφωνημάτων.
ΓΙΑΤΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΑΝ ΟΞΕΙΑ/ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ/ΒΑΡΕΙΑ ΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ;
Πιστεύω για να δηλώσουν ότι μια μακρόχρονη-συλλαβή προφέρεται βραχύχρονα.
ΔΙΟΤΙ:
α) απο τον κανόνα "όλες οι μακρόχρονες-συλλαβές παίρνουν οξεία" συμπεραίνουμε ότι η οξεία προορίζεται για τονιζόμενη μακρόχροη συλλαβή.
β) από τον κανόνα "η προπαραλήγουσα όταν τονίζεται παίρνει οξεία" συμπεραίνουμε ότι η προπαραλήγουσα και η/ω να έχει ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να προφερθεί μακρόχρονα γιατί δημιουργούνται 4 συλλαβές. Άρα η οξεία δηλώνει τη βραχύτητα μακρόχρονων συλλαβών.
γ) από τον κανόνα "η μακρόχρονη παραλήγουσα παίρνει οξεία μπροστά από μακρόχρονη λήγουσα" πάλι συμπεραίνουμε ότι η οξεία βραχαίνει μακρόχρονες-συλλαβές, γιατί άν παρέμενε μακρόχρονη η παραλήγουσα θα είχαμε 4 συλλαβές μαζί με την μακρόχρονη λήγουσα.
[hmnSngo.2001-06-07_nikkas]
name::
* McsEngl.lagGrc'Dictionary,
====== lagoGreek:
* McsElln.γλσΕλα'λεξικό,
_ADDRESS.WPG:
* http://logeion.uchicago.edu/index.html,
_Dictionary.lngGrc:
* Greek Word Study Tool:
- http://www.perseus.tufts.edu/hopper/morph?l=o)re/getai&la=greek,
- βρίσκει το λήμα, δίνοντας οποιονδήποτε τύπο της λέξης.
===
* The Online Liddell-Scott-Jones Greek-English Lexicon:
The Thesaurus Linguae Graecae (TLG) is proud to announce the release of a new online version of Liddell-Scott-Jones (LSJ), the premier lexicon for classical Greek. The TLG version represents five years of intensive work to produce a fully edited and searchable version of LSJ with links to the TLG corpus.
- http://www.tlg.uci.edu/lsj/#eid=1&context=lsj,
* Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon
Henry George Liddell. Robert Scott. A Greek-English Lexicon. revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones. with the assistance of. Roderick McKenzie. Oxford. Clarendon Press. 1940.
- http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3atext%3a1999-04-0057,
sg singular
dual
ind indicative
imperat imperative
subj subjunctive
act active
mp mesi phoni
pres present
aor aoristos
perf perfect
masc masculine
neut neuter
nom nominative
acc accusative
dat dative
===
* Liddell and Scott. An Intermediate Greek-English Lexicon. Oxford. Clarendon Press. 1889.
- http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999-04-0058%3Aalphabetic+letter%3D*a,
===
* Georg Autenrieth. A Homeric Dictionary for Schools and Colleges. New York. Harper and Brothers. 1891.
- http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999-04-0073,
===
* Lexicon to Pindar. William J. Slater. Berlin. De Gruyter. 1969.
- http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999-04-0072%3Aentry%3Do)re%2Fgw,
===
* Λεξικό αρχαίας Α, Β, Γ γυμνασιου:
- http://www.onlineclass.gr/books/Leksiko_Arxaias_Ellinikis_Glossas.pdf,
* βασικό-λεξικό: http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/lexicon/index.html,
name::
* McsElln.γλσΕλα'λεξικό-Α-Β-Γ-γυμνασίου,
* McsElln.μγ.λεξικό-αρxαίας,
* McsElln.μγ05.λεξικό-αρxαίας,
Λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας
Α’, Β’, Γ’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
_DESCRIPTION:
Ότι υπάρχει μετά το '===' έχει προστεθεί από εμένα.
Αν το '===' υπάρχει αμέσως μετά την πρώτη γραμμή, τότε όλο το λήμα έχει προστεθεί από μένα.
[hmnSngo.2012-10-10]
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Ομότιμος Καθηγητής του Αριστοτελείου Παν/μίου Θεσσαλονίκης
Γιώργος Ξενής, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου
Ασημάκης Φλιάτουρας, Φιλόλογος
ΚΡΙΤΕΣ-ΑΞΙOΛOΓΠΤΕΣ
Ιωάννης Πετρόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Π.Τ.Δ.Ε του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Σταυρούλα Ψαλιδάκου, Σχολική Σύμβουλος
Δήμητρα Δελλή, Λέκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης
ΦΙΛOΛOΓΙΚΠ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
Μόσχου Ιωάννα, Φιλόλογος
ΥΠΕΥΘΥNOΣ ΤOΥ ΜΑΘΗΜΑΤOΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ
Σωτήριος Γκλαβάς, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
ΥΠΕΥΘΥNOΣ ΤOΥ ΥΠOΕΡΓOΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ
Γεώργιος Στασινάκης, Φιλόλογος, Εκπαιδευτικός Β/θμιας Εκπαίδευσης
ΕΞΩΦΥΛΛO
Τριαντάφυλλος Πατρασκίδης, Zωγράφος
ΠΡOΕΚΤΥΠΩΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
ΑΦOΙ N. ΠΑΠΠΑ & ΣΙΑ Α.Ε.Β.Ε.,
Ανώνυμος Εκδοτική & Εκτυπωτική Εταιρεία
Γ’ Κ.Π.Σ. / ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ / Ενέργεια 2.2.1 / Κατηγορία Πράξεων 2.2.1.α:
«Αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και συγγραφή νέων εκπαιδευτικών πακέτων»
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
Δημήτριος Γ. Βλάχος
Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ
Πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
Πράξη με τίτλο:
«Συγγραφή νέων βιβλίων και παραγωγή υποστηρικτικού εκπαιδευτικού υλικού με βάση το ΔΕΠΠΣ και τα ΑΠΣ για το Γυμνάσιο»
Επιστημονικός Υπεύθυνος OEργου
Αντώνιος Σ. Μπομπέτσης
Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
Αναπληρωτές Επιστημονικοί Υπεύθυνοι OEργου
Γεώργιος Κ. Παληός
Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
Ιγνάτιος Ε. Χατζηευστρατίου
Μόνιμος Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
Έργο συγχρηματοδοτούμενο 75% από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και 25% από εθνικούς πόρους
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΠΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΠΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
Xαράλαμπος Συμεωνίδης, Γιώργος Ξενής, Ασημάκης Φλιάτουρας
Λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας
Α’, Β’, Γ’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘΗΝΑ
Το παρόν λεξικό παρουσιάζει την ιδιοτυπία ότι απευθύνεται σε μαθητές Γυμνασίου και ότι περιορίζεται υποχρεωτικά σε τριακόσιες περίπου σελίδες. Συνεπώς, οι ακόλουθες παράμετροι έπρεπε να αντιμετωπιστούν:
1) Το περιεχόμενο του γλωσσικού υλικού. Ήταν από την αρχή σαφές ότι η προσπάθεια έπρεπε να βασιστεί στο εγκυρότερο λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, το λεξικό των Henry Liddell, Robert Scott και Henry Jones (= LSJ, αρ. 1 στη βιβλιογραφία) και στο αναθεωρημένο συμπλήρωμά του, που δημοσιεύτηκε το 1996. Ωστόσο, χρειαζόταν να γίνει δραστική περικοπή και στο μέγεθος του λημματολογίου και στον αριθμό των σημασιών του κάθε λήμματος. Αποφασίστηκε λοιπόν να χρησιμοποιηθούν τα εξής δύο κριτήρια για τη συγκρότηση του λημματολογίου:
(α) Να ενταχθούν στο λεξικό οι λέξεις εκείνες που απαντούν με κάποια σχετική συχνότητα στα πεζά κείμενα του 5ου και 4ου αι. π.Χ. της αττικής διαλέκτου και από τις σημασίες της κάθε λέξης να καταχωριστούν μόνον εκείνες που είναι κοινότερες στην εν λόγω γραμματεία. Η δυσκολία στην υλοποίηση της απόφασης αυτής έγκειται κυρίως στο ότι δεν υπάρχει καμία στατιστική του λεξιλογίου της κλασικής αττικής πεζογραφίας που να δείχνει το συχνότερο λεξιλόγιό της, πράγμα που θα αποτελούσε έναν ασφαλή οδηγό για την κατάρτιση του βασικού λημματολογίου του λεξικού μας, κατά το πρότυπο λ.χ. της σύνταξης των εγχειριδίων που προορίζονται για τη διδασκαλία των ευρωπαϊκών γλωσσών. Έτσι είναι αναπόφευκτο να έχει παρεισφρήσει ένα στοιχείο υποκειμενικότητας στον τομέα αυτόν. Ποιητικές πάντως λέξεις δεν περιλαμβάνονται σχεδόν ποτέ στο λεξικό, εκτός και αν πρόκειται για ποιητικές λέξεις που διαφωτίζουν την ετυμολογία των αντίστοιχων λέξεων του πεζού λόγου [λ.χ. ἀοιδή > ’ῳδή], και για το λόγο αυτόν εμφανίζονται, εάν συντρέχει ο ειδικός αυτός λόγος, μόνον στο ετυμολογικό μέρος ορισμένων λημμάτων.
(β) Να μην περιληφθούν λέξεις της αρχαίας ελληνικής που είτε επιβιώνουν με φυσική γλωσσική εξέλιξη είτε επανήλθαν με λόγια επέμβαση στη νέα ελληνική και είναι απόλυτα κατανοητές σήμερα (λ.χ. ἄγαμος, ἀγκάλη, θρηνέω, ἱκέτης κτλ.).
2) Η ελκυστικότητα προς το μαθητή. Οι χρηστικές πληροφορίες εισάγονται με χρώματα ή ειδικά σύμβολα, με τα οποία εύκολα εξοικειώνεται ο μαθητής και βρίσκει γρήγορα και άμεσα τη σημασιολογική, ετυμολογική ή άλλη πληροφορία που αναζητεί.
Το παρόν λεξικό συντάχθηκε με βάση τις παρακάτω προγραμματικές αρχές:
Α. Λημματικοί τύποι και υπολημματικοί τύποι
Ως «λημματικοί τύποι» ή απλά «λήμματα» χαρακτηρίζονται οι «βασικές μονάδες του λημματολογίου» ή απλά «λέξεις», οι οποίες βρίσκονται στην αρχή κάθε
«λεξικογραφικού άρθρου» και είναι τυπωμένες με κόκκινα έντονα στοιχεία, ώστε ο εντοπισμός τους από το χρήστη του λεξικού να γίνεται εύκολα και γρήγορα. Στις βασικές αυτές μονάδες, όπως είναι φυσικό, έχουν περιληφθεί λέξεις που ανήκουν σε όλα τα μέρη του λόγου (ουσιαστικά, ρήματα, αντωνυμίες, προθέσεις κτλ.). Για
5
καθεμιά από αυτές έχουν εφαρμοστεί συγκεκριμένες συμβάσεις λημματογράφησης,
οι οποίες είναι οι εξής:
(α) Για τα ουσιαστικά: Ο κανονικός τύπος του λήμματος είναι η ονομαστική ενικού, η οποία είναι τυπωμένη με κόκκινα έντονα στοιχεία [ἀγορά, -ᾶς, ἡ]. Για όσες περιπτώσεις το ουσιαστικό απαντά σε δύο μορφές, δίνεται και δεύτερος λημματικός τύπος, πάλι με έντονα κόκκινα στοιχεία, ο οποίος χωρίζεται από τον πρώτο με το σύμβολο & (με μαύρα στοιχεία). Ακολουθεί η κατάληξη της γενικής και το άρθρο του ουσιαστικού.
(β) Για τα επίθετα, τις αντωνυμίες, τις μετοχές: Ο κανονικός τύπος του λήμματος είναι η ονομαστική ενικού του αρσενικού γένους. Κατόπιν, έπειτα από κόμμα, καταγράφονται οι αντίστοιχες καταλήξεις του θηλυκού και του ουδέτερου γένους [ἀγαθός, -ή, -ὸν ή βαρύς, -εῖα, -ύ]. Εάν στην κατηγορία των δικατάληκτων τριγενών επιθέτων της γ΄ κλίσης υπάρχει μετακίνηση του τόνου στο ουδέτερο γένος, τότε καταγράφεται για λόγους ευκρίνειας η κατάληξη του αρσενικού/θηλυκού και η ονομαστική του ουδετέρου [ἀνάντης, -ης, ἄναντες].
(γ) Για τα ρήματα: Ο κανονικός τύπος του λήμματος είναι το α΄ ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής [ἄγω], εκτός από τις περιπτώσεις των ρημάτων που απαντούν μόνο στο γ΄ πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα [δεῖ]. Σε περίπτωση πολυτυπίας ισχύει ό,τι και για τα ονοματικά στοιχεία του λημματολογίου, δηλαδή καταγράφονται όλοι οι τύποι [ἀπόλλυμι & ἀπολλύω].
(δ) Για τα άκλιτα μέρη του λόγου (προθέσεις, συνδέσμους, επιρρήματα, επιφωνήματα): Σε περίπτωση πολυτυπίας καταχωρίζονται όλοι οι τύποι [ἄχρι & ἄχρις].
Οι υπολημματικοί τύποι απαρτίζονται από λέξεις που υπάγονται στο βασικό λήμμα, γιατί έχουν άμεση μορφολογική και σημασιολογική σχέση με αυτό. Οι υπολημματικοί τύποι, για τους οποίους παρέχεται ξεχωριστή ερμηνεία (κάποτε και με παραδείγματα ή παραθέματα), μπορούν να ανήκουν σε όλα τα μέρη του λόγου,
συνήθως όμως είναι ρηματικοί τύποι της μέσης ή της παθητικής φωνής [βλ. λήμμα
ἐπιτίθημι, σημ. 4], απρόσωπα ρήματα ή μετοχές [βλ. λήμμα εἰκός, σημ. 1], καθώς και τύποι επιρρημάτων [βλ. λήμμα εὐπετής, σημ. 2]. Οι υπολημματικοί τύποι είναι τυπωμένοι με κανονικά μαύρα στοιχεία και δε συγχέονται με τους βασικούς λημματικούς τύπους (που είναι τυπωμένοι σε έντονο κόκκινο χρώμα), στους οποίους και υπάγονται.
Β. Διάρθρωση του λεξικογραφικού άρθρου
Μετά το λημματικό τύπο ή το βασικό λήμμα παρατίθενται:
(α) Απαραίτητα η γραμματική κατηγορία του λημματικού τύπου (π.χ. ρήμα, ουσιαστικό κτλ.) με κεφαλαία στοιχεία μικρότερου μεγέθους σε χρώμα μπλε.
(β) Ενδεχομένως σύντομα σχόλια για τις γραμματικές ιδιότητες του βασικού λήμματος (για ουσιαστικά λ.χ. «μεταπλαστό», για ρήματα «αποθετικό, μεταβατικό κτλ.»). Όλες αυτές οι πληροφορίες αυτής της κατηγορίας, που προσφέρουν ευρύτερη ενημέρωση στο χρήστη του λεξικού, καταγράφονται σε ξεχωριστή σειρά, κάτω από το λημματικό τύπο και πριν από τη σημασιολογική επεξεργασία του λήμματος, με μικρότερα στοιχεία.
(γ) Πίνακες για ορισμένα λήμματα, που έχουν αρχικούς χρόνους ρημάτων, παραθετικά επιθέτων και κλίση ανώμαλων ουσιαστικών, επιθέτων και αντωνυμιών,
που διευκολύνουν το μαθητή να έχει καλύτερη εποπτεία του προσφερόμενου
6
γλωσσικού υλικού. Στην περίπτωση ενός πίνακα ρήματος όπου εμφανίζονται ορισμένοι μόνον χρόνοι της ενεργητικής ή μεσοπαθητικής φωνής, το εξαγόμενο συμπέρασμα είναι ότι οι μη αναφερόμενοι χρόνοι του ρήματος δεν είναι εύχρηστοι ή ότι σπάνια χρησιμοποιούνται. Για τους αρχικούς χρόνους ορισμένων σύνθετων ρημάτων ο χρήστης παραπέμπεται στους αρχικούς χρόνους του απλού ρήματος για λόγους οικονομίας χώρου, παρά το γεγονός ότι το σύνθετο ρήμα δεν εμφανίζεται αναγκαστικά σε όλους τους χρόνους του απλού ρήματος. Το γεγονός αυτό δεν το αγνοεί ασφαλώς ούτε το LSJ, που δεν καταχωρίζει τους χρόνους πολλών σύνθετων ρημάτων με σχολαστική ακρίβεια, όπως κάνει για τα απλά, παρά μόνον ορισμένων πολύ εύχρηστων. Τη μορφολογική και φωνολογική εικόνα της σύνθεσης [λ.χ. συλλέγω, συν-έλεγον] στις περιπτώσεις αυτές τη συμπληρώνει ο καθηγητής.
(δ) Η σημασία του λήμματος, που είναι τυπωμένη με καφέ κανονικά στοιχεία [ἄβαξ, -ακος, ὁ πλάκα, σανίδα]. Εάν το λήμμα έχει περισσότερες από μία σημασίες,
τότε γίνεται κατάταξη των σημασιών. Οι κύριες σημασίες σημειώνονται με έντονα τυπωμένους αραβικούς αριθμούς σε μπλε χρώμα [1., 2., 3. …], ενώ οι ιδιαίτερες σημασιολογικές αποχρώσεις δηλώνονται με ελληνικά πεζά στοιχεία, έντονα τυπωμένα, σε μπλε χρώμα επίσης [α., β.,
γ. …]. Σε περιπτώσεις παγιωμένων συνδυασμών λέξεων (ή φρασεολογισμών), ιδιωτισμών ή παροιμιών, που συνοδεύονται από ερμηνευτικές πληροφορίες, χρησιμοποιείται μπλε βούλα [•], λ.χ. στο λ. Ἀβδηρίτης, -ου, ὁ:
=> ως Ἀβδηρίτας οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν παροιμιωδώς τους ηλιθίους. Η ίδια βούλα χρησιμοποιείται για να εισαγάγει μια εξειδικευμένη σημασία του βασικού λήμματος ή του υπολήμματος.
(ε) Το παράδειγμα χρήσης, που παρατίθεται αμέσως μετά τις σημασιολογικές πληροφορίες, από τις οποίες χωρίζεται με διπλή τελεία. Τα παραδείγματα, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από αττικά πεζά κείμενα, αλλά ορισμένα έχουν απλοποιηθεί για να είναι ευκολότερα κατανοητά από το μαθητικό κοινό, είναι τυπωμένα με πλάγια στοιχεία. Ακολουθούνται από το σύμβολο ίσον [=] και από τη μετάφρασή τους στην κοινή νεοελληνική [δόκησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ 1. γνώμη, εντύπωση: ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας μόλις βεβαιοῦται
= η εντύπωση ότι ο ομιλητής λέει την αλήθεια με δυσκολία εμπεδώνεται].
(στ) Η οικογένεια λέξεων, που εισάγεται με το ειδικό σύμβολο ? σε μπλε χρώμα και αφορά τη συμμετοχή του λημματικού τύπου σε παράγωγες και σύνθετες λεξικές μονάδες, που σημειώνονται ως παράγ(ωγα) και σύνθ(ετα) σε έντονο πράσινο χρώμα.
(ζ) Τα συνώνυμα και αντώνυμα, που εισάγονται με τα σύμβολα
= και
? αντίστοιχα σε έντονο μπλε χρώμα.
(η) Οι αντίστοιχοι τύποι της κοινής νεοελληνικής, όπου επισημαίνεται η μορφολογική και σημασιολογική εξέλιξη της ίδιας λέξης στη ΝΕ. Η εισαγωγή στην κατηγορία αυτή γίνεται με την ένδειξη ΝΕ σε έντονο μπλε χρώμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προσδιορίζονται όλες οι σημασίες που έχει η λέξη στη ΝΕ, αλλά επιλέγονται μόνον εκείνες που συμπίπτουν με τις αρχαιοελληνικές σημασίες της λέξης που παρατίθενται. Επίσης, όταν σημειώνεται ότι η λέξη στη ΝΕ χρησιμοποιείται με άλλες σημασίες, δε σημαίνει ότι αυτές οι άλλες σημασίες κατ’ ανάγκην δεν ανάγονται στην αρχαία εποχή, αλλά ότι πάντως δεν ανήκουν στις αρχαιοελληνικές σημασίες που επιλέχθηκαν να παρατεθούν.
7
(θ) Η ετυμολογία μέσα σε όρθιες αγκύλες [ ] με κανονικά μαύρα στοιχεία. Για λόγους οικονομίας η ετυμολογία δίνεται με κάθε δυνατή συντομία και δεν είναι πάντοτε εύκολο να γίνει κατανοητή από το μαθητή, γιατί προϋποθέτει τη γνώση στοιχειωδών κανόνων της αρχαίας ελληνικής ιστορικής γραμματικής, που δυστυχώς δε διδάσκεται στη Μέση Εκπαίδευση. Συνεπώς, η ετυμολογία απευθύνεται περισσότερο στον καθηγητή, που μπορεί να τη διδάξει στο μαθητή ιδίως αν συμβουλευτεί ορισμένα βασικά βοηθήματα που περιλαμβάνει η βιβλιογραφία. Συχνά γίνεται αναφορά σε συγγενικούς και παράλληλους τύπους των άλλων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, για να κατανοήσει ο μαθητής ότι η ελληνική είναι μέλος της μεγάλης αυτής οικογένειας γλωσσών που καλύπτει ολόκληρη την Ευρώπη και φτάνει ως τις Ινδίες. Βασικό στοιχείο της ετυμολογικής ανάλυσης είναι αν η ετυμολογούμενη λέξη είναι παράγωγη ή σύνθετη. Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες σημειώνονται με έντονο πράσινο χρώμα [λιθ.
= λιθουανικός], όπως και οι ενδείξεις για την αβέβαιη ή άγνωστη ετυμολογία [αβέβ. ετυμ.
= αβέβαιας ετυμολογίας ή άγν. ετυμ.
= άγνωστης ετυμολογίας]. Γλωσσικοί τύποι που σημειώνονται με αστερίσκο [*βαλανο- <
*gwol-eno] δε μαρτυρούνται στις αντίστοιχες γλώσσες.
Ελπίζουμε ότι το λεξικό αυτό, που αποτελεί την πρώτη προσπάθεια στη χώρα μας για τη σύνταξη λεξικού της αρχαίας ελληνικής για σχολική χρήση, θα αποτελέσει την αφορμή για τη σύνταξη και άλλων ανάλογων λεξικών στο μέλλον, που θα στηρίζονται στις παρατηρήσεις και την παιδαγωγική εμπειρία των συναδέλφων που διδάσκουν στη Μέση Εκπαίδευση, ώστε να φτάσουμε κάποτε σε μορφή λεξικών των κλασικών γλωσσών που θα είναι εύληπτα στο μαθητή και χρήσιμα στον εκπαιδευτικό.
Η Συντακτική Ομάδα
Χαράλαμπος Συμεωνίδης, Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.
Γεώργιος Ξενής, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου
Ασημάκης Φλιάτουρας, δρ Φιλολογίας
8
με καφέ χρώμα σημειώνεται η σημασία της λέξης σε πλαγιαστά γράμματα γράφεται κυρίως το αρχαίο παράδειγμα ή παράθεμα, αλλά δευτερευόντως γράφονται και ορισμένοι υπολημματικοί τύποι
= (σε μαύρο χρώμα) εισάγει τη μετάφραση του αρχαίου παραδείγματος ή παραθέματος στη νέα ελληνική
= (σε έντονο μπλε χρώμα) συνώνυμα (αρχαίες λέξεις με παρόμοια σημασία)
=/ (σε έντονο μπλε χρώμα) αντώνυμα (αρχαίες λέξεις με αντίθετη σημασία)
« » μέσα σε εισαγωγικά περικλείεται η σημασία κάποιων χρόνων, συνωνύμων και αντωνύμων, νεοελληνικών λέξεων και λέξεων στο πλαίσιο συνήθως του ετυμολογικού τμήματος του λήμματος
:=> (σε μπλε χρώμα) οικογένεια της λέξης (λέξεις που έχουν την ίδια ρίζα / βάση με το λημματικό τύπο, τα παράγωγα και τα σύνθετά της)
ΝΕ (σε έντονο μπλε χρώμα)
λέξεις της νέας ελληνικής που προήλθαν από τις αντίστοιχες λέξεις της αρχαίας γλώσσας
βλπ. (σε έντονο μπλε χρώμα) βλέπε
[ ] μέσα σε αγκύλες περιλαμβάνεται το ετυμολογικό τμήμα του λήμματος
> (στο ετυμ. τμήμα) εξελίσσεται/εξελίχθηκε σε, π.χ. αἴθ-ω + -ρα > αἴθρα, ἡ
< (στο ετυμ. τμήμα) προέρχεται/προήλθε από, π.χ. αἴθρα, ἡ < αἴθ-ω + -ρα
* (στο ετυμ. τμήμα) δε μαρτυρείται ο τύπος, δεν απαντά πουθενά μέσα στα κείμενα και είναι εντελώς υποθετικός (π.χ. *ἀγάλ-
jομαι > ἀγάλλομαι, *wek-: ἄκων)
9
_ΣΥΝΤΟΜΕΥΣΗ:
αβέβ(αιος)
αγγλ(ικός)
αγγλοσαξον(ικός)
άγν(ωστος)
ΑΕ = αρχαίος ελληνικός
αθροιστ(ικός)
αιγυπτ(ιακός)
αιολ(ικός)
αιτ(ιατ)(ική)
ακκαδ(ικός)
αλβ(ανικός)
αμετάβ(ατος)
αναδιπλ(ασιασμός)
αναφορ(ικός)
αντίθ(ετος)
αντικ(είμενο)
αντων(υμία)
αόρ(ιστος)
απαρέμφ(ατο)
απλολ(ογία)
απρόσ(ωπος)
αργολ(ικός)
αρκ(αδικός)
αρμ(ενικός)
αρνητ(ικός)
αρσεν(ικός)
αρχ(αίος)
ασυναίρ(ετος)
αττ(ικός)
βαλτ(ικός)
βαλτο-σλαβ(ικός)
βεβαιωτ(ικός)
βλ(έπε)
γαλατ(ικός)
γεν(ική)
γερμ(ανικός)
γοτθ(ικός)
δάν(ειος)
δεικτ(ικός)
δηλ(αδή)
δημοτ(ικός)
διαλ(εκτικός)
δοτ(ική)
δωρ(ικός)
εβρ(αϊκός)
εγκλιτ(ικός)
έκφρ(αση)
ελλ(ηνικός)
ενεργ(ητικός)
ενεστ(ώτας)
ένθ(ημα)
εν(ικός)
ενν(οείται)
επέκτ(αση)
επιγρ(αφή)
επίθ(ημα)
επίρρ(ημα)
επιφ(ώνημα)
ετυμ(ολογία)
ηχομιμ(ητικός)
θεσσαλ(ικός)
θρακ(ικός)
ιλλυρ(ικός)
ινδ(ικός)
ΙΕ = ινδοευρωπαϊκός
ιρλ(ανδικός)
ισλ(ανδικός)
ιταλ(ικός)
ιων(ικός)
κ.ά. = και άλλα
καρ(ικός)
καυκασ(ιανός)
κλητ(ική)
κρητ(ικός)
κτλ.
= και τα λοιπά κυπρ(ιακός)
λατ(ινικός)
λ(έξη)
λ(ήμμα)
λιθ(ουανικός)
λόγ(ιος)
λοκρ(ικός)
λυδ(ικός)
λ.χ. = λόγου χάριν
μακεδ(ονικός)
μέλλ(οντας)
μεσογ(ειακός)
10
μεταβ(ατικός)
μεταγεν(έστερος)
μεταπτ(ωτικός)
μεταφορ(ικός)
μικρασ(ιατικός)
μόρ(ιο)
μτχ. = μετοχή
μυκην(αϊκός)
ΝΕ = νεοελληνικός, ή, -ό
ομόρρ(ιζος)
ονομαστ(ική)
οσετ(ικός)
ουδ(έτερος)
ουμβρ(ικός)
ουσιαστικοπ(οίηση)
παθ(ητικός)
παρ(αγωγικός)
παράγ(ωγος)
παράγ. λ. = παράγωγη λέξη
παρακ(είμενος)
παράλλ(ηλος)
παρατ(ατικός)
πβ. = παράβαλε
περιληπτ(ικός)
περσ(ικός)
πιθ(ανός)
πληθ(υντικός)
ποιητ(ικός)
προεκτετ(αμένος)
προελλ(ηνικός)
πρόθ(εση)
προθεμ(ατικός)
προθετ(ικός)
προστ(ακτική)
πρόσ(ωπο)
προσ(ωπ)(ικός)
πρωσ(ικός)
π.χ. = παραδείγματος χάριν
ρ(ήμα)
ρηματ(ικός)
ρωσ(ικός)
σημ(ασία)
σημιτ(ικός)
σκυθ(ικός)
σλαβ(ικός)
σλοβακ(ικός)
σλοβεν(ικός)
σουμερ(ικός)
στερ(ητικός)
συγγεν(ικός)
συγκρ(ιτικός)
συνεσταλμ(ένος)
συνηρημ(ένος)
συνθ(ετ)(ικός)
σύνθ(ετος)
σύνθ. λ. = σύνθετη λέξη
συντ(ελεσμένος)
τοχαρ(ικός)
υπερθετ(ικός)
υπερσ(υντέλικος)
υποκοριστ(ικός)
φοινικ(ικός)
φρ(άση)
φρυγ(ικός)
χετιτ(ικός)
11
(1) A Greek-English Lexicon, compiled by Henry George Liddell and Robert
Scott, revised and augmented throughout by Sir Henry Stuart Jones, with the
assistance of Roderick Mckenzie and with the cooperation of many scholars, ένατη έκδοση (πρώτη το 1843), Oxford 1940. With a revised supplement, edited by P.G.W.
Glare, with the assistance of A.A. Thomson, Oxford 1996.
(2) Ελληνική μετάφραση της όγδοης έκδοσης (1897) του προηγούμενου λεξικού αποτελεί το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, μεταφρασθέν εκ της Αγγλικής εις την Ελληνικήν υπό Ξενοφώντος Π. Μόσχου, δ.φ., καθηγητού, διά πολλών δε βυζαντινών ιδίως λέξεων και φράσεων πλουτισθέν και εκδοθέν επιστασί'α Μιχαήλ
Κωνσταντινίδου, τόμοι 4, Αθήνα (χωρίς χρονολογία).
(3) Σταματάκος Ιωάννης, Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Αθήναι
1949.
(4) An Intermediate Greek-English Lexicon founded upon the seventh edition
(1883) of Liddell and Scott’s Greek-English Lexicon, Oxford 1889 (επανεκτύπωση
2001).
(5) A Lexicon abridged from Liddell and Scott’s Greek-English Lexicon, Oxford
2001 (επανεκτύπωση της πρώτης έκδοσης, 1891).
(6) Allen W.S., Vox graeca. A guide to the pronunciation of Classical Greek,
Cambridge 1974. Ελληνική μετάφραση Μ. Καραλή και Γ. Παράσογλου, Η
προφορά της Ελληνικής στην κλασική εποχή, Θεσσαλονίκη (Ινστιτούτο
Νεοελληνικών Σπουδών, Α.Π.Θ.), 2000.
(7) Buck, Carl Darling, Introduction to the Greek Dialects, Chicago 1928.
(8) Chantraine Pierre, Dictionnaire ?tymologique de la langue grecque. Histoire
des mots, τόμ. 1-2, Paris 1968-1980.
(9) Frisk Hjalmar, Griechisches Etymologisches W?rterbuch, Heidelberg 1960-
1973.
(10) Σταματάκος Ιωάννης, Ιστορική γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής κατά τα πορίσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας, τόμ. 1-2, Αθήνα 1968.
12
Αἰσχίνης:
Κατὰ Κτησιφῶντος
Περὶ τῆς παραπρεσβείας
Κατὰ Τιμάρχου
Ἀνδοκίδης:
Περὶ τῆς ἑαυτοῦ καθόδου
Περὶ τῆς πρὸς
Λακεδαιμονίους εἰρήνης
Περὶ τῶν μυστηρίων
Ἀντιφῶν:
Περὶ τοῦ Ἡρ'ώδου φόνου
Περὶ τοῦ χορευτοῦ
Τετραλογία Α΄, Β΄, Γ΄
Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς
Ἀριστοτέλης:
Ἠθικὰ Νικομάχεια
Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι
Πολιτικὰ
‘Ρητορικὴ
Δείναρχος:
Κατ’ Ἀριστογείτονος
Κατὰ Δημοσθένους
Κατὰ Φιλοκλέους
Δημοσθένης:
Κατὰ Λεπτίνου
Κατὰ Μειδίου
Κατὰ Φιλίππου Α΄
Ὀλυνθιακὸς Α΄, Β΄, Γ΄
Περὶ Ἁλοννήσου
Περὶ συμμοριῶν
Περὶ τῆς ἀτελείας πρὸς
Λεπτίνην
Περὶ τῆς παραπρεσβείας
Περὶ τῆς τῶν ‘Ροδίων ἐλευθερίας
Περὶ τοῦ στεφάνου
Πρὸς τὴν ἐπιστολὴν τὴν Φιλίππου
Φιλιππικὸς Α΄, Β΄, Γ΄
Πρὸς Βοιωτὸν περὶ τοῦ
ὀνόματος
Ἰσοκράτης:
Ἀρεοπαγιτικὸς
Ἑλένης ἐγκώμιον
Εὐαγόρας
Νικοκλῆς
Πανηγυρικὸς
Παναθηναϊκὸς
Περὶ τῆς ἀντιδόσεως
Περὶ τῆς εἰρήνης
Πρὸς Νικοκλέα
Φίλιππος
Λυσίας:
Κατὰ Ἀγοράτου
Κατὰ Ἐρατοσθένους
Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία
Ξενοφῶν:
Ἀπομνημονεύματα
Ἑλληνικὰ
Κύρου Ἀνάβασις
Κύρου παιδεία
Οἰκονομικὸς
Συμπόσιον
Πλάτων:
Ἀπολογία Σωκράτους
Γοργίας
Εὐθύδημος
Εὐθύφρων
Ἱππίας μείζων
Κρατύλος
Κρίτων
Λάχης
Μένων
Νόμοι
Πολιτεία
Πρωταγόρας
Συμπόσιον
Φαίδων
Φαῖδρος
Χαρμίδης
13
15
_ΠΟΣΟΤΗΤΑ:
* ρήματα 1134
* ουσιαστικά 0984
* επίθετα 0442
* επιρρήματα 0176
* αντωνυμίες 0047
* σύνδεσμοι 0031
* μόρια 0026
* προθέσεις#ql:προθεση.*# 0024
* επιφωνήματα 0004
γλσΕλα'Α: A, α, ἄλφα::
* McsElln.ουσιαστικό.Α-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Α,
* McsElln.Α@γλσΕλα,
το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο α΄ =1, αλλά ,α
= 1.000.
=> στη σύνθεση εμφανίζεται ως:
=> ἀ-/ἀν- στερητικό (ΙΕ προέλευσης): εκφράζει έλλειψη, στέρηση ή απουσία, π.χ. σοφός- ἄσοφος (= αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σοφίας)· πριν από φωνήεν, το στερητικό ἀ- εμφανίζεται ως ἀν-, π.χ. ἀνέστιος(= αυτός που δεν έχει εστία).
=> ἁ-/ἁμ- αθροιστικό (ΙΕ προέλευσης). Πιο ορθά ἁ- (με δασεία), π.χ. ἁπλοῦς, ἁθρόος.Συχνά όμως ἀ- (με ψιλή), λόγω ανομοίωσης προς δασέα σύμφωνα που ακολουθούν, π.χ. ἄλοχος (= σύζυγος).
=> ἀ- προθετικό (ΙΕ προέλευσης): εμφανίζεται στην αρχή της λέξης (όπου σε ομόρριζους τύπους άλλων ΙΕ γλωσσών μπορεί να μην υπάρχει: ἀνήρ - αρχ. ιταλ. ner-, ἀστήρ - λατ. stella).
[αρχ. φοινικικό alef «βόδι» > ἄλφα· το στερητικό ἀ- ή ἀν- προέρχεται από το ΙΕστερητικό μόριο *nο-, πβ. λατ. amicus«φίλος» αλλά in-imicus «εχθρός»].
γλσΕλα'άβαξ: ἄβαξ, -ακος::
* McsElln.ουσιαστικό.άβαξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άβαξ,
* McsElln.άβαξ@γλσΕλα,
πλάκα, σανίδα (τη χρησιμοποιούσαν για την καταμέτρηση των ψήφων): τὰς ψήφους διαριθμῶ ἐπὶ τοῦ ἄβακος
= καταμετρώ τις ψήφους πάνω στην υπολογιστική πλάκα.
:=> παράγ. ἀβάκιον.
ΝΕ άβακας.
[αβέβ. ετυμ., πιθ. δάν.].
γλσΕλα'Αβδηρίτης: Ἀβδηρίτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Αβδηρίτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αβδηρίτης,
* McsElln.Αβδηρίτης@γλσΕλα,
άνδρας κατάγομενος από τα Άβδηρα, που ήταν πόλη της Θράκης.
=> ως Ἀβδηρίτας οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν παροιμιωδώς τους ηλίθιους.
[παράγ. λ. Ἄβδηρα + παρ. επίθ. -ίτης].
γλσΕλα'αβέβαιος: ἀβέβαιος, -ος, - ον::
* McsElln.επίθετο.αβέβαιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αβέβαιος,
* McsElln.αβέβαιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀβεβαιότερος
Υπερθετικός ἀβεβαιότατος
αναξιόπιστος, ασταθής, άστατος: ἀβέβαιός ἐστιν ὁ πλοῦτος
= ο πλούτος είναι αναξιόπιστο πράγμα.
= ἄπιστος, ἐπισφαλής.
=/ ἀξιόπιστος, πιστός.
ΝΕ αβέβαιος «όχι ασφαλής» (μέλλον αβέβαιο).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βέβαιος].
γλσΕλα'αβέλτερος: ἀβέλτερος, -ος, - ον::
* McsElln.επίθετο.αβέλτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αβέλτερος,
* McsElln.αβέλτερος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀβελτερώτερος
Υπερθετικός ἀβελτερώτατος
ηλίθιος:
ἀβέλτερος φαίνεται == φαίνεται ηλίθιος.
= εὐήθης, ἄνους.
=/ δεινός «έξυπνος».
:=> παράγ. ἀβελτερία, -ας, ἡ «ηλιθιότητα».
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βέλτ-ερος (πβ. βελτ-ίων)].
γλσΕλα'αβίωτος: ἀβίωτος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αβίωτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αβίωτος,
* McsElln.αβίωτος@γλσΕλα,
αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει, ανυπόφορος:
ἀβίωτον πεποίηκέν μοι τὸν βίον == μου έχει κάνει τη ζωή ανυπόφορη.
=/ βιωτός.
ΝΕ αβίωτος.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βιωτός (< βιόω + παρ. επίθ. -τός)].
γλσΕλα'άβουλος: ἄβουλος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άβουλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άβουλος,
* McsElln.άβουλος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀβουλότερος
Υπερθετικός ἀβουλότατος απερίσκεπτος: ἀνὴρ ἄβουλος
= απερίσκεπτος άντρας.
= ἀπερίσκεπτος.
=/ εὔβουλος, φρόνιμος.
:=> παράγ. ἀβουλία, -ας, ἡ «απερισκεψία».
ΝΕ άβουλος (που του λείπει η θέληση).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βούλ-ομαι].
γλσΕλα'αβρύνω: ἁβρύνω::
* McsElln.ρήμα.αβρύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αβρύνω,
* McsElln.αβρύνω@γλσΕλα,
1. κάνω κάποιον λεπτό στους τρόπους ή μεταχειρίζομαι κάποιον με λεπτότητα.
2. μέση φωνή ἁβρύνομαι καυχιέμαι: ἵπποις ἡβρύνετο
= καυχιόταν για τα άλογά του.
= ἀγάλλομαι, μέγα φρονῶ ἐπί τινι.
:=> παράγ. ἁβρυντικός, σύνθ. ἐναβρύνομαι.
[παράγ. λ. ἁβρός + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'αγαθός: ἀγαθός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αγαθός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγαθός,
* McsElln.αγαθός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀμείνων, ἀρείων / βελτίων / κρείττων / λ'ώων
Υπερθετικός ἄριστος / βέλτιστος / κράτιστος / λῷστος
Α. για πρόσωπα
1. ο υψηλής καταγωγής: δεσπότης ἀγαθὸς καὶ ἐξ ἀγαθῶν
= άρχοντας υψηλής καταγωγής και προερχόμενος από άτομα υψηλής καταγωγής.
= γενναῖος, εὐγενής.
=/ ἀγεννής, φαῦλος.
2. μέλος της πολιτικής μερίδας των αριστοκρατών (ιδιαίτερα στη φρ. καλοὶ κἀγαθοί). βλπ. βέλτιστος, κράτιστος.
3. γενναίος (καθώς η ανδρεία αποδιδόταν σε άτομα υψηλής καταγωγής).
= ἀνδρεῖος.
=/ δειλός.
4. ικανός: ἀγαθὸς πύκτης
= ικανός πυγμάχος.
=/ φαῦλος «ανίκανος, κακός».
5. με ηθική σημ. καλός, ενάρετος: τὸν κακὸν ἄνδρα ἀγαθὸν ποιῶ
= κάνω τον κακό άνθρωπο καλό.
6. ὦ ’γαθὲ καλέ μου φίλε (χρησιμοποιείται ως μορφή ήπιας συμβουλής ή ήπιας επίπληξης): μήπω, ὦ ’γαθέ, ἐκεῖσε ἴωμεν
= ας μην πάμε ακόμη προς τα εκεί, καλέ μου φίλε.
Β. για πράγματα
1. χρήσιμος: οἶδά τι πυρετοῦ ἀγαθόν
= γνωρίζω κάτι χρήσιμο για τον πυρετό.
2. ηθικά καλός: ἔργα ἀγαθά
= καλά έργα.
= σπουδαῖος «ηθικά καλός».
=/ πονηρός.
μγ05.σ16
3. ως ουσιαστικό για πρόσωπα ή πράγματα τὸ ἀγαθὸν καλό πράγμα, ευλογία, ευεργεσία, αγαθό: ὦ μέγα ἀγαθὸν σὺ τοῖς φίλοις, Κῦρε
= εσύ, μεγάλη ευλογία για τους φίλους, Κύρε.
=> ἐπ’ ἀγαθῷ τινος για το καλό κάποιου: ἐπ’ἀγαθῷ τῆς Πελοποννήσου ποιῶ τι
= κάνω κάτι για το καλό της Πελοποννήσου.
=> στον πληθ. τὰ ἀγαθά αγαθά, τα καλά της τύχης, θησαυροί, πλούτη.
:=> παράγ. ἀγαθωσύνη, ἀγαθότης, Ἀγάθων, σύνθ. ἀγαθοεργός, ἀγαθοποιός.
ΝΕ αγαθός (με τη σημ. Α5, λ.χ. αγαθή ψυχή).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'αγάλλω: ἀγάλλω::
* McsElln.ρήμα.αγάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγάλλω,
* McsElln.αγάλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤγαλλον
Μέλλ. ἀγαλῶ
Αόρ. ἤγηλα
Παθ. ενεστ. ἀγάλλομαι
Παθ. παρατ. ἠγαλλόμην
1. εξυμνώ, τιμώ: τοὺς θεοὺς ἀγάλλω
= εξυμνώ τους θεούς.
= τιμάω.
2. μέση φωνή ἀγάλλομαι χαίρομαι, καυχιέμαι: εὐτυχίαις ἠγάλλεσθε
= καυχόσασταν για την ευτυχισμένη ζωή σας.
= μέγα φρονῶ ἐπί τινι.
:=> παράγ. ἄγαλμα, σύνθ. ἐπαγάλλω.
ΝΕ αγάλλομαι (σε ποιητικό λόγο) «χαίρομαι» (με τη σημ. 2).
[αβέβ. ετυμ., *ἀγάλ-jομαι, πβ. ἄγαλ-μα].
γλσΕλα'άγαμαι: ἄγαμαι::
* McsElln.ρήμα.άγαμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγαμαι,
* McsElln.άγαμαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἠγάμην
Μέλλ. ἀγάσομαι & με μέση σημ.ἀγασθήσομαι
Αόρ. ἠγασάμην & με μέση σημ.ἠγάσθην
1. θαυμάζω: ἄγαμαί τινα τῆς ἀνδρείας
= θαυμάζω κάποιον για τη γενναιότητά του.
= ζηλόω.
2. εκπλήσσομαι: ἠγάσθην αὐτοῦ εἰπόντος ταῦτα
= έμεινα έκπληκτος που είπε αυτά τα πράγματα.
= θαυμάζω.
3. ευχαριστιέμαι: ἄγαμαι τοῖς ἔργοις τινός
= ευχαριστιέμαι με τα έργα κάποιου.
= ἥδομαι, χαίρω.
:=> παράγ. ἀγαστός, ἄγασμα, σύνθ. ὑπεράγαμαι.
ΝΕ λόγ. επίθετο αγαστός «θαυμαστός».
[αβέβ. ετυμ., πβ. ἄγαν].
γλσΕλα'άγαν: ἄγαν::
* McsElln.επίρρημα.άγαν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγαν,
* McsElln.άγαν@γλσΕλα,
πάρα πολύ: ἄγαν κοῦφος
= πάρα πολύ ελαφρός. ἡ ἄγαν ἐλευθερία
= η υπερβολική ελευθερία.
= λίαν, σφόδρα.
=/ ἐλάχιστα, ἥκιστα.
=> έκφραση μηδὲν ἄγαν τίποτε (να μην κάνεις) σε υπερβολικό βαθμό (παροιμιώδης φράση, την οποία ο Αριστοτέλης αποδίδει στο Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας).
[αρχικά αιτιατ. ἄγαν του ουσ. *ἄγ_α
= ἄγη, ἡ«σεβασμός, θαυμασμός», πβ. δωρεάν].
γλσΕλα'αγανακτέω: ἀγανακτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αγανακτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγανακτέω,
* McsElln.αγανακτέω@γλσΕλα,
1. δυσαρεστούμαι: ἀγανακτεῖ τοῖς σκώμμασι
= δυσαρεστείται με τα αστεία.
= δυσχεραίνω ἐπί τινι.
=/ ἥδομαι, ἀγάλλομαι, τέρπομαι, εὐφραίνομαι.
2. αγανακτώ: ταῦτ’ ἀγανακτοῦσιν, ὅτι ἐγὼ τῷ πατρὶ φόνου ἐπεξέρχομαι
= γι’ αυτόν το λόγο αγανακτούν, διότι εγώ ασκώ δίωξη κατά του πατέρα μου για φόνο.
= ἄχθομαί τινι.
:=> παράγ. ἀγανάκτησις.
ΝΕ αγανακτώ (σημ. 2).
[αβέβ. ετυμ., ίσως σύνθ. λ. * ἀγανέκτης «που έχει τραβήξει πολλά» (< ἄγαν + ἔχω) > *ἀγανάκτης (αφομοίωση α-έ > α-ά)].
γλσΕλα'αγαπάω: ἀγαπάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αγαπάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγαπάω,
* McsElln.αγαπάω@γλσΕλα,
1. αγαπώ: οἱ πατέρες τοὺς αὑτῶν παῖδας ἀγαπῶσιν
= οι πατέρες αγαπούν τα παιδιά τους.
= φιλέω «αγαπώ».
=/ μισέω.
2. είμαι ικανοποιημένος: ἀγαπήσω, εἰ τὸ σῶμα σώσω
= θα είμαι ικανοποιημένος, αν σώσω τον εαυτό μου. οὐκ ἀγαπῶ τοῖς ὑπάρχουσιν ἀγαθοῖς
= δεν είμαι ικανοποιημένος με τα πλούτη που έχω.
= ἀρκεῖ μοι...
:=> παράγ. ἀγαπητός, ἀγαπητικός, ἀγάπησις, σύνθ. ὑπεραγαπάω.
ΝΕ αγαπώ (σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., εφόσον η συνήθης σύνδεση με το ἄγαν δεν ικανοποιεί και δε δικαιολογεί το -π].
γλσΕλα'άγγαρος: ἄγγαρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.άγγαρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγγαρος,
* McsElln.άγγαρος@γλσΕλα,
Πέρσης έφιππος ταχυδρόμος (που μετέφερε παραγγέλματα ή μηνύματα του βασιλιά).
ΝΕ το ομόρριζο η αγγαρεία.
[δάν. από την αρχ. περσική].
γλσΕλα'αγγέλλω: ἀγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.αγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγγέλλω,
* McsElln.αγγέλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤγγελλον
Μέλλ. ἀγγελῶ
Αόρ. ἤγγειλα
Παρακ. ἤγγελκα
Μέσ. αόρ. ἠγγειλάμην
Παθ. μέλλ. ἀγγελθήσομαι
Παθ. παρακ. ἤγγελμαι
Παθ. υπερσ. ἠγγέλμην αγγέλλω, αναγγέλλω.
= καταγγέλλω «αγγέλλω».
:=> παράγ. ἄγγελμα, σύνθ. ἐξαγγέλλω, καταγγέλλω, προαγγέλλω, ἐπαγγέλλομαί τι.
ΝΕ αγγέλλω.
[παράγ. λ. ἄγγελ-ος + παρ. επίθ. -jω (*ἀγγέλ-jω > ἀγγέλλω)].
γλσΕλα'άγγελος: ἄγγελος, -ου, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.άγγελος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγγελος,
* McsElln.άγγελος@γλσΕλα,
αγγελιοφόρος, απεσταλμένος.
μγ05.σ17
:=> παράγ. ἀγγελία, ἀγγελικός, ἀγγέλλω, σύνθ. εὐάγγελος, εὐαγγελίζομαι.
ΝΕ άγγελος (με άλλη σημ., πτερωτό ον κτλ.).
[αβέβ. ετυμ., πιθανό δάν. από γλώσσα της Ανατολής].
γλσΕλα'άγε: ἄγε, ἄγετε::
* McsElln.ρήμα.άγε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγε,
* McsElln.άγε@γλσΕλα,
προστακτικές του ἄγω που χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα εμπρός!, έλα!: «Ἄγε τοίνυν», ἔφη ὁΚῦρος, «σκοπῶμεν νῦν τὰ ἐμοὶ πεπραγμένα πάντα»
= «εμπρός λοιπόν» είπε ο Κύρος «ας εξετάσουμε τώρα όλα τα κατορθώματά μου».
= φέρε «εμπρός».
γλσΕλα'αγείρω: ἀγείρω::
* McsElln.ρήμα.αγείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγείρω,
* McsElln.αγείρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤγειρον
Μέλλ. ἀγερῶ
Αόρ. α΄ ἤγειρα
Μέσ. αόρ. α΄ ἠγειράμην
Παθ. αόρ. α΄ ἠγέρθην
Παθ. παρακ. ἀγήγερμαι συγκεντρώνω: τὸν στόλον ἀγείρω
= συγκεντρώνω το στόλο.
= συνάγω.
=/ διασκεδάννυμι «διασκορπίζω».
:=> παράγ. ἀγορά, σύνθ. συναγείρω, πανήγυρις. [πιθ. σύνθ. λ. αθρ. ἀ- + *γερ- (πβ. ἄγρα, ἀγρέω) > *ἀγέρ-j-ω > ἀγείρω].
γλσΕλα'αγενής: ἀγενής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αγενής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγενής,
* McsElln.αγενής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀγενέστερος
Υπερθετικός ἀγενέστατος
1. αγέννητος, αδημιούργητος (δηλ. άναρχος):γέγονεν ἢ ἀγενές ἐστιν;
= (το σύμπαν) έχει δημιουργηθεί ή είναι αδημιούργητο;
2. άτεκνος. 3. ποταπός, χαμερπής.
ΝΕ αγενής «που του λείπουν οι καλοί τρόποι».
[παράγ. λ. στερ. ἀ- + γέν-ος < γίγνομαι].
γλσΕλα'αγεννής: ἀγεννής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αγεννής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγεννής,
* McsElln.αγεννής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀγεννέστερος
Υπερθετικός ἀγεννέστατος
1. αυτός που έχει ταπεινή, άσημη καταγωγή:οἱ ἀγεννεῖς πλείους τὸν ἀριθμόν εἰσι τῶν γενναίων
= οι ταπεινής καταγωγής άνθρωποι είναι περισσότεροι στον αριθμό από τους υψηλής καταγωγής.
=/ γενναῖος «ο υψηλής καταγωγής», ἀγαθός.
2. για πράγματα άθλιος, αχρείος: βωμολοχεύματ’ ἀγεννῆ
= άθλιες βωμολοχίες.
:=> παράγ. ἀγέννεια, ἀγεννησία, ἀγέννητος.
[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + γέννα, ἡ «ευγενής καταγωγή», ρ. γεννάω].
γλσΕλα'άγημα: ἄγημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.άγημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγημα,
* McsElln.άγημα@γλσΕλα,
τμήμα στρατεύματος.
ΝΕ άγημα.
[δωρ. ἄγημα
= ἥγημα < ἡγέομαι].
γλσΕλα'αγήρατος: ἀγήρατος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αγήρατος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγήρατος,
* McsElln.αγήρατος@γλσΕλα,
αγέραστος: ἡ ταῖς ψυχαῖς ‘ρώμη τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἀγήρατός ἐστι
= η ψυχική δύναμη των ενάρετων ανδρών είναι αγέραστη.
ΝΕ αγέραστος.
[παράγ. λ. στερ. ἀ - + *γηρα-τός (< γηράσκω+ παρ. επίθ. -τος)].
γλσΕλα'άγιος: ἅγιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.άγιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγιος,
* McsElln.άγιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἁγιώτερος
Υπερθετικός ἁγιώτατος
1. για πράγματα αφιερωμένος στους θεούς, ιερός, άγιος: ἐν μέσῳ ἱερὸν ἅγιον ἦν
= στο μέσο υπήρχε άγιο ιερό.
2. για πρόσωπα άγιος, αγνός: ὑμᾶς πάντες πρότερον ἁγίους ἐνόμιζον
= προηγουμένως όλοι σας θεωρούσαν αγνούς.
:=> παράγ. ἁγιότης, ἁγιάζω, ἁγιωσύνη, σύνθ.ἁγιοφόρος, ἁγιογράφος.
ΝΕ άγιος (και με τις δύο σημ.).
[*jαγ- (πβ. ἄγ-ος, ἁγ-νός), πβ. αρχ. ινδ. y'ajati«τιμώ με προσευχές ή θυσίες»· η ψιλή στο ἄγος αντί *ἅγος επικράτησε για να μη συμπέσει με τις ιερές λέξεις ἅγιος, ἁγνός].
γλσΕλα'αγνοέω: ἀγνοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αγνοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγνοέω,
* McsElln.αγνοέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠγνόουν
Μέλλ. ἀγνοήσω
Αόρ. ἠγνόησα
Παρακ. ἠγνόηκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἀγνοήσομαι«θα αγνοηθώ»
Παθ. μέλλ. ἀγνοηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠγνοήθην
Μέσ. παρακ. ἠγνόημαι αγνοώ: ἀγνοεῖ πάντα καὶ οὐδὲν οἶδεν
= αγνοεί τα πάντα και δε γνωρίζει τίποτε.
= οὐ γιγνώσκω, οὐκ οἶδα.
=/ οἶδα, γιγνώσκω, ἐπίσταμαι.
:=> παράγ. ἄγνοια.
ΝΕ αγνοώ.
[παράγ. λ. στερ. ἀ - + γνο- (*γνω- του γι-γνώσκω) + παρ. επίθ. -έ-ω].
γλσΕλα'άγνυμι: ἄγνυμι::
* McsElln.ρήμα.άγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγνυμι,
* McsElln.άγνυμι@γλσΕλα,
ρήμα του ποιητικού λόγου. Στον πεζό λόγο χρησιμοποιείται το σύνθετο βλπ. κατάγνυμι.
Μέλλ. ἄξω
Αόρ. ἔαξαΠαρακ.με παθ. σημ.ἔαγα«έχω θραυσθεί»
Παθ. αόρ. ἐάγην σπάζω, συντρίβω.
[*Fαγ-, συγγεν. με τοχαρι. w^ak- «σκάζω» ].
γλσΕλα'αγορά: ἀγορά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.αγορά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγορά,
* McsElln.αγορά@γλσΕλα,
1. η συνέλευση του λαού ή ο τόπος της συνέλευσης αυτής.
2. ο τόπος αγοραπωλησιών, αγορά, ή τα ίδια τα προϊόντα που πουλιούνται στην αγορά:
μγ05.σ18
οὐ δέχομαί τινα ἀγορᾷ οὐδ’ ἄστει
= δεν επιτρέπω την είσοδο σε κάποιον, ούτε στην αγορά ούτε στην πόλη.
3. ως ένδειξη χρόνου ἀγορὰ πλήθουσα το χρονικό διάστημα από τις δέκα το πρωί έως τις δώδεκα το μεσημέρι, όταν η ἀγορά(σημ. 2) ήταν γεμάτη με κόσμο: πρ'ώ τε γὰρ εἰς τοὺς περιπάτους καὶ τὰ γυμνάσια ’'ήει καὶ πληθούσης ἀγορᾶς ἐκεῖ φανερὸς ἦν
= και διότι το πρωί πήγαινε στους χώρους των περιπάτων και στα γυμναστήρια και κατά το μεσημέρι παρουσιαζόταν εκεί.
=> έκφραση ἀγορᾶς διάλυσις το χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση του κόσμου από την ἀγοράν (σημ. 2), το απόγευμα.
:=> παράγ. ἀγοραῖος, ἀγοράζω, σύνθ. ἀγορανόμος, ἀγορανομία.
ΝΕ αγορά (σημ. 2).
[*ἀγορ- (< *ἀγερ-, πβ. ἀγείρω «συγκεντρώνω»< *ἀγέρ-jω) + παρ. επίθ. -ά. Πβ. αιολ. ἄγυρις«συγκέντρωση», απ’ όπου σύνθ. ὁμ-ήγυρις, παν-ήγυρις].
γλσΕλα'αγοράζω: ἀγοράζω::
* McsElln.ρήμα.αγοράζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγοράζω,
* McsElln.αγοράζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠγόραζον
Μέλλ. ἀγοράσω
Αόρ. ἠγόρασα
Παρακ. ἠγόρακα
Μέσ. αόρ. ἠγορασάμην
Παθ. αόρ. ἠγοράσθην
Παθ. παρακ. ἠγόρασμαι
1. συχνάζω στην ἀγοράν (σημ. 2).
2. συγκεντρώνομαι στην ἀγοράν (σημ. 2): ἐσελθόντες ἐς τὴν πόλιν ἠγόραζον
= αφού εισήλθαν στην πόλη, συγκεντρώθηκαν στην αγορά.
3. αγοράζω: ἐκ τῆς πόλεως ἠγόραζον τὰ ἐπιτήδεια
= αγόραζαν τις προμήθειες από την πόλη.
= ὠνέομαι «αγοράζω».
=/ πωλέω.
=> μέση φωνή ἀγοράζομαι: αγοράζω για τον εαυτό μου: εἶπε τὰ ἐπιτήδεια ἀγοράζεσθαι καὶ συσκευάζεσθαι
= είπε να αγοράσουν για τον εαυτό τους τις προμήθειες και να τις συσκευάσουν.
:=> παράγ. ἀγοραστής, ἀγοραστικός, σύνθ.ἀγορανόμος, ἀγορανομέω.
ΝΕ αγοράζω (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -άζω < *-άδjω].
γλσΕλα'αγοραίος: ἀγοραῖος, -αῖος, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.αγοραίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγοραίος,
* McsElln.αγοραίος@γλσΕλα,
1. εκείνος που συχνάζει στην ἀγοράν (σημ. 2):ὁ ἀγοραῖος ὄχλος
= ο κόσμος που συχνάζει στην αγορά.
=> οἱ ἀγοραῖοι οι κοινοί θνητοί, ο όχλος: τὰ συμπόσια τῶν ἀγοραίων.
2. για πράγματα συνηθισμένος, κοινός, χυδαίος: σκώμματα ἀγοραῖα.
ΝΕ αγοραίος «χυδαίος».
[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'αγορεύω: ἀγορεύω::
* McsElln.ρήμα.αγορεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγορεύω,
* McsElln.αγορεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠγόρευον
Μέλλ. (σύνθ.) -αγορεύσω & -ερῶ
Αόρ. (σύνθ.) -ηγόρευσα & -εῖπον
Παρακ. (σύνθ.) -είρηκα
Υπερσ. (σύνθ.) -ειρήκειν
Μέσ. μέλλ. (σύνθ.) -αγορεύσομαι
Παθ. μέλλ. (σύνθ.) -ρηθήσομαι
Παθ. αόρ. (σύνθ.) -ηγορεύθην & -ερρήθην
Παθ. παρακ. (σύνθ.) -είρημαι
Παθ. υπερσ. (σύνθ.) -ειρήμην μιλώ στην ἀγοράν (σημ. 1): τίς ἀγορεύειν βούλεται;
= ποιος θέλει να απευθυνθεί στη συνέλευση; (ερώτηση την οποία υπέβαλλε ο κήρυκας στα μέλη της εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων).
= δημηγορέω, ‘ρητορεύω.
:=> παράγ. ἀγόρευσις, σύνθ. ἀναγορεύω, ἀπαγορεύω.
ΝΕ αγορεύω (κυρίως στη βουλή και το δικαστήριο).
[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'άγρα: ἄγρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.άγρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγρα,
* McsElln.άγρα@γλσΕλα,
κυνήγι, καταδίωξη: ἐς ἄγρας ἔρχομαι
= πηγαίνω στα κυνήγια. ἄγρα ἀνθρώπων
= καταδίωξη ανθρώπων.
= κυνηγέσιον, θήρα.
:=> παράγ. ἀγραῖος.
ΝΕ άγρα (λ.χ. άγρα ψήφων).
[*ἀγ- (ἄγω), πβ. ἀγρέω «συλλαμβάνω»].
γλσΕλα'αγρεύω: ἀγρεύω::
* McsElln.ρήμα.αγρεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγρεύω,
* McsElln.αγρεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤγρευον
Μέλλ. ἀγρεύσω
Αόρ. ἤγρευσα
Παθ. αόρ. ἠγρεύθην πιάνω στο κυνήγι ή στο ψάρεμα, αρπάζω: ἀγρεύω τῷ ἀμφιβλήστρῳ ἰχθῦς
= πιάνω ψάρια με το δίχτυ.
[παράγ. λ. ἄγρα + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'άγριος: ἄγριος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.άγριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγριος,
* McsElln.άγριος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀγριώτερος
Υπερθετικός ἀγριώτατος
1. αυτός που ζει στους αγρούς.
=/ ἥμερος (για ζώα).
2. με ηθική σημ. άγριος, άξεστος.
= ἀπαίδευτος.
:=> παράγ. ἀγριότης, ἀγριόω, ἀγρίως, ἀγριαίνω, σύνθ. ἀγριέλαιος, ἀγριόφωνος.
ΝΕ άγριος (με όλες τις σημ).
[*ἀγ- (ἄγω) + παρ. επίθ. -ρ-ιος].
γλσΕλα'άγροικος: ἄγροικος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άγροικος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγροικος,
* McsElln.άγροικος@γλσΕλα,
μγ05.σ19
1. αυτός που κατοικεί στους αγρούς, στην πεδιάδα: ἄγροικα ζῷα
= ζώα των αγρών.
=/ ὄρεια ζῷα
= ζώα του βουνού.
2. ο άνθρωπος της υπαίθρου, ο χωρικός.
3. ο χωριάτης, ο άξεστος: ἄγροικός ἐστιν
= είναι χωριάτης.
=/ ἀστεῖος «άνθρωπος του άστεως, της πόλης».
:=> παράγ. ἀγροικίζομαι, ἀγροικία «χωριατοσύνη».
ΝΕ αγροίκος (με μετάθεση του τόνου και σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἀγρός + οἰκέω].
γλσΕλα'αγρός: ἀγρός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.αγρός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγρός,
* McsElln.αγρός@γλσΕλα,
1. ως επί το πλείστον στον πληθυντικό ἀγροί χωράφια.
= κτήματα.
2. η ύπαιθρος (σε αντιδιαστολή προς τα ἄστυ, πόλις, κώμη): κατ’ ἀγροὺς τῆς χώρας γίγνεταί τι
= συμβαίνει κάτι στην ύπαιθρο της χώρας.
:=> παράγ. ἀγρότης, ἀγροτικός, σύνθ. ἀγροκόμος, ἀγρονόμος.
ΝΕ αγρός (σημ. 1).
[*ἀγ- (ἄγω) + παρ. επίθ. -ρός].
γλσΕλα'άγxι: ἄγχι::
* McsElln.επίρρημα.άγxι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγxι,
* McsElln.άγxι@γλσΕλα,
λέξη αυστηρά ποιητική, που όμως απαντά σε σύνθετες λέξεις του πεζού λόγου ως πρώτο συνθετικό, λ.χ. ἀγχέμαχος «αυτός που μάχεται από κοντά»κτλ.
Συγκριτικός ἆσσον & ἄσσον
Υπερθετικός ἄγχιστα κοντά.
= ἐγγύς, πλησίον, πέλας.
=/ μακράν, πόρρω.
:=> παράγ. ἀγχιστεία, σύνθ. ἀγχέμαχος, ἀγχίνους, ἀγχίνοια.
[*ἀνχ- (ἄγχω), βλπ. ἄγχω].
γλσΕλα'αγxιστεία: ἀγχιστεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αγxιστεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγxιστεία,
* McsElln.αγxιστεία@γλσΕλα,
1. στενή συγγένεια: ὑπάρχει μοι ἀγχιστεία πρός τινα
= έχω στενή συγγένεα με κάποιον.
= συγγένεια.
2. κληρονομικά δικαιώματα.
ΝΕ αγχιστεία (με την αντίθετη σημ.: «μη εξ αίματος συγγένεια, επιγαμία»).
[παράγ. λ. ἀγχιστής «στενός συγγενής» +παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'άγxω: ἄγχω::
* McsElln.ρήμα.άγxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγxω,
* McsElln.άγxω@γλσΕλα,
στραγγαλίζω, απαγχονίζω: τὸν Κέρβερον ἄγχω.
= πνίγω, ἀπάγχω.
:=> παράγ. ἀγχόνη, σύνθ. ἀπάγχω.
ΝΕ πβ. άγχος, αγχόνη.
[*ἀνχ- (ἄγχι), πβ. λατ. ang-o].
γλσΕλα'άγω: ἄγω::
* McsElln.ρήμα.άγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άγω,
* McsElln.άγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἦγον
Μέλλ. ἄξω
Αόρ. α΄ ἦξα
Αόρ. β΄ ἤγαγον
Παρακ. ἀγήοχα & ἦχα
Υπερσ. ἀγηόχειν
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἄξομαι
Παθ. μέλλ. ἀχθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἠγαγόμην
Παθ. αόρ. α΄ ἤχθην
Παθ. παρακ. ἦγμαι
1. οδηγώ, μεταφέρω: ἄγω στρατιάν
= οδηγώ το στράτευμα.
= φέρω.
2. αμετάβ. προελαύνω, πηγαίνω: θᾶσσον ὁ Νικίας ἦγε
= ο Νικίας προήλαυνε γρηγορότερα.ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις
= ας πάμε στις κοντινές κωμοπόλεις.
3. διευθύνω: ἄγω τὴν πολιτείαν
= διευθύνω τα δημόσια πράγματα.
= διοικέω, διατίθημι.
4. ανατρέφω, εκπαιδεύω: οἱ κακῶς ἀχθέντες
= οι κακώς εκπαιδευμένοι.
5. γιορτάζω: Ἀπατούρια ἄγουσιν
= γιορτάζουν τα Απατούρια.
6. θεωρώ: τιμιώτερόν τινα ἄγω
= θεωρώ κάποιον πιο αξιότιμο.
7. σε εκφράσεις
α. εἰρήνην ἄγω πρός τινα έχω ειρηνικές σχέσεις με κάποιον.
β. ἡσυχίαν / σχολὴν ἄγω ησυχάζω, έχω ελεύθερο χρόνο.
:=> παράγ. ἀγωγή, ἀγωγός, ἄγημα, ἀγώγιμος,ἀγέλη, ἀκτίς, σύνθ. ἀνάγω, κατάγομαι, παράγω, ἐξάγω.
ΝΕ άγω στη λόγ. φρ. άγομαι και φέρομαι«κατευθύνομαι από άλλους».
[*ἀγ-, ομόρρ. με αρχ. ινδ. 'ajati, λατ. ag-o].
===
_stxElla: ἄγω τινά. == οδηγώ κάποιον.
γλσΕλα'αγωγή: ἀγωγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.αγωγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγωγή,
* McsElln.αγωγή@γλσΕλα,
1. μεταφορά: πρὸς τὰς ἀγωγὰς χρῶμαι ὑποζυγίοις
= για τις μεταφορές χρησιμοποιώ υποζύγια.
2. καθοδήγηση: ἡ ἀγωγὴ τοῦ νόμου
= η καθοδήγηση από το νόμο.
3. εκπαίδευση, αγωγή: ἐκ νέων ἀγωγῆς ὀρθῆς τυγχάνω
= λαμβάνω ορθή αγωγή από τη νεανική μου ηλικία.
:=> σύνθ. συναγωγή, διαγωγή, καταγωγή, ἀπαγωγή. ΝΕ αγωγή (με σημ. 3).
[παράγ. λ. *ἀγ-αγ- (πβ. ἤγαγ-ον, ἀγαγ-εῖν < ἄγω), *ἀγ-ωγ- + παρ. επίθ. -ή, για τον αναδιπλασιασμό βλπ. ἐδωδή].
γλσΕλα'αγών: ἀγών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.αγών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγών,
* McsElln.αγών@γλσΕλα,
1. συγκέντρωση (κυρίως η συγκέντρωση των Ελλήνων κατά τους πανελλήνιους αγώνες): ποιῶ τὸν Ὀλυμπικὸν ἀγῶνα, ἵνα τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας ξυναγείρω
= κάνω τη συγκέντρωση στην Ολυμπία, για να μαζέψω όλους τουςΈλληνες.
2. διαγωνισμός (για τη λήψη βραβείου στους ἀγῶνας, σημ. 1): ἀγὼν γυμνικός, μουσικός
= αθλητικός, μουσικός διαγωνισμός. ἀγὼν στεφανηφόρος / στεφανίτης
= διαγωνισμός στον
μγ05.σ20
οποίο το βραβείο ήταν στεφάνι. ἀγῶνα καθίστημι
= καθιερώνω διαγωνισμό.
= ἅμιλλα.
3. μάχη, αγώνας: ὁ Φίλιππος, πρὸς ὃν ἦν ἡμῖν ὁ ἀγών
= ο Φίλιππος, εναντίον του οποίου ήταν ο αγώνας μας.
4. δίκη, δικαστικός αγώνας: εἰς ἀγῶνα καθίστημι ἀνθρώπους
= οδηγώ ανθρώπους σε δίκη.
5. ψυχική ταλαιπωρία: πολὺν τὸν ἀγῶνα ἔχω
= έχω μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία.
:=> παράγ. ἀγωνία, ἀγωνίζομαι, ἀγωνιστής,ἀγώνισμα, σύνθ. ἀγωνοθέτης, ἀγωνοδίκης.
ΝΕ αγώνας (με τις σημ. 2, 3).
[παράγ. λ. ἄγω + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'αγωνία: ἀγωνία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αγωνία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγωνία,
* McsElln.αγωνία@γλσΕλα,
1. διαγωνισμός: δημοτικὴ ἀγωνία
= διαγωνισμός του δήμου.
= ἀγών.
2. γυμναστική άσκηση: μουσικὴν καὶ ἀγωνίαν παιδεύω τινά
= εκπαιδεύω κάποιον στη μουσική και στις γυμναστικές ασκήσεις.
3. αγωνία: ἐν φόβῳ καὶ πολλῇ ἀγωνί'α εἰμί
= βρίσκομαι σε φόβο και μεγάλη αγωνία.
:=> παράγ. ἀγωνιάω.
ΝΕ αγωνία (σημ. 3 ως επακόλουθο του ανταγωνισμού στους αθλητικούς αγώνες).
[παράγ. λ. ἀγών + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'αγωνιάω: ἀγωνιάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αγωνιάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγωνιάω,
* McsElln.αγωνιάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠγωνίων
Μέλλ. ἀγωνιάσω
Αόρ. ἠγωνίασα
Παρακ. ἠγωνίακα
1. συναγωνίζομαι: πρὸς ἀλλήλους ἀγωνιῶσιν
= συναγωνίζονται μεταξύ τους.
= ἀγωνίζομαι,ἁμιλλάομαι.
2. αγωνιώ: ἐδόκει μοι ὁ Πρωταγόρας ἀγωνι-ᾶν
= μου φαινόταν ότι ο Πρωταγόρας αγωνιούσε.
= ἀνιῶμαι.
=/ ἡσυχάζω.
[παράγ. λ. ἀγωνία + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'αγωνίζομαι: ἀγωνίζομαι::
* McsElln.ρήμα.αγωνίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγωνίζομαι,
* McsElln.αγωνίζομαι@γλσΕλα,
Μέλλ.με παθ. σημ. με τη σημ. 4ἀγωνιοῦμαι«θα κριθώ»
Παθ. μέλλ. ἀγωνισθήσομαι
Αόρ. ἠγωνισάμην
Παθ. αόρ. ἠγωνίσθην
Παρακ. ἠγώνισμαι
1. διαγωνίζομαι (για τη λήψη βραβείου): Ὀλυμπίασιν ἀγωνίζομαι
= διαγωνίζομαι στην Ολυμπία.
= ἁμιλλάομαι.
2. μάχομαι, πολεμώ: περὶ τῶν ἁπάντων ἀγωνίζομαι
= μάχομαι για τα πάντα.
= μάχομαί τινι.
3. ως όρος δικανικός αντιδικώ, εμπλέκομαι σε δίκη: πάνυ ἔμπειρος τοῦ ἀγωνίζεσθαι
= πολύ έμπειρος στο να συμμετέχει σε δίκες.
4. στην παθ. φωνή ἀγωνίζομαι κρίνομαι.
:=> παράγ. ἀγώνισμα, ἀγώνισις, ἀγωνιστής, σύνθ. ἀνταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι.
ΝΕ αγωνίζομαι (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. ἀγών + παρ. επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'αγώνισμα: ἀγώνισμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.αγώνισμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αγώνισμα,
* McsElln.αγώνισμα@γλσΕλα,
1. κατόθρωμα: Ἄγιδος τὸ ἀγώνισμα τοῦτο ἐγένετο
= το κατόρθωμα αυτό υπήρξε του Άγιδος.
2. εκείνο με το οποίο κάποιος συμμετέχει σε διαγωνισμό, δημηγορία: κτῆμα ἐς αἰεὶ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγ-κειται
= (το έργο) έχει συντεθεί πιο πολύ ως παντοτινό μελέτημα, παρά σαν πρόσκαιρη δημηγορία για να την ακούουν κάποιοι.
ΝΕ αγώνισμα (είδος αθλήματος).
[παράγ. λ. *ἀγωνισ- (< ἀγωνίζομαι) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'αδαής: ἀδαής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αδαής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδαής,
* McsElln.αδαής@γλσΕλα,
αυτός που δε γνωρίζει: ἀδαὴς γίγνομαί τινος
= δε γνωρίζω κάτι.
= ἀνεπιστήμων.
ΝΕ αδαής.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *δασ- (πβ. δαῆναι < διδάσκω, δαή-μων «γνώστης») + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'αδεής: ἀδεής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αδεής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδεής,
* McsElln.αδεής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀδεέστερος
Υπερθετικός ἀδεέστατος
1. αυτός που δε νιώθει φόβο, ο άφοβος: θανάτου ἀδεής
= αυτός που δε φοβάται το θάνατο.
= θαρραλέος.
=/ περιδεὴς «φοβισμένος».
=> ως ουσιαστικό τὸ ἀδεὲς η έλλειψη φόβου, η ασφάλεια.
2. αυτός που δεν προκαλεί φόβο, ο μη φοβερός: ἀδεές ἐστί τι πρὸς τοὺς ἐχθρούς
= κάτι δεν προκαλεί φόβο στους εχθρούς.
=/ δεινός«φοβερός».
3. επίρρημα ἀδεῶς
α. χωρίς φόβο ή δισταγμό:ἀδεῶς τινα ὠφελοῦμεν
= ωφελούμε κάποιον χωρίς φόβο.
β. χωρίς φόβο ότι θα μου επιβληθεί ποινή (βλπ. ἄδεια σημ. 3): μηνύω τὸ ἀσέβημα ἀδεῶς
= καταγγέλλω την ασεβή πράξη χωρίς φόβο ότι θα μου επιβληθεί ποινή.
:=> παράγ. ἄδεια.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δέ-ος + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'άδεια: ἄδεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.άδεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άδεια,
* McsElln.άδεια@γλσΕλα,
1. αφοβία, αίσθημα ασφάλειας: πύλαι διὰ τὴν ἄδειαν ἀνεῳγμέναι
= πύλες ανοικτές, λόγω του αισθήματος ασφάλειας.
= ἀφοβία.
=/ δέος «φόβος», φόβος.
2. αμνηστία: τοῖς ἄλλοις Μυτιληναίοις ἄδειαν ἐδώκατε οἰκεῖν τὴν σφετέραν αὐτῶν
= στους άλλους Μυτιληναίους παραχωρήσατε αμνηστία, με την οποία τους επιτρέπατε να κατοικούν στη δική τους πόλη.
μγ05.σ21
3. άδεια που ζητούσε ένας πολίτης από το δήμο, προκειμένου να υποβάλει πρόταση που συγκρουόταν με ισχύοντα νόμο ή για να ασκήσει δίωξη εναντίον κάποιου: ἄδειαν αἰτοῦμαι ἐπὶ μηνύσει τινός
= ζητώ άδεια να καταγγείλω κάποιον.
ΝΕ άδεια (συγκατάθεση σε αίτημα).
[παράγ. λ. ἀδε-ής + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'αδέκαστος: ἀδέκαστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αδέκαστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδέκαστος,
* McsElln.αδέκαστος@γλσΕλα,
αδωροδόκητος, αμερόληπτος: ἀδέκαστος κρίνω τι
= κρίνω κάτι αμερόληπτα.
ΝΕ αδέκαστος.
[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + *δεκαστὸς «που μπορεί να δεκαστεί, να δωροδοκηθεί» < δεκ-άζω (πβ.δέχ-ομαι) «προσφέρω δώρο»].
γλσΕλα'αδελφιδούς: ἀδελφιδοῦς, -οῦ ὁ / ἀδελφιδῆ, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.αδελφιδούς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδελφιδούς,
* McsElln.αδελφιδούς@γλσΕλα,
ανιψιός, ανιψιά.
[ασυναίρετο ἀδελφ-ιδέος > συνηρημένο αττ.ἀδελφ-ιδοῦς].
γλσΕλα'άδηλος: ἄδηλος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άδηλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άδηλος,
* McsElln.άδηλος@γλσΕλα,
1. αόρατος.
=/ δῆλος «φανερός».
2. άγνωστος: ἄδηλος ὁ κτείνας ἐστίν
= ο φονιάς είναι άγνωστος.
=> ἄδηλόν ἐστι, εἰ...
= είναι αβέβαιο εάν...
:=> παράγ. ἀδηλότης, ἀδηλία, ἀδήλως, σύνθ.κατάδηλος.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δῆλος].
γλσΕλα'Αδης: ‘'Άδης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Άδης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αδης,
* McsElln.Αδης@γλσΕλα,
1. ο Άδης (για τους αρχαίους Έλληνες, ο Άδης ήταν ο θεός των νεκρών. Ήταν παιδί του Κρόνου και της Ρέας και αδελφός του Δία, του Ποσειδώνα, της Ήρας, της Δήμητρας και της Εστίας. Όταν έγινε η διανομή της εξουσίας του σύμπαντος, ο Άδης έλαβε τον κάτω κόσμο, ο Ποσειδώνας τη θάλασσα και ο Δίας πήρε τον έλεγχο του ουρανού και της γης).
=> ἐν ‘'Άδου (ενν. οἴκῳ) μέσα στο σπίτι τουΆδη. εἰς ‘'Άδου (ενν. οἶκον) προς το σπίτι του Άδη.
2. τόπος όπου πηγαίνουν οι ψυχές μετά το θάνατο του σώματος.
[αβέβ. ετυμ., ίσως σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *F(ε)ιδ-(εἶδον) με τη σημ. του τόπου που δεν είναι ορατός].
γλσΕλα'αδιάλλακτος: ἀδιάλλακτος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αδιάλλακτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδιάλλακτος,
* McsElln.αδιάλλακτος@γλσΕλα,
ασυμφιλίωτος: τὰ πρὸς ὑμᾶς ἀδιάλλακτα ὑπάρχει
= οι σχέσεις μου με εσάς δεν επιδέχονται συμφιλίωση.
:=> παράγ. ἀδιαλλάκτως.
ΝΕ αδιάλλακτος.
[παράγ. λ. στερ. ἀ- + *διαλλακτός (πβ. διαλλακτής) < διαλλάσσομαι + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'αδικέω: ἀδικέω -ῶ γλσΕλα'αδικώ::
* McsElln.ρήμα.αδικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδικέω,
* McsElln.αδικέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠδίκουν
Μέλλ. ἀδικήσω
Αόρ. ἠδίκησα
Παρακ. ἠδίκηκα
Παθ. ενεστ. ἀδικοῦμαι
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἀδικήσομαι«θα αδικηθώ»
Παθ. μέλλ. ἀδικηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠδικήθην
Παθ. παρακ. ἠδίκημαι
1. διαπράττω αδίκημα, παραβιάζω το νόμο:Σωκράτης ἀδικεῖ ζητῶν τὰ ἐπουράνια
= οΣωκράτης διαπράττει αδίκημα που διερευνά τα επουράνια.
2. έχω άδικο, κάνω λάθος: εἰ μὴ ἀδικῶ γε
= αν βέβαια δεν έχω άδικο.
= ἀπατῶμαι περί τι.
3. αδικώ κάποιον: ἀδικῶ τοὺς δεσπότας
= αδικώ τους ηγεμόνες. ἀδικῶ τινά τι
= αδικώ κάποιον σε κάτι.
4. βλάπτω: ἀδικῶ γῆν τὴν Πλαταιίδα
= βλάπτω την πλαταιική γη.
= κακῶς ποιῶ τι.
=/ ὠφελέω.
:=> παράγ. ἀδίκημα, ἀδικία, σύνθ. ἀνταδικέω.
ΝΕ αδικώ (με σημ. 3).
[παράγ. λ. ἄδικος + παρ. επίθ. -έω].
===
_stxElla: ἀδικῶ τινά. == αδικώ κάποιον.
γλσΕλα'αδόκητος: ἀδόκητος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αδόκητος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδόκητος,
* McsElln.αδόκητος@γλσΕλα,
απροσδόκητος: ξυμφορὰ ἀδόκητος
= απροσδόκητη συμφορά.
= ἀπροσδόκητος.
=/ πβ. πρὸς προσδοκίαν «σύμφωνα με ό,τι αναμενόταν».
:=> παράγ. ἀδοκήτως, σύνθ. ἀπροσδόκητος.
ΝΕ αδόκητος (στη φρ. κυρίως αδόκητος θάνατος).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δοκέω + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'αδολέσxης: ἀδολέσχης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.αδολέσxης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδολέσxης,
* McsElln.αδολέσxης@γλσΕλα,
φλύαρος: ἀδολέσχης σοφιστής
= φλύαρος σοφιστής.
:=> παράγ. ἀδολεσχία, ἀδολεσχέω «φλυαρώ».
[αυτός του οποίου ο διαρκής λόγος ενοχλεί, σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + *Fαδο- (= ἥδομαι, πβ.ἀαδεῖν· ὀχλεῖν) + λέσχη «συζήτηση, λόγος» >*ἀαδολέσχης > ἀδολέσχης].
γλσΕλα'άδοξος: ἄδοξος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άδοξος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άδοξος,
* McsElln.άδοξος@γλσΕλα,
που δεν έχει φήμη, άσημος, ασήμαντος.
:=> παράγ. ἀδοξέω «δεν έχω καλή φήμη», ἀδοξία «έλλειψη καλής φήμης».
ΝΕ άδοξος.
[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + δόξα].
γλσΕλα'αδρός: ἁδρός, -ά, - ὸν::
* McsElln.επίθετο.αδρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αδρός,
* McsElln.αδρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἁδρότερος
Υπερθετικός ἁδρότατος
1. πυκνός, παχύς, αδρός: χιὼν ἁδρά
= πυκνό χιόνι.
= παχύς.
=/ ἰσχνός.
2. εύσωμος: ἁδροὶ παῖδες
= εύσωμα παιδιά.
:=> παράγ. ἁδροσύνη, ἁδρόομαι, ἁδρύνω, σύνθ. ἁδρομερής.
ΝΕ αδρός (και με τις δύο σημ.).
μγ05.σ22
[παράγ. λ. ἁδ- (ἅδην «άφθονα») + παρ. επίθ.-ρός].
γλσΕλα'άδυτος: ἄδυτος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άδυτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άδυτος,
* McsElln.άδυτος@γλσΕλα,
αυτός στον οποίο δεν επιτρέπεται να μπει κανείς.
= ἄβατος.
=/ βέβηλος «αυτός στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος, μη ιερός».
=> ως ουσιαστικό τὸ ἄδυτον το εσωτερικό τμήμα ενός ιερού, το άδυτο: ἡ Πυθία εἰς τὸ ἄδυτον κατῆλθεν.
ΝΕ το άδυτο (με τις δύο σημ.).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δύω + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'άδω: ’'άδω::
* McsElln.ρήμα.άδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άδω,
* McsElln.άδω@γλσΕλα,
Παρατ. ’ῇδονΜέλλ.με σημ. ενεργ.’'άσομαι«θα τραγουδήσω»
Αόρ. ’ῇσα
Παθ. αόρ. ’'ήσθην
Παθ. παρακ. ’ῇσμαι τραγουδώ: οἱ τῶν γερόντων ἐν Λακεδαίμονι χοροὶ ’'άδουσιν «ἁμὲς ποτ’ ἦμες ἄλκιμοι νεανίαι»
= οι χοροί των γερόντων στη Σπάρτη τραγουδούν «κάποτε εμείς ήμασταν γενναίοι νέοι».
:=> παράγ. ’ᾷσμα, ἀηδών, ’ῳδή, ἀοιδὸς «τραγουδιστής».
[ασυναίρετο ἀείδω > συνηρημένο ’'άδω].
γλσΕλα'αεί: ἀεὶ::
* McsElln.επίρρημα.αεί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αεί,
* McsElln.αεί@γλσΕλα,
1. πάντοτε: ἀεὶ θεοῖς ἐχθρός ἐστιν
= πάντοτε είναι μισητός στους θεούς.
=/ οὔποτε «ποτέ δεν», μήποτε «ποτέ να μη».
=> με το άρθρο οἱ ἀεὶ ὄντες οι αθάνατοι (οι θεοί).
=> αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων πάντοτε να είσαι άριστος και να ξεπερνάς τους άλλους (Ομ. Ιλ. Ζ 208).Πρόκειται για στίχο που έχει αποκτήσει ευρεία διάδοση ως ευχή αναγραφόμενη σε βρα-βεία, τιμητικές πλακέτες κτλ.).
2. ὁ ἀεὶ ο εκάστοτε: οἱ ἀεὶ δικάζοντες
= οι εκάστοτε δικαστές.
:=> σύνθ. ἀείμνηστος, ἀειθαλής, ἀειφυγία «παντοτινή εξορία».
[μαρτυρείται ως αἰFεί, πβ. λατ. aevum, αἰών].
γλσΕλα'αείμνηστος: ἀείμνηστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αείμνηστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αείμνηστος,
* McsElln.αείμνηστος@γλσΕλα,
αυτός που τον θυμούνται για πάντα: ἀείμνηστος ἡ ἁμαρτία
= το σφάλμα θα το θυμούνται για πάντα. ΝΕ αείμνηστος.
[σύνθ. λ. ἀεί + μνηστός < μιμνήσκομαι].
γλσΕλα'αειφυγία: ἀειφυγία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αειφυγία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αειφυγία,
* McsElln.αειφυγία@γλσΕλα,
παντοτινή εξορία: φευγέτω ἀειφυγίαν
= ας εξοριστεί για πάντα.
[σύνθ. λ. ἀεί + *φυγ- (ἔ-φυγ-ον) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'αέναος: ἀέναος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αέναος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αέναος,
* McsElln.αέναος@γλσΕλα,
1. αυτός που πάντοτε κυλά: ποταμὸς ἀέναος
= ποταμός που πάντοτε κυλά.
2. αιώνιος, παντοτινός: ἀέναον τὴν τροφὴν παρέχω
= παρέχω αιώνια τροφή.
:=> παράγ. ἀενάως.
ΝΕ αέναος (με σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀεί + νάω «ρέω»].
γλσΕλα'αζήμιος: ἀζήμιος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αζήμιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αζήμιος,
* McsElln.αζήμιος@γλσΕλα,
1. αποζημιωμένος: ἀζήμιον παρέχω τινά
= αποζημιώνω κάποιον.
2. ατιμώρητος: ὁ συλλήπτωρ ἀζήμιος ἀπέφυγεν
= ο συνεργός ξέφυγε ατιμώρητος.
= ἀθῷος, ἀτιμώρητος.
3. αυτός που δεν προξενεί ζημιά, ο μη βλαβερός: ἀζήμιοι ἀχθηδόνες
= ενοχλήσεις που δεν προξενούν ζημιά.
=/ βλαβερός.
:=> παράγ. ἀζημίως.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ζημία + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'αηδών: ἀηδών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.αηδών-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αηδών,
* McsElln.αηδών@γλσΕλα,
αηδόνι.
ΝΕ αηδόνι.
[*ἀFηδών (πβ. ἀFείδω > ἀείδω «τραγουδώ»)κατά το χελιδὼν κτλ.].
γλσΕλα'αήθεια: ἀήθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.αήθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αήθεια,
* McsElln.αήθεια@γλσΕλα,
έλλειψη πείρας, απειρία: ἀήθεια τοῦ κακοπραγεῖν
= απειρία στις αποτυχίες.
= ἀπειρία,ἀνεπιστημοσύνη.
=/ ἐμπειρία.
[παράγ. λ. ἀήθης + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'αήθης: ἀήθης, -ης, ἄηθες::
* McsElln.επίθετο.αήθης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αήθης,
* McsElln.αήθης@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀηθέστερος
Υπερθετικός ἀηθέστατος
1. ασυνήθιστος, παράξενος.
2. ασυνήθιστος σε κάτι: ἀήθεις τοιαύτης μάχης
= ασυνήθιστοι σε τέτοια μάχη.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ἦθος + παρ. επίθ. -ης].
γλσΕλα'αήρ: ἀήρ, ἀέρος::
* McsElln.ουσιαστικό.αήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αήρ,
* McsElln.αήρ@γλσΕλα,
αέρας.
:=> παράγ. ἀέριος, σύνθ. ἀερώδης, ἀεροειδής.
ΝΕ αέρας.
[ἀήρ «κρέμασμα ατμοσφαιρικό» < *ἀFήρ-(πβ. ἄημι, αὔρα) < ἀFείρω
= αττ. αἴρω «υψώνω»].
γλσΕλα'Αθήναι: Ἀθῆναι, -ῶν::
* McsElln.ουσιαστικό.Αθήναι-αἱ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αθήναι,
* McsElln.Αθήναι@γλσΕλα,
1. η πόλη της Αθήνας (Ο πληθυντικός αριθμός σε ονόματα πόλεων, λ.χ. αἱ Θῆβαι, αἱ Μυκῆναι κτλ., οφείλεται στο γεγονός ότι οι πόλεις αυτές προήλθαν από συνένωση πολλών γειτονικών δήμων).
=> επιρρήματα
α. Ἀθήναζε προς την Αθήνα.
β. Ἀθήνηθεν από την Αθήνα.
γ. Ἀθήνησιν στην Αθήνα.
2. η Αττική (στο σύνολό της).
:=> παράγ. Ἀθηναῖος, σύνθ. Παναθήναια.
ΝΕ Αθήνα (από την έκφραση εἰς πόλιν Ἀθήνας(=τὰς Ἀθήνας, αιτ. πληθ.), που εκλήφθηκε ως γεν.ενικού, της Αθήνας).
μγ05.σ23
[Ἀθηνᾶ (η θεά) > Ἀθῆναι με μετακίνηση τόνου και τροπή σε πληθ., επειδή πολλοί συνοικισμοί αποτελούσαν την πόλη].
γλσΕλα'άθλιος: ἄθλιος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.άθλιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άθλιος,
* McsElln.άθλιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀθλιώτερος
Υπερθετικός ἀθλιώτατοςμε ηθική σημ. αξιολύπητος, άθλιος.
= οἰκτρός, ἐλεεινός.
:=> παράγ. ἀθλιότης, ἀθλίως, σύνθ. πανάθλιος.
ΝΕ άθλιος.
[παράγ. λ. (ἄεθλον >) ἆθλον + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'άθλον: ἆθλον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.άθλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άθλον,
* McsElln.άθλον@γλσΕλα,
έπαθλο (ενός διαγωνισμού): ἆθλα ὁ ἄρχων προτίθησιν
= ο κυβερνήτης ορίζει έπαθλα. τὰ πρῶτα τῶν ἄθλων ἠνεγκάμην
= κέρδισα τα καλύτερα έπαθλα.
= τὰ πρωτεῖα «το πρώτο βραβείο».
:=> παράγ. ἄθλιος, σύνθ. πένταθλον, ἀθλοθετέω, ἀθλοθεσία, ἀθλοθέτης.
[μαρτυρείται ως ἄFε-θλον, αβέβ. ετυμ.· ωστόσο πβ. αρχ. ινδ. v-ayati «κάμνω, είμαι κουρασμένος»].
γλσΕλα'αθροίζω: ἁθροίζω::
* McsElln.ρήμα.αθροίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αθροίζω,
* McsElln.αθροίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἥθροιζον
Αόρ. ἥθροισα
Παρακ. ἥθροικα
Παθ. αόρ. ἡθροίσθην
Παθ. παρακ. ἥθροισμαι
Παθ. υπερσ. ἡθροίσμην η οικογένεια των λέξεων του ἁθροίζω στην αττική διάλεκτο εμφανίζεται με δασεία, στις λοιπές διαλέκτους με ψιλή.
1. συγκεντρώνω: ἁθροίζει τό τε βαρβαρικὸν καὶ τὸ ἑλληνικόν
= συγκεντρώνει και το βαρβαρικό και το ελληνικό στράτευμα.
= ἀγείρω.
=/ διασκεδάννυμι «διασκορπίζω».
2. στην παθ. φωνή για το νου ἁθροίζομαι εἰς ἐμαυτὸν συγκεντρώνομαι, συμμαζεύω το νου μου.
= συντείνω ἐμαυτόν, συναγείρω ἐμαυτόν.
:=> παράγ. ἄθροισμα, ἄθροισις.
[παράγ. λ. ἁθρό-ος + παρ. επίθ. -ίζω > ἁθροίζω, βλπ. ἁθρόος].
γλσΕλα'αθρόος: ἁθρόος, -α & -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αθρόος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αθρόος,
* McsElln.αθρόος@γλσΕλα,
1. κατά πλήθη, στοίβες ή μάζες συγκεντρωμένες μαζί.
=> για στρατιώτες συντεταγμένοι: λείπουσιν τὸν λόφον οὐ μὴν ἔτι ἁθρόοι ἀλλ’ ἄλλοι ἄλλοθεν
= εγκαταλείπουν το λόφο, όχι πια συντεταγμένοι, αλλά άλλοι από εδώ και άλλοι από εκεί.
2. όλος συνολικά, όλος μαζί: ἡ πόλις ἁθρόα σφάλλεται
= όλη συνολικά η πόλη σημειώνει αποτυχίες. ἁθρόον ἦν τὸ στράτευμα
= το στράτευμα ήταν όλο μαζί (δηλαδή συγκεντρωμένο).
:=> παράγ. ἀθρόως.
ΝΕ πβ. αθρόα προσέλευση.
[με τη σημασία αυτού που εμφανίζεται ως συνολική εικόνα πιθ. αθροιστικό ἁ- (< ΙΕ *smo-) +-θροος, πβ. ἀθρέω «προσαρμόζω το βλέμμα, παρατηρώ»].
γλσΕλα'αθυμέω: ἀθυμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αθυμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αθυμέω,
* McsElln.αθυμέω@γλσΕλα,
αποκαρδιώνομαι, χάνω το θάρρος μου: οὐ μὴν ἐπὶ τούτοις ἀθυμήσας εἱλόμην ‘ρ'αθυμεῖν
= ασφαλώς δεν επέλεξα να αδρανώ, επειδή έχασα το θάρρος μου από αυτά.
:=> παράγ. ἀθυμία.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + θυμός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'άθυρμα: ἄθυρμα, -ματος::
* McsElln.ουσιαστικό.άθυρμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άθυρμα,
* McsElln.άθυρμα@γλσΕλα,
παιχνίδι.
ΝΕ πβ. άθυρμα της μοίρας ο άνθρωπος.
[παράγ. λ. ἀθύρω «παίζω» + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'αθώος: ἀθῷος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αθώος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αθώος,
* McsElln.αθώος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀθῳότερος
Υπερθετικός ἀθῳότατος άτρωτος, απρόσβλητος, ατιμώρητος, αζημίωτος: ἀθῷος ἅπασι
= άτρωτος από κάθε άποψη. ἀθῷοι τῶν ἀδικημάτων τούτων
= ατιμώρητοι για αυτά τα αδικήματα. οὐκ ἀθῷος ἄπεισιν
= δε θα ξεφύγει ατιμώρητος (με το αζημίωτο).
:=> παράγ. ἀθῳόω.
ΝΕ αθώος (απαλλαγμένος από ενοχή, τιμωρία κτλ.).
[παράγ. λ. στερ. ἀ- + θω-ὴ «τιμωρία» (< *θη- <τί-θη-μι) + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'αιγιαλός: αἰγιαλός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.αιγιαλός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιγιαλός,
* McsElln.αιγιαλός@γλσΕλα,
παραλία, ακροθαλασσιά.
ΝΕ γιαλός.
[σύνθ. λ. *αἰγι- (πβ. «αἶγες· τὰ κύματα Δωριεῖς» και «τὰ μεγάλα κύματα αἶγας λέγομεν»)+ -αλός (< ἁλὸς «της θάλασσας» ή -αλός < ἅλλομαι «πηδώ»), πβ. ΝΕ τα προβατάκια της θάλασσας
= τα κύματα].
γλσΕλα'αιγίς: αἰγίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.αιγίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιγίς,
* McsElln.αιγίς@γλσΕλα,
1. το δέρμα της κατσίκας (που φορούσαν ως ένδυμα).
2. η δερμάτινη ασπίδα του Δία.
ΝΕ αιγίδα (στη φρ. υπό την αιγίδα κάποιου
= υπο την προστασία).
[παράγ. λ. αἴξ, αἰγ-ός + παρ. επίθ. -ίς].
γλσΕλα'αιδέομαι: αἰδέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.αιδέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιδέομαι,
* McsElln.αιδέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ’ῃδούμην
Μέλλ. αἰδέσομαι
Μέσ. αόρ. ’ῃδεσάμην
Παθ. αόρ.με μέση σημ.’ῃδέσθην
Παρακ. ’'ήδεσμαι
μγ05.σ24
1. ντρέπομαι.
= αἰσχύνομαι.
2. αισθάνομαι δέος (δηλ. φόβο ανάμεικτο με σεβασμό): φοβοῦμαί γε τοὺς μοχθηρούς (οὐ γὰρ δήποτε εἴποι’ ἂν ώς γε αἰδοῦμαι)
= φοβούμαι βέβαια τους μοχθηρούς (γιατί ποτέ δε θα έλεγα ότι νιώθω δέος γι’ αυτούς).
3. ως δικανικός όρος συγχωρώ: αἰδοῦμαί τινα καὶ ἀφίημι
= συγχωρώ κάποιον και τον αθωώνω.
:=> παράγ. αἰδοῖος, αἰδώς, αἰδήμων.
[*αισ-δ- (> αἰδώς) βλπ. ἁἰδώς#ql:γλσελα'αιδώς#].
γλσΕλα'αιδήμων: αἰδήμων, -ων, αἰδῆμον::
* McsElln.επίθετο.αιδήμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιδήμων,
* McsElln.αιδήμων@γλσΕλα,
Συγκριτικός αἰδημονέστερος
Υπερθετικός αἰδημονέστατος ντροπαλός.
= αἰσχυντηλός.
=/ ἀναίσχυντος.
:=> παράγ. αἰδημόνως.
[παράγ. λ. αἰδέ-ομαι + παρ. επίθ. -μων].
γλσΕλα'αΐδιος: ἀΐδιος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αΐδιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αΐδιος,
* McsElln.αΐδιος@γλσΕλα,
αιώνιος: ἔχθραν τινὶ ἀΐδιον ἔχω
= έχω αιώνιο μίσος προς κάποιον.
= αἰώνιος.
:=> παράγ. ἀϊδιότης.
[σύνθ. λ. ἀεί + παρ. επίθ. -ιος με επένθεση ενός δ].
γλσΕλα'αιδώς: αἰδώς, -οῦς::
* McsElln.ουσιαστικό.αιδώς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιδώς,
* McsElln.αιδώς@γλσΕλα,
1. ντροπή: αἰδώς τίς μ’ ἔχει ποιοῦντα τοῦτο
= με διακατέχει κάποια ντροπή που το κάνω αυτό.
= αἰσχύνη.
=/ ἀναισχυντία, ἀναίδεια.
2. σεβασμός, συμπάθεια: αἰδοῦς οὐδεμιᾶς ἔτυχον
= δεν έτυχα καμιάς συμπάθειας.
3. συγχώρεση: ἄξιόν ἐστι αἰδοῦς αὐτὸν τυγχάνειν παρ’ ὑμῶν
= είναι ορθό να πάρει συγχώρεση από εσάς.
ΝΕ αιδώς (στη νομική φρ. προσβολή της δημοσίας αιδούς).
[αβέβ. ετυμ., όμως για τη σημ. «φοβούμαι, ευλαβούμαι» πβ. γοτθ. aislan «φοβούμαι, σέβομαι» και αρχ. ινδ. -id'e «τιμώ»].
γλσΕλα'αιθήρ: αἰθήρ, -έρος::
* McsElln.ουσιαστικό.αιθήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιθήρ,
* McsElln.αιθήρ@γλσΕλα,
αιθέρας, ουρανός (το πέμπτο από τα βασικά συστατικά του υλικού κόσμου. Λέγεται και πέμπτη ουσία, απ’ όπου προήλθε το ουσιαστικό πεμπτ-ουσία. Τα υπόλοιπα τέσσερα είναι γῆ, ἀήρ, ὕδωρ και πῦρ, δηλαδή χώμα, αέρας, νερό και φωτιά).
:=> παράγ. αἰθέριος, αἰθεριώδης, αἰθερώδης.
ΝΕ αιθέρας.
[*αἰθ- (αἴθω, ἰθαρός) + παρ. επίθ. -ήρ].
γλσΕλα'αίθριος: αἴθριος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αίθριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αίθριος,
* McsElln.αίθριος@γλσΕλα,
για τον καιρό καθαρός, ασυννέφιαστος.
= ἀνέφελος.
=/ ἐπινέφελος.
:=> αἰθρία «καθαρός ουρανός».
ΝΕ αίθριος.
[παράγ. λ. αἴθρη (αἰθήρ) + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'αινίττομαι: αἰνίττομαι::
* McsElln.ρήμα.αινίττομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αινίττομαι,
* McsElln.αινίττομαι@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι αἰνίσσομαι.
Παρατ. ’ῃνιττόμην
Μέλλ. αἰνίξομαι
Αόρ. ’ῃνιξάμην
Παθ. αόρ. ’ῃνίχθην
Παθ. παρακ. ’'ήνιγμαι υπαινίσσομαι: τί αἰνίττεται ὁ θεός;
= τι υπαινίσσεται ο θεός;
:=> παράγ. αἴνιγμα, αἰνιγμός.
[αἶνος, ὁ «λόγος με ιδιαίτερη σημασία» +παρ. επίθ. -ίττομαι/-ίσσομαι < *-ίκ/γομαι (πβ.αἰνίξομαι, αἴνιγμα)].
γλσΕλα'αίξ: αἴξ, αἰγός, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.αίξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αίξ,
* McsElln.αίξ@γλσΕλα,
κατσίκα (κυρίως θηλυκή): αἲξ ἄγριος
= άγριο κατσίκι (πβ. αἴγαγρος).
=> παροιμία αἲξ Σκυρία κατσίκι από τη Σκύρο. (Οι αρχαίοι έλεγαν ότι η κατσίκα αυτή, μόλις την αρμέξουν, αναποδογυρίζει το σκεύος με το γάλα. Η παροιμία χρησιμοποιείται για τους αχάριστους ανθρώπους).
ΝΕ αίγα, συχνότερα κατσίκα.
[λ. που δανείστηκαν οι ΙΕ, πβ. αρχ. περσ. iza-ena«καμωμένος από δέρμα κατσίκας»].
γλσΕλα'Αιολεύς: Αἰολεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.Αιολεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αιολεύς,
* McsElln.Αιολεύς@γλσΕλα,
ο κάτοικος της Αιολίδας ή αυτός που ανήκει στην αιολική φυλή.
[παράγ. λ. αἰόλος + παρ. επίθ. -εὺς με τη σημ.«ποικίλος» ή «γρήγορος», πβ. αἰόλειος· ὁ ποικίλος καὶ αἰολίδας· ποικίλους, ταχε_ις].
γλσΕλα'αιπόλος: αἰπόλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.αιπόλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιπόλος,
* McsElln.αιπόλος@γλσΕλα,
βοσκός κατσικιών, κατσικοβοσκός. Βλ. και βουκόλος.
:=> παράγ. αἰπολέω «βόσκω κατσίκες», αἰπόλια, τὰ «κοπάδια κατσικιών».
[σύνθ. λ. αἴξ (πβ. αρχ. ινδ. aja) + *kwol-os (πβ.πέλομαι «περιφέρομαι»)].
γλσΕλα'αίρεσις: αἵρεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.αίρεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αίρεσις,
* McsElln.αίρεσις@γλσΕλα,
1. κατάληψη (κυρίως μιας πόλης).
= ἅλωσις.
2. επιλογή: ποιοῦμαι τὴν αἵρεσιν
= κάνω την επιλογή μου.
3. εκλογή (αξιωματούχων): ἐκ δημοκρατίας αἱρέσεως γιγνομένης ‘ρᾷόν τις τὰ ἀποβαίνοντα φέρει
= στη δημοκρατία, επειδή γίνεται εκλογή των αρχόντων (και όχι λ.χ. διορισμός τους), ευκολότερα ανέχεται κάποιος το αποτέλεσμα.
4. σύστημα φιλοσοφικών αρχών, ή το σύνολο των διανοουμένων που πρεσβεύουν τέτοιες αρχές.
5. θρησκευτική αίρεση.
:=> σύνθ. αἱρεσιάρχης, καθαίρεσις, προαίρεσις, συναίρεσις.
ΝΕ αίρεση (με τη σημ. 5).
[παράγ. λ. αἱρέω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'αιρετικός: αἱρετικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αιρετικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιρετικός,
* McsElln.αιρετικός@γλσΕλα,
1. αυτός που επιλέγει: αἱρετικὸς ὧν χρή
= άτομο που επιλέγει αυτά που πρέπει.
μγ05.σ25
2. με τη θρησκευτική σημ. αιρετικός.
:=> παράγ. αἱρετικῶς.
ΝΕ αιρετικός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. αἱρετ-ός + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'αιρετός: αἱρετός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αιρετός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιρετός,
* McsElln.αιρετός@γλσΕλα,
1. αυτός που μπορεί να καταληφθεί: δόλῳ αἱρετοί
= που μπορούν να καταληφθούν με δόλο.
= ἁλωτός.
=/ ἀπόρθητος.
2. αυτός που μπορεί να επιλεγεί, επιλέξιμος:ἆρ’ οὖν αἱρετὸς ἡμῖν βίος ὁ τοιοῦτος;
= συνεπώς, είναι επιλέξιμη για μας μια τέτοια ζωή;
= ἐκλεκτός, ἐπίλεκτος.
3. για αξιωματούχο εκλεγμένος (σε αντιδιαστολή προς το κληρωτός
= αυτός που έχει αναλάβει ένα αξίωμα με κλήρωση).
:=> παράγ. αἱρετιστής, αἱρετικός, αἱρετίζω.
ΝΕ αιρετός (με σημ. 3).
[παράγ. λ. αἱρέ-ω + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'αιρέω: αἱρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιρέω,
* McsElln.αιρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ‘'ήρουν
Μέλλ. αἱρήσω
Αόρ. β΄ εἷλον
Παρακ. ‘'ήρηκα
Μέσ. μέλλ. αἱρήσομαι
Παθ. μέλλ. αἱρεθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ εἱλόμην
Παθ. αόρ. ‘ῃρέθην
Μέσ. & παθ. παρακ. ‘'ήρημαι
Μέσ. & παθ. υπερσ. ‘ῃρήμην ως παθητική φωνή της σημ. 4 χρησιμοποιείται τοβλπ. ἁλίσκομαι.
1. παίρνω με το χέρι, αρπάζω, δράττομαι: χειρὸς αἱρῶ τινα
= παίρνω κάποιον από το χέρι.
2. για συναισθήματα, επιθυμίες, ασθένεια καταλαμβάνω: αὐτὸν αἱρεῖ τὸ νόσημα
= τον καταλαμβάνει το νόσημα.
3. για άψυχα πράγματα παίρνω, αποκτώ: αἱρῶ τι
= αποκτώ κάτι.
4. για έμψυχα όντα συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω:αἱρῶ τινα τῶν πολεμίων
= αιχμαλωτίζω έναν από τους εχθρούς. Με τη σημ. «αιχμαλωτίζομαι»χρησιμοποιείται το βλπ. ἁλίσκομαι.
5. ως δικανικός όρος καταδικάζω: αἱρῶ τινα ἀκουσίου φόνου
= καταδικάζω κάποιον για ακούσιο φόνο.
=> αἱρῶ δίκην/γραφὴν λαμβάνω έγκριση για καταδίκη: μεγάλας γραφὰς διώξας οὐδεμίαν εἷλεν
= αν και πολλές καταγγελίες του είχε προσάψει, δεν εξασφάλισε καμία έγκριση για καταδίκη του.
6. μέση φωνή αἱροῦμαι παίρνω για τον εαυτό μου, επιλέγω, προτιμώ: τὴν ἐλευθερίαν ἑλοίμην ἂν ἀντὶ ὧν ἔχω
= θα προτιμούσα την ελευθερία μου αντί γι’ αυτά που έχω.
7. μέση φωνή αἱροῦμαι εκλέγω: αἱροῦνται γοῦν αὐτὸν ἐπὶ τὰς μεγίστας ἀρχάς
= τον εκλέγουν λοιπόν στα πιο υψηλά αξιώματα.
8. παθ. φωνή αἱροῦμαι εκλέγομαι: ‘'ήρημαι στρατηγεῖν
= έχω εκλεγεί να είμαι στρατηγός.
:=> παράγ. αἵρεσις, αἱρετός, αἱρετέον, σύνθ.ἀφαιρέω, διαιρέω, ἐξαιρέω, καθαιρέω.
[αβέβ. ετυμ., για τον αόρ. ἑλεῖν πβ. γοτθ.saljan «προσφέρω στους θεούς, θυσιάζω»].
γλσΕλα'αίρω: αἴρω::
* McsElln.ρήμα.αίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αίρω,
* McsElln.αίρω@γλσΕλα,
ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀείρω (ποιητ.).
Παρατ. ’ῇρον
Μέλλ. ἀρῶ
Αόρ. ἦρα
Παρακ. ἦρκα
Υπερσ. ἤρκειν
Μέσ. & παθ. ενεστ. αἴρομαι
Μέσ. & παθ. παρατ. ’ῃρόμην
Μέσ. μέλλ. ἀροῦμαι
Παθ. μέλλ. ἀρθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠράμην
Παθ. αόρ. ἤρθην
Μέσ. παρακ. ἦρμαι
1. σηκώνω, υψώνω: ἀπὸ γῆς αἴρω τι.
2. αμετάβ. ξεκινώ, αναχωρώ: ἄρας τῷ στρατῷ προὐχώρει ἐς τὴν γῆν αὐτῶν
= αφού ξεκίνησε με το στρατό προχωρούσε προς τη χώρα τους.
:=> παράγ. ἄρσις, ἄρδην, ἀρτηρία, ἀορτή, αἰώρα.
ΝΕ αίρω (στη φρ. αίρω την εμπιστοσύνη μου).
[*αFερ- + παρ. επίθ. -jω > ἀείρω (ποιητ.) > αἴρω].
γλσΕλα'αισθάνομαι: αἰσθάνομαι::
* McsElln.ρήμα.αισθάνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αισθάνομαι,
* McsElln.αισθάνομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ’ῃσθανόμην
Μέλλ. αἰσθήσομαι
Αόρ. β΄ ’ῃσθόμην
Παρακ. ’'ήσθημαι
1. αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις: ἐξ ὧν ἐγὼ ἀκοῇ αἰσθάνομαι
= από όσα εγώ ακούω(αντιλαμβάνομαι μέσω της ακοής). ὁπότε τις αἴσθοιτο κάμνων
= κάθε φορά που κάποιος αντιλαμβανόταν ότι κουραζόταν.
2. καταλαβαίνω (για διανοητική αντίληψη):’ῃσθόμην τὸ πραχθέν
= κατάλαβα αυτό που έγινε.
= μανθάνω «καταλαβαίνω».
3. πληροφορούμαι, μαθαίνω: ’'ήσθετο ὅτι τὸ στράτευμα ἤδη ἐν Κιλικί'α ἦν
= έμαθε ότι ήδη το στράτευμα βρισκόταν στην Κιλικία.
= πυνθάνομαι, ἀκούω, μανθάνω.
:=> παράγ. αἴσθημα, αἴσθησις, αἰσθητήριον, αἰσθητός.
ΝΕ αισθάνομαι.
μγ05.σ26
[*αFισ-θ- (ἀΐω), πβ. λατ. audio].
γλσΕλα'αίσθησις: αἴσθησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.αίσθησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αίσθησις,
* McsElln.αίσθησις@γλσΕλα,
1. αισθητηριακή αντίληψη.
2. αισθητήριο όργανο: πᾶσαι αἱ αἰσθήσεις ἐν τῇ κεφαλῇ εἰσιν
= όλα τα αισθητήρια όργανα βρίσκονται στο κεφάλι.
3. γνώση, κατανόηση, αντίληψη (για διανοητική διεργασία): ἐν αἰσθήσει τῶν ἀποριῶν ἐγένετο, αἷς συνείχοντο οἱ στρατιῶται
= έλαβε γνώση των ελλείψεων που καταπίεζαν τους στρατιώτες του.
=> για πράγματα αἴσθησιν ἔχω/παρέχω γίνομαι αντιληπτός, αισθητός: διέχοντες ’ῇσαν ὅπως τὰ ὅπλα μὴ κρουόμενα πρὸς ἄλληλα αἴσθησιν παρέχοι
= βάδιζαν απέχοντας ο ένας από τον άλλο, για να μη γίνονται αισθητά τα όπλα, όταν συγκρούονταν μεταξύ τους.
:=> παράγ. αἰσθησιακός.
ΝΕ αίσθηση (με σημ. 1 και 3).
[παράγ. λ. *αἰσθη- (πβ. αἰσθη-τός, αἴσθ-ομαι)+ παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'αισxρός: αἰσχρός, -ὰ & -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αισxρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αισxρός,
* McsElln.αισxρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὁ, ἡ αἰσχίων, τὸ αἴσχιον
Υπερθετικός αἴσχιστος, -η, -ον
1. για εξωτερική εμφάνιση άσχημος: αἰσχρὰ παρθένος
= άσχημη νεαρή.
=/ καλὸς «όμορφος».
2. με ηθική σημ. κακοήθης, άτιμος, που προκαλεί ντροπή, επαίσχυντος: ἔργον αἰσχρόν
= άτιμη πράξη.
=/ ἀγαθὸς «καλός».
=> ως ουσιαστικό τὸ αἰσχρόν η ατιμία, η κακία: τὸ καλὸν καὶ τὸ αἰσχρόν
= η αρετή και η κακία.
:=> παράγ. αἰσχρότης, σύνθ. αἰσχρουργός, αἰσχροπρεπής, αἰσχροπραγέω.
ΝΕ αισχρός (με τις τη σημ. 2).
[παράγ. λ. αἶσχ-ος + παρ. επίθ. -ρός].
γλσΕλα'αισxύνη: αἰσχύνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.αισxύνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αισxύνη,
* McsElln.αισxύνη@γλσΕλα,
1. ντροπή: ἐς αἰσχύνην μεγάλην φέρει τι
= κάτι προκαλεί μεγάλη ντροπή.
2. αίσθημα ντροπής: ἐπὶ τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύνη
= αίσθημα ντροπής απέναντι στα άτιμα έργα.
=/ ἀναισχυντία.
ΝΕ αισχύνη (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. αἶσχ-ος + παρ. επίθ. -ύνη].
γλσΕλα'αισxύνω: αἰσχύνω::
* McsElln.ρήμα.αισxύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αισxύνω,
* McsElln.αισxύνω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ήσχυνον
Μέλλ. αἰσχυνῶ
Αόρ. ’'ήσχυνα
Παρακ. ’'ήσχυγκα
Παθ. μέλλ. αἰσχυνοῦμαι«θα ντραπώ»
Παθ. αόρ. ’ῃσχύνθην«ντράπηκα»
Παθ. παρακ. ’'ήσχυμμαι
1. ασχημίζω κάποιον ή κάτι: αἰσχύνω τὸν ἵππον
= ασχημίζω το άλογο.
2. με ηθική σημ. ντροπιάζω, ατιμάζω: τοὺς ἡμετέρους πατέρας αἰσχύνομεν
= ντροπιάζουμε τους πατέρες μας.
3. παθ. φωνή αἰσχύνομαι ντρέπομαι: αἰσχυνόμενος τῇ συμφορᾷ ἠνειχόμην
= επειδή ντρεπόμουν για τη συμφορά, τα δεχόμουν. ’ῃσχύνοντο ὅτι ἦσαν οἱ βάρβαροι αὐτῶν ἐν τῇ χώρ'α
= ένιωθαν ντροπή που ήταν οι βάρβαροι στη χώρα τους.
=> με μετοχή αἰσχύνομαι ποιῶν τι ντρέπομαι που κάνω κάτι (το οποίο όμως κάνω): οὐκ αἰσχύνῃ εἰς τοιαῦτα ἄγων, ὦ Σώκρατες, τοὺς λόγους;
= δεν ντρέπεσαι, Σωκράτη, που οδηγείς τη συζήτηση σε τέτοια θέματα;
=> με απαρέμφατο αἰσχύνομαι ποιεῖν τι ντρέπομαι να κάνω κάτι (και επομένως δεν το κάνω): ’ῃσχύνου τὸ ψεῦδος λέγειν
= ντρεπόσουν να πεις το ψέμα.
:=> παράγ. αἰσχυντηλός.
[παράγ. λ. αἶσχος + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'αιτέω: αἰτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αιτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιτέω,
* McsElln.αιτέω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ήτουν
Μέλλ. αἰτήσω
Αόρ. ’'ήτησα
Παρακ. ’'ήτηκα
Παθ. παρακ. ’'ήτημαι
1. ζητώ: αἰτῶ τινά τι
= ζητώ κάτι από κάποιον.αἰτῶ τινα ποιῆσαί τι
= ζητώ από κάποιον να κάνει κάτι. (Δεν είναι συνώνυμο προς το αἰτῶ τoρήμα ζητῶ, επειδή το τελευταίο στα αρχαία ελλ.σημαίνει «ψάχνω», όχι «ζητώ»: αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε
= να ζητείτε και θα σας δίνεται, να ψάχνετε και θα βρίσκετε).
2. μέση φωνή αἰτοῦμαι ζητώ: Λύσανδρον ἄρχοντα ’ῃτήσατο
= ζήτησε το Λύσανδρο ως άρχοντα.
3. παθ. φωνή αἰτοῦμαι μου ζητείται: ’ῃτήθησαν(οὗτοι) χρήματα
= τους ζητήθηκαν χρήματα.
:=> παράγ. αἴτησις, αἴτημα, αἰτητής.
ΝΕ λόγ. αιτούμαι (με τη σημ. 2).
[*αἶτος «αιτία» (βλπ. αἰτία) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'αιτία: αἰτία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αιτία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιτία,
* McsElln.αιτία@γλσΕλα,
1. ενοχή, ευθύνη.
2. κατηγορία.
=> αἰτίαν ἔχω / φέρομαι κατηγορούμαι: ἔχω αἰτίαν τοῦ φόνου
= κατηγορούμαι για το φόνο. ἕξετε καὶ αἰτίαν ὡς Σωκράτη ἀπεκτόνατε
= θα κατηγορηθείτε ότι έχετε σκοτώσει το Σωκράτη.
= μομφή, ψόγος.
3. αιτία.
:=> παράγ. αἰτιάομαι, αἴτιος, σύνθ. αἰτιολογέω.
μγ05.σ27
ΝΕ αιτία.
[*αἶτος «αιτία» (πβ. ἔξ-αιτος, αἶσα «μερίδιο», αἴνυμαι «λαμβάνω»)].
γλσΕλα'αιτιάομαι: αἰτιάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.αιτιάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιτιάομαι,
* McsElln.αιτιάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ’ῃτιώμην
Μέλλ. αἰτιάσομαι
Αόρ. ’ῃτιασάμηνΠαρακ.με μέση ή παθ.σημ.’ῃτίαμαι«έχω κατηγορήσει» ή «έχω κατηγορηθεί»
Παθ. αόρ. ’ῃτιάθην«κατηγορήθηκα»
1. κατηγορώ: αἰτιῶμαί τινά τινος
= κατηγορώ κάποιον για κάτι.
= μέμφομαι, ψέγω, ἐγκαλῶ.
=/ ἐπαινέω.
2. ισχυρίζομαι: τὸν λόγον ’ῃτιᾶτο δυσχερῆ εἶναι
= ισχυριζόταν ότι η άποψη αυτή τον έφερνε σε δύσκολη θέση.
:=> παράγ. αἰτιατός, αἰτίασις «κατηγορία».
ΝΕ λόγ. αιτιώμαι (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. αἰτία + παρ. επίθ. -άομαι].
γλσΕλα'αίτιος: αἴτιος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.αίτιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αίτιος,
* McsElln.αίτιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός αἰτιώτερος
Υπερθετικός αἰτιώτατος
1. ένοχος.
2. αίτιος, υπεύθυνος (για κάτι): ἐν τούτῳ ὑμᾶς αἰτιωτέρους ἡγήσονται
= γι’ αυτό το κακό εσάς θα θεωρήσουν πιο υπεύθυνους (παρά εμάς).
:=> παράγ. αἰτιώδης.
ΝΕ αίτιος (και με τις δύο σημ.).
[*αἶτος «αιτία» (βλπ. αἰτία) + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'αιών: αἰών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.αιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αιών,
* McsElln.αιών@γλσΕλα,
1. η ζωή, η χρονική διάρκεια της ζωής.
2. εποχή, γενεά: προγόνων ἢ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος εἶχεν λόγον
= λογάριαζε τους προγόνους ή τις μελλοντικές γενιές.
3. μεγάλο χρονικό διάστημα: σύνοικον αὑτῇ εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα κατεστήσατο
= τον έκανε σύνοικό της για πάντα.
=> στον πληθ. οἱ αἰῶνες η αιωνιότητα: εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων
= αιώνια, παντοτινά.
:=> παράγ. αἰωνίως, αἰώνιος, αἰωνιότης, σύνθ. αἰωνόβιος, μακραίων.
ΝΕ αιώνας (με τη σημ. 3).
[*αἰFι- (> αἰεί), πβ. λατ. aevum «αιώνας»].
γλσΕλα'Ακαδήμεια: Ἀκαδήμεια & Ἀκαδημία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.Ακαδήμεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ακαδήμεια,
* McsElln.Ακαδήμεια@γλσΕλα,
1. η Ακαδημία· ήταν γυμνάσιον, δηλαδή γυμναστήριο, στα δυτικά προάστια της Αθήνας, το οποίο πήρε το όνομά του από τον ήρωα Ακάδημο.
2. η φιλοσοφική σχολή του Πλάτωνα, η Ακαδημία (ονομάστηκε έτσι, επειδή ο Πλάτωνας την ίδρυσε στο χώρο της Ακαδημίας).
ΝΕ Ακαδημία (λ.χ. Παιδαγωγική, Επιστημών κτλ.).
γλσΕλα'ακαιρία: ἀκαιρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ακαιρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακαιρία,
* McsElln.ακαιρία@γλσΕλα,
1. κακοκαιρία: ἐνιαυτῶν πολλῶν ἀκαιρία
= κακοκαιρία πολλών χρόνων.
2. έλλειψη ευκαιρίας: τὴν ἀκαιρίαν τὴν ἐκείνου καιρὸν ἡμέτερον νομίζω
= θεωρώ δική μας ευκαιρία τη δική του έλλειψη ευκαιρίας.
=/ καιρός «ευκαιρία».
[παράγ. λ. ἄκαιρ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ακαρής: ἀκαρής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ακαρής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακαρής,
* McsElln.ακαρής@γλσΕλα,
για χρονικά διαστήματα ελάχιστος: ἐν ἀκαρεῖ χρόνου
= σε μια στιγμή, στο πι και φι.
:=> παράγ. ἀκαριαῖος, ἀκαριαίως.
ΝΕ επίθετο ακαριαίος «που συμβαίνει στο πι και φι».
[σύνθ. στερ. ἀ- + *καρ- (πβ. ἐ-κάρ-ην, αόρ. β΄του κείρω «κουρεύω»· η πρώτη σημ. του ἀκαρὴς ήταν σχετική με τα μαλλιά, «τόσο κοντός που δεν μπορεί να κοπεί περισσότερο»)+ παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'ακέομαι: ἀκέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ακέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακέομαι,
* McsElln.ακέομαι@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀκοῦμαι
Αόρ. ἠκεσάμην
1. θεραπεύω.
= ἰάομαι.
2. μεταφορικά επανορθώνω: ἀδίκημά τι ἀκοῦμαι
= επανορθώνω κάποια άδικη πράξη.
:=> παράγ. ἄκεσις, ἀκεσία, ἀκέσιμος, ἀκέσιος,ἄκεσμα, σύνθ. συνακέομαι, ἀνήκεστος.
[*jακ- (ἄκος, τὸ «θεραπεία») + παρ. επίθ.-έομαι].
γλσΕλα'ακκίζομαι: ἀκκίζομαι::
* McsElln.ρήμα.ακκίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακκίζομαι,
* McsElln.ακκίζομαι@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀκκιοῦμαι εύχρηστο ιδίως στον ενεστώτα.προσποιούμαι ότι αγνοώ, προσποιούμαι: οἶσθα, ἀλλ’ ἀκκίζει
= τα γνωρίζεις, αλλά προσποιείσαι ότι τα αγνοείς.
:=> παράγ. ἀκκισμός.
ΝΕ λόγ. ακκίζομαι.
[παράγ. λ. ἀκκώ, ἡ «φόβητρο των παιδιών» +παρ. επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'άκλητος: ἄκλητος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άκλητος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άκλητος,
* McsElln.άκλητος@γλσΕλα,
απρόσκλητος.
[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + κλητός < καλῶ].
γλσΕλα'ακμάζω: ἀκμάζω::
* McsElln.ρήμα.ακμάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακμάζω,
* McsElln.ακμάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤκμαζον
Μέλλ. ἀκμάσω
Αόρ. ἤκμασα
Παρακ. ἤκμακα
1. θάλλω.
= θάλλω, ἀνθέω.
2. για πρόσωπα
α. είμαι ακμαίος: ἀκμάζω τῷ σώματι
= είμαι ακμαίος στο σώμα.
=/ παρακμάζω.
β. έχω κάτι σε αφθονία: χρήμασιν ἀκμάζει
= έχει αφθονία χρημάτων.
μγ05.σ28
γ. είμαι αρκετά δυνατός: ἀκμάζω ἐρύκειν ἀπ’ἐμαυτοῦ τὰ κακά
= είμαι αρκετά δυνατός, για να απομακρύνω τους κινδύνους από τον εαυτό μου.
:=> παράγ. ἀκμαῖος, ἀκμαστικός, σύνθ. συνακμάζω.
ΝΕ ακμάζω (με τις σημ. 2α, 2β).
[παράγ. λ. ἀκμή + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'ακολουθέω: ἀκολουθέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ακολουθέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακολουθέω,
* McsElln.ακολουθέω@γλσΕλα,
1. με δοτική ακολουθώ: ἠκολούθουν οὗτοι τῷ ἡγουμένῳ
= αυτοί ακολουθούσαν αυτόν που προηγείτο.
= ἕπομαι «ακολουθώ»
=/ ἡγέομαι, πρόειμι «προπορεύομαι».
2. με δοτική υπακούω: ἀκολουθῶ τοῖς ἄρχουσι καὶ τοῖς νόμοις
= υπακούω στους αξιωματούχους και στους νόμους.
:=> παράγ. ἀκολουθία, ἀκολούθησις, ἀκολουθητέον, ἀκολουθητικός, σύνθ. παρακολουθέω, συνακολουθέω, ἐπακολουθέω.
ΝΕ ακολουθώ (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. ἀκόλουθ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ακόντως: ἀκόντως::
* McsElln.επίρρημα.ακόντως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακόντως,
* McsElln.ακόντως@γλσΕλα,
αθέλητα, ακουσίως: ὡμολόγησεν καὶ μάλ’ ἀκόντως
= το παραδέχτηκε, και μάλιστα πολύ απρόθυμα.
= ἀκουσίως.
=/ ἑκουσίως.
[παράγ. λ. ἄκων, -οντος + παρ. επίθ. -ως].
γλσΕλα'ακόσμητος: ἀκόσμητος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ακόσμητος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακόσμητος,
* McsElln.ακόσμητος@γλσΕλα,
1. ατακτοποίητος: καὶ ψυχὴ κόσμον ἔχουσα ἀμείνων τῆς ἀκοσμήτου;
= και η ψυχή που έχει τάξη είναι καλύτερη από την ατακτοποίητη;
2. ο μη διακοσμημένος: πόλις ἀκόσμητος.
= ἀκαλλώπιστος.
=/ εὐπρεπής, κόσμιος.
:=> παράγ. ἀκοσμία, ἀκόσμως.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κοσμέω + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'ακούσιος: ἀκούσιος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ακούσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακούσιος,
* McsElln.ακούσιος@γλσΕλα,
ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀ-εκούσιος.μη θεληματικός: ἀκούσιος φόνος.
= ἄκων.
=/ ἑκούσιος, ἑκών.
:=> παράγ. ἀκουσίως.
ΝΕ ακούσιος.
[παράγ. ἀέκων > ἄκων, ἄκοντος + παρ. επίθ.-ιος > *ἀκόντιος > *ἀκόνσιος > ἀκούσιος].
γλσΕλα'ακούω: ἀκούω::
* McsElln.ρήμα.ακούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακούω,
* McsElln.ακούω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤκουον
Μέλλ. ἀκούσομαι
Αόρ. ἤκουσα
Παρακ. ἀκήκοα
Υπερσ. ἠκηκόειν
Παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠκούσθην
Παθ. παρακ. ἤκουσμαι
1. ακούω: βούλομαι δ’ ὑμᾶς ἀκοῦσαι τοῦ ὅρκου
= θέλω εσείς να ακούσετε τον όρκο. ἀκούω τι ἀπό τινος / ἔκ τινος / παρά τινος
= ακούω κάτι από κάποιον. ἀκούω σου λέγοντος ταῦτα
= σε ακούω να λες αυτά.
2. δίνω προσοχή, υπακούω: Φωκυλίδου οὐκ ἀκούεις;
= δε δίνεις προσοχή στο Φωκυλίδη;
=/ ἀνηκουστέω «απειθαρχώ».
3. είμαι μαθητής: Παρμενίδης Ἀναξιμάνδρου ἤκουσεν
= ο Παρμενίδης ήταν μαθητής τουΑναξιμάνδρου.
=> εὖ ἀκούω ὑπό τινος επαινούμαι από κάποιον.
=> κακῶς ἀκούω ὑπό τινος κακολογούμαι από κάποιον.
:=> παράγ. ἄκουσμα, ἀκοή, ἀκουστέον, ἀκουστός, σύνθ. ἀνήκοος, ἐπήκοος, ὑπήκοος, ἀνήκουστος, κατακούω, ἐπακούω, εἰσακούω, ὑπακούω.
ΝΕ ακούω (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. προθετ. ἀ- + κοέω «ακούω, καταλαβαίνω», πβ. γοτθ. hausjan «ακούω»].
γλσΕλα'άκρα: ἄκρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.άκρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άκρα,
* McsElln.άκρα@γλσΕλα,
1. ακρωτήριο.
2. κορυφή (όρους), ύψωμα.
=> κατ’ ἄκρας ολοκληρωτικά: κατ’ ἄκρας τὴν πόλιν αἱρῶ
= κυριεύω ολοκληρωτικά την πόλη.
3. οχυρό, φρούριο (οικοδομημένο σε απόκρημνο βράχο): ὁ Ἐτεόνικος εἰς τὴν ἄκραν ἀποφεύγει
= ο Ετεόνικος δραπετεύει στο φρούριο.
= ἀκρόπολις.
4. η άκρη (ενός πράγματος).
[*ακ- (ἀκμή) + παρ. επίθ. -ρα].
γλσΕλα'ακράδαντος: ἀκράδαντος, -ος, - ον::
* McsElln.επίθετο.ακράδαντος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακράδαντος,
* McsElln.ακράδαντος@γλσΕλα,
άσειστος.
:=> παράγ. ἀκραδάντως.
ΝΕ επίρρ. ακράδαντα.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κραδαίνω «σείω, κινώ»(*κραδαντός) + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'ακράτεια: ἀκράτεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ακράτεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακράτεια,
* McsElln.ακράτεια@γλσΕλα,
έλλειψη αυτοκυριαρχίας: ἀκράτεια ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν
= έλλειψη αυτοκυριαρχίας στις ηδονές και στις επιθυμίες.
= ἀκρασία.
=/ ἐγκράτεια, σωφροσύνη.
ΝΕ λόγ. ακράτεια (λ.χ. ούρων).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κρατέ-ω + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'ακρατής: ἀκρατής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ακρατής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρατής,
* McsElln.ακρατής@γλσΕλα,
αυτός που δεν έχει αυτοκυριαρχία: ἀκρατὴς ὀργῆς, ἀφροδισίων
= αυτός που δεν έχει αυτοκυριαρχία στην οργή, στις σωματικές ηδονές.
=/ ἐγκρατής, σώφρων.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κρατέω + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'ακρατίζομαι: ἀκρατίζομαι::
* McsElln.ρήμα.ακρατίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρατίζομαι,
* McsElln.ακρατίζομαι@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀκρατιοῦμαι
1. πίνω το κρασί ανόθευτο (χωρίς δηλαδή να το αναμειγνύω με νερό).
μγ05.σ29
2. προγευματίζω: ἀκρατίζομαι κοκκύμηλα
= προγευματίζω με δαμάσκηνα. (Η σημασία προγευματίζω προέκυψε επειδή το πρόγευμα ήταν ψωμί βουτηγμένο σε ανόθευτο κρασί).
:=> παράγ. ἀκράτισμα, ἀκράτισις, σύνθ. συνακρατίζω.
[παράγ. λ. ἄκρατος (οἶνος) + παρ. επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'ακράτισμα: ἀκράτισμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ακράτισμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακράτισμα,
* McsElln.ακράτισμα@γλσΕλα,
πρόγευμα: ἕως ἀκρατίσματος ὥρας
= μέχρι την ώρα του προγεύματος.
[παράγ. λ. ἀκρατίζομαι + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'άκρατος: ἄκρατος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άκρατος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άκρατος,
* McsElln.άκρατος@γλσΕλα,
1. ανόθευτος (για υγρά και ιδιαίτερα για το κρασί, όταν δεν το αναμείγνυαν με νερό): οἶνος πάνυ ἄκρατος
= πάρα πολύ δυνατό κρασί.
2. για καταστάσεις αμιγής, απόλυτος: ὀλιγαρχία ἄκρατος
= απόλυτη ολιγαρχία.
= ἀμιγής.
=/ μεικτός, συμμιγής.
:=> παράγ. ἀκράτως, σύνθ. ἀκρατοποτέω.
ΝΕ λόγ. άκρατος (λ.χ. οίνος).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *κρατ- (κεράννυμι) + παρ.επίθ. -τος].
γλσΕλα'ακρίβεια: ἀκρίβεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ακρίβεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρίβεια,
* McsElln.ακρίβεια@γλσΕλα,
1. ακρίβεια. 2. αυστηρότητα: τὰ πλήθη καὶ αἱ ἀκρίβειαι τῶν νόμων
= η πληθώρα και η αυστηρότητα των νόμων.
ΝΕ ακρίβεια (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἀκριβής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'ακριβής: ἀκριβής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ακριβής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακριβής,
* McsElln.ακριβής@γλσΕλα,
1. ακριβής.
2. αυστηρός: δικασταὶ ἀκριβεῖς
= αυστηροί δικαστές.
:=> παράγ. ἀκριβῶς, ἀκριβόω, ἀκρίβεια, σύνθ.ἀκριβοδίκαιος, ἀκριβολόγος.
ΝΕ ακριβής (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., α΄ συνθ. ἄκρος ].
γλσΕλα'ακριβόω: ἀκριβόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ακριβόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακριβόω,
* McsElln.ακριβόω@γλσΕλα,
1. κάνω κάτι με ακρίβεια: ἡ ἀνάγκη ἡμᾶς ταῦτα ἀκριβοῦν ἐδίδαξεν
= η ανάγκη μας δίδαξε να τα κάνουμε αυτά με ακρίβεια.
2. παθ. φωνή ἀκριβοῦμαι είμαι ακριβής, τελειοποιούμαι: ἠκρίβωμαι πρὸς πᾶσαν ἀρετήν
= έχω τελειοποιηθεί για κάθε αρετή.
3. ερευνώ με ακρίβεια, κατανοώ πλήρως: ὁ γι’ἐμὸς λόχος σοι ἀκριβοῖ πάντα τὰ παρὰ σοῦ
= ο δικός μου βέβαια λόχος κατανοεί πλήρως όλες τις εντολές σου.
:=> παράγ. ἀκριβωτέον, ἀκρίβωσις, ἀκρίβωμα, σύνθ. διακριβόω, ἐξακριβόω.
ΝΕ σύνθ. εξακριβώνω (διαπιστώνω, καταλήγω σε συμπέρασμα).
[παράγ. λ. ἀκριβ-ής + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'ακροαματικός: ἀκροαματικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ακροαματικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακροαματικός,
* McsElln.ακροαματικός@γλσΕλα,
αυτός που προορίζεται μόνο να ακουστεί.
=> ἀκροαματικαὶ διδασκαλίαι διδασκαλίες που οι φιλόσοφοι παρέδιδαν μόνο προφορικά και αποκλειστικά στο στενό κύκλο των μαθητών τους, όχι στο ευρύ κοινό.
ΝΕ στη φρ. ακροαματική διαδικασία και στο ουσ. ακροαματικότητα.
[παράγ. λ. ἀκρόαμα, -ατ-ος + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'ακροάομαι: ἀκροάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.ακροάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακροάομαι,
* McsElln.ακροάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἠκροώμην
Μέλλ. ἀκροάσομαι
Αόρ. ἠκροασάμην
Παθ. αόρ. ἠκροάθην
Παρακ. ἠκρόαμαι
1. ακούω προσεκτικά: τῶν ἀγωνιζομένων ἀκροῶμαι
= ακούω προσεκτικά όσους διεξάγουν δίκη. ἀκροῶμαί τινός τι
= ακούω προσεκτικά από κάποιον κάτι.
=> ὁ ἀκροώμενος ο αναγνώστης, ο μελετητής: ἀνὴρ Ἀριστοτέλους ἠκροαμένος
= άντρας, μελετητής του Αριστοτέλη.
2. υπακούω: οὐκ ἠκροῶντο τῶν ἀρχόντων
= δεν υπάκουαν τους αξιωματούχους.
:=> παράγ. ἀκρόασις, ἀκρόαμα, ἀκροατήριον,ἀκροαματικός.
[τεντώνω το αυτί: ἄκρον οὖς + παρ. επίθ. -άομαι].
γλσΕλα'ακρόασις: ἀκρόασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ακρόασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρόασις,
* McsElln.ακρόασις@γλσΕλα,
1. προσεκτική ακρόαση.
2. υπακοή: τῶν ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκρόασις καὶ τῶν νόμων
= υπακοή στους αξιωματούχους και στους νόμους.
3. μάθημα: ἀκροάσεις ποιοῦμαι
= παραδίδω μαθήματα. φυσικὴ ἀκρόασις
= μάθημα για τη φύση(πρόκειται για τον τίτλο έργου του Αριστοτέλη).
ΝΕ ακρόαση (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἀκροά-ομαι + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'ακροβολίζομαι: ἀκροβολίζομαι::
* McsElln.ρήμα.ακροβολίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακροβολίζομαι,
* McsElln.ακροβολίζομαι@γλσΕλα,
κάνω βολή εναντίον κάποιου από μακριά (με ακόντια, βέλη κτλ.), αψιμαχώ: πρὸς ἀλλήλους ἠκροβολίσαντο
= (οι αντίπαλοι) αντάλλαξαν από μακριά βολές.
:=> παράγ. ἀκροβόλισμα, ἀκροβολιστής, ἀκροβολισμός, ἀκροβόλισις.
[σύνθ. λ. ἄκρος + *βολ- (βολή, βάλλω) + παρ.επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'ακρογωνιαίος: ἀκρογωνιαῖος, -αία, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.ακρογωνιαίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρογωνιαίος,
* McsElln.ακρογωνιαίος@γλσΕλα,
αυτός που βρίσκεται στην έσχατη γωνιά: ἀκρογωνιαῖος λίθος.
ΝΕ στη φρ. ακρογωνιαίος λίθος. [σύνθ. λ. ἄκρος + γωνιαῖος (< γωνία + παρ. επίθ. -αῖος)].
γλσΕλα'άκρον: ἄκρον, -ου, τό ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.άκρον::
* McsElln.γλσΕλα'άκρον,
* McsElln.άκρον@γλσΕλα,
1. κορυφή (βουνού): τὰ ἄκρα τῆς Εὐβοίας
= οι κορυφές των βουνών της Εύβοιας.
= ἄκρα,
μγ05.σ30
ἡ. 2. ακρωτήριο. 3. εσχατιά: ἐπὶ τὰ ἄκρα τῆς θαλάττης ἀφικνοῦμαι
= φθάνω στις εσχατιές της θάλασσας. 4. μεταφορικά ο ύψιστος βαθμός: σοφίας ἄκρον
= ο ύψιστος βαθμός σοφίας.
ΝΕ άκρο (με τις σημ. 3, 4).
[ουσιαστικοπ. του ἄκρος, -ον (ὕψος, ὅριον)].
γλσΕλα'ακρόπολις: ἀκρόπολις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ακρόπολις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρόπολις,
* McsElln.ακρόπολις@γλσΕλα,
1. η άνω πόλη ή το υψηλότερο μέρος της πόλης, κατά συνέπεια η ακρόπολη, το oχυρό: ἄμαχος ἀκρόπολις
= ακαταμάχητη, απόρθητη ακρόπολη.
2. η Ακρόπολη (δηλαδή ειδικά η ακρόπολη τηςΑθήνας).
=> εἰς ἀκρόπολιν ἀνηνέχθην
= καταγράφηκα ως οφειλέτης του κράτους (καθώς η Ακρόπολη της Αθήνας λειτουργούσε και ως θησαυροφυλάκιο).
[σύνθ. λ. ἄκρα + πόλις].
γλσΕλα'άκρος: ἄκρος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.άκρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άκρος,
* McsElln.άκρος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀκρότερος
Υπερθετικός ἀκρότατος
1. ανώτατος, ύψιστος: ἐν ἄκρῳ Ὀλύμπῳ
= στο πιο ψηλό σημείο του Ολύμπου.
2. ο πιο μακρινός, απώτατος, ακρινός: ἄκρα χείρ
= το ακρινό σημείο του χεριού.
=/ ἐγγύτατος, πλησιέστατος.
3. έξοχος: ἄκροι εἰς φιλοσοφίαν
= άνθρωποι έξοχοι στη φιλοσοφία.
:=> παράγ. ἄκρως, ἀκρότης, σύνθ. ἔπακρος, ἀκροσφαλής.
[*ακ- (ἀκ-τή, ἀκ-μή) + παρ. επίθ. -ρος].
γλσΕλα'ακρωτήριον: ἀκρωτήριον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.ακρωτήριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακρωτήριον,
* McsElln.ακρωτήριον@γλσΕλα,
1. ακρωτήριο.
2. η άκρη (ενός πράγματος): ἀκρωτήριον νεώς
= η άκρη του πλοίου, επομένως η πλώρη.
=> στον πληθυντικό τὰ ἀκρωτήρια τα άκρα του σώματος (χέρια και πόδια, δάκτυλα χεριών και ποδιών): τὰ ἀκρωτήρια τινὸς περικόπτω
= κατακόβω τα άκρα κάποιου.
3. σε ναούς αγάλματα ή κομψοτεχνήματα τοποθετημένα στις γωνιές αετώματος.
:=> παράγ. ἀκρωτηριώδης.
ΝΕ ακρωτήριο, ακρωτήρι (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *ἄκρω- (μακρό θέμα του ἄκρο-ς) +παρ. επίθ. -τήριον].
γλσΕλα'ακτή: ἀκτή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ακτή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακτή,
* McsElln.ακτή@γλσΕλα,
ακρωτήριο: ἡ Ἰασονία ἀκτή
= το ακρωτήριο του Ιάσονα.
:=> παράγ. Ἀττική < *Ἀκτ-ική (που περιβάλλεται από ακτή).
ΝΕ ακτή (ακρογιαλιά).
[*ακ- (ἀκ-μή, ἄκ-ρος) + παρ. επίθ. -τ-ή].
γλσΕλα'ακτίς: ἀκτίς, -ῖνος::
* McsElln.ουσιαστικό.ακτίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ακτίς,
* McsElln.ακτίς@γλσΕλα,
ακτίνα.
:=> σύνθ. ἀκτινοβολία, ἀκτινογραφία, ἀκτινοειδής, ἀκτινωτός.
ΝΕ ακτίνα.
[*ἀκτ-, πβ. αρχ. ινδ. akt'u- «ακτίνωση»].
γλσΕλα'άκυρος: ἄκυρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άκυρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άκυρος,
* McsElln.άκυρος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀκυρότερος
Υπερθετικός ἀκυρότατος
1. για νόμους αυτός που δεν έχει κύρος, άκυρος: ἄκυρον ψήφισμα.
2. για πρόσωπα αυτός που δεν έχει δικαίωμα: ἡμᾶς ἀκύρους τίθεται ποιεῖν τοῦτο
= μας θεωρεί άτομα που δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν αυτό.
=/ κύριος «που έχει το δικαίωμα».
3. για πράγματα ο μη έγκυρος: ἄκυρος κρίσις
= μη έγκυρη γνώμη.
:=> παράγ. ἀκυρόω, ἀκύρωσις, ἀκύρως, σύνθ.ἀκυρολογέω, ἀκυρολογία.
ΝΕ άκυρος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κῦρος].
γλσΕλα'άκων: ἄκων, ἄκουσα, ἆκον::
* McsElln.επίθετο.άκων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άκων,
* McsElln.άκων@γλσΕλα,
ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀέκων.αθέλητος, απρόθυμος: τίς οὖν ὁ λύσων ἐστὶν ἄκοντος Διός;
= ποιος λοιπόν θα σε λυτρώσει χωρίς τη θέληση του Δία;
=/ ἑκών.
[στερητ. ἀ- + Fεκών (= ἑκών) > ἄκων, ΙΕ*wek-, πβ. χετιτ. wek-mi «θέλω». Τη ρηματική σημ. ανέλαβαν τα βούλομαι και ἐθέλω].
γλσΕλα'αλαζονεία: ἀλαζονεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αλαζονεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλαζονεία,
* McsElln.αλαζονεία@γλσΕλα,
ανυπόστατη καύχηση: τοῦτο ἐξετάσωμεν μὴ τῇ τούτου προσέχοντες ἀλαζονεί'α τὸν νοῦν,ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα οἷον γέγονεν τῇ ἀληθεί'α σκοποῦντες
= ας το εξετάσουμε τούτο, χωρίς να δίνουμε προσοχή στις ανυπόστατες καυχήσεις του, αλλά μελετώντας πώς έγινε το πράγμα στ’ αλήθεια.
ΝΕ λόγ. αλαζονεία.
[παράγ. λ. ἀλαζονε-ύομαι + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'αλαζονεύομαι: ἀλαζονεύομαι::
* McsElln.ρήμα.αλαζονεύομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλαζονεύομαι,
* McsElln.αλαζονεύομαι@γλσΕλα,
υπερηφανεύομαι, μεγαλοπιάνομαι: τοῦ ἀλαζονεύεσθαι ἀποτρέπω τοὺς συνόντας
= αποτρέπω τους μαθητές μου από το να μεγαλοπιάνονται.
= μεγαλαυχέω, ἐπαίρομαι, ὑπεροράω, κομπάζω.
:=> παράγ. ἀλαζονεία, ἀλαζονικός.
[παράγ. λ. ἀλαζών, -όνος + παρ. επίθ. -εύομαι].
γλσΕλα'αλγέω: ἀλγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αλγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλγέω,
* McsElln.αλγέω@γλσΕλα,
1. αισθάνομαι σωματικό πόνο: τὸν δάκτυλον ἀλγῶ
= με πονάει το δάκτυλο.
2. αισθάνομαι ψυχικό πόνο, θλίβομαι: περὶ τὰ οἰκεῖα ἀλγῶ
= πονώ για τα δεινά μου.
= ἀνιῶμαι.
=/ ἥδομαι, εὐφραίνομαι, χαίρω.
:=> παράγ. ἀλγηδών, σύνθ. ἀνάλγητος.
[παράγ. λ. ἄλγ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'άλγος: ἄλγος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.άλγος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλγος,
* McsElln.άλγος@γλσΕλα,
μγ05.σ31
1. σωματικός πόνος. 2. ψυχικός πόνος, θλίψη.
:=> παράγ. ἀλγεινός.
ΝΕ σύνθ. οδοντ-αλγία, κεφαλ-αλγία.
[παράγ. του ἀλέγω «προσέχω, φροντίζω»].
γλσΕλα'αλείφω: ἀλείφω::
* McsElln.ρήμα.αλείφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλείφω,
* McsElln.αλείφω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤλειφον
Μέλλ. ἀλείψω
Αόρ. ἤλειψα
Παρακ. ἀλήλιφα
Μέσ. μέλλ. ἀλείψομαι
Παθ. μέλλ. ἀλειφθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλειψάμην
Παθ. αόρ. α΄ ἠλείφθην
Παθ. αόρ. β΄ ἠλίφην
Μέσ. παρακ. ἀλήλιμμαι
1. αλείφω το δέρμα κάποιου με λάδι (όπως γινόταν μετά το μπάνιο ή πριν από τις ασκήσεις γυμναστικής).
=> μέση φωνή ἀλείφομαι αλείφω το δικό μου δέρμα με λάδι: λίπα ἠλείψαντο
= αλείφτηκαν με πολύ λάδι.
2. μεταφορικά προετοιμάζω: Θεμιστοκλῆς ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἤλειφε
= ο Θεμιστοκλής προετοιμαζόταν για το καλό ολόκληρης της Ελλάδας.
:=> παράγ. ἄλειμμα, ἄλειψις, ἀλοιφή, σύνθ. ἐξαλείφω, ἀπαλείφω.
ΝΕ αλείφω (με γενίκευση της σημ. 1).
[συγγεν. με λίπος, αθροιστ. ἀ- + λείφ-, ΙΕ *leibh-].
γλσΕλα'αλεκτρυών: ἀλεκτρυών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.αλεκτρυών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλεκτρυών,
* McsElln.αλεκτρυών@γλσΕλα,
πετεινός, κόκορας.
= ἀλέκτωρ.
[ομόρρ. με βλπ. ἀλέκτωρ].
γλσΕλα'αλέκτωρ: ἀλέκτωρ, -ορος::
* McsElln.ουσιαστικό.αλέκτωρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλέκτωρ,
* McsElln.αλέκτωρ@γλσΕλα,
πετεινός, κόκορας.
= ἀλεκτρυών.
[παράγ. λ. ἀλέξω + παρ. επίθ. -τωρ].
γλσΕλα'Αλέξανδρος: Ἀλέξανδρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Αλέξανδρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αλέξανδρος,
* McsElln.Αλέξανδρος@γλσΕλα,
κύριο όνομα που σημαίνει αυτόν που απομακρύνει τους άντρες του εχθρού (βλπ. ἀλέξω).
γλσΕλα'αλέξω: ἀλέξω::
* McsElln.ρήμα.αλέξω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλέξω,
* McsElln.αλέξω@γλσΕλα,
Mέλλ. ἀλεξήσω & ἀλέξω
Αόρ. ἠλέξησα & ἤλεξα
Μέσ. ενεστ. ἀλέξομαι
Μέσ. μέλλ. ἀλεξήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλεξάμην
1. αποτρέπω.
2. βοηθώ, υπερασπίζω: προθύμως ἀλέξω τινί
= βοηθώ κάποιον πρόθυμα.
3. στη μέση φωνή ἀλέξομαι ανταμείβω κάποιον: τοὺς εὖ ποιοῦντας ἀλέξομαι
= ανταμείβω όσους με ευεργέτησαν.
:=> παράγ. ἀλεξητήριος, ἀλέξημα, ἀλεξητήρ, σύνθ. ἀλεξίκακος, ἀλέξανδρος (και Ἀλέξανδρος), ἀλεξιφάρμακος.
ΝΕ στα σύνθ. λόγ. αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρο, αλεξίπτωτο.
[*αλεκ- (ἀλκή), ομόρρ. με αρχ. ινδ. raks-«προστατεύω»].
γλσΕλα'αλέω: ἀλέω::
* McsElln.ρήμα.αλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλέω,
* McsElln.αλέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤλεον
Αόρ. α΄ ἤλεσα
Παρακ. ἀλήλεκα
Παθ. αόρ. ἠλέσθην
Παθ. παρακ. ἀλήλε(σ)μαι αλέθω.
:=> παράγ. ἄλεσις, ἄλεσμα, ἀλέτης.
[*αλεFω > ἀλέω (από όπου ἄλευ-ρον, αρμεν.alewr «αλεύρι»].
γλσΕλα'αλήθεια: ἀλήθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.αλήθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλήθεια,
* McsElln.αλήθεια@γλσΕλα,
1. αλήθεια: ἡ ἀλήθεια περὶ τῆς ἀποστάσεως
= η αλήθεια για την αποστασία.
=/ ψεῦδος.
=> ως επίρρημα τῇ ἀληθεί'α πραγματικά, αληθινά: τῇ ἀληθεί'α φίλους πιστοτάτους ἡγοῦμαι αὐτούς
= τους θεωρώ πραγματικά φίλους αξιόπιστους.
:=> παράγ. ἀληθότης.
ΝΕ αλήθεια.
[παράγ. λ. ἀληθής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'αληθής: ἀληθής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αληθής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αληθής,
* McsElln.αληθής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀληθέστερος
Υπερθετικός ἀληθέστατος
1. αληθινός, πραγματικός.
=/ ψευδής, ἀναληθής.
2. για πρόσωπα φιλαλήθης, ειλικρινής.
= ἀληθευτικός «φιλαλήθης».
=> παροιμία οἶνος ἀληθής το κρασί είναι φιλάληθες (δηλαδή από το μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια).
=> επίρρημα (ὡς) ἀληθῶς αληθινά, πραγματικά.
:=> παράγ. ἀληθεύω, ἀληθινός, ἀλήθεια, ἀληθότης, ἀληθοσύνη, ἀληθῶς, σύνθ. φιλαλήθης,ἀναληθής.
ΝΕ αληθής (με τη σημ. 1). [σύνθ. λ. στερ. ἀ- +*λαθ- (λανθάνω) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'αλιεύς: ἁλιεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.αλιεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλιεύς,
* McsElln.αλιεύς@γλσΕλα,
ψαράς. :=> παράγ. ἁλιεύω, ἁλίευσις, ἁλιευτής.
[παράγ. λ. ἁλι- (ίσως παλιό ουδ. όνομα παράλληλο προς το ἅλς, ἁλός) + παρ. επίθ. -εύς].
γλσΕλα'άλις: ἅλις::
* McsElln.επίρρημα.άλις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλις,
* McsElln.άλις@γλσΕλα,
επαρκώς, αρκετά: περὶ τούτων ἅλις
= γι’ αυτό το θέμα αρκετά.
= ἱκανῶς «αρκετά».
[*Fελ-, *Fαλ- (ἁλής «αθρόος»)].
γλσΕλα'αλίσκομαι: ἁλίσκομαι::
* McsElln.ρήμα.αλίσκομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλίσκομαι,
* McsElln.αλίσκομαι@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται ως παθητική φωνή του βλπ. αἱρέω.
Παρατ. ἡλισκόμηνΜέλλ.με παθ. σημ.ἁλώσομαιΑορ. β΄με παθ. σημ.ἥλων & ἑάλων
μγ05.σ32
Παρακ.με παθ. σημ.ἥλωκα & ἑάλωκαΥπερσ.με παθ. σημ.ἡλώκειν
1. για τοποθεσίες κυριεύομαι: ἡ πόλις ἑάλω
= η πόλη κυριεύτηκε.
2. για πρόσωπα και πράγματα συλλαμβάνομαι, αρπάζομαι: ἁλίσκομαι πράττων τι
= συλλαμβάνομαι (επ’ αυτοφώρω) να κάνω κάτι.
= ζωγρέομαι «συλλαμβάνομαι».
3. ως νομικός όρος καταδικάζομαι: λιποταξίου γραφὴν ἥλωκεν
= έχει καταδικαστεί για λιποταξία. ἑάλωσαν ἀστρατείας (δηλ. γραφήν)
= καταδικάστηκαν για μη εκπλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας.
:=> παράγ. ἅλωσις, ἁλωτός, σύνθ. εὐάλωτος, αἰχμάλωτος.
[*Fαλ-, *Fελ- (εἵλωτες), πβ. γοτθ. wilwan «αρπάζω»].
γλσΕλα'άλκιμος: ἄλκιμος, -ιμος & -ίμη, -ιμον::
* McsElln.επίθετο.άλκιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλκιμος,
* McsElln.άλκιμος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀλκιμώτερος
Υπερθετικός ἀλκιμώτατος εύρωστος, γενναίος.
=> παροιμία πάλαι ποτ’ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι κάποτε στο παρελθόν ήταν γενναίοι οι Μιλήσιοι. (Χρησιμοποιούσαν την παροιμία αυτή, για να δηλώσουν ότι οι καιροί άλλαξαν πια).
:=> παράγ. ἀλκιμότης, σύνθ. ἀλκίφρων.
[παράγ. λ. ἀλκή + παρ. επίθ. -ιμος].
γλσΕλα'αλκυονίς: ἀλκυονίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.αλκυονίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλκυονίς,
* McsElln.αλκυονίς@γλσΕλα,
=> ως επίθετο με ή χωρίς το ουσιαστικό ἡμέραι αἱ ἀλκυονίδες ημέρες του χειμώνα, κατά τη διάρκεια των οποίων η θάλασσα είναι ήρεμη και έτσι η αλκυών μπορεί να κτίσει τη φωλιά της: ἀλκυονίδας ἄγω ἡμέρας ἀεί
= πάντοτε έχω αδιατάρακτη γαλήνη.
[παράγ. λ. ἀλκυών + παρ. επίθ. -ίς, βλπ. ἀλκυών].
γλσΕλα'αλκυών: ἀλκυών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.αλκυών-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλκυών,
* McsElln.αλκυών@γλσΕλα,
μυθικό πουλί που ταυτίζουν με το ψαροπούλι.
:=> παράγ. ἀλκυονίς, ἀλκυονίδες.
[πιθ. δάνεια, μεσογειακή λ., από ἅλς + κύω«κυοφορώ» σύμφωνα με την αρχ. παράδοση].
γλσΕλα'αλλά: ἀλλὰ::
* McsElln.σύνδεσμος.αλλά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλά,
* McsElln.αλλά@γλσΕλα,
αντιθετικός.
1. με τη σημερινή σημ. αλλά.
2. στην απόδοση υποθετικών λόγων όμως, τουλάχιστον: εἰ δὲ μὴ ὁρῶ, ἀλλ’ ἀκούω γε
= αν δε βλέπω, τουλάχιστον ακούω.
3. παρά μόνον: ἡδέα δ’ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τούτοις
= ευχάριστα δεν είναι παρά μόνον σε αυτούς.
4. οὐ μὴν ἀλλά / οὐ μέντοι ἀλλά παρ’ όλα αυτά, εντούτοις: ὁ ἵππος πίπτει καὶ μικροῦ αὐτὸν ἐξετραχήλισεν· οὐ μὴν ἀλλὰ ἐπέμεινεν ὁΚῦρος
= το άλογο πέφτει και λίγο έλειψε να τον ρίξει κάτω· παρ’ όλα αυτά ο Κύρος κρατήθηκε στη θέση του.
5. ἀλλ’ οὖν πάντως, εν πάση περιπτώσει: τοὺς πρώτους χρόνους ἀλλ’ οὖν προσεποιοῦνθ’ ὑμῖν εἶναι φίλους
= πάντως τον πρώτο καιρό προσποιούνταν ότι ήταν φίλοι σας.
ΝΕ αλλά (με τη σημ. 1).
[ουδ. πληθ. της αντων. ἄλλος με μετατόπιση του τόνου: ἄλλα > ἀλλά].
γλσΕλα'αλλαγή: ἀλλαγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.αλλαγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλαγή,
* McsElln.αλλαγή@γλσΕλα,
1. αλλαγή.
2. ανταλλαγή, δοσοληψία.
ΝΕ αλλαγή (με τη σημ. 1). [παράγ. λ. *ἀλλαγ-(< ἀλλάττω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'αλλάς: ἀλλᾶς, -ᾶντος::
* McsElln.ουσιαστικό.αλλάς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλάς,
* McsElln.αλλάς@γλσΕλα,
αλλαντικό (λουκάνικα κτλ.): ἀλλᾶντας πωλῶ
= πουλώ αλλαντικά.
ΝΕ αλλαντικό.
[αβέβ. ετυμ., όπως και πολλοί άλλοι όροι της μαγειρικής].
γλσΕλα'αλλάττω: ἀλλάττω::
* McsElln.ρήμα.αλλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλάττω,
* McsElln.αλλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἀλλάσσω
Παρατ. ἤλλαττον
Μέλλ. ἀλλάξω
Αόρ. α΄ ἤλλαξα
Παρακ. ἤλλαχα
Μέσ. μέλλ. ἀλλάξομαι
Παθ. μέλλ. ἀλλαχθήσομαι & ἀλλαγήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλλαξάμην
Παθ. αόρ. ἠλλάχθην & ἠλλάγην
Μέσ. & παθ.παρακ.ἤλλαγμαι
Παθ. υπερσ. ἠλλάγμην
1. αλλάζω.
2. στην ενεργ. και τη μέση φωνή ανταλλάσσω:ἠλλάξαντο πολλῆς εὐδαιμονίας πολλὴν κακοδαιμονίαν
= αντάλλαξαν πολλή ευτυχία με πολλή δυστυχία (δηλαδή έδωσαν αυτοί ευτυχία και έλαβαν από άλλους δυστυχία).
3. μέση φωνή ἀλλάττομαι αγοράζω: ἀντ’ ἀργυρίου ἀλλάττομαί τι
= αγοράζω κάτι έναντι χρημάτων.
:=> παράγ. ἀλλακτέον, ἀλλαγή, ἄλλαγμα, σύνθ. διαλλάττω, συνδιαλλάττω, ἀπαλλάττω, παραλλάττω.
ΝΕ αλλάζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -άττω < *-αγ-jω)].
γλσΕλα'αλλαxή: ἀλλαχῇ::
* McsElln.επίρρημα.αλλαxή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλαxή,
* McsElln.αλλαxή@γλσΕλα,
μγ05.σ33
αλλού, σε άλλον τόπο: ἄλλοτε ἀλλαχῇ
= άλλοτε σε έναν τόπο και άλλοτε σε άλλον.
= ἀλλαχόθι «αλλού».
[παράγ. λ. ἄλλ-ος + ένθημα -αχ- + επίθ. -ῇ].
γλσΕλα'αλλαxόθεν: ἀλλαχόθεν::
* McsElln.επίρρημα.αλλαxόθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλαxόθεν,
* McsElln.αλλαxόθεν@γλσΕλα,
από αλλού, από άλλον τόπο.
[παράγ. λ. ἀλλαχοῦ + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'αλλαxόσε: ἀλλαχόσε::
* McsElln.επίρρημα.αλλαxόσε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλαxόσε,
* McsElln.αλλαxόσε@γλσΕλα,
προς άλλον τόπο.
[παράγ. λ. ἀλλαχοῦ + παρ. επίθ. -σε].
γλσΕλα'αλλαxού: ἀλλαχοῦ::
* McsElln.επίρρημα.αλλαxού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλαxού,
* McsElln.αλλαxού@γλσΕλα,
αλλού, σε άλλον τόπο.
[παράγ. λ. ἄλλος + ένθ. -αχ- + παρ. επίθ. -οῦ].
γλσΕλα'άλλη: ἄλλῃ::
* McsElln.επίρρημα.άλλη@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλλη,
* McsElln.άλλη@γλσΕλα,
1. με γενική τοπική σε άλλον τόπο: ἄλλοι ἄλλῃ τῆς πόλεως ἀπώλλυντο
= σκοτώνονταν άλλοι σε έναν τόπο της πόλης και άλλοι σε άλλον.
2. κατά άλλον τρόπο, αλλιώς: ἄλλῃ ἐν νῷ ἔχω λέγειν
= έχω κατά νου να μιλήσω αλλιώς.
[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -ῃ].
γλσΕλα'αλλ’: ἀλλ’ ἢ::
* McsElln.σύνδεσμος.αλλ’@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλ’,
* McsElln.αλλ’@γλσΕλα,
έπειτα από λέξεις που δηλώνουν άρνηση παρά μόνον: τούτου ἔμελλε οὐδεὶς ἄρξειν ἄλλ’ ἢ ἐκείνη
= αυτόν δε θα τον εξουσίαζε κανένας άλλος παρά μόνον εκείνη.
[ἀλλὰ ἤ].
γλσΕλα'αλλοδαπός: ἀλλοδαπός, -ή, - ὸν::
* McsElln.επίθετο.αλλοδαπός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλοδαπός,
* McsElln.αλλοδαπός@γλσΕλα,
που ανήκει σε άλλο λαό ή σε άλλη χώρα, ξένος.
[*ἀλλοδ- (πβ. λατ. aliud
= ἄλλο) + παρ. επίθ.-απός < ΙΕ -*nokwos].
γλσΕλα'άλλοσε: ἄλλοσε::
* McsElln.επίρρημα.άλλοσε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλλοσε,
* McsElln.άλλοσε@γλσΕλα,
προς άλλον τόπο.
[παράγ. λ. *ἄλλοδ- (πβ. ἀλλοδ-απός) + παρ. επίθ. -σε].
γλσΕλα'αλλότριος: ἀλλότριος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.αλλότριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλότριος,
* McsElln.αλλότριος@γλσΕλα,
αυτός που ανήκει σε άλλον, ξένος.
= ξένος, ἀνοίκειος.
=/ ἴδιος, οἰκεῖος, γηγενής.
:=> παράγ. ἀλλοτρίως, ἀλλοτριότης, σύνθ. ἀλλοτριοπράγμων.
ΝΕ αλλότριος.
[ἄλλος + συγκριτ. επίθ. -τερος + -ιος].
γλσΕλα'αλλοτριόω: ἀλλοτριόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αλλοτριόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλοτριόω,
* McsElln.αλλοτριόω@γλσΕλα,
1. αποστερώ, αποξενώνω: τῶν σωμάτων τὴν πόλιν ἀλλοτριῶ
= αποστερώ την πόλη από τους πολίτες της.
2. κάνω κάτι εχθρικό προς κάποιον άλλο:ταῦτα τοῖς συμμάχοις ἀλλοτριώσει τὴν χώραν
= αυτά θα κάνουν τη χώρα τους εχθρική προς τους συμμάχους της.
= ἀποξενόω.
=/ συνδιαλλάττω.
:=> παράγ. ἀλλοτρίωσις, σύνθ. ἀπαλλοτριόω.
ΝΕ λόγ. αλλοτριώνω, απαλλοτριώνω.
[παράγ. λ. ἀλλότρ-ιος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'αλλοτρίωσις: ἀλλοτρίωσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.αλλοτρίωσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλλοτρίωσις,
* McsElln.αλλοτρίωσις@γλσΕλα,
αποξένωση: κακοῦ παντὸς ἀλλοτρίωσις
= αποξένωση από κάθε κακό.
ΝΕ λόγ. αλλοτρίωση.
[παράγ. λ. ἀλλοτρι-όω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'άλλως: ἄλλως::
* McsElln.επίρρημα.άλλως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλλως,
* McsElln.άλλως@γλσΕλα,
1. διαφορετικά, με άλλον τρόπο (συνήθως με άλλα επιρρήματα) ἄλλως πως: ἄλλως οὐ δύναμαι τὴν πόλιν ἑλεῖν
= δεν μπορώ να κυριεύσω την πόλη με άλλον τρόπο.
2. καὶ ἄλλως και εκτός αυτού, επιπλέον: ἄριστος καὶ ἄλλως φρονιμώτατος καὶ δικαιότατος.
3. ἄλλως τε καὶ ιδίως, πρό πάντων: βασιλικόν τι κάλλος ἄλλως τε καὶ ἂν μετ’ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κεκτῆταί τις αὐτό
= η ομορφιά είναι κάτι το βασιλικό, ιδίως αν κάποιος τη συνδυάζει με αιδώ και εγκράτεια.
ΝΕ άλλως (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -ως].
γλσΕλα'άλογος: ἄλογος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άλογος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλογος,
* McsElln.άλογος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀλογώτερος
Υπερθετικός ἀλογώτατος
1. ο στερούμενος λόγου (φωνής), ο άφωνος:ἄλογος σιγή
= άφωνη σιωπή.
2. αυτός που δεν υπακούει στο λογιστικό μέρος της ψυχής, στη λογική: τὴν τοῦ σώματος ἕξιν τῇ ἀλόγῳ ἡδονῇ ἐπιτρέπω
= εμπιστεύομαι την κατάσταση του σώματός μου στην άλογη ηδονή. ἄλογος δόξα
= υποκειμενική άποψη που δε σχηματίστηκε σύμφωνα με τις επιταγές του λογιστικού μέρους της ψυχής.
=/ ἡ μετὰ λόγου δόξα.
3. τὰ ἄλογα τα ζώα.
4. παράλογος, ανόητος: ἀνδρὶ τυράννῳ οὐδὲν ἄλογον ὅ,τι συμφέρον
= στον τύραννο τίποτε που είναι συμφέρον δεν είναι παράλογο.
:=> παράγ. ἀλόγως.
ΝΕ άλογο (με τη σημ. 3), άλογος (με σημ. 4).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + λόγος].
γλσΕλα'άλς: ἅλς, ἁλός, ὁ (Α) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.άλς::
* McsElln.γλσΕλα'άλς,
* McsElln.άλς@γλσΕλα,
στον πληθ. oἱ ἅλες, τῶν ἁλῶν αλάτι.
=> παροιμία τοὺς ἅλας συναναλίσκω (τινί)τρώω μαζί με κάποιον αλάτι (δηλαδή συνδέομαι μαζί του με στενή φιλία).
[*σαλ- (ἅλμη), πβ. λατ. sal].
γλσΕλα'άλς: ἅλς, ἁλός, ἡ (Β) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.άλς::
* McsElln.γλσΕλα'άλς,
* McsElln.άλς@γλσΕλα,
λέξη που απαντά αποκλειστικά στην ποίηση και ιδιαίτερα στα ομηρικά έπη.θάλασσα: παρὰ θῖν’ ἁλός
= στην ακτή της θάλασσας, δίπλα στο γιαλό.
:=> παράγ. ἅλιος, ἅλμη.
ΝΕ στη φρ. παρὰ θῖν’ ἁλός.
[βλπ. το προηγούμενο λ.].
γλσΕλα'άλφιτον: ἄλφιτον, -ίτου::
* McsElln.ουσιαστικό.άλφιτον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλφιτον,
* McsElln.άλφιτον@γλσΕλα,
στον πληθ. ἄλφιτα αλεύρι από κριθάρι, κριθάλευρο.
μγ05.σ34
γλσΕλα'αλωπεκή: ἀλωπεκῆ, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.αλωπεκή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλωπεκή,
* McsElln.αλωπεκή@γλσΕλα,
δέρμα αλεπούς.
:=> παράγ. ἀλωπεκία.
ΝΕ λόγ. η αλωπεκία.
[παράγ. λ. επίθ. ἀλωπεκέη > συνηρημ. ἀλωπεκῆ < βλπ. ἀλώπηξ].
γλσΕλα'αλώπηξ: ἀλώπηξ, -εκος::
* McsElln.ουσιαστικό.αλώπηξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αλώπηξ,
* McsElln.αλώπηξ@γλσΕλα,
αλεπού.
=> παροιμία ἡ κέρκος τῇ ἀλώπεκι μαρτυρεῖ
= η ουρά αποτελεί μαρτυρία για την αλεπού (δηλαδή ένα μικρό μέρος επαρκεί, για να δώσει σαφή εικόνα για το όλον, πβ. ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα).
[συγγεν. με αρμεν. a/lues, λατ. volpes].
γλσΕλα'άλως: ἅλως, ἅλω::
* McsElln.ουσιαστικό.άλως-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άλως,
* McsElln.άλως@γλσΕλα,
αλώνι.
:=> παράγ. ἁλώνιον, ἁλωνίζω. ΝΕ αλώνι.
[*ἀλω-, ἀλFω- (ἀλωή, ἡ «ανοικτός χώρος, κήπος», πβ. κυπρ. ἀλFω
= ἅλω, γεν.)].
γλσΕλα'άμα: ἅμα::
* McsElln.επίρρημα. ΠΡΟΘΕΣΗ/ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ.άμα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άμα,
* McsElln.άμα@γλσΕλα,
Α. ΕΠΙΡΡΗΜΑ 1. συγχρόνως: τοῦ εὐτυχεῖν καὶ τοῦ καλῶς βουλεύεσθαι οὐχ ἅμ’ ἡ κτῆσις παραγίγνεται τοῖς ἀνθρώποις
= δε συμβαίνει στους ανθρώπους συγχρόνως η απόκτηση της ευτυχίας και της ορθής σκέψης.ἅμα εἰπὼν ἀνέστη
= μίλησε και συγχρόνως σηκώθηκε (δηλ. μίλησε και αμέσως μετά σηκώθηκε, μόλις τέλειωσε να μιλά, σηκώθηκε).
2. ἅμα μέν... ἅμα δέ... ...και συγχρόνως...: παραμυθοῦμαι ἅμα μὲν ὑμᾶς, ἅμα δ’ ἐμαυτόν
= παρηγορώ εσάς και συγχρόνως τον εαυτό μου.
3. ἅμα δέ... καί... / ἅμα τε... καί... / ἅμα... καί...μόλις... και αμέσως μετά: ἅμα διαλλάττομαι πρός τινα καὶ τῆς ἔχθρας τῆς γεγενημένης ἐπιλανθάνομαι
= μόλις συμφιλιωθώ με κάποιον, ξεχνώ την έχθρα (συμφιλιώνομαι με κάποιον και αμέσως μετά ξεχνώ την έχθρα).
4. παροιμία ἅμ’ ἔπος ἅμ’ ἔργον από τα λόγια στην πράξη, πες το κι έγινε.
Β. ΠΡΟΘΕΣΗ που συντάσσεται με δοτική την ίδια ώρα με, μαζί με: ἅμα ἕῳ
= με την αυγή. οἱ ἅμαΓυλίππῳ ὄντες
= όσοι είναι μαζί με τοΓύλιππο.
Γ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ μόλις: ἅμα δ’ ἂν ἡβήσῃ τις τῶν ὀρφανῶν
= μόλις ένας ορφανός φτάσει στην εφηβική ηλικία.
ΝΕ άμα (με σημ. Γ).
[*σεμ- (εἷς, μία, ὁμοῦ)].
γλσΕλα'Αμάλθεια: Ἀμάλθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.Αμάλθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αμάλθεια,
* McsElln.Αμάλθεια@γλσΕλα,
κατσίκα, η οποία θήλασε το Δία στην Κρήτη(από το κέρατό της έρρεε ό,τι αγαθό επιθυμούσε ο κάτοχός της).
=> παροιμία κέρας Ἀμαλθείας το κέρατο τηςΑμαλθείας (δηλ. πηγή κάθε είδους αγαθών):ἀγρὸν λέγουσιν Ἀμαλθείας κέρας εἶναι
= λένε ότι το χωράφι αυτό είναι κέρας τηςΑμαλθείας (πολύ εύφορο).
[θηλ. ενός κύριου ονόματος *Ἀμαλθεὺς «γενναιόδωρος», συγγεν. του μαλθ-ακός].
γλσΕλα'αμαρτάνω: ἁμαρτάνω::
* McsElln.ρήμα.αμαρτάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμαρτάνω,
* McsElln.αμαρτάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἡμάρτανον
Μέλλ. ἁμαρτήσομαι & μεταγεν. ἁμαρτήσω
Αόρ. β΄ ἥμαρτον
Αόρ. α΄ μεταγεν. ἡμάρτησα
Παρακ. ἡμάρτηκα
Παθ. αόρ. ἡμαρτήθην
Παθ. παρακ. ἡμάρτημαι
Παθ. υπερσ. ἡμαρτήμην
1. αστοχώ: τοῦ σκοποῦ ἁμαρτάνω
= αστοχώ στο στόχο μου. γνώμης ἁμαρτάνει καὶ οὐκ αἰσθάνεται
= αστοχεί στην κρίση του και δεν το αντιλαμβάνεται.
2. κάνω λάθος: ἄκοντες ἁμαρτάνομεν
= κάνουμε λάθος χωρίς τη θέλησή μας. ἡμαρτήκασι περὶ τῆς ὄντως οὐσίας θεῶν
= έκαναν λάθος σχετικά με την πραγματική ουσία των θεών.
:=> παράγ. ἁμάρτημα, ἁμαρτία, ἁμαρτωλός, σύνθ. ἀναμάρτητος.
ΝΕ αμαρτάνω «κάνω αμαρτία, ηθική παράβαση».
[σύνθ. λ. στερ. ἁ- + *μερ- (μείρομαι, μόρος) +παρ. επίθ. -άνω, δηλ. *ἁμορτάνω > ἁμαρτάνω, πβ. νη-μερ-τὴς «αναμάρτητος»].
γλσΕλα'αμάρτημα: ἁμάρτημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.αμάρτημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμάρτημα,
* McsElln.αμάρτημα@γλσΕλα,
λάθος: γνώμης ἁμάρτημα
= λάθος στην κρίση.
ΝΕ αμάρτημα.
[παράγ. λ. ἁμαρτάνω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'αμαρτία: ἁμαρτία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αμαρτία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμαρτία,
* McsElln.αμαρτία@γλσΕλα,
1. λάθος: ἁμαρτία δόξης
= λάθος στην κρίση.
2. με τη θρησκευτική σημ. αμαρτία.
ΝΕ αμαρτία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἁμαρτάνω + παρ. επίθ. -ία].ἀμείνων (ὁ, ἡ), ἄμεινον (τό), γεν. ἀμείνονοςΕΠΙΘΕΤΟσυγκριτικός βαθμός του ἀγαθός (βλπ. ἀγαθός).καλύτερος: ἄμεινόν ἐστι καταβαίνειν τοὺς στρατιώτας ἐκ τοῦ χωρίου
= είναι καλύτερο να κατεβούν οι στρατιώτες από τον τόπο αυτόν.
[επίθετο θετικού βαθμού *ἀμείν-, που θεωρήθηκε συγκριτικού, δηλ. δεν έχουμε *ἀμέν-jων> ἀμείνων].
γλσΕλα'άμεμπτος: ἄμεμπτος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άμεμπτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άμεμπτος,
* McsElln.άμεμπτος@γλσΕλα,
άψογος: δεῖπνον ἄμεμπτον παρέθηκας
= παρέθεσες άψογο δείπνο.
:=> παράγ. ἀμέμπτως.
ΝΕ άμεμπτος.
μγ05.σ35
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + μεμπτός (< μέμφομαι +παρ. επίθ. -τός)].
γλσΕλα'άμιλλα: ἅμιλλα, -ίλλης::
* McsElln.ουσιαστικό.άμιλλα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άμιλλα,
* McsElln.άμιλλα@γλσΕλα,
συναγωνισμός (για το ποιος θα υπερισχύσει): ἅμιλλα ἀγαθῶν ἀνδρῶν
= συναγωνισμός γενναίων ανδρών.
ΝΕ άμιλλα.
[παράγ. λ. ἅμα «συγχρόνως» + παρ. επίθ. -ιλλα < *-ιλ-jα με τη σημ. δύο ατόμων που συναγωνίζονται].
γλσΕλα'αμιλλάομαι: ἁμιλλάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.αμιλλάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμιλλάομαι,
* McsElln.αμιλλάομαι@γλσΕλα,
Μέλλ. ἁμιλλήσομαι
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ἡμιλλήθην
Αόρ. μεταγεν. ἡμιλλησάμην
Παρακ. ἡμίλλημαι
1. συναγωνίζομαι (κάποιον): ἁμιλλῶμαί τινα τόξοις
= συναγωνίζομαι κάποιον στην τοξοβολία. 2. προσπαθώ (να πετύχω κάτι).
[παράγ. λ. βλπ. ἅμιλλα + παρ. επίθ. -ομαι].
γλσΕλα'άμουσος: ἄμουσος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άμουσος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άμουσος,
* McsElln.άμουσος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀμουσότερος
Υπερθετικός ἀμουσότατος
1. απαίδευτος, άξεστος.
=> παροιμία τῶν Λειβηθρίων ἀμουσότερος
= πιο άξεστος από τους Λειβηθρίους (δηλώνει τον κατώτατο βαθμό πνευματικής καλλιέργειας).
2. αυτός που δε γνωρίζει μουσική.
3. για ήχους κακόηχος: ἄμουσος ’ῳδή.
:=> παράγ. ἀμουσία, σύνθ. φιλόμουσος.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + μοῦσα + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'άμπελος: ἄμπελος, -έλου::
* McsElln.ουσιαστικό.άμπελος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άμπελος,
* McsElln.άμπελος@γλσΕλα,
1. το κλήμα (το συγκεκριμένο φυτό, που λέγεται και αμπέλι). 2. έκταση γης φυτεμένης με κλήματα, αμπέλι.
:=> παράγ. ἀμπελών, ὁ «αμπέλι, αμπελώνας», σύνθ. ἀμπελουργός, ἀμπελόφυτος.
ΝΕ αμπέλι.
[προελλ., μεσογ. λ.].
γλσΕλα'αμπέxω: ἀμπέχω & ἀμπίσχω::
* McsElln.ρήμα.αμπέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμπέxω,
* McsElln.αμπέxω@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀμφέξω
Αόρ. β΄ ἤμπεσχον
Μέσ. ενεστ. ἀμπέχομαι & ἀμπίσχομαι
Μέσ. παρατ. ἠμπειχόμην
Μέσ. μέλλ. ἀμφέξομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἠμπεσχόμην
1. ντύνω: δούλους ἀμπίσχω
= ντύνω τους δούλους.
= ἐνδύω.
=/ ἐκδύω.
2. μέση φωνή ἀμπέχομαι ντύνομαι, φορώ: τὸ τῆς γυναικὸς ἀμπέχει χιτώνιον;
= φορείς το χιτώνα της γυναίκας σου;
3. περιβάλλω: ἀμπίσχω τινὰ σμικρότητι
= περιβάλλω κάποιον με μικρότητα, δηλαδή δεν τον εκτιμώ.
:=> παράγ. ἀμπεχόνη, ἀμπέχονον.
[σύνθ. λ. ἀμφί + ἔχω > ἀμφέχω > ἀμπέχω, με ανομοίωση δασέων].
γλσΕλα'άμπωτις: ἄμπωτις, -εως & -ιδος::
* McsElln.ουσιαστικό.άμπωτις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άμπωτις,
* McsElln.άμπωτις@γλσΕλα,
το τράβηγμα των θαλάσσιων νερών προς τα μέσα.
=/ παλίρροια.
ΝΕ άμπωτη.
[σύνθ. λ. ἀνά + *πωτ- (< πίνω, πβ. ποτ-όν, ποτ-ίζω), παράγ. ουσ. του ἀναπίνω].
γλσΕλα'αμύνω: ἀμύνω::
* McsElln.ρήμα.αμύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμύνω,
* McsElln.αμύνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤμυνον
Μέλλ. ἀμυνῶ
Αόρ. ἤμυνα
Μέσ. μέλλ. ἀμυνοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἠμυνάμην
1. αποκρούω: ἀμύνω τὸν βάρβαρον
= αποκρούω τους βαρβάρους.
2. μέση φωνή ἀμύνομαι αποκρούω, υπερασπίζω: οἱ περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνόμενοι
= όσοι υπερασπίζουν τα σπίτια τους.
3. μέση φωνή ἀμύνομαι αμύνομαι.
:=> παράγ. ἄμυνα, ἀμυντήριος, ἀμυντικός.
ΝΕ αμύνομαι (σημ. 3).
[σύνθ. λ. αθροιστ. ἀ- + μύνη «πρόφαση»].
γλσΕλα'αμφί: ἀμφὶ::
* McsElln.πρόθεση.αμφί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμφί,
* McsElln.αμφί@γλσΕλα,
1. γύρω από (χρησιμοποιείται κυρίως για ομάδα ατόμων τα οποία περιστοιχίζουν άλλο άτομο): οἱ ἀμφὶ Πρωταγόραν
= οι οπαδοί του Πρωταγόρα.
2. για χρόνο κατά τη διάρκεια: τὸν μὲν ἀμφὶ τὸν χειμῶνα χρόνον διῆγεν ἐν Βαβυλῶνι ἑπτὰ μῆνας
= και κατά τη διάρκεια του χειμώνα περνούσε επτά μήνες στη Βαβυλώνα.
3. για αριθμούς περίπου: ἀμφὶ τὰς δώδεκα μυριάδας
= περίπου 120.000.
4. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. και στις δύο πλευρές: ἀμφίστομος
= αυτός που έχει στόμα και από τη μια και από την άλλη πλευρά.
β. σε όλες τις πλευρές, ολόγυρα: ἀμφιβάλλω
= βάζω κάτι από όλες τις πλευρές.
γ. για χάρη κάποιου, για κάτι: ἀμφιμάχονται τείχους
= μάχονται για το τείχος.
ΝΕ σε σύνθ. λέξεις, λ.χ. αμφίβιος.
[σύνθ. λ. *αμ- (< ἀνά) + παρ. επίθ. -φι, πβ.λατ. ambi].
γλσΕλα'αμφιέννυμι: ἀμφιέννυμι::
* McsElln.ρήμα.αμφιέννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμφιέννυμι,
* McsElln.αμφιέννυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἠμφιέννυν
Μέλλ. ἀμφιῶ (-εῖς, -εῖ)
Αόρ. ἠμφίεσα
Μέσ. μέλλ. ἀμφιέσομαι
Μέσ. αόρ. ἠμφιεσάμην
μγ05.σ36
Παθ. αόρ. ἠμφιέσθην
Παρακ. ἠμφίεσμαι
1. περιβάλλω, ντύνω: ἀμφιέννυμι ἱμάτιόν τινα
= περιβάλλω κάποιον με μανδύα.
= ἐνδύω.
=/ ἐκδύω.
2. μέση φωνή ἀμφιέννυμαι ντύνομαι: ἀρετὴν ἀντὶ ἱματίων ἀμφιέσονται
= θα ντυθούν με αρετή αντί με μανδύες.
:=> παράγ. ἀμφίεσις, ἀμφίεσμα, ἀμφιεσμός.
[σύνθ. λ. ἀμφί + ἕννυμι < *ἕσ-νυ-μι].
γλσΕλα'αμφιθέατρος: ἀμφιθέατρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αμφιθέατρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμφιθέατρος,
* McsElln.αμφιθέατρος@γλσΕλα,
αυτός που έχει θέσεις για θεατές ολόγυρα.
=> ως ουσιαστικό τὸ ἀμφιθέατρον αμφιθέατρο.
ΝΕ αμφιθέατρο.
[σύνθ. λ. ἀμφί + θέατρον].
γλσΕλα'αμφισβητέω: ἀμφισβητέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αμφισβητέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμφισβητέω,
* McsElln.αμφισβητέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠμφεσβήτουν
Μέλλ. ἀμφισβητήσω
Αόρ. ἠμφεσβήτησα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἀμφισβητήσομαι«θα αμφισβητηθώ»
Παθ. αόρ. ἠμφεσβητήθην
1. διαφωνώ: ὁ ἕτερος τῶν λόγων τῷ πρότερον λεχθέντι ἀμφισβητεῖ
= η άλλη εκδοχή διαφωνεί με την εκδοχή που λέχθηκε προηγουμένως. περὶ δὲ τούτων ἠμφεσβήτουν
= σχετικά με αυτά διαφωνούσα.
=> οἱ ἀμφισβητοῦντες οι διάδικοι.
2. αμφισβητώ: ὅτι μὲν οὖν τό γε εἶδος ὅμοιος εἶ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὔτ’ αὐτὸς ἄν που ἀμφισβητήσαις
= ούτε ο ίδιος, Σωκράτη, θα μπορούσες να αμφισβητήσεις ότι τουλάχιστον στην εμφάνιση είσαι όμοιος με αυτούς.
:=> παράγ. ἀμφισβητήσιμος, ἀμφισβήτησις, σύνθ.ἀναμφισβήτητος.
ΝΕ αμφισβητώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρόθ. ἀμφίς (σπάνια μορφή της ἀμφί από το επίρρ. ἀμφίς) + *βατ-, *βητ- (βαίνω, βατός) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'αμφισβήτησις: ἀμφισβήτησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.αμφισβήτησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμφισβήτησις,
* McsElln.αμφισβήτησις@γλσΕλα,
1. αμφισβήτηση: ἀμφισβήτησις ἔσται τίνας ἄρχειν δεῖ
= θα υπάρξει αμφισβήτηση για το ποιοι πρέπει να κυβερνούν.
2. διεκδίκηση (συνήθως κληρονομιάς): τὴν ἀμφισβήτησιν ποιοῦμαι πρός τινα
= διεκδικώ την κληρονομιά από κάποιον.
ΝΕ αμφισβήτηση (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἀμφισβητέω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'αμφότερος: ἀμφότερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.αντωνυμία.αμφότερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αμφότερος,
* McsElln.αμφότερος@γλσΕλα,
σπάνια στον ενικό, κυρίως στον πληθυντικό. ἀμφότεροι, -αι, -α και ο ένας και ο άλλος, και οι δύο: ἀμφότεροι ἤκουσαν Ἀναξαγόρου
= και οι δύο ήταν μαθητές του Αναξαγόρα.
:=> παράγ. ἀμφοτέρωθεν «και από τις δύο πλευρές».
[παράγ. λ. δυικός ἄμφω (< ἀμφί) + παρ. επίθ.-τερος].
γλσΕλα'άν: ἂν::
* McsElln.μόριο.άν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άν,
* McsElln.άν@γλσΕλα,
1. χρησιμοποιείται με οριστική παρελθοντικού χρόνου, για να σχηματίσει τη λεγόμενη δυνητική οριστική, που δηλώνει το μη πραγματικό:
ἦλθες ἄν = θα ερχόσουν (ενν.: αλλά δεν ήλθες).
εἰ μὴ ἐπλούτουν, οὐκ ἂν ἦρχον = αν δεν ήμουν πλούσιος, δε θα κυβερνούσα (όμως κυβερνώ).
ἠγνόεις ἄν, εἰ οὐκ εὖ ἐπαιδεύου = θα αγνοούσες, αν δε λάμβανες καλή παιδεία (όμως δεν αγνοείς).
2. χρησιμοποιείται με ευκτική, για να σχηματιστεί η λεγόμενη δυνητική ευκτική, που δηλώνει αυτό που είναι πιθανό να συμβεί στο μέλλον: πολλὴ ἂν ἀλογία εἴη, εἰ οὗτοι φοβοῖντο τὰ μειράκια=θα είναι μεγάλη αφροσύνη, αν αυτοί φοβούνται τα παιδιά.
3. με δυνητική σημασία γενικά
ἡδέως δ’ ἂν ἐροίμην Λεπτίνην = με ευχαρίστηση θα ρωτούσα το Λεπτίνη.
4. ως ήπια προσταγή, προτροπή ή παράκληση
λέγοις ἄν = λέγε, σε παρακαλώ.
5. με απαρέμφατο ή μετοχή
οἴεσθε τὸν πατέρα οὐκ ἂν φυλάττειν; = νομίζετε ότι ο πατέρας δε θα διαφύλαττε αυτά;
πόλλ’ ἂν ἔχων ἕτερἐἰπεῖν παραλείπω = αν και πολλά θα μπορούσα να πω, τα παραλείπω.
6. όταν βρίσκεται μετά το εἰ, συγχωνεύονται τα δύο μόρια (εἰ + ἄν) και έτσι προκύπτουν τα ἄν, ἐάν, ἤν. Αυτά συντάσσονται με υποτακτική: ἢν ἐγγὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θν'ήσκειν
= αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δε θέλει να πεθάνει.
7. σε χρονικές προτάσεις με υποθετική σημασία, το ἂν συγχωνεύεται με τα ὅτε, ὁπότε, ἐπεί, ἐπειδή και έτσι προκύπτουν αντίστοιχα τα ὅταν, ὁπόταν, ἐπήν / ἐπάν, ἐπειδὰν που συντάσσονται με υποτακτική.
8. σε τελικές προτάσεις που εισάγονται με τα αναφορικά επιρρήματα ὡς, ὅπως, ἕως το ἂν εμφανίζεται κάποτε: ὅπως ἂν φαίνηται κάλλιστος
= για να φαίνεται πάρα πολύ ωραίος.
9. χρησιμοποιείται με οριστική παρατατικού ή οριστική αορίστου, για να δηλώσει πράξη που επαναλαμβάνεται στο παρελθόν: διηρώτων ἂν αὐτοὺς τί λέγοιεν
= κάθε φορά τούς ρωτούσα τι έλεγαν. [συγγεν. με λατ. an, γοτθ. an].
===
γλσΕλα:άν_μόριο:
* ἄν, Πιθανολογικό - Αοριστολογικό,
* ἄν, Ερωτηματικό,
γλσΕλα'ανά: ἀνὰ::
* McsElln.πρόθεση.ανά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανά,
* McsElln.ανά@γλσΕλα,
1. τοπικά κατά μήκος, σε όλη την έκταση: ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα
= σε ολόκληρη την Ελλάδα.
2. χρονικά στη διάρκεια: ἀνὰ πᾶσαν τὴν ἡμέραν
= σε όλη τη διάρκεια της ημέρας.
μγ05.σ37
3. με αριθμητικά εκφράζει καταμερισμό σε τμήματα ανά, κατά: ἔστησαν ἀνὰ ἑκατόν
= στάθηκαν ανά εκατό.
4. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. πάνω σε, προς τα πάνω, πάνω, π.χ. ἀναβαίνω.
β. αύξηση ή ενίσχυση, π.χ. ἀνακρίνω.
γ. επανάληψη, βελτίωση, π.χ. ἀναβιόω.
δ. προς τα πίσω, π.χ. ἀναλαμβάνω «παίρνω πίσω, ανακτώ» βλπ. ἀναλαμβάνω (σημ. 3).
ΝΕ λόγ. ανά.
[ΙΕ προέλευσης, πβ. αρχ. περσ. ana, γοτθ.ana].
γλσΕλα'αναβαίνω: ἀναβαίνω::
* McsElln.ρήμα.αναβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναβαίνω,
* McsElln.αναβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. ανεβαίνω: ἀναβαίνει εἰς τὸ τεῖχος
= ανεβαίνει στο τείχος.
= ἀνέρχομαι.
=/ καταβαίνω.
2. μεταβαίνω από τα παράλια στο εσωτερικό μιας χώρας (συνήθως της Μικράς Ασίας): ἀναβαίνει οὖν ὁ Κῦρος λαβὼν Τισσαφέρνη ὡς φίλον
= μεταβαίνει προς την Κεντρική Ασία λοιπόν ο Κύρος, παίρνοντας μαζί του και τονΤισσσαφέρνη, με την ιδέα ότι είναι φίλος του.
=/ καταβαίνω «μεταβαίνω από τα μεσόγεια προς τα παράλια».
3. ως αττικός νομικός όρος ἀναβαίνω (ἐπὶ τὸ βῆμα) ανέρχομαι στο βήμα, σηκώνομαι να μιλήσω.
=/ καταβαίνω «κατεβαίνω από το βήμα, σταματώ να αγορεύω».
:=> παράγ. ἀναβάτης, ἀναβαθμός, ἀνάβασις.
ΝΕ ανεβαίνω (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. ἀνά + βαίνω].
γλσΕλα'αναβάλλω: ἀναβάλλω::
* McsElln.ρήμα.αναβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναβάλλω,
* McsElln.αναβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. ρίχνω προς τα πάνω: ἐκ τοῦ ὀρύγματος ἀνέβαλλον τὸν χοῦν
= από το χαντάκι έριχναν το χώμα προς τα πάνω (προς τα χείλη του).
2. ανεβάζω: οὐδεὶς ἄλλος βασιλέα ἐπὶ τὸν ἵππον ἀνέβαλλεν
= κανένας άλλος δεν ανέβαζε το βασιλιά στο άλογο.
3. μέση φωνή ἀναβάλλομαι αναβάλλω: εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβάλλομαι τὴν δίαιταν
= αναβάλλω για την επόμενη μέρα τη διαιτησία.
4. μέση φωνή ἀναβάλλομαι ρίχνω πάνω στους ώμους μου το πανωφόρι (έτσι ώστε να κρέμεται δημιουργώντας πτυχές): τὴν χλαῖναν ἀναβαλοῦ
= ρίξε επάνω σου τη χλαίνη.
:=> παράγ. ἀναβολή, ἀναβολεύς.
ΝΕ αναβάλλω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἀνά + βάλλω].
γλσΕλα'ανάβασις: ἀνάβασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ανάβασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάβασις,
* McsElln.ανάβασις@γλσΕλα,
1. ανάβαση.
=/ κατάβασις, κάθοδος. 2. εκστρατεία που εκκινεί από τα παράλια και κατευθύνεται προς το εσωτερικό της χώρας(ιδιαίτερα προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, όπως ήταν η εκστρατεία του Κύρου του νεότερου, την οποία εξιστορεί ο Ξενοφώντας στο έργο τουΚύρου ἀνάβασις).
:=> παράγ. ἀναβάσιμος, ἀναβασμός.
ΝΕ ανάβαση (με τη σημ. 1).
[ἀνά- + βάσις < βαίνω ως παράγ. λ. του ἀναβαίνω].
γλσΕλα'αναβιβάζω: ἀναβιβάζω::
* McsElln.ρήμα.αναβιβάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναβιβάζω,
* McsElln.αναβιβάζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βιβάζω
1. ανεβάζω: ἀναβιβάζω τινὰ ἐπὶ τὸν τροχόν
= ανεβάζω κάποιον στον τροχό (για να τον βασανίσω).
=/ καταβιβάζω.
2. στην ενεργ. και τη μέση φωνή ἀναβιβάζω & ἀναβιβάζομαι παρουσιάζω (προσάγω) κάποιον στο δικαστήριο ως μάρτυρα: βούλομαι τούτους ὑμῖν μάρτυρας ἀναβιβάσαι
= θέλω να παρουσιάσω αυτούς ως μάρτυρες σ’ εσάς.
:=> παράγ. ἀναβιβασμός, ἀναβίβασις, ἀναβιβαστέον, σύνθ. συναναβιβάζω.
ΝΕ ανεβάζω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀνά + βιβάζω].
γλσΕλα'αναβιόω: ἀναβιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αναβιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναβιόω,
* McsElln.αναβιόω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βιόω επανέρχομαι στη ζωή, ζω ξανά μια κατάσταση: καὶ ἐπειδὴ ἀνεβίω, ἀποδρᾶσα ἐκ τῆς οἰκίας ’'ώχετο
= και όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της, δραπέτευσε αμέσως από το σπίτι της.
:=> παράγ. ἀναβίωσις, ἀναβιώσιμος, σύνθ. ἐπαναβιόω.
ΝΕ αναβιώνω.
[σύνθ. λ. ἀνά + βιόω].
γλσΕλα'αναβολεύς: ἀναβολεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.αναβολεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναβολεύς,
* McsElln.αναβολεύς@γλσΕλα,
υπηρέτης (ή όργανο) που βοηθά κάποιον να ιππεύσει το άλογο: ἵππου χωρὶς ἀναβολέως ἐπέβαινε
= ίππευε το άλογο χωρίς τη βοήθεια του αναβολέα.
ΝΕ αναβολέας.
[παράγ. του βλπ. ἀναβάλλω «ωθώ προς τα πάνω»: ἀνά + βολ- + -εύς].
γλσΕλα'αναγιγνώσκω: ἀναγιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.αναγιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναγιγνώσκω,
* McsElln.αναγιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω διαβάζω: τὰ ὀνόματα ὑμῖν ἀναγνώσομαι τῶν ἀνδρῶν
= θα σας διαβάσω τα ονόματα των ανδρών.
=> τὰ βιβλία τὰ ἀνεγνωσμένα τα βιβλία τα οποία έχουν διαβαστεί (μεγαλοφώνως, μπροστά σε ακροατήριο, και άρα έχουν δημοσιευτεί).
:=> παράγ. ἀνάγνωσις, ἀναγνώστης, ἀναγνωστέον, ἀναγνωστικός, σύνθ. συναναγιγνώσκω.
[σύνθ. λ. ἀνά + γιγνώσκω].
γλσΕλα'αναγκαίος: ἀναγκαῖος, -αία & -αῖος, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.αναγκαίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναγκαίος,
* McsElln.αναγκαίος@γλσΕλα,
1. αναγκαστικός.
= ἄκων, ἀκούσιος.
=/ ἑκών,ἑκούσιος, αὐτόβουλος.
2. πειστικός: ἀναγκαῖαι ἀποδείξεις
= πειστικές αποδείξεις.
μγ05.σ38
3. αναγκασμένος, με το ζόρι: πολεμισταὶ ἀναγκαῖοι
= στρατιώτες με το ζόρι.
4. απαραίτητος.
=> τὰ ἀναγκαῖα τα αναγκαία αγαθά για την ανθρώπινη διαβίωση. οἱ ἀναγκαῖοι οι συγγενείς.
:=> παράγ. ἀναγκαίως, ἀναγκαιότης.
ΝΕ αναγκαίος (με τη σημ. 4).
[παράγ. λ. ἀνάγκη + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'ανάγκη: ἀνάγκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ανάγκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάγκη,
* McsElln.ανάγκη@γλσΕλα,
1. εξαναγκασμός, ανάγκη, αναγκαιότητα.
= βία.
=> ως επίρρημα ἀνάγκῃ αναγκαστικά.
2. στον πληθ. αἱ ἀνάγκαι βία, τιμωρία (ιδιαίτερα για βασανιστήρια): προσάγω τινὶ τὰς ἀνάγκας
= χρησιμοποιώ βία εναντίον κάποιου.
:=> παράγ. ἀναγκάζω, ἀναγκαῖος, σύνθ. πειθανάγκη.
[ίσως ἀν- (< ἀνά) + *-άγκη (πβ. ἀγκών) με τη σημ. «σύλληψη μέσα στα μπράτσα»].
γλσΕλα'αναγράφω: ἀναγράφω::
* McsElln.ρήμα.αναγράφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναγράφω,
* McsElln.αναγράφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γράφω
1. για συνθήκες και νόμους εγχαράσσω και στήνω δημόσια: τὰς ξυνθήκας τὰς περὶ τῆς ξυμμαχίας ἀνέγραψαν ἐν στήλῃ λιθίνῃ
= εγχάραξαν τις συμφωνίες για τη συμμαχία σε πέτρινη στήλη.
2. για συγγραφέα περιγράφω: οὐδὲ ταῦτα ἐς τὸ ἀληθὲς ἀνέγραψαν
= ούτε αυτά τα περιέγραψαν με τρόπο αληθινό.
ΝΕ αναγράφω (με σημ. παραπλήσια προς τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἀνά + γράφω].
γλσΕλα'ανάγω: ἀνάγω::
* McsElln.ρήμα.ανάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάγω,
* McsElln.ανάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. οδηγώ προς τα πάνω, ανεβάζω: ἀνάγω πελταστὰς πρὸς τὸ ὄρος
= ανεβάζω πελταστές στο βουνό.
2. οδηγώ από τα παράλια (ιδιαίτερα της Μικράς Ασίας) στο εσωτερικό της χώρας ή από τον Πειραιά προς την Αθήνα: Φαρνάβαζος κατεῖχε τοὺς πρέσβεις, φάσκων ἀνάξειν αὐτοὺς παρὰ βασιλέα
= ο Φαρνάβαζος κρατούσε τους απεσταλμένους, λέγοντας ότι θα τους οδηγήσει στο βασιλιά.
3. μέση φωνή ἀνάγομαι αποπλέω, σηκώνω άγκυρα: ἐπλήρουν τὰς ναῦς ὡς ἀναξόμενοι
= έμπαιναν στα καράβια, γιατί επρόκειτο να σηκώσουν άγκυρα.
= ἀποπλέω, ἀπαίρω «αποπλέω».
=/ κατάγομαι «φτάνω στην ξηρά».
:=> παράγ. ἀναγωγὴ «απόπλους», σύνθ. συνάγω.
ΝΕ ανάγομαι (για χρόνο, πηγαίνω πίσω).
[σύνθ. λ. ἀνά + ἄγω].
γλσΕλα'ανάθεσις: ἀνάθεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ανάθεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάθεσις,
* McsElln.ανάθεσις@γλσΕλα,
τοποθέτηση κάποιου πράγματος σε δημόσιο χώρο, προσφορά αναθημάτων σε ναούς: τρίποδος ἀνάθεσις
= προσφορά τρίποδα.
ΝΕ ανάθεση (λ.χ. εργασίας, καθηκόντων κτλ.).
[σύνθ. λ. ἀνά + θέσις < τίθημι].
γλσΕλα'αναθεωρέω: ἀναθεωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αναθεωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναθεωρέω,
* McsElln.αναθεωρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. θεωρέω εξετάζω προσεκτικά.
:=> παράγ. ἀναθεώρησις «προσεκτική εξέταση».
ΝΕ αναθεωρώ (λ.χ. μια άποψη κτλ.).
[παράγ. λ. ἀνά + θεωρέω].
γλσΕλα'ανάθημα: ἀνάθημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ανάθημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάθημα,
* McsElln.ανάθημα@γλσΕλα,
αφιέρωμα που προσφέρεται σε ναό ή στήνεται σε δημόσιο χώρο.
= ἀφιέρωμα.
[παράγ. λ. ἀνά + *θη- (ἀνα-τί-θη-μι) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'αναθηματικός: ἀναθηματικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αναθηματικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναθηματικός,
* McsElln.αναθηματικός@γλσΕλα,
αυτός που συνίσταται σε ἀναθήματα.
[παράγ. λ. ἀνάθημα, -ατος + παρ. επίθ. -ικός].ἀναθρέω -ῶ παρατηρώ με προσοχή: μόνον τῶν θηρίων ὀρθῶς ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος ὠνομάσθη ἀναθρῶν ἃ ὄπωπεν
= από όλα τα ζώα μόνον ο άνθρωπος ορθώς ονομάστηκε «άνθρωπος», επειδή παρατηρεί προσεκτικά (= ἀναθρῶν)αυτά που έχει δει (= ὄπωπεν).
:=> παράγ. ἀνάθρησις.
[παράγ. λ. ἀνά + ἀθρέω].
γλσΕλα'αναίδεια: ἀναίδεια & ἀναιδεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αναίδεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναίδεια,
* McsElln.αναίδεια@γλσΕλα,
αναίδεια, αδιαντροπιά: εἰς τοῦθ' ἧκεν ἀναιδείας, ὥστ' ἐτόλμα λέγειν...
= έφτασε σε αυτό το σημείο αναίδειας, ώστε τολμούσε να λέει...
=> λίθος ἀναιδείας πέτρα στον Άρειο Πάγο, επάνω στην οποία στεκόταν ο κατήγορος, όταν απαιτούσε από το δικαστήριο να επιβάλει τη μέγιστη δυνατή ποινή που προέβλεπε ο νόμος στο άτομο που κατηγορούσε για ανθρωποκτονία.
ΝΕ αναίδεια.
[παράγ. λ. ἀναιδής (στερ. ἀ + αἰδώς) + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'αναίρεσις: ἀναίρεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.αναίρεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναίρεσις,
* McsElln.αναίρεσις@γλσΕλα,
1. περισυλλογή (ιδίως πτωμάτων για ενταφιασμό): νεκρῶν ἀναίρεσις
= περισυλλογή των νεκρών.
2. καταστροφή: τῶν τειχῶν ἀναίρεσις
= καταστροφή των τειχών.
3. θανάτωση.
ΝΕ αναίρεση «ακύρωση» (λ.χ. νόμου, επιχειρήματος με σημ. παρόμοια με τη 2).
[σύνθ. λ. ἀνά + αἵρεσις].
γλσΕλα'αναιρέω: ἀναιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αναιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναιρέω,
* McsElln.αναιρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ
μγ05.σ39
1. σηκώνω από το έδαφος: τῶν τεθνεώτων τὰ ὀστᾶ ἀνεῖλον
= σήκωσαν από τη γη τα κόκαλα των πεθαμένων.
2. για ανθρώπους καταστρέφω, σκοτώνω: τοὺς τούτων μηνυτὰς ἀναιροῦσι
= σκοτώνουν όσους αποκαλύπτουν αυτά τα πράγματα.
3. καταργώ: τοὺς μὲν ἀναιροῦσιν τῶν νόμων, τοὺς δὲ καταλείπουσιν
= μερικούς νόμους τους καταργούν και άλλους τους αφήνουν σε ισχύ.
4. για επιχείρημα αναιρώ.
5. για χρησμούς ορίζω, δίνω εντολή: χρωμένῳ δὲ τῷ Κύλωνι ἀνεῖλεν ὁ θεὸς καταλαβεῖν τὴν Ἀθηναίων ἀκρόπολιν
= στον Κύλωνα, που ζητούσε χρησμό, ο Απόλλωνας όρισε να καταλάβει την Ακρόπολη των Αθηναίων.
6. μέση φωνή ἀναιροῦμαι περισυλλέγω για ενταφιασμό: τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς ἀνείλοντο
= περισυνέλεξαν τους νεκρούς τους για ενταφιασμό.
7. μέση φωνή ἀναιροῦμαι αναλαμβάνω: ἀναιροῦμαι δημόσιον ἔργον
= αναλαμβάνω δημόσιο έργο.
8. μέση φωνή ἀναιροῦμαι ακυρώνω: τὴν συγγραφὴν ἀνείλετο
= ακύρωσε τη συμφωνία.
:=> παράγ. ἀναίρεσις, ἀναιρετικός, ἀναιρέτης, σύνθ. συναναιρέω.
ΝΕ αναιρώ (με τις σημ. 3 και 4).
[σύνθ. λ. ἀνά + αἱρέω].
γλσΕλα'αναίσθητος: ἀναίσθητος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αναίσθητος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναίσθητος,
* McsElln.αναίσθητος@γλσΕλα,
1. αυτός που στερείται αίσθησης: ἀναίσθητος τῶν περὶ αὐτόν
= δεν έχει αίσθηση για το τι συμβαίνει γύρω του.
2. αμβλύνους, ανόητος: οἱ κατάπτυστοι Θετταλοὶ καὶ ἀναίσθητοι Θηβαῖοι
= εκείνοι οι αχρείοι Θεσσαλοί και εκείνοι οι ανόητοι Θηβαίοι.
= εὐήθης «ηλίθιος».
3. ανεπαίσθητος: ἀναίσθητος θάνατος
= θάνατος που δε γίνεται αντιληπτός.
:=> παράγ. ἀναισθησία, ἀναισθήτως.
ΝΕ αναίσθητος.
[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + αἰσθητός (< αἰσθάνομαι+ παρ. επίθ. -τός)].
γλσΕλα'αναίσxυντος: ἀναίσχυντος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.αναίσxυντος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναίσxυντος,
* McsElln.αναίσxυντος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀναισχυντότερος
Υπερθετικός ἀναισχυντότατος
1. για πρόσωπα αδιάντροπος: οὕτω δ’ ἀναίσχυντός ἐστιν, ὥστε...
= είναι τόσο αδιάντροπος, ώστε...
2. για πράγματα ατιμωτικός.
:=> παράγ. ἀναισχύντως «χωρίς ντροπή», ἀναισχυντέω «είμαι αναιδής, αδιάντροπος».
ΝΕ λόγ. αναίσχυντος (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + αἰσχύν-ομαι + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'ανακαλέω: ἀνακαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ανακαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανακαλέω,
* McsElln.ανακαλέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. καλέω -ῶ
1. επικαλούμαι: εὔχομαι τῷ Ἀπόλλωνι τὰς ἐπωνυμίας τοῦ θεοῦ ἀνακαλῶν
= προσεύχομαι στον Απόλλωνα επικαλούμενος τους λατρευτικούς τίτλους του θεού.
2. καλώ πίσω, ανακαλώ: διὰ ταῦτα ἀνεκάλεσαν αὐτόν
= για τους λόγους αυτούς τον κάλεσαν πίσω.
:=> παράγ. ἀνάκλησις, ἀνακλητικός, σύνθ. ἐπανακαλέω.
ΝΕ ανακαλώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀνά + καλέω].
γλσΕλα'ανάκειμαι: ἀνάκειμαι::
* McsElln.ρήμα.ανάκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάκειμαι,
* McsElln.ανάκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι
1. είμαι τοποθετημένος ως προσφορά ή αφιέρωμα στο ναό κάποιου θεού: τῆς ἀρετῆς τὰ μνημεῖα πρὸς τοῖς ὑμετέροις ἱεροῖς ἀνάκειται
= τα μνημεία της αρετής του είναι τοποθετημένα ως αφιερώματα στα δικά σας ιερά.
2. εξαρτώμαι: ἐπὶ σοὶ τάδε πάντα ἀνάκειται
= από σένα εξαρτώνται όλα αυτά.
3. είμαι πλαγιασμένος, ανακεκλιμένος (βλπ. ἀναπίπτω).
[σύνθ. λ. ἀνά + κεῖμαι].
γλσΕλα'ανακλίνω: ἀνακλίνω::
* McsElln.ρήμα.ανακλίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανακλίνω,
* McsElln.ανακλίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κλίνω είμαι γερμένος προς τα πίσω στηριζόμενος στον αγκώνα μου (σε στάση ανάπαυσης ή φαγητού, βλπ. ἀναπίπτω).
= ἀνάκειμαι.
:=> παράγ. ἀνάκλισις, ἀνάκλιντρον, σύνθ. συνανακλίνομαι.
[σύνθ. λ. ἀνά + κλίνω].
γλσΕλα'ανακομιδή: ἀνακομιδή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ανακομιδή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανακομιδή,
* McsElln.ανακομιδή@γλσΕλα,
ανάκτηση: τῶν πλοίων ἀνακομιδή
= ανάκτηση των πλοίων.
ΝΕ ανακομιδή (των λειψάνων ενός αγίου).
[σύνθ. λ. ἀνά + κομιδή].
γλσΕλα'ανακράζω: ἀνακράζω::
* McsElln.ρήμα.ανακράζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανακράζω,
* McsElln.ανακράζω@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀνακράξομαιΓια τους άλλους χρόνους βλπ. κράζω φωνάζω δυνατά, κραυγάζω: ἀνέκραγον ὡς εὖ λέγοι
= φώναξαν δυνατά ότι ομιλεί ορθά.
[σύνθ. λ. ἀνά + κράζω].
γλσΕλα'αναλαμβάνω: ἀναλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.αναλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναλαμβάνω,
* McsElln.αναλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω εύχρηστο στον ενεστώτα και τον αόριστο β΄.
1. παίρνω στα χέρια μου ή μαζί μου: καὶ ἀναλαβόντες αὐτοὺς οἱ Συρακόσιοι ἐπὶ τὰς ναῦς παρέπλεον ἐπ’ οἶκον
= οι Συρακούσιοι, αφού τους πήραν στα πλοία, έπλευσαν προς την πόλη τους.
= αἱρέω (σημ. 1), λαμβάνω.
2. αναλαμβάνω: τὴν προξενίαν ἀναλαμβάνω.
3. παίρνω πίσω, επανακτώ: τὴν ἀρχὴν ἣν πρότερον ἐκεκτήμεθα ἀναλαβεῖν βουλόμεθα
μγ05.σ40
= θέλουμε να επανακτήσουμε την ηγεμονία που είχαμε προηγουμένως.
:=> παράγ. ἀνάληψις, ἀνάλημμα, σύνθ. συναναλαμβάνω.
ΝΕ αναλαμβάνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀνά + λαμβάνω].
γλσΕλα'αναλίσκω: ἀναλίσκω & ἀναλόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αναλίσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναλίσκω,
* McsElln.αναλίσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀνήλισκον & ἀνήλουν
Μέλλ. ἀναλώσω
Αόρ. ἀνήλωσα
Παρακ. ἀνήλωκα
Παθ. μέλλ. ἀναλωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἀνηλώθην & ἀναλώθην
Παθ. παρακ. ἀνήλωμαι & ἀνάλωμαι
1. ξοδεύω: τρεῖς μνᾶς ἀνήλωσα
= ξόδεψα τρεις μνες.
= δαπανάω.
2. για πρόσωπα σκοτώνω: καὶ ἄλλους τινὰς ἀνεπιτηδείους τῷ αὐτῷ τρόπῳ κρύφα ἀνήλωσαν
= κατά τον ίδιον τρόπο σκότωσαν κρυφά και μερικούς άλλους ανεπιθύμητους.
:=> παράγ. ἀνάλωμα, ἀνάλωσις, ἀναλωτέος,ἀναλωτής, ἀναλωτικός, σύνθ. συναναλίσκω,ἐπαναλίσκω.
ΝΕ αναλώνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀνά + ἁλίσκω].ἀναμένωΓια τους χρόνους βλπ. μένω περιμένω.
ΝΕ αναμένω.
[σύνθ. λ. ἀνά + μένω].
γλσΕλα'αναμιμνήσκω: ἀναμιμν'ήσκω::
* McsElln.ρήμα.αναμιμνήσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναμιμνήσκω,
* McsElln.αναμιμνήσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μιμνήσκω
1. υπενθυμίζω: οἱ Ἐγεσταῖοι ξυμμαχίαν ἀνέμνησαν τοὺς Ἀθηναίους
= οι Εγεσταίοι υπενθύμισαν στους Αθηναίους τη συμμαχία τους.ἀναμιμν'ήσκω ὑμᾶς τῶν κακῶν
= σας υπενθυμίζω τα κακά.
2. υπενθυμίζω, αναφέρω: πάντα ὅσα ἐναντίαΘηβαίοις ἐπράξατε ἀναμιμν'ήσκουσιν
= αναφέρουν όλα όσα εχθρικά προς τους Θηβαίους πράξατε.
3. παθ. φωνή ἀναμιμν'ήσκομαι θυμάμαι: ἐν δὲ τῷ κακῷ ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους
= κατά τη διάρκεια της συμφοράς θυμήθηκαν και τον ακόλουθο στίχο. ἀνεμνήσθην τὰ νῦν γεγενημένα
= θυμήθηκα όσα έχουν γίνει πρόσφατα.
:=> παράγ. ἀνάμνησις, ἀναμνηστικός.
[σύνθ. λ. ἀνά + μιμνήσκω (χωρίς υπογεγραμμένη)].
γλσΕλα'αναμίξ: ἀναμὶξ::
* McsElln.επίρρημα.αναμίξ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναμίξ,
* McsElln.αναμίξ@γλσΕλα,
ανάμεικτα: Πελοποννήσιοι καὶ Ἀμβρακιῶται ἀναμὶξ τεταγμένοι ἦσαν
= οι Πελοποννήσιοι και οι Αμβρακιώτες ήταν παρατεταγμένοι ανάμεικτα.
[σύνθ. λ. ἀνά + επίρρ. μίξ].
γλσΕλα'άνανδρος: ἄνανδρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άνανδρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άνανδρος,
* McsElln.άνανδρος@γλσΕλα,
1. ως ουσιαστικό ἡ ἄνανδρος γυναίκα χωρίς σύζυγο, δηλαδή ανύπαντρη ή χήρα.
2. δειλός.
=/ ἀνδρεῖος.
:=> παράγ. ἀνανδρία, ἀνάνδρως.
ΝΕ άνανδρος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + ανδρ- (< ἀνήρ) + -ος].
γλσΕλα'ανανεύω: ἀνανεύω::
* McsElln.ρήμα.ανανεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανανεύω,
* McsElln.ανανεύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νεύω κλίνω το κεφάλι προς τα πίσω σε ένδειξη άρνησης: ἐδεόμην σῶσαι μοι τὸν Ζώσιμον· ὁ θε-ὸς ἀνένευσεν
= παρακαλοῦσα να μου σώσει το Ζώσιμο· ο θεός το αρνήθηκε.
=/ κατανεύω.
[σύνθ. ἀνά + νεύω].
γλσΕλα'ανανήφω: ἀνανήφω::
* McsElln.ρήμα.ανανήφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανανήφω,
* McsElln.ανανήφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νήφω
1. γίνομαι πάλι νηφάλιος (έπειτα από μέθη): ἐκ μακρᾶς ἀνανήφω μέθης
= αποκτώ τη νηφαλιότητά μου έπειτα από μεγάλη μέθη.
2. επανέρχομαι στα λογικά μου: ἀνανήφω ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος
= επανέρχομαι στα λογικά μου ξεφεύγοντας από την παγίδα του διαβόλου.
:=> παράγ. ἀνάνηψις.
[σύνθ. λ. ἀνά + νήφω].
γλσΕλα'ανάντης: ἀνάντης, -ης, ἄναντες::
* McsElln.επίθετο.ανάντης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάντης,
* McsElln.ανάντης@γλσΕλα,
ανηφορικός, απότομος: ἀνάντης ἀνάβασις
= ανηφορική ανάβαση.
=/ κατάντης «κατηφορικός».
[σύνθ. λ. ἀνά + ἀντ- (πβ. ἄντα «έναντι») + -ης].
γλσΕλα'άναξ: ἄναξ, ἄνακτος::
* McsElln.ουσιαστικό.άναξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άναξ,
* McsElln.άναξ@γλσΕλα,
μόνον στον ποιητικό λόγο.κύριος, αφέντης (χρησιμοποιείται κυρίως ως προσδιορισμός θεών και βασιλέων).
:=> παράγ. ἀνάσσω, ἄνασσα, ἀνάκτορον.
[προελλ. δάν. Fάναξ].
γλσΕλα'ανάπαλιν: ἀνάπαλιν::
* McsElln.επίρρημα.ανάπαλιν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάπαλιν,
* McsElln.ανάπαλιν@γλσΕλα,
1. πίσω πάλι.
2. πάλι, ξανά: ὧδε δὴ ἀνάπαλιν ἄκουε
= άκουσέ το πάλι κατ’ αυτόν τον τρόπο.
3. αντίθετα, αντίστροφα: ὅταν ἀνάπαλιν ἡ γένεσις τούτων πορεύηται, τότε ταῦτα διαφθείρεται
= όταν η δημιουργία αυτών κινείται αντίστροφα, τότε αυτά καταστρέφονται.
[σύνθ. λ. ἀνά + πάλιν].
γλσΕλα'ανάπαυλα: ἀνάπαυλα, -παύλης::
* McsElln.ουσιαστικό.ανάπαυλα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάπαυλα,
* McsElln.ανάπαυλα@γλσΕλα,
1. ξεκούραση: καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα
= και εξασφαλίσαμε για το πνεύμα μας πάρα πολλούς τρόπους ξεκούρασης από τους κόπους.
μγ05.σ41
2. τόπος ξεκούρασης: καὶ ἀνάπαυλαι κατὰ τὴν ὁδὸν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς δένδρεσί εἰσι σκιαραί
= και στο δρόμο υπάρχουν δροσερά αναπαυτήρια, κάτω από τα ψηλά δέντρα.
ΝΕ ανάπαυλα (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., ίσως παράγ. λ. ἀναπαύ-ομαι +-λα].
γλσΕλα'αναπείθω: ἀναπείθω::
* McsElln.ρήμα.αναπείθω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπείθω,
* McsElln.αναπείθω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πείθω
1. πείθω: ἀναπείθω τοὺς νέους ὡς σοφώτατός εἰμι
= πείθω τους νέους ότι είμαι σοφότατος.
2. παρασύρω: κἀνέπειθον τῶν Λακώνων τοὺς μεγίστους χρήμασιν
= και αποπλανούσαν τους πιο ισχυρούς από τους Σπαρτιάτες με χρήματα.
[σύνθ. λ. ἀνά + πείθω].
γλσΕλα'αναπέμπω: ἀναπέμπω::
* McsElln.ρήμα.αναπέμπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπέμπω,
* McsElln.αναπέμπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πέμπω στέλνω από τόπο χαμηλότερο σε τόπο ψηλότερο ή από τα παράλια στο εσωτερικό μιας χώρας (και ιδίως της Μικράς Ασίας): φρουροὺς εἰς τὰ ἄκρα ἀνέπεμπε
= έστελνε φρουρούς στις κορυφές. αὐτοὺς ἔμελλεν ὡς βασιλέα ἀναπέμψειν
= αυτούς σκόπευε να τους στείλει στο βασιλιά.
:=> παράγ. ἀναπομπή, σύνθ. προαναπέμπω.
ΝΕ αναπέμπω (στέλνω κάτι για επανεξέταση κτλ.).
[σύνθ. λ. ἀνά + πέμπω].
γλσΕλα'αναπετάννυμι: ἀναπετάννυμι & ἀναπεταννύω::
* McsElln.ρήμα.αναπετάννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπετάννυμι,
* McsElln.αναπετάννυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πετάννυμι ξεδιπλώνω: τὰς πύλας ἀναπεταννύω
= ξεδιπλώνω (ανοίγω) τις πύλες.
=> μετοχή παθ. παρακ. ἀναπεπταμένος ανοικτός: τὰ ὄμματα ἔχω ἀναπεπταμένα
= έχω τα μάτια ανοικτά.
:=> παράγ. ἀναπεπταμένως.
ΝΕ λόγ. μτχ. αναπεπταμένος.
[σύνθ. λ. ἀνά + πετάννυμι].
γλσΕλα'αναπίμπλημι: ἀναπίμπλημι::
* McsElln.ρήμα.αναπίμπλημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπίμπλημι,
* McsElln.αναπίμπλημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίμπλημι γεμίζω: αἰσχύνης ὅλην ἀναπίμπλησι τὴν πόλιν
= γεμίζει ολόκληρη την πόλη από ντροπή.
= πληρόω.
=/ κενόω.
:=> παράγ. ἀνάπλεως «γεμάτος».
[σύνθ. λ. ἀνά + πίμπλημι].
γλσΕλα'αναπίπτω: ἀναπίπτω::
* McsElln.ρήμα.αναπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπίπτω,
* McsElln.αναπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. πέφτω προς τα πίσω.
2. αποκαρδιώνομαι: δέδοικα μὴ νῦν ἀναπεπτωκότες ἦτε
= φοβούμαι μήπως έχετε τώρα αποκαρδιωθεί.
3. ανακλίνομαι (δηλ. κάθομαι γέρνοντας την πλάτη μου προς τα πίσω και στηρίζομαι στον αγκώνα μου. Αυτή τη στάση έπαιρναν οι αρχαίοι για να γευματίσουν): μετὰ ταῦτ’ ἀναπεσεῖν ἐκέλευον αὐτὴν παρ’ ἐμέ
= έπειτα από αυτά, της είπα να κάτσει δίπλα μου.
[σύνθ. λ. ἀνά + πίπτω].
γλσΕλα'ανάπλεως: ἀνάπλεως, ἀναπλέα, ἀνάπλεων::
* McsElln.επίθετο.ανάπλεως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάπλεως,
* McsElln.ανάπλεως@γλσΕλα,
γεμάτος: σκότους ἀνάπλεως ἔχω τοὺς οφθαλμούς
= έχω τα μάτια γεμάτα από σκοτάδι.
= πλήρης.
[σύνθ. λ. ἀνά + πλέως/πλέος, πβ. πλῆ-θος, πλή-ρης, πλέ-ον].
γλσΕλα'αναπληρόω: ἀναπληρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αναπληρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπληρόω,
* McsElln.αναπληρόω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πληρόω
1. γεμίζω: ἀναπληροῖς τὸ κεχηνὸς τοῦ ‘ρυθμοῦ
= γεμίζεις το χάσμα του ρυθμού.
= πίμπλημι«γεμίζω», πληρόω «γεμίζω».
=/ κενόω.
2. συμπληρώνω: ἀλλ' εἴ τι ἐξέλιπον, σὸν ἔργον, ὦ Ἀριστόφανες, ἀναπληρῶσαι
= αλλά αν άφησα κάτι πίσω, Αριστοφάνη, είναι δικό σου καθήκον να το συμπληρώσεις.
:=> παράγ. ἀναπλήρωσις, ἀναπληρωματικός.
ΝΕ αναπληρώνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀνά + πληρόω].
γλσΕλα'αναπτύσσω: ἀναπτύσσω::
* McsElln.ρήμα.αναπτύσσω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναπτύσσω,
* McsElln.αναπτύσσω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πτύσσω ξετυλίγω (κυρίως τους παπυρικούς κυλίνδρους πάνω στους οποίους έγραφαν τα κείμενά τους οι αρχαίοι Έλληνες), ανοίγω για διάβασμα: ἀναπτύσσω τὸ βυβλίον
= ανοίγω το βιβλίο.
= ἐξελίττω.
:=> παράγ. ἀνάπτυξις «ξεδίπλωμα».
ΝΕ αναπτύσσω (λ.χ. ένα θέμα, «περιγράφω με κάθε λεπτομέρεια»).
[σύνθ. λ. ἀνά + πτύσσω].
γλσΕλα'ανάπτω: ἀνάπτω::
* McsElln.ρήμα.ανάπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανάπτω,
* McsElln.ανάπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἅπτω
1. δένω.
2. μέση φωνή ἀνάπτομαι δένω (πάνω μου): ἐπιστολὴν ἐκ τῶν δακτύλων ἀναψάμενος περιεπορεύετο
= αφού έδεσε στα δάκτυλα την επιστολή, βάδιζε γύρω γύρω.
3. ανάβω: ἀνῆψεν τὴν πυράν
= άναψε την πυρά.
:=> σύνθ. προσανάπτω. ΝΕ ανάβω (σημ. 3).
[σύνθ. ἀνά + ἅπτω].
γλσΕλα'αναρτάω: ἀναρτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αναρτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναρτάω,
* McsElln.αναρτάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀρτάω
1. κρεμάω: ἑαυτὴν ἀνήρτησεν
= κρεμάστηκε.
= κρεμάννυμι.
2. αποδίδω: εἰς θεοὺς ἀναρτῶ τι
= αποδίδω κάτι στους θεούς.
3. παθ. φωνή ἀναρτῶμαι κρέμομαι.
4. παθ. φωνή ἀναρτῶμαι εξαρτώμαι: πᾶσι δὲ τούτοις ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἡ δύναμις ἀνήρτηται
= η δύναμη λοιπόν για όλα αυτά εξαρτάται από εκείνη την πέτρα.
μγ05.σ42
:=> παράγ. ἀνάρτησις, σύνθ. συναναρτάομαι.
ΝΕ αναρτώ (με τις σημ. 1 και 3, λ.χ. αναρτώνται τα αποτελέσματα των εξετάσεων).
[σύνθ. λ. ἀνά + ἀρτάω].ἀναρχία, -ας, ἡ
1. έλλειψη αρχηγού: ἀναρχίας οὔσης ταῦτα ἐγένετο
= επειδή δεν υπήρχε αρχηγός, έγιναν αυτά.
2. ανομία, αναρχία: ἐν πάσῃ ἀναρχί'α καὶ ἀνομί'α ἔζων
= ζούσαν σε πλήρη αναρχία και ανομία.
3. στην Αθήνα έλλειψη άρχοντα, χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας δεν υπήρχε άρχοντας:διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἀναρχίαν ἐποίησαν
= για τον ίδιο λόγο δεν ανέδειξαν άρχοντα.
ΝΕ αναρχία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἄναρχος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ανατείνω: ἀνατείνω::
* McsElln.ρήμα.ανατείνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανατείνω,
* McsElln.ανατείνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τείνω τεντώνω προς τα πάνω, υψώνω: ἀνατείνω τὴν χεῖρα
= υψώνω το χέρι.
:=> παράγ. ἀνάτασις, ἀνατεταμένως.
ΝΕ ανάταση.
[σύνθ. λ. ἀνά + τείνω].
γλσΕλα'ανατίθημι: ἀνατίθημι::
* McsElln.ρήμα.ανατίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανατίθημι,
* McsElln.ανατίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. αποδίδω: ἂν ἐκεῖνος ἁμάρτῃ, σοὶ τὰς αἰτίας ἀναθήσουσιν
= εάν εκείνος αποτύχει, θα αποδώσουν σε σένα τις ευθύνες.
2. αφιερώνω: εἰς Δελφοὺς ἀνατίθημί τι
= αφιερώνω κάτι στους Δελφούς.
= ἀφιερόω.
:=> παράγ. ἀνάθεσις, ἀνάθημα, ἀναθηματικός.
ΝΕ αναθέτω (λ.χ. εργασία, καθήκον κτλ.).
[σύνθ. λ. ἀνά + τίθημι].
γλσΕλα'αναφέρω: ἀναφέρω::
* McsElln.ρήμα.αναφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναφέρω,
* McsElln.αναφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. φέρνω πάνω: ἀναφέρω τινὰ εἰς Ὄλυμπον
= φέρνω κάποιον πάνω στον Όλυμπο.
2. επαναφέρω (σε μια προηγούμενη καλή κατάσταση): ἐκ πονηρῶν τῶν πραγμάτων γενομένων τοῦτο πρῶτον ἀνήνεγκε τὴν πόλιν
= από την κακή κατάσταση πραγμάτων αυτό το μέτρο πρώτα επανέφερε την πόλη σε καλή κατάσταση.
3. πληρώνω, επιστρέφω χρήματα: ἀνηνέγκαμεν χίλια τάλαντα
= πληρώσαμε χίλια τάλαντα.
:=> παράγ. ἀναφορά, ἀναφορικός, σύνθ. ἐπαναφέρω.
ΝΕ αναφέρω «καταθέτω, διηγούμαι».
[σύνθ. λ. ἀνά + φέρω].
γλσΕλα'αναxαιτίζω: ἀναχαιτίζω::
* McsElln.ρήμα.αναxαιτίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναxαιτίζω,
* McsElln.αναxαιτίζω@γλσΕλα,
1. ρίχνω τον αναβάτη.
2. μεταφορικά ανατρέπω.
:=> παράγ. ἀναχαίτισις.
ΝΕ αναχαιτίζω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀνά + χαίτη (του αλόγου) + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'αναψύxω: ἀναψύχω::
* McsElln.ρήμα.αναψύxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αναψύxω,
* McsElln.αναψύxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ψύχω δροσίζω: παρὰ κρήνην ἀναψύχω τι
= δροσίζω κάτι κοντά στην πηγή.
:=> παράγ. ἀναψυκτήρ, ἀνάψυξις, ἀναψυχή,ἀναψυκτικός.
ΝΕ αναψυχή, αναψυκτήριο (λόγιο).
[σύνθ. λ. ἀνά + ψύχω].
γλσΕλα'ανδραγάθημα: ἀνδραγάθημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδραγάθημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδραγάθημα,
* McsElln.ανδραγάθημα@γλσΕλα,
γενναία πράξη.
ΝΕ ανδραγάθημα.
[παράγ. λ. ἀνδραγαθέω (< σύνθ. ἀνήρ + ἀγαθός + -έω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'ανδραγαθία: ἀνδραγαθία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδραγαθία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδραγαθία,
* McsElln.ανδραγαθία@γλσΕλα,
γενναιότητα: ἐστὶ δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι
= είναι δίκαιο να προβάλλουμε τη γενναιότητα υπέρ της πατρίδος στους πολέμους.
[παράγ. λ. ἀνδραγαθέω (< σύνθ. λ. ἀνήρ + ἀγαθός + -έω) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ανδραποδίζω: ἀνδραποδίζω::
* McsElln.ρήμα.ανδραποδίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδραποδίζω,
* McsElln.ανδραποδίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠνδραπόδιζον
Μέλλ. ἀνδραποδιῶ
Αόρ. ἠνδραπόδισα
Παθ. μέλλ. ἀνδραποδισθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠνδραποδίσθην
Παθ. παρακ. ἠνδραπόδισμαι υποδουλώνω: ἠνδραπόδισαν Σκύρον
= υποδούλωσαν τη Σκύρο.
= δουλόω.
=/ ἐλευθερόω.
:=> παράγ. ἀνδραπόδισις, ἀνδραποδισμός, ἀνδραποδιστής.
ΝΕ λόγ. σύνθ. εξανδραποδίζω (με την ίδια σημ.).
[παράγ. λ. βλπ. ἀνδράποδον + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'ανδραποδισμός: ἀνδραποδισμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδραποδισμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδραποδισμός,
* McsElln.ανδραποδισμός@γλσΕλα,
υποδούλωση.
ΝΕ λόγ. σύνθ. εξανδραποδισμός.
[παράγ. λ. ἀνδραποδίζω + παρ. επίθ. -μός].
γλσΕλα'ανδράποδον: ἀνδράποδον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδράποδον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδράποδον,
* McsElln.ανδράποδον@γλσΕλα,
αιχμάλωτος, αυτός που αιχμαλωτίζεται στον πόλεμο και πωλείται σαν δούλος (ανεξάρτητα από το αν πριν αιχμαλωτιστεί ήταν δούλος ή ελεύθερος. Αρχικά διακρινόταν από το δοῦλος, που σήμαινε αυτόν που γεννήθηκε δούλος): Τισσαφέρνει παρέδοσαν τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα
= παρέδωσαν στον Τισσαφέρνη όλους τους αιχμαλώτους, και τους ελευθέρους και τους δούλους.
:=> παράγ. ἀνδραποδίζω, ἀνδραποδιστής.
[σύνθ. λ. ἀνήρ, ἀνδρ-ός + -ά-ποδον (< πούς, ποδός) κατά το τετρ-ά-ποδον].
γλσΕλα'ανδρείκελον: ἀνδρείκελον, -έλου::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδρείκελον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδρείκελον,
* McsElln.ανδρείκελον@γλσΕλα,
μγ05.σ43
ομοίωμα άνδρα.
ΝΕ ανδρείκελο (με την ίδια σημ.). [σύνθ. λ.ἀνήρ + εἴκελος «που μοιάζει εξωτερικά με...»].
γλσΕλα'ανδριάς: ἀνδριάς, -άντος::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδριάς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδριάς,
* McsElln.ανδριάς@γλσΕλα,
ομοίωμα ανδρός, άγαλμα.
:=> σύνθ. ἀνδριαντοποιός.
ΝΕ ανδριάντας.
[παράγ. λ. ἀνήρ, ἀνδρός + παρ. επίθ. -ιάς].
γλσΕλα'ανδρών: ἀνδρών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδρών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδρών,
* McsElln.ανδρών@γλσΕλα,
αίθουσα σπιτιού που χρησιμοποιούσαν μόνο άνδρες, αίθουσα συμποσίων: ὁ ἀνδρὼν κεκοσμημένος ἐστί
= η αίθουσα συμποσίου είναι τακτοποιημένη.
= ἡ ἀνδρωνῖτις.
=/ ἡ γυναικωνῖτις.
[παράγ. λ. ἀνήρ, ἀνδρ-ός + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'ανδρωνίτις: ἀνδρωνῖτις, -ιδος::
* McsElln.ουσιαστικό.ανδρωνίτις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανδρωνίτις,
* McsElln.ανδρωνίτις@γλσΕλα,
αίθουσα των σπιτιών που χρησιμοποιούσαν μόνο άνδρες (βλπ. ἀνδρών).
= ὁ ἀνδρών.
=/ ἡ γυναικωνῖτις.
[παράγ. λ. ἀνδρών (ἀνήρ) + παρ. επίθ. -ῖτις].
γλσΕλα'ανεγείρω: ἀνεγείρω::
* McsElln.ρήμα.ανεγείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανεγείρω,
* McsElln.ανεγείρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐγείρω
1. σηκώνω από τον ύπνο.
2. μεταφορικά ξεσηκώνω.
3. ανεγείρω (οικοδόμημα).
:=> παράγ. ἀνέγερσις.
ΝΕ ανεγείρω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἀνά + ἐγείρω].
γλσΕλα'ανειμένως: ἀνειμένως::
* McsElln.επίρρημα.ανειμένως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανειμένως,
* McsElln.ανειμένως@γλσΕλα,
ελεύθερα, άνετα: ἡμεῖς ἀνειμένως διαιτώμεθα
= εμείς ζούμε άνετα.
[μτχ. παθ. παρακ. του βλπ. ἀνίημι + παρ. επίθ.-ως].
γλσΕλα'ανελεύθερος: ἀνελεύθερος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ανελεύθερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανελεύθερος,
* McsElln.ανελεύθερος@γλσΕλα,
1. δουλικός, δουλοπρεπής.
2. τσιγκούνης, φιλάργυρος.
=/ ἐλευθέριος «γενναιόδωρος».
:=> παράγ. ἀνελευθερία, ἀνελευθέρως.
ΝΕ ανελεύθερος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + ἐλεύθερος].
γλσΕλα'ανελίττω: ἀνελίττω::
* McsElln.ρήμα.ανελίττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανελίττω,
* McsElln.ανελίττω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἑλίττω ο κοινός τύπος είναι ἀνελίσσω ξετυλίγω.
= ἀναπτύσσω «ξεδιπλώνω».
:=> παράγ. ἀνέλιξις, ἀνελικτικός.
ΝΕ λόγ. ανελίσσομαι.
[σύνθ. λ. ἀνά + ἐλίττω].
γλσΕλα'ανεπιτήδευτος: ἀνεπιτήδευτος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ανεπιτήδευτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανεπιτήδευτος,
* McsElln.ανεπιτήδευτος@γλσΕλα,
1. λιτός: ἀνεπιτήδευτος σύνθεσις ὀνομάτων
= λιτός συνδυασμός λέξεων.
2. αδοκίμαστος: Ἀλκιβιάδῃ οὐδὲν ἦν ἀμίμητον οὐδ’ ἀνεπιτήδευτον
= για τον Αλκιβιάδη τίποτε δεν έμεινε που να μη μιμηθεί και να μη δοκιμάσει.
:=> παράγ. ἀνεπιτηδεύτως.
ΝΕ ανεπιτήδευτος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + ἐπιτηδευτός (παράγ.λ. ἐπιτηδεύομαι + παρ. επίθ. -τός)].
γλσΕλα'άνευ: ἄνευ::
* McsElln.πρόθεση.άνευ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άνευ,
* McsElln.άνευ@γλσΕλα,
συντάσσεται πάντοτε με γενική
1. χωρίς: μόνος ἄνευ τινός
= μόνος χωρίς κανέναν.
2. εκτός από...: πάντα ἄνευ χρυσοῦ
= τα πάντα εκτός από το χρυσάφι.
ΝΕ άνευ (λόγ., με τη σημ. 1 στη φρ. άνευ λόγου και αιτίας).
[ΙΕ αρχής, συγγεν. με λατ. sine, που διαφέρει ως προς τη δασεία].
γλσΕλα'ανήρ: ἀνήρ, ἀνδρός::
* McsElln.ουσιαστικό.ανήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανήρ,
* McsElln.ανήρ@γλσΕλα,
1. άντρας.
2. άνθρωπος: πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε
= ο πατέρας και των ανθρώπων και των θεών (οΔίας).
3. παλικάρι: ἄνδρας ἡγοῦνται μόνους τοὺς πλεῖστα δυναμένους φαγεῖν
= θεωρούν ως παλικάρια μόνο αυτούς που μπορούν να φάνε πάρα πολύ.
4. ο σύζυγος.
=/ γυνή «η σύζυγος».
5. κυρίως σε προσφωνήσεις στον πληθυντικό ἄνδρες δικασταί.
:=> παράγ. ἀνδρεῖος, ἀνδρεία, σύνθ. ἀνδροφόνος.
ΝΕ άνδρας / άντρας (με τις σημ. 1, 3, 4).
[*(ἀ)νερ-, πβ. αρχ. ιταλ. ner- «ανδρικός»].
γλσΕλα'Ανθεστήρια: Ἀνθεστήρια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Ανθεστήρια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ανθεστήρια,
* McsElln.Ανθεστήρια@γλσΕλα,
η Γιορτή των Ανθέων, η τριήμερη γιορτή προς τιμήν του θεού Διόνυσου στις 11, 12 και13 του μηνός βλπ. Ἀνθεστηριῶνος.
[επίθ. *ἀνθεστήριος, -α (ενν. ἑορτάσματα)].
γλσΕλα'Ανθεστηριών: Ἀνθεστηριών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Ανθεστηριών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ανθεστηριών,
* McsElln.Ανθεστηριών@γλσΕλα,
ο όγδοος μήνας του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχεί στο διάστημα από 15 Ιανουαρίου έως 15 Φεβρουαρίου. Τότε τελούνταν τα βλπ. Ἀνθεστήρια.
[Ἀνθεστήρια + παρ. επίθ. -(ι)ών].
γλσΕλα'ανθίστημι: ἀνθίστημι::
* McsElln.ρήμα.ανθίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανθίστημι,
* McsElln.ανθίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. στήνω (ενάντια ή απέναντι σε κάτι).
2. μέση φωνή μαζί με τους χρόνους με αμετάβ. σημ.(βλπ. ἵστημι) αντιστέκομαι: ἀντέστησαν Ἀλεξάνδρῳ
= αντιστάθηκαν στον Αλέξανδρο.
=/ ἐνδίδωμι «υποχωρώ».
:=> παράγ. ἀντίστασις, ἀντιστάτης.
ΝΕ ανθίσταμαι (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀντί + ἵστημι].
γλσΕλα'άνθος: ἄνθος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.άνθος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άνθος,
* McsElln.άνθος@γλσΕλα,
1. λουλούδι.
2. ακμή κάθε πράγματος, καλού ή κακού: ἔρωτος ἄνθος
= η ακμή του έρωτα.
μγ05.σ44
:=> παράγ. ἀνθέω, ἄνθεμον, ἀνθηρός, σύνθ.ἀνθοφορία, ἀνθοφόρος.
ΝΕ άνθος (και με τις δύο σημ.).
[*ἀνθεσ-, πβ. αρχ. ινδ. 'andhas- «φυτό»].
γλσΕλα'ανιάω: ἀνιάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ανιάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανιάω,
* McsElln.ανιάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠνίων
Μέλλ. ἀνιάσω
Αόρ. ἠνίασα
Παρακ. ἠνίακα
Παθ. παρατ. ἠνιώμην
Παθ. μέλλ. ἀνιάσομαι
Παθ. αόρ. ἠνιάθην
Παρακ. ἠνίαμαι
1. στενοχωρώ κάποιον.
= θλίβω, λυπέω.
2. παθ. φωνή ἀνιῶμαι στενοχωριέμαι: ἀνιῶμαι ταῦτα
= στενοχωριέμαι γι’ αυτά.
:=> παράγ. ἀνιαρός.
[σύνθ. λ. ἀνία «στενοχώρια» + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'ανίημι: ἀνίημι::
* McsElln.ρήμα.ανίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανίημι,
* McsElln.ανίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι
1. στέλνω (προς τα πάνω ή προς τα εμπρός).
2. για το τόξο ή για έγχορδα μουσικά όργανα χαλαρώνω.
=/ ἐπιτείνω, ἐντείνω «τεντώνω».
3. παραμελώ, χαλαρώνω: τὴν φυλακὴν ἀνίημι
= χαλαρώνω την περιφρούρηση.
[σύνθ. λ. ἀνά + ἵημι].
γλσΕλα'ανίστημι: ἀνίστημι::
* McsElln.ρήμα.ανίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανίστημι,
* McsElln.ανίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. στήνω κάποιον, τον σηκώνω: ἐκ τῆς κλίνης ἀνίστημί τινα
= σηκώνω κάποιον από το κρεβάτι.
2. ανασταίνω: δοὺς αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν
= αφού της έδωσε το χέρι του, την ανέστησε.
3. στη μέση φωνή και στους χρόνους με αμετάβ.σημ. ἀνίσταμαι
α. σηκώνομαι: ἀναστὰς εἶπε
= αφού σηκώθηκε, είπε. ἔκαμνον καὶ οὐδ’ ἀνιστάμην ἐκ τῆς κλίνης
= ήμουν άρρωστος και ούτε σηκωνόμουν από το κρεβάτι.
β. ανασταίνομαι: Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν
= ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς.
:=> παράγ. ἀνάστασις, ἀνάστατος.
ΝΕ ανασταίνω (με τη σημ. 2, και ανασταίνομαι με τη σημ. 3β).
[σύνθ. λ. ἀνά + ἵστημι].
γλσΕλα'ανοίγω: ἀνοίγω & ἀνοίγνυμι::
* McsElln.ρήμα.ανοίγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανοίγω,
* McsElln.ανοίγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀνέῳγον
Μέλλ. ἀνοίξω
Αόρ. ἀνέῳξα
Παρακ. ἀνέῳχα
Παθ. ενεστ. ἀνοίγομαι
Παθ. παρατ. ἀνεῳγόμην
Παθ. αόρ. ἀνε'ώχθην
Παθ. παρακ. ἀνέῳγμαι
Παθ. υπερσ. ἀνε'ώγμην ανοίγω.
:=> παράγ. ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοικτός.
ΝΕ ανοίγω.
[σύνθ. λ. ἀνά + οἴγω & οἴγνυμι < *Fοιγ- ΙΕαρχής].
γλσΕλα'αντέxω: ἀντέχω::
* McsElln.ρήμα.αντέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αντέxω,
* McsElln.αντέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. υπομένω: ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρί'α
= υπέμενε τις ταλαιπωρίες ξεπερνώντας κάθε προσδοκία.
2. επαρκώ: ἀντέχει ὁ σῖτος
= τα τρόφιμα επαρκούν.
3. μέση φωνή ἀντέχομαι είμαι προσκολλημένος σε κάποιον ή κάτι: ἀντέχομαι τῆς ἀληθείας
= είμαι προσκολλημένος στην αλήθεια.
ΝΕ αντέχω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀντί + ἔχω].
γλσΕλα'αντί: ἀντὶ::
* McsElln.πρόθεση.αντί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αντί,
* McsElln.αντί@γλσΕλα,
Α. πάντοτε με γενική
1. για τόπο απέναντι από / σε κάτι ή από / σε κάποιον: ἀντὶ τῶν πιτύων ἕστηκα
= στέκομαι απέναντι στα πεύκα.
2. αντί, στη θέση κάποιου προσώπου ή πράγματος: οὐκ ὤκνουν πόλεμον ἀντ’ εἰρήνης μεταλαμβάνειν
= δε δίσταζαν να υιοθετούν πόλεμο αντί για ειρήνη.
3. ως αντάλλαγμα: οὐδέ τις χάρις ἐστὶ ἀντ’ ἀγαθῶν παρά σοι
= ούτε υπάρχει κάποια ευγνωμοσύνη σε σένα ως αντάλλαγμα για τα αγαθά (που σου πρόσφερα).
4. για χάρη: ἀντὶ παίδων ἱκετεύομέν σε
= σε ικετεύουμε για χάρη των παιδιών.
5. σε σύγκριση: ἓν ἀνθ’ ἑνός
= το ένα σε σύγκριση με το άλλο.
Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. απέναντι, π.χ. ἀντιβλέπω.
β. σε αντίθεση με κάποιον, εναντίον κάποιου, π.χ. ἀντιλέγω.
γ. ανταπόδοση, π.χ. ἀντιβοηθέω.
δ. αντικατάσταση, π.χ. ἀντιβασιλεύς.
ε. ισότητα, ομοιότητα, π.χ. ἀντίθεος «ισόθεος».
ΝΕ αντί (με τις σημ. 2, 3).
[συγγεν. του ἄντα «έναντι, απέναντι», πβ.αρχ. ινδ. 'anti, λατ. ante].
γλσΕλα'αντίδοσις: ἀντίδοσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.αντίδοσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αντίδοσις,
* McsElln.αντίδοσις@γλσΕλα,
1. ανταπόδοση.
2. διαδικασία ανταλλαγής περιουσιών. (Σύμφωνα με αυτήν, ο πολίτης στον οποίο το κράτος ανέθετε κάποια κοινωφελή εισφορά ή δραστηριότητα, τις λεγόμενες λειτουργίες, μπορούσε να προκαλέσει οποιονδήποτε άλλο συμπολίτη του, τον οποίο θεωρούσε πλουσιότερο από τον ίδιο, να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους. Αν ο τελευταίος αρνιόταν, αυτό ήταν ένδειξη ότι όντως ήταν πιο εύπορος, και επομένως θα έπρεπε να αναλάβει εκείνος τη λειτουργία.)
μγ05.σ45
[σύνθ. λ. ἀντί + δόσις].
γλσΕλα'αντιλαμβάνω: ἀντιλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.αντιλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αντιλαμβάνω,
* McsElln.αντιλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. δέχομαι κάτι ως αντάλλαγμα για κάτι άλλο: οὔτε κακοὺς εὖ δρῶν εὖ πάλιν ἀντιλάβοις ἄν
= ούτε αν ευεργετείς κακούς ανθρώπους θα δεχθείς ως αντάλλαγμα κάτι καλό.
2. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι αρπάζω: ὁ Καλλίας τῇ ἀριστερᾷ ἀντελάβετο τοῦ τρίβωνος
= ο Καλλίας με το αριστερό του χέρι άρπαξε το παλτό του άλλου.
3. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι βοηθώ: δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων
= πρέπει να βοηθάτε τους αδύνατους. ἀντιλαβοῦ, σῶσον,ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι
= βοήθησέ μας..., Θεέ μου, με τη χάρη σου.
4. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι επιχειρώ: ἁπάντων οὖν τούτων ἀναμνησθέντες ἐρρωμενέστερον ἀντιλαβώμεθα τοῦ πολέμου
= ας θυμηθούμε όλα αυτά λοιπόν και ας επιχειρήσουμε τον πόλεμο με μεγαλύτερο θάρρος.
ΝΕ αντιλαμβάνομαι «υποπίπτει στην αντίληψή μου, καταλαβαίνω».
[σύνθ. λ. ἀντί + λαμβάνω].
γλσΕλα'αντιλέγω: ἀντιλέγω::
* McsElln.ρήμα.αντιλέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αντιλέγω,
* McsElln.αντιλέγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λέγω μιλώ ενάντια, αντίθετα σε κάποιον ή κάτι, αντιτίθεμαι με το λόγο.
ΝΕ αντιλέγω.
[σύνθ. λ. ἀντί + λέγω].
γλσΕλα'άντρον: ἄντρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.άντρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άντρον,
* McsElln.άντρον@γλσΕλα,
σπηλιά.
ΝΕ άντρο.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'ανύτω: ἀνύτω & ἁνύτω & ἀνύω::
* McsElln.ρήμα.ανύτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανύτω,
* McsElln.ανύτω@γλσΕλα,
οι πρώτοι δύο τύποι είναι αττικοί και αντιστοιχούν στο ἀνύω των άλλων διαλέκτων.
Παρατ. ἤνυτον & ἥνυτον &ἤνυον
Μέλλ. ἀνύσω
Αόρ. ἤνυσα
Παρακ. ἤνυκα
Μέσ. μέλλ. ἀνύσομαι
Μέσ. αόρ. ἠνυσάμην
Παθ. μέλλ. ἀνυσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠνύσθην
Παθ. παρακ. ἤνυσμαι
1. πετυχαίνω: εἴξασί τινες... τὸ νουθετητικὸν εἶδος τῆς παιδείας σμικρὸν ἀνύτειν
= φαίνεται μερικοί να υποστηρίζουν... ότι ο συμβουλευτικός τρόπος της παιδείας πετυχαίνει ασήμαντα αποτελέσματα.
2. Συχνά απαντά η μετοχή αορίστου ἀνύσας μαζί με ρήμα βιάζομαι να κάνω κάτι: ἀνάβαιν’ ἀνύσας κατὰ τὴν ἑτέραν
= βιάσου να ανεβείς από την άλλη.
[το αττ. ἀνύ-τω (με τους παράλληλους μη αττ.τύπους ἀνύω, ἄνυ-μι) αντιστοιχεί στο αρχ.ινδ. san'oti «κερδίζω», ΙΕ *sen-].ἄνω ΕΠΙΡΡΗΜΑ/ΠΡΟΘΕΣΗ
Συγκριτικός ἀνωτέρω
Υπερθετικός ἀνωτάτωΑ. ως επίρρημα
1. με ρήματα που δηλώνουν κίνηση προς τα πάνω.
2. για γεωγραφικές σχέσεις προς το πάνω μέρος, προς το Βορρά: οἱ κατὰ τὴν Θρ'άκην τε καὶ σχεδόν τι κατὰ τὸν ἄνω τόπον
= αυτοί που κατοικούν στην περιοχή της Θράκης και χονδρικά στις βόρειες περιοχές.
3. μακριά από την ακτή, στα μεσόγεια, στο εσωτερικό: ἐς τὴν ἄνω πόλιν ἀφίκετο
= έφθασε στην πόλη των μεσογείων (την Αθήνα).
4. στο παρελθόν: οἱ ἄνω χρόνοι
= οι παρελθοντικοί χρόνοι.
Β. ως πρόθεση συντάσσεται με γενική πάνω από κάτι: ἄνω τοῦ γόνατος
= πάνω από το γόνατο.
:=> παράγ. ἄνωθεν.
ΝΕ σύνθ. επάνω, πάνω, σύνθ. ανωφερής κτλ.
[ἀνά + -ω κατά τα επιρρ. κάτ-ω, οὕτ-ω κ.ά.].
γλσΕλα'άνωθεν: ἄνωθεν::
* McsElln.επίρρημα.άνωθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άνωθεν,
* McsElln.άνωθεν@γλσΕλα,
1. από πάνω, από ψηλά: οἱ Συρακόσιοι ἔβαλλον ἄνωθεν τοὺς 'Αθηναίους
= οι Συρακούσιοι έριχναν από ψηλά στους Αθηναίους.
2. από την αρχαία εποχή: οἶμαι γὰρ τοιόνδε τι λέγειν αὐτούς, ἀρχομένους ποθὲν ἄνωθεν
= νομίζω, αλήθεια, πως αυτοί λένε κάτι τέτοιο αρχίζοντας από κάπου από την αρχαία εποχή.
[σύνθ. λ. ἄνω + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'ανωφελής: ἀνωφελής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ανωφελής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ανωφελής,
* McsElln.ανωφελής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀνωφελέστερος
Υπερθετικός ἀνωφελέστατος που δεν ωφελεί, ανώφελος, άχρηστος.
ΝΕ ανωφελής.
[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + *ωφελ- (ὠφελῶ) + παρ.επίθ. -ής].
γλσΕλα'άξιος: ἄξιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.άξιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άξιος,
* McsElln.άξιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀξιώτερος
Υπερθετικός ἀξιώτατος
1. αυτός που έχει κάποιο βάρος ή αξία: πολλοῦ ἄξιος
= αυτός που έχει μεγάλη αξία.
2. αξιόλογος: ἄξια δῶρα
= αξιόλογα δώρα.
=/ ἀνάξιος.
μγ05.σ46
3. απρόσωπη έκφραση ἄξιόν ἐστι αρμόζει: τῇ πόλει ἄξιόν ἐστι συλλαβεῖν τὸν ἄνδρα
= αρμόζει στην πόλη να συλλάβει τον άντρα.
:=> παράγ. ἀξιόω, ἀξίως, σύνθ. ἀξιοτίμητος,ἀξιοσέβαστος, ἀξιόποινος.
ΝΕ άξιος (με τη σημ. 2).
[πιθ. ἄγω, *ἄκ-τι-ος > *ἄκσιος με ουρανωτική τροπή τ => σ].
γλσΕλα'αξιόω: ἀξιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αξιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αξιόω,
* McsElln.αξιόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠξίουν
Μέλλ. ἀξιώσω
Παρακ. ἠξίωκα
Παθ. μέλλ. ἀξιωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠξιώθην
Παθ. παρακ. ἠξίωμαι
1. θεωρώ κάποιον άξιο: τῶν καλλίστων ἐμαυτὸν ἀξιῶ
= θεωρώ τον εαυτό μου άξιο για τα πιο όμορφα πράγματα.
2. απαιτώ, αξιώνω: ἀξιοῦμεν τἀληθῆ αὐτοὺς λέγειν
= απαιτούμε να πουν την αλήθεια.
:=> παράγ. ἀξίωσις, ἀξίωμα, ἀξιωματικός, σύνθ. καταξιόω, ἀπαξιόω.
ΝΕ αξιώνω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἄξιος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'αξίωμα: ἀξίωμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.αξίωμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αξίωμα,
* McsElln.αξίωμα@γλσΕλα,
1. τιμή, υπόληψη: τὸ τῶν ἐλευθέρων γυναικῶν ἀξίωμα
= η υπόληψη των ελεύθερων γυναικών.
2. κοινωνική θέση: οὐκ ἀξιώματος ἀφανεί'α κεκώλυνται
= δεν έχουν εμποδιστεί εξαιτίας της ασημότητας της κοινωνικής τους θέσης.
:=> παράγ. ἀξιωμάτιον.
ΝΕ αξίωμα «τιμητική κοινωνική θέση».
[παράγ. λ. βλπ. ἀξιόω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'απαγγέλλω: ἀπαγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.απαγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαγγέλλω,
* McsElln.απαγγέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγγέλλω
1. αναγγέλλω: ταῦτα ἀπαγγέλλουσιν πρὸς τὸν Ξενοφῶντα
= αναγγέλλουν αυτά στονΞενοφώντα.
= ἀναγγέλλω.
2. διηγούμαι: τούτων ἔνια οὐδ’ ἂν ἀπαγγεῖλαι δύναιτό τις
= κάποια από αυτά ούτε να τα διηγηθεί κανείς μπορεί.
= ἀφηγέομαι, διηγέομαι.
:=> παράγ. ἀπαγγελία, ἀπαγγελτικός, σύνθ.προαπαγγέλλω.
ΝΕ αναγγέλλω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγγέλλω].
γλσΕλα'απαγορεύω: ἀπαγορεύω::
* McsElln.ρήμα.απαγορεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαγορεύω,
* McsElln.απαγορεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπηγόρευον
Μέλλ. ἀπερῶ
Αόρ. ἀπεῖπον & ἀπηγόρευσα
Παρακ. ἀπείρηκα & μεταγεν. ἀπηγόρευκα
Παθ. μέλλ. ἀπορρηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἀπερρήθην
Παθ. παρακ. ἀπείρημαι
1. απαγορεύω: καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἰατροὶ πάντες ἀπαγορεύουσιν τοῖς ἀσθενοῦσιν χρῆσθαι ἐλαίῳ
= και γι’ αυτό όλοι οι γιατροί απαγορεύουν στους αρρώστους να χρησιμοποιούν λάδι.
2. ως αμετάβατο εξαντλούμαι: ἐπειδὴ ἑώραΛακεδαιμονίους τῷ κατὰ θάλατταν πολέμῳ ἀπαγορεύοντας
= επειδή έβλεπε ότι οι Λακεδαιμόνιοι εξαντλούνταν στον πόλεμο που γινόταν στη θάλασσα.
:=> παράγ. ἀπαγορευτικός, ἀπαγόρευσις, ἀπαγόρευμα, σύνθ. συναπαγορεύω, προαπαγορεύω.
ΝΕ απαγορεύω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγορεύω].
γλσΕλα'απαγxονίζω: ἀπαγχονίζω::
* McsElln.ρήμα.απαγxονίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαγxονίζω,
* McsElln.απαγxονίζω@γλσΕλα,
πνίγω.
ΝΕ απαγχονίζω.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγχονίζω].
γλσΕλα'απάγω: ἀπάγω::
* McsElln.ρήμα.απάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απάγω,
* McsElln.απάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. μεταφέρω.
2. αποσύρω στρατεύματα: τὰς ναῦς ἀπὸ Ἐπιδάμνου ἀπάγω
= αποσύρω τα καράβια από την Επίδαμνο.
3. ως νομικός όρος οδηγώ ενώπιον αξιωματούχου κάποιον που έχω συλλάβει, για να τον κατηγορήσω: κατὰ τοὺς νόμους ἀπήχθη
= συνελήφθη, οδηγήθηκε ενώπιον του αξιωματούχου και κατηγορήθηκε σύμφωνα με τους νόμους.
:=> παράγ. ἀπαγωγή, ἀπαγωγός, σύνθ. συνεπάγω.
ΝΕ απάγω «οδηγώ παράνομα».
[σύνθ. λ. ἀπό + ἄγω].
γλσΕλα'απαίρω: ἀπαίρω::
* McsElln.ρήμα.απαίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαίρω,
* McsElln.απαίρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπῇρον
Μέλλ. ἀπαρῶ
Αόρ. α΄ ἀπῆρα
Παρακ. ἀπῆρκα αποπλέω, αναχωρώ: πληρώσαντες τὰς ναῦς ἀπῆραν
= αφού επιβιβάστηκαν στα καράβια, απέπλευσαν.
= ἀνάγομαι.
[σύνθ. λ. ἀπό + αἴρω].
γλσΕλα'άπαις: ἄπαις, -αιδος, ὁ, ἡ::
* McsElln.επίθετο.άπαις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπαις,
* McsElln.άπαις@γλσΕλα,
άτεκνος.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + παῖς].
γλσΕλα'απαλλάττω: ἀπαλλάττω::
* McsElln.ρήμα.απαλλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαλλάττω,
* McsElln.απαλλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἀπαλλάσσω.Για τους χρόνους βλπ. ἀλλάττω
1. απαλλάσσω: τὴν πόλιν ἐκ κακῶν ἀπήλλαξε
= απάλλαξε την πόλη από τα κακά.
μγ05.σ47
2. μέση και παθ. φωνή ἀπαλλάττομαι διαφεύγω: ἀζήμιος ἀπαλλάττομαι
= διαφεύγω χωρίς πρόστιμο.
3. μέση και παθητική φωνή ἀπαλλάττομαι αναχωρώ: πρὸς ἄλλην ἀπαλλάττομαι χώραν
= αναχωρώ για άλλον τόπο.
:=> παράγ. ἀπαλλαγή.
ΝΕ απαλλάσσω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀλλάττω].
γλσΕλα'απαλός: ἁπαλός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.απαλός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαλός,
* McsElln.απαλός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἁπαλώτερος
Υπερθετικός ἁπαλώτατος
1. μαλακός. 2. ήσυχος, γλυκός (χαρακτήρας).
3. μαλθακός.
:=> παράγ. ἁπαλότης, ἁπαλύνω.
ΝΕ απαλός (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., για το -αλὸς πβ. ὁμ-αλός].
γλσΕλα'απαντάω: ἀπαντάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.απαντάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαντάω,
* McsElln.απαντάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπήντων
Μέλλ. ἀπαντήσω & ἀπαντήσομαι
Αόρ. ἀπήντησα
Παρακ. ἀπήντηκα
Μέσ. παρακ. ἀπήντημαι
1. συναντώ: τούτῳ ἰόντι ἐξ ἀγροῦ ἀπήντησα
= τον συνάντησα, όταν ερχόταν από την ύπαιθρο.
2. αντιμετωπίζω (στη μάχη): ἀπήντησαν τοῖς βαρβάροις Μαραθῶνι
= αντιμετώπισαν τους βαρβάρους στο Μαραθώνα.
3. στο δικαστήριο παρουσιάζομαι: πρὸς τὴν δίκην ἀπαντῶ
= παρουσιάζομαι στη δίκη.
:=> παράγ. ἀπάντησις.
ΝΕ απαντώ (με τη σημ. 1, λ.χ. η λέξη αυτή απαντά στον Όμηρο. Το σημερινό απαντώ «δίνω απάντηση» οι αρχαίοι το έλεγαν ἀποκρίνομαι).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀντάω (< παράγ. ἄντα «απέναντι» + παρ. επίθ. -άω)].
γλσΕλα'άπαξ: ἅπαξ::
* McsElln.επίρρημα.άπαξ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπαξ,
* McsElln.άπαξ@γλσΕλα,
μια φορά: μὴ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις
= όχι μόνο μία φορά αλλά πολλές.
ΝΕ άπαξ, στη φρ. άπαξ διά παντός.
[σύνθ. λ. *σα-, *σεμ- (εἷς, μία, ἅμα) + *παγ- (<πήγνυμι)].
γλσΕλα'απαξιόω: ἀπαξιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.απαξιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαξιόω,
* McsElln.απαξιόω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀξιόω απορρίπτω κάποιον ή κάτι ως ανάξιο: ἀπαξιῶ τί τινος
= θεωρώ κάτι ανάξιο για κάποιον.
:=> παράγ. ἀπαξίωσις.
ΝΕ απαξιώνω.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀξιόω, βλπ. ἀξιόω].
γλσΕλα'απαρxή: ἀπαρχή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.απαρxή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απαρxή,
* McsElln.απαρxή@γλσΕλα,
στον πληθ. αἱ ἀπαρχαὶ οι πρώτοι καρποί που προσφέρονται ως θυσία στους θεούς.
ΝΕ απαρχή «πρώτη αρχή».
[σύνθ. λ. ἀπό + ἀρχὴ ως παράγ. του ἀπάρχομαι «κάνω αρχή»].
γλσΕλα'άπας: ἅπας, ἅπασα, ἅπαν::
* McsElln.αντωνυμία.άπας@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπας,
* McsElln.άπας@γλσΕλα,
1. όλος, ολόκληρος: ἀργυροῦς ἐστιν ἅπας
= είναι ολόκληρος ασημένιος. τὸ Ἄργος προεῖχε ἅπασι
= το Άργος υπερείχε σε όλα.
2. ο καθένας: ταύτην ἅπας φεύγει
= ο καθένας την αποφεύγει αυτήν.
[σύνθ. λ. *(σ)α-, *σεμ- (εἷς) + αντων. πᾶς].
γλσΕλα'Απατούρια: Ἀπατούρια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Απατούρια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Απατούρια,
* McsElln.Απατούρια@γλσΕλα,
γιορτή που γιόρταζαν ετησίως στην Αθήνα και στις ιωνικές πόλεις οι φρατρίες (αδελφότητες, δηλ. ομάδες συγγενικών προσώπων) που υπήρχαν στην κάθε πόλη. (Η κάθε φρατρία τελούσε τη γιορτή μόνη της, στο δικό της λατρευτικό κέντρο. Στα Απατούρια οι πατέρες που πρόσφατα είχαν αποκτήσει παιδί το παρουσίαζαν, και με τον τρόπο αυτόν το ενέτασσαν στη φρατρία τους.)
[αθροιστ. ἀ- + πατήρ, δηλ. *ἀπάτουρος < *ἁπατορFός
= ὁμοπάτωρ].
γλσΕλα'απείθεια: ἀπείθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.απείθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απείθεια,
* McsElln.απείθεια@γλσΕλα,
ανυπακοή: τὸ θάρσος ἀμέλειαν καὶ ἀπείθειαν ἐμβάλλει
= η αυτοπεποίθηση γεννά την αμέλεια και την ανυπακοή.
ΝΕ απείθεια.
[παράγ. λ. ἀπειθέ-ω + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'απειθέω: ἀπειθέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.απειθέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απειθέω,
* McsElln.απειθέω@γλσΕλα,
είμαι ανυπάκουος.
= ἀπειθαρχέω.
=/ ὑπακούω, πειθαρχέω.
[παράγ. ἀπειθ-ής + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'απειθής: ἀπειθής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.απειθής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απειθής,
* McsElln.απειθής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀπειθέστερος
Υπερθετικός ἀπειθέστατος ανυπάκουος: ἀπειθὴς τοῖς νόμοις
= ανυπάκουος στους νόμους.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πείθομαι].
γλσΕλα'άπειμι: ἄπειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.άπειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπειμι,
* McsElln.άπειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ απουσιάζω.
=/ πάρειμι «είμαι παρών».
[σύνθ. λ. ἀπό + εἰμί].
γλσΕλα'άπειμι: ἄπειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.άπειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπειμι,
* McsElln.άπειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι χρησιμοποιείται ως μέλλοντας του ἀπέρχομαι.φεύγω: ἀπῇσαν ἐπὶ οἶκον
= έφευγαν για τις πατρίδες τους.
[σύνθ. λ. ἀπό + εἶμι].
γλσΕλα'απείργω: ἀπείργω::
* McsElln.ρήμα.απείργω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απείργω,
* McsElln.απείργω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἴργω εμποδίζω: οὔκ ἐστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος
= ποτέ με απελάσεις ξένων δεν εμποδίζουμε κάποιον να μάθει ή να δει κάτι.
μγ05.σ48
[σύνθ. λ. ἀπό + εἴργω].
γλσΕλα'απειρόκαλος: ἀπειρόκαλος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.απειρόκαλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απειρόκαλος,
* McsElln.απειρόκαλος@γλσΕλα,
ακαλαίσθητος.
=/ ἀπειρόκακος «που δεν έχει πείρα του κακού, ο μη καχύποπτος».
:=> παράγ. ἀπειροκαλία, ἡ «έλλειψη καλαισθησίας».
[σύνθ. λ. ἄπειρος + καλός].
γλσΕλα'απελαύνω: ἀπελαύνω::
* McsElln.ρήμα.απελαύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απελαύνω,
* McsElln.απελαύνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐλαύνω εκδιώκω: ἀπελαύνω Χαλδαίους ἀπὸ τούτων τῶν ἄκρων
= εκδιώκω τους Χαλδαίους από αυτές τις βουνοκορφές.
:=> παράγ. ἀπέλασις.
ΝΕ λόγ. απελαύνω.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἐλαύνω].
γλσΕλα'απελεύθερος: ἀπελεύθερος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.απελεύθερος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απελεύθερος,
* McsElln.απελεύθερος@γλσΕλα,
χειραφετημένος δούλος: Ἀντισθένους ἀπελευθέρῳ ἐμίσθωσα τὸν ἀγρόν
= νοίκιασα το χωράφι στο χειραφετημένο δούλο του Αντισθένη.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἐλεύθερος ως παράγ. του ἀπελευθερόω].
γλσΕλα'απεργάζομαι: ἀπεργάζομαι::
* McsElln.ρήμα.απεργάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απεργάζομαι,
* McsElln.απεργάζομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐργάζομαι
1. αποτελειώνω, τελειοποιώ: ἀπεργάζεται τοῦτο τὸ ἔργον
= αποτελειώνει αυτό το έργο.
2. προξενώ, επιφέρω: νίκην καὶ σωτηρίαν ἡμῖν ἀπεργάζεται
= μας εξασφαλίζει τη νίκη και τη σωτηρία.
3. μεταβάλλω, καθιστώ: ἀγαθόν τινα ἀπεργάζομαι
= καθιστώ κάποιον καλό.
:=> παράγ. ἀπεργασία.
ΝΕ στη φρ. απεργάζομαι την καταστροφή κάποιου, δηλαδή την προετοιμάζω με τέλειο τρόπο (σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἐργάζομαι].
γλσΕλα'απέρxομαι: ἀπέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.απέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απέρxομαι,
* McsElln.απέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. φεύγω: ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου ἀπέρχομαι
= φεύγω από το βουλευτήριο.
=> με την πρόθεση εἰς υποδηλώνεται αναχώρηση από έναν τόπο και μετάβαση σε άλλον: εἰςΘουρίους οἰκήσοντες ἀπέρχονται
= αναχωρούν, για να εγκατασταθούν στους Θουρίους.
= ἄπειμι «φεύγω».
=/ ἥκω «έχω φτάσει».
[σύνθ. λ. ἀπό + ἔρχομαι].
γλσΕλα'απεxθάνομαι: ἀπεχθάνομαι::
* McsElln.ρήμα.απεxθάνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απεxθάνομαι,
* McsElln.απεxθάνομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπηχθανόμην
Μέλλ. ἀπεχθήσομαι
Αόρ. β΄ ἀπηχθόμην
Παρακ. ἀπήχθημαι κυρίως με δοτική προσώπου είμαι μισητός σε κάποιον, επισύρω το μίσος του: οὐδενὶ ἀπεχθάνεται
= δεν είναι μισητός σε κανέναν.
:=> παράγ. ἀπεχθὴς «μισητός».
ΝΕ απεχθάνομαι κάτι (μεταβατικό).
[παράγ. λ. ἀπεχθής (< σύνθ. ἀπό + ἔχθος) +παρ. επίθ. -αν-ομαι].
γλσΕλα'απεxθής: ἀπεχθής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.απεxθής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απεxθής,
* McsElln.απεxθής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀπεχθέστερος
Υπερθετικός ἀπεχθέστατος
1. μισητός.
= μισητός.
=/ ἀγαπητός.
2. εχθρικός. 3. επίρρημα ἀπεχθῶς: ἀπεχθῶς ἔχω τινί
= είμαι εχθρικός απέναντι σε κάποιον.
:=> παράγ. ἀπεχθάνομαι, ἀπέχθεια «μίσος».
ΝΕ απεχθής (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἔχθος + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'απέxω: ἀπέχω::
* McsElln.ρήμα.απέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απέxω,
* McsElln.απέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. είμαι μακριά από κάποιον ή κάτι: τῆς πόλεως οὐ πολλὴν ὁδὸν ἀπέχει
= δεν είναι πολύ μακριά από την πόλη.
2. με απαρέμφατο εμποδίζω: οὐδὲν ἀπέχει αὐτὸν ποιεῖν τοῦτο
= τίποτα δεν τον εμποδίζει να κάνει αυτό.
3. μέση φωνή ἀπέχομαι κρατιέμαι μακριά από κάποιον ή κάτι: ἀπέχομαι τοῦ πολέμου
= κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο.
:=> παράγ. ἀποχή.
ΝΕ απέχω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἔχω].
γλσΕλα'απηλιώτης: ἀπηλιώτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.απηλιώτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απηλιώτης,
* McsElln.απηλιώτης@γλσΕλα,
δυτικός άνεμος (που φυσά από τον ορίζοντα όπου δύει ο ήλιος).
[σύνθ. λ. ἀπό + ἠλιώτης με ιωνική ψίλωση].
γλσΕλα'απήνεμος: ἀπήνεμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.απήνεμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απήνεμος,
* McsElln.απήνεμος@γλσΕλα,
απάνεμος: ἀπήνεμος λιμήν
= απάνεμο λιμάνι.
ΝΕ απάνεμος.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἄνεμος].
γλσΕλα'απιστέω: ἀπιστέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.απιστέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απιστέω,
* McsElln.απιστέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠπίστουν
Μέλλ. ἀπιστήσω
Αόρ. ἠπίστησα
Παρακ. ἠπίστηκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἀπιστήσομαι
Παθ. μέλλ. ἀπιστηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠπιστήθην με δοτική δεν εμπιστεύομαι: τῷ Τισσαφέρνει ἀπιστῶ
= δεν εμπιστεύομαι τον Τισσαφέρνη.ἀπιστῶ λόγῳ τινί
= δεν εμπιστεύομαι κάποιο επιχείρημα.
[παράγ. λ. ἄπιστος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'άπιστος: ἄπιστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άπιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπιστος,
* McsElln.άπιστος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀπιστότερος
Υπερθετικός ἀπιστότατος
1. αναξιόπιστος: ἄπιστόν τινα ποιῶ
= καθιστώ κάποιον αναξιόπιστο.
2. απίστευτος: ἄπιστος ὁ τοιοῦτος λόγος
= είναι απίστευτα αυτά τα λόγια.
μγ05.σ49
3. δύσπιστος: ἄπιστος ἦν πρὸς Φίλιππον
= ήταν δύσπιστος απέναντι στο Φίλιππο.
:=> παράγ. ἀπιστέω, ἀπιστία, ἀπίστως.
ΝΕ άπιστος (με τη σημ. 3 στη φρ. άπιστοςΘωμάς).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πιστός].
γλσΕλα'άπλετος: ἄπλετος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άπλετος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπλετος,
* McsElln.άπλετος@γλσΕλα,
απεριόριστος: ἐπιπίπτει χιὼν ἄπλετος
= πέφτει απεριόριστο χιόνι.
ΝΕ κυρίως στη φράση ρίχνω άπλετο φως.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *πλε- (πλέ-θρον «μέτρο μήκους και επιφάνειας») + -τος].
γλσΕλα'απλούς: ἁπλοῦς, -ῆ, -οῦν::
* McsElln.επίθετο.απλούς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απλούς,
* McsElln.απλούς@γλσΕλα,
ο ασυναίρετος τύπος είναι ἁπλόος
Συγκριτικός ἁπλούστερος
Υπερθετικός ἁπλούστατος
1. ένας (μία, ένα) μόνον: περιτειχίζουσι Μυτιλήνην ἁπλῷ τείχει
= περιτειχίζουν τη Μυτιλήνη με ένα μόνον τείχος.
2. απλός: οὐδὲν ἔχω ἁπλούστερον εἰπεῖν
= δεν έχω τίποτε πιο απλό να πω.
:=> παράγ. ἁπλότης, ἁπλόω, ἅπλωμα.
ΝΕ απλός (και με τις δύο σημ.).
[σύνθ. λ. *(σ)α, *σεμ- (εἷς, ἅμα) + -πλος (πβ.λατ. sim-pl-ex), που παρετυμολογήθηκε σε πλόος < πλέω].
γλσΕλα'απλώς: ἁπλῶς::
* McsElln.επίρρημα.απλώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απλώς,
* McsElln.απλώς@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἁπλούστερον
Υπερθετικός ἁπλούστατα
1. με απλό τρόπο: ὡς δ’ ἁπλῶς εἰπεῖν...
= και για να μιλήσουμε με απλό τρόπο...
2. απολύτως: ἁπλῶς τε ἀδύνατόν ἐστι
= και είναι απολύτως αδύνατον. 3. γενικά.
ΝΕ απλώς (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἁπλοῦς + παρ. επίθ. -ῶς].
γλσΕλα'από: ἀπὸ::
* McsElln.πρόθεση.από@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'από,
* McsElln.από@γλσΕλα,
Α. με γενική
1. για απόσταση μακριά από κάπου: αἱ παλαιαὶ (πόλεις) ἀπὸ θαλάσσης ’ῳκίσθησαν
= οι παλαιές (πόλεις) χτίστηκαν μακριά από τη θάλασσα.
2. για χρόνο μετά: ἀπὸ τῶν σίτων οἱ μὲν διαπονούμενοι εὖχροί τε καὶ εὔσαρκοί εἰσιν
= μετά το φαγητό, οι ασκούμενοι και χρώμα έχουν καλό και σώματα ωραία. Ἀργεῖοι ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου ἐποιήσαντο νόμον
= οιΑργείοι έπειτα από αυτήν την εποχή έκαναν νόμο.
3. για άτομο από το οποίο πρόερχεται κάποια πράξη ἐπράχθη τε ἀπ’ αὐτῶν οὐδὲν ἔργον ἀξιόλογον
= από αυτούς δεν πραγματοποιήθηκε καμιά αξιόλογη πολεμική επιχείρηση.
Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. χωρισμό, π.χ. ἀποκόπτω.
β. ολοκλήρωση, π.χ. ἀπεργάζομαι.
γ. λήξη, π.χ. ἀπολοφύρομαι (= τελειώνω τον ολοφυρμό μου, το θρήνο μου).
δ. επιστροφή, π.χ. ἀποδίδωμι (= δίνω πίσω).
[ΙΕ αρχής, πβ. αρχ. ινδ. 'apa, λατ. ab].
γλσΕλα'αποβαίνω: ἀποβαίνω::
* McsElln.ρήμα.αποβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποβαίνω,
* McsElln.αποβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω βγαίνω (από ένα χώρο): ἐκ τῶν νεῶν ἀποβαίνουσιν οἱ ὁπλῖται
= οι οπλίτες βγαίνουν από τα πλοία.
= ἐξέρχομαι.
=/ εἰσέρχομαι.
:=> παράγ. ἀποβάθρα, ἀπόβασις.
ΝΕ αποβαίνω «καταλήγω, καταντώ».
[σύνθ. λ. ἀπό + βαίνω].
γλσΕλα'αποβάλλω: ἀποβάλλω::
* McsElln.ρήμα.αποβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποβάλλω,
* McsElln.αποβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω κυρίως στη μέση φωνή ἀποβάλλομαι διώχνω από πάνω μου κάτι, αποβάλλω: τὴν μὲν βασιλέως δύναμιν ἀπεβαλόμεθα
= αποβάλαμε από πάνω μας την εξουσία του βασιλιά.
:=> παράγ. ἀποβλητέον, ἀπόβλητος, ἀποβολή,ἀποβλητικός, ἀπόβλημα.
ΝΕ αποβάλλω.
[σύνθ. λ. ἀπό + βάλλω].
γλσΕλα'αποβλέπω: ἀποβλέπω::
* McsElln.ρήμα.αποβλέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποβλέπω,
* McsElln.αποβλέπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βλέπω στρέφω το βλέμμα μου: καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀποβλέψας εἶπεν
= και στρέφοντας το βλέμμα του προς εμάς είπε.
ΝΕ αποβλέπω «αποσκοπώ, στοχεύω».
[σύνθ. λ. ἀπό + βλέπω].
γλσΕλα'απογιγνώσκω: ἀπογιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.απογιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απογιγνώσκω,
* McsElln.απογιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω
1. εγκαταλείπω ένα σχέδιο: ἔδοξε καὶ Κύρῳ καὶ τοῖς ἄλλοις ἀπεγνωκέναι τοῦ μάχεσθαι
= φάνηκε καλό στον Κύρο και στους άλλους να εγκαταλείψουν το σχέδιο για μάχη.
2. χάνω κάθε ελπίδα: ἀπογιγνώσκω τῆς ἐλευθερίας
= χάνω κάθε ελπίδα για ελευθερία.
3. ως δικανικός όρος απορρίπτω μια καταγγελία εναντίον κάποιου, άρα κηρύσσω κάποιον αθώο: ἀπογιγνώσκω τινὸς ἀδικεῖν
= απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία ότι αδικεί.
=/ καταγιγνώσκω «καταδικάζω».
4. παθ. φωνή ἀπογιγνώσκομαι είμαι απεγνωσμένος.
:=> παράγ. ἀπόγνωσις, ἀπόγνοια.
[σύνθ. λ. ἀπό + γιγνώσκω].
γλσΕλα'αποδείκνυμι: ἀποδείκνυμι::
* McsElln.ρήμα.αποδείκνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδείκνυμι,
* McsElln.αποδείκνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δείκνυμι
1. επιδεικνύω: ἀρετήν ἀπέδειξαν
= επέδειξαν θάρρος. 2. παρέχω, παρουσιάζω. 3. αποδεικνύω. 4. διορίζω, ορίζω. 5. καθιστώ.
:=> παράγ. ἀπόδειξις, ἀποδεικτικός.
ΝΕ αποδεικνύω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἀπό + δείκνυμι].
γλσΕλα'αποδειλιάω: ἀποδειλιάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αποδειλιάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδειλιάω,
* McsElln.αποδειλιάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπεδειλίων
μγ05.σ50
Μέλλ. ἀποδειλιάσω
Αόρ. ἀπεδειλίασα
Παρακ. ἀποδεδειλίακα
1. είμαι δειλός, δειλιάζω: ἀναγκάζονται ἀποδειλιᾶν διὰ τὴν πονηρίαν τῶν σωμάτων ἐν τοῖς κινδύνοις
= αναγκάζονται να δειλιάζουν στους πολεμικούς κινδύνους λόγω της κακής κατάστασης (της αδυναμίας) του σώματός τους.
2. αποφεύγω κάτι από δειλία: ἀποδειλιῶ τοῦ ποιεῖν τι
= αποφεύγω να κάνω κάτι.
[σύνθ. λ. ἀπό + δειλιάω].
γλσΕλα'αποδεκατόω: ἀποδεκατόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αποδεκατόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδεκατόω,
* McsElln.αποδεκατόω@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀποδεκατώσω δίνω τη δεκάτη, δίνω το ένα δέκατο κάποιου εισοδήματος: πάντα ἀποδεκατῶ
= δίνω το ένα δέκατο απ’ όλα όσα παίρνω.
ΝΕ αποδεκατίζω «καταστρέφω και αφήνω το ένα δέκατο του συνόλου».
[σύνθ. λ. ἀπό + δεκατόω].
γλσΕλα'αποδέxομαι: ἀποδέχομαι::
* McsElln.ρήμα.αποδέxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδέxομαι,
* McsElln.αποδέxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δέχομαι
1. παραδέχομαι: ἀπόδεξαί μου ὃ λέγω
= παραδέξου αυτό που λέγω.
2. δέχομαι: πάντ’ ἄνδρα εἰκότως ἀποδέχονται περὶ ταύτης τῆς ἀρετῆς σύμβουλον
= δικαιολογημένα δέχονται κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο γι’ αυτή την αρετή.
3. εγκρίνω: ἀποδέχομαι τὰς κατηγορίας
= εγκρίνω τις κατηγορίες.
4. καταλαβαίνω: τοιαῦτα δυσχερῶς πως ἀποδέχομαι
= κάπως δύσκολα καταλαβαίνω τέτοιου είδους πράγματα.
:=> παράγ. ἀποδοχή, ἀποδεκτός, ἀποδέκτης,ἀποδεκτέον.
ΝΕ αποδέχομαι (με τις σημ. 1, 2, 3).
[σύνθ. λ. ἀπό + δέχομαι].
γλσΕλα'αποδημέω: ἀποδημέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αποδημέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδημέω,
* McsElln.αποδημέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπεδήμουν
Μέλλ. ἀποδημήσω
Αόρ. ἀπεδήμησα είμαι μακριά από το σπίτι μου, είμαι στο εξωτερικό ή ταξιδεύω, απουσιάζω: ἀποδημῶν τυγχάνει
= τυχαίνει να είναι στο εξωτερικό.
=/ ἐνδημέω.
:=> παράγ. ἀποδημητής, ἀποδημία, ἀποδημητικός.
ΝΕ αποδημώ.
[παράγ. λ. ἀπόδημος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'αποδιδράσκω: ἀποδιδράσκω::
* McsElln.ρήμα.αποδιδράσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδιδράσκω,
* McsElln.αποδιδράσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπεδίδρασκον
Μέλλ. ἀποδράσομαι
Αόρ. β΄ ἀπέδραν
Παρακ. ἀποδέδρακα
Υπερσ. ἀπεδεδράκειν
1. δραπετεύω: ἀποδρᾶσα ’'ώχετο
= δραπέτευσε και έφυγε. 2. αποφεύγω: οὐκ ἀπέδρα τὴν στρατείαν
= δεν απέφυγε την εκστρατεία.
:=> παράγ. ἀπόδρασις.
ΝΕ αποδρώ (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + διδράσκω].
γλσΕλα'αποδίδωμι: ἀποδίδωμι::
* McsElln.ρήμα.αποδίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδίδωμι,
* McsElln.αποδίδωμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δίδωμι
1. δίνω πίσω, επιστρέφω κάτι, πληρώνω (λ.χ.χρέη): ἀπόδος τὸν ναῦλον
= πλήρωσέ μου το ναύλο. 2. παραπέμπω: ἀποδίδωμι εἰς τὴν βουλὴν περί τινος
= παραπέμπω στη βουλή σχετικά με ένα ζήτημα. 3. επιτρέπω: ταῖς πόλεσιν ἀπέδοσαν αὐτονομεῖσθαι
= επέτρεψαν στις πόλεις να είναι αυτόνομες.
:=> παράγ. ἀπόδοσις, ἀποδοτέον.
ΝΕ αποδίδω (λ.χ. λογαριασμό, την αιτία σε κάποιο πρόσωπο κτλ.).
[σύνθ. λ. ἀπό + δίδωμι].
γλσΕλα'αποδύω: ἀποδύω::
* McsElln.ρήμα.αποδύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποδύω,
* McsElln.αποδύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπέδυον
Μέλλ. ἀποδύσω
Αόρ. α΄ ἀπέδυσα
Αόρ. β΄με μέση σημ.ἀπέδυν«απογυμνώθηκα»Παρακ.με μέση σημ.ἀποδέδυκα«έχω απογυμνωθεί»
Μέσ. μέλλ. ἀποδύσομαι
Μέσ. αόρ. ἀπεδυσάμην απογυμνώνω: τὴν ψυχήν τινος ἀπεδύσαμεν καὶ ἐθεασάμεθα
= απογυμνώσαμε την ψυχή κάποιου και την παρατηρήσαμε.
= ἐκδύω «ξεντύνω».
:=> παράγ. ἀποδυτήριον, ἀποδυτέον.
ΝΕ αποδύομαι «καταπιάνομαι, αφιερώνομαι σε κάτι».
[σύνθ. λ. ἀπό + δύω].
γλσΕλα'αποθνήσκω: ἀποθν'ήσκω::
* McsElln.ρήμα.αποθνήσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποθνήσκω,
* McsElln.αποθνήσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. θν'ήσκω
1. πεθαίνω.
2. ως παθ. του ἀποκτείνω θανατώνομαι, σκοτώνομαι: ἀπέθανεν ὑπὸ τῆς πόλεως
= φονεύτηκε από την πόλη.
ΝΕ πεθαίνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἀπό + θν'ήσκω].
γλσΕλα'αποικέω: ἀποικέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αποικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποικέω,
* McsElln.αποικέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἰκέω -ῶ φεύγω από το σπίτι, κυρίως ως άποικος, εγκαθίσταμαι σε ξένη χώρα, μεταναστεύω: ἐκ πόλεως ἀπ'ώκησαν
= μετανάστευσαν από την πόλη.
:=> παράγ. ἀποίκησις.
[σύνθ. λ. ἀπό + οἰκέω].
γλσΕλα'αποικία: ἀποικία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.αποικία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποικία,
* McsElln.αποικία@γλσΕλα,
μγ05.σ51
οικισμός ανθρώπων μακριά από την πατρίδα τους.
=/ μητρόπολις.
ΝΕ αποικία.
[παράγ. λ. ἀποικέω (< σύνθ. ἀπό + οἰκέω) +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'αποικίζω: ἀποικίζω::
* McsElln.ρήμα.αποικίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποικίζω,
* McsElln.αποικίζω@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀποικιῶ
1. στέλνω μακριά από την πατρίδα.
2. ιδρύω αποικία σε κάποιο μέρος, στέλνω σἀυτό αποικία: ταύτην ἀπ'ώκισαν
= σ’ αυτήν ίδρυσαν αποικία.
:=> παράγ. ἀποίκισις, ἀποικισμός, ἀποικιστής.
ΝΕ αποικίζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἀποικία (< σύνθ. λ. ἀποικέω +παρ. επίθ. -ία) + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'αποκαθίστημι: ἀποκαθίστημι::
* McsElln.ρήμα.αποκαθίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκαθίστημι,
* McsElln.αποκαθίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι αποκαθιστώ.
:=> παράγ. ἀποκατάστασις.
ΝΕ αποκαθιστώ.
[σύνθ. λ. ἀπό + καθίστημι].
γλσΕλα'αποκάμνω: ἀποκάμνω::
* McsElln.ρήμα.αποκάμνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκάμνω,
* McsElln.αποκάμνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κάμνω κουράζομαι: οὐ χρὴ ἀποκάμνειν
= δεν πρέπει να κουραζόμαστε.
= ἀπαγορεύω «εξαντλούμαι».
ΝΕ αποκάμνω.
[σύνθ. λ. ἀπό + κάμνω].
γλσΕλα'απόκειμαι: ἀπόκειμαι::
* McsElln.ρήμα.απόκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απόκειμαι,
* McsElln.απόκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι είμαι αποθηκευμένος: σῖτος ἀποκείμενος
= το αποθηκευμένο σιτάρι.
[σύνθ. λ. ἀπό + κεῖμαι].
γλσΕλα'αποκληρόω: ἀποκληρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αποκληρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκληρόω,
* McsElln.αποκληρόω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κληρόω -ῶ διαλέγω με κλήρο: καὶ διεβίβαζον εἰς τὴν νῆσον τοὺς ὁπλίτας ἀποκληρώσαντες ἀπὸ πάντων τῶν λόχων
= και έστελναν στο νησί τους οπλίτες, αφού τους διάλεξαν με κλήρο απ’ όλους τους λόχους.
:=> παράγ. ἀποκλήρωσις.
ΝΕ αποκληρώνω «στερώ το κληρονομικό δικαίωμα».
[παράγ. λ. ἀπόκληρος (< σύνθ. λ. ἀπό + κλῆρος) + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'αποκλίνω: ἀποκλίνω::
* McsElln.ρήμα.αποκλίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκλίνω,
* McsElln.αποκλίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κλίνω
1. στρέφω.
2. αμετάβατο ξεπέφτω (ηθικά): ἐπὶ τὸ ‘ρ'αθυμεῖν ἀπέκλινε
= ξέπεσε προς την οκνηρία.
:=> παράγ. ἀπόκλισις.
ΝΕ αποκλίνω «στρέφομαι σε μια κατεύθυνση».
[σύνθ. λ. ἀπό + κλίνω].
γλσΕλα'αποκρίνω: ἀποκρίνω::
* McsElln.ρήμα.αποκρίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκρίνω,
* McsElln.αποκρίνω@γλσΕλα,
Παθ. μέλλ.με μέση σημ.ἀποκριθήσομαι«θα απαντήσω»
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ἀπεκρίθην«απάντησα»
Παθ. παρακ.με μέση σημ.ἀποκέκριμαι«έχω απαντήσει»Για τους άλλους χρόνους βλπ. κρίνω
1. απορρίπτω ύστερα από έρευνα.
=/ ἐγκρίνω.
2. μέση φωνή ἀποκρίνομαι απαντώ.
3. μέση φωνή ἀποκρίνομαι υπερασπίζομαι τον εαυτό μου σε κατηγορίες, απολογούμαι.
:=> παράγ. ἀπόκρισις, ἀποκριτέον, ἀπόκριτος, σύνθ. ἀνταποκρίνομαι.
ΝΕ αποκρίνομαι (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἀπό + κρίνω].
γλσΕλα'αποκρύπτω: ἀποκρύπτω::
* McsElln.ρήμα.αποκρύπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκρύπτω,
* McsElln.αποκρύπτω@γλσΕλα,
===
_stxElla: _stxSbj:Διογείτων _stxFromwhom:τὴν θυγατέρα _stxVrb:ἔκρυπτε _stxObj:τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός. == από τη θυγατέρα.
γλσΕλα'αποκτείνω: ἀποκτείνω::
* McsElln.ρήμα.αποκτείνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποκτείνω,
* McsElln.αποκτείνω@γλσΕλα,
Παρακ. ἀπέκτονα
Για τους άλλους χρόνους βλπ. κτείνω
1. σκοτώνω:
τοὺς πολεμίους ἀποκτείνει == σκοτώνει τους εχθρούς.
2. για δικαστές καταδικάζω σε θάνατο.
[σύνθ. λ. ἀπό + κτείνω].
===
_stxElla: _stxHypothesis:(Ἐάν με ἀποκτείνητε), _stxEffect:(ὑμᾶς αὐτοὺς βλάψετε). == Αν με θανατώσετε, θα βλάψετε τον (ίδιο τον) εαυτό σας. [Π.Απολ.30c]
γλσΕλα'απολαμβάνω: ἀπολαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.απολαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απολαμβάνω,
* McsElln.απολαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. παίρνω πίσω, ανακτώ: οὔτε Σόλλιον ἀπέλαβον παρ’ Ἀθηναίων οὔτε Ἀνακτόριον
= ούτε το Σόλλιο πήραν πίσω από τους Αθηναίους ούτε το Ανακτόριο.
2. εμποδίζω, αποκλείω: ἀπολαμβάνω τείχει
= αποκλείω με τείχος. Παθ. ἀπολαμβάνομαι
= περιορίζομαι.
:=> παράγ. ἀποληπτέον, ἀπόληψις, ἀπολαβή.
ΝΕ απολαμβάνω κάτι. Το σημερινό απολαμβάνω οι αρχαίοι το έλεγαν βλπ. ἀπολαύω.
[σύνθ. λ. ἀπό + λαμβάνω].
γλσΕλα'απολαύω: ἀπολαύω::
* McsElln.ρήμα.απολαύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απολαύω,
* McsElln.απολαύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπέλαυον
Μέλλ. ἀπολαύσομαι & ἀπολαύσω
Αόρ. ἀπέλαυσα
Παθ. αόρ. ἀπελαύσθην
Παρακ. ἀπολέλαυκα απολαμβάνω κάτι, επωφελούμαι από κάτι: ἐλάχιστα ἀπολαύω τῶν ὑπαρχόντων
= απολαμβάνω ελάχιστα από όσα έχω.
:=> παράγ. ἀπόλαυσις.
ΝΕ απολαύω «απολαμβάνω».
[σύνθ. λ. ἀπό + *λαύω (< *λαF- (λεία, δωρ.λ_αFί_α)].
γλσΕλα'απολείπω: ἀπολείπω::
* McsElln.ρήμα.απολείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απολείπω,
* McsElln.απολείπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λείπω
μγ05.σ52
1. αφήνω κάτι πίσω, υπερβαίνω: τοσοῦτον δ’ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους...
= τόσο πολύ έχει υπερβεί η πόλη μας τους άλλους ανθρώπους ως προς τη σκέψη και τη ρητορεία...
2. εγκαταλείπω: τὴν πρὶν ξυμμαχίαν ἀπολείπω
= εγκαταλείπω τον προηγούμενο σύμμαχό μου.
= ἀφίημι «αφήνω».
3. είμαι ελλιπής σε κάτι: οὐδὲν ἀπολείπω προθυμίας
= καθόλου δε μου λείπει η προθυμία.
:=> παράγ. ἀπολειπτέον, ἀπόλειψις.
[σύνθ. λ. ἀπό + λείπω].
γλσΕλα'απόλεμος: ἀπόλεμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.απόλεμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απόλεμος,
* McsElln.απόλεμος@γλσΕλα,
1. αυτός που δε διαθέτει πολεμική εμπειρία.
2. αυτός που δεν αγαπά τον πόλεμο.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πολεμέω -ῶ].
γλσΕλα'άπολις: ἄπολις, -ις, -ι::
* McsElln.επίθετο.άπολις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπολις,
* McsElln.άπολις@γλσΕλα,
αυτός που δεν έχει πόλη ή πατρίδα, ο εξόριστος.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πόλις].
γλσΕλα'απόλλυμι: ἀπόλλυμι & ἀπολλύω::
* McsElln.ρήμα.απόλλυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απόλλυμι,
* McsElln.απόλλυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἀπώλλυν & ἀπώλλυον
Μέλλ. ἀπολῶ
Αόρ. ἀπώλεσα
Παρακ. ἀπολώλεκα
Μέσ. ενεστ. ἀπόλλυμαι
Μέσ. μέλλ. ἀπολοῦμαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἀπωλόμην
Μέσ. παρακ. ἀπόλωλα«έχω καταστραφεί, έχω χαθεί»
Μέσ. υπερσ. ἀπωλώλειν«είχα καταστραφεί, είχα χαθεί»
1. καταστρέφω.
2. χάνω:
ἵππους ἑβδομήκοντα ἀπώλεσαν = έχασαν εβδομήντα άλογα.
3. μέση φωνή ἀπόλλυμαι καταστρέφομαι, πεθαίνω:
ἡ πατρὶς στασιαζόντων ἡμῶν ἀπόλλυται = η πατρίδα καταστρέφεται όταν εμείς φιλονικούμε.
ΝΕ τύποι του παθ. αορίστου απολέσθη σκύλος «χάθηκε» κτλ.
[σύνθ. λ. ἀπό + ὄλλυμι, *ὄλ-νυ-μι < *ολ- (πβ.ὀλο-ὸς «καταστροφέας») + παρ. ένθ. νυ- +παρ. επίθ. -μι].
===
απόλλυμι: ἀπόλλυμι καταστρέφω, φονεύω, ἀπόλλυμαι (παθ.): χάνομαι, πεθαίνω
γλσΕλα'Απόλλων: Ἀπόλλων, -ωνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Απόλλων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Απόλλων,
* McsElln.Απόλλων@γλσΕλα,
ο θεός Απόλλωνας (παιδί του Δία και της Λητώς, αδελφός της Άρτεμης).
:=> παράγ. ἀπολλώνειος.
[προελλ. αρχής].
γλσΕλα'απολογέομαι: ἀπολογέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.απολογέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απολογέομαι,
* McsElln.απολογέομαι@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀπολογήσομαι
Αόρ. ἀπελογησάμην & ἀπελογήθην
Παρακ. ἀπολελόγημαι δικαιολογώ, υπερασπίζω τον εαυτό μου απέναντι σε κατηγορίες: ἀπολογοῦμαι περί τι
= υπερασπίζω τον εαυτό μου απέναντι σε κάτι.
:=> παράγ. ἀπολογία.
ΝΕ απολογούμαι.
[παράγ. λ. ἀπόλογος + -έομαι].
γλσΕλα'απολογία: ἀπολογία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.απολογία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απολογία,
* McsElln.απολογία@γλσΕλα,
λόγος για την υπεράσπιση του ατόμου απέναντι σε κατηγορία.
ΝΕ απολογία.
[παράγ. λ. ἀπολογ-έομαι + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'απολύω: ἀπολύω::
* McsElln.ρήμα.απολύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απολύω,
* McsElln.απολύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λύω
1. απαλλάσσω: ἐγὼ ἀπολύω καὶ ὑμᾶς τῆς αἰτίας
= εγώ απαλλάσσω και εσάς από την κατηγορία.
2. για στράτευμα διαλύω: τοὺς Σπαρτιάτας ἀπέλυσεν οἴκαδε
= διέλυσε τους Σπαρτιάτες και τους έστειλε στην πατρίδα τους.
:=> παράγ. ἀπόλυτος, ἀπόλυσις.
ΝΕ απολύω (λ.χ. από το στρατό, έμμισθη εργασία κτλ.).
[σύνθ. λ. ἀπό + λύω].
γλσΕλα'απονέμω: ἀπονέμω::
* McsElln.ρήμα.απονέμω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απονέμω,
* McsElln.απονέμω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νέμω μοιράζω, κάνω διανομή.
ΝΕ απονέμω (λ.χ. βραβείο, τιμητική διάκριση κτλ.).
[σύνθ. λ. ἀπό + νέμω].
γλσΕλα'απόπειρα: ἀπόπειρα, -πείρας::
* McsElln.ουσιαστικό.απόπειρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απόπειρα,
* McsElln.απόπειρα@γλσΕλα,
προσπάθεια.
ΝΕ απόπειρα.
[παράγ. λ. του ἀπό + πειρῶμαι, βλπ. πεῖρα].
γλσΕλα'απορέω: ἀπορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.απορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απορέω,
* McsElln.απορέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠπόρουν
Μέλλ. ἀπορήσω
Αόρ. ἠπόρησα
Παρακ. ἠπόρηκα
Παθ. μέλλ. ἀπορηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠπορήθην
Παθ. παρακ. ἠπόρημαι
1. βρίσκομαι σε αμηχανία: ἀπορεῖ Κροῖσος ὅπως διαβήσεται τὸν ποταμὸν ὁ στρατός
= βρίσκεται σε αμηχανία ο Κροίσος πώς θα περάσει τον ποταμό ο στρατός.
2. έχω έλλειψη: συμμάχων ἀποροῦσιν
= έχουν έλλειψη από συμμάχους.
=/ εὐπορέω.
:=> ἄπορος, ἀπορία.
ΝΕ απορώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἄπορος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'απορία: ἀπορία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.απορία-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απορία,
* McsElln.απορία@γλσΕλα,
1. δυσκολία: ἀπορία τῆς προσορμίσεως
= δυσκολία στην προσόρμιση (πλοίων). 2. έλλειψη κάποιου πράγματος, φτώχεια.
=/ εὐπορία.
ΝΕ απορία (λ.χ. σε ένα πρόβλημα).
μγ05.σ53
[παράγ. λ. ἄπορος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'άπορος: ἄπορος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άπορος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπορος,
* McsElln.άπορος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀπορώτερος
Υπερθετικός ἀπορώτατος
1. απροσπέλαστος, απλησίαστος: ἄπορον ὄρος
= απροσπέλαστο βουνό.
=/ βατός.
2. πάρα πολύ δύσκολος: ἄπορον χρῆμα
= πάρα πολύ δύσκολο πράγμα.
3. ως ουσιαστικό τὸ ἄπορον / τὰ ἄπορα πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία: ἐν ἀπόρῳ ἦσαν
= ήταν σε πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία.
4. για ανθρώπους φτωχός: οἱ ἀπορώτατοι
= οι πάρα πολύ φτωχοί.
=/ εὔπορος.
:=> παράγ. ἀπορία, ἀπορέω.
ΝΕ άπορος (με τη σημ. 4).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πόρος].
γλσΕλα'αποτελέω: ἀποτελέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αποτελέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποτελέω,
* McsElln.αποτελέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τελέω -ῶ αποτελειώνω: ἀπετέλεσε τὸ τεῖχος ἀρξάμενος ἀπὸ ἠρινοῦ χρόνου
= αποτέλειωσε το τείχος ξεκινώντας από την άνοιξη.
= περαίνω «τελειώνω».
:=> παράγ. ἀποτελεσματικός, ἀποτέλεσμα, ἀποτελεστέον, ἀποτέλεσις.
ΝΕ αποτελώ «είμαι» (λ.χ. μέλος μιας ομάδας).
[σύνθ. λ. ἀπό + τελέω].
γλσΕλα'απότομος: ἀπότομος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.απότομος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απότομος,
* McsElln.απότομος@γλσΕλα,
αποκομμένος ανώμαλα.
ΝΕ απότομος «ξαφνικός, μη αναμενόμενος» κτλ.
[παράγ. λ. ἀπότομ- (< ἀποτέμνω) + παρ. επίθ.-ος].
γλσΕλα'αποτρέπω: ἀποτρέπω::
* McsElln.ρήμα.αποτρέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποτρέπω,
* McsElln.αποτρέπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρέπω τρέπω μακριά από κάποιον.
:=> παράγ. ἀποτροπή, ἀποτρόπαιος.
ΝΕ αποτρέπω.
[σύνθ. λ. ἀπό + τρέπω].
γλσΕλα'αποφαίνω: ἀποφαίνω::
* McsElln.ρήμα.αποφαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αποφαίνω,
* McsElln.αποφαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φαίνω
1. παρουσιάζω: ἀποφαίνω καλὰ ἔργα
= παρουσιάζω ωραία έργα.
2. αποδεικνύω: ἀποφαίνω τινὰ ἔνοχον ὄντα
= αποδεικνύω ότι κάποιος είναι ένοχος.
3. μέση φωνή ἀποφαίνομαι διατυπώνω μια κρίση, απαντώ: ἀποφαίνομαι γνώμην
= διατυπώνω την άποψή μου.
:=> παράγ. ἀπόφανσις.
ΝΕ αποφαίνομαι (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἀπό + φαίνω].
γλσΕλα'άπταιστος: ἄπταιστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άπταιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπταιστος,
* McsElln.άπταιστος@γλσΕλα,
1. με ενεργ. σημ. αυτός που δε σκοντάφτει: ἀπταιστότερον παρέχει τὸν ἵππον
= κάνει ένα άλογο να έχει λιγότερο την τάση να σκοντάφτει.
2. με παθ. σημ. αυτός που δεν έχει κανένα σφάλμα.
3. επίρρημα ἀπταίστως χωρίς σφάλμα ή εμπόδιο, χωρίς καμιά δυσκολία.
ΝΕ άπταιστος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πταίω + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'άπτω: ἅπτω::
* McsElln.ρήμα.άπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπτω,
* McsElln.άπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἧπτον
Μέλλ. ἅψω
Αόρ. ἧψα
Παθ. μέλλ. ἁφθήσομαι
Μέσ. μέλλ. ἅψομαι
Μέσ. αόρ. ἡψάμην
Παθ. αόρ.με μέση και παθ. σημ.ἧμμαι
1. μέση φωνή ἅπτομαι
α. εμπλέκομαι σε κάτι, το αναλαμβάνω: χρὴ τοῦ πολέμου ἅπτεσθαι
= πρέπει να εμπλακούμε στον πόλεμο.
β. αγγίζω: ἅπτει μου τοῖς λόγοις τῆς ψυχῆς
= αγγίζεις την ψυχή μου με τα λόγια σου.
2. ανάβω, βάζω φωτιά: ἧψε τοῦ τείχους
= έβαλε φωτιά στο τείχος.
[αβέβ. ετυμ., καθώς δεν είναι ασφαλής η παραγωγή από *ἅπFω, όπου πF > πτ].
γλσΕλα'άπωθεν: ἄπωθεν::
* McsElln.επίρρημα.άπωθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άπωθεν,
* McsElln.άπωθεν@γλσΕλα,
1. από μακριά.
2. μακριά από κάποιον / κάτι: ἄπωθεν τῶνΜυκηνῶν
= μακριά από τις Μυκήνες.
[παράγ. λ. ἄπω + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'απώλεια: ἀπώλεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.απώλεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'απώλεια,
* McsElln.απώλεια@γλσΕλα,
1. καταστροφή. 2. χάσιμο.
ΝΕ απώλεια (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. ἀπώλ- (ἀπόλ-λυμι) + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'άρα: ἄρα::
* McsElln.σύνδεσμος.άρα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρα,
* McsElln.άρα@γλσΕλα,
1. συμπερασματικός άρα, επομένως: ἄριστον ἄρα ἡ εὐδαιμονία
= άρα η ευδαιμονία είναι άριστο πράγμα.
2. εἰ ἄρα εάν ίσως.
[συγγεν. των ἀρ-αρ-ίσκω, ἄρ-τι].
γλσΕλα'άρα: ἆρα::
* McsElln.μόριο.άρα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρα,
* McsElln.άρα@γλσΕλα,
1. χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις και υποδηλώνει αγωνία ή ανυπομονησία άραγε.
2. ἆρα μή...; / ἆρα οὐ...; χρησιμοποιούνται για την εισαγωγή ερωτήσεων, που προδικάζουν απαντήσεις αρνητικές ή θετικές αντιστοίχως: ἆρα μὴ ἄλλο τι ’ῇ ὁ θάνατος;
= άραγε, μήπως ο θάνατος είναι τίποτε άλλο; (ασφαλώς όχι.) ἆρ’ οὐχ οὕτως;
= άραγε, δεν είναι έτσι; (ασφαλώς έτσι είναι.)
[ετυμολογικά ταυτόσημο με το ἄρα].
γλσΕλα'αργός: ἀργός, -ὸς & -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αργός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αργός,
* McsElln.αργός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀργότερος
Υπερθετικός ἀργότατος
μγ05.σ54
1. οκνηρός: θεὸς τοῖς ἀργοῖς οὐ παρίσταται
= ο θεός δε συμπαραστέκεται στους οκνηρούς ανθρώπους.
2. για τη γη αυτός που παραμένει ακαλλιέργητος.
:=> παράγ. ἀργῶς.
ΝΕ αργός (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *Fεργός (ἔργον)].
γλσΕλα'αργύριον: ἀργύριον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.αργύριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αργύριον,
* McsElln.αργύριον@γλσΕλα,
χρήματα: τοῦτο δρῶσιν τοῦ ἀργυρίου χάριν
= το κάνουν αυτό για χάρη των χρημάτων.
ΝΕ πβ. τα τριάντα αργύρια του Ιούδα.
[παράγ. λ. ἄργυρος + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'άργυρος: ἄργυρος, -ύρου::
* McsElln.ουσιαστικό.άργυρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άργυρος,
* McsElln.άργυρος@γλσΕλα,
ασήμι.
:=> παράγ. ἀργύριον, σύνθ. ἀργυρότοξος.
ΝΕ άργυρος.
[παράγ. λ. ἀργὸς «λαμπερός» + παρ. επίθ. -υρός> ἀργυρός > ἄργυρος με ανέβασμα του τόνου].
γλσΕλα'άρδην: ἄρδην::
* McsElln.επίρρημα.άρδην@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρδην,
* McsElln.άρδην@γλσΕλα,
παντελώς: πᾶσαν πόλιν ἄρδην ἀπόλλυμι
= καταστρέφω κάθε πόλη παντελώς.
ΝΕ άρδην.
[με τη σημ. «στον αέρα, σηκωτά» *ἀρ- (από όπου *ἀρ-jω > αἴρω «σηκώνω») + παρ. επίθ. -ην, πβ. βά-δην].
γλσΕλα'αρέσκω: ἀρέσκω::
* McsElln.ρήμα.αρέσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρέσκω,
* McsElln.αρέσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤρεσκον
Μέλλ. ἀρέσω
Αόρ. ἤρεσα
Μέσ. μέλλ. ἀρέσομαι
Μέσ. αόρ. ἠρεσάμην
Παθ. αόρ. ἠρέσθην
1. συμμορφώνομαι: ἀρέσκω τρόποις τινός
= συμμορφώνομαι με τους τρόπους κάποιου.
2. για πράγματα ευχαριστώ: τοῖς πρέσβεσιν ἤρεσκεν τοῦτο
= ευχαριστούσε τους πρέσβεις τούτο.
3. παθ. φωνή ἀρέσκομαι είμαι ευχαριστημένος:τοῖς λόγοις τοῖς ἀπὸ σοῦ ἀρέσκομαι
= είμαι ευχαριστημένος με τα λόγια σου.
4. μετοχή ενεστώτα ἀρέσκων, -ουσα, -ον αρεστός, ευπρόσδεκτος: μηδέν μὴ ἀρέσκον λέγω
= δε λέω τίποτε που δεν είναι αρεστό.
:=> παράγ. ἀρεστός, σύνθ. εὐάρεστος, δυσάρεστος. ΝΕ αρέσω (με τη σημ. 2).
[*ἀρ-, ἀρε- (ίσως συγγεν. με μτχ. ἄρ-μενος «ευχάριστος» του ρ. ἀραρίσκω) + παρ. επίθ. -σκω].
γλσΕλα'αρετή: ἀρετή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.αρετή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρετή,
* McsElln.αρετή@γλσΕλα,
1. ικανότητα κάθε είδους, το ιδανικό σε σχέση με κάποιον ή κάτι, επιδεξιότητα, τελειότητα, τελείωση: ‘ρήτορος ἀρετὴ τἀληθῆ λέγειν
= το ιδανικό για το ρήτορα είναι να λέει την αλήθεια.
2. με ηθική σημ. αρετή, ηθική αξία.
=/ κακία.
ΝΕ αρετή (με τη σημ. 2).
[*αρ-, πβ. ἀρ-είων, ἄρ-ιστος (συγκρ. και υπερθετ. του ἀγαθός)].
γλσΕλα'αριθμέω: ἀριθμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αριθμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αριθμέω,
* McsElln.αριθμέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠρίθμουν
Μέλλ. ἀριθμήσω
Αόρ. ἠρίθμησα
Μέσ. & παθ. παρ. ἠριθμούμην
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἀριθμήσομαι«θα αριθμηθώ»
Παθ. μέλλ. ἀριθμηθήσομαι
Παθ. παρακ. ἠρίθμημαι
1. απαριθμώ κάτι, το μετρώ.
2. πληρώνω: οὐ τοὺς πλεῖστον ἀριθμοῦντας χρυσίον θαυμάζει
= δε θαυμάζει όσους τον πληρώνουν με μεγάλα χρηματικά ποσά.
ΝΕ αριθμώ (με σημ. 1).
[παράγ. λ. ἀριθμ-ός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'αριστάω: ἀριστάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αριστάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αριστάω,
* McsElln.αριστάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠρίστων
Μέλλ. ἀριστήσω
Αόρ. ἠρίστησα
Παρακ. ἠρίστηκα
Παθ. παρακ. ἠρίστημαι παίρνω το μεσημεριανό γεύμα: μήτ’ ἀριστᾶν ἐπιθυμεῖς
= μήτε να πάρεις το μεσημεριανό φαγητό σου επιθυμείς.
[παράγ. λ. βλπ. ἄριστ-ον + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'αριστοκρατία: ἀριστοκρατία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.αριστοκρατία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αριστοκρατία,
* McsElln.αριστοκρατία@γλσΕλα,
το πολίτευμα που δίνει την εξουσία στα υψηλής καταγωγής άτομα, στους ευγενείς.
ΝΕ αριστοκρατία.
[σύνθ. λ. ἄριστοι + κρατέω + παρ. επίθ. -ία, πβ. μεταγεν. ἀριστοκράτης].
γλσΕλα'άριστον: ἄριστον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.άριστον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άριστον,
* McsElln.άριστον@γλσΕλα,
αρχικά το πρόγευμα (βλπ. ἀριστοποιέω) και κατόπιν το μεσημεριανό φαγητό: εἰργάζοντο μέχρις ἀρίστου
= δούλευαν ως την ώρα του μεσημεριανού φαγητού.
[*αἰερι-δ-τον, όπου *αἰερι
= ἦρι επίρρ. «πρωί»(πβ. ποιητ. ἠέρ-ιος «πρωινός», δ- < ἐδ- (ἔδ-ομαι «θα φάγω», μέλλ. του ἐσθίω) + παρ. επίθ.-τον].
γλσΕλα'αριστοποιέω: ἀριστοποιέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αριστοποιέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αριστοποιέω,
* McsElln.αριστοποιέω@γλσΕλα,
1. παρασκευάζω το πρόγευμα.
2. μέση φωνή ἀριστοποιοῦμαι προγευματίζω.
[σύνθ. λ. ἄριστον + ποιέομαι].
γλσΕλα'αρκέω: ἀρκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αρκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρκέω,
* McsElln.αρκέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤρκουν
Μέλλ. ἀρκέσω
Αόρ. ἤρκεσα
Παθ. ενεστ. ἀρκοῦμαι
Παθ. μέλλ. ἀρκεσθήσομαι
μγ05.σ55
Παθ. αόρ. ἠρκέσθην
Παθ. παρακ. ἤρκεσμαι αρκώ, επαρκώ, είμαι αρκετός.
:=> παράγ. ἀρκετός, σύνθ. αὐτάρκης, ὀλιγαρκής.
ΝΕ αρκώ.
[*αρκ-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'αρμόττω: ἁρμόττω::
* McsElln.ρήμα.αρμόττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρμόττω,
* McsElln.αρμόττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἁρμόζω
Παρατ. ἥρμοττον
Μέλλ. ἁρμόσω
Αόρ. ἥρμοσα
Παρακ. ἥρμοκα
Μέσ. μέλλ. ἁρμόσομαι
Μέσ. αόρ. ἡρμοσάμην
Παθ. αόρ. ἡρμόσθην
Παθ. παρακ. ἥρμοσμαι
1. συνενώνω. 2. τακτοποιώ.
3. ως απρόσωπο ἁρμόττει αρμόζει.
4. μετοχή ἁρμόττων, -ουσα, -ον κατάλληλος.
:=> παράγ. ἁρμοστής, ἁρμόδιος, σύνθ. προσαρμόζω, συναρμόζω.
ΝΕ αρμόζω (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. ἁρμός + παρ. επίθ. -ζω].
γλσΕλα'αρόω: ἀρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρόω,
* McsElln.αρόω@γλσΕλα,
Μέλλ. ἀρόσω
Αόρ. ἤροσα
Παθ. ενεστ. ἀροῦμαι
Παθ. αόρ. ἠρόθην
Παθ. παρακ. ἀρήρομαι οργώνω.
:=> παράγ. ἄροσις, ἀρόσιμος, ἄροτος, ἄροτρον «αλέτρι».
ΝΕ αλέτρι (< *ἀρότριον < ἄροτρον).
[*αρ-, λατ. ar-are «οργώνω»].
γλσΕλα'αρπάζω: ἁρπάζω::
* McsElln.ρήμα.αρπάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρπάζω,
* McsElln.αρπάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἥρπαζον
Μέλλ. ἁρπάσω & ἁρπάσομαι
Αόρ. ἥρπασα
Παρακ. ἥρπακα
Μέσ. αόρ. ἡρπασάμην
Παθ. μέλλ. ἁρπαγήσομαι
Παθ. αόρ. ἡρπάσθην & ἡρπάγην & ἡρπάχθην
Παθ. παρακ. ἥρπασμαι
1. αρπάζω. 2. λεηλατώ: ἁρπάζω πόλεις.
:=> παράγ. ἁρπαγή, ἅρπαξ, σύνθ. ἀναρπάζω, διαρπάζω, ἐφαρπάζω, συναρπάζω.
ΝΕ αρπάζω (με τις σημ. 1, 2).
[*σαρπ- (ἁρπ-αγή, ἅρπ-αξ, ἅρπ-υια) + -άζω].
γλσΕλα'αρραγής: ἀρραγής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αρραγής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρραγής,
* McsElln.αρραγής@γλσΕλα,
άθραυστος.
= ἄρρηκτος.
=/ θραυστός.
ΝΕ λ.χ. αρραγές μέτωπο.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *ραγ- (ἐρ-ράγ-ην < ‘ρήγνυμι) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'άρρην: ἄρρην, -ην, -εν::
* McsElln.επίθετο.άρρην@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρρην,
* McsElln.άρρην@γλσΕλα,
αρσενικός.
[*ἀρσεν-, ομόρρ. με αρχ. περσ. ar^san- «αρσενικός»].
γλσΕλα'αρτάω: ἀρτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αρτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρτάω,
* McsElln.αρτάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤρτων
Μέλλ. ἀρτήσω
Αόρ. ἤρτησα
Παρακ. ἤρτηκα
Παθ. αόρ. ἠρτήθην
Παθ. παρακ. ἤρτημαι
1. κρεμώ.
= κρεμάννυμι. 2. παθ. φωνή ἀρτῶμαι(ἔκ τινος) εξαρτώμαι (από κάποιον/κάτι).
:=> παράγ. ἄρτησις, σύνθ. ἀναρτάω, ἐξαρτάω, προσαρτάω.
ΝΕ σύνθ. εξαρτώμαι (με τη σημ. 2).
[πιθ. *αρ- (ἀρ-αρ-ίσκω «ενώνω, προσαρμόζω») + παρ. επίθ. -τ-άω].
γλσΕλα'άρτι: ἄρτι::
* McsElln.επίρρημα.άρτι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρτι,
* McsElln.άρτι@γλσΕλα,
1. μόλις πριν από λίγο, τώρα δα: τέθνηκεν ἄρτι
= πέθανε τώρα δα. 2. αμέσως.
[*αρτ-, συγγεν. με αρμ. ard «πρόσφατος» + -ι, πβ πέρυσ-ι].
γλσΕλα'αρxή: ἀρχή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.αρxή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρxή,
* McsElln.αρxή@γλσΕλα,
1. αρχή: ἀρχήν τινος ποιοῦμαι
= κάνω αρχή κάποιου πράγματος.
2. εξουσία: ἀρχὴ ἄνδρα δείξει
= η εξουσία θα δείξει το χαρακτήρα του ανθρώπου. μετέχω κρίσεως καὶ ἀρχῆς
= συμμετέχω στη δικαστική και εκτελεστική εξουσία.
3. κράτος, βασίλειο: Κύρου ἀρχή
= το βασίλειο του Κύρου.
4. αἱ ἀρχαὶ οι αξιωματούχοι.
:=> παράγ. ἀρχαῖος, ἀρχεῖον, ἀρχαϊκός, ἀρχῆθεν, σύνθ. ἀρχηγέτης, ἀρχηγός.
ΝΕ αρχή (με τις σημ. 1, 2).
[αβέβ. ετυμ., *ἀρχ-].
γλσΕλα'άρxω: ἄρχω::
* McsElln.ρήμα.άρxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρxω,
* McsElln.άρxω@γλσΕλα,
Παρατ. ἦρχον
Μέλλ. ἄρξω
Αόρ. ἦρξα
Παρακ. ἦρχα
Μέσ. μέλλ. ἄρξομαι
Μέσ. αόρ. ἠρξάμην
Παθ. αόρ. ἤρχθην
Παρακ. ἦργμαι
1.
α. στην ενεργ. ή μέση φωνή ἄρχω ή ἄρχομαι ξεκινώ:
ἄρχομαι τοῦ πολέμου = ξεκινώ τον πόλεμο.
=/ λήγω, παύω.
β. ἄρχω με γεν. πράγματος και δοτ. προσώπου, όταν το υποκείμενο είναι πράγμα γίνομαι η απαρχή, σηματοδοτώ την αρχή κάποιου πράγματος για κάποιον:
μγ05.σ56
νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἄρχειν ἐλευθερίας τῇ Ἑλλάδι
= νομίζοντας ότι εκείνη η ημέρα ήταν η απαρχή της ελευθερίας για την Ελλάδα.
2. κυβερνώ (κάποιον):
οἱ ἀρχόμενοι = οι υπήκοοι.
:=> παράγ. ἀρκτέον, ἄρχων, σύνθ. ἐξάρχω.
[αβέβ. ετυμ., βλπ. ἀρχή].
γλσΕλα'άρxων: ἄρχων, -οντος::
* McsElln.ουσιαστικό.άρxων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άρxων,
* McsElln.άρxων@γλσΕλα,
1. κυβερνήτης, διοικητής, αρχηγός.
2. στην Αθήνα οἱ ἐννέα ἄρχοντες. Έτσι χαρακτηρίζονταν ο Ἄρχων (= ο επώνυμος Άρχων), ο Βασιλεύς, ο Πολέμαρχος και οι έξι Θεσμοθέται.
[μετοχή του βλπ. ἄρχω].
γλσΕλα'αρωγός: ἀρωγός, -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αρωγός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αρωγός,
* McsElln.αρωγός@γλσΕλα,
χρήσιμος για κάτι, ωφέλιμος.
ΝΕ αρωγός «που συμπαρίσταται, που βοηθεί».
[*αρηγ- (πβ. ἀρήγω «βοηθώ», *αρωγ- ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'ασθενής: ἀσθενής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ασθενής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ασθενής,
* McsElln.ασθενής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀσθενέστερος
Υπερθετικός ἀσθενέστατος
1. αδύναμος, ασθενικός: ὁ παντάπασιν ἀσθενὴς τῷ σώματι
= ο εντελώς ασθενικός στο σώμα.
2. φτωχός: ὅ τ’ ἀσθενὴς ὁ πλούσιός τε
= και ο φτωχός και ο πλούσιος.
3. ασήμαντος: οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστὴς Ἑλλήνων ἐστί
= δεν είναι ο πιο ασήμαντοςΈλληνας σοφιστής.
:=> παράγ. ἀσθένεια, ἀσθενέω, ἀσθενόω, ἀσθενῶς, σύνθ. ἐξασθενέω.
ΝΕ ασθενής (με τις σημ. 1 και 2, και «άρρωστος», που στα αρχαία δηλωνόταν λ.χ. με το νοσῶν).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *σθεν- (σθένω) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'ασπάζομαι: ἀσπάζομαι::
* McsElln.ρήμα.ασπάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ασπάζομαι,
* McsElln.ασπάζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἠσπαζόμην
Μέλλ. ἀσπάσομαι
Αόρ. ἠσπασάμην
1. χαιρετώ: πόρρωθεν ἠσπάζοντό με
= με χαιρετούσαν από μακριά.
=> στις κατακλείδες επιστολών ἀσπάζομαι ὑμᾶς ἐγὼ Τέρτιος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐνΚυρίῳ
= σας στέλνω τους χαιρετισμούς μου εγώ, ο Τέρτιος, που έγραψα την επιστολή.
:=> παράγ. ἀσπασμός, ἄσπασμα, ἀσπασίως, σύνθ. ἀντασπάζομαι.
ΝΕ ασπάζομαι «φιλώ, συμφωνώ».
[αβέβ. ετυμ., ίσως προθ. ἀ- + σπάω].
γλσΕλα'αστήρ: ἀστήρ, -έρος::
* McsElln.ουσιαστικό.αστήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αστήρ,
* McsElln.αστήρ@γλσΕλα,
αστέρι.
ΝΕ αστέρι.
[προθετ. ἀ- + *στερ-, *στηρ-, πβ. λατ. stella].
γλσΕλα'άστυ: ἄστυ, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.άστυ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άστυ,
* McsElln.άστυ@γλσΕλα,
1. πόλη.
= πόλις. 2. κάτω πόλη (σε αντιδιαστολή προς την ἀκρόπολιν).
3. η πόλη των Αθηνών (σε αντιδιαστολή προς τον ἀγρόν, δηλαδή την ύπαιθρο της Αττικής): ἐξ ἄστεως νῦν εἰς ἀγρὸν χωρῶμεν
= ας πάμε τώρα από την πόλη (των Αθηνών) στην ύπαιθρο.
:=> παράγ. ἀστικός, σύνθ. ἀστυνόμος.
ΝΕ άστυ (λόγιο, αντί πόλη, λ.χ. «το κλεινόν άστυ», δηλαδή η Αθήνα).
[*Fεστ- (ἑστία), *Fαστυ, αρχ. ινδ. v'astu].
γλσΕλα'ασφαλής: ἀσφαλής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ασφαλής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ασφαλής,
* McsElln.ασφαλής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀσφαλέστερος
Υπερθετικός ἀσφαλέστατος
1. αυτός που δεν πέφτει κάτω, ασάλευτος: ἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα
= οι νόμοι των θεών είναι ασάλευτοι.
2. πιστός (λ.χ. φίλος).
3. προφυλαγμένος από κινδύνους, ασφαλής:ἀσφαλὴς ὁδός
= ασφαλής δρόμος.
:=> παράγ. ἀσφαλίζω, ἀσφάλεια, ἀσφαλῶς, ἀσφάλισις, σύνθ. ἀνασφαλής, ἐπισφαλής.
ΝΕ ασφαλής (με τις σημ. 2, 3).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + σφάλλω «ρίχνω κάποιον κάτω»].ἅτε αιτιολογική λέξη που συνοδεύει πάντοτε μετοχή.επειδή: ἅτε τῶν ὁδῶν φυλαττομένων
= επειδή οι δρόμοι φρουρούνταν.
[ουδ. πληθ. της αντων. ὅστις, ἥτις, ὅ τι/ὅ,τι].
γλσΕλα'άτοπος: ἄτοπος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άτοπος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άτοπος,
* McsElln.άτοπος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀτοπώτερος
Υπερθετικός ἀτοπώτατος
1. παράδοξος, ασυνήθιστος: δοῦλοι τῶν ἀεὶ ἀτόπων
= δέσμιοι σε παραδοξότητες.
2. απρόσωπο ἄτοπόν ἐστι είναι παράλογο.
ΝΕ άτοπος.
[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + τόπος].
γλσΕλα'Ατροπος: Ἄτροπος, -όπου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.::
* McsElln.γλσΕλα'Ατροπος,
* McsElln.Ατροπος@γλσΕλα,
μία από τις τρεις Μοίρες, που ήταν αρμόδια στο να διατηρεί ἄτροπον, δηλ. αμετάτρεπτο, αναλλοίωτο, το χαρακτήρα της μοίρας του κάθε ανθρώπου (βλπ. Λάχεσις & Κλωθώ).
γλσΕλα'αύ: αὖ::
* McsElln.επίρρημα.αύ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αύ,
* McsElln.αύ@γλσΕλα,
1. ξανά, πάλι, ακόμη μια φορά.
2. συχνά συνοδεύει το δὲ αφετέρου, από την άλλη πλευρά: ὁ μὲν ἥμαρτεν... ὁ δ’ αὖ κατειργάσατο
= ο ένας αστόχησε... από την άλλη όμως ο άλλος το σκότωσε (το λιοντάρι).
[*αυ-, πβ. λατ. aut, autem «πάλιν»].
γλσΕλα'αύθις: αὖθις::
* McsElln.επίρρημα.αύθις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αύθις,
* McsElln.αύθις@γλσΕλα,
πάλι, ξανά: αὖθις πρὸς τοὺς Μεγαρέας ἐπολέμησαν
= πολέμησαν πάλι εναντίον των Μεγαρέων.
μγ05.σ57
[παράγ. λ. αὖ + παρ. επίθ. -θις].
γλσΕλα'αυλέω: αὐλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αυλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αυλέω,
* McsElln.αυλέω@γλσΕλα,
παίζω τον αυλό.
:=> παράγ. αὔλησις, αὐλητρίς, αὐλητής, σύνθ.ἐπαυλέω, συναυλέω.
[παράγ. λ. αὐλός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'αυλητρίς: αὐλητρίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.αυλητρίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αυλητρίς,
* McsElln.αυλητρίς@γλσΕλα,
αυλήτρια.
ΝΕ αυλήτρια, αυλητρίδα.
[παράγ. λ. αὐλέω + παρ. επίθ. -τρίς < *-τηρίς].
γλσΕλα'αύξω: αὔξω & αὐξάνω::
* McsElln.ρήμα.αύξω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αύξω,
* McsElln.αύξω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὖξον & ηὔξανον
Μέλλ. αὐξήσω
Αόρ. ηὔξησα
Παρακ. ηὔξηκα
Μέσ. & παθ.ενεστ.αὔξομαι & αὐξάνομαι
Μέσ. & παθ.παρατ.ηὐξόμην & ηὐξανόμην
Μέσ. μέλλ. αὐξήσομαι
Παθ. μέλλ. αὐξηθήσομαι
Παθ. αόρ. ηὐξήθην
Μέσ. & παθ.παρακ.ηὔξημαι
Μέσ. & παθ.υπερσ.ηὐξήμην αυξάνω, μεγαλώνω.
ΝΕ αυξάνω, αυξάνομαι.
[*αFεκσ-, λατ. auge-o «αυξάνω»].
γλσΕλα'αύριον: αὔριον::
* McsElln.επίρρημα.αύριον@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αύριον,
* McsElln.αύριον@γλσΕλα,
αύριο: αὔριον τηνικάδε
= αύριο τέτοια ώρα.
:=> παράγ. αὐρίζω, αὐρινός.
ΝΕ αύριο.
[παράγ. λ. *αυσρ- (συγγεν. με ἕως «αυγή»
= αιολ. αὔως, δωρ. ἀώς, ἀFώς) + παρ. επίθ. -ιον, πβ. λιθ. au^sr'a «αυγή»].
γλσΕλα'αυτίκα: αὐτίκα::
* McsElln.επίρρημα.αυτίκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αυτίκα,
* McsElln.αυτίκα@γλσΕλα,
1. αμέσως: ταῦτα εἶπε καὶ αὐτίκα ἄγγελον ἔπεμπε
= τα είπε αυτά και αμέσως έστειλε αγγελιαφόρο.
2. με ελαφρά χροιά μέλλοντος όπου να ’ναι, σε λίγο: αὐτίκα ἐπισκεψόμεθα εἰ...
= θα εξετάσουμε σε λίγο εάν...
3. για παράδειγμα: εἰ γάρ τις αὐτίκα εἴποι...
= αν για παράδειγμα έλεγε κάποιος...
[αὐτ-ός + -ίκα, όπως την-ίκα, ἡν-ίκα].
γλσΕλα'αυτόματος: αὐτόματος, -ματος & -μάτη, -ματον::
* McsElln.επίθετο.αυτόματος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αυτόματος,
* McsElln.αυτόματος@γλσΕλα,
1. για γεγονότα αυτός που γίνεται μόνος του, χωρίς εξωτερική επενέργεια: ἀπό τινος αἰτίας αὐτομάτης
= από κάποια αιτία που ενεργεί από μόνη της (και δεν επιβάλλεται από έξω).2.
α. τὸ αὐτόματον τυχαίο περιστατικό, τύχη:τοὺς θεοὺς χρὴ ἢ τὸ αὐτόματον αἰτιᾶσθαι;
= πρέπει τους θεούς ή την τύχη να κατηγορούμε;
β. ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου ή ἀπὸ ταὐτομάτου τυχαία, κατά τύχη.
:=> παράγ. αὐτομάτως, αὐτοματίζω.
ΝΕ αυτόματος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. αὐτός + *μα- (< μέ-μον-α < μιμνήσκω) + -τος].
γλσΕλα'αυτός: αὐτός, -ή, -ὸ::
* McsElln.αντωνυμία.αυτός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αυτός,
* McsElln.αυτός@γλσΕλα,
οριστική και επαναληπτική αντωνυμία
1. ως οριστική αντωνυμία ο ίδιος: αὐτὸς ἐγώ
= εγώ ο ίδιος. ὁ βασιλεὺς αὐτὸς ἦλθε
= ήλθε ο ίδιος ο βασιλιάς.
2. μόνος: ἐάν τις ἄνευ τοῦ σίτου τὸ ὄψον αὐτὸ ἐσθίῃ...
= αν κάποιος τρώει το κρέας μόνο του χωρίς ψωμί...
3. σε πτώση δοτική με ουσιαστικό μαζί με κάποιον ή κάτι: ναῦς τέτταρας αὐτοῖς ἀνδράσιν εἷλον
= έπιασαν τέσσερα καράβια μαζί με τους άντρες τους (μαζί με το πλήρωμά τους).
4. ως επαναληπτική αντωνυμία χρησιμοποιείται μόνον στις πλάγιες πτώσεις ως αντωνυμία του γ΄προσώπου, για να επαναλάβει ένα ουσιαστικό που έχει αναφερθεί προηγουμένως στην πρόταση.Γι’ αυτό λέγεται επαναληπτική αντωνυμία αυτός:ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ (δηλ. τοῦ βασιλέως)
= ο βασιλιάς και όσοι είναι μαζί του.
5. με το άρθρο ὁ αὐτός, ἡ αὐτή, τὸ αὐτὸ & με κράση αὑτός, αὑτή, ταὐτὸ(ν) ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο: ἀεὶ τὰ αὐτὰ λέγει
= λέει πάντοτε τα ίδια πράγματα.
ΝΕ αυτός (με τη σημ. 4).
[αβέβ. ετυμ., πιθ. αὖ, αὖτε + -τός].
γλσΕλα'αυτουργός: αὐτουργός, -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.αυτουργός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αυτουργός,
* McsElln.αυτουργός@γλσΕλα,
αυτός που καλλιεργεί τη γη μόνος του, χωρίς τη βοήθεια σκλάβων.
ΝΕ αυτουργός στη φρ. ηθικός αυτουργός.
[σύνθ. λ. *αὐτοFεργός < αὐτός + *Fεργ- (ἐργάζομαι, ἔργον) + παρ. επίθ. -ός].
γλσΕλα'αφαιρέω: ἀφαιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αφαιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αφαιρέω,
* McsElln.αφαιρέω@γλσΕλα,
Μέσ. παρακ.με μέση σημ.ἀφ'ήρημαι«έχω αφαιρέσει»Για τους άλλους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ
1. αφαιρώ, παίρνω.
2. μέση φωνή ἀφαιρέομαι -οῦμαι αφαιρώ(παίρνω) κάτι για τον εαυτό μου: ἀφαιροῦμαι τοὺς τούτου παῖδας τὴν δωρεάν
= αφαιρώ από τα παιδιά αυτού τη δωρεά (για να τη χρησιμοποιήσω προς όφελός μου).
[σύνθ. λ. ἀπό + αἱρέω].
γλσΕλα'αφανής: ἀφανής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.αφανής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αφανής,
* McsElln.αφανής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀφανέστερος
Υπερθετικός ἀφανέστατος
1. κρυμμένος και άρα αθέατος.
= ἀόρατος.
2. άγνωστος: σὺν ἀφανεῖ λόγῳ
= με άγνωστη κατηγορία. 3. για πρόσωπα άσημος.
= ἄσημος.
:=> παράγ. ἀφάνεια, ἀφανῶς.
μγ05.σ58
ΝΕ αφανής (με τις σημ. 1, 3).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *φαν- (ἐ-φάν-ην < φαίνομαι) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'αφανίζω: ἀφανίζω::
* McsElln.ρήμα.αφανίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αφανίζω,
* McsElln.αφανίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠφάνιζον
Μέλλ. ἀφανιῶ
Παρακ. ἠφάνικα
1. αποκρύπτω: ἀφανίζω τὸ συμφορώτατον
= αποκρύπτω τα πιο μεγάλα συμφέροντα.
2. καταστρέφω εντελώς: ὅλως ἀφανίζω τὰ ἱερά
= καταστρέφω εντελώς τα ιερά.
= δῃόω«λεηλατώ».
3. παθ. φωνή ἀφανίζομαι εξαφανίζομαι: ὑποβρύχιος ἠφανίσθη
= εξαφανίστηκε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
:=> παράγ. ἀφανισμός, ἀφάνισις, σύνθ. συναφανίζω.
ΝΕ αφανίζω (με τις σημ. 2, 3).
[σύνθ. λ. ἀφανής (βλπ. ἀφανής) + παρ. επίθ.-ίζω].
γλσΕλα'άφατος: ἄφατος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άφατος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άφατος,
* McsElln.άφατος@γλσΕλα,
ανέκφραστος, απερίγραπτος: ἄφατα χρήματα
= απερίγραπτα χρηματικά ποσά.
= ἄρρητος.
:=> παράγ. ἀφάτως.
ΝΕ άφατος «με κλειστό στόμα».
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + φατός (< φημί + παρ. επίθ.-τός)].
γλσΕλα'άφθονος: ἄφθονος, -ος, -ον (Α)::
* McsElln.επίθετο.άφθονος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άφθονος,
* McsElln.άφθονος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀφθονώτερος & ἀφθονέστερος
Υπερθετικός ἀφθονώτατος & ἀφθονέστατος αυτός που δε νιώθει φθόνο.
=> επίρρημα ἀφθόνως χωρίς φθόνο: τοὺς ἄλλους ἅπαντας ἀφθόνως ἠλευθέρωσεν
= ελευθέρωσε όλους τους άλλους χωρίς κανένα φθόνο.
[στερητ. ἀ- + *φθον- (< φθονέω) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'άφθονος: ἄφθονος, -ος, -ον (Β)::
* McsElln.επίθετο.άφθονος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άφθονος,
* McsElln.άφθονος@γλσΕλα,
1. παθητικό αυτός που προσφέρεται σε αφθονία, άφθονος.
2. ενεργητικό αυτός που προσφέρει άφθονα.
:=> παράγ. ἀφθονία, ἀφθόνως.
ΝΕ άφθονος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. αθροιστ. ἀ- + φθον- (συγγεν. του ἀφνειὸς «πλούσιος» και εὐθ-ηνὸς «φτηνός, διότι προσφέρεται σε αφθονία», εὐθ-ενέω «προσφέρομαι σε αφθονία, αφθονώ», ΙΕ *gwh > φ/θ,*gwhen- < ελλ. (ἀ)φνε(ιός) - (εὐ)θην(ός), πβ. αρχ.ινδ. ghan'a- «πυκνός, παχύς», λιθ. gan`a «αρκετός»].
γλσΕλα'αφίημι: ἀφίημι::
* McsElln.ρήμα.αφίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αφίημι,
* McsElln.αφίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι
1. ρίχνω με δύναμη.
2. ελευθερώνω.
= ἀπολύω.
3. αθωώνω: ἀφίημί τινα φόνου
= αθωώνω κάποιον από την κατηγορία του φόνου.
= ἀπολύω «αθωώνω».
4. διαλύω το γάμο μου, άρα χωρίζω.
= διαζεύγνυμι.
5. παραμελώ: ἀφίημι τὰ θεῖα
= παραμελώ τις θρησκευτικές υποθέσεις.
6. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι: ἀφίημί τινα ἀποπλεῖν
= επιτρέπω σε κάποιον να αποπλεύσει.
:=> παράγ. ἄφεσις, ἀφέτης, ἀφετηρία, σύνθ.συναφίημι.
ΝΕ αφήνω «εγκαταλείπω, επιτρέπω κτλ.».
[σύνθ. λ. ἀπό + ἵημι].
γλσΕλα'αφικνέομαι: ἀφικνέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.αφικνέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αφικνέομαι,
* McsElln.αφικνέομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἱκνέομαι φθάνω: ἀφίκοντο οἱ πρέσβεις οἴκαδε
= έφθασαν οι πρέσβεις στην πατρίδα τους.
= ἥκω «έχω φτάσει».
:=> παράγ. ἄφιξις.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἱκνέομαι].
γλσΕλα'αφίστημι: ἀφίστημι::
* McsElln.ρήμα.αφίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αφίστημι,
* McsElln.αφίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. απομακρύνω κάποιον.
2. στην παθ. φωνή και στους αμετάβ. χρόνους της ενεργ. (ἀπέστην, ἀφέστηκα βλπ. ἵστημι) ἀφίσταμαι
α. απέχω από κάποιον/κάτι: ἀφίσταμαι κινδύνου
= απέχω από τον κίνδυνο.
β. αποστατώ από κάποιον: ἀπέστησαν ἀπὸ τοῦ Δαρείου
= αποστάτησαν από το Δαρείο.
γ. αποφεύγω να κάνω κάτι: ἀπέστην τοῦτ’ ἐρωτῆσαι σαφῶς
= απέφυγα να ρωτήσω αυτό επακριβώς.
[σύνθ. λ. ἀπό + ἵστημι].
γλσΕλα'άφρων: ἄφρων, -ων, -ον::
* McsElln.επίθετο.άφρων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άφρων,
* McsElln.άφρων@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀφρονέστερος
Υπερθετικός ἀφρονέστατος ανόητος, ηλίθιος.
:=> παράγ. ἀφροσύνη, ἀφρόνως.
ΝΕ πβ. η παραβολή του άφρονος πλουσίου.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + φρήν].
γλσΕλα'Αxέρων: Ἀχέρων, -οντος::
* McsElln.ουσιαστικό.Αxέρων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Αxέρων,
* McsElln.Αxέρων@γλσΕλα,
ποταμός στον Κάτω Κόσμο.
ΝΕ Αχέροντας.
[ουδ. *ἄχερος «βάλτος, λίμνη», ομόρρ. με αρχ.σλαβ. jezero «λίμνη», λιθ. -e^zeras].
γλσΕλα'άxθομαι: ἄχθομαι::
* McsElln.ρήμα.άxθομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άxθομαι,
* McsElln.άxθομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἠχθόμην
Μέσ. μέλλ. ἀχθέσομαι
Παθ. μέλλ.με μέση σημ.ἀχθεσθήσομαι«θα στενοχωρηθώ»
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ἠχθέσθην«στενοχωρήθηκα»
Παθ. παρακ.με μέση σημ.ἤχθημαι«έχω στενοχωρηθεί»
μγ05.σ59
στενοχωριέμαι, ενοχλούμαι: Ἀρίσταρχον στρατηγοῦντ’ ἄχθομαι
= στενοχωριέμαι να είναι οΑρίσταρχος στρατηγός.
:=> παράγ. ἀχθηδών «ενόχληση», σύνθ. ἐπάχθομαι, συνάχθομαι.
[αβέβ. ετυμ., ίσως συγγεν. του ἄγω, πβ. ἄχθ-ος].
γλσΕλα'αxρείος: ἀχρεῖος, -εῖος & -εία, εῖον::
* McsElln.επίθετο.αxρείος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αxρείος,
* McsElln.αxρείος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀχρειότερος
Υπερθετικός ἀχρειότατος άχρηστος, ασύμφορος: οὐκ ἀπράγμονα ἀλλ’ἀχρεῖον νομίζομεν
= δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο.
ΝΕ αχρείος «άχρηστος, ελεεινός» κτλ.
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *χρει- (< χρειόω «είμαι χρήσιμος») + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'αxρειόω: ἀχρειόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.αxρειόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'αxρειόω,
* McsElln.αxρειόω@γλσΕλα,
αχρηστεύω κάτι.
ΝΕ σύνθ. εξαχρειώνω «ταπεινώνω ηθικά, κουρελιάζω».
[παράγ. λ. ἀχρεῖος + παρ. επίθ. -έω].ἄχρι & ἄχρις ΠΡΟΘΕΣΗ/ΣΥΝΔΕΣΜΟΣΑ. Ως πρόθεση συντάσσεται με γενική και δηλώνει:
1. χρόνο μέχρι: ἄχρι τῆς σήμερον ἡμέρας
= μέχρι σήμερα.
2. τόπο μέχρι: ἄχρι τοῦ Πειραιῶς
= μέχρι τονΠειραιά.
Β. Ως σύνδεσμος συντάσσεται με αναφορική πρόταση, για να δηλώσει χρόνο: μέχρι: ἄχρι οὗ ὅδε ὁ λόγος ἐγράφετο
= μέχρι που γράφτηκε αυτό το κείμενο.
[αντιστοιχεί στο μέχρι, πβ. για την ισοδυναμία ἄ-χρι
= μέ-χρι αρχ. ἄ-λευρον
= μυκην.mereuro
= μέ-λευρον].
γλσΕλα'άψυxος: ἄψυχος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.άψυxος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'άψυxος,
* McsElln.άψυxος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἀψυχότερος
Υπερθετικός ἀψυχότατος
1. αυτός που δεν έχει ψυχή.
2. δειλός: ἀψυχότεραι αἱ θήλειαι
= τα θηλυκά είναι πιο δειλά.
=/ ἀνδρεῖος.
:=> παράγ. ἀψυχία, ἀψυχέω, ἀψυχεί, ἀψύχως.
ΝΕ άψυχος (με τη σημ. 1 και άλλες σημ.).
[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ψυχή + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'Β: Β, β, βῆτα, τὸ OΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.Β::
* McsElln.γλσΕλα'Β,
* McsElln.Β@γλσΕλα,
το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.Κατά την κλασική περίοδο (5oς-4oς αι. π.Χ.) είχε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστού φθόγγου και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως [b].
=> ως αριθμητικό σύμβολο: β΄
= 2, αλλά ,β
= 2.000.
γλσΕλα'βαβαί: βαβαὶ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ.βαβαί::
* McsElln.γλσΕλα'βαβαί,
* McsElln.βαβαί@γλσΕλα,
ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού (βλπ. και παπα_ι): βαβαὶ τοῦ λόγου
= μπα, μπα, τι λόγος!
[ηχομιμ.]
γλσΕλα'βάδην: βάδην::
* McsElln.επίρρημα.βάδην@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάδην,
* McsElln.βάδην@γλσΕλα,
με βήμα πορείας, βαδίζοντας: βάδην ταχύ
= με γρήγορο βηματισμό.
=/ δρόμῳ «τρέχοντας».
ΝΕ βάδην.
[*βα-δ- < *βα- (< βαίνω) + παρ. επίθ. -ην, πβ.τροχάδ-ην].
γλσΕλα'βαδίζω: βαδίζω::
* McsElln.ρήμα.βαδίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαδίζω,
* McsElln.βαδίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβάδιζονΜελλ. βαδιοῦμαι
Αόρ. ἐβάδισα
Παρακ. βεβάδικα
1. προχωρώ με βήμα πεζού, βαδίζω.
=/ τρέχω.
2. πηγαίνω κάπου: οὐδεὶς ἤθελε βαδίζειν
= κανένας δεν ήταν πρόθυμος να πάει. ἐπ’ οἰκίας βαδίζω
= πηγαίνω στο σπίτι μου.
3. μεταφορικά αἱ τιμαὶ ἐπ’ ἔλαττον ἐβάδιζον
= οι τιμές έπεφταν.
:=> παράγ. βάδισις, βάδισμα, σύνθ. συμβαδίζω.
ΝΕ βαδίζω.
[παράγ. λ. *βα-δ- (< *βα- < βαίνω) + παρ. επίθ.-ίζω].
γλσΕλα'βαθμός: βαθμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.βαθμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαθμός,
* McsElln.βαθμός@γλσΕλα,
1. σκαλί, σκαλοπάτι, κατώφλι.
2. μεταφορικά μέγεθος, βαθμός.
:=> παράγ. βαθμίς, βαθμηδόν.
ΝΕ βαθμός (με τη σημ. 2). Προς τη σημ. 1 συγγενής σημασιολογικά λέξη είναι η βαθμίδα στη φρ. οι βαθμίδες της ιεραρχίας.
[παράγ. λ. *βα- (< βαίνω) + σ (πβ. βασ-μός) +παρ. επίθ. -μός].
γλσΕλα'βάθος: βάθος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.βάθος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάθος,
* McsElln.βάθος@γλσΕλα,
1. βάθος ή ύψος, ανάλογα με την κατεύθυνση προς τα πάνω ή προς τα κάτω: αἰθέρος βάθος
= το ύψος της ατμόσφαιρας. Ταρτάρου βάθη
= τα βάθη του Κάτω Κόσμου.
2. το βάθος μιας στρατιωτικής παράταξης, σε αντίθεση προς το μέτωπο: τοὺς πρώτους οὐ πλέον ἢ ἐπὶ δώδεκα ἐποίησαν, τὸ βάθος δ’ ἐπὶ πολλῶν
= έφτιαξαν το μέτωπο της στρατιωτικής παράταξης όχι με περισσότερους από δώδεκα στρατιώτες, ενώ το βάθος με πολλούς.
μγ05.σ60
ΝΕ βάθος (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. βαθύς + παρ. επίθ. -ος > βάθος, που υποκατέστησε τη λ. βένθος, -ους, τό
= ο βυθός της θάλασσας].
γλσΕλα'βάθρον: βάθρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.βάθρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάθρον,
* McsElln.βάθρον@γλσΕλα,
1. βάση: ἐπειρῶντο τὰ ἀγάλματα ἐκ τῶν βάθρων ἐξανασπᾶν
= προσπαθούσαν να αφαιρέσουν τα αγάλματα από τα βάθρα τους.
2. θρανίο σε σχολείο, ή κάθισμα σε βουλευτήριο: οἱ διδάσκαλοι παρατιθέασιν αὐτοῖς ἐπὶ τῶν βάθρων ποιήματα
= οι δάσκαλοι τους παρουσιάζουν πάνω στα θρανία ποιήματα.οἱ τριάκοντα ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν βάθρων
= οιΤριάκοντα (τύραννοι) κάθονταν στις έδρες τους.
ΝΕ βάθρο.
[παράγ. λ. *βα- (< βαίνω) + παρ. επίθ. -θρον].
γλσΕλα'βαθύς: βαθύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.βαθύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαθύς,
* McsElln.βαθύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός βαθύτερος
Υπερθετικός βαθύτατος
1. βαθύς ή ψηλός, ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή.
2. ως προσδιορισμός χρόνου βαθὺ γῆρας
= βαθιά γεράματα. ὄρθρος βαθύς
= βαθιά ξημερώματα, μόλις αρχίζει να χαράζει.
:=> παράγ. βαθύνω, σύνθ. βαθύπλουτος.
ΝΕ βαθύς (με τις σημ. 1, 2).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'βαίνω: βαίνω::
* McsElln.ρήμα.βαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαίνω,
* McsElln.βαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔβαινον
Μέλλ. βήσομαι
Αόρ. ἔβην
Παρακ. βέβηκα
Υπερσ. ἐβεβήκειν
Παθ. μέλλ. (σε σύνθ.) -βαθήσομαι
Παθ. αόρ. (σε σύνθ.) -εβάθην
Παθ. παρακ. (σε σύνθ.) -βέβαμαι & -βέβασμαι περπατώ, βαδίζω.
:=> παράγ. βάσις, βῆμα, βαθμός, βάθρον, βωμός, βάδην, σύνθ. ἀναβαίνω, ἐπιβαίνω, ἀναβάτης, ἐπιβάτης.
[*β_αν-jω, θέματα: βη-, β^α-, β_α-].
γλσΕλα'βακτηρία: βακτηρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.βακτηρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βακτηρία,
* McsElln.βακτηρία@γλσΕλα,
1. ραβδί, μπαστούνι.
= ‘ράβδος.
2. μεταφορικά ράβδος, ως σύμβολο εξουσίας:λαβὼν τὴν βακτηρίαν βαδίζει εἰς τὸ δικαστήριον.
[παράγ. λ. *βακ- (αβέβ.) + παρ. επίθ. -τηρ +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'Βάκxος: Βάκχος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Βάκxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Βάκxος,
* McsElln.Βάκxος@γλσΕλα,
κύριο όνομα ο θεός Διόνυσος.
:=> παράγ. βακχάω -ῶ, βάκχειος/βακχεῖος,Βάκχη.
[ξένη λ., πιθ. αρχ. θρακική].
γλσΕλα'βαλανείον: βαλανεῖον, -είου::
* McsElln.ουσιαστικό.βαλανείον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαλανείον,
* McsElln.βαλανείον@γλσΕλα,
μπάνιο (το οίκημα): ὑπὸ φειδωλίας οὐδ’ εἰς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος
= από την τσιγκουνιά του δεν ήρθε ούτε στα λουτρά για να πλυθεί.
ΝΕ μπάνιο < ιταλ. bagno < λατ. baln)eum,baln-eum < βαλανεῖον.
[παράγ. λ. *βαλανε- (πβ. βαλανεύω
= θερμαίνω το λουτρό με βαλανίδια) + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'βάλανος: βάλανος, -άνου::
* McsElln.ουσιαστικό.βάλανος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάλανος,
* McsElln.βάλανος@γλσΕλα,
βαλανίδι.
:=> σύνθ. βαλανηφόρος.
ΝΕ βαλανίδι, βελανίδι.
[*βαλανο- < ΙΕ *gwol-eno].
γλσΕλα'βαλλάντιον: βαλλάντιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.βαλλάντιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαλλάντιον,
* McsElln.βαλλάντιον@γλσΕλα,
σακουλάκι όπου έβαζαν τα χρήματα, πουγκί.
ΝΕ βαλάντιο «πορτοφόλι».
[αβέβ. ετυμ., πιθανότατα δάν.].
γλσΕλα'βάλλω: βάλλω::
* McsElln.ρήμα.βάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάλλω,
* McsElln.βάλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔβαλλον
Μέλλ. βαλῶ
Αόρ. β΄ ἔβαλον
Παρακ. βέβληκα
Υπερσ. ἐβεβλήκειν
Μέσ. μέλλ. βαλοῦμαι
Παθ. μέλλ. βληθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἐβαλόμην
Παθ. αόρ. ἐβλήθην
Παθ. παρακ. βέβλημαι
Παθ. υπερσ. ἐβεβλήμην
1. ρίχνω κάτι εναντίον κάποιου, για να τον χτυπήσω, τον χτυπώ: βάλλω τινὰ δόρατι /κεραυνῷ
= χτυπώ κάποιον με το δόρυ / με κεραυνό.
= παίω, τύπτω, πλήττω, πατάσσω.
2. γενικά ρίχνω: βάλλω τινὰ ἐν δαπέδῳ
= ρίχνω κάποιον κάτω. βάλλω σπόρον
= ρίχνω το σπόρο.
= ‘ρίπτω.
:=> παράγ. βλῆ-μα, βέλ-ος, βελ-όνη, διά-βολος, σύνθ. ἀντι-παρα-βάλ-λω, δια-βάλ-λω, ἐπιβάλ-λω, ἀν-υπέρ-βλη-τος.
ΝΕ βάζω (ενεστ. από αόρ. έβανα < έβαλα) με σημ. «τοποθετώ». Το σημερινό βάζω οι αρχαίοι το έλεγαν τίθημι.
[*βαλ-jω, θέματα βαλ-, βλη-].
γλσΕλα'βάναυσος: βάναυσος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.βάναυσος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάναυσος,
* McsElln.βάναυσος@γλσΕλα,
αυτός που ασκεί κάποια τέχνη, ο τεχνίτης (σε αντίθεση λ.χ. με το γεωργό): ὁ βάναυσος καὶ ὁ γεωργικὸς δῆμος
= οι τεχνίτες και οι γεωργοί. οἱ βάναυσοι ως ουσ.
= οι τεχνίτες.
:=> παράγ. βαναυσία, βαναυσικός.
ΝΕ βάναυσος «βίαιος, σκληρός».
μγ05.σ61
[ίσως (με ανομοιωτική έκπτωση του πρώτου από τα δύο υ) *βαυν-αυσος < βα_υν-ος «φούρνος» + αὔω «καίω», πβ. τον ορισμό για τη λ.βαναυσία: π_ασα τέχνη διὰ πυρός· κυρίως δὲ ἡ περὶ τὰς καμίνους
= βαναυσία ονομάζεται κάθε επάγγελμα που χρησιμοποιεί φωτιά και ιδιαίτερα του σιδηρουργού].
γλσΕλα'βαπτίζω: βαπτίζω::
* McsElln.ρήμα.βαπτίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαπτίζω,
* McsElln.βαπτίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβάπτιζον
Μέλλ. βαπτιῶ
Αόρ. ἐβάπτισα
Παθ. αόρ. ἐβαπτίσθην
Παθ. παρακ. βεβάπτισμαι
1. βυθίζω σε νερό ή σε άλλο υγρό, εμβαπτίζω:βάπτισον σεαυτόν
= μπες μέσα στο νερό.
2. βαφτίζω (βουτώντας αυτόν που βαπτίζεται μέσα στο νερό).
3. παθητική φωνή βαπτίζομαι βυθίζομαι.
=> μεταφορικά ὀφλήμασι βεβαπτισμένος
= βυθισμένος στα χρέη.
:=> παράγ. βάπτισμα, βάπτισις.
ΝΕ βαπτίζω, βαφτίζω (με σημ. 2).
[παράγ. λ. βάπτω + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'βάπτω: βάπτω::
* McsElln.ρήμα.βάπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάπτω,
* McsElln.βάπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔβαπτον
Μέλλ. βάψω
Αόρ. ἔβαψα
Μέσ. μέλλ. βάψομαι
Μέσ. αόρ. ἐβαψάμην
Παθ. αόρ. β΄ ἐβάφην
Παθ. παρακ. βέβαμμαι
1. βυθίζω κάτι σε υγρό: βάπτω εἰς ὕδωρ.
2. βυθίζω σε βαφή, βάφω: ἔρια βεβαμμένα
= μαλλιά (ζώων) βαμμένα.
:=> παράγ. βαφή, βαφεύς, βάμμα (< *βάφ-μα), βαπτός.
ΝΕ βάφω (με τη σημ. 2).
[*βάφ-τ-ω, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'βάρβαρος: βάρβαρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.βάρβαρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάρβαρος,
* McsElln.βάρβαρος@γλσΕλα,
1. αυτός που είναι ξένος, ξενικός (σε αντίθεση με το ελληνικός): βάρβαρος φωνή
= ξένη, βαρβαρική, γλώσσα.
= ξένος.
2. αγενής, απάνθρωπος ή αμόρφωτος: σκαιός ἐστι καὶ βάρβαρος
= είναι απαίσιος και απάνθρωπος.
:=> παράγ. βαρβαρικός, βαρβαρισμός, βαρβαρόομαι -οῦμαι, σύνθ. βαρβαρόφωνος.
ΝΕ βάρβαρος (με τις σημ. 1, 2).
[ηχοποίητη λέξη].
γλσΕλα'βαρύς: βαρύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.βαρύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βαρύς,
* McsElln.βαρύς@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει μεγάλο βάρος, βαρύς.
=/ ἐλαφρός.
2. αυτός που δύσκολα μπορεί κανείς να τον αντέξει, οδυνηρός ή ενοχλητικός: βαρεῖα ξυμφορά.
3. έντονος, σφοδρός: βαρεῖα ἐπιθυμία.
4. βαριά οπλισμένος στρατιώτης.
5. για πρόσωπα αυστηρός, σοβαρός.
6. στη μουσική βαρύς ἦχος.
=/ ὀξύς.
:=> παράγ. βαρέως, βάρος, βαρύνω, βαρύτης, σύνθ. βαρύθυμος.
ΝΕ βαρύς (με τις σημ. 1, 5, 6).
[*βαρύ- + -ς, πβ. αρχ. ινδ. gur'u-, γοτθ. kaurus].
γλσΕλα'βασανίζω: βασανίζω::
* McsElln.ρήμα.βασανίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βασανίζω,
* McsElln.βασανίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβασάνιζον
Μέλλ. βασανιῶ
Αόρ. ἐβασάνισα
Παθ. αόρ. α΄ ἐβασανίσθην
Παθ. παρακ. βεβασάνισμαι
1. δοκιμάζω τη γνησιότητα του χρυσού.
2. ελέγχω κάτι ή κάποιον πολύ προσεκτικά:βεβασανισμένος εἰς δικαιοσύνην
= που έχει δοκιμαστεί η πίστη του στη δικαιοσύνη.
3. ανακρίνω κυρίως δούλο χρησιμοποιώντας βασανιστήρια.
:=> παράγ. βασανιστής.
ΝΕ βασανίζω (με αλλαγή σημ. «ταλαιπωρώ», που είναι επέκταση της σημ. 3).
[παράγ. λ. βάσαν-ος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'βάσανος: βάσανος, -άνου::
* McsElln.ουσιαστικό.βάσανος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάσανος,
* McsElln.βάσανος@γλσΕλα,
1. η πέτρα (λυδία λίθος) με την οποία δοκίμαζαν τη γνησιότητα του χρυσού, και κατ’ επέκταση ο έλεγχος πράγματος ή προσώπου:πλοῦτος βάσανος ἀνθρώπου τρόπων
= ο πλούτος δείχνει το χαρακτήρα του ανθρώπου.
2. βασανιστήριο για να ομολογήσει ένας δούλος: εἰς βάσανον παραδίδωμι τὸν δοῦλον
= παραδίδω το δούλο για να βασανιστεί.
ΝΕ βάσανο.
[δάν. από ανατολ. γλώσσα].
γλσΕλα'βασιλεύς: βασιλεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.βασιλεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βασιλεύς,
* McsElln.βασιλεύς@γλσΕλα,
1. βασιλιάς.
2. στην Αθήνα ένας από τους ἐννέα ἄρχοντας(βλπ. ἄρχων).
γλσΕλα'βασιλίς: βασιλίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.βασιλίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βασιλίς,
* McsElln.βασιλίς@γλσΕλα,
βασίλισσα.
[παράγ. λ. βασιλ(εύς) + παρ. επίθ. -ίς].
γλσΕλα'βάσκανος: βάσκανος, -κάνου::
* McsElln.ουσιαστικό.βάσκανος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βάσκανος,
* McsElln.βάσκανος@γλσΕλα,
1. ως ουσιαστικό
α. μάγος.
β. συκοφάντης.
2. ως επίθ. βάσκανος, -ος, -ον συκοφαντικός, μοχθηρός.
:=> παράγ. βασκανία.
ΝΕ βάσκανος στη φρ. βάσκανος οφθαλμός«μάτι που ματιάζει».
[πβ. Ησύχιο «βάσκειν· λέγειν, κακολογεῖν», πβ. βά-ζω «λέγω, ομιλώ»].
μγ05.σ62
γλσΕλα'βδελύττομαι: βδελύττομαι::
* McsElln.ρήμα.βδελύττομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βδελύττομαι,
* McsElln.βδελύττομαι@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι βδελύσσομαι
Παρατ. ἐβδελυττόμην
Μέλλ. βδελύξομαι
Αόρ. ἐβδελύχθην αισθάνομαι αηδία για το φαγητό, και κατ’ επέκταση αποστρέφομαι κάτι.
:=> παράγ. βδελυγμία.
ΝΕ βδελύσσομαι (με την ίδια σημ.).
[ηχοποίητη λέξη, πβ. το ηχοποίητο βδέω
= πέρδομαι].
γλσΕλα'βέβαιος: βέβαιος, -αιος & -αία, -αιον::
* McsElln.επίθετο.βέβαιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βέβαιος,
* McsElln.βέβαιος@γλσΕλα,
1. στερεός: βέβαιον ὄχημα.
2. σταθερός, ασφαλής, βέβαιος: ἀρετῆς βέβαιαι αἱ κτήσεις
= ασφαλή είναι μόνο όσα αποκτά κανείς με την αρετή.
3. για πρόσωπα αυτός που είναι σταθερός στις ιδέες και στις αποφάσεις του, αξιόπιστος: βέβαιος φίλος.
:=> παράγ. βεβαίως, βεβαιότης, βεβαιόω, βεβαιωτικός.
ΝΕ βέβαιος.
[βε-βαι- < βαίνω με εμφατικό διπλασιασμό συλλαβής].
γλσΕλα'βέβηλος: βέβηλος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.βέβηλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βέβηλος,
* McsElln.βέβηλος@γλσΕλα,
1. αυτός τον οποίο επιτρέπεται να πλησιάσει και να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, σε αντίθεση με αυτόν που είναι ἱερός: βέβηλον ἄλσος
= προσιτό δάσος (όχι ἱερὸν ἄλσος).
=/ ἄδυτος.
2. για πρόσωπα αυτός που είναι αμύητος στα θρησκευτικά μυστήρια: ἑκὰς οἱ βέβηλοι
= να απομακρυνθούν οι αμύητοι (από τις τελετές των Ελευσινίων μυστηρίων).
:=> παράγ. βεβηλόω.
ΝΕ βέβηλος «που προσβάλλει τα θεία».
[*βέ-βη-λος (< βαίνω)
= αυτός όπου μπορεί να μπει άνθρωπος, βέ-βη-(κα) (παρακ. του βαίνω) + παρ. επίθ. -λος].
γλσΕλα'βέλτιστος: βέλτιστος, -ίστη, -ιστον::
* McsElln.επίθετο.βέλτιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βέλτιστος,
* McsElln.βέλτιστος@γλσΕλα,
υπερθετικός βαθμός του επιθέτου βλπ. ἀγαθὸς
1. πάρα πολύ καλός, άριστος: βέλτιστος ἀνήρ. τὰ βέλτιστα τῶν πραγμάτων ἐπιθυμοῦσιν
= επιθυμούν ό,τι καλύτερο.
=> γνωμικό δυοῖν κακοῖν προκειμένοιν, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον
= ανάμεσα σε δύο κακά, θεωρείται καλό το λιγότερο κακό.
=> ως φιλική προσφώνηση ὦ βέλτιστε
= φίλε μου.
2. οἱ βέλτιστοι η αριστοκρατία ως πολιτική παράταξη (βλπ. ἀγαθός, κράτιστος).
[*βελτ-].
γλσΕλα'βελτίων: βελτίων, -ίων, βέλτιον::
* McsElln.επίθετο.βελτίων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βελτίων,
* McsElln.βελτίων@γλσΕλα,
συγκριτικός βαθμός του επιθέτου βλπ. ἀγαθὸς καλύτερος: τὰ βελτίονα προσδοκῶ
= ελπίζω στο καλύτερο.
=> γνωμικό βέλτιον (ἐστί) ὑφ’ ἑτέρου ἢ ὑφ’ ἑαυτοῦ ἐπαινεῖσθαι
= είναι καλύτερα να σε επαινούν οι άλλοι παρά να επαινείς εσύ τον εαυτό σου.
:=> παράγ. βελτίωσις.
ΝΕ βελτίωση.
[*βελτ-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'βήμα: βῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.βήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βήμα,
* McsElln.βήμα@γλσΕλα,
1. η κίνηση των ποδιών στο βάδισμα, το βήμα: σπουδῇ βημάτων πορεύεται
= προχωρεί με γρήγορα βήματα.
2. υπερυψωμένη θέση για τον ομιλητή μιας δημόσιας συνέλευσης: προσελθὼν Περικλῆς ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδε
= και αφού ανέβηκε ο Περικλής σε ένα ψηλό βήμα, για να ακούγεται σε όσο γίνεται περισσότερο πλήθος, έλεγε τα εξής.
:=> παράγ. βηματίζω.
ΝΕ βήμα (και με τις δύο σημ.).
[*βη- (πβ. βέ-βη-κα < βαίνω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'βία: βία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.βία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βία,
* McsElln.βία@γλσΕλα,
εξαναγκασμός: βί'α
= διά της βίας.
:=> παράγ. βιάζω, βίαιος, βιαιότης.
ΝΕ βία στη φρ. διά της βίας.
[αντιστοιχεί ακριβώς στο αρχ. ινδ. jiyd- «κυριαρχία», *gwiye-].
γλσΕλα'βιάζω: βιάζω::
* McsElln.ρήμα.βιάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βιάζω,
* McsElln.βιάζω@γλσΕλα,
Παθ. μέλλ. βιασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐβιασάμην
Παθ. αόρ. ἐβιάσθην
Παθ. & μέσ. παρακ.βεβίασμαι
1. μεταχειρίζομαι βία.
2. παθητική φωνή βιάζομαι αναγκάζομαι να κάνω κάτι: βιαζόμενοι ὑπὸ τῆς προσβολῆς ἱππέων, ἠπείγοντο πρὸς τὸν ποταμόν
= επειδή πιέζονταν από την επίθεση του ιππικού, έσπευδαν προς το ποτάμι.
= ἀναγκάζομαι.
3. μέση φωνή βιάζομαι πετυχαίνω κάτι με βία ή με δυναμικό τρόπο: βιάζομαι τὸν ἔκπλουν
= κατορθώνω να αποπλεύσω διά της βίας.
:=> παράγ. βιασμός, βιαστικός.
ΝΕ παθ. βιάζομαι «υφίσταμαι βία» και μέσο βιάζομαι «με κατέχει βιασύνη».
[παράγ. λ. βία + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'βιβάζω: βιβάζω::
* McsElln.ρήμα.βιβάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βιβάζω,
* McsElln.βιβάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβίβαζον
Μέλλ. βιβῶ (-ᾷς, ᾷ κτλ.)
Αόρ. ἐβίβασα
Μέσ. μέλλ. βιβῶμαι (-ᾷ, -ᾶται κτλ.)
Παθ. μέλλ. βιβασθήσομαι
μγ05.σ63
Μέσ. αόρ. ἐβιβασάμην
Παθ. αόρ. ἐβιβάσθην
Παθ. παρακ. βεβίβασμαι μεταβατικό του βαίνω, που χρησιμοποιείται κυρίως ως β΄ συνθετικό, λ.χ. ἀναβιβάζω διαβιβάζω, μεταβιβάζω, στέλνω.
[*βι-βάδ-jω > βιβάζω, < *βαδ- (πβ. βάδ-ην, βαδ-ίζω < *gwnod)].
γλσΕλα'βίβλος: βίβλος & βύβλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.βίβλος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βίβλος,
* McsElln.βίβλος@γλσΕλα,
1. ο πάπυρος (το φυτό). 2. ο παπυρικός κύλινδρος που ήταν η συνηθισμένη μορφή του βιβλίου στην αρχαιότητα, βιβλίο. 3. υποδιαίρεση ενός βιβλίου, κεφάλαιο (λχ. η ιστορία τουΗροδότου περιλάμβανε 9 βίβλους).
:=> παράγ. βίβλινος.
ΝΕ Βίβλος «η Αγία Γραφή».
[Βύβλος, ἡ (αρχαία φοινικική πόλη)].
γλσΕλα'βίος: βίος, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.βίος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βίος,
* McsElln.βίος@γλσΕλα,
1. η ζωή, ο τρόπος ζωής του ανθρώπου: ὁ καθ’ἡμέραν βίος
= η καθημερινή ζωή. ἐν εἰρήνῃ διάγω τὸν βίον
= ζω μια ζωή ειρηνική. βίος οὐ βιωτός
= ζωή ανυπόφορη.
=> γνωμικό βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος
= ζωή χωρίς γιορτή μοιάζει με μεγάλη οδοιπορία χωρίς πανδοχείο στη διαδρομή.
2. τα υλικά μέσα τα απαραίτητα για τη ζωή, και ειδικότερα η περιουσία, το βιος: τὸ πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο
= από εδώ(από την πειρατεία) απεκόμιζαν τα περισσότερα εισοδήματά τους.
:=> παράγ. βιόω -ῶ, σύνθ. βιοδότης.
ΝΕ ο βίος (με σημ. 1), το βιος (με σημ. 2).
[*βιFος, πβ. λατ. vivus, IE *gwey- από όπου και ὑγιής, πβ. αρχ. ινδ. g`aya- «ζωή»].
γλσΕλα'βιόω: βιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.βιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βιόω,
* McsElln.βιόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβίουν
Μέλλ. βιώσομαι & μεταγεν. βιώσω
Αόρ. α΄ & β΄ ἐβίωσα & ἐβίων
Παρακ. βεβίωκα
Παθ. παρακ. βεβίωμαι ζω, περνώ τη ζωή μου: βιῶ κοσμίως / παρανόμως. τὰ σοὶ κἀμοὶ βεβιωμένα
= οι πράξεις της δικής σου και της δικής μου ζωής.
= ζήω -ζῶ.
=/ ἀποθν'ήσκω.
=> γνωμικό βιοῦν ἀλύπως θνητὸν ὄντα οὐ ‘ρ'άδιον
= δεν είναι εύκολο να ζήσεις χωρίς λύπες, αφού είσαι θνητός.
:=> παράγ. βιοτή, βιώσιμος, βιωτός, ἀβίωτος, σύνθ. ἀναβιόω -ῶ.
ΝΕ βιώνω (με αντικ., λ.χ. μια κατάσταση).
[παράγ. λ. βίος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'βιωτός: βιωτός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.βιωτός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βιωτός,
* McsElln.βιωτός@γλσΕλα,
αυτός που μπορεί, που αξίζει να τον ζήσει κανείς: βίος οὐ βιωτός
= ανυπόφορη ζωή.
=/ ἀβίωτος.
:=> παράγ. ἀβίωτος.
[παράγ. λ. βιόω -ῶ + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'βλάπτω:::
* McsElln.ρήμα.βλάπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλάπτω,
* McsElln.βλάπτω@γλσΕλα,
===
_stxElla: _stxVrb:Βλάπτει _stxWhom:τὸν ἄνδρα _stxSbj:θυμός. == Ο θυμός βλάπτει τον άνδρα. [Μ.Μον.112]
γλσΕλα'βλάξ: βλάξ, βλακός, ὁ, ἡ::
* McsElln.επίθετο.βλάξ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλάξ,
* McsElln.βλάξ@γλσΕλα,
Συγκριτικός βλακίστερος, -α, -ον
Υπερθετικός βλακίστατος, -η, -ον ανόητος, ηλίθιος: βλὰξ ἄνθρωπος. βλὰξ ἵππος.
:=> παράγ. βλακικός, βλακώδης.
ΝΕ βλάκας.
[*βλ_α- < *μλ_α-, πβ. μαλ-ακός].
γλσΕλα'βλαστάνω: βλαστάνω::
* McsElln.ρήμα.βλαστάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλαστάνω,
* McsElln.βλαστάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβλάστανον
Μέλλ. βλαστήσω
Αόρ. α΄ & β΄ ἐβλάστησα & ἔβλαστον
Παρακ. βεβλάστηκα
Υπερσ. ἐβεβλαστήκειν για φυτά φυτρώνω, αυξάνω, αναπτύσσομαι.
[αβέβ. ετυμ.]
γλσΕλα'βλασφημέω: βλασφημέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.βλασφημέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλασφημέω,
* McsElln.βλασφημέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβλασφήμουν
Μέλλ. βλασφημήσω
Αόρ. ἐβλασφήμησα
Παρακ. βεβλασφήμηκα
1. μιλώ με ασέβεια για τα ιερά και τα θεία:βλασφημῶ εἰς θεούς (=/ βλπ. εὐφημῶ).
2. κακολογώ κάποιον ή συκοφαντώ: βλασφημῶ κατά τινος
= κατηγορώ κάποιον.
:=> παράγ. βλασφημία, βλάσφημος.
ΝΕ βλασφημώ (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. *βλάσ- + φημ-έω (παράγ. φήμη +παρ. επίθ. -έω)· το σ- του *βλασ- μένει ανερμήνευτο].
γλσΕλα'βλέπω: βλέπω::
* McsElln.ρήμα.βλέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλέπω,
* McsElln.βλέπω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔβλεπον
Μέλλ. βλέψομαι & μεταγεν. βλέψω
Αόρ. ἔβλεψα
Παρακ. βέβλεφα
Παθ. αόρ. ἐβλέφθην
Παθ. παρακ. βέβλεμμαι κοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου σε κάτι.
:=> παράγ. βλέμμα, βλέψις, σύνθ. διαβλέπω, παραβλέπω.
ΝΕ το σημερινό βλέπω αντιστοιχεί όχι στο αρχαίο βλέπω αλλά στο ὁράω -ῶ.
[*γλεπ-, *βλεπ-, συγγεν. με αρχ. σλαβ. glipati«βλέπω»].
γλσΕλα'βλοσυρός: βλοσυρός, -ὰ & -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.βλοσυρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλοσυρός,
* McsElln.βλοσυρός@γλσΕλα,
ανδροπρεπής, θαρραλέος, γενναίος: ἔχει βλοσυρὰν ψυχήν.
ΝΕ βλοσυρός «πολύ σοβαρός, άγριος».
μγ05.σ64
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'βλώσκω: βλώσκω::
* McsElln.ρήμα.βλώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βλώσκω,
* McsElln.βλώσκω@γλσΕλα,
ρήμα αυστηρά ποιητικό
Παρατ. ἔβλωσκον
Μέλλ. μολοῦμαι
Αόρ. β΄ ἔμολον
Παρακ. μέμβλωκα εύχρηστο στον αόρ. β΄ ἔμολον
= ήλθα: μολὼν λαβέ
= έλα να τα πάρεις!
:=> σύνθ. αὐτόμολος «που εγκατέλειψε το στρατό», ἡ αὐτομολία «εγκατάλειψη της στρατιωτικής τάξης».
[*μολ-, *βλω-, συγγεν. με σλαβ. iz-moliti«προκαλώ την εμφάνιση, αναγγέλλω»].
γλσΕλα'βοάω: βοάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.βοάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βοάω,
* McsElln.βοάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβόων
Μέλλ. βοήσομαι & μεταγεν. βοήσω
Αόρ. ἐβόησα
Παρακ. βεβόηκα φωνάζω δυνατά, κραυγάζω.
:=> παράγ. βοητής.
[παράγ. λ. βοά / βοή (ίσως ηχοποίητη) + παρ.επίθ. -άω].
γλσΕλα'Βοηδρομιών: Βοηδρομιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Βοηδρομιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Βοηδρομιών,
* McsElln.Βοηδρομιών@γλσΕλα,
ο τρίτος μήνας του αττικού έτους, που αντιστοιχεί στο διάστημα από 15 Αυγούστου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. Το μήνα αυτόν τελούσαν τα Ελευσίνια Μυστήρια.
[παράγ. λ. βοηδρόμι-ος «που τρέχει σε ανταπόκριση μιας βοής (κραυγής), για να παράσχει βοήθεια» + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'βορά: βορά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.βορά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βορά,
* McsElln.βορά@γλσΕλα,
η τροφή των σαρκοφάγων κυρίως ζώων: ὁ λέων χαίρει ὅτι βορὰν ἕξει
= το λιοντάρι χαίρεται, γιατί θα έχει τροφή.
[*βορ-, βι-βρώ-σκω «τρώω»].Βορέας, -ου, ὁ & στην αττ. διάλ. Βορρᾶς, -ᾶ, ὁΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟκύριο όνομα βόρειος άνεμος, ο Bορράς, το βόρειο σημείο του ορίζοντα: πρὸς βορρᾶν τινος
= προς τo Bορρά ενός τόπου.
= ἡ ἄρκτος «οBορράς».
=/ νότος.
:=> παράγ. βόρειος.
ΝΕ Βορράς.
[*βορη-, πβ. σλαβ. gora
= βουνό (για τον άνεμο που φυσά από τα βουνά), πβ. αρχ. ινδ.giri
= αρχ. περσ. gairi «βουνό»].
γλσΕλα'βουκόλος: βουκόλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.βουκόλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βουκόλος,
* McsElln.βουκόλος@γλσΕλα,
βοσκός βοδιών (βλπ. αἰπόλος).
:=> παράγ. βουκολέω «βόσκω βόδια», μεταφορ. «κοιμίζω κάποιον, τον εξαπατώ», βουκολικός (λ.χ. βουκολική ποίησις).
[σύνθ. λ. βλπ. βοῦς + *kwol-os (βλπ. αἰπόλος)].
γλσΕλα'βούλευμα: βούλευμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.βούλευμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βούλευμα,
* McsElln.βούλευμα@γλσΕλα,
απόφαση έπειτα από σκέψη ή σύσκεψη.
[παράγ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'βουλευτήριον: βουλευτήριον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.βουλευτήριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βουλευτήριον,
* McsElln.βουλευτήριον@γλσΕλα,
αίθουσα συνεδριάσεων.
ΝΕ βουλευτήριο.
[παράγ. λ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -τήριον, πβ.βουλευ-τήρ
= βουλευ-τής].
γλσΕλα'βουλευτής: βουλευτής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.βουλευτής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βουλευτής,
* McsElln.βουλευτής@γλσΕλα,
στην Αθήνα μέλος της Βουλής των πεντακοσίων.
ΝΕ βουλευτής.
[παράγ. λ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'βουλεύω: βουλεύω::
* McsElln.ρήμα.βουλεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βουλεύω,
* McsElln.βουλεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβούλευον
Μέλλ. βουλεύσω
Αόρ. ἐβούλευσα
Παρακ. βεβούλευκα
Μέσ. μέλλ. βουλεύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐβουλευσάμην
Παθ. αόρ. ἐβουλεύθην
Παθ. παρακ. βεβούλευμαι
1. αποφασίζω έπειτα από σκέψη ή σύσκεψη:ἐξῆν Ἀθηναίοις βουλεῦσαι περὶ Μυτιληναίων
= οι Αθηναίοι είχαν δικαίωμα να αποφασίσουν για την τύχη των Μυτιληναίων.
2. είμαι μέλος της Βουλής: πέρυσιν ἔλαχον βουλεύειν
= πέρσι κληρώθηκα βουλευτής.
3. μέση φωνή βουλεύομαι κρίνω, αποφασίζω(όπως στη σημ. 1): ἄριστα περὶ τῶν οἰκείων βουλεύονται
= αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους με τον καλύτερο τρόπο.
:=> παράγ. βουλευτήριος, βουλευτικός, βουλευτής, βούλευμα, βούλευσις, σύνθ. ἐπιβουλεύω, συμβουλεύω.
[παράγ. λ. βουλ-ή + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'βουλή: βουλή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.βουλή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βουλή,
* McsElln.βουλή@γλσΕλα,
1. θέληση: Διὸς βουλή. ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει
= άλλα αποφασίζουν οι άνθρωποι και άλλα διατάζει οΘεός.
2. γνώμη, συμβουλή: οὐ κοινὴ βουλὴ ἡμῖν
= δεν έχουμε την ίδια γνώμη.
3. σύσκεψη.
4. συμβούλιο.
5. στην Αθήνα ἡ βουλή η Βουλή των πεντακοσίων.
:=> σύνθ. βουληφόρος.
[δωρ. βωλά, αιολ. βολλά < *βολνά, πβ. βούλομαι].
γλσΕλα'βούλησις: βούλησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.βούλησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βούλησις,
* McsElln.βούλησις@γλσΕλα,
θέληση: κατὰ τὴν βούλησιν αὐτοῦ
= σύμφωνα με τη θέλησή του.
ΝΕ βούληση.
[παράγ. λ. *βουλη- (πβ. βουλη-τός < βούλομαι) + παρ. επίθ. -σις].
μγ05.σ65
γλσΕλα'βούλομαι: βούλομαι::
* McsElln.ρήμα.βούλομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βούλομαι,
* McsElln.βούλομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐβουλόμην & ἠβουλόμην
Μέλλ. βουλήσομαι
Αόρ. ἐβουλήθην & ἠβουλήθην
Παρακ. βεβούλημαι θέλω: οὐ τοῦτο βούλονται. εἰ βούλει
= αν θέλεις.
= ἐπιθυμέω -ῶ τινος, βλπ. ἐθέλω.
:=> παράγ. βούλησις, βουλητός, σύνθ. βουληφόρος.
[παράγ. λ. *βουλ- (βουλή) + παρ. επίθ. -ομαι].
γλσΕλα'βούς: βοῦς, βοός, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.βούς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βούς,
* McsElln.βούς@γλσΕλα,
ταύρος ή αγελάδα.
:=> παράγ. βόειος, σύνθ. βουκόλος «που βόσκει αγελάδες», βούκεντρον, βουστροφηδόν.
ΝΕ βόδι και βόιδι (< βοΐδιον).
[βοῦ-ς < *βωῦ-ς < *gw-ou-s, ομόρρ. με αρχ. ινδ.ga'uh, λατ. b-os, b-ovis].
γλσΕλα'βουστροφηδόν: βουστροφηδὸν & βουστρηδὸν::
* McsElln.επίρρημα.βουστροφηδόν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βουστροφηδόν,
* McsElln.βουστροφηδόν@γλσΕλα,
τρόπος γραφής που ξεκινούσε από αριστερά προς τα δεξιά και συνέχιζε αντίστροφα από τα δεξιά προς τα αριστερά, όπως κινούνται τα βόδια όταν οργώνουν.
[παράγ. λ. *βουστροφ- (βοῦς + στροφ- < στρέφω) + παρ. επίθ. -ηδόν, πβ. πρην-ηδόν].
γλσΕλα'βραβευτής: βραβευτής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.βραβευτής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βραβευτής,
* McsElln.βραβευτής@γλσΕλα,
κριτής, διαιτητής σε ένα διαγωνισμό.
= βραβεύς.
:=> παράγ. ἡ βραβεία, τὸ βραβεῖον, βραβεύω«κρίνω κάτι».
ΝΕ βραβευτής «αυτός που βραβεύει».
[αβέβ. ετυμ., πβ. περσ. *mrava- «αυτός που κρίνει το δίκαιο» < αρχ. περσ. mrav(i) «μιλώ»
= αρχ. ινδ. brav-iti].
γλσΕλα'βραδύς: βραδύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.βραδύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βραδύς,
* McsElln.βραδύς@γλσΕλα,
Συγκριτ. βραδύτερος & βραδίωνΥπερθ. βραδύτατος & βράδιστος & βραδίστατος
1. αργός: βραδεῖς ἵπποι.
=/ ταχύς.
2. αργός στη σκέψη, βραδύνους: ἐπιλήσμων καὶ βραδύς
= ξεχασιάρης και αργόστροφος.
=/ ἀγχίνους.
3. αυτός που αργεί, καθυστερεί: σκόπει, ὅπως μὴ βραδεῖς γένωνται
= πρόσεχε να μην καθυστερήσουν (στην εκτέλεση της αποστολής τους).
:=> παράγ. βραδύτης, σύνθ. βραδύπους.
ΝΕ βραδύς (με τις σημ. 1, 2).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'βραxύς: βραχύς, -εῖα, - ὺ::
* McsElln.επίθετο.βραxύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βραxύς,
* McsElln.βραxύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός βραχύτερος
Υπερθετικός βραχύτατος μικρός, λίγος: ἐν βραχεῖ χρόνῳ
= σε μικρό χρονικό διάστημα.
=> σε εκφράσεις διὰ βραχέων
= με λίγες λέξεις. παρὰ βραχύ
= παρά λίγο.
:=> παράγ. βραχύνω, βραχύτης, σύνθ. βραχύβιος, βραχυχρόνιος.
ΝΕ στη φρ. διά βραχέων «με λίγα λόγια, σύντομα».
[*βραχύ-ς, πβ. αρχ. περσ. merezu «βραχύς»].
γλσΕλα'βροτός: βροτός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.βροτός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βροτός,
* McsElln.βροτός@γλσΕλα,
λέξη ποιητική, κυρίως στον ενικό.ο θνητός άνθρωπος, σε αντίθεση με τον αθάνατο θεό.
= θνητός, ἄνθρωπος.
=/ ἀθάνατος, θεός.
=> γνωμικό βροτοῖς πέφυκε τὸν πεσόντα λακτίσαι
= είναι στη φύση των ανθρώπων να δίνουν μια κλοτσιά σε όποιον ατυχήσει.
[βροτός, αιολ. τύπος αντί *βρατός· η βασικήΙΕ ρίζα είναι *mer- (λατ. morior «πεθαίνω», πβ. μόρ-σιμος «που έχει σχέση με το θάνατο»)].
γλσΕλα'βρώμα: βρῶμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.βρώμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βρώμα,
* McsElln.βρώμα@γλσΕλα,
τροφή, φαγητό, κρέας: σῖτος ἀληλεσμένος καὶ τυρὸς καὶ εἴ τι ἄλλο βρῶμα
= αλεσμένο σιτάρι και τυρί και όποια άλλη τροφή.
[*βρω- (βι-βρώ-σκω «τρώω») + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'βρώσις: βρῶσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.βρώσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βρώσις,
* McsElln.βρώσις@γλσΕλα,
1. το φαγητό: ἡ βρῶσις καὶ ἡ πόσις
= το φαγητό και το ποτό.
2. η σκουριά (που τρώει το σίδερο): μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει
= μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη που τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά (είπε ο Χριστός).
:=> παράγ. βρώσιμος.
[*βρω- (βι-βρώ-σκω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'βύρσα: βύρσα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.βύρσα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βύρσα,
* McsElln.βύρσα@γλσΕλα,
τομάρι, δορά, πετσί.
:=> παράγ. βυρσίνη, σύνθ. βυρσοδέψης, βυρσοπώλης.
[άγν. ετυμ., δάν., μη αττικό, καθώς στα αττικά δε γίνεται *βύρρα].
γλσΕλα'βωμολόxος: βωμολόχος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.βωμολόxος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'βωμολόxος,
* McsElln.βωμολόxος@γλσΕλα,
1. αυτός που περιμένει κοντά στους βωμούς για να του δώσουν ή για να κλέψει ένα κομμάτι κρέας μετά τη θυσία.
2. χυδαίος άνθρωπος, και ειδικότερα αυτός που λέει χυδαία αστεία.
:=> παράγ. βωμολοχέω.
ΝΕ βωμολόχος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. *βωμο- (βωμός) + *λοχ- < *λοχάω -ῶ«ενεδρεύω»].
μγ05.σ66
γλσΕλα'Γ: Γ, γ, γάμμα::
* McsElln.ουσιαστικό.Γ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Γ,
* McsElln.Γ@γλσΕλα,
το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.Κατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.)είχε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστού φθόγγου και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως
[g].
=> ως αριθμητικό σύμβολο: γ΄
= 3, αλλά ,γ
= 3.000.
γλσΕλα'γαία: γαῖα, γαίης::
* McsElln.ουσιαστικό.γαία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γαία,
* McsElln.γαία@γλσΕλα,
ποιητικός τύπος της λέξης γῆ.χώμα: γαῖαν ἔχοις ἐλαφράν
= ας είναι ελαφρό το χώμα σου (ευχή την ώρα που ενταφιάζεται ο νεκρός).
=> έκφραση γαῖα πυρὶ μειχθήτω
= ας ανακατωθεί το χώμα με τη φωτιά (δηλαδή ας γίνει ό,τι θέλει).
[*γαFjα, γῆ, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'Γαία: Γαῖα::
* McsElln.ουσιαστικό.Γαία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Γαία,
* McsElln.Γαία@γλσΕλα,
κύριο όνομα η μητέρα και σύζυγος του Ουρανού, μητέρα των Τιτάνων.
[*γαFjα, γῆ, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'γαλή: γαλῆ, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.γαλή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γαλή,
* McsElln.γαλή@γλσΕλα,
γάτα.
[*γαλέj_α > γαλῆ, ίσως συγγεν. με αρχ. ινδ.girik-a «ποντίκι», αρχικά όνομα της νυφίτσας που ως οικόσιτο ζώο χρησίμευε για το κυνήγι των ποντικιών].
γλσΕλα'γαμέω: γαμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.γαμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γαμέω,
* McsElln.γαμέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐγάμουν
Μέλλ. γαμῶ (-εῖς, -εῖ κτλ.)
Αόρ. ἔγημα
Παρακ. γεγάμηκα
Υπερσ. ἐγεγαμήκειν
Μέσ. μέλλ. γαμοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐγημάμην
Παθ. αόρ. ἐγαμήθην
Παθ. παρακ. γεγάμημαι
1. για τον άντρα παίρνω γυναίκα, νυμφεύομαι:οὗτος γήμας Λυσιδίκην ἐποίησεν παῖδας ἐξ αὐτῆς δύο
= αυτός, αφού παντρεύτηκε τη Λυσιδίκη, έκανε από αυτήν δύο παιδιά.
= ἄγομαι γυναῖκα.
2. για τη γυναίκα παθ. φωνή γαμοῦμαι παντρεύομαι: γαμοῦμαι, ἡ τάλαινα, βί'α
= παντρεύομαι, η δυστυχισμένη, παρά τη θέλησή μου.
:=> παράγ. γαμήλιος, γαμβρός, σύνθ. νεόγαμος.
[παράγ. λ. *γάμ- (πβ. γάμ-ος) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'Γαμηλιών: Γαμηλιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Γαμηλιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Γαμηλιών,
* McsElln.Γαμηλιών@γλσΕλα,
ο έβδομος μήνας του αττικού έτους (15 Δεκεμβρίου-15 Ιανουαρίου), εποχή κατά την οποία τελούνταν συνήθως οι γάμοι.
[παράγ. λ. *γαμήλ(ι)- (πβ. γαμήλ-ιος, γαμήλευμα «γάμος») + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'γάρ: γὰρ::
* McsElln.σύνδεσμος.γάρ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γάρ,
* McsElln.γάρ@γλσΕλα,
1. αιτιολογικός διότι, επειδή, γιατί: μηδενὶ συμφορὰν ὀνειδίσῃς, κοινὴ γὰρ ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον
= μην κατηγορήσεις κανένα για τις συμφορές του, γιατί η τύχη είναι ίδια για όλους μας και το μέλλον άγνωστο.
2. επεξηγηματικός δηλαδή: ὅμως δὲ λεκτέα ἃ γιγνώσκω, ἔχει γὰρ ἡ χώρα πεδία κάλλιστα
= αλλά όμως πρέπει να πω όσα γνωρίζω, έχει δηλαδή η χώρα πολύ ωραίες πεδιάδες.
[σύνθ. γε + ἄρα].
γλσΕλα'γαστήρ: γαστήρ, γαστρός::
* McsElln.ουσιαστικό.γαστήρ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γαστήρ,
* McsElln.γαστήρ@γλσΕλα,
η κοιλιά και ειδικότερα το στομάχι: γαστρὶ δουλεύων
= κοιλιόδουλος, λαίμαργος.
:=> παράγ. γάστρων «κοιλαράς», σύνθ. γαστρί-μαργος.
ΝΕ γαστέρα «κοιλιά».
[αβέβ. ετυμ., ίσως από το *γρα-στήρ < γράω«χωνεύω»].
γλσΕλα'γε: γε ΕΓΚΛΙΤΙΚΟ::
* McsElln.μόριο.γε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γε,
* McsElln.γε@γλσΕλα,
1. συχνά με αντωνυμίες τουλάχιστον, πάντως, εν πάση περιπτώσει: ἔγωγε
= εγώ τουλάχιστον.
2. με βεβαιωτική σημασία πάντως: ὅτι ἤκουσά γε ταῦτα, εὖ οἶδα
= ότι πάντως τα άκουσα αυτά, είμαι βέβαιος.
[αβέβ. ετυμ., ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'γέγηθα: γέγηθα::
* McsElln.ρήμα.γέγηθα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γέγηθα,
* McsElln.γέγηθα@γλσΕλα,
παρακ. του ρήματος γηθέω με σημασία ενεστώτα.χαίρομαι: φαιδρὸς καὶ γεγηθώς
= εύθυμος και χαρούμενος.
= χαίρω.
=/ λυπέομαι, ἄχθομαι.
:=> παράγ. γηθοσύνη «χαρά», γηθόσυνος «χαρούμενος».
[*γ_αθ-, πβ. λατ. gaudeo].
γλσΕλα'γελάω: γελάω::
* McsElln.ρήμα.γελάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γελάω,
* McsElln.γελάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐγέλων
Μέλλ. γελάσομαι & μεταγεν. γελάσω
Παθ. μέλλ. γελασθήσομαι
Αόρ. ἐγέλασα
Παθ. αόρ. ἐγελάσθην
Παθ. παρακ. γεγέλασμαι γελώ: γελῶ ἐπί τινι
= κοροϊδεύω κάποιον.
ΝΕ γελώ.
[*γελ-, συγγεν. με γαλ-ήνη (διαφορετικό φωνήεν, α-ε)].
γλσΕλα'γέλως: γέλως, -ωτος::
* McsElln.ουσιαστικό.γέλως-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γέλως,
* McsElln.γέλως@γλσΕλα,
1. γέλιο: κινῶ τὸν γέλωτα
= προκαλώ το γέλιο.γέλωτα ὀφλισκάνω
= προκαλώ σε βάρος μου τα γέλια.
=> έκφραση σαρδάνιον γέλωτα γελῶ
= γελώ πικρά ή ειρωνικά.
μγ05.σ67
2. η αιτία που προκαλεί γέλιο, ο περίγελος:γέλως γίγνομαί τινι
= γίνομαι περίγελος σε κάποιον.
:=> σύνθ. γελωτοποιός, κλαυσίγελως «κλάμα και γέλιο μαζί».
ΝΕ γέλιο (με τη σημ. 1).
[*γελω- (πβ. γελάω -ῶ) + -ς].
γλσΕλα'γένειον: γένειον, -είου::
* McsElln.ουσιαστικό.γένειον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γένειον,
* McsElln.γένειον@γλσΕλα,
το γένι: παροιμία οὐδὲν ἄλλο πλὴν γένειόν τε καὶ κέρατα
= μόνο γένια και κέρατα, δηλαδή πετσί και κόκαλο (για αδύνατο ζώο).
:=> παράγ. γενειάς.
ΝΕ γένι.
[*γενεF- (< γένυς, -υος, ἡ «σαγόνι») + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'γένεσις: γένεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.γένεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γένεσις,
* McsElln.γένεσις@γλσΕλα,
1. αρχή, προέλευση: ἡ γένεσις τοῦ Οὐρανοῦ.
2. δημιουργία, κατασκευή: γένεσις πύου. γένεσις ἱματίων.
ΝΕ γένεση (με τη σημ. 1).
[*γενε- (< γίγνομαι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'γενναίος: γενναῖος, -αία, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.γενναίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γενναίος,
* McsElln.γενναίος@γλσΕλα,
Συγκριτικός γενναιότερος
Υπερθετικός γενναιότατος
1. αυτός που έχει υψηλή, αριστοκρατική, καταγωγή.
2. για πράγματα καλός στο είδος του: γενναῖα σῦκα.
:=> παράγ. γενναίως, γενναιότης, σύνθ. γενναιοπρεπής.
ΝΕ γενναίος (που αντιστοιχεί σημασιολογικά όχι στο αρχαίο γενναῖος αλλά στο ἀνδρεῖος).
[παράγ. λ. γέννα «γέννηση» (< γίγνομαι) + παρ.επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'γένος: γένος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.γένος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γένος,
* McsElln.γένος@γλσΕλα,
1. συγγένεια εξ αίματος: γένει υἱός
= γιος εξ αίματος (και όχι από υιοθεσία).
2. απόγονος ή απόγονοι: ἐκεῖνοι καὶ τὸ γένος τὸ ἀπ’ ἐκείνων
= εκείνοι και οι απόγονοί τους.
3. φυλή, φύλο: τὸ δωρικὸν γένος.
4. σύνολο ανθρώπων με την ίδια περίπου ηλικία, γενιά: τὸ χρυσοῦν γένος
= η (μυθική)γενιά των εκλεκτών ανθρώπων.
:=> παράγ. γενικός.
ΝΕ γένος (με τις σημ. 2, 3).
[*γενε-σ- (< γίγνομαι) και με τροπή του ε σε ο> γένο-ς].
γλσΕλα'γεραιός: γεραιός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.γεραιός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γεραιός,
* McsElln.γεραιός@γλσΕλα,
Συγκριτικός γεραίτερος
Υπερθετικός γεραίτατος
1. μόνο στην ποίηση χρησιμοποιείται με τη σημ.γέρος, σεβάσμιος. 2. στον πεζό λόγο χρησιμοποιείται στον πληθ. με πολιτική σημασία οἱ γεραιοί η γερουσία, οι προύχοντες.
[*γερα- (πβ. γῆρα-ς, γέρ-ων) + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'γεραίρω: γεραίρω::
* McsElln.ρήμα.γεραίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γεραίρω,
* McsElln.γεραίρω@γλσΕλα,
Μέλλ. γεραρῶ τιμώ κάποιον με δώρα και γενικότερα τιμώ:γεραίρω δώροις καὶ πάσαις τιμαῖς
= τιμώ με δώρα και με όλες τις τιμές.
:=> παράγ. γεραρός.
[παράγ. λ. *γεραρ- (πβ. γεραρός) + παρ. επίθ.-jω > *γεράρ-jω > γεραίρω].
γλσΕλα'γέρας: γέρας, γέρως::
* McsElln.ουσιαστικό.γέρας-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γέρας,
* McsElln.γέρας@γλσΕλα,
προνόμιο, τιμητικό δικαίωμα.
:=> παράγ. γεράσμιος, σύνθ. γερασφόρος.
[γέρα-ς, γῆρα-ς, πβ. αρχ. ινδ. jar'as- «ηλικία»].
γλσΕλα'γερουσία: γερουσία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.γερουσία-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γερουσία,
* McsElln.γερουσία@γλσΕλα,
η βουλή των γερόντων.
ΝΕ γερουσία.
[παράγ. λ. *γεροντ- (πβ. γέρων, -οντος) + παρ.επίθ. -ία > *γερονσία > γερουσία].
γλσΕλα'γέρων: γέρων, -οντος::
* McsElln.ουσιαστικό.γέρων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γέρων,
* McsElln.γέρων@γλσΕλα,
1. γέροντας: οὕτως ἀνόητος ἐγεγενήμην καὶ γέρων;
= τόσο ανόητος έγινα και τόσο γέρασα;
=/ νέος, ἔφηβος.
2. οἱ γέροντες οι προύχοντες.
:=> παράγ. γερόντειος, γερουσία.
ΝΕ γέρος (με τη σημ. 1).
[αρχικά τύπος μετοχής *γεροντ-, πβ. αρχ. ινδ.j'arant-
= γέρος].
γλσΕλα'γεύω: γεύω::
* McsElln.ρήμα.γεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γεύω,
* McsElln.γεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔγευον
Μέλλ. γεύσω
Αόρ. ἔγευσα
Μέσ. μέλλ. γεύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐγευσάμην
Παθ. παρακ.με μέση σημ.γέγευσμαι
1. κάνω κάποιον να γευτεί κάτι.
2. μέση φωνή γεύομαι δοκιμάζω κάποια τροφή, γεύομαι: γεύομαι μέλιτος.
=> γενικότερα δοκιμάζω: γεύομαι πόνων
= αποκτώ την εμπειρία του μόχθου.
:=> παράγ. γεῦσις, γεῦμα, σύνθ. ἄγευστος.
ΝΕ γεύομαι (με τη σημ. 2).
[*γεύσ-, λατ. gust-are].
γλσΕλα'γεωργέω: γεωργέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.γεωργέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γεωργέω,
* McsElln.γεωργέω@γλσΕλα,
1. ασχολούμαι με τη γεωργία, είμαι γεωργός:ἐγεώργουν ἐν τῇ Νάξῳ.
2. καλλιεργώ: γεωργῶ γῆν/ἀγρόν.
[παράγ. λ. γεωργ-ός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'γή: γῆ, γῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.γή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γή,
* McsElln.γή@γλσΕλα,
αττικός τύπος του γαῖα
1. η γη, σε αντιδιαστολή προς τον ουρανό ή τη θάλασσα, η στεριά: κατὰ γῆν
= από την ξηρά. κατὰ γῆς
= κάτω από τη γη. ποῦ γῆς;
= 68σε ποιο μέρος της γης; τῆς γῆς ἐκράτουν οἱΜυτιληναῖοι
= τη στεριά είχαν υπό την κατοχή τους οι Μυτιληναίοι (σε αντίθεση με τη χρήση της θάλασσας).
2. χώρα: ἐκ τῆς ἐμαυτοῦ γῆς
= από τη χώρα μου. 3. χώμα.
=> έκφραση γῆν καὶ ὕδωρ δίδωμι
= δίνω χώμα και νερό ως σημείο πλήρους υποταγής.
:=> παράγ. γήινος, σύνθ. γηγενής, γήπεδον.
ΝΕ γη (με τις σημ. 1, 2).
[*γ_αFjα βλπ. και γαῖα].
γλσΕλα'γηραιός: γηραιός, -ὰ & -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.γηραιός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γηραιός,
* McsElln.γηραιός@γλσΕλα,
γέρος.
[*γερα- (πβ. γῆρα-ς, γέρ-ων) + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'γήρας: γῆρας, γήρως::
* McsElln.ουσιαστικό.γήρας-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γήρας,
* McsElln.γήρας@γλσΕλα,
η γεροντική ηλικία, τα γεράματα: γῆρας πολιόν
= τα λευκά γεράματα.
=/ νεότης.
:=> παράγ. γηραιός.
ΝΕ γηρατιά.
[αρχικά γέρας
= η γεροντική ηλικία (που εξελίχθηκε σημασιολογικά σε βραβείο των γηρατιών, πβ. γέρων) και έπειτα γῆρας με τροπή του ε σε η κατά τα αντίθετα ἥβη, ἡβάω].
γλσΕλα'γηράσκω: γηράσκω & γηράω::
* McsElln.ρήμα.γηράσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γηράσκω,
* McsElln.γηράσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐγήρασκον
Μέλλ. γηράσομαι & γηράσω
Αόρ. ἐγήρασα
Παρακ. γεγήρακα
γερνώ, αρχίζω να γίνομαι γέρος.
=/ νεάζω, ἡβάσκω.
=> γνωμικό γηράσκω ἀεὶ πολλὰ διδασκόμενος
= γερνώ μαθαίνοντας ασταμάτητα πολλά πράγματα.
:=> σύνθ. ὑπεργηράσκω.
ΝΕ γερνώ.
[γῆρα-ς + παρ. επίθ. -σκω].
===
_stxElla: Γηράσκω δ’ ἀεὶ πολλὰ διδασκόμενος. == Όσο γερνώ, διδάσκομαι ακόμη πολλά. [Σόλ.18]
γλσΕλα'γίγνομαι: γίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.γίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γίγνομαι,
* McsElln.γίγνομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐγιγνόμην
Μέλλ. γενήσομαι
Αόρ. β΄ ἐγενόμην
Παρακ. γέγονα & γεγένημαι
Υπερσ. ἐγεγόνειν & ἐγεγενήμην αποθετικό ρήμα
1. για πρόσωπα γεννιέμαι: Δαρείου καὶ Παρυσάτιδος γίγνονται παῖδες δύο
= από το Δαρείο και την Παρυσάτιδα γεννιούνται δύο παιδιά.
=> κατάγομαι: οὕτως καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν
= από τόσο καλή και ευγενή γενιά καταγόμαστε.
2. φτάνω: ἐγένετο εἰς Ἀθήνας.
3. γίνομαι, αποδεικνύομαι: ἀνὴρ ἀγαθὸς γενοῦ
= να φανείς ενάρετος άνθρωπος.
4. για πράγματα παράγομαι: ὁ ἐκ τῆς χώρας γιγνόμενος σῖτος
= το σιτάρι που παράγεται στη χώρα μας.
5. συμβαίνω: ἐγένετο μάχη
= έγινε μάχη. τὸ γενόμενον
= το γεγονός.
=> στην ευκτική εκφράζει ευχή γένοιτο
= μακάρι. εὖ σοι γένοιτο
= να είσαι καλά.
6. με γενική της αξίας αξίζω: ὀβολοῦ γίγνεται
= έχει την αξία ενός οβολού.
7. το ρήμα γίγνομαι χρησιμοποιείται, όπως και στα νέα ελληνικά, σε πολλές εκφράσεις: γίγνομαι διὰ λόγων
= λέγω. δι’ ὀργῆς γίγνομαι
= οργίζομαι.
:=> παράγ. γενεά, γένος, γένεσις σύνθ. συγγίγνομαι, παραγίγνομαι, περιγίγνομαι.
ΝΕ γίνομαι (με τις σημ. 4, 5).
[*γι-γ(ε)ν-ομαι, ομόρρ. με λατ. gign-o, πβ. αρχ.ινδ. jaj'ana
= γέγονα].
===
_stxElla: Διὰ τὴν τῶν χρημάτων κτῆσιν οἱ πόλεμοι γιγνονται. == Οι πόλεμοι γίνονται για την απόκτηση υλικών αγαθών. [Π.Φαίδ.66c]
_stxElla: _stxSbj:Σὺ _stxArg:ἐκ πένητος _stxSbc:πλούσιος _stxVrb:γεγένησαι. == Εσύ από φτωχός έχεις γίνει πλούσιος. [Ξ.Κ.Π.V.III.3.39]
_stxElla: Ἐν μυρίοισι τὰ καλὰ γίγνεται πόνοις. == Με μύριους πόνους γεννιούνται τα καλά [Μ.Μον.252]
γλσΕλα'γιγνώσκω: γιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.γιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γιγνώσκω,
* McsElln.γιγνώσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐγίγνωσκον
Μέλλ. γνώσομαι«θα γνωρίσω»
Αόρ. β΄ ἔγνων
Παρακ. ἔγνωκα
Υπερσ. ἐγνώκειν
Παθ. μέλλ. γνωσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐγνώσθην
Παθ. παρακ. ἔγνωσμαι
Παθ. υπερσ. ἐγνώσμην
1. για αισθητηριακή αντίληψη γνωρίζω, αντιλαμβάνομαι: ἐγὼ δὲ οἶδα ὅτι γιγνώσκετε αὐτὸν ἅπαντες
= εγώ ξέρω ότι τον γνωρίζετε όλοι. γνῶθι σαυτόν
= γνώρισε τον εαυτό σου (επίγραμμα στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς). γνόντες οὐδεμίαν σφίσι τιμωρίαν οὖσαν
= όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν έχουν καμία βοήθεια.
2. νομίζω, έχω μια γνώμη: τἀναντία τούτοις γιγνώσκω
= έχω την αντίθετη προς αυτά άποψη.
3. στο διάλογο κυρίως ἔγνων
= κατάλαβα!
:=> παράγ. γνώμη, γνῶσις, γνωστός, ἄγνοια, σύνθ. ἀναγιγνώσκω, καταγιγνώσκω.
[*γι-γνώ-σκω, *γνω-, θέματα γνω-, γνο-, ομόρρ. με λατ. n-osc-o].
γλσΕλα'γλαύξ: γλαὺξ & γλαῦξ, γλαυκός::
* McsElln.ουσιαστικό.γλαύξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλαύξ,
* McsElln.γλαύξ@γλσΕλα,
η κουκουβάγια (πουλί με σπινθηροβόλα αστραφτερά μάτια, που ήταν και το σύμβολο της Αθηνάς, της θεάς της σοφίας).
=> παροιμία ἄγω γλαῦκ’ Ἀθήναζε / εἰς Ἀθήνας
= λέω πολύ γνωστά και επομένως περιττά πράγματα.
:=> σύνθ. γλαυκώδης.
[αβέβ. ετυμ., αν και οι αρχ. γραμματικοί το συνδέουν με το επίθετο γλαυκός].
μγ05.σ69
γλσΕλα'γλαφυρός: γλαφυρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.γλαφυρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλαφυρός,
* McsElln.γλαφυρός@γλσΕλα,
για πρόσωπα ακριβολόγος, λεπτολόγος: γλαφυρὸς νομοθέτης. γλαφυρὰ διάνοια
= κριτικό μυαλό.
:=> παράγ. γλαφυρῶς.
ΝΕ γλαφυρός «σαφής, ολοκάθαρος».
[γλαφυ-ρός < *γλυφυ-ρός < γλύφω με ανομοίωση υ - υ > α - υ].
γλσΕλα'γλίσxρος: γλίσχρος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.γλίσxρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλίσxρος,
* McsElln.γλίσxρος@γλσΕλα,
1. αυτός που κολλάει σε κάτι και μεταφορικά αυτός που επιμένει ενοχλητικά ζητώντας κάτι:γίγνεται γλίσχρος προσαιτῶν λιπαρῶν τε
= σου κολλάει ζητώντας και παρακαλώντας.
2. φειδωλός, σφιχτοχέρης.
=/ ἀφειδής.
3. για πράγματα μικρός σε μέγεθος, ποσότητα ή ποιότητα: γλίσχρον οἰκοδόμημα/δεῖπνον.
=/ πλούσιος.
:=> παράγ. γλίσχρων, γλίσχρως.
ΝΕ γλίσχρος (με τις σημ. 2, 3).
[*γλι-, πβ. γλίνη «οποιαδήποτε κολλητική ουσία», πβ. ρωσ. glina «άργιλος»].
γλσΕλα'γλίxομαι: γλίχομαι::
* McsElln.ρήμα.γλίxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλίxομαι,
* McsElln.γλίxομαι@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται στον ενεστώτα, τον παρατατικό και τον αόριστο ἐγλιξάμην επιδιώκω κάτι, επιθυμώ πολύ: γλίχομαι περὶ ἐλευθερίας
= προσπαθώ να κερδίσω την ελευθερία. γλίχομαι τοῦ ζῆν
= επιθυμώ να ζήσω.
= βούλομαι, ἐπιθυμῶ, ἐφίεμαι.
[*γλι- (< γλίνη) και *γλιχ- (πβ. γλιχὸς «φειδωλός») + -ομαι].
γλσΕλα'γλυκύς: γλυκύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.γλυκύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλυκύς,
* McsElln.γλυκύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός γλυκίων & γλυκύτερος
Υπερθετικός γλύκιστος & γλυκύτατος
1. γλυκός στη γεύση: γλυκὺ ὕδωρ
= το πόσιμο νερό.
= ἡδύς.
=/ πικρός.
2. ευχάριστος: γλυκὺς ὕπνος.
3. για πρόσωπα αγαπητός: ὦ γλυκύτατε!
:=> παράγ. γλυκέως, γλυκύτης.
ΝΕ γλυκός και γλυκύς (με όλες τις σημ.).
[πιθ. από *δλυκ-ύς, πβ. λατ. dulc-is].
γλσΕλα'γλύφω: γλύφω::
* McsElln.ρήμα.γλύφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλύφω,
* McsElln.γλύφω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔγλυφον
Μέλλ. γλύψω
Αόρ. ἔγλυψα
Μέσ. αόρ. ἐγλυψάμην
Παθ. παρακ. γέγλυμμαι & (σε σύνθ.)ἐξ-έγλυμμαι σκαλίζω με ειδικό όργανο ξύλο, μάρμαρο ή μέταλλο: παιδάριον ὂν ναῦς ἔγλυφεν
= όταν ήταν παιδάκι σκάλιζε (στο ξύλο) πλοία.
:=> παράγ. γλύπτης, γλυπτός, γλυφίς, γλύφανος / γλύφανον και γλυφεῖον, γλαφυρός, σύνθ. τοκογλύφος.
ΝΕ γλύφω.
[*γλευφ-, πβ. αρχ. γερμ. klioban «γλύφω»,*gleubh-].
γλσΕλα'γλώττα: γλῶττα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.γλώττα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γλώττα,
* McsElln.γλώττα@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι γλῶσσα
1. η γλώσσα ως ανατομικό όργανο ανθρώπου ή ζώου.
2. η γλώσσα που μιλιέται σε έναν τόπο: βάρβαρον γλῶτταν ἱᾶσιν
= μιλούν βαρβαρική γλώσσα. δωρίδα γλῶτταν ἱᾶσιν
= μιλούν δωρική διάλεκτο.
ΝΕ γλώσσα (και με τις δύο σημ.).
[*γλώχ-jα, γλωχὶς «μύτη, αιχμή»].
γλσΕλα'γνώμη: γνώμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.γνώμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γνώμη,
* McsElln.γνώμη@γλσΕλα,
1. σκέψη, κρίση: γνώμην ἱκανός
= δυνατός στη σκέψη, μυαλωμένος.
2. θέληση, διάθεση, ζήλος: τῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ γνώμῃ
= με τη θέλησή του. παρεσκευάζοντο πάσῃ τῇ γνώμῃ
= προετοιμάζονταν με πολύ ζήλο.
3. γνώμη, άποψη: Περικλῆς τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχεν ὥσπερ καὶ πρότερον
= ο Περικλής είχε την ίδια γνώμη όπως και πριν.
4. γνῶμαι γνωμικά, αποφθέγματα.
5. σκοπός: ἀπὸ τοιᾶσδε γνώμης
= με τέτοιο σκοπό.
:=> παράγ. γνωμικός σύνθ. γνωμολογῶ «διατυπώνω γνωμικό».
ΝΕ γνώμη (με τη σημ. 3).
[*γνω- (γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -μη].
γλσΕλα'γνωρίζω: γνωρίζω::
* McsElln.ρήμα.γνωρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γνωρίζω,
* McsElln.γνωρίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐγνώριζον
Μέλλ. γνωριῶ
Παρακ. ἐγνώρικα
1. κάνω κάτι γνωστό, το γνωστοποιώ: γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ‘ῇ πορεύσομαι
= δείξε μου, Κύριε, το δρόμο που πρέπει να βαδίσω.
=> παθ. φωνή γνωρίζομαι γίνομαι γνωστός.
2. ανακαλύπτω κάτι, το γνωρίζω.
3. γίνομαι γνώριμος με κάποιον, τον γνωρίζω: οὐκ ἐγνώριζον τοὺς ἀνθρώπους τούτους.
:=> παράγ. γνώρισις «γνωστοποίηση», γνώρισμα «αναγνωριστικό σημάδι», γνωρισμός.
ΝΕ γνωρίζω (με τη σημ. 2).
[*γνω- (γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -ρ-ίζω ή ουσ.*γνῶρον (πβ. λατ. ignor-o) + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'γνώσις: γνῶσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.γνώσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γνώσις,
* McsElln.γνώσις@γλσΕλα,
1. διερεύνηση, ιδιαίτερα η δικαστική: αἱ τῶν δικαστηρίων γνώσεις
= οι έρευνες των δικαστηρίων.
2. γνώση.
=/ ἄγνοια.
:=> σύνθ. διάγνωσις, ἀγνωσία, ἀνάγνωσις.
ΝΕ γνώση (με τη σημ. 2).
[*γνω- (< γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'γόης: γόης, -ητος::
* McsElln.ουσιαστικό.γόης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γόης,
* McsElln.γόης@γλσΕλα,
1. μάγος (που έψαλλε τις μαγικές επωδές με γοερές φωνές).
μγ05.σ70
2. απατεώνας: πονηρὸς γόης.
:=> παράγ. γοητικός.
ΝΕ γόης (με επέκτ. της σημ. 1 «αυτός που μαγεύει με την ομορφιά του»).
[*γό- (γοάω «βγάζω κραυγή πόνου, κόπτομαι» + παρ. επίθ. -ης, πβ. πέν-ης, κέλ-ης].
γλσΕλα'γοητεία: γοητεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.γοητεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γοητεία,
* McsElln.γοητεία@γλσΕλα,
μαγεία και με επέκταση απάτη.
ΝΕ γοητεία (πβ. το ΝΕ γόης στο προηγούμενο λήμμα).
[παράγ. λ. γοητε-ύω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'γόνυ: γόνυ, γόνατος::
* McsElln.ουσιαστικό.γόνυ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γόνυ,
* McsElln.γόνυ@γλσΕλα,
γόνατο: πρὸς τὰ γόνατά τινος πίπτω
= πέφτω στα γόνατα κάποιου. γόνυ κάμπτω
= κλίνω τα γόνατα, γονατίζω.
:=> σύνθ. γονυπετής.
ΝΕ γόνατο.
[*γονF-, ομόρρ. με λατ. gen-u, αρχ. ινδ. j-anu].
γλσΕλα'γούν: γοῦν::
* McsElln.μόριο.γούν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γούν,
* McsElln.γούν@γλσΕλα,
1. με περιοριστική και συμπερασματική χροιά τουλάχιστον λοιπόν: ἔοικα γοῦν τούτου γε σοφώτερος εἶναι
= τουλάχιστον λοιπόν φαίνεται ότι είμαι πιο σοφός από αυτόν.
2. εισάγει παράδειγμα με το οποίο τεκμηριώνεται μια θέση που εκφράστηκε στα αμέσως προηγούμενα. τὸν γοῦν ἄλλον χρόνον...
= κατά το παρελθόν πράγματι...
[σύνθ. γέ + οὖν].
γλσΕλα'γράμμα: γράμμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.γράμμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γράμμα,
* McsElln.γράμμα@γλσΕλα,
1. ζωγραφιά.
2. στοιχείο του αλφαβήτου, γράμμα: γράμματα μανθάνω = μαθαίνω να διαβάζω.
3. στον πληθυντικό γράμματα
α. τα έγγραφα: τὰ γράμματα τῆς δίκης.
β. το σύγγραμμα, το βιβλίο: τὰ τοῦ Ζήνωνος γράμματα.
γ. νόμοι, κανονισμοί:
ἡ κατὰ γράμματα πολιτεία = το πολίτευμα που στηρίζεται σε νόμους.
δ. μόρφωση: ἄπειρος γραμμάτων = αμόρφωτος.
:=> παράγ. γραμματεύς, γραμματεύω «είμαι γραμματέας», γραμματεῖον «πινακίδα πάνω στην οποία έγραφαν», γραμματική, γραμματικός «φιλόλογος», σύνθ. γραμματοδιδάσκαλος, γραμματοφύλαξ.
ΝΕ γράμμα (με τη σημ. 2, και γράμματα με τη σημ. 3δ).
[παράγ. λ. γράφ-ω + παρ. επίθημ. -μα].
γλσΕλα'γραμματικός: γραμματικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.γραμματικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γραμματικός,
* McsElln.γραμματικός@γλσΕλα,
1. αυτός που ξέρει πολλά γράμματα, λόγιος, μελετημένος.
=/ ἀγράμματος.
2. ως ουσιαστικό, από την ελληνιστική περίοδο και μετά γραμματικός φιλόλογος, μελετητής της γλώσσας και της γραμματείας.
3. ως ουσιαστικό γραμματική (ενν. τέχνη) ο επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη μιας γλώσσας και ειδικά με τη γραμματική της.
ΝΕ γραμματική (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. γράμμα, -ατος (< γράφ-ω) + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'γραμματιστής: γραμματιστής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.γραμματιστής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γραμματιστής,
* McsElln.γραμματιστής@γλσΕλα,
δάσκαλος που μαθαίνει στο παιδί τα πρώτα γράμματα.
[παράγ. λ. γραμματίζω + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'γραύς: γραῦς, γραός, ἡ & γραῖα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.γραύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γραύς,
* McsElln.γραύς@γλσΕλα,
γριά γυναίκα.
:=> παράγ. γραώδης.
=/ νεᾶνις.
ΝΕ γραία, γριά.
[*γρ_αF-, πβ. διαλ. γραιFία
= γρα_ια· αρχικά τα γρα_υς και γρα_ια σήμαιναν «τσίπα του γάλακτος», κατόπιν «ρυτίδα του δέρματος»].
γλσΕλα'γραφή: γραφή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.γραφή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γραφή,
* McsElln.γραφή@γλσΕλα,
1. ζωγραφική.
2. ζωγραφιά.
3. η χρήση γραμμάτων, και κατ’ επέκταση η συγγραφή.
4. ως δικανικός όρος καταγγελία, δίωξη ή δίκη που αφορά αδίκημα που στρέφεται κατά της πόλεως: ἀστρατείας γραφή
= δίωξη για ανυποταξία. Κηφισοφῶντα γραφὴν ἱερῶν χρημάτων ἐδίωκες
= δίωκες τον Κηφισοφώντα για ιεροσυλία.
=/ δίκη «καταγγελία ή δίκη για αδίκημα στρεφόμενο ενάντια σε ιδιώτη».
ΝΕ γραφή (με τη σημ.3).
[παράγ. λ. γράφ-ω + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'γράφω: γράφω::
* McsElln.ρήμα.γράφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γράφω,
* McsElln.γράφω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔγραφον
Μέλλ. γράψω
Αόρ. ἔγραψα
Παρακ. γέγραφα
Μέσ. μέλλ. γράψομαι
Παθ. μέλλ. γραφήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐγραψάμην
Παθ. αόρ. ἐγράφην
Παθ. παρακ. γέγραμμαι
Παθ. υπερσ. ἐγεγράμμην
1. χαράζω γράμματα, και κατ’ επέκταση διατυπώνω γραπτώς, γράφω: γράφω ἐπιστολήν.
=> γράφω νόμον / ψήφισμα
= προτείνω νόμο / ψήφισμα.
2. ζωγραφίζω: ἀνδριάντα γράφω
= ζωγραφίζω ένα άγαλμα. εἰκὼν γεγραμμένη.
= ζωγραφέω -ῶ.
3. μέση φωνή γράφομαι καταγγέλλω: οἱ γραψάμενοι
= αυτοί που έχουν καταγγείλει, οι μηνυτές. τοὺς ἀρχαίους θεοὺς οὐ νομίζοντα ἐγράψατό με
= με κατάγγειλε, επειδή δήθεν δεν πιστεύω στους παλιούς θεούς.
μγ05.σ71
:=> παράγ. γραφή, γραφεύς, γραφικός, γραφίς, γράμμα, γραπτός, σύνθ. ἀναγράφω, ἐπιγράφω, καταγράφω, συγγράφω.
ΝΕ γράφω (με τη σημ. 1).
[*γραφ-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'γυμνασίαρxος: γυμνασίαρχος, -άρχου::
* McsElln.ουσιαστικό.γυμνασίαρxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γυμνασίαρxος,
* McsElln.γυμνασίαρxος@γλσΕλα,
Αθηναίος πολίτης που ήταν υπεύθυνος για τη γυμναστική εκπαίδευση ή διηύθυνε ένα γυμνάσιον, δηλαδή γυμναστήριο.
ΝΕ γυμνασιάρχης «διευθυντής σχολικής μονάδας».
[σύνθ. λ. γυμνάσιον + ἄρχω].
γλσΕλα'γυμνάσιον: γυμνάσιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.γυμνάσιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γυμνάσιον,
* McsElln.γυμνάσιον@γλσΕλα,
1. στον πληθυντικό τὰ γυμνάσια οι γυμναστικές ασκήσεις.
2. γυμναστήριο, χώρος αθλητικής εκπαίδευσης.
:=> σύνθ. γυμνασίαρχος.
ΝΕ γυμνάσια «ασκήσεις», γυμνάσιο (με επέκτ. της σημ. 2 «χώρος για κάθε είδος εκπαίδευσης, όχι μόνο αθλητικής»).
[παράγ. λ. γυμνασ- (< γύμνασ-ις < γυμνάζω)+ παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'γυμνικός: γυμνικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.γυμνικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γυμνικός,
* McsElln.γυμνικός@γλσΕλα,
αυτός που έχει σχέση με τη γυμναστική, αθλητικός: γυμνικὸς ἀγών
= διαγωνισμός στη γυμναστική, αθλητικός διαγωνισμός.
[παράγ. λ. γυμνός (*μυγ-νός < *νυγνός, πβ.λατ. nudus) + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'γυμνόω: γυμνόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.γυμνόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γυμνόω,
* McsElln.γυμνόω@γλσΕλα,
γυμνώνω, αφαιρώ τα ρούχα ή το κάλυμμα.
=/ ἐνδύω.
:=> παράγ. γυμνικός, γυμνῆτες «ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες του πεζικού», σύνθ. γυμνοπαιδίαι, γυμνοσοφισταί.
ΝΕ γυμνώνω.
[παράγ. λ. γυμνός + -όω].
γλσΕλα'γυνή: γυνή, γυναικός::
* McsElln.ουσιαστικό.γυνή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γυνή,
* McsElln.γυνή@γλσΕλα,
1. γυναίκα.
=/ ἀνήρ.
=> γνωμικό γυνὴ δὲ χρηστὴ πηδάλιόν ἐστ’ οἰκίας η καλή σύζυγος είναι το τιμόνι του σπιτιού.
2. γυναίκα παντρεμένη, σύζυγος.
=/ παρθένος.
3. θνητή γυναίκα.
=/ θεά.
:=> παράγ. γυναικεῖος, γύναιος, γυναικὼν ἡ, γυναικωνῖτις, σύνθ. γυναικοκρατοῦμαι.
ΝΕ γυναίκα (με τις σημ. 1,2).
[*γυν_α, αρχ. ινδ. gn-a- «γυναίκα, θεά»].
γλσΕλα'γύψ: γύψ, γυπός::
* McsElln.ουσιαστικό.γύψ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'γύψ,
* McsElln.γύψ@γλσΕλα,
το αρπακτικό πουλί γύπας.
:=> σύνθ. γυπώδης.
ΝΕ γύπας.
[*γυ- (γύαλον «κοιλότητα») + παρ. επίθ. -π-ς> γύψ].
γλσΕλα'Δ: Δ, δ, δέλτα::
* McsElln.ουσιαστικό.Δ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Δ,
* McsElln.Δ@γλσΕλα,
το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Κατά την κλασική περίοδο (5oς-4oς αι.π.Χ.) είχε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστού φθόγγου και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως [d].
=> ως αριθμητικό σύμβολο δ΄
= 4, αλλά ,δ
= 4.000.
γλσΕλα'δαδούxος: δ'αδοῦχος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δαδούxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δαδούxος,
* McsElln.δαδούxος@γλσΕλα,
αυτός που κρατούσε δάδα, συνήθως ως αξιωματούχος, όταν τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια προς τιμήν της θεάς Δήμητρας: Καλλίας ὁ δ'αδοῦχος.
= δ'αδοφόρος.
:=> παράγ. δ'αδουχέω -ῶ, δ'αδουχία, σύνθ. δ'αδοφόρος.
[σύνθ. λ. δ'άς, δ'αδό-ς + ἔχω].
γλσΕλα'δαιμόνιον: δαιμόνιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.δαιμόνιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δαιμόνιον,
* McsElln.δαιμόνιον@γλσΕλα,
1. η θεία δύναμη: πάντῃ ἀψευδὲς τὸ δαιμόνιον καὶ τὸ θεῖον
= η θεία δύναμη και ο θεός είναι εντελώς ξένα προς το ψέμα.
2. κατώτερος θεός, κάτι ανάμεσα στους θεούς και στους θνητούς: καινὰ δαιμόνια
= καινούριες θεότητες (στις οποίες κατηγορούσαν τοΣωκράτη ότι πίστευε).
=> το θεϊκό πνεύμα που εμπόδιζε το Σωκράτη να κάνει κάτι κακό: τὸ δαιμόνιον κωλύει
= με εμποδίζει το δαιμόνιο.
3. στην Καινή Διαθήκη το πονηρό πνεύμα: ἐκβάλλω δαιμόνια
= διώχνω τα κακά πνεύματα.
ΝΕ δαιμόνιο (με τη σημ. 3, αλλά και με τη σημ. «τζίνι των παραμυθιών»).
[ουσιαστικοπ. ουδ. του δαιμόνιος, -ία, -ιον].
γλσΕλα'δαιμόνιος: δαιμόνιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.δαιμόνιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δαιμόνιος,
* McsElln.δαιμόνιος@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει σχέση με το δαίμονα (δηλ.το θεό), που προέρχεται από αυτόν, και επομένως ο θαυμαστός: εἰ μή τι δαιμόνιον εἴη
= αν δεν είναι κάποια θεϊκή παρέμβαση.
2. για πρόσωπα θαυμάσιος, θεϊκός: δαιμόνιος τὴν σοφίαν
= έχει θαυμαστή σοφία.
=> συχνά στην κλητική και ειρωνικά ὦ δαιμόνιεΓλαύκων
= ευλογημένε μου, Γλαύκωνα!
ΝΕ δαιμόνιος (με τη σημ. 2)
[παράγ. λ. δαίμων, -ονος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'δαίμων: δαίμων, -ονος, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.δαίμων-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δαίμων,
* McsElln.δαίμων@γλσΕλα,
1. η ακαθόριστη ανώτερη δύναμη που καθορίζει την πορεία του ανθρώπου.
2. η τύχη ενός ανθρώπου, καλή ή κακή, οι περιστάσεις και συνθήκες της ζωής του.
:=> παράγ. δαιμόνιον, δαιμονίως, δαιμονιώδης, σύνθ. κακοδαιμονέω -ῶ, δεισιδαίμων.
ΝΕ δαίμονας (με τη σημ. 3).
[*δαί- (δαί-ω «τεμαχίζω, μερίζω» < *δαF-jω)+ παρ. επίθ. -μων].
μγ05.σ72
γλσΕλα'δάκνω: δάκνω::
* McsElln.ρήμα.δάκνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δάκνω,
* McsElln.δάκνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔδακνον
Μέλλ. δήξομαι
Αόρ. β΄ ἔδακον
Παρακ. δέδηχα
Παθ. μέλλ. δηχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐδήχθην
Παθ. παρακ. δέδηγμαι
1. δαγκώνω. 2. μεταφορικά, συχνά στην παθ.φωνή ερεθίζω, πληγώνω την ψυχή κάποιου:δηχθεῖσα κέντροις ἠράσθη...
= αφού πληγώθηκε από το κεντρί (του έρωτα), ερωτεύτηκε τον...
:=> παράγ. δῆγμα «δάγκωμα».
ΝΕ δαγκώνω (από τον αόρ. ἔδακον).
[*δακ- (από *δενκ- «δαγκώνω») + επίθ. -ν-ω].
γλσΕλα'δανείζω: δανείζω::
* McsElln.ρήμα.δανείζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δανείζω,
* McsElln.δανείζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδάνειζον
Μέλλ. δανείσω
Αόρ. ἐδάνεισα
Παρακ. δεδάνεικα
Παθ. αόρ. ἐδανείσθην
Μέσ. & παθ.παρακ.δεδάνεισμαι«έχω δανείσει» (μέσο) & «έχω δανειστεί» (παθητικό)
1. δανείζω σε κάποιον χρήματα: ἐδάνεισεν αὐτῷ δισχιλίας δραχμάς
= του δάνεισε δύο χιλιάδες δραχμές.
2. μέση φωνή δανείζομαι παίρνω χρήματα με δάνειο: ἀποδώσουσιν οἱ δανεισάμενοι τοῖς δανείσασι τὸ ἀργύριον
= θα επιστρέψουν τα χρήματα στους δανειστές αυτοί που τα δανείστηκαν.
:=> παράγ. δανεισμός, δανειστής.
ΝΕ δανείζω και δανείζομαι.
[δάνος, -ους «δώρο, οφειλή» (*δα- < δί-δωμι),*δανεσ-ίζω > δανείζω].
γλσΕλα'δαπανάω: δαπανάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δαπανάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δαπανάω,
* McsElln.δαπανάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδαπάνων
Μέλλ. δαπανήσω
Αόρ. ἐδαπάνησα
Παθ. μέλλ. δαπανηθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐδαπανησάμην
Παθ. αόρ. ἐδαπανήθην
Παθ. παρακ. δεδαπάνημαι
Παθ. υπερσ. ἐδεδαπανήμην
1. ξοδεύω, δαπανώ: πάντα ἐκ τῶν ἰδίων ἐδαπανῶμεν
= εμείς πληρώναμε όλα τα έξοδα με δικά μας χρήματα.
2. μέση φωνή δαπανῶμαι ξοδεύω από τα δικά μου χρήματα.
ΝΕ δαπανώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. δαπάνη (*δα-π- «ξοδεύω, τρώγω», πβ. δα-τέομαι «τεμαχίζω κρέας κτλ.») + παρ.επίθ. -άω, ομόρρ. με αρχ. ινδ. d-apayati «μοιράζω»].
γλσΕλα'δάς: δ'άς, δ'αδός::
* McsElln.ουσιαστικό.δάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δάς,
* McsElln.δάς@γλσΕλα,
δαυλός από ξύλο πεύκου.
= πυρσός.
:=> παράγ. δ'άδινος, δ'αδίον, σύνθ. δ'αδοῦχος, δ'αδουχέω.
ΝΕ δάδα.
[*δαι-Fις < *δαF-jω > δαίω «καίω»].
γλσΕλα'δασύς: δασύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.δασύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δασύς,
* McsElln.δασύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός δασύτερος
Υπερθετικός δασύτατος
1. τριχωτός, δασύτριχος: δέρμα αἰγὸς δασύ
= δασύτριχο δέρμα κατσίκας.
2. αυτός που έχει πυκνό φύλλωμα ή που είναι καλυμμένος με πυκνόφυλλα φυτά: διὰ τῶν δασέων
= μέσα από πυκνά δάση.
3. για φθόγγους αυτός που προφέρεται με μια άχνα, με μια εκβολή αέρος. Στην αρχαία δασέα σύμφωνα ήταν τα θ, φ, χ, που προφέρονταν αντίστοιχα ως τ με άχνα, π με άχνα και κ με άχνα.
=/ ψιλός «που προφέρεται λιτά και απέριττα, δηλαδή χωρίς άχνα», λ.χ. τα σύμφωνα τ, π, κ).
:=> παράγ. δασύνω, δασύτης, σύνθ. δασύθριξ(γεν. δασύτριχος), δασύμαλλος, δασυπώγων«με δασύ γένι».
ΝΕ λόγ. δασύς (και δασύτριχος «με πολλές τρίχες»).
[*δασύς, ομόρρ. με λατ. densus].
γλσΕλα'δαψιλής: δαψιλής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.δαψιλής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δαψιλής,
* McsElln.δαψιλής@γλσΕλα,
Συγκριτικός δαψιλέστερος
Υπερθετικός δαψιλέστατος
1. άφθονος: δαψιλεῖς ἔπαινοι.
= ἄφθονος.
2. για πρόσωπα γενναιόδωρος ή σπάταλος: δαψιλὴς χορηγός.
:=> παράγ. δαψίλεια, ἡ «αφθονία», δαψιλῶς, δαψιλεύομαι.
[*δαψ- (ἔ-δαψ-α, αόρ. του δάπ-τω «καταβροχθίζω») + παρ. επίθ. -ιλής].
γλσΕλα'δέ: δὲ ΑΝΤΙΘΕΤΙΚΟ/ΣΥΝΔΕΤΙΚΟ::
* McsElln.μόριο.δέ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέ,
* McsElln.δέ@γλσΕλα,
1. συχνά προηγείται το μέν εξάλλου, από το άλλο μέρος: πρῶτος μέν... δεύτερος δέ.
2. όταν δεν προηγείται το μὲν, το δὲ λειτουργεί
α. ως αντιθετικό αλλά: ...ἐπ’ ἐλευθερώσει δὲ τῶν Ἑλλήνων παρελήλυθα
= ...αλλά ήρθα για να απελευθερώσω τους Έλληνες.
β. ως συνδετικό σε επεξηγηματικές προτάσεις δηλαδή: τὴν νῦν Βοιωτίαν, πρότερον δὲ Καδμηίδα γῆν καλουμένην
= τη σημερινή Βοιωτία, αυτή δηλαδή που την ονόμαζαν παλαιότεραΚαδμεία γη.
3. όταν, έπειτα από διακοπή, συνεχίζει κάποιος την ομιλία του λέω λοιπόν, που λέτε: χρόνου δὲ ἐπιγενομένου καὶ κατεστραμμένων πάν-
μγ05.σ73
των...
= αφού πέρασε ο καιρός, που λέτε, και υποδουλώθηκαν όλοι...
ΝΕ δε (λόγιο).
[μεταπτωτ. τύπος του δή (*δή-, βλπ. δή)].
γλσΕλα'δε: -δε ΕΓΚΛΙΤΙΚΟ::
* McsElln.μόριο.δε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δε,
* McsElln.δε@γλσΕλα,
1. με ονόματα τόπων δηλώνει κίνηση προς έναν τόπο: οἴκαδε
= προς την πατρίδα. Ἀθήναζε (<Ἀθήνασδε)
= προς την Αθήνα.
2. με δεικτικές αντωνυμίες επιτείνει τη σημασία τους ὅδε
= αυτός εδώ.
γλσΕλα'δείδω:::
* McsElln.ρήμα.δείδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δείδω,
* McsElln.δείδω@γλσΕλα,
===
φοβούμαι
_stxElla: _stxVrb:Δέδοικα _stxArg:μὴ μάτην τὰ τοιαῦτα λέγωμεν. == Φοβάμαι μήπως μάταια λέμε τέτοια λόγια. [I.VIII.36]
γλσΕλα'δέδοικα: δέδοικα & δέδια::
* McsElln.ρήμα.δέδοικα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέδοικα,
* McsElln.δέδοικα@γλσΕλα,
Μέλλ. δείσομαι
Αόρ. ἔδεισαΠαρακ.με σημ. ενεστ.δέδοικα & δέδια«φοβάμαι»Υπερσ.με σημ. παρατ.ἐδεδοίκειν«φοβόμουν»παρακείμενος του ρήματος δείδω με ενεστωτική σημασία.
1. φοβάμαι: δέδοικα μή...
= φοβάμαι μήπως...δεδιότες μὴ καταλυθείη ὁ δῆμος
= φοβούμενοι μήπως καταλυθεί η δημοκρατία. ἐδείσατε ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν
= φοβηθήκατε για τον εαυτό σας.
=/ θαρρέω.
2. με αιτιατική φοβάμαι κάποιον: μήτε αἰσχύνεσθαι δεῖ αὐτὸν μήτε δεδιέναι τοὺς γονεῖς
= δεν πρέπει ούτε να ντρέπεται ούτε να φοβάται τους γονείς του.
:=> παράγ. δειλός, σύνθ. δεισιδαίμων.
[*δFει-, δειλός, με αναδιπλ. δέ-δοι-κα].
γλσΕλα'δέησις: δέησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.δέησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέησις,
* McsElln.δέησις@γλσΕλα,
1. ικεσία. 2. ανάγκη, έλλειψη: κατὰ τὰς δεήσεις
= ανάλογα με τις ανάγκες τους.
ΝΕ δέηση (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. δε-η- (πβ. δεητικός, δέω, δέομαι«στερούμαι» < *δευσ-) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'δεί: δεῖ::
* McsElln.ρήμα.δεί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεί,
* McsElln.δεί@γλσΕλα,
απρόσωπο ρ. του προσωπικού δέω
Παρατ. ἔδει
Μέλλ. δεήσει
Αόρ. ἐδέησε
Παρακ. δεδέηκε
Υπερσ. ἐδεδεήκει
1. με απαρέμφατο ως υποκείμενο πρέπει:
δεῖ με ἐλθεῖν = πρέπει να έρθω.
δεῖ ἡμᾶς ἀνδρείους εἶναι = πρέπει να είμαστε γενναίοι.
οἴομαι δεῖν... = νομίζω ότι πρέπει...
= χρή, προσήκει.
2. με γενική πράγματος υπάρχει ανάγκη για κάτι:
εὐβουλίας δεῖ = χρειάζεται σύνεση.
δεῖ δὴ χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἔστι γενέσθαι τῶν δεόντων
= χρειάζονται χρήματα και χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει τίποτε από τα αναγκαία.
=> εκφράσεις
α. πολλοῦ δεῖ (οὕτως ἔχειν) = πολύ απέχει από την πραγματικότητα.
β.ὀλίγου δεῖ = παρά λίγο, σχεδόν.
ἐλαχίστου ἐδέησε διαφθεῖραι τὸ πῦρ τοὺς Πλαταιεῖς
= η πυρκαγιά λίγο έλειψε να κάψει τους Πλαταιείς.
3. με δοτική προσώπου δεῖ μοί τινος
= χρειάζομαι κάποιον ή κάτι.
:=> παράγ. το δέον, τα δέοντα, δεόντως.
[*δευσ- «υπολείπομαι, έχω ανάγκη», πβ. δέησις, δεύ-τερος «που στερείται τη θέση του πρώτου», πβ. αρχ. ινδ. dosa «έχω έλλειψη από κάτι»].
γλσΕλα'δείκνυμι: δείκνυμι & δεικνύω::
* McsElln.ρήμα.δείκνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δείκνυμι,
* McsElln.δείκνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδείκνυν & ἐδείκνυον
Μέλλ. δείξω
Αόρ. ἔδειξα
Παρακ. δέδειχα
Παθ. μέλλ. δειχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐδείχθην
Παθ. παρακ. δέδειγμαι
Παθ. υπερσ. ἐδεδείγμην
1. δείχνω κάποιον ή κάτι: δείκνυμι εἴς τινα
= δείχνω προς το μέρος κάποιου.
= δηλόω -ῶ.
2. αποδεικνύω: ἔδειξαν ἕτοιμοι ὄντες
= απέδειξαν πως ήταν έτοιμοι.
:=> παράγ. δεῖγμα, δεικτέος, δεικτικός, δεῖξις, σύνθ. ἀναδείκνυμι, ἀποδείκνυμι, ἔνδειξις, παράδειγμα.
ΝΕ δείχνω (και με τις δύο σημ.).
[*δεικ- + παρ. επίθ. -νυ + -μι, πβ. λατ. dic-o, αρχ. ινδ. dis'ati «δείχνω»].
γλσΕλα'δείλη: δείλη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.δείλη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δείλη,
* McsElln.δείλη@γλσΕλα,
οι πρώτες ώρες του απογεύματος μετά το μεσημέρι: ἡνίκα δὲ δείλη ἐγένετο
= κατά το απόγευμα.
:=> παράγ. δειλινός, -ή, -όν.
ΝΕ δείλι (ποιητ.), δειλινό.
[ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθέτου δείελος· ὀψὲ δύων «που δύει αργά», χωρίς σαφή ετυμολογία].
γλσΕλα'δείνα: δεῖνα, -ος, ὁ, ἡ, τὸ::
* McsElln.αντωνυμία.δείνα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δείνα,
* McsElln.δείνα@γλσΕλα,
αόριστη αντωνυμία.πάντα με άρθρο κάποιος: ἐμὸς ἢ τοῦ δεῖνος;
= δικός μου ή κάποιου άλλου;
=> μειωτικά τί δὲ ἔδρασε ὁ δεῖνα;
= γιατί τα έκανε αυτά ο λεγάμενος;
ΝΕ ο δείνα.
[αβέβ. ετυμ., κατά τους αρχ. γραμματικούς από *ταδεἶνα < *τάδε ἔνα, πβ. για το -εν- ἐκεῖν-ος < *ἐ-κεν-jος].
γλσΕλα'δεινός: δεινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.δεινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεινός,
* McsElln.δεινός@γλσΕλα,
Συγκριτικός δεινότερος
Υπερθετικός δεινότατος
1. αυτός που προκαλεί φόβο, φοβερός: δεινὸς ἰδεῖν
= φοβερός στο να τον βλέπεις. εἰ δεινὰ ἔδρασας, δεινὰ καὶ παθεῖν σε δεῖ
= αν έκανες
μγ05.σ74
φοβερά πράγματα, φοβερά πρέπει και να πάθεις.
=> με απαρέμφατο δεινόν ἐστι
= είναι επικίνδυνο να...
2. θαυμαστός, παράξενος: πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει
= πολλά είναι τα θαυμαστά, αλλά από τον άνθρωπο δεν υπάρχει τίποτε πιο θαυμαστό.
3. έξυπνος, ικανός: Πρωταγόρας ἦν σοφὸς καὶ δεινὸς ἀνήρ
= ο Πρωταγόρας ήταν σοφός και ικανός άντρας.
=> με απαρέμφατο δεινὸς λέγειν
= πολύ ικανός ρήτορας.
:=> παράγ. δεινότης, δεινόω, δείνωσις, δεινῶς, σύνθ. δεινοπαθέω.
ΝΕ λόγ. δεινός «ικανός» (σημ. 3).
[*δFεινός, *δFει- < δείδω «φοβάμαι», πβ. δειλός].
γλσΕλα'δειπνέω: δειπνέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δειπνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δειπνέω,
* McsElln.δειπνέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδείπνουν
Μέλλ. δειπνήσω & δειπνήσομαι
Αόρ. ἐδείπνησα
Παρακ. δεδείπνηκα
Υπερσ. ἐδεδειπνήκειν τρώω, (και ειδικότερα στους αττικούς) τρώω το κύριο φαγητό της ημέρας: δειπνῶ παρά τινι
= δειπνώ στο σπίτι κάποιου.
[παράγ. λ. δεῖπνον + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'δείπνον: δεῖπνον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δείπνον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δείπνον,
* McsElln.δείπνον@γλσΕλα,
το φαγητό και η ώρα του φαγητού, (και ειδικότερα στους αττικούς) το κύριο γεύμα της ημέρας: καλῶ ἐπὶ δεῖπνον
= προσκαλώ σε δείπνο. πρὸ δείπνου
= πριν από το φαγητό. ἀπὸ δείπνου
= μετά το φαγητό.
:=> παράγ. δειπνόω -ῶ, δειπνίζω, σύνθ. δειπνοσοφιστής.
ΝΕ δείπνο.
[αβέβ. ετυμ., ίσως μεσογειακή λ.].
γλσΕλα'δεισιδαίμων: δεισιδαίμων, -ων, -ον::
* McsElln.επίθετο.δεισιδαίμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεισιδαίμων,
* McsElln.δεισιδαίμων@γλσΕλα,
Συγκριτικός δεισιδαιμονέστερος
Υπερθετικός δεισιδαιμονέστατος
1. με θετική σημ. αυτός που φοβάται τους θεούς και συνεπώς ο ευσεβής, ο θρήσκος: οἱ δεισιδαίμονες ἧττον τοὺς ἀνθρώπους φοβοῦνται
= όσοι φοβούνται (σέβονται) τους θεούς, δε φοβούνται τους ανθρώπους.
2. με αρνητ. σημ. αυτός που διακατέχεται από δεισιδαιμονίες.
:=> παράγ. δεισιδαιμονία.
ΝΕ δεισιδαίμων και δεισιδαίμονας (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. *δFεισιδαίμων < *δFεισι- (< δείδω«φοβάμαι») + δαίμων].
γλσΕλα'δεκάτη: δεκάτη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.δεκάτη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεκάτη,
* McsElln.δεκάτη@γλσΕλα,
το ένα δέκατο των εισοδημάτων, που δίνεται ως φόρος ή ως προσφορά στους θεούς.
[ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθέτου δέκατος, -η,-ον].
γλσΕλα'δελεάζω: δελεάζω::
* McsElln.ρήμα.δελεάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δελεάζω,
* McsElln.δελεάζω@γλσΕλα,
1. πιάνω με δόλωμα.
2. εξαπατώ με δόλιο τρόπο, με τέχνασμα.
:=> παράγ. δελεασμός, δελέασμα.
ΝΕ λόγ. δελεάζω (με τη σημ. 2).
[δέλε-αρ + -άζω, βλπ. δέλεαρ].
γλσΕλα'δέλεαρ: δέλεαρ, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.δέλεαρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέλεαρ,
* McsElln.δέλεαρ@γλσΕλα,
μεταπλαστό ουσιαστικό
1. το δόλωμα.
2. μέσο εξαπάτησης: ἡδονὴ κακοῦ δέλεαρ
= η ηδονή παρακινεί στο κακό.
= δόλος.
:=> παράγ. δελεάζω, δελεασμός.
ΝΕ λόγ. δέλεαρ (με τη σημ. 2).
[*δέλεFαρ, πβ. αιολ. βλῆρ < *βελ(η)- «καταπίνω», ομόρρ. με *βερη- «βορά»].
γλσΕλα'Δελφοί: Δελφοί, -ῶν::
* McsElln.ουσιαστικό.Δελφοί-οἱ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Δελφοί,
* McsElln.Δελφοί@γλσΕλα,
το μαντείο του Απόλλωνα στους πρόποδες του Παρνασσού (οι Δελφοί θεωρούνταν το κέντρο, ο ομφαλός της γης).
[*ΔελφFοί < *δελφ- «μήτρα» + παρ. επίθ. -οί, σε πληθ. κατά τους περισσότερους συνοικισμούς].
γλσΕλα'δεξιά: δεξιά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.δεξιά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεξιά,
* McsElln.δεξιά@γλσΕλα,
το δεξί χέρι: δεξιὰν δόντες καὶ λαβόντες συνωμολόγησαν
= έδωσαν τα χέρια και έκλεισαν μια συμφωνία.
[ουσιαστικοπ. θηλ. δεξιά (χείρ) του επιθέτου δεξιός, -ιά, -ιόν].
γλσΕλα'δεξιόομαι: δεξιόομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.δεξιόομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεξιόομαι,
* McsElln.δεξιόομαι@γλσΕλα,
χαιρετώ δίνοντας το δεξί μου χέρι.
ΝΕ δεξιώνομαι κάποιον «υποδέχομαι τιμητικά κτλ.».
[παράγ. λ. δεξιός + παρ. επίθ. -ό-ομαι].
γλσΕλα'δεξιός: δεξιός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.δεξιός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεξιός,
* McsElln.δεξιός@γλσΕλα,
1. αυτός που βρίσκεται από την πλευρά του δεξιού χεριού.
=/ ἀριστερός, εὐώνυμος.
2. αυτός που προμηνύει κάτι καλό, ο αίσιος:δεξιὸς ὄρνις
= αίσιος οιωνός.
3. επιδέξιος, έξυπνος: πολλοὶ κακοῦργοι ὄντες δεξιοὶ κέκληνται
= πολλοί, ενώ είναι παλιάνθρωποι, θεωρούνται έξυπνοι.
:=> παράγ. δεξιά, δεξιόομαι -οῦμαι, δεξιότης, σύνθ. ἐπιδέξιος, ἀδέξιος.
ΝΕ δεξιός (με τις σημ. 1, 2).
[*δεξιFός, *δεκ-, δέχομαι, πβ. δεξι-τερός].δέομαι αποθετικό ρήμα
Παρατ. ἐδεόμην
Μέλλ. δεήσομαι
Αόρ. ἐδεήθην
Παρακ. δεδέημαι
μγ05.σ75
1. χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: οὐδὲν δέομαιΣωκράτους
= δε χρειάζομαι τίποτε από τοΣωκράτη. τοῦτο ἔτι δέομαι μαθεῖν
= αυτό χρειάζομαι ακόμα να καταλάβω.
2. παρακαλώ για κάτι, ζητώ κάτι: τοῦτο δέομαι ὑμῶν
= αυτό ζητώ από σας (για τούτο σας παρακαλώ).
:=> παράγ. δέησις.
ΝΕ δέομαι (με επέκταση της σημ. 2 «προσεύχομαι»).
[*δευσ- < δέω «χρειάζομαι», πβ. δεύ-τερος«που υπολείπεται του πρώτου», βλπ. επίσης δεῖ & δέω (Α)].
γλσΕλα'δέον: δέον, -οντος::
* McsElln.ουσιαστικό.δέον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέον,
* McsElln.δέον@γλσΕλα,
μετοχή του απροσώπου δεῖ αυτό που είναι αναγκαίο ή σωστό, το ορθό:πράττω τὸ δέον
= κάνω το σωστό. μᾶλλον τοῦ δέοντος
= περισσότερο από όσο χρειάζεται.
ΝΕ το δέον.
[*δευσ- < δέω «χρειάζομαι», πβ. δεύ-τερος].
γλσΕλα'δέος: δέος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.δέος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέος,
* McsElln.δέος@γλσΕλα,
1. φόβος: τρέμω τῷ δέει τί πείσομαι
= τρέμω από το φόβο τι θα πάθω. τὸ ἀντίπαλον δέος
= ο φόβος που προξενεί ο αντίπαλος.
2. σεβασμός.
ΝΕ λόγ. δέος (και με τις δύο σημ.).
[*δFέιος > δέος, δείδω «φοβάμαι»].
γλσΕλα'δέρω: δέρω::
* McsElln.ρήμα.δέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέρω,
* McsElln.δέρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔδερον
Μέλλ. δερῶ
Αόρ. ἔδειρα
Παθ. μέλλ. δαρήσομαι
Παθ. αόρ. ἐδάρην
Παθ. παρακ. δέδαρμαι
1. γδέρνω (ζώο). 2. δέρνω κάποιον.
=> παροιμία ὁ μὴ δαρεὶς ἄνθρωπος οὐ παιδεύεται
= όποιος δε φάει ξύλο δε γίνεται άνθρωπος.
:=> παράγ. δέρας, δέρμα, δορά.
ΝΕ γδέρνω (< ἐκ-δέρω, με τη σημ. 1) και δέρνω (με τη σημ. 2).
[*δέρ-ω «γδέρνω», πβ. λιθ. der`u «γδέρνω»].
γλσΕλα'δεσμός: δεσμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.δεσμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεσμός,
* McsElln.δεσμός@γλσΕλα,
πληθ. οἱ δεσμοὶ και τὰ δεσμὰ
1. κάτι που χρησιμοποιείται για σύνδεση ή για στερέωση.
2. πληθυντικός οἱ δεσμοί
= οι αλυσίδες των φυλακισμένων.
ΝΕ δεσμός (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. *δε- (< δέω «δένω» < *δεjω) + παρ.επίθ. -σ-μός].
γλσΕλα'δεσμωτήριον: δεσμωτήριον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.δεσμωτήριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεσμωτήριον,
* McsElln.δεσμωτήριον@γλσΕλα,
φυλακή: πολλοὶ ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἦσαν
= πολλοί ήταν οι φυλακισμένοι.
ΝΕ λόγ. δεσμωτήριο.
[παράγ. λ. *δεσμωτήρ (πβ. δεσμώτης < δεσμόω + παρ. επίθ. -της) + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'δεσπότης: δεσπότης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δεσπότης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεσπότης,
* McsElln.δεσπότης@γλσΕλα,
Κλητ. ενικού δέσποτα
1. ο αφέντης (σε αντιδιαστολή προς τον δοῦλον).
2. απόλυτος άρχοντας.
:=> παράγ. δέσποινα, δεσπόζω «είμαι κυρίαρχος», δεσποτικός.
ΝΕ λόγ. δεσπότης (με την αρχ. σημ.) και δημοτ. δεσπότης «επίσκοπος της Εκκλησίας».
[*δεμσ- (δέμω «κτίζω») + *πότις > πόσις «ο κύριος του σπιτιού», πβ. αρχ. ινδ. d'ampati«κύριος του σπιτιού»].
γλσΕλα'δεύρο: δεῦρο::
* McsElln.επίρρημα./ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ.δεύρο@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δεύρο,
* McsElln.δεύρο@γλσΕλα,
1. τοπικά εδώ, προς τα εδώ: δεῦρο παρὰ Σωκράτη καθέζου
= κάθισε εδώ, κοντά στο Σωκράτη.
2. χρονικά έως τώρα: δε_υρο ἀεί
= συνεχώς έως τώρα.
3. ως επιφώνημα εμπρός! έλα! καί μοι δεῦρο, ὦΜέλητε, εἰπέ
= εμπρός, Μέλητε, πες μου. Στη μεταγενέστερη γραμματεία ως πληθ. του δεῦρο χρησιμοποιήθηκε ο τύπος δεῦτε: δεῦτε λάβετε φῶς
= εμπρός (εσείς οι πολλοί) πάρτε φως.
ΝΕ στη φρ. δεύρο έξω «έλα έξω».
[*δε-υρο ή *δε-αυρο, πβ. λιθ. aur`e
= δεῦρο].
γλσΕλα'δέxομαι: δέχομαι::
* McsElln.ρήμα.δέxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέxομαι,
* McsElln.δέxομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδεχόμην
Μέλλ. δέξομαι
Αόρ. ἐδεξάμην
Παθ. μέλλ.με ενεργ. σημ.δεχθήσομαι«θα δεχθώ κάτι»
Παθ. αόρ.με ενεργ. σημ.ἐδέχθην«δέχθηκα κάτι»
Παρακ. δέδεγμαι
1. δέχομαι, καλωσωρίζω, εγκρίνω, συμφωνώ.
2. περιμένω την επίθεση κάποιου.
:=> παράγ. δέκτης, δεξαμενή (< μτχ. *δεξαμένη), σύνθ. καταδέχομαι, παραδέχομαι.
ΝΕ δέχομαι (με τη σημ. 1).
[*δεχ-, δεκ-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'δέω: δέω (Α)::
* McsElln.ρήμα.δέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέω,
* McsElln.δέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔδεον
Μέλλ. δεήσω
Αόρ. ἐδέησα
Παρακ. δεδέηκα
1. έχω ανάγκη από κάτι: παραδείγματος τοῦτο δεδέηκε
= αυτό έχει ανάγκη από παράδειγμα.ὀλίγου δέω δακρῦσαι
= λίγο θέλω να δακρύσω.πολλοῦ δέω ἀπολογεῖσθαι
= πολύ απέχω από το να υπερασπίσω τον εαυτό μου. παρὰ μικρὸν ἐδέησα ἀποθανεῖν
= παρά λίγο να πεθάνω.
2. δέων, -ουσα, -ον ο πρέπων, ο αρμόζων.
:=> παράγ. δέησις, σύνθ. ἐνδεής, ἔνδεια.
[*δευσ-, δέησις, βλπ. δεῖ & δέομαι].
μγ05.σ76
γλσΕλα'δέω: δέω (Β)::
* McsElln.ρήμα.δέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δέω,
* McsElln.δέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔδουν (-εις, -ει κτλ.)
Μέλλ. δήσω
Αόρ. ἔδησα
Παρακ. δέδεκα
Υπερσ. ἐδεδέκειν
Μέλλ. δεθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐδέθην
Παθ. παρακ. δέδεμαι
Παθ. υπερσ. ἐδεδέμην
1. δένω: δέω κύνα κλοιῷ
= δένω το σκυλί με περιλαίμιο.
= δεσμεύω.
=/ λύω.
2. επιβάλλω δεσμά σε κάποιον ως μορφή φυλάκισης, τον δένω με αλυσίδες ή χειροπέδες:ἦσαν δεδεμένοι πρὸς ἀλλήλους
= ήταν αλυσοδεμένοι ο ένας με τον άλλο.
:=> παράγ. δέσις, δέσμη, δεσμός, δέσμιος, δεσμώτης, σύνθ. ὑπόδημα, διάδημα.
ΝΕ δένω (με σημ. 1).
[*δη-, *δε-, *δέ-jω, πβ. αρχ. ινδ. dιt'a-
= δετός].
γλσΕλα'δή: δὴ::
* McsElln.μόριο.δή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δή,
* McsElln.δή@γλσΕλα,
1. συνοδεύει επιρρήματα χρόνου: νῦν δή.
2. προσδίδει έμφαση ασφαλώς, βεβαίως, πράγματι: καὶ ἴστε δὴ οἷος...
= και γνωρίζετε ασφαλώς ποιος...
3. δηλώνει μετάβαση στα επόμενα, με ή χωρίς συμπερασματική χροιά: γίγνονται δὴ οὗτοι χίλιοι
= αυτοί λοιπόν φτάνουν τους χίλιους.
[*δη-, δέ-, βλπ. δέ].
γλσΕλα'δηλαδή: δηλαδὴ::
* McsElln.επίρρημα.δηλαδή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δηλαδή,
* McsElln.δηλαδή@γλσΕλα,
φανερά, ολοφάνερα, ξεκάθαρα, βεβαιότατα.
ΝΕ δηλαδή.
[δῆλα + δή, βλπ. δῆλος].
γλσΕλα'δηλονότι: δηλονότι::
* McsElln.επίρρημα.δηλονότι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δηλονότι,
* McsElln.δηλονότι@γλσΕλα,
είναι φανερό ότι..., δηλαδή.
[δῆλον + ὅτι, βλπ. δῆλος].
γλσΕλα'δήλος: δῆλος, -η & -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.δήλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δήλος,
* McsElln.δήλος@γλσΕλα,
σαφής, φανερός: δῆλοί εἰσι μὴ ἐπιτρέψοντες
= είναι φανερό ότι δε θα επιτρέψουν.
=> ως απρόσωπο δῆλον (ἐστί) ὅτι τὰ Κύρου οὕτως ἔχει
= είναι φανερό ότι έτσι έχουν τα πράγματα τα σχετικά με τον Κύρο.
:=> παράγ. δηλονότι, δηλαδή, δηλόω, σύνθ. ἄδηλος, ἔκδηλος.
[*δεελος (πβ. αιολ. εὔδειλος
= εὔδηλος) > δῆλος].
γλσΕλα'Δήλος: Δῆλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Δήλος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Δήλος,
* McsElln.Δήλος@γλσΕλα,
τοπωνύμιο το νησί όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία, η Λητώ γέννησε το θεό Απόλλωνα και την αδελφή του, Άρτεμη.
[προελλ.].
γλσΕλα'δηλόω: δηλόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δηλόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δηλόω,
* McsElln.δηλόω@γλσΕλα,
1. δείχνω κάτι.
= δείκνυμι.
2. αποδεικνύω κάτι: δηλώσω οὐ παραγενόμενος
= θα αποδείξω πως δεν ήμουν παρών.
3. ως αμετάβατο είναι ξεκάθαρο (φανερό) ότι...: δηλοῖ δὲ ταῦτα ὅτι οὕτως ἔχει
= είναι ξεκάθαρο ότι έτσι έχουν τα πράγματα.
ΝΕ δηλώνω «λέω με έμφαση».
[παράγ. λ. δῆλος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'δημαγωγός: δημαγωγός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.δημαγωγός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημαγωγός,
* McsElln.δημαγωγός@γλσΕλα,
1. με θετική σημ. ο αρχηγός του λαού, αυτός που επηρεάζει, κατευθύνει το λαό (όπως λ.χ.ο Περικλής): δημαγωγοὶ ἀγαθοί.
2. συνήθως με κακή σημ. δημαγωγός: ἔστιν γὰρ δημαγωγὸς ὁ τοῦ δήμου κόλαξ
= γιατί ο δημαγωγός είναι αυτός που κολακεύει το λαό.
:=> παράγ. δημαγωγία.
ΝΕ δημαγωγός (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. δῆμον + ἄγω].
γλσΕλα'δημηγορέω: δημηγορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δημηγορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημηγορέω,
* McsElln.δημηγορέω@γλσΕλα,
μιλώ, αγορεύω στην εκκλησία του δήμου.
[παράγ. δημηγόρος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'δημηγορία: δημηγορία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.δημηγορία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημηγορία,
* McsElln.δημηγορία@γλσΕλα,
ομιλία, αγόρευση στην εκκλησία του δήμου.
ΝΕ λόγ. δημηγορία.
[παράγ. λ. δημηγόρος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'Δημήτηρ: Δημήτηρ, -τερος & -τρος::
* McsElln.ουσιαστικό.Δημήτηρ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Δημήτηρ,
* McsElln.Δημήτηρ@γλσΕλα,
κύριο όνομα η θεά της γεωργίας Δήμητρα, μητέρα της Περσεφόνης, που λατρευόταν στην Ελευσίνα.
:=> παράγ. Δημήτριος, Δημήτρια (τά).
ΝΕ Δήμητρα.
[σύνθ. λ. πιθ. Δ_α (= Γ_α = Γῆ) + μήτηρ].
γλσΕλα'δήμιος: δήμιος, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.δήμιος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δήμιος,
* McsElln.δήμιος@γλσΕλα,
επίθετο δήμιος (ενν. δοῦλος) δούλος του δήμου, δηλ. δούλος που όριζε το κράτος για την εκτέλεση των θανατικών ποινών, δήμιος.
ΝΕ δήμιος (συνήθως με μεταφορ. σημ. «σκληρός κτλ.»).
[ουσιαστικοπ. αρσ. του επιθ. δήμιος, -ιος, -ιον που αρχικώς σήμαινε «δημόσιος»].
γλσΕλα'δημιουργός: δημιουργός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.δημιουργός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημιουργός,
* McsElln.δημιουργός@γλσΕλα,
1. αυτός που ασκεί έργο ωφέλιμο για το δήμο, και κατ’ επέκταση ο τεχνίτης. 2. δημιουργός.
:=> παράγ. δημιουργέω -ῶ.
ΝΕ δημιουργός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. δήμιος + *Fεργ- (πβ. Fέργον
= ἔργον) + παρ. επίθ. -ός, *δημιοFεργός].
γλσΕλα'δημοκρατέομαι: δημοκρατέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.δημοκρατέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημοκρατέομαι,
* McsElln.δημοκρατέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδημοκρατούμην
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.δημοκρατήσομαι έχω δημοκρατικό πολίτευμα: πόλις δημοκρατουμένη.
=/ τυραννέομαι -οῦμαι.
[σύνθ. λ. δημοκρατ- (< δῆμος + κρατέω) +παρ. επίθ. -έομαι].
γλσΕλα'δήμος: δῆμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δήμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δήμος,
* McsElln.δήμος@γλσΕλα,
1. ο απλός λαός (σε αντιδιαστολή προς τους ἄρχοντες).
=/ δυνατοί.
μγ05.σ77
2. με πολιτική σημ. τα μέλη εκείνα του πληθυσμού μιας κοινότητας που διέθεταν πολιτικά δικαιώματα, το σύνολο των πολιτών.
3. το δημοκρατικό πολίτευμα (σε αντιδιαστολή προς τους ὀλίγους).
4. το πολιτειακό όργανο της εκκλησίας τουΔήμου.
5. οἱ δῆμοι στην Αττική, οι περιφέρειες που αποτελούσαν κοινότητες, καθώς και οι υποδιαιρέσεις των φυλών: δήμου Δεκελῆθεν
= από το δήμο της Δεκέλειας.
:=> παράγ. δημεύω, δήμιος, δημοσί'α, δημηγορέω -ῶ, σύνθ. δημαγωγός, δημηγορία, δήμαρχος.
ΝΕ δήμος (με τη σημ. 5, «διοικητική αρχή σε κάθε πόλη ή κοινότητα»).
[*δα-, *δη- (< δαίομαι «διανέμω») + παρ. επίθ.-μος].
γλσΕλα'δημοσία: δημοσί'α::
* McsElln.επίρρημα.δημοσία@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημοσία,
* McsElln.δημοσία@γλσΕλα,
1. στη δημόσια ζωή, στο δημόσιο.
=/ ἰδί'α.
2. με δημόσια έξοδα: Τέλλον Ἀθηναῖοι δημοσί'α ἔθαψαν.
ΝΕ δημόσια, (λογ.) δημοσία (π.χ. δημοσία δαπάνη).
[παράγ. λ. δημόσιος + παρ. επίθ. -'α].
γλσΕλα'δημόσιος: δημόσιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.δημόσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δημόσιος,
* McsElln.δημόσιος@γλσΕλα,
αυτός που ανήκει στο λαό ή στην πολιτεία, δημόσιος.
=/ ἴδιος «ιδιωτικός».
:=> παράγ. δημοσί'α, δημοσιεύω «δημεύω κτλ.».
[*δημότ-ιος (πβ. δημότης < δῆμος)].
γλσΕλα'δήπου: δήπου & δή που::
* McsElln.επίρρημα.δήπου@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δήπου,
* McsElln.δήπου@γλσΕλα,
1. βεβαιωτικό βέβαια, εννοείται: οὐδεὶς δή που ἀγνοεῖ...
= κανένας βέβαια δεν αγνοεί...
2. ερωτηματικό οὐ δή που;
= έτσι δεν είναι;
[δή + που].
γλσΕλα'δήτα: δῆτα::
* McsElln.επίρρημα.δήτα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δήτα,
* McsElln.δήτα@γλσΕλα,
1. ασφαλώς, βέβαια: οὐ δῆτα
= όχι βέβαια.
2. σε ερώτηση έχει συμπερασματική χροιά λοιπόν: τί δῆτα;
= τι λοιπόν;
[προεκτετ. τύπος του βλπ. δὴ με το -τα, πβ. ἔπει-τα].
γλσΕλα'διά: διὰ::
* McsElln.πρόθεση.διά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διά,
* McsElln.διά@γλσΕλα,
Α. 1. με γενική δηλώνει
α. διαμέσου, μέσα από:διὰ τῆς ἀγορᾶς.
β. κατά τη διάρκεια: διὰ βίου
= κατά (σε όλη) τη διάρκεια της ζωής.
γ. το μέσο ή τον τρόπο: ἔλεγε δι’ ἑρμηνέως
= μιλούσε μέσω διερμηνέα. διὰ βραχέων
= με συντομία.
2. με αιτιατική δηλώνει
α. την αιτία: ἐπετιμήθη ὑπὸ Κύρου δι’ εὔνοιαν
= κατηγορήθηκε από τον Κύρο για μεροληπτική συμπεριφορά. β.τον αίτιο, τον υπεύθυνο: οὐ δι’ ἐμέ
= όχι εξαιτίας μου.
γ. το σκοπό: διὰ τοῦτο, ἵνα τὰ λοιπὰ βελτίω γένηται
= με αυτόν το σκοπό, για να βελτιωθούν δηλαδή τα υπόλοιπα.
Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. διαμέσου, π.χ. διαβαίνω.
β. μεταξύ, ενδιάμεσα, π.χ. διαλείπω.
γ. χωρισμό ή διανομή, π.χ. διακρίνω, διαδίδωμι.
δ. διάρκεια, π.χ. διαβιῶ.
ε. επίταση, ενίσχυση, π.χ. διαφθείρω. στ. συναγωνισμό, άμιλλα, π.χ. διαγωνίζομαι.
ΝΕ διά (με τις σημ. Α1α, Α1γ).
[*δισα-, δίς, δύο, πβ. λατ. dis].
===
* διά, Κύρια πρόθεση:
γλσΕλα'διαβαίνω: διαβαίνω::
* McsElln.ρήμα.διαβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαβαίνω,
* McsElln.διαβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. περνώ από το ένα μέρος στο άλλο, διαβαίνω: διαβαίνω ποταμόν/διὰ ποταμοῦ
= περνώ το ποτάμι/από το ποτάμι. διέβη εἰς Μακεδονίαν
= ήρθε (πέρασε από τη Μ. Ασία) στηΜακεδονία.
2. δρασκελώ.
:=> παράγ. διάβασις, διαβατήριος.
ΝΕ διαβαίνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. διά + βαίνω].
γλσΕλα'διαβάλλω: διαβάλλω::
* McsElln.ρήμα.διαβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαβάλλω,
* McsElln.διαβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. περνώ μέσα από κάτι ή περνώ απέναντι:τὸ Ἰόνιον διαβάλλω
= διασχίζω το Ιόνιο πέλαγος.
2. προκαλώ αντιπαράθεση μεταξύ δύο ανθρώπων, τους διαβάλλω: διαβάλλω τινὰς ἀλλήλοις
= διαβάλλω τον έναν στον άλλο (και τους κάνω να μαλώσουν).
=> γενικά κατηγορώ: διέβαλον τοὺς Λακεδαιμονίους ἐς τοὺς Ἕλληνας.
:=> παράγ. διαβολή, διάβολος.
ΝΕ διαβάλλω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. διά + βάλλω].
γλσΕλα'διαβολή: διαβολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.διαβολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαβολή,
* McsElln.διαβολή@γλσΕλα,
συκοφαντία, ψευδής κατηγορία.
ΝΕ διαβολή.
[παράγ. λ. *διαβολ- (< διαβάλλω) + παρ. επίθ.-ή].
γλσΕλα'διάβολος: διάβολος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.διάβολος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάβολος,
* McsElln.διάβολος@γλσΕλα,
1. συκοφαντικός. 2. ως ουσ. ο σατανάς.
ΝΕ διάβολος (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *διαβολ- (< διαβάλλω) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'διαγγέλλω: διαγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.διαγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαγγέλλω,
* McsElln.διαγγέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγγέλλω
1. μεταφέρω μήνυμα με αγγελιαφόρο: οἱ ἀκούσαντες διήγγειλαν τοῖς στρατηγοῖς
= αυτοί που άκουσαν μετέφεραν το μήνυμα στους στρατηγούς.
2. μέση φωνή διαγγέλλομαι διαβιβάζω μια διαταγή: ἐβούλοντο ἀπιέναι καὶ διηγγέλλοντο
= ήθελαν να αποχωρήσουν και διαβίβαζαν τη διαταγή από τον ένα στον άλλο.
:=> παράγ. διάγγελος, διαγγελία, διάγγελμα.
[σύνθ. λ. διά + ἀγγέλλω].
γλσΕλα'διαγίγνομαι: διαγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.διαγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαγίγνομαι,
* McsElln.διαγίγνομαι@γλσΕλα,
μγ05.σ78
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι
1. περνώ το χρόνο μου, ζω με ένα συγκεκριμένο τρόπο τη ζωή μου: οὐδὲν ἄλλο ποιῶν διαγεγένηται ἤ...
= ζει τη ζωή του μη κάνοντας τίποτε άλλο παρά...
= διάγω, ζήω -ῶ.
2. για χρονικό διάστημα περνώ: χρόνου μεταξὺ διαγενομένου
= όταν μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα.
[σύνθ. λ. διά + γίγνομαι].
γλσΕλα'διαγιγνώσκω: διαγιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.διαγιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαγιγνώσκω,
* McsElln.διαγιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω
1. διακρίνω, ξεχωρίζω το ένα από το άλλο:διαγιγνώσκω εἰ ὅμοιοί εἰσι
= διακρίνω αν είναι ίσοι ή όχι.
2. αποφασίζω έπειτα από ψηφοφορία: διέγνωσαν σφίσι βοηθεῖν
= αποφάσισαν να τους βοηθήσουν.
3. βγάζω δικαστική απόφαση.
:=> παράγ. διάγνωσις.
[σύνθ. λ. διά + γιγνώσκω].
γλσΕλα'διάγνωσις: διάγνωσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.διάγνωσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάγνωσις,
* McsElln.διάγνωσις@γλσΕλα,
1. το να διακρίνω τη διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα ή καταστάσεις: τὴν διάγνωσιν ἐποιοῦντο, τίς ἐκράτει
= προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιος νικούσε.
2. σχηματισμός γνώμης, λήψη απόφασης: τὴν διάγνωσιν ποιοῦμαι
= παίρνω την απόφαση.
ΝΕ διάγνωση (ιδίως ιατρική, με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. διά- + -γνω (γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -σις ως παράγ. ουσ. του σύνθ. διαγιγνώσκω].
γλσΕλα'διάγω: διάγω::
* McsElln.ρήμα.διάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάγω,
* McsElln.διάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. μεταφέρω, περνώ απέναντι: διάγω τὴν στρατιάν.
2. περνώ το χρόνο, τον καιρό μου: διῆγε τὸν βίον μαχόμενος
= περνούσε τη ζωή του πολεμώντας.
= διαγίγνομαι.
=> ως αμετάβατο διάγω ἐν φιλοσοφί'α
= ζω φιλοσοφώντας. διάγω μανθάνων
= περνώ τη ζωή μου με τη μελέτη.
:=> παράγ. διαγωγή.
ΝΕ λόγ. διάγω (σημ. 2, λ.χ. διάγει έντιμο βίο).
[σύνθ. λ. διά + ἄγω].
γλσΕλα'διαγωγή: διαγωγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.διαγωγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαγωγή,
* McsElln.διαγωγή@γλσΕλα,
1. μεταφορά, πέρασμα.
2. ο τρόπος ζωής και ειδικότερα η διασκέδαση: ἐλευθέριος διαγωγή
= διασκέδαση που ταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο (και όχι σε δούλο).
ΝΕ διαγωγή «κοινωνική συμπεριφορά».
[παράγ. λ. διά + ἀγωγὴ ως ουσ. του διάγω].
γλσΕλα'διαδίδωμι: διαδίδωμι::
* McsElln.ρήμα.διαδίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαδίδωμι,
* McsElln.διαδίδωμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δίδωμι
1. παραδίδω κάτι, το περνώ από χέρι σε χέρι:λαμπάδας ἔχοντες διαδιδόασιν ἀλλήλοις
= κρατώντας λαμπάδες, τις δίνει ο ένας στον άλλο.
2. παθ. φωνή διαδίδομαι εξαπλώνομαι ως φήμη, διαδίδομαι: λόγος διεδόθη.
3. διανέμω: τὸ διαδιδόμενον εἰς τὰς φλέβας
= (για φάρμακο) που διανέμεται σε όλες τις φλέβες του σώματος.
= διανέμω.
:=> παράγ. διάδοσις.
ΝΕ διαδίδομαι (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. διά + δίδωμι].
γλσΕλα'διάθεσις: διάθεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.διάθεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάθεσις,
* McsElln.διάθεσις@γλσΕλα,
1. οργάνωση, ρύθμιση: ἡ διάθεσις τῆς πολιτείας
= η ρύθμιση του πολιτεύματος.
2. διαθήκη.
3. ό,τι διαθέτει κανείς για πώληση, η πώληση:διάθεσις ἄφθονος
= άφθονα πράγματα για πούλημα.
4. η σωματική ή ψυχική κατάσταση του ανθρώπου, η διάθεση.
ΝΕ διάθεση (σημ. 3, 4).
[παράγ. λ. διαθε- (διαθέτω) + παρ. επίθ. -σις ως ουσ. του διαθέτω].
γλσΕλα'διαθήκη: διαθήκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.διαθήκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαθήκη,
* McsElln.διαθήκη@γλσΕλα,
1. διαθήκη (έγγραφη κατάθεση ενός ατόμου για την περιουσία του κτλ.).
2. συμφωνία, συμβόλαιο, σύμβαση: ἡ ΚαινὴΔιαθήκη
= η καινούρια συμφωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
ΝΕ διαθήκη (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. διά + θήκη ως παράγ. ουσ. του διατίθημι].
γλσΕλα'δίαιτα: δίαιτα, -αίτης::
* McsElln.ουσιαστικό.δίαιτα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίαιτα,
* McsElln.δίαιτα@γλσΕλα,
1. τρόπος ζωής: εὐτελὴς δίαιτα
= πολύ απλός τρόπος ζωής.
2. κατοικία ή τόπος κατοικίας.
3. διαιτησία, διάλυση διαφοράς: ἐπιτρέπω τὴν δίαιτάν τινι
= αναθέτω τη διαιτησία σε κάποιον.
:=> παράγ. διαιτάομαι -ῶμαι.
ΝΕ δίαιτα «πρόγραμμα λήψης τροφής».
[διά + *αἰτάω (πβ. αἴτιος), ομόρρ. με αἶσα.«μερίδα», *αι- «μερίζω, δίνω»].
γλσΕλα'διαιτάω: διαιτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.διαιτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαιτάω,
* McsElln.διαιτάω@γλσΕλα,
Αόρ. δι'ήτησα
Παρακ. δεδι'ήτηκα
Μέσ. μέλλ διαιτήσομαι
Παθ. αόρ. διῃτήθην
Παθ. παρακ. δεδι'ήτημαι
1. μέση & παθ. φωνή διαιτῶμαι ζω με έναν ορισμένο τρόπο: διαιτῶμαι ἐπ’ ἀγρῷ
= ζω στην εξοχή.
2. γίνομαι κριτής ή διαιτητής, διαιτητεύω: διαιτῶ δίαιταν
= είμαι κριτής σε διαιτησία.
:=> παράγ. διαιτητής.
[παράγ. λ. δίαιτα + παρ. επίθ. -άω].
μγ05.σ79
γλσΕλα'διάκειμαι: διάκειμαι::
* McsElln.ρήμα.διάκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάκειμαι,
* McsElln.διάκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι χρησιμοποιείται ως παθ. φωνή του διατίθημι, συχνά με επίρρημα ή μετοχή βρίσκομαι σε μια ορισμένη σωματική ή ψυχική διάθεση: κακῶς διάκειμαι
= έχω κακή διάθεση. εὖ διάκειμαί τινι/πρός τινα
= είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος απέναντι σε κάποιον. ὁρᾶτε ὡς διάκειμαι ὑπὸ τῆς νόσου
= βλέπετε σε τι κατάσταση βρίσκομα από την αρρώστια.
ΝΕ διάκειμαι (σε λόγιες εκφράσεις, όπως διάκειμαι εχθρικά απέναντι σε κάποιον).
[σύνθ. λ. διά + κεῖμαι].
γλσΕλα'διακελεύομαι: διακελεύομαι::
* McsElln.ρήμα.διακελεύομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακελεύομαι,
* McsElln.διακελεύομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κελεύω
1. δίνω εντολή, διατάσσω, 2. συμβουλεύω.
[σύνθ. λ. διά + κελεύομαι].
γλσΕλα'διακομίζω: διακομίζω::
* McsElln.ρήμα.διακομίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακομίζω,
* McsElln.διακομίζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κομίζω
1. μεταφέρω, μεταβιβάζω, από έναν τόπο σε άλλον: διεκομίσαμεν τὴν εὐδαιμονίαν ἐκ τῆς Ἀσίας εἰς τὴν Εὐρώπην
= μεταφέραμε τον πλούτο από την Ασία στην Ευρώπη.
2. μέση φωνή διακομίζομαι αναλαμβάνω να μεταφέρω δικούς μου ανθρώπους ή κάτι άλλο που μου ανήκει: διεκομίζοντο παῖδας καὶ γυναῖκας
= μετέφεραν (πίσω στην πόλη) τα παιδιά και τις γυναίκες.
:=> παράγ. διακομιδή «μεταφορά από έναν τόπο σε άλλον».
ΝΕ διακομίζω (με τη σημ. 1).
[*διακομίδ-jω].
γλσΕλα'διακονέω: διακονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.διακονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακονέω,
* McsElln.διακονέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδιακόνουν & διηκόνουν
Αόρ. διηκόνησα
Παρακ. δεδιηκόνηκα
Μέσ. μέλλ. διακονήσομαι
Μέσ. αόρ. διηκονησάμην
Παθ. αόρ. ἐδιακονήθην
Παθ. παρακ. δεδιακόνημαι
1. συχνά με δοτ. προσώπου υπηρετώ, προσφέρω υπηρεσίες: δεσπότῃ διακονῶ.
2. μέση φωνή διακονοῦμαι εξυπηρετώ (τον εαυτό μου): διακονοῦντες καὶ διακονούμενοι ἑαυτοῖς
= υπηρετώντας τους άλλους και τους εαυτούς τους.
:=> παράγ. διακονία, διακόνημα.
ΝΕ διακονώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. διάκονος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'διακονία: διακονία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.διακονία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακονία,
* McsElln.διακονία@γλσΕλα,
προσφορά υπηρεσίας: τάττω ἐμαυτὸν εἰς τὴν διακονίαν ταύτην
= αναλαμβάνω να προσφέρω αυτή την υπηρεσία.
ΝΕ διακονία.
[παράγ. λ. διακονέω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'διάκονος: διάκονος, -όνου::
* McsElln.ουσιαστικό.διάκονος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάκονος,
* McsElln.διάκονος@γλσΕλα,
υπηρέτης και γενικά αυτός που προσφέρει κάποια ειδική υπηρεσία: ὁ διάκονος τοῦ τυράννου
= ο υπηρέτης του άρχοντα.
:=> παράγ. διακονέω -ῶ, διακονία.
ΝΕ διάκονος και διάκος «κληρικός πρώτου βαθμού ιεροσύνης».
[διά + *κεν- (πβ. δια-κον-έω) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'διακούω: διακούω::
* McsElln.ρήμα.διακούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακούω,
* McsElln.διακούω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀκούω
1. ακούω κάτι (μια διήγηση) μέχρι τέλους: διακήκοα τὰ λεγόμενα ὑπὸ σοῦ
= άκουσα μέχρι τέλους όσα είπες.
2. μαθαίνω κάτι από κάποιον άλλο: διήκουσα τὰ δόξαντα τοῖς ἄρχουσιν
= έμαθα τις αποφάσεις των αρχόντων.
=> με γεν. προσώπου είμαι μαθητής ή ακροατής κάποιου: διακήκοα Πλάτωνος.
=> με γεν. πράγματος διακούω τῶν λόγων
= ακούω τους λόγους.
[σύνθ. λ. διά + ἀκούω].
γλσΕλα'διακρίνω: διακρίνω::
* McsElln.ρήμα.διακρίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακρίνω,
* McsElln.διακρίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρίνω
1. χωρίζω το ένα από το άλλο, διαχωρίζω:στήμονας συγκεχυμένους διακρίνω
= ξεχωρίζω τα μπερδεμένα στημόνια.
=> παθ. φωνή διακρίνομαι χωρίζομαι, διασκορπίζομαι: διεκρίθησαν ἀπ’ ἀλλήλων
= χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο.
2. καταλαβαίνω τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε πρόσωπα ή πράγματα, τα διακρίνω: διακρίνω τὰς καθαρὰς ἡδονὰς καὶ τὰς ἀκαθάρτους
= διακρίνω τις αγνές από τις βρόμικες ηδονές.
3. αποφασίζω για κάτι, το κανονίζω: τοῦτο δὲ ‘'Άδης διακρινεῖ
= γι’ αυτό θα αποφασίσει ο Άδης (ως δικαστής).
:=> παράγ. διακριτός, διάκρισις.
ΝΕ διακρίνω (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. διά + κρίνω].
γλσΕλα'διακυβεύω: διακυβεύω::
* McsElln.ρήμα.διακυβεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακυβεύω,
* McsElln.διακυβεύω@γλσΕλα,
1. παίζω ζάρια με κάποιον άλλον.
2. μεταφορικά διακινδυνεύω, διακυβεύω κάτι, το παίζω στα ζάρια: διακυβεύω περὶ βασιλείας καὶ τοῦ σώματος
= διακινδυνεύω το βασίλειό μου και τη ζωή μου.
ΝΕ διακυβεύω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. διά + κυβεύω].
γλσΕλα'διακωλύω: διακωλύω::
* McsElln.ρήμα.διακωλύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διακωλύω,
* McsElln.διακωλύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κωλύω εμποδίζω: διακωλύω τινὰ ποιεῖν τι
= εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι. διακωλύω τὸν φό-
μγ05.σ80
νον
= εμποδίζω, αποτρέπω το φόνο.
= ἐμποδίζω.
[σύνθ. λ. διά + κωλύω].
γλσΕλα'διαλαμβάνω: διαλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.διαλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαλαμβάνω,
* McsElln.διαλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. παίρνω το μερίδιό μου, όταν έρθει η σειρά μου: διαλαμβάνουσιν ἕκαστοι τὰ ἄξια
= παίρνουν όλοι τους το μερίδιο που τους αξίζει.
2. χωρίζω, διαιρώ: διαλαμβάνω εἰς δύο πάντας
= τους χωρίζω όλους σε δύο μερίδες.
[σύνθ. λ. διά + λαμβάνω].
γλσΕλα'διαλέγω: διαλέγω::
* McsElln.ρήμα.διαλέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαλέγω,
* McsElln.διαλέγω@γλσΕλα,
1. ξεχωρίζω κάτι, το ξεδιαλέγω: τὸ πτύον διαλέγει τοὺς ἀθέρας
= το φτυάρι ξεδιαλέγει τα στάχυα.
= διακρίνω.
2. μέση φωνή διαλέγομαι
Παρατ. διελεγόμην
Μέλλ. διαλέξομαι & διαλεχθήσομαι
Αόρ. διελέχθην & διελέγην
Παρακ. διείλεγμαι
Υπερσ. διειλέγμην συνομιλώ: διαλέγομαί τινι/πρός τινα
= συζητώ με κάποιον.
:=> παράγ. του διαλέγομαι: διάλεξις, διάλεκτος, διάλογος.
ΝΕ διαλέγω (με τη σημ. 1) και διαλέγομαι (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. διά + λέγ-ω, συγγεν. του λατ. leg-o«διαλέγω» και κατόπιν «διαβάζω»].
γλσΕλα'διαλείπω: διαλείπω::
* McsElln.ρήμα.διαλείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαλείπω,
* McsElln.διαλείπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λείπω
1. αφήνω ένα ενδιάμεσο κενό: διαλείπω τὸ ὀλίγιστον
= αφήνω ένα ελάχιστο κενό.
2. αφήνω να περάσει ένα χρονικό διάστημα:ἐνιαυτὸν διαλείπω
= αφήνω διάλειμμα ενός χρόνου.
3. ως αμετάβατο απέχω τοπικά από κάτι: αἱ ὁλκάδες διέλειπον δύο πλέθρα ἀπ’ ἀλλήλων
= τα εμπορικά πλοία απείχαν μεταξύ τους δύο πλέθρα.
4. μετοχή διαλείπων που συμβαίνει με διαλείμματα, όχι συνεχώς: διαλείποντες πνέουσιν οἱ ἄνεμοι
= οι άνεμοι φυσούν κατά χρονικά διαστήματα.
:=> παράγ. διάλειμμα.
[σύνθ. λ. διά + λείπω].
γλσΕλα'διάλεκτος: διάλεκτος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.διάλεκτος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάλεκτος,
* McsElln.διάλεκτος@γλσΕλα,
1. συζήτηση, συνομιλία: ἡ διάλεκτος θεοῖς πρὸς ἀνθρώπους
= η συνομιλία θεών με ανθρώπους.
2. η γλώσσα, ο έναρθρος λόγος, και ειδικότερα η γλώσσα ενός τόπου: ἀττική διάλεκτος.
:=> παράγ. διαλεκτικός.
ΝΕ διάλεκτος «η γλώσσα ενός τόπου».
[παράγ. λ. διαλέγ-ομαι + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'διαλλάττω: διαλλάττω::
* McsElln.ρήμα.διαλλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαλλάττω,
* McsElln.διαλλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι διαλλάσσωΓια τους χρόνους βλπ. ἀλλάττω
1. ανταλλάσσω. 2. συμφιλιώνω (δηλ. ανταλλάσσω την έχθρα με τη φιλία).
[σύνθ. λ. διά + ἀλλάσσω].
γλσΕλα'διαλύω: διαλύω::
* McsElln.ρήμα.διαλύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαλύω,
* McsElln.διαλύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λύω
1. αποχωρίζω τα μέρη ενός συνόλου, απομακρύνω το ένα από το άλλο: διαλύω τὴν πανήγυριν
= διαλύω τη συγκέντρωση.
2. διαλύοντας κάτι, το καταστρέφω: διαλύω τὴν πολιτείαν
= ανατρέπω το πολίτευμα.
3. δίνω τέλος σε κάτι: διαλύω τὴν ἔχθραν/τὴν φιλίαν/τὸν πόλεμον. διαλύω τὰς διαβολάς
= αποδεικνύω ότι οι συκοφαντίες είναι ψεύτικες.
:=> παράγ. διάλυσις.
ΝΕ διαλύω (με τις σημ. 1, 2, 3).
[σύνθ. λ. διά + λύω].
γλσΕλα'διαμαρτάνω: διαμαρτάνω::
* McsElln.ρήμα.διαμαρτάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαμαρτάνω,
* McsElln.διαμαρτάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἁμαρτάνω
1. παραπλανώμαι, πέφτω έξω: διήμαρτε τῆς ὁδοῦ
= μπερδεύτηκε και έχασε το δρόμο.
2. αποτυγχάνω εντελώς, ολοκληρωτικά: διαμαρτάνω τῆς εἰρήνης
= δεν πετυχαίνω να συνάψω ειρήνη. καὶ τούτου διήμαρτον
= απέτυχαν και σε αυτό.
:=> παράγ. διαμαρτία.
[σύνθ. λ. διά + ἁμαρτάνω].
γλσΕλα'διαμαρτύρομαι: διαμαρτύρομαι::
* McsElln.ρήμα.διαμαρτύρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαμαρτύρομαι,
* McsElln.διαμαρτύρομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μαρτύρομαι
1. επικαλούμαι ως μάρτυρες θεούς ή ανθρώπους ότι είμαι αθώος.
=> γενικά διαβεβαιώνω επίσημα: διαμαρτύρομαι ὅτι σὺ οὐδὲν ἄλλο λέγεις
= διαβεβαιώνω ότι εσύ δε λες τίποτε άλλο.
ΝΕ διαμαρτύρομαι «εκφράζω τη δυσαρέσκειά μου».
[σύνθ. λ. διά + μαρτύρομαι].
γλσΕλα'διαμένω: διαμένω::
* McsElln.ρήμα.διαμένω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαμένω,
* McsElln.διαμένω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μένω επιμένω, μένω σταθερός σε κάτι: χαλεπὸν διαμένειν ἐν ταύτῃ τῇ ἕξει
= είναι δύσκολο να κρατηθεί κανείς σ’ αυτή τη συνήθεια (να παραμείνει δηλαδή ενάρετος).
:=> παράγ. διαμονή.
ΝΕ διαμένω «κατοικώ».
[σύνθ. λ. διά + μένω].
γλσΕλα'διαμερίζω: διαμερίζω::
* McsElln.ρήμα.διαμερίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαμερίζω,
* McsElln.διαμερίζω@γλσΕλα,
διαμοιράζω.
μγ05.σ81
=> μέση φωνή διαμερίζομαι μοιράζομαι κάτι με άλλους: διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ
= διαμοίρασαν (οι στρατιώτες) τα ενδύματά του (του Χριστού).
[σύνθ. λ. διά + μερίζω].
γλσΕλα'διανοέομαι: διανοέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.διανοέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διανοέομαι,
* McsElln.διανοέομαι@γλσΕλα,
Μέσ. μέλλ. διανοήσομαι
Μέσ. αόρ. διενοήθην
Μέσ. παρακ. διανενόημαι σπάνιος ο ενεργ. ενεστ. διανοέω -ῶ έχω στο νου να..., σκέπτομαι κάτι: τί διανοούμενος εἶπε;
= τι σκεπτόμενος το είπε αυτό;
ΝΕ διανοούμαι.
[σύνθ. λ. διά + νοέομαι].
γλσΕλα'διαρρήδην: διαρρήδην::
* McsElln.επίρρημα.διαρρήδην@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαρρήδην,
* McsElln.διαρρήδην@γλσΕλα,
ρητά, κατηγορηματικά.
ΝΕ διαρρήδην (λόγ.).
[σύνθ. λ. διά + ‘ρη-θῆναι (πβ. ‘ρῆ-σις) + παρ. επίθ. -δην (πβ. τροχά-δην)].
γλσΕλα'διατάττω: διατάττω::
* McsElln.ρήμα.διατάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διατάττω,
* McsElln.διατάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι διατάσσωΓια τους χρόνους βλπ. τάττω τακτοποιώ κάτι.
ΝΕ διατάσσω (λόγ. με την ίδια σημ., αλλά και δημοτ. «δίνω διαταγή, εντολή»).
[σύνθ. λ. διά + τάττω].
γλσΕλα'διατίθημι: διατίθημι::
* McsElln.ρήμα.διατίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διατίθημι,
* McsElln.διατίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. τακτοποιώ, ρυθμίζω: κράτιστα διέθεσαν τὰ τοῦ πολέμου
= τα πολεμικά πράγματα τα ρύθμισαν με άριστο τρόπο.
2. παθ. φωνή διατίθεμαι βρίσκομαι σε μια ορισμένη διάθεση: οὕτως πρός με διατίθεται
= τέτοια είναι η διάθεσή του απέναντί μου(βλπ. διάκειμαι).
ΝΕ διαθέτω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. διά + τίθημι].
γλσΕλα'διατριβή: διατριβή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.διατριβή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διατριβή,
* McsElln.διατριβή@γλσΕλα,
1. διασκέδαση: γέλωτα καὶ διατριβὴν παρέχω τινός
= δίνω αφορμή (στον κόσμο) να γελά και να διασκεδάζει για κάτι.
2. σοβαρή απασχόληση: διατριβὴν ποιοῦμαι περί τι
= ασχολούμαι με κάτι.
3. αργοπορία: διατριβὴν παρέχω
= προκαλώ αργοπορία.
ΝΕ διατριβή (με επέκτ. της σημ. 2 «πρωτότυπη επιστημονική εργασία»).
[παράγ. λ. διατρίβω + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'διατρίβω: διατρίβω::
* McsElln.ρήμα.διατρίβω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διατρίβω,
* McsElln.διατρίβω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρίβω
1. περνώ τον καιρό μου ασχολούμενος με κάτι: διατρίβω ἐν γυμνασίοις
= περνώ το χρόνο μου στα γυμναστήρια.
= διαγίγνομαι.
2. καθυστερώ, σπαταλώ το χρόνο μου: λέγε καὶ μὴ διάτριβε
= μίλα και μη χάνεις τον καιρό σου.
:=> παράγ. διατριβή.
ΝΕ (σύνθ.) ενδιατρίβω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. διά + τρίβω].
γλσΕλα'διαφέρω: διαφέρω::
* McsElln.ρήμα.διαφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαφέρω,
* McsElln.διαφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. διαβιβάζω κάτι, το περνώ απέναντι: διαφέρω ναῦς τὸν Ἰσθμόν
= περνώ τα πλοία μέσα από τον Ισθμό.
2. περνώ (το χρόνο), ζω: διαφέρω τὸν βίον
= περνώ τη ζωή μου.
3. αντέχω μέχρι τέλους: διαφέρω τὸν πόλεμον.
4. εξαπλώνω, διαδίδω: διαφέρω φήμην
= διαδίδω τη φήμη.
5. ως αμετάβατο είμαι διαφορετικός, διαφέρω:οὐδὲν διαφέρεις Χαιρεφῶντος
= δε διαφέρεις καθόλου από το Χαιρεφώντα.
=> ως απρόσωπο διαφέρει: σμικρὸν οἴει διαφέρειν;
= νομίζεις ότι η διαφορά είναι μικρή;
6. μέση φωνή διαφέρομαι έχω διαφορές με κάποιον: διαφέρομαί τινι περί τινος
= έχω διαφορές με κάποιον για κάποιο ζήτημα.
:=> παράγ. διαφέρον, διαφορά, διάφορος, διαφόρως.
ΝΕ διαφέρω (με τη σημ. 5).
[σύνθ. λ. διά + φέρω].
γλσΕλα'διαφθείρω: διαφθείρω::
* McsElln.ρήμα.διαφθείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαφθείρω,
* McsElln.διαφθείρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φθείρω
1. καταστρέφω εντελώς: διαφθείρω τὴν πόλιν.
=> καταστρέφω ηθικά, διαφθείρω: διαφθείρω τοὺς νέους.
2. παθ. φωνή διαφθείρομαι καταστρέφομαι,(και ειδικότερα), φονεύομαι: διαφθείρομαι ἐπὶ τοῖς ἱματίοις
= με σκοτώνουν για να μου πάρουν τα ρούχα.
3. μετοχή διεφθαρμένος αυτός που καταστράφηκε υλικά ή ηθικά.
:=> παράγ. διαφθορά, διεφθαρμένος.
ΝΕ διαφθείρω (με τη σημ. 1β και 3).
[σύνθ. λ. διά + φθείρω].
γλσΕλα'διαφθορά: διαφθορά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.διαφθορά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαφθορά,
* McsElln.διαφθορά@γλσΕλα,
το να διαφθείρω κάποιον ή κάτι, η υλική ή ηθική καταστροφή: ἡ διαφθορὰ τῆς πόλεως
= η καταστροφή της πόλης. ἡ διαφθορὰ τῶν νέων
= η ηθική καταστροφή των νέων, η διαφθορά. ἐπολέμουν μέχρι διαφθορᾶς (τῶν πολεμίων)
= πολεμούσαν (όχι μόνο για τη νίκη)αλλά για την εξόντωση των εχθρών.
ΝΕ διαφθορά (με την ηθική σημ.).
[σύνθ. λ. διά + *φθορ- (πβ. *φθέρ-jω > φθείρω) +παρ. επίθ. -ὰ ως παράγ. ουσ. του διαφθείρω].
γλσΕλα'διάφορος: διάφορος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.διάφορος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διάφορος,
* McsElln.διάφορος@γλσΕλα,
1. διαφορετικός.
μγ05.σ82
2. εξαιρετικός: διάφορος γλυκύτητι
= εξαιρετικός ως προς τη γλύκα. πάντων διάφορος
= ο καλύτερος απ’ όλους.
3. ως ουσιαστικό τὸ διάφορον
α. η διαφορά.
β. το συμφέρον.
4. εχθρικός: ἦν διάφορος Κλεομένει
= ήταν εχθρικός προς τον Κλεομένη (εχθρός του Κλεομένη).
ΝΕ διάφορος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. διαφέρω (με ετεροίωση *φερ- >*φορ-) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'διαφορά: διαφορά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.διαφορά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διαφορά,
* McsElln.διαφορά@γλσΕλα,
1. διαφορετικότητα, διαφορά.
=/ ὁμοιότης.
2. διαφορές, διαφωνίες: διαφοραὶ πρὸς τινα
= διαφωνίες με κάποιον.
3. υπεροχή.
ΝΕ διαφορά (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. διάφορος + παρ. επίθ. -ά (πβ. φορά, ἡ)].
γλσΕλα'διδασκαλία: διδασκαλία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.διδασκαλία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διδασκαλία,
* McsElln.διδασκαλία@γλσΕλα,
1. διδασκαλία.
2. η εκπαίδευση ομάδας χορευτών, για να λάβουν μέρος στην παράσταση αρχαίου δράματος ή στην εκτέλεση διθυράμβου.
ΝΕ διδασκαλία.
[παράγ. λ. διδάσκαλος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'διδάσκω: διδάσκω::
* McsElln.ρήμα.διδάσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διδάσκω,
* McsElln.διδάσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδίδασκον
Μέλλ. διδάξω
Αόρ. ἐδίδαξα
Παρακ. δεδίδαχα
Μέσ. μέλλ. διδάξομαι
Παθ. μέλλ. διδαχθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐδιδαξάμην
Παθ. αόρ. ἐδιδάχθην
Παθ. παρακ. δεδίδαγμαι
1. διδάσκω: πολλὰ διδάσκει με ὁ πολὺς βίος
= τα πολλά χρόνια της ζωής μου μου μαθαίνουν πολλά.
=> ειδικότερα για δραματικό ή διθυραμβικό ποιητή που δίδασκε στα μέλη του χορού το χορό τους και στους ηθοποιούς τους ρόλους τους.2.
α. μέση φωνή διδάσκομαι φροντίζω να διδαχθεί κάποιος: διδάσκομαι τὸν υἱόν
= στέλνω το γιο μου στο δάσκαλο.
β. παθ. φωνή διδάσκομαι μαθαίνω.
3. εξηγώ: πῶς δή; δίδαξον
= πώς ακριβώς; εξήγησέ μου.
:=> παράγ. δίδαγμα, διδάσκαλος, διδασκαλεῖον, δίδακτρα, σύνθ. ἀναδιδάσκω.
ΝΕ διδάσκω (με τη σημ. 1) και διδάσκομαι(με τη σημ. 2β).
[*δι-δάσ-κω, *dnos-].
γλσΕλα'δίδωμι: δίδωμι::
* McsElln.ρήμα.δίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίδωμι,
* McsElln.δίδωμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδίδουν
Μέλλ. δώσω
Αόρ. ἔδωκα
Παρακ. δέδωκα
Υπερσ. ἐδεδώκειν
Μέσ. & παθ.ενεστ.δίδομαι
Μέσ. & παθ.παρατ.ἐδιδόμην
Μέσ. μέλλ. δώσομαι
Παθ. μέλλ. δοθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἐδόμην «έδωσα»
Παθ. αόρ. β΄ ἐδόθην «δόθηκα»
Παθ. παρακ. δέδομαι
Παθ. υπερσ. ἐδεδόμην
1. δίνω: δίδωμι τινί τι
= δίνω σε κάποιον κάτι.
= παρέχω.
2. σε εκφράσεις δίδωμι λόγον τινί
= δίνω σε κάποιον το δικαίωμα να μιλήσει. δίκην δίδωμί τινι
= τιμωρούμαι από κάποιον. δίδωμι θυγατέρα ἀνδρί
= παντρεύω την κόρη μου.
:=> παράγ. δόσις, δῶρον, δότης, σύνθ. ἀναδίδωμι, διαδίδωμι, ἀποδίδομαι.
ΝΕ δίνω (με τη σημ. 1).
[*δω-, *δο-, δί-δω-μι, δό-σις].
γλσΕλα'διερωτάω: διερωτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.διερωτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διερωτάω,
* McsElln.διερωτάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐρωτάω -ῶ ρωτώ επίμονα: διηρώτων ἂν αὐτούς, ἵνα μανθάνοιμι παρ’ αὐτῶν...
= θα τους έκανα πολλές ερωτήσεις για να μάθω απ’ αυτούς...
:=> παράγ. διερωτητέον.
ΝΕ διερωτώμαι «ερωτώ τον εαυτό μου».
[σύνθ. λ. διά + ἐρωτάω-ῶ].
γλσΕλα'διήκω: διήκω::
* McsElln.ρήμα.διήκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διήκω,
* McsElln.διήκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἥκω φτάνω από το ένα μέρος στο άλλο.
[σύνθ. λ. διά + ἥκω].
γλσΕλα'διίστημι: διίστημι::
* McsElln.ρήμα.διίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διίστημι,
* McsElln.διίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. διαχωρίζω: διέστησεν αὐτοὺς εἰς πολλὰ μέρη.
2. η μέση φωνή έχει πάντοτε μεταβατική σημασία διίσταμαι διαχωρίζω: διίσταμαι τόν τε δικαιότατον καὶ τὸν ἀδικώτατον
= είμαι σε θέση να ξεχωρίσω αντιπαραθετικά τον πολύ δίκαιο από τον πολύ άδικο.
3. παθητ. μένω ξεχωριστά, φιλονικώ: κατὰ πόλεις διέσταμεν
= φιλονικούμε οι πόλεις μεταξύ μας.
[σύνθ. λ. διά + ἵστημι, βλπ. ἵστημι].
γλσΕλα'δικάζω: δικάζω::
* McsElln.ρήμα.δικάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δικάζω,
* McsElln.δικάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδίκαζον
Μέλλ. δικάσω
μγ05.σ83
Αόρ. ἐδίκασα
Παρακ. δεδίκακα
Μέσ. μέλλ. δικάσομαι
Παθ. μέλλ. δικασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐδικασάμην
Παθ. αόρ. ἐδικάσθην
Παθ. παρακ. δεδίκασμαι
Παθ. υπερσ. ἐδεδικάσμην
1. ενεργώ ως δικαστής, εκδίδω δικαστική απόφαση για κάτι: δικάζω ἐμπορικὰς δίκας
= βγάζω απόφαση για καταγγελίες σχετικές με εμπορικά αδικήματα.
=> φυγὴν δικάζω τινί
= επιδικάζω εξορία σε κάποιον, ορίζω ως ποινή την εξορία.
2. μέση φωνή δικάζομαι καταφεύγω στο δικαστήριο ως αντίδικος: ἐδικάζετο τούτῳ τῶν πληγῶν, ὧν ἔλαβε
= τον πήγε στο δικαστήριο για τα χτυπήματα που δέχτηκε.
3. παθ. φωνή δικάζομαι δικάζομαι ως κατηγορούμενος.
:=> παράγ. δικαστήριον, δικαστής, δικαστικός, δίκαιος, σύνθ. καταδικάζω, προδικάζω,ἐκδίκασις, διαδικασία.
ΝΕ δικάζω (με τη σημ. 1) και δικάζομαι (με τη σημ. 3).
[*δικάδ-jω > δικάζω (πβ. δίκ-η, δείκνυμι <*δεικ-)].
γλσΕλα'δίκαιος: δίκαιος, -αία, -αιον::
* McsElln.επίθετο.δίκαιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίκαιος,
* McsElln.δίκαιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός δικαιότερος
Υπερθετικός δικαιότατος
1. νόμιμος, δίκαιος.
= ἄδικος.
=> ως ουσιαστικό τό δίκαιον: τὸ ἐμὸν δίκαιον
= το δίκιο μου.
= ἄδικον.
2. αυτός που αρμόζει σε κάποια περίπτωση, ο σωστός: δικαίαν χάριν παρέχω
= δείχνω την πρέπουσα ευγνωμοσύνη.
3. δίκαιός εἰμι έχω δικαίωμα ή δίκιο, είναι δίκαιο εγώ να...: δίκαιός εἰμι κολάζειν
= έχω δικαίωμα να τιμωρώ. δίκαιός εἰμι ἀπιστεῖν
= έχω δίκιο να δυσπιστώ.
:=> παράγ. δικαίως, δικαιόω -ῶ, σύνθ. ἄδικος,ἀδικέω -ῶ.
ΝΕ δίκαιος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. δίκη (βλπ. δικάζω) + παρ. επίθ. -αιος].
γλσΕλα'δικαιόω: δικαιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δικαιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δικαιόω,
* McsElln.δικαιόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδικαίουν
Μέλλ. δικαιώσω & δικαιώσομαι
Αόρ. ἐδικαίωσα
Παθ. μέλλ. δικαιωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐδικαιώθην
Παθ. παρακ. δεδικαίωμαι
1. θεωρώ δίκαιο, αξιώνω κάτι, το απαιτώ (επειδή το θεωρώ δίκαιο): δικαιῶ μὴ ἀφαιρεθῆναι τοιαύτην πόλιν
= θεωρώ δίκαιο να μη χάσω μια τέτοια πόλη.
2. μέση φωνή δικαιοῦμαι καταδικάζω, τιμωρώ:κατ’ ἀξίαν ἑκάστου ἀδικήματος δικαιοῦμαι
= τιμωρώ ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε αδικήματος (για δικαστή).
3. παθ. φωνή δικαιοῦμαι
α. τιμωρούμαι: εἶδον αὐτὸν δικαιούμενον
= τον είδα να τιμωρείται.
β. κρίνομαι δίκαιος: οὐκ οἱ ἀκροαταί, ἀλλ’ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται
= θα αναγνωριστούν ως δίκαιοι όχι όσοι απλώς ακούουν το θείο νόμο, αλλά και όσοι τον εφαρμόζουν.
:=> παράγ. δικαίωσις, δικαίωμα, σύνθ. δικαιοδοτῶ, δικαιοδοσία, δικαιολογέομαι.
ΝΕ δικαιώνομαι (με τη σημ. 3β).
[παράγ. λ. δίκαιος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'δικανικός: δικανικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.δικανικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δικανικός,
* McsElln.δικανικός@γλσΕλα,
1. για πρόσωπα έμπειρος στις δίκες.
2. για πράγματα αυτός που έχει σχέση με τα δικαστήρια και τις δίκες: οἱ δικανικοὶ λόγοι τοῦ Ἰσοκράτους.
:=> παράγ. δικανική (τέχνη).
ΝΕ λόγ. δικανικός (με τη σημ. 2).
[*δικ-αν (< δίκη, πιθ. κατά το νεαν-ικός) +παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'δίκη: δίκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.δίκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίκη,
* McsElln.δίκη@γλσΕλα,
1. το δίκαιο, το ορθό.2.
α. η δίκη στο δικαστήριο.
= κρίσις.
β. ειδικότερα ιδιωτική καταγγελία ή δίκη, δηλ. καταγγελία ή δίκη που αφορά αδίκημα που στρέφεται ενάντια σε ιδιώτη.
=/ γραφή «καταγγελία ή δίκη που αφορά αδίκημα που στρέφεται κατά της πόλης».
3. το αποτέλεσμα μιας δίκης, η ποινή που επιβάλλει το δικαστήριο: δίκην δίδωμί τινι
= τιμωρούμαι από κάποιον. δίκην λαμβάνω παρά τινος
= τιμωρώ κάποιον: δεῖ ὑμᾶς παρὰ τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνειν
= πρέπει να τιμωρείτε όσους διαπράττουν αδικήματα.δίκην ὀφλισκάνω ὑπό τινος
= καταδικάζομαι σε ποινή από κάποιον.
4. θεία Δίκη προσωποποίηση της δικαιοσύνης που τιμωρεί: ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πανθ’ ὁρᾷ
= υπάρχει η θεία δικαιοσύνη που βλέπει τα πάντα (και τιμωρεί).
:=> παράγ. δίκαιος, σύνθ. ἄδικος.
ΝΕ δίκη (με τη σημ. 2α).
[*δικ- «κατεύθυνση» < *δεικ-, δείκνυμιι, ομόρρ. με αρχ. ινδ. dis- «κατεύθυνση»].
γλσΕλα'διό: διό::
* McsElln.σύνδεσμος.διό@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διό,
* McsElln.διό@γλσΕλα,
===
γι' αυτό
γλσΕλα'διομολογέω: διομολογέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.διομολογέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διομολογέω,
* McsElln.διομολογέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁμολογέω -ῶ
1. κάνω συμφωνία.
μγ05.σ84
2. παθ. φωνή διομολογοῦμαι συμφωνούμαι:τοῦτό ἐστι διωμολογημένον ἐμοί τε καὶ σοί
= αυτό έχει συμφωνηθεί ανάμεσα σε μένα και σε σένα.
3. μέση φωνή διομολογοῦμαι συμφωνώ αμοιβαία, δίνω και παίρνω υπόσχεση: διομολογησάμενος πρὸς τὸν πατέρα...
= αφού συμφώνησε με τον πατέρα του...
:=> παράγ. διομολόγησις.
[σύνθ. λ. διά + ὁμολογέω].
γλσΕλα'Διονύσια: Διονύσια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Διονύσια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Διονύσια,
* McsElln.Διονύσια@γλσΕλα,
κύριο όνομα γιορτή προς τιμήν του θεού Διονύσου (Βάκχου) στην Αθήνα: τὰ κατ’ ἀγροὺςΔιονύσια ή τὰ Μικρὰ Διονύσια (τα γιόρταζαν στην εξοχή). τὰ κατ’ ἄστυ ή ἐν ἄστει Διονύσια(τα γιόρταζαν στην πόλη).
[επίθετο Διονύσιος με ουσιαστικοποίηση του ουδ. πληθ. (ενν. ἑορτάσματα) < θρακ. Διόνυσος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'διορίζω: διορίζω::
* McsElln.ρήμα.διορίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διορίζω,
* McsElln.διορίζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁρίζω
1. χωρίζω, διαιρώ: διορίζω δίχα
= χωρίζω στα δύο.
2. καθορίζω, ορίζω: διορίζω περί τινος τί ἐστιν
= καθορίζω τι είναι κάτι.
3. μεταφέρω κάποιον έξω από τα σύνορα της χώρας, τον εξορίζω: διορίζω τι ἔξω τῶν ὅρων
= μεταφέρω κάτι έξω από τα σύνορα.
ΝΕ διορίζω (με επέκτ. της σημ. 2 «τοποθετώ κάποιον σε δημόσια επαγγελματική θέση»).
[σύνθ. λ. διά + ὁρίζω].
γλσΕλα'Διόσκουροι: Διόσκουροι, -κούρων::
* McsElln.ουσιαστικό.Διόσκουροι-οἱ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Διόσκουροι,
* McsElln.Διόσκουροι@γλσΕλα,
κύριο όνομα τα δίδυμα αδέλφια Κάστωρ καιΠολυδεύκης, γιοι του Δία και της Λήδας και αδέλφια της Κλυταιμήστρας και Ελένης.
[σύνθ. λ. Διός + κοῦρος < *κόρFος].
γλσΕλα'δίς: δὶς::
* McsElln.επίρρημα.δίς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίς,
* McsElln.δίς@γλσΕλα,
δύο φορές.
=/ ἅπαξ «μια φορά».
=> παροιμία δὶς παῖδες οἱ γέροντες
= οι γέροι είναι δύο φορές παιδιά. δειπνῶ δὶς τῆς ἡμέρας
= τρώγω δύο φορές την ημέρα.
ΝΕ δις.
[*δFις, πβ. αρχ. ινδ. dvih, λατ. bis].
γλσΕλα'δίφρος: δίφρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δίφρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίφρος,
* McsElln.δίφρος@γλσΕλα,
1. πολεμικό άρμα ή άμαξα που μπορούσε να χωρέσει μόνο δύο άτομα, τον ἡνίοχον και τον παραιβάτην, δηλαδή τον πολεμιστή.
2. σκαμνί: καθῆστο ἐπὶ προσκεφαλαίου τε καὶ δίφρου
= καθόταν σ’ ένα σκαμνί με μαξιλάρι.
:=> παράγ. διφρεύω, σύνθ. διφρηλάτης.
[σύνθ. λ. *δι-, *δίς + *φρ- από το *φερ- «φέρω»].
γλσΕλα'δίxα: δίχα & διχῇ::
* McsElln.επίρρημα.δίxα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δίxα,
* McsElln.δίxα@γλσΕλα,
1. στα δυο, σε δύο μέρη, κομμάτια κτλ.: δίχα τὸ στράτευμα ποιῶ
= χωρίζω το στράτευμα στα δυο.
2. διχῇ με δύο τρόπους: διχῇ βοηθητέον
= πρέπει να βοηθήσουμε με δύο τρόπους.
:=> παράγ. διχάζω, διχῶς, σύνθ. διχογνωμέω.
ΝΕ πβ. δίχως «χωρίς» (< σύμφυρση των δίχα και διχῶς).
[ομόρρ. με δίς, *διχ-, από όπου *διχ-jός > δισσός].
γλσΕλα'διψώ: διψῶ::
* McsElln.ρήμα.διψώ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διψώ,
* McsElln.διψώ@γλσΕλα,
ομηρικό και μεταγεν. διψά-ω, αττικό διψή-ω
Παρατ. ἐδίψων
Μέλλ. διψήσω
Αόρ. ἐδίψησα
Παρακ. δεδίψηκα έχω δίψα, υποφέρω από δίψα.
ΝΕ διψώ.
[άγν. ετυμ. μαζί με τα ἡ δίψα, τὸ δίψος «δίψα», διψαλέος].
γλσΕλα'διώκω: διώκω::
* McsElln.ρήμα.διώκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'διώκω,
* McsElln.διώκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδίωκον
Μέλλ. διώξω
Αόρ. ἐδίωξα
Παρακ. δεδίωχα
Παθ. μέλλ. διωχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐδιώχθην
Παθ. παρακ. δεδίωγμαι
1. καταδιώκω κάποιον για να τον συλλάβω, τον κυνηγώ.
2. προσπαθώ να πετύχω κάτι, επιδιώκω: διώκω τιμάς.
3. ως δικανικός όρος, συχνά με γεν. που δηλώνει την ποινή ή την αιτία (το αδίκημα) καταγγέλλω κάποιον ενώπιον του δικαστηρίου: διώκω τινὰ θανάτου
= για κατηγορία που τιμωρείται με θάνατο. διώκω φόνου
= με την κατηγορία για φόνο.
4. ὁ διώκων ο κατήγορος: κοινοὶ τῷ τε διώκοντι καὶ τῷ φεύγοντι
= αμερόληπτοι απέναντι στον κατήγορο και τον κατηγορούμενο.
=/ ὁ φεύγων «ο κατηγορούμενος».
:=> παράγ. δίωξις, διώκτης, σύνθ. καταδιώκω,ἐπιδιώκω, καταδίωξις, ἐκδίωξις.
ΝΕ διώχνω «εκδιώκω, απομακρύνω» και διώκω (λόγ., με τη σημ. 3).
[δίω «εξαναγκάζω σε φυγή» + ρηματ. ένθ. -κπου ενισχύει τη δράση (*δι-, *δj_α-)].
γλσΕλα'Διώνη: Διώνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.Διώνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Διώνη,
* McsElln.Διώνη@γλσΕλα,
κύριο όνομα η μητέρα της Αφροδίτης.
[Δι-ώνη, πβ. Ζεύς, Διός].
γλσΕλα'δόγμα: δόγμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.δόγμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόγμα,
* McsElln.δόγμα@γλσΕλα,
1. γνώμη, πεποίθηση: ἔστι ἡμῖν δόγματα ἐκ παίδων περὶ δικαίων
= έχουμε από την παι-
μγ05.σ85
δική μας ηλικία κάποιες πεποιθήσεις για τη δικαιοσύνη.
2. ψήφισμα, απόφαση: τὰ τῶν Ἀμφικτυόνων δόγματα
= οι αποφάσεις των Αμφικτυόνων.
:=> παράγ. δογματικός, δογματίζω, σύνθ. δογματοποιέω, δογματολογία.
ΝΕ δόγμα στη φράση τα δόγματα της Εκκλησίας (με σημ. παραπλήσια προς την 1).
[παράγ. λ. *δογ- (πβ. δοκέω -ῶ) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'δοκέω: δοκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δοκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δοκέω,
* McsElln.δοκέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδόκουν
Μέλλ. δόξω
Αόρ. ἔδοξα & ως απρόσωποΕνεστ. δοκεῖ
Παρατ. ἐδόκει
Μέλλ. δόξει
Αόρ. ἔδοξε
Παρακ. δέδοκται & δεδογμένον ἐστί
Υπερσ. ἐδέδοκτο
1. νομίζω, υποθέτω, φαντάζομαι: ἔδοξα ἀκοῦσαι ὄνομα αὐτῷ εἶναι Ἀγάθωνα
= νομίζω πως άκουσα ότι το όνομά του ήταν Αγάθων.
2. δοκῶ μοι
α. νομίζω.
β. είμαι αποφασισμένος να...
3. φαίνομαι, θεωρούμαι, δίνω την εντύπωση:δοκεῖ ἐπαίνου ἄξιος εἶναι
= θεωρείται ότι είναι άξιος επαίνου.
4. ως απρόσωπο δοκεῖ φαίνεται καλό, αποφασίζεται: ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ...
= αποφασίστηκε από τη βουλή και την εκκλησία του δήμου. ἐδόκει αὐτοῖς ὑπουργεῖν τοῖς Συρακουσίοις
= αποφάσισαν να βοηθούν τουςΣυρακουσίους.
:=> παράγ. δόγμα, δόκησις, δόκιμος, δόξα, σύνθ. ἔνδοξος, παράδοξος, προσδοκία, εὐδόκιμος.
[δοκ-έω < *δεκ-, δέχομαι, δέκομαι].
γλσΕλα'δόκησις: δόκησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.δόκησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόκησις,
* McsElln.δόκησις@γλσΕλα,
1. γνώμη, εντύπωση: ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας μόλις βεβαιοῦται
= η εντύπωση ότι ο ομιλητής λέει την αλήθεια με δυσκολία εμπεδώνεται.
2. η καλή φήμη: καταλείπω δόκησιν ἰσχύος καὶ συνέσεως
= αφήνω την καλή φήμη του ισχυρού και του συνετού.
:=> σύνθ. δοκησίσοφος «που έχει την εντύπωση, την ψευδαίσθηση, ότι είναι σοφός», δοκησισοφία.
[παράγ. λ. δοκέω -ῶ + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'δοκιμάζω: δοκιμάζω::
* McsElln.ρήμα.δοκιμάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δοκιμάζω,
* McsElln.δοκιμάζω@γλσΕλα,
1. υποβάλλω κάτι σε δοκιμασία, για να το ελέγξω: δοκιμάζω τὸν χρυσόν (για να δω τη γνησιότητά του). δοκιμάζω τοὺς μηνυτάς (ως προς την αξιοπιστία τους).
2. επιδοκιμάζω, εγκρίνω: νόμοι δοκιμασθέντες
= νόμοι που εγκρίθηκαν.
3. ως πολιτικός όρος εξετάζω την καταλληλότητα ενός πολίτη να αναλάβει ένα αξίωμα:δοκιμασθεὶς ἀρχέτω
= αφού κριθεί κατάλληλος, ας αναλάβει την εξουσία.
:=> παράγ. δοκιμασία.
ΝΕ δοκιμάζω (σημ. 1).
[παράγ. λ. δόκιμος + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'δοκιμασία: δοκιμασία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.δοκιμασία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δοκιμασία,
* McsElln.δοκιμασία@γλσΕλα,
εξέταση, δοκιμασία για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα κάποιου προσώπου ή πράγματος: ἡ δοκιμασία τῶν στρατηγῶν.
ΝΕ δοκιμασία.
[παράγ. λ. δοκιμάζω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'δόκιμος: δόκιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.δόκιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόκιμος,
* McsElln.δόκιμος@γλσΕλα,
πρόσωπο ή πράγμα που δοκιμάστηκε και κρίθηκε εξαιρετικό, διακεκριμένος: δοκιμώτατος ἐν Ἑλλάδι
= πολύ τιμημένος στην Ελλάδα.
ΝΕ δόκιμος (λχ. δόκιμο ύφος).
[παράγ. λ. δοκέω + παρ. επίθ. -ιμος].
γλσΕλα'δολιxοδρόμος: δολιχοδρόμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δολιxοδρόμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δολιxοδρόμος,
* McsElln.δολιxοδρόμος@γλσΕλα,
αθλητής του βλπ. δολίχου.
[σύνθ. λ. δόλιχος + *δρομ- (< δραμεῖν, πβ.δρόμος) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'δόλιxος: δόλιχος, -ίχου::
* McsElln.ουσιαστικό.δόλιxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόλιxος,
* McsElln.δόλιxος@γλσΕλα,
η μεγάλη διαδρομή σε αγώνα δρόμου: δόλιχον θέω
= τρέχω το δόλιχο.
:=> σύνθ. δολιχοδρόμος.
[από το επίθ. δολιχός «μακρύς» με ανέβασμα του τόνου δολιχός < *δελεχός (πβ. ἐνδελεχής), πβ. λατ. longus].
γλσΕλα'δόλος: δόλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δόλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόλος,
* McsElln.δόλος@γλσΕλα,
1. δόλωμα για τα ψάρια.
2. τέχνασμα, πανουργία: οὐ κατ’ ἰσχύν... δόλῳ δὲ ἐκράτει
= δεν υπερίσχυσε με τη δύναμή του, αλλά με τέχνασμα.
= ἀπάτη.
:=> παράγ. δόλιος, δολιεύομαι, σύνθ. δολοπλόκος, δολοφόνος.
ΝΕ δόλος (με τη σημ. 2).
[*δόλ-ος, συγγεν. του δέλ-εαρ, λατ. dolus].
γλσΕλα'δόξα: δόξα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.δόξα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόξα,
* McsElln.δόξα@γλσΕλα,
1. δοξασία, γνώμη, ιδέα σε αντιδιαστολή, συνήθως, προς τη γνῶσιν και την ἐπιστήμην: κατά γε τὴν ἐμὴν δόξαν
= σύμφωνα με τη δική μου γνώμη. δόξαι ἀληθεῖς καὶ ψευδεῖς.
2. εικασία, υπόθεση: δόξῃ χρῶμαι
= μιλώ υποθετικά.
3. η γνώμη που έχουν οι άλλοι για κάποιον:ἀνθρώπων δόξαν ἔχει καλήν
= έχουν καλή γνώμη γι’ αυτόν. δόξαν κακὴν ἔλαβον
= σχημάτισαν γι’ αυτούς κακή γνώμη.
μγ05.σ86
=> η καλή γνώμη, η υπόληψη: δόξαν εἶχον ἄμαχοι εἶναι
= είχαν τη φήμη των ακαταμάχητων.
:=> παράγ. δοξάζω, δοξασία, σύνθ. ἄδοξος, ἀδοξία, παράδοξος, φιλόδοξος, ἐπίδοξος «πιθανός».
ΝΕ δόξα (με τη σημ 3β).
[*δοκ- (δοκ-έω) + -σ-α].
γλσΕλα'δοξάζω: δοξάζω::
* McsElln.ρήμα.δοξάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δοξάζω,
* McsElln.δοξάζω@γλσΕλα,
1. νομίζω, υποθέτω, πιστεύω: πῶς ταῦτα ἀληθῆ δοξάσω;
= πώς να υποθέσω ότι αυτά είναι αληθινά;
=> δοξάζω δόξαν
= έχω γνώμη.
2. εγκωμιάζω κάποιον, τον δοξάζω: δεδοξασμένος ἐπ’ ἀρετῇ
= δοξασμένος για τη γενναιότητά του.
ΝΕ δοξάζω (με τη σημ. 2).
[*δοξάδ-jω < δόξα].
γλσΕλα'δόρυ: δόρυ, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.δόρυ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δόρυ,
* McsElln.δόρυ@γλσΕλα,
πολεμικό όργανο, το δόρυ.
=> ἐπὶ δόρυ
= προς τα δεξιά (γιατί με το δεξί χέρι κρατούσαν το ακόντιο).
=/ ἐπ’ ἀσπίδα«προς τα αριστερά».
:=> σύνθ. δορυφόρος, δοριάλωτος.
ΝΕ δόρυ.
[*δορF-, συγγεν. του δένδρον, ομόρρ. με αρχ.ινδ. d'aru, χετιτ. taru- «ξύλο»].
γλσΕλα'δορυφόρος: δορυφόρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.δορυφόρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δορυφόρος,
* McsElln.δορυφόρος@γλσΕλα,
1. αυτός που κρατά το δόρυ.
2. ως ουσιαστικό ακοντιστής, κυρίως ως σωματοφύλακας βασιλέων ή τυράννων.
ΝΕ δορυφόρος «για κράτος που εξαρτάται από άλλο ισχυρότερο».
[σύνθ. λ. δόρυ + φέρω].
γλσΕλα'δουλεία: δουλεία, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.δουλεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δουλεία,
* McsElln.δουλεία@γλσΕλα,
1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο δούλος: δουλείας ζυγά
= ο ζυγός της δουλείας.
2. περιληπτικά οι δούλοι: ἢν ἡ δουλεία ἐπανιστῆται
= αν επαναστατήσουν οι δούλοι.
ΝΕ δουλεία (με τη σημ. 1) και δουλειά «εργασία», επειδή η εργασία ήταν το κυριότερο πράγμα που έκανε ο δούλος.
[παράγ. λ. δουλεύω + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'δουλεύω: δουλεύω::
* McsElln.ρήμα.δουλεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δουλεύω,
* McsElln.δουλεύω@γλσΕλα,
είμαι δούλος.
ΝΕ δουλεύω «εργάζομαι», βλπ. δουλεία.
[παράγ. λ. δοῦλος + παρ. επίθ. -εύω].
===
_stxElla: δουλεύω τινί. == είμαι δούλος κάποιου.
γλσΕλα'δούλος: δοῦλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δούλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δούλος,
* McsElln.δούλος@γλσΕλα,
1. αυτός που γεννήθηκε από γονείς σκλάβους(σε αντιδιαστολή προς το ἀνδράποδον, που έγινε δούλος κατόπιν αιχμαλωσίας).
2. ως επίθ. δοῦλος, -η, -ον δουλικός.
:=> παράγ. δουλικός, δούλειος «δουλικός», δουλεύω, δουλόω -ῶ, σύνθ. δουλοπρεπής, δουλοκρατέομαι -οῦμαι.
ΝΕ δούλος (με σημ. 1).
[πιθ. ξένη λέξη, μυκην. δόελος (ασυναίρ.)].
γλσΕλα'δουλόω: δουλόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δουλόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δουλόω,
* McsElln.δουλόω@γλσΕλα,
1. υποδουλώνω: δουλοῖς καὶ σὲ καὶ πᾶσαν πόλιν
= υποδουλώνεις και εσένα και όλη την πόλη.
=/ ἐλευθερόω -ῶ.
2. μέση φωνή δουλοῦμαι κάνω κάποιον δούλο μου: οἵ γε ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ἧκον δουλωσόμενοι
= αυτοί ήρθαν στη χώρα μας για να μας υποδουλώσουν.
ΝΕ δουλώνω, λ.χ. το φρόνημα ενός λαού (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. δοῦλ-ος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'δράμα: δρᾶμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.δράμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δράμα,
* McsElln.δράμα@γλσΕλα,
1. έργο, υπηρεσία, καθήκον: τὸ δρᾶμα τῶν μαιῶν
= τα καθήκοντα των μαιών.
2. έργο που παριστάνεται στη σκηνή, θεατρικό έργο, δράμα (τραγωδία, κωμωδία, σατυρικό δράμα): τὰ δράματα μιμοῦνται δρῶντας
= τα δράματα παριστάνουν πρόσωπα δρώντα.διδάσκω δρᾶμα
= προετοιμάζω και παριστάνω δραματικό έργο.
ΝΕ δράμα (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. δράω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'δράττομαι: δράττομαι::
* McsElln.ρήμα.δράττομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δράττομαι,
* McsElln.δράττομαι@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι δράσσομαι
Παρατ. ἐδραττόμην
Μέλλ. δράξομαι
Αόρ. ἐδραξάμην
Παρακ. δέδραγμαι με γεν. πράγματος αρπάζω με το χέρι, παίρνω μια χούφτα από κάτι: δράττομαι τῶν ἁλῶν
= παίρνω μια χούφτα αλάτι.
=> μεταφορικά δράττομαι τῆς ἐλπίδος
= αρπάζω την ελπίδα.
:=> παράγ. δράξ «ό,τι μπορεί να χωρέσει η χούφτα, η δράκα», δραχμή.
ΝΕ (μόνο στη λόγια φράση) δράττομαι της ευκαιρίας «αρπάζω» (από τη σημ. 1).
[*δερχ-, *δραχ- + παρ. επίθ. -j-ομαι].
γλσΕλα'δραxμή: δραχμή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.δραxμή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δραxμή,
* McsElln.δραxμή@γλσΕλα,
αττικό νόμισμα που ισοδυναμούσε με έξι οβολούς (1 δραχμή
= 6 ὀβολοί. 100 δραχμαί
= 1μνᾶ. 60 μναῖ
= 1 τάλαντον).
ΝΕ δραχμή.
[*δερχ-, *δραχ- (δράττομαι ) + παρ. επίθ. -μή].
γλσΕλα'δράω: δράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δράω,
* McsElln.δράω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔδρων
Μέλλ. δράσω
Αόρ. ἔδρασα
Παρακ. δέδρακα
Παθ. αόρ. ἐδράσθην
Παθ. παρακ. δέδραμαι
κάνω κάτι: καλῶς τι δρῶ == κάνω κάτι καλά.
= ποιέω -ῶ, ἐργάζομαι, ἐνεργέω -ῶ, πράττω.
μγ05.σ87
=> γνωμικό δίκαια δράσας συμμάχους ἕξεις θεούς
= αν οι πράξεις σου είναι δίκαιες, θα έχεις συμμάχους τους θεούς.
:=> παράγ. δρᾶμα, δρᾶσις, δράστης.
ΝΕ δρω (με παρόμοια σημ. «αναπτύσσω δράση»).
[*δρ_α-, πβ. λιθ. dara-u «κάνω»].
===
_stxElla: Εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὐκ εἰσὶν θεοί. == Αν οι θεοί κάνουν κάτι κακό, δεν υπάρχουν θεοί. [Ε.Απόσπ.292]
γλσΕλα'δρέπω: δρέπω::
* McsElln.ρήμα.δρέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δρέπω,
* McsElln.δρέπω@γλσΕλα,
1. κόβω (καρπούς, άνθη κτλ.).
2. μέση φωνή δρέπομαι κόβω για τον εαυτό μου, δρέπω, συλλέγω: ἀπὸ κρηνῶν μελιρρύτων δρέπομαι μέλη
= δρέπω τραγούδια από μελίρρυτους κρουνούς.
:=> παράγ. δρεπάνη, δρέπανον, σύνθ. δρεπανοειδής, δρεπανηφόρος.
ΝΕ δρέπω (με σημ. 2).
[*δρε-π-, δρεπάνη, πιθ. συγγεν. με δέρω«γδέρνω»].
γλσΕλα'δριμύς: δριμύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.δριμύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δριμύς,
* McsElln.δριμύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός δριμύτερος
Υπερθετικός δριμύτατος
1. καυστικός, ερεθιστικός (ιδίως για τα μάτια, λ.χ. ο καπνός, και τη γεύση).
2. μεταφορικά για άνθρωπο οξύς, έξυπνος, πανούργος: δριμὺς ἐν τῷ ἀποκρίνεσθαι
= έξυπνος στις απαντήσεις.
:=> παράγ. δριμύτης «καυστικότητα, εξυπνάδα», δριμύλος.
ΝΕ δριμύς «οξύς» (από τη σημ. 2, λ.χ. δριμεία επίθεση).
[*δρι-, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'δρόμος: δρόμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δρόμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δρόμος,
* McsElln.δρόμος@γλσΕλα,
1. τρέξιμο: ως επίρρημα δρόμῳ
= τρέχοντας. ως προσδιορισμός τόπου ἡμέρας δρόμος
= η απόσταση που διανύει κάποιος τρέχοντας σε μία ημέρα, περίπου 1.300 στάδια.
2. αγώνας δρόμου (δηλ. διαγωνισμός στο τρέξιμο): σε παροιμιακές εκφράσεις όπως περὶ τοῦ παντὸς δρόμον θέοντες
= αγωνιζόμενοι για να κερδίσουν ή να χάσουν τα πάντα. περὶ ψυχῆς ὁ δρόμος
= ο αγώνας είναι για τη σωτηρία της ζωής.
3. τόπος όπου έτρεχαν οι νέοι και, γενικότερα, δημόσιος περίπατος: ἐν εὐσκίοις δρόμοις
= στους περιπάτους κάτω από τη σκιά.
4. έκφραση ἔξω/ἐκτὸς δρόμου φέρομαι
= ξεφεύγω από το θέμα της συζήτησης.
:=> παράγ. δρομικός, δρομαῖος «που κινείται τρέχοντας», δρόμῳ, ὁ/ἡ δρομὰς «που τρέχει».
ΝΕ δρόμος «οδός» (και με τη σημ. 1 στη φρ.αγώνας δρόμου). Στα αρχαία το δρόμο τον έλεγαν ἡ ὁδός.
[*δρομ-, *δρεμ-, ἔ-δραμ-ον].
γλσΕλα'Δρυάς: Δρυάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.Δρυάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Δρυάς,
* McsElln.Δρυάς@γλσΕλα,
κύριο όνομα δευτερεύουσα θεότητα που κατοικούσε σε δάση (με δρυς), νύμφη των δασών.
ΝΕ Δρυάδα.
[παράγ. λ. δρῦς (*δρυ- από *δερεF-) + -άς].
γλσΕλα'δρυμός: δρυμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.δρυμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δρυμός,
* McsElln.δρυμός@γλσΕλα,
δάσος με δρυς, και γενικότερα δάσος.
ΝΕ εθνικός δρυμός «δασώδης έκταση υπό την προστασία νομοθεσίας».
[παράγ. λ. δρῦς (*δρυ- από *δερεF-) + παρ. επίθ. -μός].
γλσΕλα'δρύς: δρῦς, δρυός::
* McsElln.ουσιαστικό.δρύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δρύς,
* McsElln.δρύς@γλσΕλα,
βελανιδιά.
=> παροιμία δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται
= από μια πεσμένη βελανιδιά κόβει ξύλα όποιος θέλει (δηλαδή, όταν κάποιος χάσει τη δύναμή του, τότε όλοι τον εκμεταλλεύονται).
:=> παράγ. δρυάς, δρύϊνος, δρυμός, σύνθ. δρυοκολάπτης.
ΝΕ δρυς.
[*δρυ- από *δερεF-, πβ. δόρυ].
γλσΕλα'δύναμαι: δύναμαι::
* McsElln.ρήμα.δύναμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δύναμαι,
* McsElln.δύναμαι@γλσΕλα,
αποθετικό ρήμα
Παρατ. ἐδυνάμην & ἠδυνάμην
Μέλλ. δυνήσομαι & δυνηθήσομαι
Αόρ. ἐδυνήθην & ἠδυνήθην
Παρακ. δεδύνημαι
1. είμαι ικανός να κάνω κάτι, μπορώ: οὐ δύναμαι μὴ γελᾶν
= δεν μπορώ να μη γελάσω.οἱ δυνάμενοι
= όσοι έχουν δύναμη, εξουσία.
2. συνήθως με άρνηση ανέχομαι να κάνω κάτι: οὐκέτι ἐδύνατο ἐν τῷ καθεστῶτι τρόπῳ βιοτεύειν
= δεν ανεχόταν πια να ζει με αυτό τον τρόπο.
3. ισοδυναμώ: ὁ σίγλος δύναται δύο ὀβολούς
= ο σίγλος ισοδυναμεί με δύο οβολούς. τοὺς λόγους ὡς ἔργα δυναμένους κρίνω
= κρίνω τα λόγια σαν να έχουν την ίδια αξία με τις πράξεις.
:=> παράγ. δύναμις, δυνάστης, δυνατός, σύνθ.ἀδύναμος, ἀδυναμέω -ῶ, ἀδυναμία.
ΝΕ λόγ. δύναμαι.
[δύν-α-μαι, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'δύναμις: δύναμις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.δύναμις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δύναμις,
* McsElln.δύναμις@γλσΕλα,
1. σωματική δύναμη και με επέκταση, η ικανότητα να πράξει κάποιος κάτι: εἴ μοι δύναμις παρείη
= αν είχα τη δύναμη.
=> σε εκφράσεις κατὰ δύναμιν
= όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. παρὰ/ὑπὲρ δύναμιν
= πέρα/πάνω από τις δυνάμεις μου.
2. πολιτική δύναμη, εξουσία, επιρροή.
3. πολεμικές δυνάμεις, στράτευμα: πεζὴ καὶ ναυτικὴ δύναμις
= δυνάμεις πεζικού και ναυτικού.
4. ποσοτική ή ποιοτική αξία, ικανότητα: τετρακοσίων ταλάντων ἀργυρίου δύναμις
= χρηματική αξία τετρακοσίων ταλάντων. ἡ δύναμις τῆς ὄψεως
= η ικανότητα (οξύτητα)
μγ05.σ88
της όρασης. ἡ δύναμις τῆς λέξεως
= η σημασία της λέξης.
ΝΕ δύναμη (με όλες τις σημ.).
[δύν-α-μις, βλπ. δύναμαι].
γλσΕλα'δυναστεία: δυναστεία, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.δυναστεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυναστεία,
* McsElln.δυναστεία@γλσΕλα,
1. κυριαρχία, εξουσία: δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν.
2. κλειστή ολιγαρχία: δυναστεί'α μᾶλλον ἢ ἰσονομί'α ἐχρῶντο οἱ Θεσσαλοί
= οι Θεσσαλοί διοικούσαν μάλλον με ολιγαρχία παρά με ισονομία.
ΝΕ δυναστεία (με παρόμoια σημ. προς τη σημ.2 «διαδοχική σειρά κληρονομικών αρχόντων»).
[παράγ. λ. δυναστεύω (παράγ. δυνάστης +παρ. επίθ. -εύω) + παρ. επίθ. -(ε)ία].
γλσΕλα'δυνάστης: δυνάστης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.δυνάστης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυνάστης,
* McsElln.δυνάστης@γλσΕλα,
άρχοντας, κυβερνήτης.
ΝΕ δυνάστης (με εξειδίκευση της σημ. «απόλυτος και τυραννικός άρχοντας»).
[*δυνά- + -σ- (πβ. δυνασ-θῆναι) + παρ. επίθ.-της].
γλσΕλα'δυνατός: δυνατός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.δυνατός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυνατός,
* McsElln.δυνατός@γλσΕλα,
Συγκριτικός δυνατώτερος
Υπερθετικός δυνατώτατος
1. αυτός που έχει σωματική ή ψυχική δύναμη, δυνατός: δυνατοὶ καὶ τοῖς σώμασι καὶ ταῖς ψυχαῖς.
= ἰσχυρός.
2. ικανός: δυνατὸς λέγειν
= ο ικανός στο λόγο, ο εύγλωττος.
3. αυτός που έχει δύναμη εξουσίας ή επιρροής.
=> ως ουσιαστικό οἱ δυνατοὶ οι ισχυροί, αυτοί που έχουν εξουσία.
4. για πράγματα κατορθωτός.
=> έκφραση κατὰ τὸ δυνατόν
= όσο είναι δυνατό (να γίνει).
:=> παράγ. δυνατῶς, δυνατέω -ῶ.
ΝΕ δυνατός (με τις σημ. 1, 4).
[δυνα- (< δύνα-μαι) + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'δυσ: δυσ-::
* McsElln.μόριο.δυσ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσ,
* McsElln.δυσ@γλσΕλα,
αχώριστο μόριο που χρησιμοποιείται ως α΄ συνθετικό λέξεων που σημαίνουν κάτι δύσκολο ή δυσάρεστο, π.χ. δυσεύρευτος
= αυτός που βρίσκεται δύσκολα. δυστυχής
= αυτός που έχει κακή τύχη.
ΝΕ δυσ-.
[δυσ-, ομόρρ. με αρχ. περσ. du^s-, π.χ. du^smanah-«δυσμενής»].
γλσΕλα'δυσειδής: δυσειδής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.δυσειδής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσειδής,
* McsElln.δυσειδής@γλσΕλα,
άσχημος.
ΝΕ λόγ. δυσειδής.
[σύνθ. λ. δυσ- + εἶδος «μορφή, εμφάνιση»].
γλσΕλα'δυσκολαίνω: δυσκολαίνω::
* McsElln.ρήμα.δυσκολαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσκολαίνω,
* McsElln.δυσκολαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδυσκόλαινον
Μέλλ. δυσκολανῶ είμαι δύστροπος ή δυσαρεστημένος.
[*δύσκολ-ος, *δυσκολ-αν-jω > δυσκολαίνω].
γλσΕλα'δύσκολος: δύσκολος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.δύσκολος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δύσκολος,
* McsElln.δύσκολος@γλσΕλα,
Συγκριτικός δυσκολώτερος
Υπερθετικός δυσκολώτατος
1. αυτός που είναι δύστροπος ή κακότροπος:οὐ παύσει δύσκολος ὤν;
= δε θα σταματήσεις με τις ιδιοτροπίες σου;
=/ εὔκολος «καλότροπος».
2. για πράγματα κοπιαστικός ή ενοχλητικός:δύσκολος ἡ ἡνιόχησις
= η οδήγηση των αλόγων του άρματος είναι κοπιαστική.
:=> παράγ. δυσκόλως.
ΝΕ δύσκολος «κοπιαστικός». Στα αρχαία το σημερινό δύσκολος το έλεγαν χαλεπός.
[δυσ- + *κόλος (μυκην. kwolos), πιθ. *πελ- του πέλω - πέλομαι «υπάρχω, γίνομαι»].
γλσΕλα'δυσμαθής: δυσμαθής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.δυσμαθής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσμαθής,
* McsElln.δυσμαθής@γλσΕλα,
Συγκριτικός δυσμαθέστερος
Υπερθετικός δυσμαθέστατος αυτός που δύσκολα μαθαίνει.
=/ εὐμαθής.
:=> παράγ. δυσμάθεια.
ΝΕ δυσμαθής.
[σύνθ. λ. δυσ- + μαθ- (πβ. ἔ-μαθ-ον < μανθάνω) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'δυστυxέω:::
* McsElln.ρήμα.δυστυxέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυστυxέω,
* McsElln.δυστυxέω@γλσΕλα,
===
_stxElla: Ἀνὴρ πονηρὸς δυστυxεῖ, κἂν εὐτυxῇ. == Ο πονηρός ο άνθρωπος δυστυxεί, κι αν ακόμη ευτυxεί. [Μ.Μον.21]
γλσΕλα'δυσxεραίνω: δυσχεραίνω::
* McsElln.ρήμα.δυσxεραίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσxεραίνω,
* McsElln.δυσxεραίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδυσχέραινον
Μέλλ. δυσχερανῶ
Αόρ. ἐδυσχέρανα
1. μεταβ. φέρω κάτι βαρέως: δυσχεραίνω τὸ ἀδικεῖν
= φέρω την αδικία βαρέως, δύσκολα μπορώ να την αντέξω.
2. αμετάβ. δυσαρεστούμαι με κάτι, δυσανασχετώ: δυσχεραίνω ἐπί τινι.
:=> παράγ. δυσχερῶς.
ΝΕ δυσχεραίνω «δυσκολεύω».
[παράγ. λ. δυσχερής (< χερ-, χειρ- «χέρι») +παρ. επίθ. -αίνω].
γλσΕλα'δυσxερής: δυσχερής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.δυσxερής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσxερής,
* McsElln.δυσxερής@γλσΕλα,
Συγκριτικός δυσχερέστερος
Υπερθετικός δυσχερέστατος
1. για πράγματα
α. δυσάρεστος.
β. δύσκολος:δυσχερὴς βίος.
2. για πρόσωπα ιδιότροπος.
ΝΕ δυσχερής (με τη σημ. 1β).
[σύνθ. λ. δυσ- + χερ- (< χείρ) + -ής].
γλσΕλα'δυσώδης: δυσώδης, -ης, δυσῶδες::
* McsElln.επίθετο.δυσώδης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δυσώδης,
* McsElln.δυσώδης@γλσΕλα,
Συγκριτικός δυσωδέστερος
Υπερθετικός δυσωδέστατος που αναδίδει δυσάρεστη μυρωδιά.
=/ εὐώδης.
ΝΕ δυσώδης.
[σύνθ. λ. δυσ- + παρ. επίθ. -ώδης < ὄζω «μυρίζω» < ὀδ- + jω].
γλσΕλα'δύω: δύω::
* McsElln.ρήμα.δύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δύω,
* McsElln.δύω@γλσΕλα,
μγ05.σ89
Μέσ. παρατ. ἐδυόμην
Μέσ. μέλλ. δύσομαι
Αόρ. β΄με μέση σημ.ἔδυν«έδυσα»Παρακ.με μέση σημ.δέδυκα«έχω δύσει»στη μέση φωνή και στους χρόνους με μέση σημ. για τον ήλιο δύω, βασιλεύω: πρὸ ἡλίου δύντος
= πριν από τη δύση του ήλιου.
:=> παράγ. δύσις, δύτης, σύνθ. λωποδύτης, τρωγλοδύτης.
ΝΕ δύει ο ήλιος (πβ. και εν-δύ-ομαι και υποδύομαι).
[*δύσ- + παρ. επίθ. -jω > δύω, πβ. δύσγω· ἀποδύω].
γλσΕλα'Δωδώνη: Δωδώνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.Δωδώνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Δωδώνη,
* McsElln.Δωδώνη@γλσΕλα,
τοπωνύμιο πόλη της Ηπείρου, όπου βρισκόταν το μαντείο του Διός.
[Δωδώνα < ποταμός Δώδων + παρ. επίθ. -α, ιλλυρ. λ.].
γλσΕλα'δωρέω: δωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δωρέω,
* McsElln.δωρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐδώρουν
Μέλλ. δωρήσω
Αόρ. ἐδώρησα
Μέσ. αόρ. ἐδωρησάμην
1. δωρίζω. 2. πιο συχνά στη μέση φωνή δωροῦμαι δωρίζω: δωροῦμαί τινί τι
= δωρίζω σε κάποιον κάτι.
ΝΕ δωρίζω.
[παράγ. λ. δῶρον (< *δω-, πβ. δί-δω-μι + παρ.επίθ. -ρον) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'δωροδοκέω: δωροδοκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.δωροδοκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'δωροδοκέω,
* McsElln.δωροδοκέω@γλσΕλα,
1. δωροδοκούμαι: δωροδοκοῦσιν καὶ διαφθείρονται
= δωροδοκούνται και διαφθείρονται.
2. δωροδοκώ κάποιον.
[σύνθ. λ. δῶρον + δοκέω που έχει δύο σημ., α) παθ. δέχομαι (δοκ-: δέχ-ομαι), β) ενεργ. δίνω, προσφέρω (πβ. το ομώνυμο λατ. doceo«προσφέρω, διδάσκω»].
γλσΕλα'Ε: Ε, ε, ἒ ψιλόν::
* McsElln.ουσιαστικό.Ε-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ε,
* McsElln.Ε@γλσΕλα,
Tο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Οι αρχαίοι ονόμαζαν το γράμμα αυτό εἶ. ΟιBυζαντινοί ήταν εκείνοι που πρώτοι το αποκάλεσαν ἒ ψιλόν, ονομασία που σήμαινε το «ε το ψιλόν», δηλ.το λιτό, το ε που γράφεται με ένα γράμμα. Και το ονόμασαν έτσι, για να το διαχωρίσουν από το αι, που προφερόταν και αυτό στα βυζαντινά χρόνια ως [e], αλλά γραφόταν με δύο γράμματα.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ε΄
= 5, αλλά ,ε
= 5.000.
γλσΕλα'έαρ: ἔαρ, ἔαρος & ἦρος::
* McsElln.ουσιαστικό.έαρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έαρ,
* McsElln.έαρ@γλσΕλα,
άνοιξη.
:=> παράγ. ἐαρινός «ανοιξιάτικος».NE λόγ. εαρινός (λ.χ. εαρινή ισημερία, εαρινό εξάμηνο).
[*Fέσαρ, ομόρρ. με λιθ. vasar`a «έτος»].ἑαυτοῦ, ἑαυτῆς, ἑαυτοῦ & αὑτοῦ, αὑτῆς, αὑ-
γλσΕλα'τού: τοῦ::
* McsElln.αντωνυμία.τού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τού,
* McsElln.τού@γλσΕλα,
αυτοπαθής γ΄ προσώπου του εαυτού του: ἐπιμελεῖται ἑαυτοῦ
= φροντίζει για τον εαυτό του.αὐτὸ καθ’ αὑτό
= αυτό καθαυτό.
[προσωπ. αντων. ἓ κτλ. + αὐτοῦ κτλ.].
γλσΕλα'εάω: ἐάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εάω,
* McsElln.εάω@γλσΕλα,
Παρατ. εἴων
Μέλλ. ἐάσω
Αόρ. εἴασα
Παρακ. εἴακα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἐάσομαι«θα αφεθώ»
Παθ. αόρ. εἰάθην
Παθ. παρακ. εἴαμαι
1. αφήνω, επιτρέπω: οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ τοῦ Μιλτιάδου τρόπαιον
= δε με αφήνει να κοιμηθώ ο θρίαμβος του Μιλτιάδη.
= ἀφίημι.
2. αφήνω κάτι ήσυχο, κατά μέρος, δε σκοτίζομαι: ἐὰν ἐπὶ τὰ μείζω ἔλθῃς ἐάσας ἤδη φιλοσοφίαν
= αν καταπιαστείς με σοβαρότερα θέματα αφήνοντας πια κατά μέρος τη φιλοσοφία.
:=> παράγ. ἐατέος.
[*σεF- + παρ. επίθ. -άω, αβέβ. ετυμ.].ἐβίων ΡΗΜΑ αόρ. β΄ του ρ. βλπ. ζήω -ῶ.
γλσΕλα'εγγίγνομαι: ἐγγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.εγγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγγίγνομαι,
* McsElln.εγγίγνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι
1. γεννιέμαι, δημιουργούμαι, μέσα σε κάτι.
2. απρόσωπο ἐγγίγνεται είναι επιτρεπτό ή δυνατό.
[σύνθ. λ. ἐν + γίγνομαι].
γλσΕλα'εγγράφω: ἐγγράφω::
* McsElln.ρήμα.εγγράφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγγράφω,
* McsElln.εγγράφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γράφω
1. εγχαράσσω (λ.χ. στην πέτρα επιγραφή).
2. εγγράφω, καταχωρίζω: καθ’ ἑκάστην δὲ ἡμέραν ἀργύριον λαμβάνων τοὺς μὲν ἐνέγραφε, τοὺς δὲ ἐξήλειφεν
= και παίρνοντας καθημερινά χρήματα άλλους νόμους έγραφε και άλλους αφαιρούσε.
3. κατηγορώ για παράνομη ενέργεια ή ηθική παράβαση: ἐγγράφω τινὰ λιποταξίας
= κατηγορώ κάποιον για λιποταξία.
:=> παράγ. ἐγγραφή.
ΝΕ εγγράφω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐν + γράφω].
μγ05.σ90
γλσΕλα'εγγυάω: ἐγγυάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εγγυάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγγυάω,
* McsElln.εγγυάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠγγύων
Αόρ. ἠγγύησα
Παρακ. ἠγγύηκα
Υπερσ. ἠγγυήκειν
Μέσ. μέλλ. ἐγγυήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠγγυησάμην
Παθ. αόρ. ἠγγυήθην
Παθ. παρακ. ἠγγύημαι
1. δίνω ή εγχειρίζω κάτι ως ενέχυρο.
2. κυρίως για τον πατέρα αρραβωνιάζω: ἢν μή περ ὁ πατὴρ αὐτὴν ἐγγυήσῃ
= αν ο πατέρας μιας κόρης δεν την αρραβωνιάσει.
3. μέση φωνή ἐγγυῶμαι
α. αρραβωνιάζομαι ή δέχομαι γυναίκα ως σύζυγο: καὶ ἐγγυᾶται ὁ πατὴρ τὴν μητέρα τὴν ἐμὴν παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῆς Τιμοκράτους
= και αρραβωνιάζεται ο πατέρας τη δική μου μητέρα από τον αδελφό της Τιμοκράτη.
β. εγγυώμαι, δίνω εγγύηση.
γ. υπόσχομαι, διαβεβαιώνω: καὶ ἠγγυᾶτο μηδὲν αὐτοὺς κακὸν πείσεσθαι πειθομένουςΣεύθῃ
= και τους υποσχέθηκε ότι δε θα πάθουν κανένα κακό, εάν υπακούσουν στοΣεύθη.
:=> παράγ. ἐγγυητής, ἐγγύησις «ασφάλεια, αρραβώνας».
ΝΕ εγγυώμαι (με τις σημ. 3β, 3γ).
[παράγ. λ. βλπ. ἐγγύη + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'εγγύη: ἐγγύη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.εγγύη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγγύη,
* McsElln.εγγύη@γλσΕλα,
1. ενέχυρο που τοποθετείται στο χέρι κάποιου, και γενικά ασφάλεια, βεβαίωση, εγγύηση που παίρνει ή δίνει κανείς: μεγάλας ἐγγύας ἀποτίνω
= πληρώνω μεγάλες εγγυήσεις.
2. αρραβώνας: ποιοῦμαι τὴν ἐγγύην γυναικός τινος
= αρραβωνιάζομαι κάποια γυναίκα.
:=> παράγ. ἐγγυάω.
[σύνθ. λ. ἐν + *γύα, *γύη «καμπυλότητα, χέρι»].
γλσΕλα'εγγύθεν: ἐγγύθεν::
* McsElln.επίρρημα.εγγύθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγγύθεν,
* McsElln.εγγύθεν@γλσΕλα,
από κοντά: ὁρῶ τι ἐγγύθεν καὶ πόρρωθεν
= βλέπω κάτι από κοντά και από μακριά.
[παράγ. λ. ἐγγύ-ς + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'έγγυος: ἔγγυος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.έγγυος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έγγυος,
* McsElln.έγγυος@γλσΕλα,
εγγυημένος.
[παράγ. λ. *ἐγγυ- (ἐγγυάω) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'εγγύς: ἐγγὺς::
* McsElln.επίρρημα.εγγύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγγύς,
* McsElln.εγγύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐγγυτέρω & ἐγγύτερον
Υπερθετικός ἐγγυτάτω & ἐγγύτατα
1. με γενική του τόπου δίπλα, κοντά (με ρήματα στάσεως σημαντικά): ὑμεῖς δὲ θρηνεῖτ’ ἐγγὺς ἑστῶτες τάφου
= εσείς λοιπόν κοντά στον τάφο κάθεστε και θρηνείτε.
2. για δήλωση χρόνου προσεχώς, στο άμεσο μέλλον: ἄντρες φίλοι, ὁ μὲν ἀγὼν ἐγγὺς ἡμῖν
= άντρες, η διαμάχη είναι κοντά μας.
3. με αριθμούς περίπου, σχεδόν, κοντά: ἐγγὺς εἴκοσι ἔτη
= σχεδόν είκοσι χρόνια.
:=> παράγ. ἐγγύθεν, ἐγγύτης «εγγύτητα», ἐγγίζω.
ΝΕ στη φρ. στο εγγύς μέλλον (με τη σημ. 2).
[*ἐγγύ- + -ς των επιρρημάτων (συγγεν. με ἐγγυάω) στη σημασία «κοντά στο χέρι, κοντά»].ἐγείρω
Παρατ. ἤγειρον
Μέλλ. ἐγερῶ
Αόρ. ἤγειραΠαρακ.αμετάβ., ως ενεστ.ἐγρήγορα«είμαι ξύπνιος»Υπερσ.αμετάβ., ως παρατ.ἐγρηγόρειν«ήμουν ξύπνιος»
Παθ. μέλλ. ἐγερθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠγέρθην
Παθ. παρακ. ἐγήγερμαι
Παθ. υπερσ. ἐγηγέρμην
1. αφυπνίζω, ξυπνώ κάποιον: ἐγείρω τινὰ ἐξ ὕπνου
= σηκώνω κάποιον από τον ύπνο.
2. ξεσηκώνω κάποιον, τον διεγείρω.
3. σηκώνω από τους νεκρούς, ανασταίνω: ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε
= να θεραπεύετε τους αρρώστους, να γιατρεύετε τους λεπρούς, να ανασταίνετε τους νεκρούς.
4. στην παθ. φωνή μαζί με τον αμετάβ. παρακ. και υπερσ. ἐγείρομαι είμαι ξύπνιος: Σώκρατες, ἔφη, ἐγρήγορας ἢ καθεύδεις;
= Σωκράτη, είπε, ξύπνιος είσαι ή κοιμάσαι;
:=> παράγ. ἔγερσις «αφύπνιση, ξεσήκωμα», ἐγερτήριον.
ΝΕ εγείρεται ένα ζήτημα (τίθεται, προκύπτει).
[ο τύπος ἐγρήγορα αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ.j-ag-ara, αρχ. περσ. jag'ara «είμαι ξύπνιος»· τη βάση αποτελεί το ἐ-γέρ-jω > ἐγείρω, όπου το ἐ- είναι αυτό του αορίστου β΄ ἔ-γρετο, ο οποίος δημιούργησε τον ενεστώτα ἐγείρω].
γλσΕλα'εγκαθίστημι: ἐγκαθίστημι::
* McsElln.ρήμα.εγκαθίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκαθίστημι,
* McsElln.εγκαθίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι τοποθετώ, εγκαθιστώ: τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας ἡγεμόνας ἐγκατέστησε
= τοποθέτησε τα παιδιά του ως ηγεμόνες.
:=> παράγ. ἐγκατάστασις.
ΝΕ εγκαθιστώ (με την ίδια σημ.).
[σύνθ. λ. ἐν + καθίστημι].
γλσΕλα'εγκαλέω: ἐγκαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εγκαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκαλέω,
* McsElln.εγκαλέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνεκάλουν
μγ05.σ91
Μέλλ. ἐγκαλέσω
Παρακ. ἐγκέκληκαΓια τους άλλους χρόνους βλπ. καλέω -ῶ
1. απαιτώ κάτι που μου χρωστούν: ἐγκαλῶ τὰς τριακοσίας δραχμὰς
= απαιτώ να πάρω πίσω τις τριακόσιες δραχμές.
2. κατηγορώ κάποιον: οἱ μὲν δὴ στρατιῶταιΞενοφῶντι ἐνεκάλουν ὅτι οὐκ εἶχον τὸν μισθόν
= οι στρατιώτες λοιπόν κατηγορούσαν τον Ξενοφώντα ότι δεν είχαν πάρει το μισθό τους.
= αἰτιάομαι.
:=> παράγ. ἔγκλημα «κατηγορία».
ΝΕ λόγ. εγκαλώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐν + καλέω].
γλσΕλα'έγκειμαι: ἔγκειμαι::
* McsElln.ρήμα.έγκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έγκειμαι,
* McsElln.έγκειμαι@γλσΕλα,
παθητ. του ἐντίθημι.Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι
1. βρίσκομαι, είμαι καλυμμένος, μέσα σε κάτι.
2. πιέζω ασφυκτικά, απειλώ (ιδίως ένα στράτευμα που έχει ηττηθεί ή υποχωρεί).
3. σε πολιτικές αντιπαραθέσεις αντίκειμαι, εναντιώνομαι: ἐνέκειντο τῷ Περικλεῖ
= εναντιώνονταν στον Περικλή.
ΝΕ έγκειμαι (με τη σημ. 1, λ.χ. έγκειται στην καλή του θέληση το αν θα επιστρέψει τα λεφτά).
[σύνθ. λ. ἐν + κεῖμαι].
γλσΕλα'έγκλημα: ἔγκλημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.έγκλημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έγκλημα,
* McsElln.έγκλημα@γλσΕλα,
κατηγορία, παράπονο: τὰ ἐγκλήματα τὰ ἐς τοὺς Ἀθηναίους
= οι κατηγορίες εναντίον των Αθηναίων.
ΝΕ έγκλημα «εγκληματική ενέργεια κτλ.».
[σύνθ. λ. ἐν + *κλη- (καλῶ) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'εγκλίνω: ἐγκλίνω::
* McsElln.ρήμα.εγκλίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκλίνω,
* McsElln.εγκλίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κλίνω
1. κάνω κάτι να κλίνει, το γέρνω, το λυγίζω:ἐγκλίνω τὰ σκέλη. ἐγκλίνω τι εἰς δεξιά
= γέρνω κάτι προς τα δεξιά.
2. στη γραμματική προφέρω μια λέξη με έγκλιση τόνου (λ.χ. ἄνθρωπός τις).
ΝΕ εγκλίνω (με τη σημ. 2).
:=> παράγ. ἔγκλισις.
[σύνθ. λ. ἐν + κλίνω].
γλσΕλα'εγκράτεια: ἐγκράτεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.εγκράτεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκράτεια,
* McsElln.εγκράτεια@γλσΕλα,
1. κυριαρχία, έλεγχος πάνω σε κάτι: ἡ σωφροσύνη ἐστὶν καὶ ἡδονῶν τινων καὶ ἐπιθυμιῶν ἐγκράτεια
= η σωφροσύνη είναι ο έλεγχος κάποιων ηδονών και επιθυμιών.
2. εγκράτεια, αυτοκυριαρχία: ἐγκράτεια καλόν τε κἀγαθὸν ἀνδρὶ κτῆμά ἐστιν
= η εγκράτεια είναι καλό και ωφέλιμο απόκτημα στον άνθρωπο.
= σωφροσύνη «εγκράτεια».
ΝΕ εγκράτεια (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐγκρατής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'εγκρατής: ἐγκρατής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.εγκρατής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκρατής,
* McsElln.εγκρατής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐγκρατέστερος
Υπερθετικός ἐγκρατέστατος
1. που έχει εξουσία πάνω σε κάτι: ἐγκρατὴς γαστρός
= που ελέγχει την κοιλιά του, ο μη κοιλιόδουλος.
2. που έχει αυτοκυριαρχία, εγκρατής.
= σώφρων«εγκρατής».
ΝΕ εγκρατής (με τη σημ. 2).
:=> παράγ. ἐγκράτεια, ἐγκρατῶς.
[σύνθ. λ. ἐν + κράτ-ος + -ής].
γλσΕλα'εγκρίνω: ἐγκρίνω::
* McsElln.ρήμα.εγκρίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκρίνω,
* McsElln.εγκρίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρίνω επιλέγω, αποδέχομαι κάποιον, εισδέχομαι κάποιον, δηλ. του επιτρέπω την είσοδο σε ένα σωματείο κτλ.: ἐγκρίνω τινὰ εἰς τὴν γερουσίαν
= δέχομαι κάποιον στη γερουσία.
=/ ἀποκρίνω «απορρίπτω κάποιον».
:=> παράγ. ἔγκρισις, ἔγκριτος, ἐγκριτέος.
ΝΕ εγκρίνω «αποδέχομαι».
[σύνθ. λ. ἐν + κρίνω].
γλσΕλα'εγκύκλιος: ἐγκύκλιος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εγκύκλιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκύκλιος,
* McsElln.εγκύκλιος@γλσΕλα,
1. κυκλικός: ἐγκύκλιος κίνησις.
2. τακτικός, καθημερινός: ἐγκύκλιοι διακονίαι
= καθημερινές υποχρεώσεις.
ΝΕ η εγκύκλιος (ως ουσιαστ. «έγγραφη κρατική εντολή που κυκλοφορεί στις υπηρεσίες»).
[σύνθ. λ. ἐν + κύκλ-ος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'εγκύμων: ἐγκύμων (ὁ, ἡ), ἔγκυμον (τό), -ονος::
* McsElln.επίθετο.εγκύμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκύμων,
* McsElln.εγκύμων@γλσΕλα,
έγκυος.
[σύνθ. λ. ἐν + *κυ- (κυέω) + παρ. επίθ. -μων].
γλσΕλα'εγκωμιάζω: ἐγκωμιάζω::
* McsElln.ρήμα.εγκωμιάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκωμιάζω,
* McsElln.εγκωμιάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνεκωμίαζον
Μέλλ. ἐγκωμιάσω & ἐγκωμιάσομαι
Αόρ. ἐνεκωμίασα
Παρακ. ἐγκεκωμίακα
Παθ. παρακ. ἐγκεκωμίασμαι επαινώ, εκθειάζω: ταῦτα δὴ καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐγκωμιάζουσι δικαιοσύνην
= αυτά και άλλα παρόμοια εγκώμια έχουν για τη δικαιοσύνη.
= ἐπαινέω.
:=> παράγ. ἐγκωμιαστής, ἐγκωμιαστικός.
ΝΕ εγκωμιάζω.
[παράγ. λ. ἐγκώμιον + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'εγκώμιον: ἐγκώμιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.εγκώμιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγκώμιον,
* McsElln.εγκώμιον@γλσΕλα,
1. επαινετική ωδή: καὶ Σιμωνίδης, ὁ μελοποιός, ἐποίησεν ἐγκώμιον ἄξιον ἀρετῆς αὐτῶν
= και ο Σιμωνίδης, ο λυρικός ποιητής, έπλεξε επαινετική ωδή για την ανδρεία τους.
2. γενικά εγκώμιο, πανηγυρικός λόγος: ἔπαινοι καὶ ἐγκώμια παλαιῶν ἀνδρῶν.
ΝΕ εγκώμιο (με τη σημ. 2).
[ουσιαστικοπ. του ουδ. του ἐγκώμιος, -ιον (ενν.’ᾷσμα) < ἐν + κῶμος «γλέντι» + παρ. επίθ. -ιος].
μγ05.σ92
ἐγρήγορα βλπ. ἐγείρω.
γλσΕλα'εγρήγορσις: ἐγρήγορσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.εγρήγορσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγρήγορσις,
* McsElln.εγρήγορσις@γλσΕλα,
το να είναι κανείς άγρυπνος, η κατάσταση της αγρυπνίας, η αγρύπνια: ὁ ὕπνος καὶ ἡ ἐγρήγορσις τῶν ζ'ώων
= ο ύπνος και η αγρύπνια των ζώων.
ΝΕ εγρήγορση «ετοιμότητα».
[παράγ. λ. ἐγρήγορ-α (ἐγείρομαι) + παρ. επίθ.-σις].
γλσΕλα'εγxειρέω: ἐγχειρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εγxειρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγxειρέω,
* McsElln.εγxειρέω@γλσΕλα,
1. παίρνω κάτι στο χέρι, επιχειρώ, αναλαμβάνω.
=> με δοτ. του πράγματος και αργότερα με αιτ.: ἄξιόν ἐστιν ὡς τάχιστα τούτοις ἐγχειρεῖν
= αξίζει να επιχειρήσουμε αυτές τις μεταρρυθμίσεις όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
=> με απαρέμφατο: ἐνεχείρησα εὐθὺς παρά σε ἰέναι
= προσπάθησα αμέσως να έρθω σε σένα.
= ἐπιχειρέω, ἅπτομαί τινος.
2. απλώνω τα χέρια, επιτίθεμαι: καὶ ὁ μὲν ἔμελλεν ἐγχειρήσειν ταῖς πόλεσι ταύταις
= και εκείνος επρόκειτο να επιτεθεί κατά των πόλεων αυτών.
:=> παράγ. ἐγχείρημα, ἐγχείρησις «επιχείρηση, απόπειρα», ἐγχειρητέον, ἐγχειρητής, ἐγχειρητικός.
[σύνθ. λ. ἐν + χείρ + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'εγxειρίζω: ἐγχειρίζω::
* McsElln.ρήμα.εγxειρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγxειρίζω,
* McsElln.εγxειρίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνεχείριζον
Μέλλ. ἐγχειριῶ
Παρακ. ἐγκεχείρικα με δοτ. του προσώπου και αιτ. του πράγματος βάζω κάτι στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι: ἐγχειρίζω τοὺς ἄνδρας τοῖς στρατηγοῖς
= εμπιστεύομαι τους άνδρες στους στρατηγούς.
:=> παράγ. ἐγχείρισις, ἐγχειρισμός.
ΝΕ εγχειρίζω (λόγ., «βάζω στο χέρι»).
[σύνθ. λ. ἐν + χείρ + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'έγxελυς: ἔγχελυς, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.έγxελυς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έγxελυς,
* McsElln.έγxελυς@γλσΕλα,
χέλι.
:=> παράγ. ἐγχελύδιον.
ΝΕ χέλι.
[συγγεν. με ἔχις, -εως, ὁ/ἡ «οχιά», ομόρρ. με λατ. anguis «χέλι»].
γλσΕλα'εγxωρέω: ἐγχωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εγxωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγxωρέω,
* McsElln.εγxωρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. χωρέω -ῶ
1. παρέχω χώρο για να κάνει κανείς κάτι, επιτρέπω: ὁ χρόνος οὐκ ἐγχωρεῖ
= ο χρόνος δεν επιτρέπει.
2. απρόσ. ἐγχωρεῖ υπάρχει ακόμη χρόνος: ἀλλὰ μηδὲν ἐπείγου, ἔτι γὰρ ἐγχωρεῖ
= αλλά μη βιάζεσαι καθόλου [ενν. να πιεις το κώνειο,Σωκράτη], διότι υπάρχει ακόμη χρόνος.
:=> παράγ. ἐγχώριος.
[σύνθ. λ. ἐν + χωρέω].
γλσΕλα'εγxώριος: ἐγχώριος, -ιος & -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.εγxώριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγxώριος,
* McsElln.εγxώριος@γλσΕλα,
που ανήκει στην ίδια χώρα, στον ίδιο τόπο, εντόπιος: θεοὶ καὶ ἥρωες ἐγχώριοι
= οι ντόπιοι θεοί και ήρωες.
= ἐπιχώριος.
:=> παράγ. ἐγχωρίως.
ΝΕ εγχώριος.
[παράγ. λ. ἔγχωρος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'εγώ: ἐγὼ::
* McsElln.αντωνυμία.εγώ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εγώ,
* McsElln.εγώ@γλσΕλα,
προσ. αντων. α΄ προσώπου
=> με επίταση ἔγωγε
= εγώ τουλάχιστον, όσο για μένα, βεβαίως. Συχνά στις απαντήσεις ως βεβαιωτική έκφραση:Ἦ καὶ τοῦτο ἀκήκοας; -Έγωγε
= Έχεις ακούσει και αυτό;- Ναι, βεβαίως.
=> δυϊκός αριθμός ονομ. και αιτ. αττ. νώ
= εμείς οι δύο, γεν. και δοτ. νῷν.
ΝΕ εγώ.
[*εγωμ-, αντίστοιχο του αρχ. ινδ. ah'am, λατ.eg-o].ἐγ’ῷδα, ἐγ’ῷμαι αττ. κράση αντί ἐγὼ οἶδα «εγώ ξέρω», ἐγὼ οἶμαι «εγώ θεωρώ».
γλσΕλα'έδεσμα: ἔδεσμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.έδεσμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έδεσμα,
* McsElln.έδεσμα@γλσΕλα,
κρέας, φαγητό. Στον πληθ. ἐδέσματα
= φαγώσιμα, τρόφιμα.
ΝΕ έδεσμα (λόγ.)
[σύνθ. λ. ἔδω + παρ. επίθ. -μα > *ἔδμα, που διαμορφώθηκε σε ἔδεσ-μα κατά το ἐδέσθην].
γλσΕλα'έδρα: ἕδρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.έδρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έδρα,
* McsElln.έδρα@γλσΕλα,
1. κάθισμα, και ειδικότερα τιμητική θέση: τούτους καὶ δώροις καὶ ἕδραις καὶ πάσαις τιμαῖς ἐγέραιρεν
= αυτούς συνήθιζε να τους τιμά με δώρα και τιμητικές θέσεις και όλες τις τιμές.
2. τόπος όπου βρίσκεται κάτι, η θέση του: ἡ ἕδρα τοῦ ἥπατος
= η θέση του συκωτιού.
:=> παράγ. ἑδράζω, ἑδραῖον, ἕδρανον.
ΝΕ έδρα (με τη σημ. 2, λ.χ. η έδρα του ΟΗΕ).
[*σεδ- (ἕζομαι «κάθομαι») + παρ. επίθ. -ρα].
γλσΕλα'εδώδιμος: ἐδώδιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εδώδιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εδώδιμος,
* McsElln.εδώδιμος@γλσΕλα,
1. φαγώσιμος.
2. ως ουσιαστικό τὰ ἐδώδιμα τα φαγώσιμα, οι προμήθειες.
ΝΕ εδώδιμος, τα εδώδιμα.
[παράγ. λ. ἐδωδή (< παράγ. ἔδω + παρ. επίθ. -ή)+ παρ. επίθ. -ιμος· το ἐδ-ωδ-ὴ προκύπτει με αναδιπλασιασμό της ρίζας *εδ- (ἔδ-ομαι): *εδεδ- και έκταση του δεύτερου ε σε ω, πβ. *αγαγ- (ἄγω) > ἀγ-ωγ-ή].
γλσΕλα'εθέλω: ἐθέλω & θέλω::
* McsElln.ρήμα.εθέλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εθέλω,
* McsElln.εθέλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤθελον
Μέλλ. (ἐ)θελήσω
Αόρ. ἠθέλησα
Παρακ. ἠθέληκα
Υπερσ. ἠθελήκειν
μγ05.σ93
1. είμαι πρόθυμος, εκφράζει κυρίως συγκατάθεση παρά προτίμηση και επιθυμία, σε αντίθεση προς το βούλομαι: εἰ βούλει, ἐγὼ ἐθέλω
= αν θέλεις, εγώ είμαι πρόθυμος.
2. με άρνηση οὐκ ἐθέλω σχεδόν σημαίνει δεν μπορώ: τὰ μὲν χωρία καὶ τὰ δένδρα οὐδὲν μ’ἐθέλει διδάσκειν
= οι τόποι της υπαίθρου και τα δέντρα δεν μπορούν να με διδάσκουν τίποτε.
:=> παράγ. ἐθελοντής, ἐθελούσιος, θέλησις, θέλημα.
ΝΕ θέλω (που σημαίνει ό,τι το αρχαίο βούλομαι).
[*θελ-, *φελ-, *φαλ-, πβ. φαλίζει· θέλει· η εναλλαγή φ και θ οδηγεί σε υπερωικοχειλικό gwh >φ ή θ].
γλσΕλα'εθίζω: ἐθίζω::
* McsElln.ρήμα.εθίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εθίζω,
* McsElln.εθίζω@γλσΕλα,
Παρατ. εἴθιζον
Μέλλ. ἐθιῶ (-εῖς κτλ.)
Αόρ. εἴθισα
Παρακ. εἴθικα
Παθ. μέλλ. ἐθισθήσομαι
Παθ. αόρ. εἰθίσθην
Παθ. παρακ. εἴθισμαι
Παθ. υπερσ. εἰθίσμην
1. ενεργ. συνηθίζω κάποιον σε κάτι ή να κάνει κάτι: ἐθίζω ἐμαυτὸν τοῖς αὐτοῖς τῷ δεσπότῃ χαίρειν
= συνηθίζω τον εαυτό μου να χαίρεται με τα ίδια πράγματα με τον τύραννο.
2. παθ., με απαρέμφ. ἐθίζομαι είμαι συνηθισμένος, συνηθίζω: ἄνθρωποι εἰθισμένοι ἀναισχυντεῖν
= άνθρωποι συνηθισμένοι να μην ντρέπονται.
:=> παράγ. ἐθισμός «συνήθεια», ἐθιστέον, ἐθιστός.
ΝΕ εθίζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἔθος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'εθνικός: ἐθνικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.εθνικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εθνικός,
* McsElln.εθνικός@γλσΕλα,
1. αυτός που ανήκει σε ένα έθνος.
2. στη χριστιανική περίοδο μη Εβραίος, αυτός που δεν ανήκει στην ιουδαϊκή θρησκεία (λ.χ.οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι).
=/ ἰουδαῖος.
ΝΕ εθνικός (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἔθνος + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'έθος: ἔθος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.έθος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έθος,
* McsElln.έθος@γλσΕλα,
έθιμο, συνήθεια: τὰ πάτρια ἔθη
= τα πατροπαράδοτα έθιμα.
=> ἔθει από συνήθεια, συνήθως.
:=> παράγ. ἐθίζω.NE λόγ. έθος.
[*σFεθ- (ἔθω), ΙΕ *swedhos, πβ. αρχ. ινδ.svadh'a «συνήθεια»].
γλσΕλα'έθω: ἔθω::
* McsElln.ρήμα.έθω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έθω,
* McsElln.έθω@γλσΕλα,
Παρακ.με σημ. ενεστ.εἴωθαΥπερσ.με σημ. παρατ.εἰώθειν είμαι συνηθισμένος, έχω μια συνήθεια, συνηθίζω: οἱ Ἀθηναῖοι εἰώθασι τὰ πολεμικὰ ἀσκεῖν
= οι Αθηναίοι συνηθίζουν να ασκούνται στην πολεμική τέχνη.
= ἐθίζομαι.
=> απρόσ. ὡς εἴωθε όπως είναι το έθιμο: ἀλλὰ σπεύσασθ’ ὡς εἴωθ’ ἐκεῖ
= αλλά βιαστείτε(να πάτε) εκεί, όπως είναι το έθιμο.
=> συχνά στο ουδέτερο γένος παρὰ τὸ εἰωθὸς παρά τη συνήθεια, αντίθετα προς τη συνήθειά μας.
:=> παράγ. εἰωθότως.
[*σFεθ- (ἔθος), βλπ. ἔθος].
γλσΕλα'ει: εἰ::
* McsElln.μόριο./@γλσΕλα,
* McsElln.σύνδεσμος.ει@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ει,
* McsElln.ει@γλσΕλα,
Α. Επιφωνηματικά:
α. η φράση εἰ γὰρ μαζί με ευκτική δηλώνει ευχή μακάρι: εἰ γὰρ γενοίμην ἀντὶ σοῦ νεκρός
= μακάρι να ήμουν νεκρός στη θέση σου.
β. το εἴθε με ιστορικούς χρόνους της οριστικής δηλώνει ανεκπλήρωτη ευχή μακάρι: εἴθε σοι, ὦ Περίκλεις, τότε συνεγενόμην
= μακάρι, Περικλή, να σε συναναστρεφόμουν τότε.
Β. Χρησιμοποιείται σε υποθετικούς λόγους και τότε σημαίνει εάν, αν (η άρνηση είναι μή):
α. εἰ + οριστική οποιουδήποτε χρόνου, για να εκφράσει απλώς μια υπόθεση χωρίς να εξυπονοεί κατά πόσο και σε ποιο βαθμό αληθεύει η υπόθεση αυτή: εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὔκ εἰσιν θεοί
= αν οι θεοί κάνουν κάτι αισχρό, δεν είναι θεοί.
β. εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου, για να εκφράσει μια υπόθεση που είναι βέβαιο ότι δεν αληθεύει:εἰ εἶχον χρήματα, ἐδίδουν ἄν σοι
= αν είχα χρήματα, θα σου έδινα (αλλά δεν έχω).
γ. ἐάν (= εἰ + ἄν) + υποτακτική, για να εκφράσει μια υπόθεση που ενδέχεται να επαληθευτεί στο μέλλον: ἐὰν κλέψῃς, δίκην δώσεις
= αν κλέψεις, θα τιμωρηθείς.
δ. εἰ + ευκτική, για να εκφράσει μια υπόθεση που ενδέχεται να επαληθευτεί στο μέλλον αλλά οι πιθανότητες επαλήθευσης είναι περιορισμένες: εἰ ἔλθοις αὔριον τηνικάδε, εἴποιμι ἂν ὅσα χθὲς ἐγένετο
= εάν έρθεις (ή ερχόσουν) αύριο τέτοια ώρα, θα σου πω (ή θα σου έλεγα) όσα έγιναν χθες (δε θεωρώ όμως και πολύ πιθανό ότι θα έρθεις όντως).
Γ. Σε πλάγιες ερωτήσεις εάν, αν (η άρνηση είναι οὐ): ἐρωτᾷ εἰ πάρεστι ὁ στρατηγός
= ρωτά αν είναι ο στρατηγός παρών.
[τοπική πτώση των αντωνυμικών μορίων*ε/η, *ο/ω].
γλσΕλα'είδον: εἶδον::
* McsElln.ρήμα.είδον@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είδον,
* McsElln.είδον@γλσΕλα,
αόρ. β΄ του ρήματος βλπ. ὁράω.
μγ05.σ94
γλσΕλα'είδος: εἶδος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.είδος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είδος,
* McsElln.είδος@γλσΕλα,
1. ό,τι φαίνεται, η εμφάνιση. 2. μορφή, σχήμα. 3. είδος, η ιδιαίτερη φύση: τὸ εἶδος τῆς νόσου. 4. κατηγορία: ἑνὶ εἴδει τὰ πάντα περιέλαβεν
= τα ενέταξε όλα σε μια κατηγορία.
:=> παράγ. εἴδωλον, εἰδικός, εἰδικῶς.
ΝΕ είδος (με τις σημ. 3, 4).
[*Fειδ- (οἶδα, ἰδέα)].
γλσΕλα'είδωλον: εἴδωλον, εἰδώλου::
* McsElln.ουσιαστικό.είδωλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είδωλον,
* McsElln.είδωλον@γλσΕλα,
1. άυλο ομοίωμα κάποιου πράγματος (λ.χ. η σκιά του ή η αντανάκλασή του μέσα στο νερό).
2. νοητική παράσταση, ιδέα.
ΝΕ είδωλο (με τη σημ. 1).
:=> παράγ. εἰδωλολάτρης, εἰδωλολατρία.
[παράγ. λ. εἶδος «μορφή» + παρ. επίθ. -ωλο-ν, πβ. φειδ-ωλό-ς].
γλσΕλα'ειδώς: εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδὸς::
* McsElln.επίθετο.ειδώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ειδώς,
* McsElln.ειδώς@γλσΕλα,
μετοχή του βλπ. οἶδα.αυτός που γνωρίζει κάτι, ο γνώστης.
[εἰδ- + -ώς > εἰδώς· *εἰδ-, *οἰδ-, *weid-, ομόρρ.με αρχ. ινδ. v'edas- «κατοχή, γνώση»].
γλσΕλα'εικάζω: εἰκάζω::
* McsElln.ρήμα.εικάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εικάζω,
* McsElln.εικάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ήκαζον
Μέλλ. εἰκάσω
Αόρ. ’'ήκασα
Παθ. μέλλ. εἰκασθήσομαι
Παθ. αόρ. εἰκάσθην
Παθ. παρακ. ’'ήκασμαι
1. παριστάνω κάτι, το απεικονίζω: γυναῖκα γραφῇ ’'ήκασεν
= απεικόνισε μια γυναίκα με τη ζωγραφική του. 2. παρομοιάζω κάτι με κάτι άλλο. 3. εικάζω, υποθέτω.
:=> παράγ. εἰκασία, εἰκασμός, εἰκαστικός.NE εικάζω (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. *Fεικ- (εἰκών) + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'εικασία: εἰκασία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.εικασία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εικασία,
* McsElln.εικασία@γλσΕλα,
1. απεικόνιση. 2. παρομοίωση. 3. εικασία, υπόθεση.
ΝΕ εικασία (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. εἰκάζω + παρ. επίθ. -ία, πβ. εἰκα-στός].
γλσΕλα'εική: εἰκῇ::
* McsElln.επίρρημα.εική@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εική,
* McsElln.εική@γλσΕλα,
στην τύχη, όπως τύχει, απερίσκεπτα: εἰκῇ πράττουσιν
= ενεργούν απερίσκεπτα.
:=> παράγ. εἰκαῖος.
[*ἐFεκῇ- (< *Fἑκών) «αυτοβούλως, τυχαία»].
γλσΕλα'εικός: εἰκός, -ότος, τὸ ΜΕΤΟΧΗ /::
* McsElln.επίθετο.εικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εικός,
* McsElln.εικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός εἰκότερον
1. πιθανό, εύλογο, λογικό: απρόσωπη έκφραση
εἰκός (ἐστι) = είναι εύλογο, είναι λογικό, είναι πιθανό.
=> ως ουσιαστικό τὸ εἰκὸς η πιθανότητα:
μιᾷ νίκῃ ναυμαχίας κατὰ τὸ εἰκὸς ἁλίσκονται
= με μια νίκη μας σε ναυμαχία κατά πάσαν πιθανότητα χάνονται.
2. δίκαιο, δικαιολογημένο, εύλογο, λογικό:
τούτους εἰκὸς τοιαῦτα παθεῖν οἷά περ αὐτοὶ ποιοῦσιν
= είναι δίκαιο αυτοί να πάθουν πράγματα παρόμοια με αυτά που κάνουν οι ίδιοι.
[*εἰκ- (ἔοικα) + -ός, ουδ. μτχ. παρακ.].
===
εἰκός ἐστί = είναι φυσικό
γλσΕλα'εικότως: εἰκότως::
* McsElln.επίρρημα.εικότως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εικότως,
* McsElln.εικότως@γλσΕλα,
εύλογα, δίκαια, δικαιολογημένα: ὑμῖν εἰκότως συγγνώμην ἔχουσιν
= δικαιολογημένα σας συγχωρούν εσάς.
[παράγ. λ. εἰκός, -ότος (μτχ. του ἔοικα) +παρ. επίθ. -ως].
γλσΕλα'είκω: εἴκω::
* McsElln.ρήμα.είκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είκω,
* McsElln.είκω@γλσΕλα,
Παρατ. εἶκον
Μέλλ. εἴξω
Αόρ. εἶξα υποχωρώ: εἴκω τινί
= υποχωρώ, υποκύπτω, σε κάποιον.
:=> παράγ. εἰκτέον, σύνθ. ὑπείκω.
[*F(ε)ικ- «υποχωρώ»].
γλσΕλα'εικών: εἰκών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.εικών-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εικών,
* McsElln.εικών@γλσΕλα,
1. ομοίωμα αντικειμένου ή προσώπου, άγαλμα, ανδριάντας.
2. παρομοίωση.
:=> παράγ. εἰκονίζω, εἰκονικός.
ΝΕ εικόνα (με τη σημ. 1).
[*Fεικ- + παρ. επίθ. -ών, ἔοικα «μοιάζω»].
γλσΕλα'είληφα: εἴληφα::
* McsElln.ρήμα.είληφα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είληφα,
* McsElln.είληφα@γλσΕλα,
παρακ. του ρ. βλπ. λαμβάνω.
γλσΕλα'ειλικρινής: εἰλικρινής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ειλικρινής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ειλικρινής,
* McsElln.ειλικρινής@γλσΕλα,
Συγκριτικός εἰλικρινέστερος
Υπερθετικός εἰλικρινέστατος
1. αμιγής, καθαρός, όχι ανάμεικτος: εἰλικρινῆ ἕκαστα ἦσαν τὰ φῦλα
= καθένα από τα έθνη των πολεμιστών ήταν αμιγές.
2. καθαρός, απόλυτος: τῇ διανοί'α εἰλικρινεῖ χρῶμαι
= χρησιμοποιώ καθαρά τη διάνοια(και τίποτε άλλο).
ΝΕ ειλικρινής «άδολος, αληθινός».
[εἰλι-κρινής, όπου το β΄ συνθετ. από το ρ.κρίνω· το α΄ συνθετ. ανερμήνευτο, καθώς η σύνδεση με εἵλη, ἡ «το κάψιμο του ηλίου»δεν είναι ασφαλής].
γλσΕλα'ειμί: εἰμὶ::
* McsElln.ρήμα.ειμί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ειμί,
* McsElln.ειμί@γλσΕλα,
Παρατ. ἦν & ἦ
Μέλλ. ἔσομαι
Αόρ. β΄ ἐγενόμην
Παρακ. γέγονα
Υπερσ. ἐγεγόνειν
1. υπάρχω: ἂν ’ῇ τὸ στράτευμα
= αν το στράτευμα υπάρχει.
2. ως απρόσ. ρήμα που συντάσσεται με απαρέμφατο ἔστι είναι δυνατό: τούτων ἔστι τεκμήρια ὁρᾶν τὰ τρόπαια
= είναι δυνατό να βλέπει κανείς ως αποδείξεις τούτων τα τρόπαια.
μγ05.σ95
3. είμαι: σοφός ἐστιν
= είναι σοφός.
4. με δοτική κτητική έχω: ἔστι μοι καλὴ θυγάτηρ
= έχω όμορφη κόρη.
:=> παράγ. οὐσία, ὄν (ὄντος), ὀντότης.
ΝΕ είμαι (με τη σημ. 3).
[*ἐσ- + -μί, πβ. αρχ. ινδ. 'asmi
= εἰμί, 'asi
= εἶ,'asti
= ἐστί].
===
_stxElla: Ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον (ενν. ἐστί). == Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον. [Αριστ.Πολιτ.Α.125a2-3]
_stxElla: Οὗτός ἐστιν ἀνδρεῖος. == Αυτός είναι ανδρείος. [Δ.VIII.70]
_stxElla: Ἀναρxίας μεῖζον οὐκ ἔστιν κακόν. == Δεν υπάρxει μεγαλύτερο κακό από την αναρxία. [Σ.Αντ.672]
_stxElla: Τὸ λακωνίζειν ἐστὶ φιλοσοφεῖν. == Το "λακωνίζειν" είναι φιλοσοφία. [Π.Πρωτ.342e]
_stxElla: _stxSpace:μέxρι της πόλεως _stxSbc:επικλινές _stxVrb:ἐστὶν.
_stxElla: _stxHypothesis:Εἰ εἰσὶ βωμοί, _stxEffect:εἰσὶ καὶ θεοί. == Αν υπάρxουν βωμοί, υπάρxουν και θεοί. [Λουκ.Ζ.Τρ.51]
γλσΕλα'είμι: εἶμι::
* McsElln.ρήμα.είμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είμι,
* McsElln.είμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι στην αττική διάλεκτο το εἶμι χρησιμοποιείται όχι με σημασία ενεστώτα αλλά ως μέλλοντας του ἔρχομαι
1. πηγαίνω ή έρχομαι.
2. στην προστακτ. ἴθι (δή) εμπρός λοιπόν, εμπρός: ἴθι πέραινε
= εμπρός, τέλειωνε!
= ἄγε δή, ἴθι δή.
:=> παράγ. ἰταμός, ἰσθμός.
[*εἶ-μι, ομόρρ. με αρχ. ινδ. 'e-mi, προστ. ἴ-θι
= αρχ. ινδ. i-hi].εἶξα βλπ. ἔοικα
γλσΕλα'είπερ: εἴπερ::
* McsElln.σύνδεσμος.είπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είπερ,
* McsElln.είπερ@γλσΕλα,
υποδηλώνει ότι η υπόθεση συμφωνεί με την πραγματικότητα εάν πράγματι.
[σύνθ. λ. εἰ + περ].
γλσΕλα'είργω: εἵργω & εἴργω::
* McsElln.ρήμα.είργω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είργω,
* McsElln.είργω@γλσΕλα,
Παρατ. εἶργον
Μέλλ. εἴρξω
Αόρ. εἷρξα συνήθως με δασεία
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.εἴρξομαι«θα αποκλειστώ»
Παθ. αόρ. εἴρχθην
Παθ. παρακ. εἶργμαι κλείνω κάτι μέσα σε κάτι άλλο, αποκλείω κάποιον από κάπου, εμποδίζω: ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς εἴργομαι
= με αποκλείουν από την αγορά.
:=> παράγ. εἱρκτή, εἷρξις, εἱργμός.
[*ἐFεργ- + -jω > εἴργω].
γλσΕλα'ειρκτή: εἱρκτή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ειρκτή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ειρκτή,
* McsElln.ειρκτή@γλσΕλα,
φυλακή.
[επίθετο *εἱρκτός, -ή < εἵργ- (εἵργω) + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'εις: εἰς & ἐς::
* McsElln.πρόθεση.εις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εις,
* McsElln.εις@γλσΕλα,
Α. ως πρόθεση συντάσσεται πάντοτε με αιτιατική
1. για κίνηση σε τόπο σε, στον, στην, στο, στους, στις, στα, προς τον/την/το, προς τους/τις/τα: εἰσέβαλον εἰς τὴν Ἀττικήν. Κατέβην χθὲς εἰς Πειραιᾶ.
2. για χρόνο μέχρι, ως: εἰς τὴν ὑστεραίαν οὐχ ἧκε
= ως την επόμενη ημέρα δεν είχε έρθει.
3. δηλώνει το μέτρο ή το όριο: ἐς ὃ ἐμέμνηντο
= όσο μπορούσαν να θυμηθούν. ναῦς ἐς τὰς διακοσίας
= πλοία μέχρι διακόσια.
4. δηλώνει αναφορά σχετικά με: τὰ εἰς τὸν πόλεμον
= τα σχετικά με τον πόλεμο.
5. δηλώνει σκοπό: εἰς συμβουλὴν παρεκάλεσέ με
= με κάλεσε για να τον συμβουλεύσω.
Β. εἰσ-/ ἐσ- ως α΄ συνθετικό δηλώνει
1. μέσα, π.χ. εἰσέρχομαι. 2. επίταση, π.χ. εἰσορῶ.
[αργολ. και κρητ. ἐνς > εἰς, ἐς].εἷς, μία, ἕν ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΟαπόλυτο ένας, μία, ένα.
ΝΕ ένας, μία, ένα.
[*σεμς- > εἷς, *σεμ- > ἕν].
γλσΕλα'εισαγγελία: εἰσαγγελία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.εισαγγελία-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εισαγγελία,
* McsElln.εισαγγελία@γλσΕλα,
δημόσια καταγγελία.
ΝΕ εισαγγελία (όρος της δικαιοσύνης).
[παράγ. λ. εἰσαγγέλ-λω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'εισαγγέλλω: εἰσαγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.εισαγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εισαγγέλλω,
* McsElln.εισαγγέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγγέλλω καταγγέλλω κάποιον για κάτι: εἰσαγγέλλω τινὰ εἰς τὸν δῆμον ἐπὶ τυραννίδος αἰτί'α
= καταγγέλλω κάποιον στην εκκλησία του δήμου με την κατηγορία απολυταρχικής διακυβέρνησης.
[σύνθ. λ. εἰς + ἀγγέλλω].
γλσΕλα'εισάγω: εἰσάγω::
* McsElln.ρήμα.εισάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εισάγω,
* McsElln.εισάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. οδηγώ κάποιον μέσα σε ένα χώρο.
2. για εμπορεύματα κάνω εισαγωγή.
3. εἰσάγω δίκην / γραφήν καταθέτω αγωγή στο δικαστήριο.
ΝΕ εισάγω.
[σύνθ. λ. εἰς + ἄγω].
γλσΕλα'είσειμι: εἴσειμι::
* McsElln.ρήμα.είσειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είσειμι,
* McsElln.είσειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰσέρχομαι εισέρχομαι, μπαίνω μέσα.
:=> παράγ. εἰσιτήριον (< αττ. επιγρ. εἰσιτητήριον).
ΝΕ εισιτήριο.
[σύνθ. λ. εἰς + εἶμι].
γλσΕλα'εισέρxομαι: εἰσέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.εισέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εισέρxομαι,
* McsElln.εισέρxομαι@γλσΕλα,
Παρατ. εἰσ'ήειν
Μέλλ. εἴσειμι & εἰσελεύσομαι
Αόρ. β΄ εἰσῆλθονΓια τους άλλους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. μπαίνω μέσα, εισέρχομαι: εἰσέρχομαι εἰς οἴκημα. εἰσέρχομαι εἰς τὸν πόλεμον
= μπαίνω στον πόλεμο.
2. παρουσιάζομαι στο δικαστήριο ως κατήγορος ή ως κατηγορούμενος.
ΝΕ εισέρχομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. εἰς + ἔρχομαι].
γλσΕλα'εισηγέομαι: εἰσηγέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.εισηγέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εισηγέομαι,
* McsElln.εισηγέομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἡγέομαι -οῦμαι
1. προτείνω κάτι: εἰσηγεῖται γῆς ἀναδασμόν.τίς ἂν εἰσηγήσαιτο τοῖς πολεμίοις ἃ χρὴ ποι-
μγ05.σ96
εῖν;
= ποιος θα συμβούλευε τους εχθρούς αυτό που πρέπει να κάνουν;
2. συμβουλεύω: τοῖς νεωτέροις εἰσηγοῦμαι.
:=> παράγ. εἰσήγησις, εἰσηγητής.
ΝΕ εισηγούμαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. εἰς + ἡγέομαι].
γλσΕλα'εισφέρω: εἰσφέρω::
* McsElln.ρήμα.εισφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εισφέρω,
* McsElln.εισφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. συνεισφέρω, πληρώνω την εἰσφοράν (το φόρο δηλαδή ακίνητης ιδιοκτησίας, που οιΑθηναίοι πολίτες κατέβαλλαν για σκοπούς πολεμικής προετοιμασίας).
2. εισάγω, προτείνω: εἰσφέρω καινὰ δαιμόνια
= εισάγω καινούριους θεούς.
:=> παράγ. εἰσφορά.
ΝΕ εισφέρω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. εἰς + φέρω].
γλσΕλα'είσω: εἴσω & ἔσω::
* McsElln.επίρρημα.είσω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είσω,
* McsElln.είσω@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐσώτερον
Υπερθετικός ἐσώτατα προς τα μέσα, μέσα: σῶμα εἴσω νοσοῦν
= σώμα που νοσεί από μέσα.
= ἔνδον.
ΝΕ έσω ( λόγ., ο έσω άνθρωπος, εκ των έσω).
[πρόθ. εἰς + -ω αναλογικά προς τα ἄν-ω, κάτ-ω κτλ.].
γλσΕλα'είτα: εἶτα::
* McsElln.επίρρημα.είτα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'είτα,
* McsElln.είτα@γλσΕλα,
έπειτα, κατόπιν.
[σύνθ. λ. εἰ + τα, πβ. ἔπει-τα].εἴωθα βλπ. ἔθω.
γλσΕλα'ειωθώς: εἰωθώς, -υῖα, -ὸς::
* McsElln.επίθετο.ειωθώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ειωθώς,
* McsElln.ειωθώς@γλσΕλα,
συνηθισμένος, συνήθης.
ΝΕ στη λόγ. φράση κατά τα ειωθότα.
[μτχ. παρακ. του βλπ. ἔθω].
γλσΕλα'εκ: ἐκ & ἐξ::
* McsElln.πρόθεση.εκ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκ,
* McsElln.εκ@γλσΕλα,
από
Α. συντάσσεται με γενική και δηλώνει
1. κίνηση από έναν τόπο ή πράγμα: ἐξ ἀγορᾶς ἔρχεται
= έρχεται από την αγορά. πίνει ἐκ φιάλης
= πίνει από μια κούπα.
2. χρονική διάρκεια: ἐκ παιδὸς ἦν αὐτῷ ἑταῖρος
= ήταν φίλος του από την παιδική ηλικία.ἐκ πολλοῦ χρόνου
= πριν από πολύ χρόνο.
3. καταγωγή: οἱ ἐξ Ἡρακλέους
= οι απόγονοι του Ηρακλή.
4. αιτία: ἐτελεύτησεν ἐκ τοῦ τραύματος
= πέθανε από το τραύμα.
5. τρόπο: πάτριον ἡμῖν ἐκ τῶν πόνων τὰς ἀρετὰς κτᾶσθαι
= είναι πατροπαράδοτο σε μας με κόπους να αποκτούμε τις αρετές.
6. ύλη: πλοῖα ἐκ ξύλων.
Β. ἐκ-/ ἐξ- ως α΄ συνθετικό δηλώνει
1. έξω, π.χ. ἐξάγω, 2. επίταση, π.χ. ἐκμανθάνω, 3. καταγωγή, π.χ. ἔκγονος.
ΝΕ λόγ. εκ, εξ.
γλσΕλα'εκάς: ἑκὰς & ἕκας::
* McsElln.επίρρημα.εκάς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκάς,
* McsElln.εκάς@γλσΕλα,
μακριά: περιορᾶτε (τοὺς πολεμίους) οὐχ ἑκὰς ἀλλὰ ἐγγὺς ὄντας
= αδιαφορείτε για τους εχθρούς, που δεν είναι μακριά αλλά κοντά σας.
[αντων. γ΄ προσ. ἕ + -κάς, λ.χ. ἀνδρα-κὰς «κατά άνδρα»].
γλσΕλα'έκαστος: ἕκαστος, ἑκὰστη, ἕκαστον::
* McsElln.αντωνυμία.έκαστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έκαστος,
* McsElln.έκαστος@γλσΕλα,
αόριστη επιμεριστική αντωνυμία ο καθένας, καθένας: ὅσα εἶπον ἕκαστοι, χαλεπὸν διαμνημονεῦσαι
= είναι δύσκολο να θυμάται κανείς όσα είπε ο καθένας τους.
ΝΕ έκαστος (λόγ., αντί καθένας).
:=> παράγ. ἑκάστοτε, ἑκάστοθι, ἑκασταχόσε,ἑκασταχοῦ.
[σύνθ. λ. *ἑκάς + τις, γεν. *ἑκάς τεο > ἑκάστου, από όπου η νέα ονομαστ. ἕκαστος].
γλσΕλα'εκάτερος: ἑκάτερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.επίθετο.εκάτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκάτερος,
* McsElln.εκάτερος@γλσΕλα,
ο καθένας από τους δύο χωριστά: ἑκάτερος ὑμῶν
= ο καθένας σας.
:=> παράγ. ἑκατέρωθεν, ἑκατέρωθι, ἑκατέρωσε, ἑκατεράκις.
ΝΕ στη λόγ. φρ. έτερον εκάτερον.
[από την ανάλυση του ἕκασ-τος ως ἕκα-στος προέκυψε το ἑκά-τερος, όπου το -τερος είναι το επίθημα για τη σύγκριση].
γλσΕλα'Εκατομβαιών: Ἑκατομβαιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Εκατομβαιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Εκατομβαιών,
* McsElln.Εκατομβαιών@γλσΕλα,
ο πρώτος μήνας του αττικού έτους (15 Ιουνίου έως 15 Ιουλίου), κατά τον οποίο τελούνταν τα Παναθήναια, η πιο μεγάλη γιορτή των Αθηναίων.
[ἑκατόμβαι-ος «αυτός στον οποίο προσφέρονται εκατόμβες» + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'εκατόμβη: ἑκατόμβη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.εκατόμβη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκατόμβη,
* McsElln.εκατόμβη@γλσΕλα,
θυσία εκατό βοδιών, και γενικότερα οποιαδήποτε θυσία ζώων.
[σύνθ. λ. ἑκατόν + βο_υς, *ἑκατόμβF_α].
γλσΕλα'εκβαίνω: ἐκβαίνω::
* McsElln.ρήμα.εκβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκβαίνω,
* McsElln.εκβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω βγαίνω έξω από κάτι: ἐκ τῆς νεώς
= από το πλοίο. τῆς εἰωθυίας διαίτης
= από το συνηθισμένο τρόπο ζωής.
:=> παράγ. ἔκβασις.
=/ εἰσβαίνω, ἐμβαίνω.
[σύνθ. λ. ἐκ + βαίνω].
γλσΕλα'εκβάλλω: ἐκβάλλω::
* McsElln.ρήμα.εκβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκβάλλω,
* McsElln.εκβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω πετάω κάποιον έξω από ένα μέρος, εξορίζω:ἐκβάλλω τινὰ ἔξω τῆς πόλεως. ἐκβάλλω γυναῖκα ἐκ τῆς οἰκίας
= διώχνω τη γυναίκα από το σπίτι, τη χωρίζω.
ΝΕ εκβάλλω (λόγ.).
[σύνθ. λ. ἐκ + βάλλω].
γλσΕλα'εκβολή: ἐκβολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.εκβολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκβολή,
* McsElln.εκβολή@γλσΕλα,
1. εκδίωξη, εξορία: ἡ τῶν τυράννων ἐκβολή.
μγ05.σ97
2. εκβολή ποταμού.
ΝΕ εκβολή (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐκβάλλω + παρ. επίθ. -ή, πβ. βολή <βάλλω].
γλσΕλα'έκγονος: ἔκγονος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.έκγονος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έκγονος,
* McsElln.έκγονος@γλσΕλα,
1. αυτός που κατάγεται από κάποιον: ἀδικία ὕβρεως ἔκγονος
= η αδικία γεννιέται από τη θρασύτητα.
2. ως ουσιαστ. ο απόγονος.
[σύνθ. λ. ἐκ + *γον- (γέ-γον-α < γίγνομαι, γόνος)].
γλσΕλα'εκδίδωμι: ἐκδίδωμι::
* McsElln.ρήμα.εκδίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκδίδωμι,
* McsElln.εκδίδωμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δίδωμι
1. παραδίδω: ἐκδίδωμι τινὰ τοῖς ἐχθροῖς.
2. ἐκδίδωμί τινι θυγατέρα δίνω την κόρη μου σε κάποιον, για να την παντρευτεί.
3. νοικιάζω κάτι σε κάποιον.
4. για σύγγραμμα δημοσιεύω, εκδίδω.
:=> παράγ. ἔκδοσις, ἐκδότης, ἔκδοτος.
ΝΕ εκδίδω (με τη σημ. 4).
[σύνθ. λ. ἐκ + δίδωμι].
γλσΕλα'εκδύω: ἐκδύω::
* McsElln.ρήμα.εκδύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκδύω,
* McsElln.εκδύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐξέδυον
Μέλλ. ἐκδύσω
Αόρ. α΄ ἐξέδυσα
Μέσ. μέλλ. ἐκδύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐξεδυσάμην
Παθ. αόρ. ἐξεδύθην
Παθ. παρακ. ἐκδέδυμαι ξεντύνω κάποιον: ἐξέδυσαν αὐτὸν τὸν χιτῶνα
= του έβγαλαν το χιτώνα.
[σύνθ. λ. ἐκ + δύω].
γλσΕλα'εκεί: ἐκεῖ::
* McsElln.επίρρημα.εκεί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκεί,
* McsElln.εκεί@γλσΕλα,
εκεί, σε εκείνο το μέρος.
=/ ἐνδάθε «εδώ».
:=> παράγ. ἐκεῖθεν «από εκείνο το μέρος», ἐκεῖσε «προς εκείνο το μέρος».
ΝΕ εκεί.
[βλπ. ἐκε_ι-νος].
γλσΕλα'εκείνος: ἐκεῖνος, -η, -ο::
* McsElln.αντωνυμία.εκείνος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκείνος,
* McsElln.εκείνος@γλσΕλα,
δεικτική
1. για πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονται μακριά εκείνος, ο άνθρωπος ή το πράγμα εκεί.
2. όταν το οὗτος και το ἐκεῖνος αφορούν σε δύο πράγματα που έχουν αναφερθεί προηγουμένως, τότε το οὗτος αφορά στο πλησιέστερο, ενώ το ἐκεῖνος στο πιο απομακρυσμένο.
3. η δοτ. ενικού του θηλ. ως επίρρημα ἐκείνῃ α.σε εκείνο το μέρος.
β. με εκείνο τον τρόπο.
ΝΕ εκείνος (με τη σημ. 1).
[*ε-κε-εν-ος, όπου το *ε- είναι δεικτικό επίρρ.(πβ. ἐ-κεῖ, ρωσ. e-to «ιδού»), το -κε- επίσης δεικτικό (πβ. λατ. ec-ce «ιδού») και για το -ενπβ. χετιτ. en-is «ο αναφερθείς»].
γλσΕλα'εκκλησία: ἐκκλησία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.εκκλησία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκκλησία,
* McsElln.εκκλησία@γλσΕλα,
συνέλευση, συγκέντρωση: ἐκκλησία τοῦ δήμου
= συνέλευση των δημοτών.
:=> παράγ. ἐκκλησιάζω, ἐκκλησιαστικός.
ΝΕ εκκλησία (με τη θρησκευτική σημ.).
[ουσ. του ἐκκλητὸς «καλεσμένος»: *ἐκκλητ-ία> ἐκκλησία, πβ. ἔκκλησις].
γλσΕλα'εκκλησιάζω: ἐκκλησιάζω::
* McsElln.ρήμα.εκκλησιάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκκλησιάζω,
* McsElln.εκκλησιάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠκκλησίαζον & ἐξεκλησίαζον
Μέλλ. ἐκκλησιάσω
Αόρ. ἐξεκλησίασα συγκαλώ συνέλευση, συζητώ κάποιο θέμα στη συνέλευση: ἔμελλον ἐκκλησιάσειν περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ πολέμου
= επρόκειτο να συζητήσουν στη συνέλευση σχετικά με τη διακοπή του πολέμου.
ΝΕ εκκλησιάζομαι «παρίσταμαι στην εκκλησία κτλ.».
[παράγ. λ. ἐκκλησία + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'εκκομίζω: ἐκκομίζω::
* McsElln.ρήμα.εκκομίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκκομίζω,
* McsElln.εκκομίζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κομίζω μεταφέρω σε ασφαλές μέρος.
[σύνθ. λ. ἐκ + κομίζω].
γλσΕλα'εκκρούω: ἐκκρούω::
* McsElln.ρήμα.εκκρούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκκρούω,
* McsElln.εκκρούω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρούω
1. βγάζω κάτι χτυπώντας το (π.χ. πάσσαλον).
2. αποκρούω: μάχῃ ἐξέκρουσαν τοὺς ἐπιόντας
= απέκρουσαν τους επιτιθέμενους στη μάχη.
ΝΕ εκκρούω (λόγ.).
[σύνθ. λ. ἐκ + κρούω].
γλσΕλα'εκλαμβάνω: ἐκλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.εκλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκλαμβάνω,
* McsElln.εκλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. αρπάζω: ἐκλαμβάνω βί'α τοὺς παῖδας.
2. αντιλαμβάνομαι κάτι με έναν ορισμένο τρόπο, εκλαμβάνω: οὕτως ἐκλαμβάνω τοὺς νόμους
= έτσι αντιλαμβάνομαι τη σημασία των νόμων.
ΝΕ εκλαμβάνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐκ + λαμβάνω].
γλσΕλα'εκλέγω: ἐκλέγω::
* McsElln.ρήμα.εκλέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκλέγω,
* McsElln.εκλέγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. συλλέγω
1. εκλέγω.
2. συλλέγω (φόρους) κτλ.
:=> παράγ. ἐκλογή.
ΝΕ εκλέγω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐκ + λέγω].
γλσΕλα'εκλείπω: ἐκλείπω::
* McsElln.ρήμα.εκλείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκλείπω,
* McsElln.εκλείπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λείπω
1. παραλείπω: εἴ τι ἐξέλιπον, σὸν ἔργον ἀναπληρῶσαι
= αν τυχόν παρέλειψα κάτι, είναι δικό σου έργο να το συμπληρώσεις.
2. εγκαταλείπω: ἐκλείπω τὴν τάξιν
= εγκαταλείπω τη θέση μου στην παράταξη της μάχης.
3. ως αμετάβατο πεθαίνω: οἱ ἐκλιπόντες
= οι πεθαμένοι.
:=> παράγ. ἔκλειψις (ἡλίου).
μγ05.σ98
ΝΕ εκλείπω «εξαφανίζομαι».
[σύνθ. λ. ἐκ + λείπω].
===
_stxElla: ἐκλείπω τινί. == εγκαταλείπω κάτι.
γλσΕλα'εκλύω: ἐκλύω::
* McsElln.ρήμα.εκλύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκλύω,
* McsElln.εκλύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λύω
1. μέσο ἐκλύομαι απελευθερώνω, λυτρώνω: ἐξελύσαντο τοὺς Ἀργείους.
2. τερματίζω: ἐκλύω ἔριν
= θέτω τέρμα στον καβγά.
3. παθ. φωνή ἐκλύομαι χαλαρώνω: ἐξελύθησαν πρὸς τὸν πόλεμον
= χαλάρωσαν τις πολεμικές τους προσπάθειες.
ΝΕ εκλύω (λόγ., λ.χ. εκλύει μεγάλες ποσότητες ραδιενέργειας).
[σύνθ. λ. ἐκ + λύω].
γλσΕλα'εκούσιος: ἑκούσιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.εκούσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκούσιος,
* McsElln.εκούσιος@γλσΕλα,
που ενεργεί με τη θέλησή του, εθελούσιος, θεληματικός.
= ἑκών.
=/ ἄκων, ἀκούσιος.
ΝΕ εκούσιος.
[παράγ. λ. ἑκών, -όντος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'εκπίπτω: ἐκπίπτω::
* McsElln.ρήμα.εκπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκπίπτω,
* McsElln.εκπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. ναυαγώ.
2. χάνω την περιουσία ή τη δύναμή μου, ξεπέφτω: ἐκ τῶν πατρ'ώων ἐκπεπτωκότες
= έχοντας χάσει την πατρική περιουσία.
=> μεταφορικά ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει
= η αγάπη δε χάνει ποτέ τη δύναμή της, την αξία της.
3. εξορίζομαι: τῆς πόλεως ἐκπίπτω.
:=> παράγ. ἔκπτωσις.
ΝΕ εκπίπτω (λ.χ. από ένα αξίωμα αλλά και«ξεπέφτω» με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐκ + πίπτω].
γλσΕλα'εκπληρόω: ἐκπληρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εκπληρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκπληρόω,
* McsElln.εκπληρόω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πληρόω -ῶ
1. συμπληρώνω (αριθμητικά): ἱππέας ἐξεπλήρωσαν εἰς δισχιλίους
= συμπλήρωσαν τον αριθμό των ιππέων σε δύο χιλιάδες.
2. πληρώνω ολόκληρο ένα χρηματικό ποσό.
3. με τη σημερινή σημ. εκπληρώνω.
:=> παράγ. ἐκπλήρωσις.
ΝΕ εκπληρώνω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐκ + πληρόω].
γλσΕλα'εκπλήττω: ἐκπλήττω::
* McsElln.ρήμα.εκπλήττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκπλήττω,
* McsElln.εκπλήττω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πλήττω
1. απομακρύνω, διώχνω: φόβος μνήμην ἐκπλήττει.
2. καταπλήσσω κάποιον, του προκαλώ κατάπληξη, τον ξαφνιάζω, τον σαστίζω, τον τρομάζω: ἐκπλαγεὶς τῷ μεγέθει τῶν κακῶν
= επειδή εξεπλάγη από το μέγεθος της συμφοράς.
:=> παράγ. ἔκπαγλος, ἔκπληξις, ἔκπληκτος, ἐκπληκτικός.
ΝΕ εκπλήσσω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐκ + πλήττω].
γλσΕλα'εκποδών: ἐκποδὼν::
* McsElln.επίρρημα.εκποδών@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκποδών,
* McsElln.εκποδών@γλσΕλα,
έξω απ’ τα πόδια κάποιου, έξω από το δρόμο του, μακριά: ἄπαγε σεαυτὸν ἐκποδών
= φύγε απ’ τα πόδια μου. ἐκποδὼν ποιοῦμαί τινα
= βγάζω κάποιον από το δρόμο μου.
=/ ἐμποδών«μέσα στα πόδια κάποιου».
ΝΕ στη λόγ. φρ. θέτω εκποδών κάποιον.
[σύνθ. ἐκ + ποδ- (πούς, ποδ-ός) + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'εκπορίζω: ἐκπορίζω::
* McsElln.ρήμα.εκπορίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκπορίζω,
* McsElln.εκπορίζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πορίζω προμηθεύω: ἐκπορίζω τινὶ ὅπλα / χρήματα.
[σύνθ. λ. ἐκ + πορίζω].
γλσΕλα'εκτρέπω: ἐκτρέπω::
* McsElln.ρήμα.εκτρέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκτρέπω,
* McsElln.εκτρέπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρέπω βγάζω από την τροχιά, βγάζω από το δρόμο, κάνω εκτροπή: ἐκτρέπω τὸ ‘ρεῖθρον τοῦ ποταμοῦ
= αλλάζω την κοίτη του ποταμού.
:=> παράγ. ἐκτροπή.
ΝΕ εκτρέπω (λ.χ. το όχημα εξετράπη της πορείας του).
[σύνθ. λ. ἐκ + τρέπω].
γλσΕλα'εκτρέφω: ἐκτρέφω::
* McsElln.ρήμα.εκτρέφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκτρέφω,
* McsElln.εκτρέφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρέφω
1. ανατρέφω: ἐκτρέφω παῖδα.
2. για φυτά τρέφω: ἐκτρέφει ἡ γῆ τὸ σπέρμα
= η γη εκτρέφει το σπόρο.
:=> παράγ. ἐκτροφή.
ΝΕ εκτρέφω (με τη σημ. 2 για τα ζώα ή αφηρημένες έννοιες, λ.χ. εκτρέφω ζώα, τη βία).
[σύνθ. λ. ἐκ + τρέφω].
γλσΕλα'εκφαίνω: ἐκφαίνω::
* McsElln.ρήμα.εκφαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκφαίνω,
* McsElln.εκφαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φαίνω
1. παθ. φωνή ἐκφαίνομαι φανερώνομαι, γίνομαι φανερός.
2. ἐκφαίνω πόλεμον πρός τινα
= κηρύσσω πόλεμο εναντίον κάποιου.
:=> παράγ. ἔκφανσις.
ΝΕ έκφανση.
[σύνθ. λ. ἐκ + φαίνω].
γλσΕλα'εκφέρω: ἐκφέρω::
* McsElln.ρήμα.εκφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκφέρω,
* McsElln.εκφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. βγάζω κάτι έξω από κάπου: ἐκφέρω ὅπλα ἐκ μεγάρου
= βγάζω τα όπλα από το ναό.
2. φανερώνω: ἐκφέρω τὴν ἀπάτην.
3. ἐκφέρω πόλεμον
= αρχίζω πόλεμο.
4. παθ. φωνή ἐκφέρομαι παραφέρομαι: ὀργῇ ἐκφέρονται
= παραφέρονται από οργή.
:=> παράγ. ἐκφορά.
ΝΕ εκφέρω (λ.χ. εκφέρω άποψη).
[σύνθ. λ. ἐκ + φέρω].
γλσΕλα'εκφεύγω: ἐκφεύγω::
* McsElln.ρήμα.εκφεύγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκφεύγω,
* McsElln.εκφεύγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φεύγω διαφεύγω, δραπετεύω, ξεφεύγω.
μγ05.σ99
ΝΕ εκφεύγω.
[σύνθ. λ. ἐκ + φεύγω].
γλσΕλα'εκών: ἑκών, -οῦσα, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.εκών@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εκών,
* McsElln.εκών@γλσΕλα,
που ενεργεί με τη θέλησή του, εκούσιος, πρόθυμος.
= ἑκούσιος.
=/ ἄκων, ἀκούσιος.
[*Fεκ- «θέλω» (ἕνεκα, ἕκατι «εξαιτίας») +παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'έλαιον: ἔλαιον, -αίου::
* McsElln.ουσιαστικό.έλαιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έλαιον,
* McsElln.έλαιον@γλσΕλα,
λάδι ελιάς.
ΝΕ έλαιο (λόγ.), λάδι.
[πβ. κυπρ. ἔλαιFον
= ἔλαιον, μεσογ. λ.].
γλσΕλα'ελάττων: ἐλάττων, -ονος (ὁ, ἡ), ἔλαττον (τό)::
* McsElln.επίθετο.ελάττων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελάττων,
* McsElln.ελάττων@γλσΕλα,
συγκρ. του μικρός· ο κοινός τύπος είναι ἐλάσσων.
1. μικρότερος, λιγότερος.
=/ μείζων.
2. κατώτερος σε σχέση με κάτι, που υποκύπτει σε αυτό: ἐλάττων σιτίων
= που υποκύπτει στο πολύ φαγητό.
:=> παράγ. ἐλαττόω.
ΝΕ ελάσσων (λόγ.).
[παράγ. λ. ἐλαχὺς «ελαφρός» + παρ. επίθ. -j +παρ. επίθ. -ων, *ἐλάχ-jων > ἐλάττων].
γλσΕλα'ελαύνω: ἐλαύνω::
* McsElln.ρήμα.ελαύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελαύνω,
* McsElln.ελαύνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤλαυνον
Μέλλ. ἐλῶ (-ᾷς, -ᾷ)
Αόρ. ἤλασα
Παρακ. ἐλήλακα
Υπερσ. ἐληλάκειν
Παθ. μέλλ. ἐλασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλασάμην
Παθ. αόρ. ἠλάθην
Παθ. παρακ. ἐλήλαμαι
1. προχωρώ επάνω σε άμαξα:
ἐπὶ ζευγῶν ἐλαύνω == προχωρώ με άμαξα που τη σέρνουν δύο άλογα.
2. ως αμετάβατο ἐλαύνω προχωρώ:
πόρρω σοφίας ἐλαύνω == προχωρώ μακριά σε σοφία(προοδεύω, προκόβω σε σοφία).
3. παθ. φωνή ἐλαύνομαι καταδιώκομαι:
ὑπὸ οἴστρου ἐλαύνομαι == με καταδιώκει ο οίστρος, η βοϊδόμυγα.
:=> παράγ. ἔλασις, σύνθ. προέλασις, παρέλασις.
ΝΕ ελαύνομαι «οδηγούμαι ασυνείδητα».
[*ἐλα-υν-, αβέβ. ετυμ.].
===
_stxElla: ἐλαύνω τὸν ἵππον. == κινώ το άλογο.
_stxElla: ἐλαύνω τῷ ἵππῳ. == τρέxω με το άλογο.
γλσΕλα'Ελαφηβολιών: Ἐλαφηβολιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Ελαφηβολιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ελαφηβολιών,
* McsElln.Ελαφηβολιών@γλσΕλα,
ο ένατος μήνας του αττικού έτους (15 Φεβρουαρίου-15 Μαρτίου), κατά τον οποίο τελούνταν τα Μεγάλα Διονύσια με τις παραστάσεις δράματος.
[ἐλαφηβόλι-ος «που βάλλει κατά των ελάφων»,+ παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'ελαφρός: ἐλαφρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ελαφρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελαφρός,
* McsElln.ελαφρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐλαφρότερος
Υπερθετικός ἐλαφρότατος
1. ελαφρύς, ελαφρός.
=/ βαρύς.
2. εύκολος, πιο υποφερτός.
3. ευπροσάρμοστος: ἐμαυτὸν ἐλαφρὸν τοῖς συνοῦσι παρέχω
= παρουσιάζομαι προσαρμοστικός με όσους με συναναστρέφονται.
ΝΕ ελαφρός (με τη σημ. 1).
[*ἐλαφ- (= *ἐλαχ-, ἐλαχ-ύς, βλπ. ἐλάχιστος) +αρ. επίθ. -ός > *ἐλαφ-ός > ἐλαφ-ρὸς κατά τα επίθετα σε -ρός, λ.χ. ἀνια-ρός].
γλσΕλα'ελάxιστος: ἐλάχιστος, -ίστη, -ιστον::
* McsElln.επίθετο.ελάxιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελάxιστος,
* McsElln.ελάxιστος@γλσΕλα,
υπερθετικός βαθμός του βλπ. μικρὸς πάρα πολύ μικρός ή πάρα πολύ λίγος: δι' ἐλαχίστου χρόνου
= σε πολύ λίγο χρόνο. ἐλάχιστος τὸν ἀριθμόν
= πολύ λίγος αριθμητικά.
=> έκφραση περὶ ἐλαχίστου ποιοῦμαί τι υπολογίζω κάτι πάρα πολύ λίγο.
ΝΕ ελάχιστος.
[*ἐλαχύ- + -ς, ομόρρ. του αρχ. ινδ. Lagh'u-«γρήγορος, ελαφρύς»].
γλσΕλα'ελέγxω: ἐλέγχω::
* McsElln.ρήμα.ελέγxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελέγxω,
* McsElln.ελέγxω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤλεγχον
Μέλλ. ἐλέγξω
Αόρ. ἤλεγξα
Παθ. μέλλ. ἐλεγχθήσομαιΠαθ.αόρ. ἠλέγχθην
Παθ. παρακ. ἐλήλεγμαι
Παθ. υπερσ. ἐληλέγμην
1. ανακρίνω, εξετάζω.
2. κατηγορώ κάποιον: ἐλεγχθήσεται γελοῖος ὤν
= θα κατηγορηθεί ότι είναι γελοίος.
3. αποδεικνύω.
4. ανασκευάζω, αναιρώ (επιχείρημα).
:=> παράγ. ἔλεγχος, σύνθ. ἀνεξέλεγκτος.
ΝΕ ελέγχω (με τη σημ. 1).
[*ελεγ-, *ελεχ-, συγγεν. με ἐλαχ-, βλπ. ἐλάχιστος].
γλσΕλα'ελεεινός: ἐλεεινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ελεεινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελεεινός,
* McsElln.ελεεινός@γλσΕλα,
αυτός που αξίζει να τον συμπονέσει κανείς, αξιολύπητος.
:=> παράγ. ἐλεεινῶς.
ΝΕ ελεεινός (με την ίδια σημ., λ.χ. ελεεινές συνθήκες).
[παράγ. λ. μάλλον ἔλεος, ὁ + παρ. επίθ. -εινὸς κατά το ἀλγ-εινὸς παρά ἔλεος, τὸ (< *ελεσε +-ς) + παρ. επίθ. -ινός, εφόσον το ἔλεος, τὸ είναι μεταγεν.].
γλσΕλα'ελεέω: ἐλεέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ελεέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελεέω,
* McsElln.ελεέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠλέουν
Μέλλ. ἐλεήσω
Αόρ. ἠλέησα αισθάνομαι συμπόνια για κάποιον, τον συμπονώ, τον λυπούμαι: ἐπὶ τοῖς ἀκουσίοις παθήμασιν ἐλεῶ τινα
= συμπονώ κάποιον για τις συμφορές που δεν προκάλεσε ο ίδιος.
:=> παράγ. ἐλεήμων.
=/ οἰκτίρω.
[παράγ. λ. ἔλεος + παρ. επίθ. -έω].
μγ05.σ100
γλσΕλα'ελεήμων: ἐλεήμων, -ων, ἐλεῆμον::
* McsElln.επίθετο.ελεήμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελεήμων,
* McsElln.ελεήμων@γλσΕλα,
ευσπλαχνικός, που συμπονεί.
:=> παράγ. ἐλεημοσύνη «συμπόνια».
ΝΕ ελεήμων ή ελεήμονας.
[παράγ. λ. ἐλεέω + παρ. επίθ. -μων].
γλσΕλα'έλεος: ἔλεος, -έου::
* McsElln.ουσιαστικό.έλεος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έλεος,
* McsElln.έλεος@γλσΕλα,
οίκτος, συμπόνια: ἄξιος ἐλέου τυχεῖν παρ’ ὑμῶν
= αξίζει να τον συμπονέσετε.
:=> παράγ. ἐλεεινός, ἐλεέω.
ΝΕ το έλεος (όχι ὁ ἔλεος, όπως στα αρχαία).
[πιθ. ηχομιμ., πβ. ἐλελεῦ].
γλσΕλα'ελευθέριος: ἐλευθέριος, -ιος & -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.ελευθέριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελευθέριος,
* McsElln.ελευθέριος@γλσΕλα,
1. αυτός που συμπεριφέρεται ως ελεύθερος άνθρωπος και όχι ως δούλος.
2. γενναιόδωρος: ἐλευθέριος εἰς χρήματα.
3. αυτός που ταιριάζει σε ελεύθερο άνθρωπο:ἐλευθέριος βίος.
ΝΕ ελευθέριος (λ.χ. ελευθέριο επάγγελμα).
[παράγ. ἐλεύθερος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'ελευθερόω: ἐλευθερόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ελευθερόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελευθερόω,
* McsElln.ελευθερόω@γλσΕλα,
1. ελευθερώνω.
=/ δουλόω. 2. αθωώνω.
:=> παράγ. ἐλευθέρωσις, ἐλευθερωτής.
ΝΕ ελευθερώνω.
[παράγ. λ. ἐλεύθερος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'ελίττω: ἑλίττω::
* McsElln.ρήμα.ελίττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελίττω,
* McsElln.ελίττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἑλίσσω
Παρατ. εἵλιττον
Μέλλ. ἑλίξω
Αόρ. εἵλιξα
Παθ. αόρ. εἱλίχθην
Παθ. παρακ. εἵλιγμαι & ἑλήλιγμαι περιστρέφω κάτι, τυλίγω.
ΝΕ ελίσσομαι, περιελίσσομαι.
[*Fελ-, *Fελικ- (από όπου ἕλιξ, -ικος, ὁ) +παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'έλκω: ἕλκω::
* McsElln.ρήμα.έλκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έλκω,
* McsElln.έλκω@γλσΕλα,
μεταγενέστερο ἑλκύω
Παρατ. εἷλκον
Μέλλ. ἕλξω
Αόρ. εἵλκυσα
Παρακ. εἵλκυκα
Μέσ. μέλλ. ἑλκύσομαι
Παθ. μέλλ. ἑλκυσθήσομαι
Μέσ. αόρ. εἱλκυσάμην
Παθ. αόρ. εἱλκύσθην
Παθ. παρακ. εἵλκυσμαι
Παθ. υπερσ. εἱλκύσμην
1. έλκω, σύρω, τραβώ: εἷλκον τὰς νευράς
= τραβούσαν τις νευρές των τόξων (ώστε να τα τεντώσουν).
2. ρυμουλκώ (πλοίο).
:=> παράγ. ἕλξις, ἑλκτός, σύνθ. ἀμφέλκω, διέλκω.
ΝΕ έλκω, εκλκύω.
[*ἑλκ- «σύρω», πβ. λιθ. velk`u].
γλσΕλα'Ελλανοδίκαι: Ἑλλανοδίκαι, -ῶν::
* McsElln.ουσιαστικό.Ελλανοδίκαι-οἱ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ελλανοδίκαι,
* McsElln.Ελλανοδίκαι@γλσΕλα,
κύριο όνομα οι κριτές των Ολυμπιακών Αγώνων.
[Ἑλλανο-
= Ἑλληνο- + -*δίκας
= *δίκης < δικάζω].
γλσΕλα'ελλείπω: ἐλλείπω::
* McsElln.ρήμα.ελλείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελλείπω,
* McsElln.ελλείπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λείπω
1. παραλείπω να κάνω κάτι: λέγε μηδὲν ἐλλείπων
= λέγε χωρίς να παραλείψεις τίποτε.
2. έχω έλλειψη από κάτι: ἐλλείπω χρημάτων.
3. ως απρόσωπο: ἐλλείπει σίτων καὶ ποτῶν
= υπάρχει έλλειψη τροφίμων και ποτών.
4. υστερώ σε κάτι, είμαι κατώτερος: ἐμπειρί'α οὐκ ἐλλείπω ἐκείνων
= δεν υστερώ σε εμπειρία σε σχέση με εκείνους.
:=> παράγ. ἐλλιπής, ἔλλειψις, ἔλλειμμα.
ΝΕ ελλιπής, έλλειψη, έλλειμμα.
[σύνθ. λ. ἐν + λείπω].
γλσΕλα'ελληνίζω: ἑλληνίζω::
* McsElln.ρήμα.ελληνίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελληνίζω,
* McsElln.ελληνίζω@γλσΕλα,
1. μιλώ ελληνικά. 2. μιλώ και γράφω σωστά ελληνικά. 3. εξελληνίζω.
[παράγ. λ. Ἕλλην + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'ελπίζω: ἐλπίζω::
* McsElln.ρήμα.ελπίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελπίζω,
* McsElln.ελπίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤλπιζον
Μέλλ. ἐλπίσω & ἐλπιῶ
Αόρ. ἤλπισα
Παρακ. ἤλπικα
Παθ. αόρ. ἠλπίσθην
Παθ. παρακ. ἤλπισμαι
1. ελπίζω.
2. περιμένω, προσδοκώ, προβλέπω: τοῦτο τὸ κακὸν οὐδέποτε ἤλπισα
= ποτέ δεν περίμενα αυτό το κακό.
ΝΕ ελπίζω.
[παράγ. λ. ἐλπίς + παρ. επίθ. -ίζω > ἐλπίζω <*ἐλπίδ-jω].
γλσΕλα'ελπίς: ἐλπίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.ελπίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ελπίς,
* McsElln.ελπίς@γλσΕλα,
1. ελπίδα.
2. προσδοκία (είτε καλή είτε κακή), αυτό που περιμένει κανείς: πρᾶγμα μόνον ἐλπίδος κρεῖσσον γεγενημένον
= το μοναδικό πράγμα που έχει ξεπεράσει αυτό που περιμέναμε.
ΝΕ ελπίδα.
γλσΕλα'εμαυτού: ἐμαυτοῦ, ἐμαυτῆς::
* McsElln.αντωνυμία.εμαυτού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμαυτού,
* McsElln.εμαυτού@γλσΕλα,
αυτοπαθής α΄ προσώπου του εαυτού μου.
[σύνθ. λ. ἐμοῦ + αὐτοῦ].
γλσΕλα'εμβαίνω: ἐμβαίνω::
* McsElln.ρήμα.εμβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμβαίνω,
* McsElln.εμβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω μπαίνω, και ειδικότερα επιβιβάζομαι: ἐμβαίνω ἐς πλοῖον
= επιβιβάζομαι σε πλοίο.
=> μεταφορικά ἐμβαίνω εἰς κίνδυνον
= μπαίνω σε κίνδυνο.
μγ05.σ101
ΝΕ μπαίνω.
[σύνθ. λ. ἐν + βαίνω].
γλσΕλα'εμβάλλω: ἐμβάλλω::
* McsElln.ρήμα.εμβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμβάλλω,
* McsElln.εμβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. ρίχνω κάποιον ή κάτι μέσα σε κάτι: ἐμβάλλω τινὰ εἰς συμφοράς
= ρίχνω κάποιον σε συμφορές.
2. ρίχνω κάτι εναντίον κάποιου: ἐμβάλλω λίθον τινὶ εἰς κεφαλήν
= ρίχνω πέτρα στο κεφάλι κάποιου.
3. εισβάλλω: ἐμβάλλω εἰς τὸν Ἰσθμόν.
ΝΕ εμβάλλω (εμβάλλω κάποιον σε υποψίες).
[σύνθ. λ. ἐν + βάλλω].
γλσΕλα'εμβιβάζω: ἐμβιβάζω::
* McsElln.ρήμα.εμβιβάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμβιβάζω,
* McsElln.εμβιβάζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βιβάζω
1. βάζω μέσα, επιβιβάζω (σε πλοίο).
2. καθοδηγώ προς ένα πράγμα: εἰς τὴν δικαιοσύνην τοὺς οἰκέτας
= καθοδηγώ τους δούλους στη δικαιοσύνη.
[σύνθ. λ. ἐν + βιβάζω].
γλσΕλα'εμμένω: ἐμμένω::
* McsElln.ρήμα.εμμένω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμμένω,
* McsElln.εμμένω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μένω
1. μένω κάπου: ἐμμένω ἐν τῇ Ἀττικῇ.
2. μένω σταθερός: ἐμμένω ταῖς συνθήκαις.
:=> παράγ. ἐμμενής, ἐμμονή, ἔμμονος.
ΝΕ εμμένω (με σημ. 2, λ.χ. στις απόψεις μου).
[σύνθ. λ. ἐν + μένω].
γλσΕλα'εμός: ἐμός, -ή, -ὸν::
* McsElln.αντωνυμία.εμός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμός,
* McsElln.εμός@γλσΕλα,
κτητική α΄ προσώπου δικός μου, δική μου, δικό μου: οἱ ἐμοὶ ἑταῖροι
= οι σύντροφοί μου.
[ἐγώ, γεν. ἐμ-οῦ + -ός].
γλσΕλα'έμπαλιν: ἔμπαλιν::
* McsElln.επίρρημα.έμπαλιν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έμπαλιν,
* McsElln.έμπαλιν@γλσΕλα,
συνήθως με το άρθρο: τὸ ἔμπαλιν ή τοὔμπαλιν
1. προς τα πίσω: εἰς τοὔμπαλιν ἄπιμεν
= γυρίζουμε πίσω.
2. αντίστροφα, αντίθετα: τοὔμπαλιν οὗ βούλονται
= το αντίθετο από αυτό που θέλουν.
[τὸ ἔμπαλιν < ἐν + πάλιν].
γλσΕλα'εμπίμπλημι: ἐμπίμπλημι::
* McsElln.ρήμα.εμπίμπλημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμπίμπλημι,
* McsElln.εμπίμπλημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίμπλημι γεμίζω: ἐμπίμπλημί τινα ἐλπίδων κενῶν
= γεμίζω κάποιον με κενές ελπίδες.
=/ ἐκκενόω.
[σύνθ. λ. ἐν + πίμπλημι].
γλσΕλα'εμπίμπρημι: ἐμπίμπρημι::
* McsElln.ρήμα.εμπίμπρημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμπίμπρημι,
* McsElln.εμπίμπρημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίμπρημι καίω, πυρπολώ: ἐμπίμπρημι οἰκίαν
= καίω το σπίτι.
= ἐμφλέγω, ἐγκαίω.
:=> παράγ. ἐμπρησμός, ἐμπρηστής.
ΝΕ (χρησιμοποιούνται τα παραπάνω παράγωγα).
[σύνθ. λ. ἐν + πίμπρημι].
γλσΕλα'εμπίπτω: ἐμπίπτω::
* McsElln.ρήμα.εμπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμπίπτω,
* McsElln.εμπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. επιτίθεμαι: ἐνέπεσον τοῖς πολεμίοις
= επιτέθηκαν στους εχθρούς.
2. για κακό, συμφορά προσβάλλω, πέφτω: λύττα ἐμπέπτωκε τοῖς κυσί
= έπεσε λύσσα στα σκυλιά.
ΝΕ εμπίπτω (με άλλη σημ., λ.χ. εμπίπτει στην αρμοδιότητα κάποιου).
[σύνθ. λ. ἐν + πίπτω].
γλσΕλα'έμπλεως: ἔμπλεως, -ως, -ων::
* McsElln.επίθετο.έμπλεως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έμπλεως,
* McsElln.έμπλεως@γλσΕλα,
εντελώς γεμάτος: ἔμπλεως πονηρίας
= γεμάτος κακία.
ΝΕ έμπλεος (λόγ.).
[ἔμπλεως, συνηρημ. από ἔμπλεος < ἐν + *πλε-(πίμ-πλη-μι) + -ος].
γλσΕλα'εμποδών: ἐμποδὼν::
* McsElln.επίρρημα.εμποδών@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμποδών,
* McsElln.εμποδών@γλσΕλα,
μέσα στα πόδια κάποιου, μέσα στο δρόμο του (ως εμπόδιο): τί ἐμποδὼν τούτῳ μὴ οὐ...
= τι τον εμποδίζει αυτόν, ώστε να μη...;
[παράγ./σύνθ. ἐν + *ποδ- (πούς, ποδ-ός) +παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'εμπορία: ἐμπορία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.εμπορία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμπορία,
* McsElln.εμπορία@γλσΕλα,
εμπόριο, και ειδικότερα το εμπόριο που γίνεται με πλοία: ἐμπορίας οὐκ οὔσης
= επειδή δεν υπήρχε θαλάσσιο εμπόριο.
ΝΕ εμπορία.
[παράγ. λ. ἔμπορ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'έμπορος: ἔμπορος, -όρου::
* McsElln.ουσιαστικό.έμπορος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έμπορος,
* McsElln.έμπορος@γλσΕλα,
έμπορος που ταξιδεύει και εισάγει ο ίδιος τα εμπορεύματα και τα πουλάει χοντρικά (σε αντιδιαστολή προς τον κάπηλον, το λιανέμπορα).
ΝΕ έμπορος.
[σύνθ. λ. ἐν + *πορ- (πορίζομαι) + -ος].
γλσΕλα'έμπροσθεν: ἔμπροσθεν::
* McsElln.επίρρημα.& ΠΡΟΘΕΣΗ.έμπροσθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έμπροσθεν,
* McsElln.έμπροσθεν@γλσΕλα,
Α. ως επίρρημα
1. τοπικά μπροστά από κάτι: τὸ ἔμπροσθεν &τὰ ἔμπροσθεν
= το μπροστινό μέτωπο. εἰς τὸ ἔμπροσθεν
= προς τα εμπρός. ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν ἔστη
= στάθηκε μπροστά.
2. χρονικά προηγουμένως, πριν: τὰ λεχθέντα ὀλίγον ἔμπροσθεν
= όσα ειπώθηκαν λίγο πριν.
Β. ως πρόθεση, με γενική
1. τοπικά μπροστά από κάτι: ἔμπροσθεν τῆς νεώς
= μπροστά στο πλοίο.
2. χρονικά πριν από κάτι: ἔμπροσθεν τῶν πραγμάτων
= πριν από τα γεγονότα.
[σύνθ. λ. ἐν + πρόσθεν].
γλσΕλα'εμφαίνω: ἐμφαίνω::
* McsElln.ρήμα.εμφαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εμφαίνω,
* McsElln.εμφαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φαίνω δείχνω, φανερώνω.
=> παθ. φωνή ἐμφαίνομαι φαίνομαι.
[σύνθ. λ. ἐν + φαίνω].
γλσΕλα'έμφρων: ἔμφρων, -ων, -ον, γεν. -ονος::
* McsElln.επίθετο.έμφρων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έμφρων,
* McsElln.έμφρων@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐμφρονέστερος
Υπερθετικός ἐμφρονέστατος
μγ05.σ102
1. έλλογος: ζῷα ἔμφρονα. 2. συνετός.
[σύνθ./παράγ. ἐν + *φρ(εν)- (φρήν, -ενός) +παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'εν: ἐν::
* McsElln.πρόθεση.εν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εν,
* McsElln.εν@γλσΕλα,
Α. συντάσσεται με δοτική
1. δηλώνει τον τόπο όπου γίνεται κάτι:
ἡ ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχία.
2. μπροστά σε:
ἐν τῷ δήμῳ λέγω == μιλάω μπροστά στο λαό.
3. στην εξουσία κάποιου:
ἐν ἐμοί ἐστι γενέσθαι τοῦτο == από μένα εξαρτάται να γίνει αυτό.
4. δηλώνει το χρόνο ή τις συνθήκες μέσα στις οποίες γίνεται κάτι:
ἐν νυκτί. ἐν πολέμῳ.
5. δηλώνει το μέσο, το όργανο ή τον τρόπο:
ἐν λόγοις πείθει == πείθει με λόγια.
τὰ πραχθέντα ἐν ἐπιστολαῖς ἴστε == γνωρίζετε τα συμβάντα μέσω των επιστολών.
Β. ἐν- ως α΄ συνθετικό δηλώνει μέσα, π.χ. ἐμπίπτω.
Γ. η ἐν- γίνεται
1. ἐμ- πριν από χειλικά σύμφωνα (β, μ, π, φ, ψ), π.χ. ἐμβάλλω.
2. ἐγ- πριν από τα γ, κ, ξ, χ, π.χ. ἐγκαλῶ.
3. ἐλ- πριν από το λ, π.χ. ἐλλείπω.
4. ἐρ- πριν από το ‘ρ, π.χ. ἔρρινον.
ΝΕ εν (αρχαιοπρεπές).
[*en, λατ. en και in, γοτθ. in κτλ.].
γλσΕλα'εναντίος: ἐναντίος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εναντίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εναντίος,
* McsElln.εναντίος@γλσΕλα,
1. τοπικά ο απέναντι.
2. με εχθρική σημ. ο αντίπαλος.
3. ως ουσ. οἱ ἐναντίοι οι εχθροί.
4. αντίθετος: δύο τὰ ἐναντιώτατα εὐβουλί'α, τάχος καὶ ὀργή
= δύο πράγματα είναι αντίθετα προς τη σωστή σκέψη, η βιασύνη και ο θυμός.
:=> παράγ. ἐναντίως, ἐναντιόω.NE εναντίον, ενάντιος.
[σύνθ. λ. ἐν + ἀντίος].
γλσΕλα'εναργής: ἐναργής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.εναργής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εναργής,
* McsElln.εναργής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐναργέστερος
Υπερθετικός ἐναργέστατος φανερός, σαφής: ἐναργὲς τεκμήριον
= φανερή απόδειξη.
ΝΕ εναργής.
[σύνθ. λ. ἐν + *ἄργ-ος (-εσος > -ους < ἀργός«λαμπρός») + -ής].
γλσΕλα'εναυλίζομαι: ἐναυλίζομαι::
* McsElln.ρήμα.εναυλίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εναυλίζομαι,
* McsElln.εναυλίζομαι@γλσΕλα,
για στρατιώτες διανυκτερεύω κάπου στο ύπαιθρο.
[σύνθ. λ. ἐν + αὐλίζομαι].
γλσΕλα'ενδεής: ἐνδεής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ενδεής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενδεής,
* McsElln.ενδεής@γλσΕλα,
1. αυτός που στερείται κάτι: πολλῶν ἐνδεής εἰμι
= μου λείπουν πολλά.
2. κατώτερος, χειρότερος: τῆς δυνάμεως ἐνδεᾶ πράττω
= ενεργώ με τρόπο κατώτερο των δυνατοτήτων μου.
[σύνθ. λ. ἐν + δέ-ομαι «στερούμαι» + -ής].
γλσΕλα'ένδεια: ἔνδεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ένδεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένδεια,
* McsElln.ένδεια@γλσΕλα,
1. έλλειψη: δυνάμεως ἐνδεί'α ἐπάθομεν τοῦτο
= αυτό το πάθαμε από έλλειψη δύναμης.
2. φτώχεια.
ΝΕ ένδεια (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. ἐνδε-ής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'ενδείκνυμι: ἐνδείκνυμι & ἐνδεικνύω::
* McsElln.ρήμα.ενδείκνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενδείκνυμι,
* McsElln.ενδείκνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δείκνυμι
1. δείχνω, υποδεικνύω.
2. καταγγέλλω: ἐνδείκνυμί τινα.
3. μέση φωνή ἐνδείκνυμαι
α. επιδεικνύω: ἐνδείκνυμαι εὔνοιάν τινα.
β. προσπαθώ να γίνω αρεστός σε κάποιον (τινί).
ΝΕ ενδείκνυται «συνιστάται, πρέπει».
[σύνθ. λ. ἐν + δείκνυμι].
γλσΕλα'ενδέxομαι: ἐνδέχομαι::
* McsElln.ρήμα.ενδέxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενδέxομαι,
* McsElln.ενδέxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δέχομαι
1. αποδέχομαι κάτι, το εγκρίνω: ἐνδέχομαι τὰ λεγόμενα.
2. για πράγματα επιτρέπω, επιδέχομαι: καθ’ ὅσον φύσις ἐνδέχεται
= όσο το επιτρέπει η φύση.
3. απρόσωπο ἐνδέχεται είναι ενδεχόμενο, είναι πιθανόν.
ΝΕ ενδέχεται (με τη σημ. 3, «είναι ενδεχόμενο»).
[σύνθ. λ. ἐν + δέχομαι].
γλσΕλα'ενδημέω: ἐνδημέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ενδημέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενδημέω,
* McsElln.ενδημέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνεδήμουν
Μέλλ. ἐνδημήσω
Αόρ. ἐνεδήμησα
Παρακ. ἐνδεδήμηκα μένω σε έναν τόπο: μέχρις ἂν ἐνδημῶσιν οἱ πρέσβεις
= μέχρις ότου οι απεσταλμένοι μένουν (βρίσκονται) στην πόλη.
[παράγ. λ. ἔνδημ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ενδίδωμι: ἐνδίδωμι::
* McsElln.ρήμα.ενδίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενδίδωμι,
* McsElln.ενδίδωμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δίδωμι
1. παραδίδω κάτι ή κάποιον: ἐνδίδωμί τινα τοῖς πολεμίοις
= παραδίδω κάποιον στους εχθρούς.
2. προσφέρω: ἐνδίδωμι πρόφασίν τινι.
3. υποχωρώ, υποκύπτω.
=/ εἴκω.
:=> παράγ. ἐνδόσιμος.
ΝΕ ενδίδω (λόγ., με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐν + δίδωμι].
γλσΕλα'ένδοθεν: ἔνδοθεν::
* McsElln.επίρρημα.ένδοθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένδοθεν,
* McsElln.ένδοθεν@γλσΕλα,
από μέσα, μέσα: ὁ ἔνθοδεν θόρυβος.
[σύνθ. λ. ἔνδον + παρ. επίθ. -θεν κατά το οἴκο-θεν].
γλσΕλα'ένδον: ἔνδον::
* McsElln.επίρρημα.ένδον@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένδον,
* McsElln.ένδον@γλσΕλα,
μγ05.σ103
Συγκριτικός ἐνδοτέρω
Υπερθετικός ἐνδοτάτω
1. μέσα. 2. μέσα στο σπίτι.
:=> παράγ. ἔνδοθεν.
ΝΕ στη λόγ. φρ. εκ των ένδον.
[δεν υπάρχει σχέση με δόμ-ος κτλ., πβ. χετιτ.andan, λατ. indu-].
γλσΕλα'ενδύω: ἐνδύω::
* McsElln.ρήμα.ενδύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενδύω,
* McsElln.ενδύω@γλσΕλα,
Παρακ. ἐνδέδυκαΓια τους άλλους χρόνους βλπ. ἐκδύω
1. στον ενεστ., μέλλ. και αόρ. ντύνω κάποιον:ἐνδύω τινά τι
= ντύνω κάποιον με κάτι.
2. ο παρακ. με αμετάβ. σημ. ἐνδέδυκα φορώ.
:=> παράγ. ἔνδυμα, ἔνδυσις.
ΝΕ ντύνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐν + δύω].
γλσΕλα'ένειμι: ἔνειμι::
* McsElln.ρήμα.ένειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένειμι,
* McsElln.ένειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ
1. ενυπάρχω, βρίσκομαι μέσα: σίτου οὐκ ἐνόντος
= καθώς μέσα εκεί δεν υπήρχε σιτάρι.
2. απρόσωπο ἔνεστιν ή ἔνι είναι δυνατό.
3. τὰ ἐνόντα όλα τα διαθέσιμα πράγματα, μέσα.
ΝΕ στη λόγ. φρ. εκ των ενόντων «από τα μέσα / υλικά / πόρους που διαθέτουμε».
[σύνθ. λ. ἐν + εἰμί].
γλσΕλα'ένεκα: ἕνεκα & ἕνεκεν::
* McsElln.πρόθεση.ένεκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένεκα,
* McsElln.ένεκα@γλσΕλα,
με γενική
1. εξαιτίας κάποιου προσώπου ή πράγματος ή χάριν αυτού: τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἕνεκα βούλομαι τοῦτο εἰπεῖν
= θέλω να το πω αυτό χάριν του κοινού συμφέροντος.
2. όσον αφορά: ἕνεκέν γε χρημάτων
= όσον αφορά τα χρήματα.
ΝΕ ένεκα ή ένεκεν (λόγ., με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., πιθ. Fεκών
= ἑκών].
γλσΕλα'ενεός: ἐνεός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ενεός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενεός,
* McsElln.ενεός@γλσΕλα,
αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει, ο άλαλος.
ΝΕ ενεός (λόγ., έμεινα ενεός «αμίλητος»).
[άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'ένθα: ἔνθα::
* McsElln.επίρρημα.ένθα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένθα,
* McsElln.ένθα@γλσΕλα,
Α. δεικτικό επίρρημα
1. τοπικό εκεί: ἔνθα μέν... ἔνθα δέ...
= εδώ... και εκεί...
2. χρονικό τότε: ἔνθα δή
= τότε λοιπόν.
Β. αναφορικό επίρρημα
1. τοπικό όπου. 2. χρονικό όταν, οπότε.
:=> παράγ. ἐνθάδε, ιων. ἐνθαῦτα
= ἐνταῦθα.
[επίρρ. *ἔν (πβ. επίρρ. ἔνην «μεθαύριο») + θα-(στο ἰ-θα-γενής)].
γλσΕλα'ενθάδε: ἐνθάδε::
* McsElln.επίρρημα.ενθάδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενθάδε,
* McsElln.ενθάδε@γλσΕλα,
εδώ, εκεί.
ΝΕ στη λόγ. φρ. ενθάδε κείται «εδώ βρίσκεται θαμμένος».
[παράγ. λ. ἔνθα + παρ. επίθ. -δε].
γλσΕλα'ένθεν: ἔνθεν::
* McsElln.επίρρημα.ένθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένθεν,
* McsElln.ένθεν@γλσΕλα,
από εκεί: ἔνθεν καὶ ἔνθεν
= από δω και από κει.
[παράγ. λ. *ἔνθ- (ἔνθα) + παρ. επίθ. -εν].
γλσΕλα'ενθένδε: ἐνθένδε::
* McsElln.επίρρημα.ενθένδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενθένδε,
* McsElln.ενθένδε@γλσΕλα,
1. τοπικό από εδώ: ἐνθένδε ἐκεῖσε φέρομαι
= μεταφέρομαι από εδώ προς τα εκεί.
2. αναφορικό απ’ όπου: ἐπάνειμι ἔνθεν ἐξέβην
= επανέρχομαι εκεί απ’ όπου έκανα την παρέκβαση.
[παράγ. λ. ἔνθεν + παρ. επίθ. -δε].
γλσΕλα'ένθεος: ἔνθεος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ένθεος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένθεος,
* McsElln.ένθεος@γλσΕλα,
θεόπνευστος.
ΝΕ ένθεος.
[σύνθ. λ. ἐν + *θε- (θεός) + -ος].
γλσΕλα'ενθουσιάζω: ἐνθουσιάζω & ἐνθουσιάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ενθουσιάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενθουσιάζω,
* McsElln.ενθουσιάζω@γλσΕλα,
βρίσκομαι σε έκσταση: ἡ ψυχὴ ἐνθουσιάζει.
ΝΕ ενθουσιάζω κάποιον ως (1) μεταβ.
[παράγ. λ. ἐνθεάζω (ἔνθεος + παρ. επίθ. -άζω)«είμαι θεόπνευστος» > ἐνθουσιάζω με επίδραση του θυσιάζω].
γλσΕλα'ενθυμέομαι: ἐνθυμέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ενθυμέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενθυμέομαι,
* McsElln.ενθυμέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνεθυμούμην
Μέλλ. ἐνθυμήσομαι & μεταγεν.ἐνθυμηθήσομαι
Αόρ. ἐνεθυμήθην
Παρακ. ἐντεθύμημαιΥπερς. ἐνετεθυμήμην βάζω κάτι στο νου μου, συλλογίζομαι: ἐνεθυμοῦντο ὅσον πλοῦν ἀπεστέλλοντο
= συλλογίζονταν σε τι μακρινό ταξίδι τους έστελναν. ὧν ἐνθυμηθέντες
= σκεπτόμενοι τα πράγματα αυτά.
ΝΕ ενθυμούμαι ή θυμούμαι ή θυμάμαι. Ακριβέστερα το νεοελληνικό θυμάμαι αντιστοιχεί στο αρχαίο μέμνημαι.
[σύνθ. λ. ἐν + *θυμ- (θυμός) + -έομαι].
γλσΕλα'ενιαύσιος: ἐνιαύσιος, -ιος & -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.ενιαύσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενιαύσιος,
* McsElln.ενιαύσιος@γλσΕλα,
αυτός που γίνεται κάθε χρόνο ή που διαρκεί ένα χρόνο, ετήσιος: ἐνιαύσιος ἑορτή. ἐνιαύσιος ἐκεχειρία
= ετήσια κατάπαυση της μάχης.
ΝΕ ενιαύσιος (λόγ.).
[παράγ. λ. ἐνιαυτός + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'ενιαυτός: ἐνιαυτός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ενιαυτός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενιαυτός,
* McsElln.ενιαυτός@γλσΕλα,
χρονιά, έτος: δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ
= δύο φορές το χρόνο. κατ’ ἐνιαυτόν
= κάθε χρόνο.
[ἐνι-αυτός, όπου ἐνι-
= έτος, πβ. δί-ενος «δύο ετών», αὐ-τός < αὖ «πάλι» + -τός].
γλσΕλα'ενίημι: ἐνίημι::
* McsElln.ρήμα.ενίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενίημι,
* McsElln.ενίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι ρίχνω, χύνω μέσα (σε κάτι): πάντα ἔφλεγον ἐνιέντες πῦρ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ ἱερά
= κατέκαιγαν τα πάντα ρίχνοντας φωτιά στις πόλεις και στους ναούς.
:=> παράγ. ἔνεσις «ένεση, εισροή υγρού».
ΝΕ τα παράγωγα ένεση και ενέσιμος (λόγ).(λ.χ. ενέσιμο φάρμακο).
μγ05.σ104
[σύνθ. λ. ἐν + ἵημι].
γλσΕλα'ένιοι: ἔνιοι, -ιαι, -ια::
* McsElln.αντωνυμία.ένιοι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ένιοι,
* McsElln.ένιοι@γλσΕλα,
αόριστη μερικοί.
[πιθ. *ἕνιοι < ἕν- από εἷς με ιωνική ψίλωση].
γλσΕλα'ενίοτε: ἐνίοτε::
* McsElln.επίρρημα.ενίοτε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενίοτε,
* McsElln.ενίοτε@γλσΕλα,
μερικές φορές.
= ἔστιν ὅτε «κάποτε».
ΝΕ ενίοτε (λόγ.).
[πιθ. *ἐνι (πβ. ἔνιοι) + ὅτε].
γλσΕλα'ενίστημι: ἐνίστημι::
* McsElln.ρήμα.ενίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενίστημι,
* McsElln.ενίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. τοποθετώ, στήνω κάτι σε έναν τόπο: στήλας ἐνίστη εἰς τὰς χώρας
= έστηνε στήλες στις χώρες (από όπου περνούσε).
2. μέσ. αόρ. ἐνεστησάμην άρχισα: ὁ ἐνεστὼς πόλεμος
= ο πόλεμος που άρχισε.
3. παθ. φωνή, με αόρ. β΄, παρακ. και υπερσ. ενεργ.φωνής (ἐνέστην, ἐνέστηκα, ἐνεστήκειν), ἐνίσταμαι
α. στη μετοχή ενεργ. παρακ. τοῦ ἐνεστῶτος μηνός
= του τρέχοντος μηνός. ὁ ἐνεστὼς χρόνος
= ο ενεστώτας.
β. αντιστέκομαι.
γ. αντιλέγω.
ΝΕ ενίσταμαι (με τη σημ. 3γ).
[σύνθ. λ. ἐν + ἵστημι].
γλσΕλα'εννοέω: ἐννοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εννοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εννοέω,
* McsElln.εννοέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νοέω -ῶ ἐννοῶ ή ἐννοοῦμαι σκέπτομαι: ἐννοήσωμεν καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν αὐτὸ ἀγαθὸν εἶναι
= ας σκεφθούμε και με αυτόν τον τρόπο, ότι δηλαδή είναι πολύ πιθανόν (ο θάνατος) να είναι καλό πράγμα.
ΝΕ εννοώ «δηλώνω, υποδηλώνω».
[σύνθ. λ. ἐν + νοέω].
γλσΕλα'έννοια: ἔννοια, -οίας::
* McsElln.ουσιαστικό.έννοια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έννοια,
* McsElln.έννοια@γλσΕλα,
1. σκέψη: τοῦτο ἄξιον ἐννοίας
= αυτό αξίζει να το σκεφτούμε.
2. έννοια: χρόνου ἔννοια.
ΝΕ έννοια (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐννο-έω + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'έννομος: ἔννομος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.έννομος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έννομος,
* McsElln.έννομος@γλσΕλα,
νόμιμος, δίκαιος.
ΝΕ έννομος.
[σύνθ. λ. ἐν + *νομ- (νέμω) + -ος].
γλσΕλα'ενταύθα: ἐνταῦθα::
* McsElln.επίρρημα.ενταύθα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενταύθα,
* McsElln.ενταύθα@γλσΕλα,
1. τοπικό
α. εδώ, εκεί.
β. σε αυτό το σημείο: ἐνταῦθα που ἦμεν τοῦ λόγου, ἐν ‘ῷ...
= βρισκόμασταν κάπου σε αυτό το σημείο της επιχειρηματολογίας, στο οποίο...
2. χρονικό σ’ αυτό το χρονικό σημείο, τότε:ἐνταῦθα εἶ τῆς ἡλικίας...
= βρίσκεσαι σε αυτό το σημείο της ηλικίας...
ΝΕ ενταύθα (λόγ., με τη σημ. 1α).
[ἔνθα > ἐνθαῦθα > ἐνταῦθα με ανομοίωση θ -θ > τ - θ, βλπ. ἔνθα].
γλσΕλα'εντέλλομαι: ἐντέλλομαι::
* McsElln.ρήμα.εντέλλομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εντέλλομαι,
* McsElln.εντέλλομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνετελλόμην
Αόρ. ἐνετειλάμην
Παρακ. ἐντέταλμαι δίνω εντολή, παραγγέλλω.
:=> παράγ. ἐντολή, ἔνταλμα.
ΝΕ εντέλλομαι (λόγ.).
[σύνθ. λ. ἐν + τέλλομαι].
γλσΕλα'εντεύθεν: ἐντεῦθεν::
* McsElln.επίρρημα.εντεύθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εντεύθεν,
* McsElln.εντεύθεν@γλσΕλα,
1. τοπικό από εδώ ή από εκεί.
2. χρονικό από τότε και έπειτα.
3. από αυτήν την πηγή: τὸν βίον ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο
= έπαιρναν το εισόδημά τους από αυτήν την πηγή.
[παράγ. λ. ἐνταῦθα κατά το ἔνθ-εν < ἔνθα].
γλσΕλα'εντίθημι: ἐντίθημι::
* McsElln.ρήμα.εντίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εντίθημι,
* McsElln.εντίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι ἐντίθημι ή μέσο ἐντίθεμαι βάζω μέσα: ἐντίθεμαι εἰς τὴν ναῦν φορτία.
:=> παράγ. ἔνθεσις, ἔνθετος.
ΝΕ το παράγωγο ένθετο (σε εφημερίδες).
[σύνθ. λ. ἐν + τίθημι].
γλσΕλα'έντιμος: ἔντιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.έντιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έντιμος,
* McsElln.έντιμος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐντιμότερος
Υπερθετικός ἐντιμότατος για πρόσωπα αυτός που τον εκτιμούν και τον τιμούν.
=/ ἄτιμος «αυτός που δεν τον εκτιμούν».
ΝΕ έντιμος.
[σύνθ. λ. ἐν + τιμ- (τιμάω) + -ός].
γλσΕλα'εντυγxάνω: ἐντυγχάνω::
* McsElln.ρήμα.εντυγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εντυγxάνω,
* McsElln.εντυγxάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τυγχάνω με δοτική του προσώπου
1. συναντώ κάποιον: ἐνέτυχον αὐτῷ ἐν τῇ ὁδῷ
= τον συνάντησα στο δρόμο.
2. για πράγματα ἐνέτυχον βιβλίῳ σοφοῦ ἀνδρός
= έτυχε να δω το βιβλίο κάποιου σοφού.
3. συνομιλώ με κάποιον.
:=> παράγ. ἔντευξις.
ΝΕ το σύνθ. συνέντευξη από το παράγ. ἔντευξις.
[σύνθ. λ. ἐν + τυγχάνω].
γλσΕλα'ενύπνιον: ἐνύπνιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.ενύπνιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ενύπνιον,
* McsElln.ενύπνιον@γλσΕλα,
όνειρο.
[ουσιαστικοπ. ουδ. επιθέτου ἐνύπνιος, -ιον].
γλσΕλα'εξ: ἐξ::
* McsElln.πρόθεση.εξ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξ,
* McsElln.εξ@γλσΕλα,
η μορφή που παίρνει η πρόθεση ἐκ όταν ακολουθείται από φωνήεν: ἐξ ἀρχῆς.
[πβ. λατ. ex, ΙΕ *eghs ή *eks].
γλσΕλα'εξάγω: ἐξάγω::
* McsElln.ρήμα.εξάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξάγω,
* McsElln.εξάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. βγάζω έξω. 2. εξάγω προϊόντα. 3. παρασύρω κάποιον: ἃ ἄν τις ἐξαχθῇ πρᾶξαι
= οσαδήποτε παρασυρθεί κανείς να πράξει.
:=> παράγ. ἐξακτέον, ἐξαγωγή.
ΝΕ εξάγω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἄγω].
γλσΕλα'εξαιρέω: ἐξαιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εξαιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαιρέω,
* McsElln.εξαιρέω@γλσΕλα,
μγ05.σ105
Για τους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ
1. ἐξαιρῶ ή μέσο ἐξαιροῦμαι αφαιρώ, απομακρύνω: ἐπιχειρητέον ὑμῶν ἐξελέσθαι τὴν διαβολήν
= πρέπει να προσπαθήσω να αφαιρέσω από το μυαλό σας τη συκοφαντία (εις βάρος μου).
=/ προστίθημι.
2. μέση φωνή ἐξαιροῦμαι ελευθερώνω, απαλλάσσω: ἐξαιροῦμαί τινα ἐκ τῶν κινδύνων.
3. καταστρέφω: Ἀμπρακίαν ἐξεῖλον.
:=> παράγ. ἐξαίρεσις, ἐξαιρετέος ἐξαιρετός, ἐξαίρετος.
ΝΕ εξαιρώ.
[σύνθ. λ. ἐξ + αἱρέω].
γλσΕλα'εξαίρω: ἐξαίρω::
* McsElln.ρήμα.εξαίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαίρω,
* McsElln.εξαίρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἴρω
1. σηκώνω: ἐξάρας αὐτὸν παίει εἰς τὴν γῆν
= αφού τον σήκωσε, τον χτυπάει στο έδαφος.
2. παθητική φωνή ἐξαίρομαι
α. υψώνομαι: τὸ τεῖχος ἐξ'ήρετο διπλάσιον τοῦ ἀρχαίου
= το τείχος υψωνόταν διπλάσιο από το παλιό. β.καυχιέμαι, επαίρομαι.
ΝΕ εξαίρω «υπερτονίζω, ανυψώνω».
[σύνθ. λ. ἐξ + αἴρω].
γλσΕλα'εξαιτέω: ἐξαιτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εξαιτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαιτέω,
* McsElln.εξαιτέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἰτέω -ῶ
1. απαιτώ: οὐκ ἐξεδίδου τοὺς Σκύθας ἐξαιτοῦντι Κυαξάρῃ
= δεν παρέδιδε τους Σκύθες στον Κυαξάρη που τους απαιτούσε.
2. μέση φωνή ἐξαιτοῦμαι ζητώ για τον εαυτό μου: ἐξαιτοῦμαι χάριν παρά τινος.
[σύνθ. λ. ἐξ + αἰτέω].
γλσΕλα'εξαμαρτάνω: ἐξαμαρτάνω::
* McsElln.ρήμα.εξαμαρτάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαμαρτάνω,
* McsElln.εξαμαρτάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἁμαρτάνω
1. αποτυγχάνω: βούλομαι καλῶς δρῶν ἐξαμαρτεῖν μᾶλλον ἢ νικᾶν κακῶς
= προτιμώ να αποτύχω ενεργώντας σωστά παρά να νικήσω με άδικο τρόπο.
2. κάνω λάθος, σφάλλω.
[σύνθ. ἐξ + ἁμαρτάνω].
γλσΕλα'εξανδραποδίζομαι: ἐξανδραποδίζομαι::
* McsElln.ρήμα.εξανδραποδίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξανδραποδίζομαι,
* McsElln.εξανδραποδίζομαι@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται συνήθως ο μέσος τύπος
Παρατ. ἐξηνδραποδιζόμηνΜέλλ.μεταβ. συνήθως ἐξανδραποδιοῦμαι«θα υποδουλώσω»
Παθ. αόρ. ἐξηνδραποδίσθην υποδουλώνω κάποιον.
:=> παράγ. ἐξανδραποδισμός.
ΝΕ εξανδραποδίζω (λόγ.).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἀνδραποδίζομαι].
γλσΕλα'εξανίστημι: ἐξανίστημι::
* McsElln.ρήμα.εξανίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξανίστημι,
* McsElln.εξανίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. σηκώνω κάποιον.
2. εκδιώκω: ἐξανέστησαν τοὺς Κᾶρας ἐκ τῶν νήσων
= εξεδίωξαν [ενν. οι Ίωνες] τους Κάρες από τα νησιά.
3. ως αμετάβ. στην παθ. φωνή και στον αόρ. β΄, παρακ. και υπερσ. της ενεργητικής (ἐξανέστην, ἐξανέστηκα, ἐξανεστήκειν) ἐξανίσταμαι σηκώνομαι: ἐξαναστησόμεθα μετὰ δεῖπνον
= θα σηκωθούμε μετά το δείπνο (από το τραπέζι).
ΝΕ εξανίσταμαι «ξεσηκώνομαι».
[σύνθ. λ. ἐξ + ἀνίστημι].
γλσΕλα'εξάπτω: ἐξάπτω::
* McsElln.ρήμα.εξάπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξάπτω,
* McsElln.εξάπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἅπτω
1. δένω κάτι από κάπου: ἐξῆψε σχοινίον ἐκ τοῦ ναοῦ
= έδεσε ένα σχοινί από το ναό.
2. ανάβω φωτιά.
3. μεταφορικά διεγείρω, εξάπτω.
:=> παράγ. ἔξαψις.
ΝΕ εξάπτω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἅπτω].
γλσΕλα'εξαρκέω: ἐξαρκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εξαρκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαρκέω,
* McsElln.εξαρκέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀρκέω -ῶ
1. για αντικείμενα είμαι αρκετός, επαρκώ: ἐξαρκῶ εἴς τι
= επαρκώ για κάτι.
2. ως απρόσωπο ἐξαρκεῖ είναι αρκετό, φτάνει:ἐξαρκέσει σοι τύραννον γενέσθαι
= θα σου είναι αρκετό να γίνεις τύραννος.
[σύνθ. λ. ἐξ + ἀρκέω].
γλσΕλα'εξαρτάω: ἐξαρτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εξαρτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαρτάω,
* McsElln.εξαρτάω@γλσΕλα,
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἐξαρτήσομαι«θα εξαρτηθώ»Για τους άλλους χρόνους βλπ. ἀρτάω παθ. φωνή ἐξαρτῶμαι
α. κρέμομαι από κάτι. β.εξαρτώμαι από κάτι.
:=> παράγ. εξάρτησις.
ΝΕ εξαρτώμαι (με τη σημ. β).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἀρτάω].
γλσΕλα'εξαρτύω: ἐξαρτύω::
* McsElln.ρήμα.εξαρτύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξαρτύω,
* McsElln.εξαρτύω@γλσΕλα,
1. προετοιμάζω, εφοδιάζω: ἐξήρτυον τὸν ἐπίπλουν τῶν νεῶν
= προετοίμαζαν τα πλοία για να πλεύσουν εναντίον του εχθρού.
2. μέσ. φωνή ἐξαρτύομαι εφοδιάζω τον εαυτό μου.
:=> παράγ. ἐξάρτυσις «εφοδιασμός».
ΝΕ το παράγ. εξάρτυση «τα ατομικά είδη του στρατιώτη».
[σύνθ. λ. ἐξ + ἀρτύω].
γλσΕλα'έξειμι: ἔξειμι::
* McsElln.ρήμα.έξειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έξειμι,
* McsElln.έξειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι εκστρατεύω: ὅταν ἐξῇσαν
= όταν εκστράτευαν.
ΝΕ (παράγωγο) εξιτήριο.
[σύνθ. λ. ἐξ + εἶμι].
γλσΕλα'εξελαύνω: ἐξελαύνω::
* McsElln.ρήμα.εξελαύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξελαύνω,
* McsElln.εξελαύνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐλαύνω εκδιώκω κάποιον (από ένα μέρος).
:=> παράγ. ἐξέλασις.
[σύνθ. λ. ἐξ + ἐλαύνω].
μγ05.σ106
γλσΕλα'εξεργάζομαι: ἐξεργάζομαι::
* McsElln.ρήμα.εξεργάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξεργάζομαι,
* McsElln.εξεργάζομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐργάζομαι
1. τελειώνω εντελώς: ἠπείγοντο τὰ ἐπιχώματα ἐξεργάσασθαι
= βιάζονταν να τελειώσουν τα οχυρώματα.
2. πραγματοποιώ κάτι.
:=> παράγ. ἐξεργασία.
ΝΕ το σύνθ. επεξεργάζομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἐργάζομαι].
γλσΕλα'έξεστι: ἔξεστι::
* McsElln.ρήμα.έξεστι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έξεστι,
* McsElln.έξεστι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐξῆν
Μέλλ. ἐξέσται απρόσωπο επιτρέπεται, είναι δυνατόν: ἔξεστί μοι
= μου επιτρέπεται ή μου είναι δυνατό να...
:=> παράγ. ἐξουσία.
ΝΕ (παράγ.) εξουσία.
[σύνθ. λ. ἐξ + ἐστί].
γλσΕλα'εξετάζω: ἐξετάζω::
* McsElln.ρήμα.εξετάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξετάζω,
* McsElln.εξετάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐξήταζον
Μέλλ. ἐξετάσω & ἐξετῶ (-ᾷς, -ᾷ)
Αόρ. ἐξήτασα
Παρακ. ἐξήτακα
Παθ. μέλλ. ἐξετασθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐξητάσθην
Παθ. παρακ. ἐξήτασμαι
1. ερευνώ, εξετάζω: τὸν βίον αὐτοῦ πάντα ἐξετάσω
= θα ερευνήσω όλη τη ζωή του.
2. ανακρίνω: ἐξετάζω τινά τι.
3. για στρατεύματα επιθεωρώ.
4. δοκιμάζω, ελέγχω, εξετάζω την ποιότητα ή το χαρακτήρα κάποιου προσώπου ή πράγματος: ἐξετάζω τὸν χρυσόν.
:=> παράγ. ἐξέτασις, ἐξεταστής.
ΝΕ εξετάζω (με τις ίδιες σημ.).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἐτάζω (< ἐτὸς «αληθινός»)].
γλσΕλα'εξευρίσκω: ἐξευρίσκω::
* McsElln.ρήμα.εξευρίσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξευρίσκω,
* McsElln.εξευρίσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εὑρίσκω
1. βρίσκω, ανακαλύπτω: τοὺς συνωμότας ἐξευρεῖν οὐκ εἶχον
= δεν μπορούσαν να εξακριβώσουν ποιοι ήταν οι συνωμότες.
2. εφευρίσκω.
:=> παράγ. ἐξεύρεσις, ἐξεύρημα.
ΝΕ εξευρίσκω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐξ + εὑρίσκω].
γλσΕλα'εξηγέομαι: ἐξηγέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.εξηγέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξηγέομαι,
* McsElln.εξηγέομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἡγέομαι -οῦμαι
1. διοικώ, είμαι ηγεμόνας: Λακεδαιμόνιοι ἐξηγοῦντο τῶν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ πόλεων
= οιΛακεδαιμόνιοι ήταν ηγεμόνες των πελοποννησιακών πόλεων.
=> οδηγώ ως αρχηγός: ἐξηγήσομαι ἡμᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα
= θα σας οδηγήσω στην Ελλάδα.2.
α. προηγούμαι και δείχνω το δρόμο: ἕπονται ‘ῇ οὗτοι ἐξηγοῦνται
= ακολουθούν το δρόμο που δείχνουν αυτοί.
β. μεταφορικά δείχνω σε κάποιον τι πρέπει να κάνει: ὅ,τι χρὴ ποιεῖν αὐτοῖς ἐξηγοῦ σύ
= να τους δείξεις τι πρέπει να κάνουν.
3. ερμηνεύω κάτι.
4. διηγούμαι.
ΝΕ εξηγώ (με σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἡγέομαι].
γλσΕλα'εξής: ἑξῆς::
* McsElln.επίρρημα.εξής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξής,
* McsElln.εξής@γλσΕλα,
1. με τη σειρά: γέγραπται δὲ ἑξῆς, ὡς ἕκαστα ἐγένετο
= έχει γραφτεί ο πόλεμος με τη σειρά, όπως συνέβησαν τα γεγονότα ένα ένα.
2. τὰ τούτων ἑξῆς αυτά που ακολουθούν.
ΝΕ εξής (με τη σημ. 2).
[*σεχ- (ἔχομαι)].
γλσΕλα'εξικνέομαι: ἐξικνέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.εξικνέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξικνέομαι,
* McsElln.εξικνέομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἱκνέομαι -οῦμαι φθάνω: τὸ σὸν ὄμμα ἐπὶ πολλὰ στάδια ἐξικνεῖται
= η όρασή σου φτάνει σε μεγάλη απόσταση.
[σύνθ. λ. ἐξ + ἱκνέομαι].
γλσΕλα'έξις: ἕξις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.έξις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έξις,
* McsElln.έξις@γλσΕλα,
1. το να κατέχει κάποιος κάτι: ἐπιστήμης ἕξις.
2. η κατάσταση του σώματος ή της ψυχής.
3. συνήθεια, έξη.
ΝΕ έξη (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. *ἕξ- (ἕξω < ἔχω) + παρ. επίθ. -ις].
γλσΕλα'εξίστημι: ἐξίστημι::
* McsElln.ρήμα.εξίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξίστημι,
* McsElln.εξίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. βγάζω κάτι / κάποιον από τη θέση του: ἐξίστημί τινα τοῦ φρονεῖν
= τον κάνω να χάσει τα λογικά του.
2. ως αμετάβατο στη μέση φωνή και στον αόρ. β΄, παρακ. και υπερσ. ενεργητικής φωνής (ἐξέστην, ἐξέστηκα, ἐξεστήκειν) ἐξίσταμαι
α. απομακρύνομαι από κάπου: ἐκ τοῦ μέσου ἐξίσταμαι
= απομακρύνομαι από τη μέση.
β. μεταφορικά απομακρύνομαι, εγκαταλείπω κάποιον ή κάτι: ἐξίσταμαι τῆς φιλίας τῶν μαθητῶν
= εγκαταλείπω (διακόπτω) τη φιλία με τους μαθητές μου.
:=> παράγ. ἔκστασις, ἐκστατικός.
ΝΕ εξίσταμαι (λόγ. φρ. απορώ και εξίσταμαι).
[σύνθ. λ. ἐξ + ἵστημι].
γλσΕλα'έξοδος: ἔξοδος, -όδου::
* McsElln.ουσιαστικό.έξοδος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έξοδος,
* McsElln.έξοδος@γλσΕλα,
1. εκστρατεία: ἔξοδον ἐποιήσαντο ἐπὶ τὸ στρατόπεδον
= έκαναν εκστρατεία εναντίον του στρατοπέδου.
2. τέλος: ἐπ' ἐξόδῳ τοῦ ζῆν
= στο τέλος της ζωής.
3. το τελευταίο μέρος της τραγωδίας.
:=> παράγ. ἐξοδεύω.
ΝΕ έξοδος.
[σύνθ. λ. ἐξ + ὁδός].
γλσΕλα'εξόλλυμι: ἐξόλλυμι & ἐξολλύω::
* McsElln.ρήμα.εξόλλυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξόλλυμι,
* McsElln.εξόλλυμι@γλσΕλα,
μγ05.σ107
Για τους χρόνους βλπ. ἀπόλλυμι εξολοθρεύω: ἀνθρώπους ἐξόλλυμι.
:=> παράγ. ἐξώλης.
ΝΕ στη φρ. εξώλης καὶ προώλης «τελείως κατεστραμμένος, αφανισμένος» (σε κατάρες).
[σύνθ. λ. ἐξ + ὄλλυμι].
γλσΕλα'εξόμνυμι: ἐξόμνυμι & ἐξομνύω::
* McsElln.ρήμα.εξόμνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξόμνυμι,
* McsElln.εξόμνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὄμνυμι ἐξόμνυμι & κυρίως στη μέση φωνή ἐξόμνυμαι αρνούμαι με όρκο: ἃ οἶδεν ἐξόμνυται
= αρνείται ενόρκως ότι γνωρίζει αυτά που όντως γνωρίζει.
[σύνθ. λ. ἐξ + ὄμνυμι].
γλσΕλα'εξορμάω: ἐξορμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εξορμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξορμάω,
* McsElln.εξορμάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁρμάω -ῶ
1. στέλνω προς τα έξω: ἐξορμῶ ναῦν
= βγάζω το πλοίο στο πέλαγος.
2. παρακινώ: ἐξορμῶ τινα ἐπὶ τὴν ἀρετήν.
3. με τη σημερινή σημασία εξορμώ.
:=> παράγ. ἐξόρμησις.
ΝΕ εξορμώ (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐξ + ὁρμάω].
γλσΕλα'εξορμίζω: ἐξορμίζω::
* McsElln.ρήμα.εξορμίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξορμίζω,
* McsElln.εξορμίζω@γλσΕλα,
βγάζω το πλοίο από τον όρμο, το λιμάνι.
[σύνθ. λ. ἐξ + ὁρμίζω].
γλσΕλα'εξοστρακίζω: ἐξοστρακίζω::
* McsElln.ρήμα.εξοστρακίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξοστρακίζω,
* McsElln.εξοστρακίζω@γλσΕλα,
εξορίζω με οστρακισμό (γράφοντας επάνω σε όστρακο το όνομα αυτού που θα εξοριζόταν).
[σύνθ. λ. ἐξ + ὀστρακίζω].
γλσΕλα'εξυβρίζω: ἐξυβρίζω::
* McsElln.ρήμα.εξυβρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξυβρίζω,
* McsElln.εξυβρίζω@γλσΕλα,
γίνομαι θρασύς: εὐπραγίαις οὐκ ἐξυβρίζομεν
= όταν ευτυχούμε, δε γινόμαστε θρασείς.
ΝΕ εξυβρίζω.
[σύνθ. λ. ἐξ + ὑβρίζω].
γλσΕλα'έξωθεν: ἔξωθεν::
* McsElln.επίρρημα.έξωθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έξωθεν,
* McsElln.έξωθεν@γλσΕλα,
1. απ’ έξω. 2. έξω.
[παράγ. λ. ἔξω + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'εξωθέω: ἐξωθέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εξωθέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξωθέω,
* McsElln.εξωθέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὠθέω -ῶ εκδιώκω, απομακρύνω, εξορίζω.
ΝΕ εξωθώ «σπρώχνω, παρασύρω».
[σύνθ. λ. ἐξ + ὠθέω].
γλσΕλα'εξώλης: ἐξώλης, -ης, -ες::
* McsElln.επίθετο.εξώλης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εξώλης,
* McsElln.εξώλης@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐξωλέστερος
Υπερθετικός ἐξωλέστατος αυτός που είναι εντελώς κατεστραμμένος, συχνά σε κατάρες και όρκους: ἐξώλης ἀπολοίμην καὶ προώλης, εἰ...
= να χαθώ, αν...
ΝΕ στη λόγ. φρ. εξώλης και προώλης «άνθρωπος εντελώς διεφθαρμένος».
[σύνθ. λ. ἐξ + *ὄλ- (ὄλλυμι) > *ἐξώλ- + -ης].
γλσΕλα'έοικα: ἔοικα::
* McsElln.ρήμα.έοικα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έοικα,
* McsElln.έοικα@γλσΕλα,
Παρακ. με σημ. ενεστώτα γ΄πληθ.ἔοικα εἴξασι
Μέλλ. εἴξω
Υπερσ. με σημ. παρατ. ἐ'ώκειν
1. μοιάζω με κάποιον / κάτι: δαιμονί'α ἔοικεν εὐεργεσί'α
= μοιάζει (αυτό που συνέβηκε) με θεία ευεργεσία.
2. με απαρέμφατο φαίνομαι να...
=> ως απρόσωπο ἔοικεν φαίνεται: ὡς ἔοικεν
= όπως φαίνεται.
3. μετοχή ἐοικὼς ή εἰκώς, ἐοικυῖα, ἐοικὸς ή εἰκός
α. που μοιάζει: φόβος οὐδενὶ ἐοικώς
= που δε μοιάζει με κανέναν προηγούμενο. β.πιθανός, εύλογος.
:=> παράγ. εἰκότως «λογικά».
[*Fεικ -, *Fοικ- (εἴκω, εἰκών)].
γλσΕλα'επαγγελία: ἐπαγγελία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.επαγγελία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαγγελία,
* McsElln.επαγγελία@γλσΕλα,
1. ως νομικός όρος καταγγελία: ἐπαγγελία πρὸς τοὺς θεσμοθέτας
= καταγγελία (κάποιου) ενώπιον των θεσμοθετών.
2. υπόσχεση, διαβεβαίωση.
ΝΕ επαγγελία (με τη σημ. 2 και στη λόγ. φρ.Γη της Επαγγελίας).
[παράγ. λ. ἐπαγγέλ-λομαι + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'επαγγέλλω: ἐπαγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.επαγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαγγέλλω,
* McsElln.επαγγέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγγέλλω
1. προκηρύσσω, αναγγέλλω: ἐκεχειρίαν, πόλεμον ἐπαγγέλλω.
2. διατάζω.
3. ως νομικός όρος καταγγέλλω.
4. στη μέση φωνή ἐπαγγέλλομαι
α. υπόσχομαι: ἐπηγγείλαντο ξυμπολεμεῖν
= υποσχέθηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό τους.
β. ασκώ ή ασκώ ως επάγγελμα: ἀρετὴν ἐπαγγέλλομαι
= ασκώ την αρετή. τοῦτό ἐστι τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι
= αυτό είναι το επάγγελμα που ασκώ.
:=> παράγ. ἐπαγγελία, ἐπάγγελμα.
ΝΕ επαγγέλλομαι (με τις σημ. 4α, β).
[σύνθ. λ. ἐπί + ἀγγέλλω].
γλσΕλα'επάγω: ἐπάγω::
* McsElln.ρήμα.επάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επάγω,
* McsElln.επάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. επιφέρω: κινδύνους ἐπάγω τινί
= προκαλώ σε κάποιον κινδύνους.
2. οδηγώ κάποιον (εναντίον κάποιου): ἐπάγω τινὰ ἐπί τινα
= οδηγώ κάποιον εναντίον κάποιου.
3. ἐπάγω δίκην / γραφὴν τινί
= καταθέτω καταγγελία εναντίον κάποιου στο δικαστήριο.
4. μέση φωνή ἐπάγομαι
α. προμηθεύομαι: ἐκ θαλάσσης ὧν δέονται ἐπάξονται
= όσα χρειάζονται θα τα προμηθευτούν διά θαλάσσης.
β. προσκομίζω (μαρτυρίες κτλ.): ἐπάγομαι τὸν Ἡσίοδον μάρτυρα
= προσκομίζω ως μάρτυρά μου τον Ησίοδο.
ΝΕ επάγεται «προκύπτει ως αποτέλεσμα, συνεπάγεται».
[σύνθ. λ. ἐπί + ἄγω].
μγ05.σ108
γλσΕλα'επαινέω: ἐπαινέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επαινέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαινέω,
* McsElln.επαινέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπ'ήνουν
Μέλλ. ἐπαινέσω & πιο συχνά ἐπαινέσομαι
Αόρ. ἐπ'ήνεσα
Παρακ. ἐπ'ήνεκα
Παθ. μέλλ. ἐπαινεθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπῃνέθην
Παθ. παρακ. ἐπ'ήνημαι
1. εγκρίνω, επιδοκιμάζω: ἐπαινεσάντων δ’ αὐτῶν
= όταν αυτοί έδωσαν την έγκρισή τους.
2. επαινώ.
ΝΕ επαινώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + αἰνέω < αἶνος, ὁ «εγκώμιο, έπαινος», ίσως συγγεν. με αρχ. γερμ. eid «όρκος»].
γλσΕλα'επαίρω: ἐπαίρω::
* McsElln.ρήμα.επαίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαίρω,
* McsElln.επαίρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἴρω
1. σηκώνω, υψώνω: ἐπαίρω τὴν φωνήν
= υψώνω τη φωνή μου.
2. παθ. φωνή ἐπαίρομαι υπερηφανεύομαι: ὑμᾶς χρὴ μὴ πρὸς τὰς τύχας τῶν ἐναντίων ἐπαίρεσθαι
= δεν πρέπει να υπερηφανεύεστε για τις δυστυχίες των εχθρών σας.
:=> παράγ. ἔπαρσις.
ΝΕ επαίρομαι (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + αἴρω].
γλσΕλα'επαιτιάομαι: ἐπαιτιάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.επαιτιάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαιτιάομαι,
* McsElln.επαιτιάομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἰτιάομαι -ῶμαι κατηγορώ: ἐπαιτιῶμαί τινά τινος
= κατηγορώ κάποιον για κάτι.
[σύνθ. λ. ἐπί + αἰτιάομαι].
γλσΕλα'επαΐω: ἐπαΐω::
* McsElln.ρήμα.επαΐω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαΐω,
* McsElln.επαΐω@γλσΕλα,
εύχρηστο στον ενεστώτα γνωρίζω καλά κάτι: οὐκ ἐπαΐει τι τούτων
= δε γνωρίζει καλά κάτι από αυτά.
=> μετοχή ἐπαΐων ο γνώστης: οἱ τῆς αὐλήσεως ἐπαΐοντες
= οι γνώστες της τέχνης του αυλού.
ΝΕ επαΐων «γνώστης, ειδικός».
[σύνθ. λ. ἐπί + ἀΐω].
γλσΕλα'επακτός: ἐπακτός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.επακτός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επακτός,
* McsElln.επακτός@γλσΕλα,
αυτός που τον φέρνουν από ξένη χώρα: ἐπακτὸς σῖτος
= εισαγόμενο σιτάρι. ἐπακτὴ δύναμις
= δύναμη ξένων μισθοφόρων στρατιωτών.
[παράγ. λ. ἐπάγ-ω + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'επάνειμι: ἐπάνειμι::
* McsElln.ρήμα.επάνειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επάνειμι,
* McsElln.επάνειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι χρησιμοποιείται ως μέλλ. του βλπ. ἐπανέρχομαι.θα επανέλθω: ἐγὼ δὲ ἔνθεν ἐξέβην ἐπάνειμι
= και εγώ θα επανέλθω στο σημείο της διήγησης από όπου είχα κάνει την παρέκβαση.
[σύνθ. λ. ἐπαν- (σύνθ. ἐπί + ἀνά) + εἶμι].
γλσΕλα'επανέρxομαι: ἐπανέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.επανέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επανέρxομαι,
* McsElln.επανέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. επανέρχομαι, επιστρέφω: ἐπανέρχομαι ἐκΠειραιῶς.
2. ανακεφαλαιώνω: ἐξ ἀρχῆς ἐπάνελθε αὐτά
= ανακεφαλαίωσέ τα από την αρχή.
ΝΕ επανέρχομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπαν- (σύνθ. ἐπί + ἀνά) + ἔρχομαι].
γλσΕλα'επανίστημι: ἐπανίστημι::
* McsElln.ρήμα.επανίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επανίστημι,
* McsElln.επανίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. υψώνω, χτίζω πάλι κάτι: τὰ τείχη ἐπανέστησαν
= ξανάχτισαν τα τείχη.
2. στην παθ. φωνή, στο μέσο μέλλ., στον αόρ. β΄και στον παρακ. ενεργ. φωνής (ἐπαναστήσομαι, ἐπανέστην, ἐπανέστηκα) ἐπανίσταμαι
α. σηκώνομαι (από τη θέση μου).
β. επαναστατώ: ἢν ἡ δουλεία ἐπανιστῆται
= αν επαναστήσουν οι δούλοι.
:=> παράγ. ἐπανάστασις.
ΝΕ το ομόρριζο επανάσταση.
[σύνθ. λ. ἐπαν- (σύνθ. ἐπί + ἀνά) + ἵστημι].
γλσΕλα'επανορθόω: ἐπανορθόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επανορθόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επανορθόω,
* McsElln.επανορθόω@γλσΕλα,
Παρατ.με διπλή αύξηση ἐπηνώρθουν
Αόρ. με διπλή αύξηση ἐπηνώρθωσαΠαρακ.με διπλή αύξηση ἐπηνώρθωκα
Μέσ. παρατ.με διπλή αύξηση ἐπηνωρθούμην
Μέσ. μέλλ. ἐπανορθώσομαι
Παθ. μέλλ. ἐπανορθωθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπηνωρθωσάμην
Παθ. αόρ.με διπλή αύξηση ἐπηνωρθώθην
Παθ. παρακ.με διπλή αύξηση ἐπηνώρθωμαι
1. επανορθώνω, ξαναφέρνω κάτι στην προηγούμενη καλή κατάστασή του: ἐπανορθῶ τὴν δύναμιν.
2. διορθώνω: ἐπανορθῶ τὸ ἁμάρτημα, τοὺς νόμους
= διορθώνω το σφάλμα, τους νόμους.
ΝΕ επανορθώνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπαν- (σύνθ. ἐπί + ἀνά) + ὀρθόω].
γλσΕλα'επαρκέω: ἐπαρκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επαρκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επαρκέω,
* McsElln.επαρκέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀρκέω -ῶ χορηγώ, εφοδιάζω: ἐπαρκῶ τινί τι
= χορηγώ σε κάποιον κάτι.
:=> παράγ. ἐπαρκής, ἐπαρκούντως.
ΝΕ επαρκώ «είμαι αρκετός, φτάνω».
[σύνθ. λ. ἐπί + ἀρκέω].
γλσΕλα'επεί: ἐπεὶ::
* McsElln.σύνδεσμος.επεί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επεί,
* McsElln.επεί@γλσΕλα,
1. χρονικός αφού, όταν: ἐπεὶ ἡμέρα ἐγένετο
= όταν ξημέρωσε...
2. αιτιολογικός επειδή: ἐπεὶ ταῦθ’ οὕτως ἔχει
= επειδή έτσι έχουν τα πράγματα αυτά.
:=> σύνθ. ἐπάν.
μγ05.σ109
[σύνθ. λ. ἐπί + εἰ].
γλσΕλα'επείγω: ἐπείγω::
* McsElln.ρήμα.επείγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επείγω,
* McsElln.επείγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤπειγον
Αόρ. ἤπειξα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἐπείξομαι
Παθ. αόρ. ἠπείχθην
Παθ. παρακ. ἤπειγμαι
1. μέση φωνή ἐπείγομαι επισπεύδω κάτι: ἐπείγεται τὸν πλοῦν.
2. παθ. φωνή ἐπείγομαι βιάζομαι, επείγομαι: ἐπείγετο οἴκαδε
= βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του.
ΝΕ επείγει «είναι επείγον» & επείγομαι (με τη σημ. 2).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'επειδάν: ἐπειδὰν::
* McsElln.σύνδεσμος.επειδάν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επειδάν,
* McsElln.επειδάν@γλσΕλα,
είναι χρονικός σύνδεσμος και ακολουθείται από υποτακτική οποτεδήποτε, κάθε φορά που: ἐπειδὰν ὅσιόν τι ποιῇς
= κάθε φορά που κάνεις κάτι όσιο.
[σύνθ. λ. ἐπειδή + ἄν].
γλσΕλα'επειδή: ἐπειδὴ::
* McsElln.σύνδεσμος.επειδή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επειδή,
* McsElln.επειδή@γλσΕλα,
1. χρονικός αφού, όταν: ἐπειδὴ ἐγγὺς τῆς πόλεως ἦν
= όταν έφθασε κοντά στην πόλη. διενείμαντο τὴν ἀρχὴν Ζεὺς καὶ ὁ Ποσειδῶν καὶ ὁ Πλούτων, ἐπειδὴ παρὰ τοῦ πατρὸς παρέλαβον
= μοιράστηκαν την εξουσία ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας, όταν την παρέλαβαν από τον πατέρα τους.
2. αιτιολογικός επειδή.
ΝΕ επειδή (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπεί + δή].
γλσΕλα'έπειμι: ἔπειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.έπειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έπειμι,
* McsElln.έπειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ
1. είμαι ή υπάρχω επάνω σε κάτι: ἐπὶ τῷ ποταμῷ πύλαι ἔπεισι
= στο ποτάμι υπάρχουν περάσματα.
2. για ποινές ή αμοιβές είμαι καθορισμένος: ἔσχαται τιμωρίαι ἐπὶ ταῖς ἐπαγγελίαις ἔπεισιν
= έχουν καθοριστεί έσχατες τιμωρίες για τις καταγγελίες.
3. επίκειμαι: ἐπόντος τοῦ φόβου τούτου
= καθώς ήταν επικείμενος αυτός ο κίνδυνος...
[σύνθ. λ. ἐπί + εἰμί].
γλσΕλα'έπειμι: ἔπειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.έπειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έπειμι,
* McsElln.έπειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι ως μέλλοντας του βλπ. ἐπέρχομαι
1. επιτίθεμαι: ἐπίωμεν ἐπὶ τοὺς ἀδικοῦντας
= ας επιτεθούμε σε αυτούς που μας αδικούν.
=> μετοχή ως ουσιαστικό οἱ ἐπιόντες οι επιτιθέμενοι.
2. παρουσιάζομαι (για να μιλήσω).
3. κατεβαίνω στο κεφάλι: ὅ,τι ἂν ἐπίῃ μοι
= ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι.
4. με χρονική σημ., συνήθως στη μτχ. ἐπιών, -οῦσα,-ὸν αυτός που ακολουθεί: ἡ ἐπιοῦσα ἡμέρα
= η επόμενη μέρα. ἐν τῷ ἐπιόντι χρόνῳ
= στο μέλλον.
ΝΕ η επιούσα (λόγ.) «η επόμενη μέρα», ο επιούσιος (άρτος «το ψωμί της αυριανής μέρας»).
[σύνθ. λ. ἐπί + εἶμι].
γλσΕλα'επείπερ: ἐπείπερ::
* McsElln.σύνδεσμος.επείπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επείπερ,
* McsElln.επείπερ@γλσΕλα,
χρονικός και αιτιολογικός όταν, επειδή.
[σύνθ. λ. ἐπεί + περ].
γλσΕλα'επέκεινα: ἐπέκεινα::
* McsElln.επίρρημα.επέκεινα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επέκεινα,
* McsElln.επέκεινα@γλσΕλα,
τοπικό πέρα από: οἱ ἐπέκεινα Εὐφράτου
= όσοι κατοικούν πέρα από τον Ευφράτη. οἱ ἐπέκεινα χρόνοι
= τα παλαιότερα χρόνια.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἐκε_ινα].
γλσΕλα'επελαύνω: ἐπελαύνω::
* McsElln.ρήμα.επελαύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επελαύνω,
* McsElln.επελαύνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐλαύνω βαδίζω, εκστρατεύω εναντίον κάποιου.
:=> παράγ. ἐπέλασις.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἐλαύνω].
γλσΕλα'επέξειμι: ἐπέξειμι::
* McsElln.ρήμα.επέξειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επέξειμι,
* McsElln.επέξειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι ως μέλλοντας του βλπ. ἐπεξέρχομαι
1. βγαίνω εναντίον κάποιου: ἐπέξειμί τινι ἐς μάχην
= βγαίνω εναντίον κάποιου σε μάχη.
2. ασκώ δίωξη εναντίον κάποιου: ἐπέξειμί τινι φόνου
= μηνύω κάποιον για φόνο.
3. εξετάζω κάτι λεπτομερώς.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἔξειμι].
γλσΕλα'επεξέρxομαι: ἐπεξέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.επεξέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επεξέρxομαι,
* McsElln.επεξέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. βγαίνω εναντίον κάποιου: ἐπεξῆλθον διώκοντες ἐπὶ πολύ
= βγήκαν εναντίον τους καταδιώκοντάς τους για μεγάλο διάστημα.
2. ασκώ δίωξη εναντίον κάποιου.
3. συζητώ, εξετάζω κάτι λεπτομερώς: ὅσον δυνατὸν ἀκριβεί'α περὶ ἑκάστου ἐπεξῆλθον
= εξέτασα με όλη τη δυνατή ακρίβεια καθένα από τα γεγονότα (που συνέβησαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, λέγει ο Θουκυδίδης).
ΝΕ το σύνθ. αντεπεξέρχομαι.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἐξέρχομαι].
γλσΕλα'επέρxομαι: ἐπέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.επέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επέρxομαι,
* McsElln.επέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. επιτίθεμαι: ἐπέρχονται ἡμῖν ὡς οὐκ ἀμυνουμένοις
= μας επιτίθενται νομίζοντας ότι δε θα αμυνθούμε.
2. κατεβαίνω στο κεφάλι: ὅ, τι ἂν ἐπέλθῃ
= ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι.
ΝΕ επέρχομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + ἔρχομαι].
γλσΕλα'επερωτάω: ἐπερωτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επερωτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επερωτάω,
* McsElln.επερωτάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐρωτάω -ῶ
μγ05.σ110
ρωτώ, συμβουλεύομαι: τὸ χρηστήριον ἐπερωτῶ
= ρωτώ το μαντείο.
:=> παράγ. ἐπερώτησις.
ΝΕ επερώτηση.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἐρωτάω].
γλσΕλα'επέxω: ἐπέχω::
* McsElln.ρήμα.επέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επέxω,
* McsElln.επέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω σταματώ, αναστέλλω: ἐπέσχον τὸ τοῖς Ἀθηναίοις ἐπιχειρεῖν
= σταμάτησαν την εναντίον των Αθηναίων προσβολή.
ΝΕ επέχω «μεσολαβώ ως».
[σύνθ. λ. ἐπί + ἔχω].
γλσΕλα'επήκοος: ἐπήκοος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επήκοος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επήκοος,
* McsElln.επήκοος@γλσΕλα,
αυτός που ακούει με προσοχή: ἐπήκοοι καὶ θεαταὶ τῶν δικῶν.
=> εἰς ἐπήκοον σε απόσταση που να ακούγεται κάποιος.
ΝΕ στη λόγ. φρ. εις επήκοον πάντων.
[σύνθ. λ. ἐπί + *ἄκου-ος (ἀκούω), πβ. ἀκο-ή].
γλσΕλα'έπηλυς: ἔπηλυς, -υς, -υ, γεν. ἐπήλυδος::
* McsElln.επίθετο.έπηλυς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έπηλυς,
* McsElln.έπηλυς@γλσΕλα,
αυτός που έχει έρθει από ξένη χώρα, ο ξένος.
ΝΕ έπηλυς (λόγ.).
[σύνθ. λ. ἐπί + *ἠλ- (ἐλ- < ἐλ-αύνω, πβ. ἱππηλ-άτης) + -υς, πβ. και ἐλ-ήλυ-θα < ἔρχομαι].
γλσΕλα'επήν: ἐπὴν::
* McsElln.σύνδεσμος.επήν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επήν,
* McsElln.επήν@γλσΕλα,
χρονικός, που συντάσσεται με υποτακτική κάθε φορά που, οσάκις.
[σύνθ. λ. ἐπεί + ἤν].
γλσΕλα'επηρεάζω: ἐπηρεάζω::
* McsElln.ρήμα.επηρεάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επηρεάζω,
* McsElln.επηρεάζω@γλσΕλα,
1. παρενοχλώ κάποιον.
2. παθ. φωνή ἐπηρεάζομαι προσβάλλομαι: πῶς ἂν μᾶλλον ἐπηρεάζετο
= πώς θα υπήρχε τρόπος να προσβληθεί περισσότερο.
ΝΕ επηρεάζω «ασκώ επήρεια, επίδραση».
[παράγ. λ. *ἐπ-ηρής (< ἀρειὴ «απειλή») + παρ.επίθ. -άζω].
γλσΕλα'επί: ἐπὶ::
* McsElln.πρόθεση.επί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επί,
* McsElln.επί@γλσΕλα,
Α. με γενική δηλώνει
1. τόπο
α. επάνω: ἐπὶ γῆς.
β. προς: ἔπλεον ἐπὶΛέσβου
= έπλεαν προς τη Λέσβο.
2. χρόνο κατά, επί: ἐπὶ τοῦ προτέρου πολέμου
= κατά τον προηγούμενο πόλεμο.
3. με γενική προσώπου ενώπιον, μπροστά σε: ἐπὶ μαρτύρων, ἐπὶ δικαστοῦ.
4. επικεφαλής: ὁ ἐπὶ τῶν ἵππων
= ο αρχηγός του ιππικού.
Β. με δοτική δηλώνει
1. επάνω: ἐπὶ ταῖς κεφαλαῖς.
2. κοντά, πλησίον: πόλις ἐπὶ τῇ θαλάσσῃ.
3. αιτία εξαιτίας, για: ’ῃσχύνοντο ἐπὶ τοῖς κοινοῖς ἁμαρτήμασιν
= ντρέπονταν για τις κοινές αποτυχίες.
4. σκοπό για να: ἐπὶ τῷ κερδαίνειν πᾶν ἂν οὗτος ποιήσειε
= αυτός θα έκανε τα πάντα για το κέρδος.
5. επίβλεψη, αρχηγία: κατέλιπεν ἐπὶ ταῖς ναυσὶν Ἀντίοχον
= άφησε τον Αντίοχο ως αρχηγό των πλοίων.
6. όρο, προϋπόθεση: ἠρώτα ἐπὶ τίσιν ἂν σύμμαχος γένοιτο
= ρωτούσε με ποιους όρους θα γινόταν σύμμαχος.
=> τὸ ἐπ’ ἐμοὶ όσο εξαρτάται από μένα.
Γ. με αιτιατική δηλώνει
1. επάνω: θέμενος κρέα ἐπὶ τὰ γόνατα ἐδείπνει
= αφού έβαλε το κρέας πάνω στα γόνατά του, έτρωγε.
2. εναντίον: ἐστράτευσαν ἐπὶ τοὺς πολεμίους
= εκστράτευσαν εναντίον των εχθρών.
3. χρονική διάρκεια: ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας.
4. σκοπό: ἐπὶ τοῦτο ἦλθον
= ήρθαν με αυτόν το σκοπό.
Δ. ως α΄ συνθετικό δηλώνει 1. επάνω, π.χ. ἐπιβαίνω. 2. εναντίον, π.χ. ἐπιχειρῶ. 3. κατόπιν, ύστερα, π.χ. ἐπιγίγνομαι. 4. προσθήκη, π.χ. ἐπαυξάνω. 5. επίταση, π.χ. ἐπιποθῶ.
ΝΕ επί (λόγ.).
[ομόρρ. με αρχ. ινδ. 'api, αρχ. περσ. apiyκτλ.].
γλσΕλα'επιβαίνω: ἐπιβαίνω::
* McsElln.ρήμα.επιβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιβαίνω,
* McsElln.επιβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. πατώ επάνω σε κάτι: ἐπιβαίνω τῶν ὅρων τῆς χώρας
= πατώ τα σύνορα της χώρας.
2. ανεβαίνω: ἐπιβαίνω ἐπὶ τὸν ἵππον
= ανεβαίνω στο άλογο. με δοτ. ἐπειρῶντο ταῖς ναυσὶν ἐπιβαίνειν
= προσπαθούσαν να ανεβούν στα πλοία.
ΝΕ επιβαίνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + βαίνω].
γλσΕλα'επιβάλλω: ἐπιβάλλω::
* McsElln.ρήμα.επιβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιβάλλω,
* McsElln.επιβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. βάζω ή ρίχνω κάτι επάνω σε κάτι: ἐπέβαλον τοὺς νεκροὺς ἐπὶ τὰς ἁμάξας.
2. πέφτω, αναλογώ σε κάποιον: ὅσον ἐπέβαλεν αὐτοῖς
= όσο τους αναλογούσε. τὸ ἐπιβάλλον (μέρος)
= το μερίδιο κάποιου.
3. μέση φωνή ἐπιβάλλομαι βάζω επάνω μου:δουλείαν ἐπιβαλεῖται ἡ πόλις
= η πόλη θα επιβάλει στον εαυτό της τη δουλεία.
ΝΕ επιβάλλω «ορίζω, καθορίζω» (λ.χ. τιμωρία).
[σύνθ. λ. ἐπί + βάλλω].
γλσΕλα'επιβολή: ἐπιβολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.επιβολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιβολή,
* McsElln.επιβολή@γλσΕλα,
1. το να βάζει κανείς κάτι επάνω σε κάτι άλλο: ἡ τοῦ ἱματίου ἐπιβολή
= η κάλυψη (του σώματος) με το ιμάτιο.
2. πρόστιμο: ἐπιβολὰς ἐπιβάλλω
= επιβάλλω πρόστιμα.
ΝΕ επιβολή «καθορισμός» (λ.χ. φόρου κτλ.).
[παράγ./σύνθ. ἐπί + *βολ- (βάλλω) + παρ. επίθ. -ὴ ως παράγ. ουσ. του ἐπιβάλλω].
γλσΕλα'επιβουλεύω: ἐπιβουλεύω::
* McsElln.ρήμα.επιβουλεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιβουλεύω,
* McsElln.επιβουλεύω@γλσΕλα,
μγ05.σ111
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἐπιβουλεύσομαι«θα γίνω αντικείμενο επιβουλών»
Παθ. μέλλ. ἐπιβουλευθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπεβουλεύθηνΓια τους άλλους χρόνους βλπ. βουλεύω
1. σκέπτομαι ή σχεδιάζω κάτι κακό: κακὸν ἐπιβουλεύω τῇ πόλει
= σχεδιάζω κάτι κακό για την πόλη.
2. με απαρέμφατο σχεδιάζω να..., σκοπεύω να...:
3. παθ. φωνή ἐπιβουλεύομαι γίνομαι αντικείμενο επιβουλών.
:=> παράγ. ἐπιβούλευμα, ἐπιβούλευσις, ἐπιβουλευτής, ἐπιβουλευτικός, ἐπιβουλή.
ΝΕ επιβουλεύομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + βουλεύω].
γλσΕλα'επιβουλή: ἐπιβουλή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.επιβουλή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιβουλή,
* McsElln.επιβουλή@γλσΕλα,
σχέδιο εναντίον κάποιου, επιβουλή: ἐξ ἐπιβουλῆς θανών
= νεκρός από επιβουλή.
ΝΕ επιβουλή (λόγ.).
[παράγ. λ. ἐπιβουλ-εύομαι + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'επιγίγνομαι: ἐπιγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.επιγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιγίγνομαι,
* McsElln.επιγίγνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι1.
α. γίνομαι ή έρχομαι, χρονικά, έπειτα από κάποιον ή κάτι: ἀντὶ τῶν θανόντων ἕτεροι ἐπιγενήσονται
= στη θέση αυτών που πέθαναν θα έρθουν άλλοι. τῇ ἐπιγενομένῃ ἡμέρ'α
= την επόμενη ημέρα.
β. ως ουσιαστικό οἱ ἐπιγενόμενοι οι μεταγενέστεροι (άνθρωποι).
2. συμβαίνω έπειτα από κάτι, επακολουθώ:ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογί
= μετά την πυρκαγιά ακολούθησε ο άνεμος.
ΝΕ επιγενόμενοι (με τη σημ. 1β).
[σύνθ. λ. ἐπί + γίγνομαι].
γλσΕλα'επιγιγνώσκω: ἐπιγιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.επιγιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιγιγνώσκω,
* McsElln.επιγιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω
1. ανακαλύπτω, συνειδητοποιώ κάτι.
2. κρίνω, αποφασίζω.
:=> παράγ. ἐπίγνωσις.
ΝΕ το παράγ. επίγνωση.
[σύνθ. λ. ἐπί + γιγνώσκω]
γλσΕλα'επιγράφω: ἐπιγράφω::
* McsElln.ρήμα.επιγράφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιγράφω,
* McsElln.επιγράφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γράφω
1. γράφω πάνω σε μια επιφάνεια, εγχαράσσω.
2. καταχωρίζω το όνομα ενός πολίτη στον κατάλογο για σκοπούς φορολόγησης, επιβάλλω δημόσιο βάρος σε κάποιον.
3. γενικά καταχωρίζω το όνομα του πολίτη σε δημόσιο κατάλογο.
:=> παράγ. ἐπίγραμμα, ἐπιγραφή.
ΝΕ επιγράφω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + γράφω].
γλσΕλα'επιδείκνυμι: ἐπιδείκνυμι & ἐπιδεικνύω::
* McsElln.ρήμα.επιδείκνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιδείκνυμι,
* McsElln.επιδείκνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δείκνυμι
1. ἐπιδείκνυμι ή συχνότερα στη μέση φωνή ἐπιδείκνυμαι επιδεικνύω: τὴν ἐμαυτοῦ σοφίαν ἐπιδείκνυμαι.
2. αποδεικνύω: ἐπιδείκνυμί τινα δωροδοκήσαντα
= αποδεικνύω ότι κάποιος δωροδοκήθηκε.
ΝΕ επιδεικνύω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + δείκνυμι].
γλσΕλα'επιδέξιος: ἐπιδέξιος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επιδέξιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιδέξιος,
* McsElln.επιδέξιος@γλσΕλα,
1. δεξιός: τὰ ἐπιδέξια
= η δεξιά πλευρά.
2. επιδέξιος, έξυπνος, ικανός.
ΝΕ επιδέξιος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + δεξιός].
γλσΕλα'επιδέω: ἐπιδέω::
* McsElln.ρήμα.επιδέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιδέω,
* McsElln.επιδέω@γλσΕλα,
μέση φωνή ἐπιδέομαί τινος μου λείπει κάτι.Για τους χρόνους βλπ. δέομαι
[σύνθ. λ. ἐπί + δέω].
γλσΕλα'επιδημέω: ἐπιδημέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επιδημέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιδημέω,
* McsElln.επιδημέω@γλσΕλα,
1. ζω στην πατρίδα μου.
=/ ἀποδημέω.
2. επιστρέφω στην πατρίδα μου.
3. για μετανάστες παρεπιδημώ, μένω σε μια(ξένη) χώρα.
:=> παράγ. ἐπιδήμησις, ἐπιδημία «διαμονή σε έναν τόπο».
[παράγ. λ. ἐπίδημος (σύνθ. ἐπί + δῆμος) +παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'επιδημία: ἐπιδημία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.επιδημία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιδημία,
* McsElln.επιδημία@γλσΕλα,
διαμονή σε έναν τόπο.
ΝΕ επιδημία.
[παράγ. λ. ἐπίδημ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'επιδίδωμι: ἐπιδίδωμι::
* McsElln.ρήμα.επιδίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιδίδωμι,
* McsElln.επιδίδωμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δίδωμι
1. χαρίζω, και ειδικότερα προσφέρω στην πόλη: τριήρη ἐπέδωκε.
2. δίνω σε κάποιον κάτι στο χέρι, το επιδίδω:ἐπιδίδωμι ἐπιστολήν.
3. ως αμετάβατο αυξάνομαι σε κάτι, δηλαδή χειροτερεύω ή βελτιώνομαι: καθ’ ἡμέραν ἐπεδίδοσαν ἐς τὸ ἀγριώτερον
= κάθε μέρα γίνονταν και πιο σκληροί. ἑκάστης ἡμέρας ἀεὶ ἐπὶ τὸ βέλτιον ἐπιδιδόναι
= κάθε μέρα να προοδεύεις συνεχώς προς το καλύτερο.
ΝΕ επιδίδω (με τις σημ. 2, 3).
[σύνθ. λ. ἐπί + δίδωμι].
γλσΕλα'επίδοξος: ἐπίδοξος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επίδοξος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίδοξος,
* McsElln.επίδοξος@γλσΕλα,
αυτός που περιμένουν ότι θα κάνει ή θα γίνει κάτι: ἐπίδοξοι ἐπιεικεῖς γενέσθαι
= αυτοί που περιμένουμε να γίνουν ικανοί.
ΝΕ επίδοξος.
[παράγ./σύνθ. λ. ἐπί + *δοξ- (ἔ-δοξ-α < δοκέω) + -ος].
γλσΕλα'επίδοσις: ἐπίδοσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.επίδοσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίδοσις,
* McsElln.επίδοσις@γλσΕλα,
1. προσφορά, ευεργέτημα: οἱ τὰς μεγάλας ἐπιδόσεις ἐπιδόντες
= αυτοί που έκαναν μεγάλες προσφορές.
μγ05.σ112
2. αύξηση, πρόοδος.
ΝΕ επίδοση (με τη σημ. 2.)
[παράγ./σύνθ. ἐπί + *δο- (δί-δω-μι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'επιείκεια: ἐπιείκεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.επιείκεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιείκεια,
* McsElln.επιείκεια@γλσΕλα,
1. συγκατάβαση, ανεκτικότητα που δεν είναι αντίθετη προς το δίκαιο, επιείκεια.
2. για ανθρώπους
α. τιμιότητα, δικαιοσύνη. β.αρετή, καλοσύνη.
ΝΕ επιείκεια (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἐπιεικής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'επιεικής: ἐπιεικής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.επιεικής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιεικής,
* McsElln.επιεικής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιεικέστερος
Υπερθετικός ἐπιεικέστατος
1. λογικός: ἐπιεικὴς πρόφασις
= λογική δικαιολογία.
2. για πρόσωπα
α. ικανός (σε δεξιότητες): οἱ ἐπιεικέστατοι τῶν τριηράρχων
= οι πιο ικανοί από τους κυβερνήτες πλοίων.
β. καλός, ενάρετος: ἐπιεικεῖς τὴν ψυχήν
= άνθρωποι με καλή ψυχή.
ΝΕ επιεικής «υποχωρητικός, καλοσυνάτος».
[παράγ./σύνθ. λ. ἐπί + εἰκ- (< ἔοικα) + -ής].
γλσΕλα'επιθυμώ: ἐπιθυμῶ::
* McsElln.ρήμα.επιθυμώ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιθυμώ,
* McsElln.επιθυμώ@γλσΕλα,
===
_stxElla: Ἀθηναῖοι ἐπεθύμουν τῆς εἰρήνης. == Οι Αθηναίοι επιθυμούσαν την ειρήνην. [Ξ.ΕΛΛ.V.1.29]
γλσΕλα'επικαλέω: ἐπικαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επικαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικαλέω,
* McsElln.επικαλέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. καλέω -ῶ
1. μέση φωνή ἐπικαλοῦμαι καλώ κάποιον ως βοηθό, ως σύμμαχο, ως μάρτυρα: μάρτυρας ἐπεκαλοῦντό τινας
= καλούσαν κάποιους ως μάρτυρες.
2. καταλογίζω: ἐπικαλῶ τινί τι
= καταλογίζω σε κάποιον κάτι (μια κατηγορία).
ΝΕ επικαλούμαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + καλέω].
γλσΕλα'επικαρπία: ἐπικαρπία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.επικαρπία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικαρπία,
* McsElln.επικαρπία@γλσΕλα,
το κέρδος.
=/ τὰ ἀρχαῖα «το αρχικό κεφάλαιο».
ΝΕ επικαρπία «κέρδος από μη ιδιόκτητη περιουσία».
[παράγ./σύνθ. λ. ἐπί + *καρπ- (καρποῦμαι) +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'επίκειμαι: ἐπίκειμαι::
* McsElln.ρήμα.επίκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίκειμαι,
* McsElln.επίκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι
1. επιτίθεμαι εναντίον κάποιου.
2. επαπειλούμαι: κακὰ ἐπικείμενα.
ΝΕ επίκειμαι (κυρίως στο γ΄ ενικό με τη σημ.2, λ.χ. επίκειται σεισμός).
[σύνθ. λ. ἐπί + κεῖμαι].
γλσΕλα'επικηρυκεύομαι: ἐπικηρυκεύομαι::
* McsElln.ρήμα.επικηρυκεύομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικηρυκεύομαι,
* McsElln.επικηρυκεύομαι@γλσΕλα,
εύχρηστο μόνο στον ενεστώτα
1. αναγγέλλω κάτι με κήρυκα. 2. υποβάλλω πρόταση σε κάποιον με κήρυκα για σύναψη ειρήνης: ἐπικηρυκεύομαι πρὸς Λακεδαιμονίους.
[σύνθ. λ. ἐπί + κηρυκεύομαι < κῆρυξ].
γλσΕλα'επίκλησις: ἐπίκλησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.επίκλησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίκλησις,
* McsElln.επίκλησις@γλσΕλα,
1. επωνυμία, όνομα: τῇ πόλει τὴν αἰσχίστην ἐπίκλησιν προσέθεσαν
= έδωσαν στην πόλη το χειρότερο όνομα (φήμη).
2. κατηγορία: ἐπίκλησιν ἔχει κακὸς εἶναι
= κατηγορείται ότι είναι δειλός.
3. το να ζητάει κάποιος τη βοήθεια ή τη μαρτυρία κάποιου.
ΝΕ επίκληση (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐπί + κλῆσις].
γλσΕλα'επικουρέω: ἐπικουρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επικουρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικουρέω,
* McsElln.επικουρέω@γλσΕλα,
1. βοηθώ ως σύμμαχος ή μισθοφόρος.
2. γενικά βοηθώ.
ΝΕ επικουρώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπίκουρ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'επικουρία: ἐπικουρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.επικουρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικουρία,
* McsElln.επικουρία@γλσΕλα,
1. πολεμική βοήθεια. 2. γενικά βοήθεια.
ΝΕ επικουρία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπίκουρ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'επίκουρος: ἐπίκουρος, -ούρου::
* McsElln.ουσιαστικό.επίκουρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίκουρος,
* McsElln.επίκουρος@γλσΕλα,
1. στον πληθ. οἱ ἐπίκουροι (στην Αθήνα) σώμα μισθοφόρων στρατιωτών.
2. ως επίθετο βοηθός: τοῖς ἀδικουμένοις ἐπίκουρος.
ΝΕ στη φρ. επίκουρος καθηγητής.
[*ἐπί-κορσος < ΙΕ *kros--o «τρέχω, βοηθώ», από όπου και λατ. curr-o].
γλσΕλα'επικράτεια: ἐπικράτεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.επικράτεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικράτεια,
* McsElln.επικράτεια@γλσΕλα,
1. κυριαρχία, κατοχή: ἐπικράτεια τῶν ἐπιθυμιῶν
= κυριαρχία επί των επιθυμιών.
2. περιοχή που είναι υπό την εξουσία κάποιου:ἡ τῶν Καρχηδονίων ἐπικράτεια.
ΝΕ επικράτεια (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπικρατέω + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'επικρατέω: ἐπικρατέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επικρατέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικρατέω,
* McsElln.επικρατέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρατέω -ῶ
1. νικώ στη μάχη.
2. είμαι κύριος κάποιου πράγματος: οἱ Μιλήσιοι ἐπεκράτουν τῆς θαλάσσης
= οι Μιλήσιοι κυριαρχούσαν στη θάλασσα.
3. γενικά υπερισχύω, επικρατώ: τῷ πεζῷ ἐπεκράτουν
= επικρατούσαν ως προς το πεζικό τους.
ΝΕ επικρατώ (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐπί + κρατέω].
γλσΕλα'επικτάομαι: ἐπικτάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.επικτάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επικτάομαι,
* McsElln.επικτάομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κτάομαι -ῶμαι προσθέτω κάτι σε αυτά που έχω: ἐπικτῶνται τριήρεις
= προσθέτουν πλοία σε αυτά που έχουν, αποκτούν επιπλέον πλοία.
:=> παράγ. ἐπίκτητος.
ΝΕ το ομόρριζο επίκτητος «πρόσθετος».
[σύνθ. λ. ἐπί + κτάομαι].
γλσΕλα'επιλαγxάνω: ἐπιλαγχάνω::
* McsElln.ρήμα.επιλαγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιλαγxάνω,
* McsElln.επιλαγxάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαγχάνω
μγ05.σ113
διαδέχομαι κάποιον σε ένα αξίωμα: ἐπιλαγχάνω τινί βουλῆς
= διαδέχομαι κάποιον στο αξίωμα του βουλευτή.
ΝΕ η μετοχή επιλαχών.
[σύνθ. λ. ἐπί + λαγχάνω].
γλσΕλα'επιλαμβάνω: ἐπιλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.επιλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιλαμβάνω,
* McsElln.επιλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. παίρνω κάτι επιπλέον, πέρα από αυτό που έχω ήδη.
2. για συμβάντα καταλαμβάνω κάποιον, τον πιάνω: χειμὼν ἐπέλαβε τὴν φυλακήν
= τη φρουρά την έπιασε ο χειμώνας.
3. για αρρώστιες προσβάλλω: λοιμὸς ἐπέλαβε τὸν στρατόν
= ο λοιμός προσέβαλε το στρατό.
4. σταματώ κάτι (πιέζοντάς το): ἐπιλαμβάνω τὸ ὕδωρ
= σταματώ την κλεψύδρα (π.χ. στο δικαστήριο).
5. μέση φωνή ἐπιλαμβάνομαι
α. πιάνομαι από κάτι: ἐπιλαμβάνεται τῆς χειρός
= πιάνεται από το χέρι.
β. επιτίθεμαι σε κάποιον: ἐπιλαμβάνομαί τινος.
ΝΕ επιλαμβάνομαι «καταπιάνομαι».
[σύνθ. λ. ἐπί + λαμβάνω].
γλσΕλα'επιλανθάνομαι: ἐπιλανθάνομαι::
* McsElln.ρήμα.επιλανθάνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιλανθάνομαι,
* McsElln.επιλανθάνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λανθάνω ξεχνώ: ἐπιλήσμων εἰμὶ καὶ ἐπιλανθάνομαι περὶ οὗ ἦν ὁ λόγος
= είμαι ξεχασιάρης και ξεχνώ για τι συζητούσαμε. ἐπιλανθάνομαί τινος
= ξεχνώ κάτι.
:=> παράγ. ἐπιλήσμων.
ΝΕ το παράγ. επιλήσμων.
[σύνθ. λ. ἐπί + λανθάνομαι].
γλσΕλα'επιλέγω: ἐπιλέγω::
* McsElln.ρήμα.επιλέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιλέγω,
* McsElln.επιλέγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λέγω (Β)
1. λέω κάτι επιπλέον ή κατόπιν.
2. μέση φωνή ἐπιλέγομαι διαλέγω.
=> παθ. μετοχή ἐπιλελεγμένοι & ἐπειλεγμένοι επίλεκτοι, εκλεκτοί.
ΝΕ επιλέγω (με σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + λέγω].
γλσΕλα'επιλείπω: ἐπιλείπω::
* McsElln.ρήμα.επιλείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιλείπω,
* McsElln.επιλείπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λείπω
1. παραλείπω: ἄλλα δὲ μύρια ἐπιλείπω λέγειν
= και άλλα πάρα πολλά παραλείπω να πω.
2. για πράγματα λείπω, δεν είμαι αρκετός: ἐπιλείψει με λέγοντα ἡ ἡμέρα τὰ τῶν προδοτῶν ὀνόματα
= δε θα μου φτάσει η ημέρα, αν θελήσω να πω τα ονόματα των προδοτών.
[σύνθ. λ. ἐπί + λείπω].
γλσΕλα'επιλήσμων: ἐπιλήσμων, -ων, ἐπιλῆσμον::
* McsElln.επίθετο.επιλήσμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιλήσμων,
* McsElln.επιλήσμων@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιλησμονέστερος
Υπερθετικός ἐπιλησμονέστατος αυτός που ξεχνάει εύκολα, ξεχασιάρης.
ΝΕ επιλήσμων.
[σύνθ. λ. ἐπί + λήσμων].
γλσΕλα'επιμαρτύρομαι: ἐπιμαρτύρομαι::
* McsElln.ρήμα.επιμαρτύρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιμαρτύρομαι,
* McsElln.επιμαρτύρομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μαρτύρομαι
1. επικαλούμαι κάποιον ως μάρτυρα: ἐπιμαρτύρομαι τοὺς θεούς.
2. παρακαλώ θερμά.
[σύνθ. λ. ἐπί + μαρτύρομαι].
γλσΕλα'επιμέλεια: ἐπιμέλεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.επιμέλεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιμέλεια,
* McsElln.επιμέλεια@γλσΕλα,
φροντίδα, προσοχή.
ΝΕ επιμέλεια.
[παράγ. λ. ἐπιμελής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'επιμελέομαι: ἐπιμελέομαι -οῦμαι & ἐπιμέλομαι::
* McsElln.ρήμα.επιμελέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιμελέομαι,
* McsElln.επιμελέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπεμελούμην & ἐπεμελόμην
Μέλλ. ἐπιμελήσομαι & ἐπιμεληθήσομαι
Αόρ. ἐπεμελήθην
Παρακ. ἐπιμεμέλημαι
Υπερσ. ἐπεμεμελήμην φροντίζω, ενδιαφέρομαι: οὐδενὸς ἐπιμελεῖται
= δε φροντίζει για τίποτε.
= κήδομαι, μεριμνάω.
=/ ἀμελέω, ὀλιγωρέω.
:=> παράγ. ἐπιμέλημα, ἐπιμελητέον, ἐπιμελητής, ἐπιμελητικός.
ΝΕ επιμελούμαι.
[παραγ. λ. ἐπιμελής (< σύνθ. ἐπί + μέλομαι) +παρ. επίθ. -έ-ομαι].
γλσΕλα'επιμελής: ἐπιμελής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.επιμελής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιμελής,
* McsElln.επιμελής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιμελέστερος
Υπερθετικός ἐπιμελέστατος αυτός που φροντίζει για κάποιον ή για κάτι:ἐπιμελὴς ἀγαθῶν, ἀμελὴς κακῶν
= αυτός που φροντίζει για τα καλά πράγματα και αδιαφορεί για τα κακά.
ΝΕ επιμελής.
[παράγ./σύνθ. λ. ἐπί + μέλομαι «φροντίζω» +παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'επιμένω: ἐπιμένω::
* McsElln.ρήμα.επιμένω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιμένω,
* McsElln.επιμένω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μένω
1. εξακολουθώ να μένω κάπου: ἐπιμένω ἐν τῇ πόλει.
2. εξακολουθώ να ζητώ κάτι, επιμένω.
3. περιμένω: τειχῶν τὴν οἰκοδόμησιν ἐπέμενον τελεσθῆναι
= περίμεναν να γίνει η οικοδόμηση των τειχών τους.
ΝΕ επιμένω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + μένω].
γλσΕλα'Επιμηθεύς: Ἐπιμηθεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.Επιμηθεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Επιμηθεύς,
* McsElln.Επιμηθεύς@γλσΕλα,
κύριο όνομα μυθικό πρόσωπο το οποίο διακρινόταν για την απρονοησία του, σε αντίθεση με τον αδελφό του, Προμηθέα.
[σύνθ. λ. ἐπιμηθεύς < ἐπί + *μηθεὺς κατά το προ-μηθεύς < *μῆθος, τό < μανθάνω, μαθε_ιν].
γλσΕλα'επινοέω: ἐπινοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επινοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επινοέω,
* McsElln.επινοέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νοέω
μγ05.σ114
1. επινοώ κάτι. 2. καταστρώνω σχέδια. 3. προτίθεμαι, σκοπεύω.
:=> παράγ. ἐπίνοια, ἐπινόημα.
ΝΕ επινοώ (με σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + νοέω].
γλσΕλα'επίνοια: ἐπίνοια, -οίας::
* McsElln.ουσιαστικό.επίνοια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίνοια,
* McsElln.επίνοια@γλσΕλα,
σκέψη για ένα θέμα, για κάτι: οὐδ' εἰς ἐπίνοιαν ἦλθον τούτου
= ούτε σκέψη δεν έκανα για κάτι τέτοιο.
[παράγ. λ. (σύνθ. ἐπί + *νοε-, νοέ-ω) + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'επιορκέω: ἐπιορκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επιορκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιορκέω,
* McsElln.επιορκέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπιώρκουν
Μέλλ. ἐπιορκήσω & ἐπιορκήσομαι
Αόρ. ἐπιώρκησα
Παρακ. ἐπιώρκηκα παίρνω ψεύτικο όρκο, παραβαίνω τον όρκο.
ΝΕ επιορκώ.
[παράγ. λ. ἐπίορκος (< σύνθ. ἐπί + ὅρκος) +παρ. επίθ. -έω (ανερμήνευτο το π- πριν από τη δασεία)].
γλσΕλα'επιούσα: ἐπιοῦσα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.επιούσα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιούσα,
* McsElln.επιούσα@γλσΕλα,
η επόμενη (ημέρα).
ΝΕ η επιούσα.
[θηλ. της μτχ. του ἐπίειμι < ἐπί + εἶμι].
γλσΕλα'επιπλέω: ἐπιπλέω::
* McsElln.ρήμα.επιπλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιπλέω,
* McsElln.επιπλέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πλέω
1. πλέω εναντίον κάποιου: ἐπέπλεον τῇ Κερκύρ'α.
2. ταξιδεύω με πλοίο.
ΝΕ επιπλέω «δε βυθίζομαι σε υγρό».
[σύνθ. λ. ἐπί + πλέω].
γλσΕλα'επίπονος: ἐπίπονος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επίπονος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίπονος,
* McsElln.επίπονος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιπονώτερος
Υπερθετικός ἐπιπονώτατος
1. κοπιαστικός: ἐπίπονος βίος. ἐπίπονον ἔργον.
2. για πρόσωπα εργατικός.
ΝΕ επίπονος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + *πον- (πονέω) + -ος].
γλσΕλα'επιρρώννυμι: ἐπιρρώννυμι & ἐπιρρωννύω::
* McsElln.ρήμα.επιρρώννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιρρώννυμι,
* McsElln.επιρρώννυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ‘ρώννυμι
1. ενισχύω, ενθαρρύνω: εἰς τὸ ἐπιρρῶσαι αὐτούς.
2. στην παθ. φωνή ἐπιρρώννυμαι ανακτώ τη δύναμή μου, παίρνω θάρρος: ἐπερρώσθη ἄν τις ἰδών
= θα έπαιρνε κανείς θάρρος αν έβλεπε...
:=> παράγ. ἐπίρρωσις.
ΝΕ το παράγ. επίρρωσις στη λόγ. φρ. εις επίρρωσιν «σε ενίσχυση».
[σύνθ. λ. ἐπί + ‘ρώννυμι].
γλσΕλα'επίσημος: ἐπίσημος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επίσημος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίσημος,
* McsElln.επίσημος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπισημότερος
Υπερθετικός ἐπισημότατος
1. για μέταλλα που μετατρέπονται σε νομίσματα αυτός που έχει πάρει το επίσημα, τη σφραγίδα του νομίσματος.
2. διακεκριμένος, αξιοσημείωτος: τάφος ἐπισημότατος
= ο πιο διακεκριμένος τάφος.
=/ ἄσημος.
ΝΕ επίσημος «ξεχωριστός κτλ.».
[σύνθ. λ. ἐπί + *σημ- (σημαίνω) + -ος].
γλσΕλα'επισιτίζομαι: ἐπισιτίζομαι::
* McsElln.ρήμα.επισιτίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επισιτίζομαι,
* McsElln.επισιτίζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπεσιτιζόμην
Μέλλ. ἐπισιτιοῦμαι
Αόρ. ἐπεσιτισάμην εφοδιάζομαι με τρόφιμα: ἐκ τῆς πόλεως ἐπισιτίζομαι.
ΝΕ επισιτίζω.
[σύνθ. λ. ἐπί + σιτίζομαι].
γλσΕλα'επισκοπέω: ἐπισκοπέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επισκοπέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επισκοπέω,
* McsElln.επισκοπέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. σκοπέω στην ενεργ. ή τη μέση φωνή ἐπισκοπῶ ή ἐπισκοποῦμαι 1. επιθεωρώ. 2. εξετάζω καλά κάτι, το σκέπτομαι: ὅ τι ἂν μέλλῃς εἰπεῖν πρότερον ἐπισκόπει τῇ γνώμῃ.
ΝΕ επισκοπώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπίσκοπος (< σύνθ. ἐπί + σκοπέω)+ παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'επίσταμαι: ἐπίσταμαι::
* McsElln.ρήμα.επίσταμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίσταμαι,
* McsElln.επίσταμαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἠπιστάμηνΜελλ. ἐπιστήσομαι
Παθ. αόρ. ἠπιστήθην χρησιμοποιείται συνήθως στον ενεστ. και τον παρατ.γνωρίζω καλά: ἐπίσταται ποιεῖν τι
= ξέρει να κάνει κάτι.
= γιγνώσκω, οἶδα.
=/ ἀγνοέω.
:=> παράγ. ἐπιστήμη, ἐπιστήμων, ἐπιστητός.
ΝΕ η μετοχή επιστάμενος, το επίρρ. επισταμένως.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἵσταμαι, που στην ιων. διάλεκτο έπαιρνε ψιλή].
γλσΕλα'επιστατέω: ἐπιστατέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επιστατέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιστατέω,
* McsElln.επιστατέω@γλσΕλα,
1. εποπτεύω, ασκώ την εποπτεία: ἡ ψυχὴ τῷ σώματι ἐπιστατεῖ.
2. στην Αθήνα είμαι ἐπιστάτης, δηλ. πρόεδρος στην ἐκκλησία ή στη βουλή.
ΝΕ επιστατώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἐπιστάτης (< σύνθ. ἐπί + *στατ- <ἵσταμαι) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'επιστέλλω: ἐπιστέλλω::
* McsElln.ρήμα.επιστέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιστέλλω,
* McsElln.επιστέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. στέλλω
1. στέλνω μήνυμα ή απλώς στέλνω.
2. διατάζω: ἐπιστέλλω τινί τι.
:=> παράγ. ἐπιστολή.
[σύνθ. λ. ἐπί + στέλλω].
μγ05.σ115
γλσΕλα'επιστήμη: ἐπιστήμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.επιστήμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιστήμη,
* McsElln.επιστήμη@γλσΕλα,
1. γνώση, εμπειρία, ικανότητα: ἐπιστήμη πρὸς τὸν πόλεμον.
2. επιστημονική γνώση: ἰατρική ἐπιστήμη.
=/ δόξα «υποκειμενική γνώμη».
ΝΕ επιστήμη (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπι-στη- (ἐπί-στα-μαι) + παρ. επίθ.-μη, ως παράγ. ουσ. του ἐπίσταμαι].
γλσΕλα'επιστήμων: ἐπιστήμων, -ων, ἐπιστῆμον::
* McsElln.επίθετο.επιστήμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιστήμων,
* McsElln.επιστήμων@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιστημονέστερος
Υπερθετικός ἐπιστημονέστατος
1. έμπειρος, γνώστης, πεπειραμένος: ἐπιστήμων τῆς θαλάττης.
2. αυτός που έχει επιστημονικές γνώσεις.
ΝΕ επιστήμων ή επιστήμονας (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπι-στη- (ἐπί-στα-μαι) + παρ. επίθ.-μων].
γλσΕλα'επιτάττω: ἐπιτάττω::
* McsElln.ρήμα.επιτάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτάττω,
* McsElln.επιτάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἐπιτάσσωΓια τους χρόνους βλπ. τάττω
1. διατάζω. 2. ἐπιτάττω ή στη μέση φωνή ἐπιτάττομαι τοποθετώ κάποιον δίπλα ή πίσω από κάποιον άλλο.
:=> παράγ. ἐπίταξις.
ΝΕ επιτάσσω «τοποθετώ πίσω, προστάζω».
[σύνθ. λ. ἐπί + τάττω].
γλσΕλα'επιτείνω: ἐπιτείνω::
* McsElln.ρήμα.επιτείνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτείνω,
* McsElln.επιτείνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τείνω
1. τεντώνω: ἐπιτείνω τὰς χορδάς.
=/ ἀνίημι«χαλαρώνω». 2. αυξάνω κάτι σε ένταση, σε μέγεθος κτλ., το επιτείνω.
ΝΕ επιτείνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ἐπί + τείνω].
γλσΕλα'επιτειxίζω: ἐπιτειχίζω::
* McsElln.ρήμα.επιτειxίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτειxίζω,
* McsElln.επιτειxίζω@γλσΕλα,
χτίζω φρούριο στα σύνορα εχθρικής χώρας, ως ορμητήριο: ἐπετείχισαν Δεκέλειαν τῇ πατρίδι
= έκτισαν φρούριο στη Δεκέλεια για την προστασία της πατρίδας.
[σύνθ. λ. ἐπί + τειχίζω].
γλσΕλα'επιτελέω: ἐπιτελέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επιτελέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτελέω,
* McsElln.επιτελέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τελέω -ῶ
1. εκτελώ: ἐπιτελῶ τὰς ἐντολάς.
2. πληρώνω: πεντακόσια τάλαντα τὸν ἐπέτειον φόρον ἐπιτελοῦσι
= πληρώνουν πεντακόσια τάλαντα ως ετήσιο φόρο.
ΝΕ επιτελώ (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + τελέω].
γλσΕλα'επιτερπής: ἐπιτερπής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.επιτερπής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτερπής,
* McsElln.επιτερπής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιτερπέστερος
Υπερθετικός ἐπιτερπέστατος ευχάριστος.
[σύνθ. λ. ἐπί + τέρπ-ομαι + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'επιτήδεια: ἐπιτήδεια, -είων::
* McsElln.ουσιαστικό.επιτήδεια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτήδεια,
* McsElln.επιτήδεια@γλσΕλα,
τα απαραίτητα για τη ζωή (τρόφιμα, ένδυση κτλ.).
[ουσιαστικοπ. του ουδ. του ἐπιτήδειος, -α, -ον(ενν. ἀγαθά)].
γλσΕλα'επιτήδειος: ἐπιτήδειος, -εία, -ειον::
* McsElln.επίθετο.επιτήδειος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτήδειος,
* McsElln.επιτήδειος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιτηδειότερος
Υπερθετικός ἐπιτηδειότατος
1. κατάλληλος, πρόσφορος: ἐπιτήδειος πρός τι.
2. για πρόσωπα φιλικός, ευνοϊκά διατεθειμένος: ἐπιτήδειον ποιῶ τινα.
=> ως ουσ. ὁ ἐπιτήδειος στενός φίλος: Νικονίδας Περδίκκ'α ἐπιτήδειός ἐστιν
= ο Νικονίδας είναι φίλος του Περδίκκα.
:=> παράγ. ἐπιτηδειότης.
ΝΕ επιτήδειος «καταφερτζής».
[παράγ. λ. ἐπιτηδές (< σύνθ. ἐπὶ *τ_αδε < ἐπὶ τάδε) + παρ. επίθ. -ιος με ανέβασμα του τόνου].
γλσΕλα'επιτήδευμα: ἐπιτήδευμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.επιτήδευμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτήδευμα,
* McsElln.επιτήδευμα@γλσΕλα,
ασχολία στην οποία εμπλέκεται κάποιος συστηματικά, μόνιμη επιδίωξη, λ.χ. επάγγελμα ή συνήθεια: ἀρετὴ κάλλιστον τῶν ἐπιτηδευμάτων.
ΝΕ στις λόγ. φρ. άδεια/φόρος επιτηδεύματος.
[παράγ. λ. ἐπιτηδεύω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'επιτηδεύω: ἐπιτηδεύω::
* McsElln.ρήμα.επιτηδεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτηδεύω,
* McsElln.επιτηδεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπετήδευον
Αόρ. ἐπετήδευσα
Παρακ. ἐπιτετήδευκα ασχολούμαι με κάτι, κάνω κάτι ως κύριο έργο μου ή επάγγελμά μου, ασκώ κάτι συστηματικά: ἐπιτηδεύω τὴν μουσικήν
= έχω ως επάγγελμά μου τη μουσική.
[παράγ. λ. ἐπιτηδές + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'επιτίθημι: ἐπιτίθημι::
* McsElln.ρήμα.επιτίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτίθημι,
* McsElln.επιτίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. βάζω κάτι πάνω σε κάτι: λιβανωτὸν τῷ βωμῷ ἐπιτίθημι
= βάζω λιβάνι στο βωμό.
2. βάζω κάτι ως τέρμα: πέρας ἐπιτίθημί τινι
= θέτω τέρμα σε κάτι.
3. επιβάλλω (ποινή): ἐπιτίθημί τινι θάνατον δίκην
= επιβάλλω σε κάποιον ως τιμωρία το θάνατο.
4. μέση φωνή ἐπιτίθεμαι
α. επιδίδομαι σε κάτι:ἐπιτίθεμαι τοῖς πολιτικοῖς.
β. επιτίθεμαι: ἐπιτίθεμαι τῷ δήμῳ
= επιτίθεμαι κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος.
:=> παράγ. ἐπίθεσις, ἐπιθετικός, ἐπίθετος, ἐπίθημα.
ΝΕ επιθέτω (με τη σημ. 1) και επιτίθεμαι (με τη σημ. 4β).
[σύνθ. λ. ἐπί + τίθημι].
γλσΕλα'επιτιμάω: ἐπιτιμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επιτιμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτιμάω,
* McsElln.επιτιμάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τιμάω -ῶ για πρόσωπα και πράγματα επιπλήττω, κατακρίνω: ἐπιτιμῶ τοῖς ψηφισθεῖσι.
μγ05.σ116
:=> παράγ. ἐπιτίμησις, ἐπιτιμητής.
ΝΕ επιτιμώ. [παράγ. λ. ἐπίτιμον (< σύνθ. ἐπί+ τιμή) + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'επιτίμιον: ἐπιτίμιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.επιτίμιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτίμιον,
* McsElln.επιτίμιον@γλσΕλα,
τιμωρία, ποινή.
ΝΕ επιτίμιο «συνέπεια, τιμωρία».
[ουσιαστικοπ. του ουδ. του ἐπιτίμιος < ἐπί +τιμή + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'επίτιμος: ἐπίτιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επίτιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίτιμος,
* McsElln.επίτιμος@γλσΕλα,
για πολίτη που απολαύμβάνει όλα τα δικαιωμάτά του.
=/ ἄτιμος «που του αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα».
ΝΕ επίτιμος «που έχει έναν τιμητικό τίτλο».
[σύνθ. λ. ἐπί + τιμή + -ος].
γλσΕλα'επιτρέπω: ἐπιτρέπω::
* McsElln.ρήμα.επιτρέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτρέπω,
* McsElln.επιτρέπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρέπω
1. εμπιστεύομαι: ἐπιτρέπω τινὶ τὰ πάντα
= εμπιστεύομαι σε κάποιον τα πάντα.
2. αναθέτω σε κάποιον ένα νομικό ζήτημα:τὴν δίαιταν ἐπιτρέπω τινί
= αναθέτω σε κάποιον τη διαιτησία.
3. επιτρέπω: ἐπιτρέπω Θηβαίοις αὐτονόμους εἶναι
= επιτρέπω στους Θηβαίους να είναι αυτόνομοι.
:=> παράγ. ἐπιτροπή, ἐπίτροπος.
ΝΕ επιτρέπω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. ἐπί + τρέπω].
γλσΕλα'επίτροπος: ἐπίτροπος, -όπου::
* McsElln.ουσιαστικό.επίτροπος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επίτροπος,
* McsElln.επίτροπος@γλσΕλα,
1. άνθρωπος στον οποίο έχουν εμπιστευτεί τη φροντίδα κάποιου πράγματος: ἐπίτροπος τῶν πατρ'ώων
= αυτός που φροντίζει για την πατρική περιουσία.
2. προστάτης, κηδεμόνας.
ΝΕ επίτροπος (με τη σημ. 2 και άλλες σημ.).
[σύνθ. λ. ἐπί + *τροπ- (τρέπω) + -ος].
γλσΕλα'επιτυγxάνω: ἐπιτυγχάνω::
* McsElln.ρήμα.επιτυγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιτυγxάνω,
* McsElln.επιτυγxάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τυγχάνω
1. πετυχαίνω.
2. συναντώ: ἐπιτυγχάνω τινί.
:=> παράγ. ἐπίτευξις, ἐπιτυχής.
ΝΕ επιτυγχάνω, πετυχαίνω (από τον αόρ. ἐπέτυχον, με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + τυγχάνω].
γλσΕλα'επιφανής: ἐπιφανής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.επιφανής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιφανής,
* McsElln.επιφανής@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐπιφανέστερος
Υπερθετικός ἐπιφανέστατος λαμπρός, ένδοξος: ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος.
:=> παράγ. ἐπιφανῶς.
ΝΕ επιφανής.
[σύνθ. λ. ἐπί + *φαν- (φαίνομαι) + -ής].
γλσΕλα'επιφέρω: ἐπιφέρω::
* McsElln.ρήμα.επιφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιφέρω,
* McsElln.επιφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. επιβάλλω, προξενώ: ἐπιφέρω τιμωρίαν, πόλεμόν τινι, τὸ διάφορον τισί= επιβάλλω τιμωρία σε κάποιον, κινώ πόλεμο εναντίον κάποιου, προκαλώ έριδες ανάμεσα σε κάποιους.
2. αποδίδω σε κάποιον μια κατηγορία: τίνα μέμψιν ἐποίσει ἀνδρί;
= ποια κατηγορία θα αποδώσει στον άνθρωπο;
3. παθ. φωνή ἐπιφέρομαι
α. ορμώ εναντίον κάποιου: ἐπιφερόμενος ἔπαισεν αὐτόν
= όρμησε και τον χτύπησε.
β. για απειλή πλησιάζω: ἐπιφέρεται κίνδυνος.
ΝΕ επιφέρω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + φέρω].
γλσΕλα'επιxειρέω: ἐπιχειρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.επιxειρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιxειρέω,
* McsElln.επιxειρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπεχείρουν
Μέλλ. ἐπιχειρήσω
Αόρ. ἐπεχείρησα
Παθ. μέλλ. ἐπιχειρηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπεχειρήθην
1. προσπαθώ να κάνω κάτι, επιχειρώ: ἐπιχειρῶ ἔργῳ
= επιχειρώ ένα έργο.
2. επιτίθεμαι, προσβάλλω κάποιον.
ΝΕ επιχειρώ (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ἐπί + *χειρ- (χείρ, χειρός) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'επιxείρημα: ἐπιχείρημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.επιxείρημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιxείρημα,
* McsElln.επιxείρημα@γλσΕλα,
επιχείρηση, κυρίως στρατιωτική.
ΝΕ επιχείρημα «ισχυρή απόδειξη».
[παράγ. λ. ἐπιχειρέω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'επιxωριάζω: ἐπιχωριάζω::
* McsElln.ρήμα.επιxωριάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιxωριάζω,
* McsElln.επιxωριάζω@γλσΕλα,
εύχρηστο στον ενεστώτα
1. συχνάζω κάπου: ἐπιχωριάζω Ἀθήναζε.
2. για πράγματα συνηθίζομαι κάπου: περὶ Ἀθήνας ἐπεχωρίασεν ἡ αὐλητική
= στην Αθήνα συνηθιζόταν η χρήση του αυλού.
ΝΕ επιχωριάζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ἐπιχώρι-ος + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'επιxώριος: ἐπιχώριος, -ία ή -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.επιxώριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επιxώριος,
* McsElln.επιxώριος@γλσΕλα,
ντόπιος.
=> ως ουσιαστικό τὸ ἐπιχώριον η συνήθεια μιας χώρας: οὐκ ἐπιχώριον ἡμῖν τοῦτο
= δεν είναι συνήθεια του τόπου μας αυτό.
ΝΕ επιχώριος.
[σύνθ. λ. ἐπί + *χωρ- (χώρα) + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'εποικέω: ἐποικέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εποικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εποικέω,
* McsElln.εποικέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἰκέω -ῶ πηγαίνω ως έποικος ή ως άποικος σε έναν τόπο, εγκαθίσταμαι σε μια χώρα.
[παράγ. λ. ἔποικος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'έποικος: ἔποικος, ἐποίκου::
* McsElln.ουσιαστικό.έποικος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έποικος,
* McsElln.έποικος@γλσΕλα,
αυτός που εγκαθίσταται σε μια ξένη χώρα, ως μετανάστης (βλπ. και ἄποικος).
ΝΕ έποικος.
[σύνθ. λ. ἐπί + οἰκέω + -ος].
γλσΕλα'έπομαι: ἕπομαι::
* McsElln.ρήμα.έπομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έπομαι,
* McsElln.έπομαι@γλσΕλα,
Παρατ. εἱπόμην
Μέλλ. ἕψομαι
μγ05.σ117
Αόρ. β΄ ἑσπόμην
1. ακολουθώ: ἕπου μετ’ ἐμοῦ
= ακολούθησέ με.
2. υπακούω: ἕπομαι τῷ νόμῳ.
3. παρακολουθώ: ἕπομαι τοῖς λεγομένοις
= παρακολουθώ όσα λέγονται.
ΝΕ έπομαι (λόγ., με τη σημ. 1).
[ομόρρ. με λατ. sequor, αρχ. ινδ. s'acate, *σεπ-].
γλσΕλα'επόμνυμι: ἐπόμνυμι & ἐπομνύω::
* McsElln.ρήμα.επόμνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επόμνυμι,
* McsElln.επόμνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὄμνυμι
1. ορκίζομαι: ἐπομνύω σοι τὴν ἐμὴν καὶ σὴν φιλίαν
= ορκίζομαι στη φιλία μας.
2. μέσ. ἐπόμνυμαι παίρνω όρκο: ἐπόμνυμαι εἰδέναι Αἰσχίνην
= ορκίζομαι ότι γνωρίζω τονΑισχίνη.
[σύνθ. λ. ἐπί + ὄμνυμι].
γλσΕλα'επονείδιστος: ἐπονείδιστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επονείδιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επονείδιστος,
* McsElln.επονείδιστος@γλσΕλα,
που προκαλεί ντροπή, αξιοκατάκριτος.
:=> παράγ. ἐπονειδίστως.
ΝΕ επονείδιστος (λόγ.).
[παράγ. λ. ἐπονειδίζω (< σύνθ. ἐπί + ὀνειδίζω) + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'έπος: ἔπος, ἔπους::
* McsElln.ουσιαστικό.έπος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έπος,
* McsElln.έπος@γλσΕλα,
1. λέξη, λόγος: ἔργῳ καὶ ἔπει
= με έργα και λόγια.
2. έκφραση οὐδὲν πρὸς ἔπος άσχετα προς ό,τι ειπώθηκε: ἐὰν μηδὲν πρὸς ἔπος ἀποκρίνωμαι...= αν δώσω απάντηση άσχετη με αυτό που θα ρωτήσεις...
3. έκφραση ὡς ἔπος εἰπεῖν όπως λέμε.
4. στον πληθ. ἔπη
α. επική ποίηση.
β. στίχοι, αράδες.
ΝΕ έπος (με τη σημ. 4α).
[*ἔπ-, ομόρρ. με εἶπ-ον, ΙΕ *wekw-].
γλσΕλα'επωδή: ἐπῳδή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.επωδή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επωδή,
* McsElln.επωδή@γλσΕλα,
τραγούδι με μαγικό περιεχόμενο, ξόρκι.
[σύνθ. λ. ἐπί + ’ῳδή (συνηρημ. από ἀοιδή].
γλσΕλα'επώνυμος: ἐπώνυμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.επώνυμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'επώνυμος,
* McsElln.επώνυμος@γλσΕλα,
1. (παθ.) αυτός που παίρνει το όνομά του από κάποιον.
2. (ενεργ.) αυτός που δίνει το όνομά του σε κάποιον ή κάτι.
=> ἐπώνυμος ἄρχων (στην Αθήνα) ο ένας από τους εννέα άρχοντες, που έδινε το όνομά του στο έτος εκείνο κατά το οποίο αυτός ήταν στην εξουσία.
=> ἐπώνυμοι ἥρωες (στην Αθήνα) οι ήρωες που έδωσαν το όνομά τους στις φυλές τηςΑττικής (λ.χ. Ἀντιοχίδα φυλή, Αἰαντίδα,Λεοντίδα, Ἱπποθοωντίδα κτλ.).
ΝΕ επώνυμος «ευρύτερα γνωστός» και επώνυμο ως ουσ.
[σύνθ. λ. ἐπί + ὄνυμα
= ὄνομα + -ος].
γλσΕλα'εράω: ἐράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εράω,
* McsElln.εράω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤρων αγαπώ, ερωτεύομαι:
οὗ ἐπιθυμεῖ τε καὶ ἐρᾷ = αυτό που επιθυμεί και αγαπά.
φρονήσεως ἤρων = ποθούσαν τη φρόνηση.
= ἀγαπάω, φιλέω.
=/ μισέω.
:=> παράγ. ἐραστός, ἐρατός, ἐραστής, ἔρως, σύνθ. ἐρασιχρήματος «που αγαπά το χρήμα».
ΝΕ οι μετοχές ερωμένη, ερωμένος.
[πιθ. *ερα(σ)-, άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'εργάζομαι: ἐργάζομαι::
* McsElln.ρήμα.εργάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εργάζομαι,
* McsElln.εργάζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. εἰργαζόμην & ἠργαζόμην
Μέλλ. ἐργάσομαι
Παθ. μέλλ. ἐργασθήσομαι
Μέσ. αόρ. εἰργασάμην & ἠργασάμην
Παθ. αόρ. εἰργάσθηνΠαρακ.με μέση & παθ. σημ.εἴργασμαι
1. κατασκευάζω ή κατεργάζομαι: εἰργάσαντο οἰκοδόμημα
= κατασκεύασαν ένα κτίριο. ἐργάζομαι λίθους
= κατεργάζομαι πέτρες.
2. κάνω, προξενώ: πολλὰ κακὰ ἡμᾶς εἰργασμένοι εἰσίν
= μας έχουν κάνει πολλά κακά.
3. κερδίζω από την εργασία μου: ἐργάζεται τὰ ἐπιτήδεια
= κερδίζει τα προς το ζην με την εργασία του.
4. ασκώ τέχνη ή επάγγελμα: τέχνην ἐργάζομαι.
ΝΕ εργάζομαι.
[*ἔργον + *-άδ-jομαι > ἐργάζομαι, ΙΕ *werg-].
γλσΕλα'έργον: ἔργον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.έργον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έργον,
* McsElln.έργον@γλσΕλα,
με τις σημερινές σημ. έργο.
=> εκφράσεις
1. ἔργον ἐστί
α. χρειάζεται δουλειά: πολλῆς φυλακῆς ἔργον
= χρειάζεται πολλή προσοχή.
β. είναι δύσκολο: πολὺ ἔργον ἂν εἴη διεξελθεῖν πάντα
= θα ήταν πολύ δύσκολο να τα εξετάσουμε όλα.
2. ἔργῳ στην πράξη.
3. ἔργα παρέχω τινί
= προκαλώ σε κάποιον προβλήματα, δυσκολίες.
:=> σύνθ. ἐργώδης.
ΝΕ έργο (με τη σημ. 1).
[*Fεργ- + -ον, πβ. αγγλ. work].
γλσΕλα'ερείδω: ἐρείδω::
* McsElln.ρήμα.ερείδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ερείδω,
* McsElln.ερείδω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤρειδον
Μέλλ. ἐρείσω
Αόρ. ἤρεισα
Παρακ. ἤρεικα
Μέσ. μέλλ. ἐρείσομαι
Μέσ. αόρ. ἠρεισάμην στηρίζω: ἐρείδω τὴν κεφαλὴν ἐπὶ γῆς.
:=> παράγ. ἔρεισμα «στήριγμα», ἔρεισις.
ΝΕ ερείδομαι (λόγ.) «στηρίζομαι».
μγ05.σ118
[*ἐρειδ- (ἀντ-ηρίς, -ίδος), άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'ερέτης: ἐρέτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ερέτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ερέτης,
* McsElln.ερέτης@γλσΕλα,
κωπηλάτης.
[παράγ. λ. *ἐρέ- + παρ. επίθ. -της, ακριβές αντίστοιχο του αρχ. ινδ. ari-t'ar- «κωπηλάτης»].
γλσΕλα'ερημία: ἐρημία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.ερημία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ερημία,
* McsElln.ερημία@γλσΕλα,
1. ερημιά, έρημος τόπος.
2. έλλειψη, απουσία: ἐρημία φίλων.
ΝΕ ερημιά (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἔρημ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ερίζω: ἐρίζω::
* McsElln.ρήμα.ερίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ερίζω,
* McsElln.ερίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤριζον
Μέλλ. ἐρίσω
Αόρ. ἤρισα
Παρακ. ἤρικα φιλονικώ, μαλώνω.
:=> παράγ. ἐριστός.
ΝΕ ερίζω (λόγ.).
[παράγ. λ. ἔρις + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'Ερινύς: Ἐρινύς, Ἐρινύος::
* McsElln.ουσιαστικό.Ερινύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ερινύς,
* McsElln.Ερινύς@γλσΕλα,
κύριο όνομα, κυρίως στον πληθ. αἱ Ἐρινύες θεότητες που τιμωρούσαν κυρίως τα παιδιά που δολοφονούσαν τους γονείς τους αλλά και άλλα είδη παραπτωμάτων.
:=> παράγ. ἐρινυώδης.
[άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'έριον: ἔριον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.έριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έριον,
* McsElln.έριον@γλσΕλα,
μαλλί.
:=> σύνθ. ἐριοπώλης.
ΝΕ έριο (λόγ.).
[*FερF- (εἶρος, τὸ «μαλλί»), ομόρρ. με ἀρήν,ἀρνὸς «αρνί»].
γλσΕλα'έρις: ἔρις, -ιδος::
* McsElln.ουσιαστικό.έρις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έρις,
* McsElln.έρις@γλσΕλα,
1. τσακωμός, καβγάς, διαμάχη.
2. ανταγωνισμός.
ΝΕ έριδα (με τη σημ. 1).
[*ἐριδ-, άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'έρομαι: ἔρομαι::
* McsElln.ρήμα.έρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έρομαι,
* McsElln.έρομαι@γλσΕλα,
εύχρηστοι χρόνοι είναι μόνον ο μέλλ. και ο αόρ.
Μέλλ. ἐρήσομαι
Αόρ. ἠρόμην οι υπόλοιποι συμπληρώνονται από το βλπ. ἐρωτάω -ῶ ρωτώ: ὁ δὲ ἤρετο· πολέμιοί εἰσιν οὗτοι;
= και αυτός ρώτησε «εχθροί είναι αυτοί;»
[*ἐρ-, πβ. ἐρ-ωτάω, άγν. ετυμ.].ἐρρωμένος, -η, -ον ΜΕΤΟΧΗ
Συγκριτικός ἐρρωμενέστερος
Υπερθετικός ἐρρωμενέστατος
1. αυτός που απολαμβάνει καλή υγεία, δυνατός.
=/ ἀσθενής.
2. ισχυρός (που έχει εξουσία).
:=> παράγ. ἐρρωμένως «δυνατά».
ΝΕ το παράγ. ερρωμένως.
[μτχ. παθ. παρακ. του ‘ρώννυμι].ἔρρωσο, ἔρρωσθε βλπ. ‘ρώννυμι.
γλσΕλα'έρυμα: ἔρυμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.έρυμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έρυμα,
* McsElln.έρυμα@γλσΕλα,
προστατευτικό τείχος, οχυρό, περίβολος, φράκτης.
[παράγ. λ. *ἐρυ- (< ἐρύ-ομαι «αποκρούω, προστατεύω») + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'έρxομαι: ἔρχομαι::
* McsElln.ρήμα.έρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έρxομαι,
* McsElln.έρxομαι@γλσΕλα,
Παρατ. (από το εἶμι) ’ῇα & ’'ήειν & σπάνια ἠρχόμην
Μέλλ. (από το εἶμι) εἶμι & σπάνια ἐλεύσομαι
Αόρ. ἦλθον
Παρακ. ἐλήλυθα
Υπερσ. ἐληλύθειν με τη σημερινή σημ. έρχομαι, (αλλά και) πηγαίνω.
=> εκφράσεις
1. εἰς πᾶν ἦλθον
= χρησιμοποίησα όλα τα μέσα.
2. παρὰ μικρὸν ἦλθον
= κόντεψα, λίγο έλειψε να...
ΝΕ έρχομαι.
[*ἐρχ-, χωρίς ασφαλή ετυμ.].
γλσΕλα'ερωτάω: ἐρωτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ερωτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ερωτάω,
* McsElln.ερωτάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἠρώτων
Μέλλ. ἐρωτήσω & ἐρήσομαι
Αόρ. ἠρώτησα & αόρ. β΄ ἠρόμην
Παρακ. ἠρώτηκα
Παθ. αόρ. ἠρωτήθην
Παθ. παρακ. ἠρώτημαι ρωτώ: ἐρωτῶ τι περί τινος
= ρωτώ κάτι για κάποιον. ἤρετο πόθεν εἴη
= ρώτησε από πού ήταν.
ΝΕ ερωτώ, ρωτώ.
[*ἐρF, ομόρρ. με ἠρ-όμην (ἐρωτάω), ἐρῶ «θα πω» κτλ., με ασαφή ετυμ.].ἐς βλπ. εἰς.
γλσΕλα'εσθής: ἐσθής, -ῆτος::
* McsElln.ουσιαστικό.εσθής-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εσθής,
* McsElln.εσθής@γλσΕλα,
ένδυμα, ενδυμασία: μετρί'α ἐσθῆτι χρῶμαι
= χρησιμοποιώ απλή ενδυμασία.
[ἔσθος, τὸ «ρούχο» (< *Fέσ-νυμι > ἕννυμι) >ἐσ-θής].
γλσΕλα'εσθίω: ἐσθίω::
* McsElln.ρήμα.εσθίω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εσθίω,
* McsElln.εσθίω@γλσΕλα,
Παρατ. ἤσθιον
Μέλλ. ἔδομαι
Αόρ. β΄ ἔφαγον
Παρακ. ἐδήδοκα
Υπερσ. ἐδηδόκειν
Παθ. αόρ. ἠδέσθην
Παθ. παρακ. ἐδήδεσμαι τρώω: ἐσθίω τινός
= τρώω από κάτι.
[ἐσθίω και ἔσθω από την προστακτική ἔσθι του ἔδω «τρώγω»].
γλσΕλα'εσπέρα: ἑσπέρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.εσπέρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εσπέρα,
* McsElln.εσπέρα@γλσΕλα,
1. εννοείται το ὥρα απόγευμα, βράδυ.
μγ05.σ119
2. εννοείται το χώρα δύση: τὰ πρὸς ἑσπέραν
= τα δυτικά μέρη.
=/ τὰ πρὸς ἕω «τα ανατολικά μέρη».
:=> παράγ. ἑσπερινός, ἑσπέριος.
ΝΕ λόγ. εσπέρα (με τη σημ. 1, πβ. καλησπέρα< καλή εσπέρα).
[*Fεσπερ-, πβ. λατ. vesper, vesper-a].
γλσΕλα'έστε: ἔστε::
* McsElln.σύνδεσμος.έστε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έστε,
* McsElln.έστε@γλσΕλα,
1. μέχρι, έως ότου, μέχρι να.
α. με οριστική αορ. δηλώνει πραγματικό συμβάν στο παρελθόν παίουσιν αὐτὸν ἔστε ἠνάγκασαν πορεύεσθαι
= τον κτυπούσαν έως ότου τον ανάγκασαν να προχωρήσει.
β. μαζί με το ἂν και υποτακτική αναφέρεται στο μέλλον, έπειτα από αρκτικό χρόνο στην κύρια πρόταση περιμένετε ἔστ’ ἂν ἐγὼ ἔλθω
= περιμένετε μέχρι να έρθω εγώ.
γ. μαζί με ευκτική (χωρίς το ἄν) χρησιμοποιείται έπειτα από ιστορικό χρόνο στην κύρια πρόταση ἐπιμεῖναι ἐκέλευσαν ἔστε βουλεύσαιντο
= τους διέταξαν να περιμένουν μέχρι να συσκεφθούν.
2. ενόσω (ισχύουν οι υποδιαιρέσεις της προηγούμενης ενότητας)
α. ἔστε αἱ σπονδαὶ ἦσαν οὔποτε ἐπαυόμην τὸν βασιλέα μακαρίζων
= ενόσω ίσχυε η συνθήκη, ποτέ δε σταματούσα να καλοτυχίζω το βασιλιά.
β. ἔστ’ ἄν περ ἐπιδεικνύηται τὴν λαμπρότητα, οὐδεὶς ἀπαγορεύει αὐτὸν θεώμενος
= ενόσω κάνει επίδειξη της λαμπρότητάς του, κανείς δεν κουράζεται να τον κοιτάζει.
γ. ηὔχετο τοσοῦτον χρόνον ζῆν ἔστε νικ'ώη
= ευχόταν να ζει μόνον ενόσω θα ήταν νικητής
[σύνθ. λ. ἐς + ὅτε].
γλσΕλα'εστίασις: ἑστίασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.εστίασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εστίασις,
* McsElln.εστίασις@γλσΕλα,
παράθεση πλούσιου γεύματος, συμπόσιο.
:=> σύνθ. συνεστίασις.
ΝΕ το σύνθ. συνεστίαση.
[παράγ. λ. ἑστιάω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'εστιάω: ἑστιάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εστιάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εστιάω,
* McsElln.εστιάω@γλσΕλα,
Παρατ. εἱστίων
Μέλλ. ἑστιάσω
Αόρ. εἱστίασα
Παρακ. εἱστίακα
Παθ. παρατ. εἱστιώμην
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἑστιάσομαι«θα φιλοξενηθώ»
Παθ. μέλλ. ἑστιαθήσομαι
Παθ. αόρ, εἱστιάθην
Παθ. παρακ. εἱστίαμαι δέχομαι κάποιον στο σπίτι μου, τον φιλοξενώ: ξένους ἑστιῶ.
:=> παράγ. ἑστίασις, ἑστιάτωρ, ἑστιατόριον.
ΝΕ τα παράγ. εστιάτορας και εστιατόριο.
[παράγ. λ. ἑστία + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'έσxατος: ἔσχατος, -άτη & -ατος, -ατον::
* McsElln.επίθετο.έσxατος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έσxατος,
* McsElln.έσxατος@γλσΕλα,
1. αυτός που είναι τοπικά τελευταίος, ο πιο απομακρυσμένος: τὸ ἔσχατον τῆς ἀγορᾶς.
2. αυτός που είναι χρονικά τελευταίος: ἔσχατοι ‘Ρωμαίων
= οι τελευταίοι Ρωμαίοι.
3. αυτός που βρίσκεται στον ανώτατο βαθμό, ο έσχατος: ὁ ἔσχατος κίνδυνος
= ο πάρα πολύ μεγάλος κίνδυνος.
=> ως ουσιαστικό τὸ ἔσχατον & τὰ ἔσχατα ο ανώτατος βαθμός: τὸ ἔσχατον τοῦ κακοῦ
= η πολύ μεγάλη δυστυχία.
ΝΕ έσχατος (με όλες τις παραπάνω σημ.).
[αβέβ., ίσως *ἔξ-κατος, και πάλι με πολλά εμπόδια].ἑταῖρος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ / EΠΙΘΕΤΟ
1. μαθητής κάποιου: 2. ομοϊδεάτης (πολιτικά). 3. ως επίθετο κοινωνός, συνέταιρος: ἐπιθυμητικὸν ἡδονῶν τινῶν ἑταῖρον
= το επιθυμητικό είναι κοινωνό κάποιων απολαύσεων.
:=> παράγ. ἑταιρ(ε)ία, ἑταιρεῖος, ἑταιρίζω, ἑταιρικός.
ΝΕ εταίρος «μέλος εταιρείας κτλ.».
[*ἑταρ- (+ -jος), ομόρρ. του ἔτης «σύντροφος»].
γλσΕλα'έτερος: ἕτερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.αντωνυμία.έτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έτερος,
* McsElln.έτερος@γλσΕλα,
1. ο ένας ή ο άλλος από δύο: ὁ ἕτερος τῶν ὀφθαλμῶν
= το ένα από τα δύο μάτια. ὁ ἕτερος τῶν στρατηγῶν.
2. άλλος, δεύτερος: προσαγορεύεις αὐτὰ ἑτέρῳ ὀνόματι;
3. άλλος (από πολλούς, όχι από δύο).
4. άλλος, αλλιώτικος, διαφορετικός.
:=> παράγ. ἑτεροῖος, ἑτεροιότης, ἑτεροιόω, ἑτεροίωσις.
ΝΕ έτερος (λόγ., με τη σημ. 1 και λόγ. φρ. το έτερον ήμισυ, έτερον εκάτερον κτλ.).
[< ἅτερος (με αφομοίωση) < *smo-teros
= αρχ.ινδ. eka-tara «ο ένας από τους δύο»].
γλσΕλα'έτι: ἔτι::
* McsElln.επίρρημα.έτι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έτι,
* McsElln.έτι@γλσΕλα,
1. για χρόνο ακόμη: ἔτι καὶ νῦν
= ακόμη και τώρα. ἔτι πρότερον
= ακόμη παλαιότερα.
2. για βαθμό ακόμη, επιπλέον, εκτός τούτου: ἔτι μᾶλλον
= ακόμη περισσότερο.
:=> παράγ. προσέτι.
ΝΕ στη λόγ. φρ. έτι περαιτέρω.
[ομόρρ. με αρχ. ινδ. 'ati, λατ. et].ἑτοῖμος, -ος, -ον & ἕτοιμος, ἑτοίμη ή -ος, -ονΕΠΙΘΕΤΟ
1. έτοιμος: ἑτοῖμα ποιοῦμαι
= ετοιμάζω.
2. για πρόσωπα πρόθυμος να κάνει κάτι: ἕτοιμοι ὑπακοῦσαι
= πρόθυμοι να υποταχθούν.
:=> σύνθ. ἀνέτοιμος, ἑτοιμοθάνατος.
ΝΕ έτοιμος (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ.].
μγ05.σ120
γλσΕλα'εύ: εὖ::
* McsElln.επίρρημα.εύ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύ,
* McsElln.εύ@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἄμεινον
Υπερθετικός ἄριστα
1. καλά, με καλό τρόπο: εὖ οἶδά τι
= γνωρίζω κάτι καλά.
2. όταν συνδυάζεται με άλλα επιρρήματα πολύ, πάρα πολύ: εὖ μάλα πρεσβύτης
= πάρα πολύ γέρος.
3. ως ουσιαστικό τὸ εὖ το καλό: οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ.
4. εὖ ποιῶ τινα ευεργετώ κάποιον.
5. ως α΄ συνθετικό σημαίνει
α. αφθονία: εὐανδρία.
β. ευημερία: εὐδαίμων.
γ. ευκολία: εὐάλωτος.
:=> σύνθ. εὐδαίμων, εὔδοξος, εὔληπτος, εὔπορος κτλ.
=/ κακῶς, δυσ-.
ΝΕ σε λόγ. φρ., λ.χ. ευ ζειν, και ως α΄ συνθ., λ.χ. εύπορος, εύρωστος κτλ.
[ουδ. του ἐὺς «καλός», ομόρρ. με αρχ. ινδ.v'asu και αρχ. περσ. vohu- «αγαθός»].
γλσΕλα'ευαγγέλιον: εὐαγγέλιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.ευαγγέλιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευαγγέλιον,
* McsElln.ευαγγέλιον@γλσΕλα,
1. πάντοτε στον πληθ. τὰ εὐαγγέλια τα καλά νέα:εὐαγγέλια θύω
= προσφέρω ευχαριστήρια θυσία για τα καλά νέα που άκουσα.
2. η καλή αγγελία της απολύτρωσης του ανθρώπου από την αμαρτία, το Ευαγγέλιο: τὸΕὐαγγέλιον Ἰησοῦ Χριστοῦ.
ΝΕ ευαγγέλιο (με τη σημ. 2).
[ουσιαστικοπ. του εὐαγγέλιος, -ιον (ενν. ἄγγελμα)].
γλσΕλα'ευάλωτος: εὐάλωτος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ευάλωτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευάλωτος,
* McsElln.ευάλωτος@γλσΕλα,
1. αυτός που μπορείς εύκολα να τον συλλάβεις.
2. μεταφορικά αυτός που παρασύρεται εύκολα: ὑφ’ ἡδονῆς εὐάλωτος
= που παρασύρεται από τις απολαύσεις.
ΝΕ ευάλωτος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. εὖ + ἁλωτός < ἁλίσκομαι].
γλσΕλα'εύγε: εὖγε & εὖ γε::
* McsElln.επίρρημα.εύγε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύγε,
* McsElln.εύγε@γλσΕλα,
1. σε απαντήσεις πολύ ωραία, πολύ σωστά.
2. χωρίς ρήμα εύγε! μπράβο!
ΝΕ εύγε (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. εὖ + γε].
γλσΕλα'ευδαιμονέω: εὐδαιμονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευδαιμονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευδαιμονέω,
* McsElln.ευδαιμονέω@γλσΕλα,
1. ευημερώ (σε κάτι).
2. είμαι πραγματικά ευτυχισμένος.
[παράγ. λ. εὐδαίμων, -ονος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ευδαίμων: εὐδαίμων, -ων, εὔδαιμον::
* McsElln.επίθετο.ευδαίμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευδαίμων,
* McsElln.ευδαίμων@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐδαιμονέστερος
Υπερθετικός εὐδαιμονέστατος
1. αυτός που έχει το δαίμονα, δηλ. το θεό, διακείμενο ευνοϊκά απέναντί του, επομένως καλότυχος.
=> τὸ εὔδαιμον ἡ εὐδαιμονία: καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους
= και αφού σκεφθείτε ότι ευτυχία σημαίνει ελευθερία και ελευθερία ανδρεία, να μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους του πολέμου (δηλ. αφού σκεφθείτε ότι η ευτυχία συνίσταται στο να ζει κανείς ελεύθερος και ότι η ελευθερία εξασφαλίζεται με γενναιότητα στη μάχη...).
2. πλούσιος: εὐδαίμων χώρα
= πλούσια χώρα.
3. ο ευτυχής, και μάλιστα ο αληθινά ευτυχής.
:=> παράγ. εὐδαιμονικός, εὐδαιμονία.
ΝΕ λόγ. ευδαίμων (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. εὖ + δαίμων].
γλσΕλα'ευδία: εὐδία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευδία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευδία,
* McsElln.ευδία@γλσΕλα,
καλοκαιρία: ὅταν εὐδία γένηται
= όταν γίνει ο καιρός καλός.
= αἰθρία.
[ουσιαστικοπ. του εὔδιος, -ιον «ασυννέφιαστος» θηλ. *εὐδία].
γλσΕλα'ευδοκιμέω: εὐδοκιμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευδοκιμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευδοκιμέω,
* McsElln.ευδοκιμέω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὐδοκίμουν
Μέλλ. εὐδοκιμήσω
Αόρ. ηὐδοκίμησα
Παρακ. ηὐδοκίμηκα χαίρω υπόληψεως, με εκτιμούν: ἐπὶ σοφί'α εὐδοκιμῶ
= με εκτιμούν για τη σοφία μου.
:=> παράγ. εὐδοκιμία.
ΝΕ ευδοκιμώ (ως καλλιτέχνης, δικηγόρος κτλ.).
[παράγ. λ. εὐδόκιμ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ευδόκιμος: εὐδόκιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ευδόκιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευδόκιμος,
* McsElln.ευδόκιμος@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐδοκιμώτερος
Υπερθετικός εὐδοκιμώτατος αυτός που έχει καλή φήμη και υπόληψη.
ΝΕ ευδόκιμος (χρόνος, προϋπηρεσία κτλ.).
[σύνθ. λ. εὖ + δόκιμος].
γλσΕλα'ευδοξέω: εὐδοξέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευδοξέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευδοξέω,
* McsElln.ευδοξέω@γλσΕλα,
έχω καλή φήμη, εκτιμώμαι.
:=> παράγ. εὐδοξία.
[παράγ. λ. εὔδοξ-ος (< σύνθ. εὖ + δόξα) +παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'εύδω: εὕδω::
* McsElln.ρήμα.εύδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύδω,
* McsElln.εύδω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὗδον & εὗδον
Μέλλ. εὑδήσω
Αόρ. εὕδησα
1. κοιμάμαι.
2. αναπαύομαι: Γοργίαν ἐάσωμεν εὕδειν
= ας αφήσουμε το Γοργία να ξεκουραστεί.
:=> σύνθ. καθεύδω.
[*σεύδ-, ομόρρ. του αρχ. ινδ. svapiti «κοιμάται»].
γλσΕλα'εύελπις: εὔελπις, -ις, -ι::
* McsElln.επίθετο.εύελπις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύελπις,
* McsElln.εύελπις@γλσΕλα,
αυτός που είναι γεμάτος ελπίδες, αισιόδοξος:ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες
= αισιόδοξοι στους κινδύνους.
ΝΕ Εύελπις, Σχολή Ευελπίδων.
μγ05.σ121
[σύνθ. λ. εὖ + ἐλπίς].
γλσΕλα'ευεξία: εὐεξία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευεξία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευεξία,
* McsElln.ευεξία@γλσΕλα,
καλή κατάσταση του σώματος, υγεία.
ΝΕ ευεξία.
[παράγ. εὐέκ-της «με καλή κατάσταση του σώματος» (< σύνθ. εὖ + ἔχω) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ευήθεια: εὐήθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευήθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευήθεια,
* McsElln.ευήθεια@γλσΕλα,
1. καλό ήθος, καλοσύνη, έλλειψη υστεροβουλίας και πονηριάς.
2. με αρνητική σημ. απλοϊκότητα, αφέλεια, ανοησία: πολλῆς εὐηθείας ὅστις οἴεται...
= δείγμα μεγάλης ανοησίας όποιος νομίζει...
ΝΕ ευήθεια (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. εὐήθης + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'ευηκοέω: εὐηκοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευηκοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευηκοέω,
* McsElln.ευηκοέω@γλσΕλα,
υπακούω: εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων
= θα υπακούω στους εκάστοτε αξιωματούχους.
ΝΕ το παράγ. ευήκοος στη λόγ. φρ. τείνω ευήκοον ους.
[παράγ. λ. εὐήκο-ος (< σύνθ. εὖ + ἀκούω) +παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'εύθυνα: εὔθυνα, εὐθύνης::
* McsElln.ουσιαστικό.εύθυνα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύθυνα,
* McsElln.εύθυνα@γλσΕλα,
συχνά απαντά στον πληθ. αἱ εὔθυναι δημόσια λογοδοσία στην οποία υποβαλλόταν ένας Αθηναίος αξιωματούχος μετά το πέρας της θητείας του στο κρατικό αξίωμα: τοῖς πολίταις οὐδεμίαν ὦφλεν εὔθυναν
= σε καμία λογοδοσία του δεν καταδικάστηκε από τους συμπολίτες του.
ΝΕ ευθύνη «ηθική ή επαγγελματική υποχρέωση».
[παράγ. *ευθυν- (εὐθύνομαι < εὐθύς) + -α].
γλσΕλα'ευθύνω: εὐθύνω::
* McsElln.ρήμα.ευθύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευθύνω,
* McsElln.ευθύνω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὔθυνον
Μέλλ. εὐθυνῶ
Αόρ. ηὔθυνα
1. κατευθύνω κάτι, το καθοδηγώ σε μια πορεία: εὐθύνω ἅρματα.
2. κάνω κάτι ευθύ, ίσιο.
3. εξετάζω τη διαγωγή ενός αξιωματούχου.
ΝΕ ευθύνομαι «είμαι υπεύθυνος».
[παράγ. λ. εὐθύ-ς + παρ. επίθ. -νω].
γλσΕλα'ευλαβέομαι: εὐλαβέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ευλαβέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευλαβέομαι,
* McsElln.ευλαβέομαι@γλσΕλα,
αποθετικό ρήμα
Παρατ. ηὐλαβούμην & εὐλαβούμην
Μέλλ. εὐλαβήσομαι & εὐλαβηθήσομαιΑόρ.ηὐλαβήθην & εὐλαβήθην
1. προσέχω, προφυλάττομαι: εὐλαβοῦ τὰς διαβολάς
= πρόσεχε τις συκοφαντίες.
2. σέβομαι, τιμώ: εὐλαβοῦμαι τὸν θεόν.
:=> παράγ. εὐλαβῶς, εὐλάβεια.
ΝΕ ευλαβούμαι (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. εὐλαβής (< σύνθ. εὖ + λαμβάνω) +παρ. επίθ. -έομαι].
γλσΕλα'ευλογέω: εὐλογέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευλογέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευλογέω,
* McsElln.ευλογέω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὐλόγουν & εὐλόγουν
Μέλλ. εὐλογήσω
Αόρ. ηὐλόγησα & εὐλόγησα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.εὐλογήσομαι«θα επαινεθώ»
Παθ. μέλλ. εὐλογηθήσομαι
Παθ. αόρ. εὐλογήθην
Παθ. παρακ. εὐλόγημαι λέγω καλά λόγια για κάποιον, τον επαινώ.
= ἐπαινέω.
=/ κατηγορέω, κακῶς λέγω τινά.
ΝΕ ευλογώ (με θρησκευτική σημ.).
[παράγ. λ. εὔλογ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ευλογία: εὐλογία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευλογία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευλογία,
* McsElln.ευλογία@γλσΕλα,
έπαινος, εγκώμιο: ἄξιος εὐλογίας.
ΝΕ ευλογία (με θρησκευτική σημ.).
[παράγ. λ. εὔλογ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ευμεγέθης: εὐμεγέθης, -ης, εὐμέγεθες::
* McsElln.επίθετο.ευμεγέθης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευμεγέθης,
* McsElln.ευμεγέθης@γλσΕλα,
αυτός που έχει μεγάλο μέγεθος.
ΝΕ ευμεγέθης.
[σύνθ. λ. εὖ + μέγεθ- (μέγεθος) + -ης].
γλσΕλα'ευμένεια: εὐμένεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευμένεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευμένεια,
* McsElln.ευμένεια@γλσΕλα,
καλή διάθεση, εύνοια.
ΝΕ ευμένεια.
[παράγ. λ. εὐμενής + παρ. επίθ. -εια]
γλσΕλα'ευμενής: εὐμενής, -ής, -ές, γεν. εὐμενοῦς::
* McsElln.επίθετο.ευμενής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευμενής,
* McsElln.ευμενής@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐμενέστερος, -α, -ον
Υπερθετικός εὐμενέστατος, -η, -ον αυτός που έχει καλή διάθεση απέναντι σε κάποιον, ευνοϊκός, φιλικός.
:=> παράγ. εὐμένεια, εὐμενῶς.
ΝΕ ευμενής.
[σύνθ. λ. εὖ + μένος + -ής].
γλσΕλα'Ευμενίδες: Εὐμενίδες, -ων::
* McsElln.ουσιαστικό.Ευμενίδες-αἱ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ευμενίδες,
* McsElln.Ευμενίδες@γλσΕλα,
κύριο όνομα θεότητες ευνοϊκές για τους ανθρώπους, ευφημιστική ονομασία των Ερινύων.
[παράγ. λ. εὐμενής + παρ. επίθ. -ίδες].
γλσΕλα'εύνοια: εὔνοια, -νοίας::
* McsElln.ουσιαστικό.εύνοια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύνοια,
* McsElln.εύνοια@γλσΕλα,
ευνοϊκή διάθεση, συμπάθεια.
:=> παράγ. εὐνοϊκός.
ΝΕ εύνοια.
[παράγ. λ. εὔνο-ος ( > εὔνους) + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'εύνους: εὔνους, -ους, -ουν::
* McsElln.επίθετο.εύνους@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύνους,
* McsElln.εύνους@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐνούστερος
Υπερθετικός εὐνούστατος ευνοϊκός, ευνοϊκά διατεθειμένος απέναντι σε κάποιον.
= εὐμενής.
=/ δυσμενής.
:=> παράγ. εὔνοια, εὐνοέω, εὐνόως.
ΝΕ ευνοϊκός.
[σύνθ. λ. εὖ + *νο- (νο-έω) + -ος].
μγ05.σ122
γλσΕλα'εύορκος: εὔορκος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εύορκος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύορκος,
* McsElln.εύορκος@γλσΕλα,
1. αυτός που μένει πιστός στον όρκο του.
2. αυτός που είναι σύμφωνος με τον όρκο που έδωσε.
[σύνθ. εὖ + ὅρκος].
γλσΕλα'ευπάθεια: εὐπάθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευπάθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπάθεια,
* McsElln.ευπάθεια@γλσΕλα,
απόλαυση, άνεση, καλοπέραση.
ΝΕ ευπάθεια «ευαισθησία κτλ.».
[παράγ. λ. εὐπαθής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'ευπετής: εὐπετής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ευπετής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπετής,
* McsElln.ευπετής@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐπετέστερος
Υπερθετικός εὐπετέστατος
1. εύκολος: οὐδὲν εὐπετὲς τῶν μεγάλων
= κανένα από τα σημαντικά πράγματα δεν είναι εύκολο.
2. επίρρημα εὐπετῶς εύκολα.
[σύνθ. λ. εὖ + *πετ- (πίπτω) + -ής].
γλσΕλα'εύπλοια: εὔπλοια, εὐπλοίας::
* McsElln.ουσιαστικό.εύπλοια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύπλοια,
* McsElln.εύπλοια@γλσΕλα,
καλό, εύκολο, θαλασσινό ταξίδι.
[παράγ. λ. εὔπλους < εὔπλο-ος + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'ευπορέω: εὐπορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευπορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπορέω,
* McsElln.ευπορέω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὐπόρουν
Μέλλ. εὐπορήσω
Αόρ. εὐπόρησα
Παρακ. εὐπόρηκα & ηὐπόρηκα
1. είμαι πλούσιος. 2. έχω αφθονία από κάτι: χρημάτων εὐπορῶ. 3. παρέχω, προμηθεύω: δέκα μνᾶς εὐπορῶ τινι.
=/ ἀπορῶ.
:=> παράγ. εὐπορία.
[παράγ. λ. εὔπορος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ευπορία: εὐπορία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευπορία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπορία,
* McsElln.ευπορία@γλσΕλα,
αφθονία, ευκολία, ικανότητα.
ΝΕ ευπορία «αφθονία».
[παράγ. λ. εὔπορ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'εύπορος: εὔπορος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εύπορος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύπορος,
* McsElln.εύπορος@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐπορώτερος
Υπερθετικός εὐπορώτατος
1. ευκολοδιάβατος (πόρος, ὁ
= διάβαση, πέρασμα ποταμού κτλ.), λ.χ. ποταμός.
2. πλούσιος (πόροι, οἱ
= οικονομικά μέσα, χρήματα).
:=> παράγ. εὐπόρως.
ΝΕ εύπορος (με σημ. 2).
[σύνθ. λ. εὖ + πόρος].
γλσΕλα'ευπραξία: εὐπραξία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευπραξία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπραξία,
* McsElln.ευπραξία@γλσΕλα,
1. ευτυχία. 2. καλή διαγωγή.
[παράγ. / σύνθ. εὖ + πράττω (< *πράγ-jω) +παρ. επίθ. -σία].
γλσΕλα'ευπρέπεια: εὐπρέπεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευπρέπεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπρέπεια,
* McsElln.ευπρέπεια@γλσΕλα,
1. ωραία εμφάνιση.
2. το ευλογοφανές, το φαινομενικά μόνον ευπρεπές.
ΝΕ ευπρέπεια (με σημ. 1, σωματική και ψυχική).
[παράγ. λ. εὐπρεπής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'ευπρεπής: εὐπρεπής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ευπρεπής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευπρεπής,
* McsElln.ευπρεπής@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐπρεπέστερος
Υπερθετικός εὐπρεπέστατος
1. αυτός που έχει καλή εξωτερική εμφάνιση.
2. αυτός που είναι φαινομενικά μόνο καλός:εὐπρεπεῖ αἰτί'α
= με μια φαινομενικά σωστή κατηγορία.
ΝΕ ευπρεπής.
[σύνθ. λ. εὖ + πρέπ- (πρέπω) + -ής].
γλσΕλα'ευρίσκω: εὑρίσκω::
* McsElln.ρήμα.ευρίσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευρίσκω,
* McsElln.ευρίσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὕρισκον & εὕρισκον
Μέλλ. εὑρήσω
Αόρ. β΄ ηὗρον & εὗρον
Παρακ. εὕρηκα
Μέσ. μέλλ. εὑρήσομαι
Παθ. μέλλ. εὑρεθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ηὑρόμην & εὑρόμην
Παθ. αόρ. ηὑρέθην & εὑρέθην
Παθ. παρακ. ηὕρημαι & εὕρημαι
Παθ. υπερσ. ηὑρήμην & εὑρήμην
1. βρίσκω: εὑρίσκω εὕρημα
= βρίσκω κάτι ανέλπιστο.
=> μέση φωνή εὑρίσκομαι εξευρίσκω, βρίσκω:ἐπειρῶντο ὠφελίαν τινὰ ἀπ' αὐτῶν εὑρίσκεσθαι
= προσπαθούσαν να βρουν κάποιο όφελος από αυτούς.
2. για εμπορεύματα βρίσκω, πιάνω μια τιμή: πόσον ἂν οἴει εὑρεῖν τὰ σὰ κτήματα πωλούμενα;
= πόσα φαντάζεσαι ότι μπορούν να πιάσουν τα κτήματά σου, αν πουληθούν;
ΝΕ ευρίσκω (λόγ.) και βρίσκω (με τη σημ. 1).
[*ἐFρε-ίσκω, πβ. αρχ. σλαβ. ob-r)et)u
= εὗρον].
γλσΕλα'εύρος: εὖρος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.εύρος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύρος,
* McsElln.εύρος@γλσΕλα,
πλάτος.
ΝΕ εύρος.
[παράγ. λ. εὐρύς + -ος, ομόρρ. με αρχ. ινδ.ur'u
= εὐρύς, αρχ. περσ. vouru-].
γλσΕλα'εύρωστος: εὔρωστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εύρωστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύρωστος,
* McsElln.εύρωστος@γλσΕλα,
ρωμαλέος, δυνατός.
:=> παράγ. εὐρωστία, εὐρώστως.
ΝΕ εύρωστος.
[παράγ. / σύνθ. εὖ + ‘ρώννυμι + παρ. επίθ. -τος].
γλσΕλα'ευσxήμων: εὐσχήμων, εὐσχήμων, εὔσχημον::
* McsElln.επίθετο.ευσxήμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευσxήμων,
* McsElln.ευσxήμων@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐσχημονέστερος
Υπερθετικός εὐσχημονέστατος
1. αυτός που έχει καλή, ευπρεπή, εξωτερική εμφάνιση.
2. για πράγματα αυτός που αρμόζει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση: λέγει πρᾶγμα οὐδαμῶς εὔσχημον
= λέει κάτι που δεν αρμόζει.
[σύνθ. λ. εὖ + σχῆμα + παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'ευτέλεια: εὐτέλεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.ευτέλεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευτέλεια,
* McsElln.ευτέλεια@γλσΕλα,
1. η φτηνή τιμή ενός εμπορεύματος.
μγ05.σ123
2. λιτότητα, αποφυγή της σπατάλης: φιλοκαλοῦμεν μετ’ εὐτελείας
= αγαπάμε το ωραίο, χωρίς να είμαστε σπάταλοι.
ΝΕ ευτέλεια (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. εὐτελής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'ευτελής: εὐτελής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ευτελής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευτελής,
* McsElln.ευτελής@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐτελέστερος
Υπερθετικός εὐτελέστατος
1. φτηνός.
2. τιποτένιος: εὐτελὴς βίος
= άθλια ζωή.
3. λιτός: εὐτελὴς δίαιτα
= λιτός τρόπος ζωής.
ΝΕ ευτελής (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. εὖ + τέλος + -ής].
γλσΕλα'ευτυxέω: εὐτυχέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευτυxέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευτυxέω,
* McsElln.ευτυxέω@γλσΕλα,
Παρατ. ηὐτύχουν & εὐτύχουν
Αόρ. ηὐτύχησα & εὐτύχησα
Παρακ. ηὐτύχηκα & εὐτύχηκα
1. ευτυχώ.
=> στο τέλος επιστολών ή σε επιτύμβιες πλάκες εὐτύχει / εὐτυχεῖτε.
2. για πράγματα έχω καλή κατάληξη, πάω καλά:συνέβαινεν εὐτυχεῖν (τὰ πράγματα) αὐτῷ
= συνέβαινε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές του.
ΝΕ ευτυχώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. εὐτυχής + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ευφημέω: εὐφημέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευφημέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευφημέω,
* McsElln.ευφημέω@γλσΕλα,
1. τηρώ θρησκευτική σιγή (ώστε να είναι βέβαιο ότι δε θα πω κάτι που θα προκαλέσει δυσοίωνες εξελίξεις στην τελετή): εὐφήμει/εὐφημεῖτε
= σιωπή!
2. επαινώ, λέω καλά λόγια για κάποιον.
[παράγ. λ. εὔφημ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'εύφορος: εὔφορος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εύφορος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύφορος,
* McsElln.εύφορος@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐφορώτερος
Υπερθετικός εὐφορώτατος
1. αυτός που μεταφέρεται / σηκώνεται εύκολα, ελαφρός: εὔφορα ὅπλα.
2. δυνατός, γερός: εὔφορον σῶμα.
3. εύφορος.
ΝΕ εύφορος (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. εὖ + *φορ- (φέρω) + -ος].
γλσΕλα'ευφραίνω: εὐφραίνω::
* McsElln.ρήμα.ευφραίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευφραίνω,
* McsElln.ευφραίνω@γλσΕλα,
Μέλλ. εὐφρανῶ
Αόρ. εὔφρανα & ηὔφρανα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.εὐφρανοῦμαι
Παθ. μέλλ. εὐφρανθήσομαι
Παθ. αόρ. εὐφράνθην & ηὐφράνθην ευχαριστώ κάποιον, τον χαροποιώ.
= τέρπω.
=/ ἀνιάω, λυπέω.
:=> παράγ. εὐφραντικός.
ΝΕ ευφραίνω (λόγ., π.χ. οίνος ευφραίνει καρδίαν).
[παράγ. λ. εὔφρων (< σύνθ. εὖ + φρήν) + παρ.επίθ. -αίνω < *αν-jω].
γλσΕλα'ευφυής: εὐφυής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ευφυής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευφυής,
* McsElln.ευφυής@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐφυέστερος
Υπερθετικός εὐφυέστατος
1. αυτός που έχει φυσική κλίση προς κάτι: εὐφυὴς πρὸς τὰς τέχνας.
2. αυτός που έχει φυσική εξυπνάδα, ευφυής.
ΝΕ ευφυής (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. εὖ + φυ- (φύ-ομαι) + -ής].
γλσΕλα'εύxομαι: εὔχομαι::
* McsElln.ρήμα.εύxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύxομαι,
* McsElln.εύxομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ηὐχόμην
Μέλλ. εὔξομαι
Αόρ. ηὐξάμην
Παρακ. ηὖγμαι
Υπερσ. ηὔγμην
1. προσεύχομαι.
2. προσεύχομαι ζητώντας κάτι: εὔχομαι τοῖς θεοῖς πολλὰ ἀγαθὰ ὑπέρ τινος
= προσεύχομαι στους θεούς ζητώντας πολλά αγαθά για κάποιον.
:=> παράγ. εὐχή, εὐκτός, εὐκταῖος.
ΝΕ εύχομαι.
[*ευχ-, ΙΕ *eughw-, πβ. αρχ. ινδ. v^agh'at- «που κάνει μια ευχή»].
γλσΕλα'εύψυxος: εὔψυχος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εύψυxος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εύψυxος,
* McsElln.εύψυxος@γλσΕλα,
θαρραλέος, γενναίος.
=> ως ουσιαστικό τὸ εὔψυχον η γενναιότητα.
:=> παράγ. εὐψυχία.
ΝΕ εύψυχος.
[σύνθ. λ. εὖ + ψυχή + -ος].
γλσΕλα'ευώδης: εὐώδης, -ης, εὐῶδες::
* McsElln.επίθετο.ευώδης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευώδης,
* McsElln.ευώδης@γλσΕλα,
Συγκριτικός εὐωδέστερος
Υπερθετικός εὐωδέστατος αυτός που αναδίδει ευωδία, ευχάριστη μυρωδιά.
=/ δυσώδης.
ΝΕ ευώδης.
[σύνθ. λ. εὖ + παραγ. επίθ. -ώδης < ὄζω «μυρίζω» < *ὀδ-jω].
γλσΕλα'ευώνυμος: εὐώνυμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ευώνυμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευώνυμος,
* McsElln.ευώνυμος@γλσΕλα,
1. που έχει καλό όνομα, έντιμος.
2. ως ευφημιστικός όρος αριστερός: τὸ εὐώνυμον κέρας
= η αριστερή πτέρυγα του στρατεύματος.
ΝΕ στη λόγ. φρ. εξ ευωνύμων «από τα αριστερά».
[σύνθ. λ. εὖ + ὄνυμα
= ὄνομα].
γλσΕλα'ευωxέω: εὐωχέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ευωxέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ευωxέω,
* McsElln.ευωxέω@γλσΕλα,
Μέλλ. εὐωχήσω
Παθ. αόρ. εὐωχήθην
Παθ. παρακ. εὐώχημαι κάνω σε κάποιον τραπέζι με πλούσια φαγητά.
μγ05.σ124
=> μέση και παθ. φωνή εὐωχοῦμαι τρώω ένα πλούσιο γεύμα.
[παράγ. λ. εὖ ἔχω «αισθάνομαι ευεξία» + -έω> εὐωχέω με έκταση ε > ο > ω].
γλσΕλα'εφήμερος: ἐφήμερος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.εφήμερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εφήμερος,
* McsElln.εφήμερος@γλσΕλα,
αυτός που διαρκεί μόνο μία ημέρα, πρόσκαιρος.
ΝΕ εφήμερος.
[σύνθ. λ. ἐπί + *ἡμερ- (ἡμέρα) + -ος].
γλσΕλα'εφίημι: ἐφίημι::
* McsElln.ρήμα.εφίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εφίημι,
* McsElln.εφίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι
1. χαλαρώνω (κυρίως το χαλινάρι).
2. παραδίδω: ἐφίημί τινι τὴν ἡγεμονίαν
= παραδίδω σε κάποιον την αρχηγία.
3. μέση φωνή ἐφίεμαι
α. αποβλέπω σε κάτι:τοῦ ἀγαθοῦ ἐφιέμεθα πάντες
= όλοι αποβλέπουμε στο αγαθό.
β. επιθυμώ κάτι.
:=> παράγ. έφεσις.
ΝΕ το παράγ. έφεση.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἵημι].
γλσΕλα'εφικνέομαι: ἐφικνέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.εφικνέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εφικνέομαι,
* McsElln.εφικνέομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἱκνέομαι -οῦμαι
1. πλησιάζω κάποιον: τίνος γὰρ οὐκ ἐφίκοντο;
= μέχρι ποιον δεν έφτασαν;
2. εκτείνομαι, φθάνω: ἐφ’ ὅσον ἀνθρώπων μνήμη ἐφικνεῖται
= μέχρις εκεί που φθάνει η μνήμη των ανθρώπων.
3. φθάνω στο σκοπό μου, πετυχαίνω το στόχο μου: ἠδυνήθησαν τῆς ἀρετῆς ἐφικέσθαι
= μπόρεσαν να πετύχουν (να κατακτήσουν)την αρετή.
[σύνθ. λ. ἐπί + ἱκνέομαι].
γλσΕλα'εφίστημι: ἐφίστημι::
* McsElln.ρήμα.εφίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εφίστημι,
* McsElln.εφίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. τοποθετώ κάποιον επικεφαλής: ἐπέστησε στρατηγὸν τῷ στρατοπέδῳ
= τοποθέτησε στρατηγό επικεφαλής του στρατού.
2. στην παθ. φωνή και στους αμετάβ. χρόνους της ενεργ. ἐφίσταμαι
α. τοποθετούμαι επικεφαλής: ὁ ἐφεστηκώς
= ο επικεφαλής.
β. στέκομαι κοντά σε κάτι: ἐπέστη ἐπὶ τὰς θύρας
= στάθηκε κοντά στην είσοδο του σπιτιού.
γ. σταματώ την πορεία μου: ἐπιστὰς περιέμεινα
= σταμάτησα και τον περίμενα.
ΝΕ εφιστώ (λ.χ. την προσοχή κτλ.).
[σύνθ. λ. ἐπί + ἵστημι].
γλσΕλα'εφοράω: ἐφοράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εφοράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εφοράω,
* McsElln.εφοράω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁράω
1. επιβλέπω: Ζεὺς ὃς ἐφορᾷ τὰ πάντα
= οΔίας που επιβλέπει τα πάντα.
2. βλέπω, παρακολουθώ: ἐφεώρα τοὺς φίλους εὐδαίμονας γενομένους
= έβλεπε τους φίλους που ευτυχούσαν.
:=> παράγ. ἐπόπτης.
[σύνθ. λ. ἐπί + ὁράω].
γλσΕλα'εφορμέω: ἐφορμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.εφορμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εφορμέω,
* McsElln.εφορμέω@γλσΕλα,
μένω αγκυροβολημένος σε έναν τόπο με εχθρικές διαθέσεις εναντίον κάποιου, ενεργώ αποκλεισμό εναντίον κάποιου.
[σύνθ. λ. ἐπί + ὁρμέω].
γλσΕλα'εxθρός: ἐχθρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.εxθρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εxθρός,
* McsElln.εxθρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἐχθίων & ἐχθρότερος
Υπερθετικός ἔχθιστος & ἐχθρότατος
1. μισητός.2.
α. αυτός που μισεί κάποιον, εχθρικός.
β. ως ουσ. ὁ ἐχθρὸς ο εχθρὸς.
ΝΕ εχθρός.
[παράγ. λ. ἔχθ-ος «η ιδιότητα του ξένου» +παρ. επίθ. -ρός].
γλσΕλα'έxω: ἔχω::
* McsElln.ρήμα.έxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έxω,
* McsElln.έxω@γλσΕλα,
Παρατ. εἶχον
Μέλλ. ἕξω & σχήσω
Αόρ. ἔσχον
Παρακ. ἔσχηκα
Μέσ. & παθ. ενεστ. ἔχομαι
Μέσ. & παθ. παρατ. εἰχόμην
Μέσ. & παθ. μέλλ. ἕξομαι & σχήσομαι
Μέσ. & παθ. αόρ. β΄ ἐσχόμην
Μέσ. & παθ. παρακ. ἔσχημαι έχω.ειδικότερες σημασίες:
1. έχω τη φροντίδα: εἶχε τὰς ἑπομένας ἀγέλας
= είχε την επίβλεψη, τη φροντίδα για τις αγέλες που ακολουθούσαν.
2. σε περιφράσεις ἐν ὀργῇ ἔχω τινά
= οργίζομαι εναντίον κάποιου. ἐν ὀρρωδί'α ἔχω (= ὀρρωδῶ) φοβάμαι κάτι.
3. κατευθύνομαι (για πλοία σε λιμάνι): ἔσχον πρὸς τὴν Σαλαμῖνα
= προσορμίστηκαν στηΣαλαμίνα.
4. εμποδίζω: ἔσχον τοῦ μὴ καταδῦναι
= τους εμπόδιζαν να βυθιστούν.
5. σε εκφράσεις
α. οὐκ ἔχω δεν ξέρω: οὐκ ἔχει ὅ,τι χρὴ λέγειν
= δεν ξέρει τι πρέπει να πει.
β. καλῶς ἔχει / κακῶς ἔχει τα πράγματα πηγαίνουν καλά / κακά.
γ. ἔχω + απαρέμφατο μπορώ να + ρήμα: ἔχω εἰπεῖν τι
= μπορώ να πω κάτι.
6. μέση φωνή ἔχομαι
α. κρατιέμαι από κάτι, και μεταφορικά μένω προσηλωμένος σε κάτι, επιμένω σ’ αυτό: τῆς αὐτῆς γνώμης ἔχομαι
= δεν αλλάζω γνώμη.
β. έρχομαι αμέσως μετά: ὑμᾶς χρὴ ἕπεσθαι ἐχομένους τῶν ἁρμάτων
= εσείς πρέπει να α-
μγ05.σ125
κολουθείτε, πηγαίνοντας αμέσως μετά τα άρματα.
:=> παράγ. ἑκτέος, ἐχέτης, ἐχυρός.
ΝΕ έχω.
[*σεχ- (σχέσις, ἐχέτλη, ἴσχω, σχεδόν), *seghαπό όπου και αρχ. ινδ. s'ahas- «βία, νίκη», γοτθ. sigis «νίκη»].
===
_stxElla: _stxVrb:Έxω _stxObj:τριήρεις, _stxResult:ὥστε ἑλεῖν τὸ ἐκείνων πλοῖον. == Έxω τριήρεις, ώστε να είναι δυνατόν να κυριεύσω το πλοίο εκείνων. [Ξ.Κ.Αν.Ι.4.8]
γλσΕλα'έψω: ἕψω::
* McsElln.ρήμα.έψω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έψω,
* McsElln.έψω@γλσΕλα,
Παρατ. ἧψον
Μέλλ. ἑψήσομαι
Αόρ. ἥψησα
Παθ. ενεστ. ἕψομαι βράζω κάτι.
:=> παράγ. ἕψησις, ἕψημα (ἀφέψημα), ἑψητὸς«ψητός».
ΝΕ ψήνω.
[*ἑπ-σ, ΙΕ αρχής]
γλσΕλα'έωθεν: ἕωθεν::
* McsElln.επίρρημα.έωθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έωθεν,
* McsElln.έωθεν@γλσΕλα,
από την αυγή, από νωρίς.
[παράγ. λ. ἕως + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'εωθινός: ἑωθινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.εωθινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εωθινός,
* McsElln.εωθινός@γλσΕλα,
πρωινός: ἐξ ἑωθινοῦ μέχρι δείλης
= από το πρωί έως το απόγευμα.
ΝΕ λόγ., λ.χ. στη φρ. εωθινό ευαγγέλιο.
[παράγ. λ. ἕωθεν + παρ. επίθ. -ινός].
γλσΕλα'εώος: ἑῷος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.εώος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'εώος,
* McsElln.εώος@γλσΕλα,
1. πρωινός.
2. ανατολικός: τὸ ἑῷον τεῖχος.
[παράγ. λ. ἕω-ς + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'έως: ἕως, ἕω::
* McsElln.ουσιαστικό.έως-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'έως,
* McsElln.έως@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἠώς, ἠοῦς.
1. η αυγή, το χάραμα της μέρας: ἅμα ἕῳ
= με την αυγή.
=/ δείλη.
2. ανατολή: πρὸς ἕω τῆς πόλεως
= προς τα ανατολικά της πόλης.
3. κύριο όνομα ἡ Ἠώς η θεά της αυγής: ἡ ροδοδάκτυλος Ἠώς
= η ροδοδάκτυλη αυγή (δηλαδή με τις ρόδινες ακτίνες).
:=> παράγ. ἑῷος, ἕωθεν, ἑωθινός.
[ΙΕ *ausos (πβ. λατ. aur-ora «αυγή») > *_αFως >ἕως].
γλσΕλα'Ζ: Ζ, ζ, ζῆτα::
* McsElln.ουσιαστικό.Ζ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ζ,
* McsElln.Ζ@γλσΕλα,
το έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.Κατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.)οι Έλληνες το πρόφεραν ως [zd].
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ζ΄
= 7, αλλά ,ζ
= 7.000.
γλσΕλα'ζε: -ζε ΕΓΚΛΙΤΙΚΟ ΜΟΡΙΟ.::
* McsElln.γλσΕλα'ζε,
* McsElln.ζε@γλσΕλα,
δηλώνει κίνηση προς τόπο προς: 'Αθήναζε
= προς την Αθήνα. Θήβαζε
= προς τη Θήβα.
[-ζε < -σδε, θύραζε < θύρασδε «προς τα έξω»].
γλσΕλα'ζέσις: ζέσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ζέσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζέσις,
* McsElln.ζέσις@γλσΕλα,
βράσιμο: ἡ ζέσις το_υ ὕδατος.
=> μεταφορικά ἡ ζέσις τῆς ψυχῆς
= η φλόγα της ψυχής.
ΝΕ ζέση.
[παράγ. λ. *ζέσ- (ζεσ-τός) + παρ. επίθ. -ις,*jes-, πβ. αρχ. ινδ. yas-ati «κοχλάζω»].
γλσΕλα'ζευγίτης: ζευγίτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ζευγίτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζευγίτης,
* McsElln.ζευγίτης@γλσΕλα,
1. ζώο που το έχουν ζέψει με ένα άλλο: ἡμίονοι ζευγῖται
= ένα ζευγάρι μουλάρια.
2. στον πληθυντικό ζευγῖται οι πολίτες που ανήκαν στην τρίτη από τις τέσσερις εισοδηματικές τάξεις (τιμήματα ή τέλη), στις οποίες ήταν χωρισμένοι οι Αθηναίοι. Λέγονταν επίσης διακοσιομέδιμνοι. (H ανώτατη εισοδηματική τάξη ήταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, η δεύτερη οι ἱππεῖς και η τέταρτη και χαμηλότερη οι θῆτες).
[ζεῦγ-ος + παρ. επίθ. -ίτης].
γλσΕλα'ζεύγνυμι: ζεύγνυμι::
* McsElln.ρήμα.ζεύγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζεύγνυμι,
* McsElln.ζεύγνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐζεύγνυν
Μέλλ. ζεύξω
Αόρ. ἔζευξα
Μέσ. μέλλ. ζεύξομαι
Μέσ. αόρ. ἐζευξάμην
Παθ. αόρ. α΄ ἐξεύχθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐζύγην
Παθ. παρακ. ἔζευγμαι
1. βάζω ένα ζώο κάτω από το ζυγό, ζεύω.
2. συνδέω, συνενώνω: διῶρυξ ἐζευγμένη πλοίοις
= διώρυγα της οποίας τα δύο άκρα ήταν συνδεδεμένα με γέφυρα που σχηματιζόταν από συνεχόμενα πλοία.
:=> παράγ. ζευγίτης, ζεῦγος, ζεῦξις, ζυγός / ζυγόν, σύνθ. ζυγομαχέω.
ΝΕ ζεύω (με τη σημ. 1).
[*ζευγ- (πβ. ζεύγ-λη, ζε_υγ-ος) + παρ. επίθ. -νυ-, ομόρρ. με λατ. jung-o, λιθ. jungi`u].
γλσΕλα'ζεύγος: ζεῦγος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.ζεύγος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζεύγος,
* McsElln.ζεύγος@γλσΕλα,
1. ζευγάρι βοδιών ή αλόγων.
2. άρμα: Διοκλείδην ἐπὶ ζεύγους ἦγον εἰς τὸΠρυτανεῖον
= οδήγησαν το Διοκλείδη πάνω σε άρμα στο Πρυτανείο.
3. άρμα που χρησιμοποιείται σε αρματοδρομίες και σύρεται από τέσσερα άλογα: συνωρίδι ἢ ζεύγει νενίκηκεν
= νίκησε με άρμα δύο αλόγων ή με άρμα τεσσάρων αλόγων.
= τέθριππον.
4. γενικά ζευγάρι.
ΝΕ ζεύγος και ζευγάρι (με τη σημ. 4).
[*ζευγ- (πβ. ζεύγ-νυμι) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'Ζεύς: Ζεύς, Διός::
* McsElln.ουσιαστικό.Ζεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ζεύς,
* McsElln.Ζεύς@γλσΕλα,
ο Δίας (κύριο όνομα): Ζεὺς Κρονίδης
= ο Δίας, ο γιος του Κρόνου.
=> σε όρκους ή σε προσφωνήσεις νὴ (τὸν) Δία
= μα το Δία. ὦ Ζεῦ καὶ ἄλλοι θεοί.
ΝΕ Δίας.
μγ05.σ126
[*Δjεύς, αρχ. ινδ. div'ah
= ΔιFός, Διός].
γλσΕλα'Ζέφυρος: Ζέφυρος, -ύρου::
* McsElln.ουσιαστικό.Ζέφυρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ζέφυρος,
* McsElln.Ζέφυρος@γλσΕλα,
δυτικός ή βορειοδυτικός άνεμος.
[πιθ. *ζέφος, συγγεν. του ζόφος].
γλσΕλα'ζέω: ζέω::
* McsElln.ρήμα.ζέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζέω,
* McsElln.ζέω@γλσΕλα,
Ενεστ. γ΄ εν. ζεῖ
Μέλλ. ζέσω
Αόρ. ἔζεσα βράζω, είμαι πολύ ζεστός: ζεῖ χύτρα, ζῇ φιλία(παροιμία)
= όσο καιρό βράζει η χύτρα, ζει η φιλία (δηλ. όσο καιρό έχει συμφέρον κάποιος από σένα, τόσο μόνο σε έχει φίλο του).
:=> παράγ. ζέσις, ζεστός.
ΝΕ το ζέον «στην εκκλησία, μικρό σκεύος όπου ζεσταίνεται νερό για την προετοιμασία της θείας κοινωνίας».
[*jεσ-ω, ακριβές αντίστοιχο του αρχ. ινδ.yasati «βράζω, κοχλάζω»].
γλσΕλα'ζήθι: ζῆθι::
* McsElln.ρήμα.ζήθι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζήθι,
* McsElln.ζήθι@γλσΕλα,
β΄ πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα του ζήω-ῶ ως επιφώνημα να ζήσεις!
[βλπ. ζήω -ῶ].
γλσΕλα'ζήλος: ζῆλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ζήλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζήλος,
* McsElln.ζήλος@γλσΕλα,
1. ζήλια.
2. άμιλλα: πρῶτον μὲν ζῆλος, ἀπὸ ζήλου δὲ φθόνος
= (οι άνθρωποι αυτούς που ευτυχούν) στην αρχή θέλουν να τους μιμηθούν και έπειτα η άμιλλα γίνεται φθόνος.
:=> παράγ. ζηλόω -ῶ, ζηλωτής, ζηλωτός, σύνθ.ζηλότυπος, κακόζηλος.
ΝΕ ζήλος «μεγάλη διάθεση για κάτι».
[μάλλον *δj-a-λος «ζητώ, επιδιώκω», συγγεν.του δί-ζημαι «ζητώ»].
γλσΕλα'ζηλόω: ζηλόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ζηλόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζηλόω,
* McsElln.ζηλόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐζήλουν
Μέλλ. ζηλώσω
Αόρ. ἐζήλωσαΠαρακ ἐζήλωκα
1. έχω άμιλλα με κάποιον και προσπαθώ να τον μιμηθώ: ἡ ἡμετέρα πολιτεία οὐ ζηλοῖ τοὺς τῶν πέλας νόμους
= η πολιτεία μας δεν προσπαθεί να μιμηθεί τους νόμους των γειτόνων μας.
2. με αρνητική σημ. ζηλεύω κάποιον.
3. μακαρίζω, θαυμάζω, επαινώ: μακαρίσαντες ὑμῶν τὸ ἀπειρόκακον οὐ ζηλοῦμεν τὸ ἄφρον
= αν και σας μακαρίζουμε για την αγαθότητά σας, δε σας θαυμάζουμε για την τρέλα σας.
:=> παράγ. ζηλωτός, ζηλωτής, σύνθ. κακόζηλος.
ΝΕ ζηλεύω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ζῆλος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'ζηλωτής: ζηλωτής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ζηλωτής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζηλωτής,
* McsElln.ζηλωτής@γλσΕλα,
αυτός που προσπαθεί με ζήλο να μιμηθεί κάτι: ζηλωταὶ τῆς ἀρετῆς/τῆς παιδείας.
ΝΕ ζηλωτής.
[παράγ. λ. *ζηλω- (πβ. ζηλόω) + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'ζημία: ζημία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ζημία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζημία,
* McsElln.ζημία@γλσΕλα,
1. βλάβη, ζημιά: ζημίαν ποιῶ τινι
= προκαλώ βλάβη σε κάποιον.
2. πρόστιμο, χρηματική ποινή: καταβάλλω ζημίαν
= πληρώνω πρόστιμο.
3. γενικά τιμωρία, ποινή: ζημία θανάτου
= ποινή θανάτου (το είδος της ποινής). ζημία ἀδικήματος
= ποινή για αδίκημα (η αιτία της ποινής).
:=> παράγ. ζημιόω -ῶ.
ΝΕ ζημιά (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., ίσως *δj-a- «ζῆλος», βλπ. ζῆλος].
γλσΕλα'ζημιόω: ζημιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ζημιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζημιόω,
* McsElln.ζημιόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐζημίουν
Μέλλ. ζημιώσω
Αόρ. ἐζημίωσα
Παρακ. ἐζημίωκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ζημιώσομαι«θα πάθω ζημιά»
Παθ. μέλλ. ζημιωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐζημιώθην
Παθ. παρακ. ἐζημίωμαι
1. προκαλώ ζημιά, βλάβη σε κάποιον, τον ζημιώνω.
= κακῶς ποιέω -ῶ, βλάπτω.
=/ ὠφελέω-ῶ, εὖ ποιῶ.
=> παθ. φωνή ζημιοῦμαι: ἡ πόλις μεγάλα ζημιώσεται
= η πόλη θα πάθει μεγάλη ζημιά.
2. επιβάλλω πρόστιμο: ζημιῶ τινα χιλίαις δραχμαῖς
= επιβάλλω σε κάποιον πρόστιμο χιλίων δραχμών.
3. γενικά τιμωρώ: ζημιῶ τινα θανάτῳ/φυγῇ
= τιμωρώ κάποιον με θάνατο/με εξορία.
:=> παράγ. ζημιώδης «που προκαλεί ζημιά», ζημίωσις.
ΝΕ ζημιώνω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ζημία + παρ. επίθ. -όω].
===
_stxElla: _stxObj:Τοὺς στρατηγοὺς _stxVrb:ἐζημίωσαν, _stxCause:ὡς δώροις πεισθέντες ἀποxωρήσειαν. == Τιμώρησαν τους στρατηγούς, με το αιτιολογικό ότι δωροδοκήθηκαν και αποxώρησαν. [Θ.IV.65.3]
γλσΕλα'ζητέω: ζητέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ζητέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζητέω,
* McsElln.ζητέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐζήτουν
Μέλλ. ζητήσω
Αόρ. ἐζήτησα
Παρακ. ἐζήτηκα
Παθ. μέλλ. ζητηθήσομαι
1. ψάχνω, προσπαθώ να βρω κάποιον ή κάτι:ἐζήτουν τοὺς δράσαντας
= έψαχναν να βρουν τους δράστες. ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε
= να ψάχνετε και θα βρίσκετε (βλπ. αἰτέω).
2. ερευνώ: οἱ ζητοῦντες τὰ θεῖα
= αυτοί που ερευνούν την αλήθεια για τη θεότητα.
=> τὸ ζητούμενον
= το ζήτημα που ερευνάται.
:=> παράγ. ζήτημα, ζήτησις, ζητητής.
= ἐρευνάω-ῶ, ἐξετάζω.
ΝΕ ζητώ (κυρίως με τη σημ. που είχε το αρχαίο αἰτέω).
μγ05.σ127
[*δj-a- «επιδιώκω», συγγεν. του δί-ζημαι, ζημία].
γλσΕλα'ζήτησις: ζήτησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ζήτησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζήτησις,
* McsElln.ζήτησις@γλσΕλα,
ζήτηση, αναζήτηση, ψάξιμο: ἡ ζήτησις τῶν δρασάντων
= η αναζήτηση των δραστών.τροφῆς ζήτησις.
ΝΕ ζήτηση.
[παράγ. λ. *ζήτη- (πβ. ζητέω -ῶ) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'ζήτω: ζήτω::
* McsElln.ρήμα.ζήτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζήτω,
* McsElln.ζήτω@γλσΕλα,
γ΄ πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα του βλπ. ζήω -ῶ ως επιφώνημα να ζήσει!
ΝΕ ζήτω
= να ζήσει, μπράβο (π.χ. Ζήτω η 25ηΜαρτίου).
γλσΕλα'ζήω: ζήω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ζήω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζήω,
* McsElln.ζήω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔζων
Μέλλ. ζήσω & ζήσομαι & βιώσομαι
Αόρ. β΄ ἐβίων
Παρακ. βεβίωκα
1. υπάρχω στη ζωή, ζω: μεγίστη χρεία ἡ τῆς τροφῆς παρασκευὴ τοῦ ζῆν ἕνεκα
= πολύ μεγάλη ανάγκη είναι η προετοιμασία της τροφής, για να μπορούμε να ζούμε.
2. περνώ τη ζωή μου: ζῶ βίον μοχθηρόν
= ζω δύσκολη ζωή. ζῶ τὸν βίον ἀσφαλῶς
= ζω με ασφάλεια.
= βιόω -ῶ.
=/ ἀποθν'ήσκω.
ΝΕ ζω (και με τις δύο σημ.).
[ΙΕ *gwi-e-, gwi-o-, από όπου ακόμη βίος και ὑγιής].
γλσΕλα'ζυγόν: ζυγόν, -οῦ, τὸ & ζυγός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ζυγόν-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζυγόν,
* McsElln.ζυγόν@γλσΕλα,
Πληθ. τὰ ζυγὰ
1. κατασκευή που προσαρμόζουν στον τράχηλο του ζώου για να το ζέψουν: ὑπὸ ζυγὸν ἤγαγεν ἵππους
= έζεψε τα άλογα.
=> παροιμία τὸν αὐτὸν ἕλκειν ζυγόν
= λέγεται για ανθρώπους που τραβούν τις ίδιες δυσκολίες.
=> μεταφορικά ζυγός, κάθε είδος εξαναγκασμού, καταπίεσης.
2. ζυγαριά: ἵστημί τι ἐν τῷ ζυγῷ
= βάζω κάτι στη ζυγαριά (για να υπολογίσω το βάρος του).
3. γραμμή στρατιωτικής παράταξης: ἐν τῷ πρώτῳ ζυγῷ ἐμάχοντο
= πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή.
:=> παράγ. ζύγιος, ζυγόω -ῶ.
ΝΕ ζυγός (με όλες τις σημ.).
[παράγ. λ. *ζυγ- (πβ. ζεύγ-νυμι) + παρ. επίθ. -όν / -ός].
γλσΕλα'ζωγραφέω: ζωγραφέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ζωγραφέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζωγραφέω,
* McsElln.ζωγραφέω@γλσΕλα,
ζωγραφίζω: ζωγραφῶ σκυτοτόμους, τέκτονας
= ζωγραφίζω τσαγκάρηδες, μαραγκούς.
= γράφω «ζωγραφίζω».
:=> παράγ. ζωγραφία.
ΝΕ ζωγραφίζω.
[παράγ. λ. ζωγράφος (ζω-ὸς «ζωντανός» +γράφω) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ζωγραφία: ζωγραφία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ζωγραφία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζωγραφία,
* McsElln.ζωγραφία@γλσΕλα,
1. η τέχνη της ζωγραφικής, η ζωγραφική: τεθαύμακα ἐπὶ ζωγραφί'α Ζεῦξιν
= έχω θαυμάσει το Ζεύξη για τη ζωφραφική του.
2. ζωγραφιά.
ΝΕ ζωγραφιά (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. του συνθ. ζωγραφ-έω + παρ. επίθ.-ία].
γλσΕλα'ζωγρέω: ζωγρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ζωγρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζωγρέω,
* McsElln.ζωγρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐζώγρουν
Μέλλ. ζωγρήσω
Αόρ. ἐζώγρησα συλλαμβάνω κάποιον ζωντανό, τον αιχμαλωτίζω: τοὺς μὲν ἀπέκτειναν, τινὰς δὲ καὶ ἐζώγρησαν
= άλλους μεν τους σκότωσαν και μερικούς τους συνέλαβαν ζωντανούς.
[σύνθ. λ. *ζω- (< ζω-ὸς «ζωντανός») + ἀγρέω«συλλαμβάνω»].
γλσΕλα'ζώννυμι: ζώννυμι & ζωννύω::
* McsElln.ρήμα.ζώννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζώννυμι,
* McsElln.ζώννυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐζώννυν & ἐζώννυον
Μέλλ. ζώσω
Αόρ. ἔζωσα
Μέσ. μέλλ. ζώσομαι
Μέσ. αόρ. ἐζωσάμην
Παθ. αόρ. α΄. ἐζώσθην
Παθ. παρακ. ἔζωσμαι
1. ζώνω, περιβάλλω.
2. μέση φωνή ζώννυμαι ζώνομαι.
:=> παράγ. ζωστήρ, ζῶσις, ζωστός, σύνθ. ἀναζώννυμι, περιζώννυμι.
ΝΕ ζώνω (με τη σημ. 1).
[ΙΕ *y-os- «ζώνω», αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'ζώον: ζῷον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ζώον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζώον,
* McsElln.ζώον@γλσΕλα,
1. ζωντανό πλάσμα, ζώο: πᾶν ὅ,τι περ ἂν μετάσχῃ τοῦ ζῆν, ζῷον ἂν λέγοιτο
= καθετί που μετέχει ζωής, μπορεί να λεχθεί ζωντανό πλάσμα.
2. ομοίωμα, εικόνα, ζωγραφιά, σχέδιο (όχι μόνο ζώου): ζῷα γράφω
= ζωγραφίζω.
:=> παράγ. ζῳώδης, σύνθ. ζῳογονέω -ῶ, ζῳοφόρος.
ΝΕ ζώο «ζώο» (από τη σημ. 1).
[*ζω- (πβ. ζωὸς «ζωντανός») + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'ζωός: ζωός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ζωός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζωός,
* McsElln.ζωός@γλσΕλα,
ζωντανός: ζωόν τινα λαμβάνω
= πιάνω κάποιον ζωντανό.
[*ζω- (πβ. ζήω-ῶ, ζω-ή) + -ός, ΙΕ *gwy-o- > ζω-].
γλσΕλα'ζωτικός: ζωτικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ζωτικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ζωτικός,
* McsElln.ζωτικός@γλσΕλα,
1. αυτός που δίνει ή που διατηρεί τη ζωή: ζωτικαὶ δυνάμεις.
2. ζωηρός, γεμάτος ζωή: ζωτικὸν παρέχω τινά
= δίνω ζωντάνια σε κάποιον.
ΝΕ ζωτικός (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *ζω- (πβ. ζωός «ζωντανός») + παρ.επίθ. -τ -ικός].
μγ05.σ128
γλσΕλα'Η: Η, η, ἦτα::
* McsElln.ουσιαστικό.Η-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Η,
* McsElln.Η@γλσΕλα,
το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.Κατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.)οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως μακρό ανοικτό [-e], δηλ. ως «εε».
=> ως αριθμητικό σύμβολο: η΄
= 8, αλλά ,η
= 8.000.
γλσΕλα'ή: ἢ::
* McsElln.σύνδεσμος.ή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ή,
* McsElln.ή@γλσΕλα,
1. διαζευκτικός, που χρησιμοποιείται όπως και στη νέα ελληνική ἤκουσας ἢ οὐκ ἤκουσας;
= άκουσες ή δεν άκουσες;
2. συγκριτικός σύνδεσμος που χρησιμοποιείται έπειτα από επίθετο συγκριτικού βαθμού ή θετικού το οποίο όμως εμπεριέχει την ιδέα της σύγκρισης.Εμφανίζεται επίσης έπειτα από επιρρήματα ή επιρρηματικές εκφράσεις παρά: θάττων ἢ σοφώτερος
= πιο γρήγορος παρά πιο σοφός. πάντα τὰ ἐναντία πράττομεν ἢ ἃ δεῖ
= όλα τα κάνουμε αντίθετα από αυτό που πρέπει. ἐλπίζω μηδαμοῦ ἄλλοθι φρονήσει ἐντεύξεσθαι ἢ ἐν ‘'Άδου
= ελπίζω ότι πουθενά αλλού δε θα συναντήσω τη φρόνηση παρά μόνο στον Άδη.
[*ἠFε < βεβαιωτ. ἦ + Fε].
γλσΕλα'ή: ἦ::
* McsElln.επίρρημα.ή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ή,
* McsElln.ή@γλσΕλα,
1. βεβαιωτικό, συνήθως συνδυάζεται και με άλλα μόρια ἦ ἄρα, ἦ δή, ἦ μήν
= ασφαλώς, πράγματι: ἐγγυᾶται ἦ μὴν παραμενεῖν
= δίνει την εγγύηση ότι ασφαλώς δε θα φύγει.
2. ερωτηματικό
α. μήπως: τίς σοι διηγεῖτο; ἦ αὐτὸς Σωκράτης;
= ποιος σου έκανε τη διήγηση; μήπως ο ίδιος ο Σωκράτης;
β. ἦ γάρ; έτσι δεν είναι; ἦ γάρ, ὦ Σώκρατες;
= έτσι δεν είναι, Σωκράτη;
[ίσως *ἦ-Fε].
γλσΕλα'ή: ‘ῇ::
* McsElln.επίρρημα.ή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ή,
* McsElln.ή@γλσΕλα,
1. τοπικό όπου: τῇδε... ‘ῇ...
= εκεί... όπου...
2. τροπικό όπως: ‘ῇ θέμις ἐστί
= όπως είναι το σωστό και το δίκαιο.
3. με επίρρημα υπερθετικού βαθμού όσο το δυνατόν: ‘ῇ τάχιστα
= όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
[*σ_αι, πβ. ἥ < *s-a].
γλσΕλα'ή: ἦ::
* McsElln.ρήμα.ή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ή,
* McsElln.ή@γλσΕλα,
γ΄ εν. παρατ. του ἠμὶ είπε (βλπ. ἠμί).
γλσΕλαῃβάω: ἡβάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ηβάω@γλσΕλα,
Μέλλ. ἡβήσω
Αόρ. ἥβησα
Παρακ. ἥβηκα μπαίνω στην αντρική ηλικία, ενηλικιώνομαι:ἐπειδὰν ἡβήσωσιν
= όταν ενηλικιωθούν.
:=> παράγ. ἡβάσκω «αρχίζω να ενηλικιώνομαι, μπαίνω στην περίοδο της εφηβείας».
[παράγ. λ. ἥβ_α (δωρ.) + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'ήβη: ἥβη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ήβη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήβη,
* McsElln.ήβη@γλσΕλα,
η νεότητα, η αντρική ηλικία, η ενηλικίωση:μέχρι ἥβης τρέφω τινά
= ανατρέφω κάποιον ώσπου να γίνει ενήλικας.
:=> παράγ. ἡβηδόν, ἡβητήρ, ἡβητικός.
ΝΕ ήβη (με τη σημ. 1).
[*jηβ-, πβ. λιθ. jeg`a «βία»].
γλσΕλαῃγεμονεύω: ἡγεμονεύω::
* McsElln.ρήμα.ηγεμονεύω@γλσΕλα,
1. οδηγώ τους στρατιώτες στον πόλεμο, είμαι αρχηγός: Ἀρτεμισία ἡγεμόνευεν Ἁλικαρνασσέων
= η Αρτεμισία ήταν αρχηγός των Αλικαρνασσέων.
= ἡγοῦμαι.
2. γενικά κυβερνώ.
= ἄρχω.
[παράγ. λ. ἡγεμον- (ἡγεμών) + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλαῃγεμονία: ἡγεμονία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ηγεμονία-ἡ@γλσΕλα,
1. το να πηγαίνει κάποιος μπροστά ως οδηγός.
2. διοίκηση: τὰς ἡγεμονίας τῶν στρατοπέδων ἐπίστανται
= ξέρουν τον τρόπο διοίκησης των στρατιωτικών δυνάμεων.
3. η ανώτατη πολιτική εξουσία, η πολιτική αρχηγία: ἡ ἡγεμονία τῆς Ἑλλάδος
= η πολιτική αρχηγία στην Ελλάδα.
= ἀρχή.
ΝΕ ηγεμονία.
[ἡγεμον- (ἡγεμών) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλαῃγεμών: ἡγεμών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.ηγεμών-ὁ@γλσΕλα,
1. οδηγός: γίγνομαί τινι ἡγεμὼν τῆς ὁδοῦ
= δείχνω σε κάποιον το δρόμο.
2. αρχηγός, ηγήτορας: ἔχοντες ἡγεμόνας τῶν πάνυ τῶν ἐν τῇ ὀλιγαρχί'α
= έχοντας ως αρχηγούς τους μερικούς από τους πιο σημαντικούς ολιγαρχικούς.
:=> παράγ. ἡγεμονία, ἡγεμονικός.
ΝΕ ηγεμόνας (με τη σημ. 1 και άλλες σημ.).
[ἡγέ-(ομαι -οῦμαι) + παρ. επίθ. -μών, πβ. νοήμων, ἐλεή-μων].
γλσΕλαῃγέομαι: ἡγέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ηγέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἡγούμην
Μέλλ. ἡγήσομαι
Αόρ. ἡγησάμην
Παρακ. ἥγημαι1 προπορεύομαι.2 διοικώ, κυβερνώ: ἡγεῖτο τῆς συμμαχίας.
= ἄρχω.
=> μεταφορικά ἡγοῦμαι τῶν ἡδονῶν, ἀλλ’ οὐκ ἄγομαι ὑπ’ αὐτῶν
= κυβερνώ τις ηδονές, αλλά δεν οδηγούμαι από αυτές.
3. νομίζω, θεωρώ: περὶ πολλοῦ ἡγοῦμαί τι
= θεωρώ κάτι πολύ σημαντικό. ἡγοῦμαι θεούς(ενν. εἶναι)
= πιστεύω στους θεούς (έκφραση συνώνυμη της νομίζω θεούς).
= δοκῶ, δοξάζω, νομίζω, οἴομαι.
:=> παράγ. ἡγεμών, ἡγέτης, ἡγεμονεύω, σύνθ.κυνηγέτης, ἐξηγέομαι, περιηγέομαι.
ΝΕ ηγούμαι (με τη σημ. 1).
μγ05.σ129
[(δωρ.) *σ_αγ- > *ἁγ- + παρ. επίθ. -έ-ομαι, πβ.λατ. s-agi-o].
γλσΕλα'ήδη: ἤδη::
* McsElln.επίρρημα.ήδη@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήδη,
* McsElln.ήδη@γλσΕλα,
χρονικό πλέον, τώρα πλέον: χειμῶνος ἤδη
= ενώ ήταν πλέον χειμώνας.
ΝΕ ήδη.
[ἦ + δή].
γλσΕλα'ήδομαι: ἥδομαι::
* McsElln.ρήμα.ήδομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήδομαι,
* McsElln.ήδομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἡδόμηνΜέλλ.με μέση σημ.ἡσθήσομαιΑόρ.με μέση σημ.ἥσθην ευχαριστούμαι, χαίρομαι: ἥσθη ἀκούσας
= χάρηκε που το άκουσε. ἡ πόλις βραχέα ἡσθεῖσα, μεγάλα ζημιώσεται
= η πόλη, αν και για λίγο θα χαρεί, θα πάθει μεγάλη ζημιά.
= εὐφραίνομαι, χαίρω.
:=> παράγ. ἡδονή.
[*ἥδ- (< ἡδ-ύς) + -ομαι].
γλσΕλαῃδονή: ἡδονή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ηδονή-ἡ@γλσΕλα,
ευχαρίστηση, απόλαυση: αἱ τοῦ σώματος ἡδοναί
= οι σαρκικές απολαύσεις. πρὸς ἡδονήν τι λέγω
= λέω κάτι, για να ευχαριστήσω τους ακροατές μου (σε αντιδιαστολή προς το ἀληθῆ λέγω).
ΝΕ ηδονή.
[ἥδο-(μαι) + παρ. επίθ. -νή, πβ. ἀγχο-νή < ἄγχω].
γλσΕλαῃδύνω: ἡδύνω::
* McsElln.ρήμα.ηδύνω@γλσΕλα,
Αόρ. ἥδυνα
Παθ. αόρ. ἡδύνθην
Παθ. παρακ. ἥδυσμαι
1. κάνω κάτι γλυκό ή νόστιμο: τὸ κρόμμυον οὐ μόνον σῖτον, ἀλλὰ καὶ πότον ἡδύνει
= το κρεμμύδι δε νοστιμίζει μόνο το φαγητό αλλά και το ποτό.
2. μεταφορικά ἡδύνω τὸν λόγον
= χρησιμοποιώ διάφορα μέσα για να ακούγεται ο λόγος ευχάριστα. ἡδυσμένῳ λόγῳ
= (η τραγωδία μιμείται, αναπαριστά, τα γεγονότα της ζωής) με ηδυσμένο λόγο» (δηλαδή με φραστικά στολίδια, όπως μουσική κτλ.).
:=> παράγ. ἥδυσμα.
[παράγ. λ. ἡδύ-ς + παρ. επίθ. -νω].
γλσΕλαῃδύς: ἡδύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.ηδύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἡδίων
Υπερθετικός ἥδιστος
1. αυτός που έχει γλυκιά γεύση, και γενικά αυτός που είναι ευχάριστος στις αισθήσεις: ἡδεῖα ὀσμή
= γλυκιά μυρωδιά.
= γλυκύς.
=/ πικρός.
=> μεταφορικά αυτός που προκαλεί ευχαρίστηση: ἡδὺς ὕπνος
= γλυκός ύπνος. ἡδὺς ἀκοῦσαι λόγος
= λόγια που σε ευχαριστεί να τα ακούς.
2. στην προσφώνηση προσώπων αυτός που είναι συμπαθητικός και ευχάριστος: ὦ ἥδιστε
= αγαπητέ μου. ἡδὺς γὰρ εἶ, ἔφη
= γιατί γλύκα είσαι, είπε (συχνά ειρωνικά, αντί χαζός που είσαι!).
3. επίρρημα ἡδέως ευχαρίστως: ἡδέως ἂν ἐροίμην
= ευχαρίστως θα ρωτούσα. [*Fἡδ- (ἥδομαι), *ἡδέ- + παρ. επίθ. -ως].
:=> παράγ. ἡδύνω, σύνθ. ἀηδής, ἀηδία, ἡδυπαθής.
[F_αδύς < *σF_αδ-, πβ. λατ. su-avis «γλυκύς», αρχ. ινδ. sv-adate «γεύομαι γλυκιά γεύση»].
γλσΕλα'ήθος: ἦθος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.ήθος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήθος,
* McsElln.ήθος@γλσΕλα,
1. πληθυντικός τὰ ἤθη
= οι συνήθειες, τα έθιμα, οι τρόποι συμπεριφοράς των ανθρώπων.
2. ο χαρακτήρας, το ήθος: πρᾶος τὸ ἦθος
= με πράο χαρακτήρα.
:=> παράγ. ἠθικός, σύνθ. ἠθοποιός.
ΝΕ τα ήθη και το ήθος (με τις ίδιες σημ.).
[ΙΕ *swedh- > ἦθ-ος (και με βραχύ θέμα ἔθ-ος)].
γλσΕλα'ήκιστος: ἥκιστος, -ίστη, -ιστον::
* McsElln.επίθετο.ήκιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήκιστος,
* McsElln.ήκιστος@γλσΕλα,
1. υπερθετικός βαθμός των ὀλίγος, μικρός, κακός.ελάχιστος.
= ἐλάχιστος.
=/ μέγιστος.
2. κυρίως ως επίρρημα ἥκιστα
α. ελάχιστα.
β. σε απαντήσεις καθόλου, με κανέναν τρόπο. γ.οὐχ ἥκιστα προ πάντων, προ παντός: οἵ τε ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ οὐχ ἥκιστα Ἀθηναῖοι
= και οι άλλοι άνθρωποι και προ πάντων οι Αθηναίοι.
[επίρρ. ἧκα «γλυκά, ελαφρά, λίγο», πβ. λατ.s-eg-nis (*s-ec-nis) «ήπιος»].
γλσΕλα'ήκω: ἥκω::
* McsElln.ρήμα.ήκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήκω,
* McsElln.ήκω@γλσΕλα,
Ενεστ.με σημ. παρακ.ἥκω«έχω έρθει»Παρατ.με σημ. υπερσ.ἧκον«είχα έρθει»
Μέλλ. με σημ.συντ. μέλλ.ἥξω«θα έχω έρθει»έχω έρθει: ἥκω πρός σε
= έχω έρθει σε σένα, σπίτι σου. ἥξεις ἀφήξεις οὐ...
= «θα πας, θα γυρίσεις, δεν...» ή «θα πας, δε θα γυρίσεις...»ανάλογα με το αν το κόμμα τοποθετηθεί πριν ή μετά το οὐ (χρησμός του Μαντείου τωνΔελφών).
= ἀφικνέομαι -οῦμαι.
=> έχω φτάσει στο σημείο...: ἐγὼ δὲ εἰς τοσοῦτον ἀμαθείας ἥκω, ὥστε καὶ τοῦτ’ ἀγνοῶ
= και εγώ έχω φτάσει σε αυτό το σημείο της άγνοιας, ώστε να μη γνωρίζω ούτε αυτό.
[*σηκ- < ΙΕ s-eq-, πβ. λατ. sequor].
γλσΕλαῃλακάτη: ἠλακάτη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ηλακάτη-ἡ@γλσΕλα,
η ρόκα: ἡ ἠλακάτη τοῦ ἀτράκτου
= η ρόκα του αδραχτιού.
[δάν., ξένη λέξη].
γλσΕλαῃλικία: ἡλικία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ηλικία-ἡ@γλσΕλα,
μγ05.σ130
1. τα χρόνια της ζωής, η ηλικία: ἡλικί'α ἔτι τότε ἦν νέος
= ήταν τότε νέος ακόμα στην ηλικία.
2. νεανική ηλικία.
=> οἱ ἐν ἡλικί'α ὄντες
= άντρες σε στρατεύσιμη ηλικία.
3. χρονική περίοδος μιας γενιάς: ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας
= στη σημερινή γενιά.
4. ανάστημα, ύψος: οὐ πολύ τι τὴν ἡλικίαν διαφέρει Κριτοβούλου
= δε διαφέρει πολύ στο ύψος από τον Κριτόβουλο.
:=> παράγ. ἡλικιώτης «συνομήλικος», ἡλικιῶτις.
ΝΕ ηλικία (με τη σημ. 1).
[*ἡλικ- (ἧλιξ, -ικος) + παρ. επίθ. -ία, δωρ. *Fαλικ-, πβ. «βαλικιώτης συνέφηβος»].
γλσΕλαῃλίκος: ἡλίκος, -η, -ον::
* McsElln.αντωνυμία.ηλίκος@γλσΕλα,
1. αναφορική αντωνυμία, συσχετική με την ερωτηματική πηλίκος «πόσο μεγάλος;» και τις δεικτικές τηλικόσδε και τηλικοῦτος που σημαίνουν «τόσο μεγάλος» όσος στην ηλικία ή στο μέγεθος, όσο μεγάλος: τηλικοῦτοι, ἡλίκοι ἡμεῖς ἐσμεν
= τόσο μεγάλοι, όσο είμαστε εμείς.
2. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση πόσο μεγάλος στο μέγεθος, στη δύναμη κτλ.: ὁρᾷς ἡλίκος ἐστὶν ὁ Φίλιππος;
= βλέπεις πόσο μεγάλος είναι ο Φίλιππος;
[*_αλι- (πβ. λατ. talis, qualis) + παρ. επίθ. -κος< πιθ. -ικός].
γλσΕλα'ήλιος: ἥλιος, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.ήλιος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήλιος,
* McsElln.ήλιος@γλσΕλα,
1. ήλιος.
2. στον πληθυντικό οἱ ἥλιοι ζεστές, με καυτό ήλιο, μέρες: οἵ τε ἥλιοι καὶ τὸ πνῖγος ἔτι ἐπνίγει αὐτούς
= οι μέρες με ήλιο και η αποπνικτική ζέστη τούς βασάνιζαν.
:=> παράγ. ἡλιόομαι, σύνθ. ἡλιοτρόπιον.
ΝΕ ήλιος (με τη σημ. 1).
[*σαFέλιος, ΙΕ *s-awelios, βλπ. και σέλας].
γλσΕλα'ήλος: ἧλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ήλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήλος,
* McsElln.ήλος@γλσΕλα,
καρφί: ἧλοι σιδηροῖ καὶ ξύλινοι
= σιδερένια και ξύλινα καρφιά. ἐὰν μὴ βάλω τὸν δάκτυλόν μου ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων...
= αν δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά (δε θα πιστέψω, είπε ο Θωμάς).
[*F_αλ, δωρ. ἇλος, αιολ. Fάλλος, λατ. vallus,ΙΕ *wal-nos].
γλσΕλαῃμαρτημένως: ἡμαρτημένως::
* McsElln.επίρρημα.ημαρτημένως@γλσΕλα,
λανθασμένα, λάθος: ἡμαρτημένως ἔχει τι
= κάτι είναι λάθος.
[ἡμάρτημ-(αι) (παρακ. του ἁμαρτάνω) + παρ.επίθ. -ως, βλπ. ἁμαρτάνω].
γλσΕλαῃμεδαπός: ἡμεδαπός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ημεδαπός@γλσΕλα,
αυτός που προέρχεται από τη χώρα μας, ο ντόπιος: ἡμεδαπὸν νόμισμα
= δική μας συνήθεια.
= ἐγχώριος.
=/ ἀλλοδαπός.
ΝΕ ημεδαπός.
[σύνθ. λ. *ἡμεδ- + -απός, αρχ. ινδ. asmad «δικός μας», πβ. ἀλλοδ-απός].
γλσΕλαῃμείς: ἡμεῖς::
* McsElln.αντωνυμία.ημείς@γλσΕλα,
προσωπική, πληθυντικός του ἐγὼ εμείς.
[*ἁσμε + παρ. επίθ. πληθ. -ες > ἡμέ-ες > ἡμεῖς].
γλσΕλαῃμέρα: ἡμέρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ημέρα-ἡ@γλσΕλα,
ημέρα: ἡ σήμερον ἡμέρα
= η σημερινή μέρα, σήμερα. τῆς ἡμέρας ὀψέ
= αργά, προς το τέλος της ημέρας. καθ’ ἡμέραν
= καθημερινά.
=/ νὺξ «νύκτα».
:=> παράγ. ἡμερεύω, ἡμερίς, ἡμερινός, ἡμερήσιος, σύνθ. μεσημβρία, αὐθημερόν, ἐφημερίς.
ΝΕ ημέρα και μέρα.
[ἦμαρ > ἡμέρα (πβ. λοκρ. ἀμάρα) με δασεία κατά το ἕως «αυγή»].
γλσΕλαῃμερεύω: ἡμερεύω::
* McsElln.ρήμα.ημερεύω@γλσΕλα,
περνώ τη μέρα μου κάπου: ἐν ἀγορᾷ ἡμερεύω
= περνώ τη μέρα μου στην αγορά.
ΝΕ τα σύνθ. διημερεύω και εφημερεύω.
[παράγ. λ. ἡμέρα + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλαῃμερήσιος: ἡμερήσιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.ημερήσιος@γλσΕλα,
αυτός που διαρκεί μία ημέρα, της μιας μέρας:ἡμερησία ὁδός
= πορεία μιας ημέρας.
ΝΕ ημερήσιος.
[παράγ. λ. ἡμέρα + παρ. επίθ. -ήσιος, πβ. ἐτ-ήσιος].
γλσΕλα'ήμερος: ἥμερος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ήμερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήμερος,
* McsElln.ήμερος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἡμερώτερος
Υπερθετικός ἡμερώτατος
1. για ζώο εξημερωμένος.
=/ ἄγριος.
2. για φυτό καλλιεργημένος.
=/ χέρσος, ἀκαλλιέργητος.
3. για άνθρωπο πράος, ήρεμος: ἄνδρες ἥμεροι καὶ φιλάνθρωποι
= άνδρες πράοι και ευγενικοί.
:=> παράγ. ἡμερόω, ἡμερότης.
ΝΕ ήμερος (με όλες τις σημ.).
[πιθ. ἡμέρα + -ος > ἥμερος με μετάθεση τόνου, όπου η ημέρα (ηρεμία) αντιτίθεται με τη νύχτα (αγριότητα)].
γλσΕλαῃμερόω: ἡμερόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ημερόω@γλσΕλα,
1. εξημερώνω άγρια ζώα.
= δαμάζω.
2. ημερεύω, καταπραΰνω, έναν άνθρωπο: ἁρμονί'α τε καὶ ‘ρυθμῷ ἡμεροῦται ἡ ψυχή
= η ψυχή ημερεύει (καλλιεργείται) με την αρμονία και το ρυθμό.
:=> παράγ. ἡμέρωμα, ἡμερωτής, ἡμέρωσις.
ΝΕ ημερώνω (και με τις δύο σημ.).
[σύνθ. λ. ἥμερος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλαῃμέτερος: ἡμέτερος, -έρα, -ον::
* McsElln.αντωνυμία.ημέτερος@γλσΕλα,
κτητική δικός μας: ἡ ἡμετέρα χώρα
= η χώρα μας. οἱ ἡμέτεροι καὶ οἱ ὑμέτεροι
= οι δικοί μας και οι δικοί σας.
ΝΕ οι ημέτεροι.
μγ05.σ131
[σύνθ. λ. ἡμε- (πβ. ἡμέ-ες > ἡμεῖς) + παρ. επίθ.-τερος].
γλσΕλαῃμί: ἠμὶ::
* McsElln.ρήμα.ημί@γλσΕλα,
Παρατ. α΄ εν./γ΄ εν. ἦν / ἦ χρησιμοποιείται μόνο στο α΄ και γ΄ εν. παρατ.λέγω: ἦν δ’ ἐγώ
= είπα εγώ. ἦ δ’ ὅς
= είπε αυτός. ἦ δ’ ἥ
= είπε αυτή.
= λέγω, φημί.
[το γ΄ εν. παρατ. ἦ ίσως από *ἦκ-τ < *eg-t, πβ.λατ. aio «μιλώ», για την κλίση πβ. *φ_αμι- <*φ_α- «λέγω»].
γλσΕλαῃμι: ἡμι-::
* McsElln.μόριο.ημι@γλσΕλα,
αχώριστο, που χρησιμοποιείται ως α΄ συνθετικό μισο-: ἡμιθανής
= μισοπεθαμένος. ἡμίθεος
= μισός θεός (μισός άνθρωπος). ἡμίονος
= μισό γαϊδούρι (μισό άλογο). ἡμιτελής
= μισοτελειωμένος.
:=> παράγ. ἥμισυς, σύνθ. ἡμιτελής, ἡμίγυμνος,ἡμιθανής.
[*σ3 μ-, πβ. λατ. s-emi].
γλσΕλα'ήμισυ: ἥμισυ, -εος::
* McsElln.ουσιαστικό.ήμισυ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήμισυ,
* McsElln.ήμισυ@γλσΕλα,
το μισό: τὸ ἥμισυ τοῦ στρατοῦ.
=> γνωμικό ἀρχὴ ἥμισυ τοῦ παντός
= όταν κάτι αρχίσει (καλά), είναι σαν να έγινε ήδη το μισό.
ΝΕ μισό.
[ουδ. του βλπ. ἥμισυς].
γλσΕλα'ήμισυς: ἥμισυς, ἡμίσεια, ἥμισυ::
* McsElln.επίθετο.ήμισυς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήμισυς,
* McsElln.ήμισυς@γλσΕλα,
μισός: ὁ ἥμισυς λόγος
= η μισή διήγηση. αἱ ἡμίσειαι τῶν νεῶν
= τα μισά πλοία. τὸ ἥμισυ τοῦ τείχους ἐτελέσθη
= χτίστηκε το μισό τείχος.
=/ ὅλος «ολόκληρος».
ΝΕ μισός.
[ἡμι- (*σ3 μ-, πβ. λατ. s-emi) + παρ. επίθ. -συς <*-τυς].
γλσΕλα'ήν: ἢν::
* McsElln.σύνδεσμος.ήν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήν,
* McsElln.ήν@γλσΕλα,
υποθ. σύνδεσμος, συνηρ. τύπος του ἐὰν αν, εάν: ἢν ἐγγὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θν'ήσκειν
= αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δε θέλει να πεθάνει.
[ἐὰν με κράση].
γλσΕλαῃνία: ἡνία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ηνία-ἡ@γλσΕλα,
χαλινάρι, ηνίο: εἰς τὸ ὀπίσω σύρω τὰς ἡνίας
= τραβώ προς τα πίσω τα ηνία.
=> μεταφορικά χαλάω τὰς ἡνίας τοῖς λόγοις
= χαλαρώνω τα χαλινάρια στα λόγια μου (αναπτύσσω κάτι με περισσότερα λόγια απὄσο συνηθίζεται).
:=> σύνθ. ἡνίοχος, ἡνιοχέω.
[αβέβ. ετυμ., ίσως *ανσι_α, λατ. ansa].
γλσΕλαῃνίκα: ἡνίκα::
* McsElln.επίρρημα.ηνίκα@γλσΕλα,
χρονικό επίρρημα
1. όταν: πέμπει τινὰς τῶν ἑαυτοῦ ἑταίρων...ἡνίκα συνεσκόταζε
= όταν σκοτείνιασε...στέλνει μερικούς από τους συντρόφους του.
2. ἡνίκ’ ἂν + υποτακτική, για να δηλώσει μελλοντικό χρόνο ή αόριστη επανάληψη στο παρόν.Στην πρώτη περίπτωση μεταφράζεται «όταν», στη δεύτερη «κάθε φορά που».
3. ἡνίκα + ευκτική: έτσι χρησιμοποιείται στον πλάγιο λόγο ή για να δηλώσει αόριστη επανάληψη στο παρελθόν.
[άγν. ετυμ., ίσως *jα-νι-κα, πβ. αὐτί-κα, αρκ.ὁ-νί
= ὅδε].
γλσΕλαῃνίοxος: ἡνίοχος, -όχου::
* McsElln.ουσιαστικό.ηνίοxος-ὁ@γλσΕλα,
αυτός που κρατάει τα ηνία και οδηγεί το ιππήλατο άρμα.
:=> παράγ. ἡνιοχέω -ῶ, σύνθ. ἡνιοστροφέω -ῶ,ἡνιοστρόφος.
ΝΕ ηνίοχος.
[σύνθ. λ. ἡνία + ἔχω + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'ήπαρ: ἧπαρ, ἥπατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ήπαρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήπαρ,
* McsElln.ήπαρ@γλσΕλα,
μεταπλαστό συκώτι.
=> ἧπαρ συκωτόν
= το συκώτι ζώου που έχει τραφεί με σύκα και έχει παχύνει πολύ.
ΝΕ ήπαρ (λόγ.).
[*jεπρ-, λατ. jecur, αρχ. ινδ. y'akrot, ΙΕ*y-ekwro].
γλσΕλα'ήπειρος: ἤπειρος, -είρου::
* McsElln.ουσιαστικό.ήπειρος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήπειρος,
* McsElln.ήπειρος@γλσΕλα,
1. η ηπειρωτική χώρα (σε αντίθεση με τα νησιά):τῶν βαρβάρων οἱ ἐν τῇ ἠπείρῳ παραθαλάσσιοι
= από τους βαρβάρους όσοι κατοικούσαν στο παράλιο τμήμα της ηπειρωτικής χώρας.
2. ήπειρος.
ΝΕ ήπειρος (με τη σημ. 2).
[*ἄπερ-jος, πβ. γερμ. Ufer «όχθη, ακτή»].
γλσΕλα'ήπερ: ‘ῇπερ::
* McsElln.επίρρημα.ήπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήπερ,
* McsElln.ήπερ@γλσΕλα,
τροπικό ακριβώς όπως (βλπ. ‘ῇ): ‘ῇπερ ὑμῖν δοκεῖ
= ακριβώς όπως σας φαίνεται καλό.
[‘ῇ + περ].
γλσΕλα'Ηραίον: Ἡραῖον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Ηραίον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ηραίον,
* McsElln.Ηραίον@γλσΕλα,
ναός της Ήρας.
[Ἥρα + παρ. επίθ. -ιον, * Ἡρά-ὶον > Ἡρα_ιον, πβ. ἥρ-ως].
γλσΕλα'Ηρακλέης: Ἡρακλέης -ῆς, -έους::
* McsElln.ουσιαστικό.Ηρακλέης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ηρακλέης,
* McsElln.Ηρακλέης@γλσΕλα,
ημίθεος, γιος του Δία και της Αλκμήνης.
=> Ἡρακλέους στῆλαι
= το στενό του Γιβραλτάρ.
:=> παράγ. Ἡράκλειος.
[Ἥρα + παρ. επίθ. -κλέης < κλέος].
γλσΕλαῃρέμα: ἠρέμα::
* McsElln.επίρρημα.ηρέμα@γλσΕλα,
1. ήσυχα: ἔχε ἠρέμα
= στάσου ήσυχα.
2. λίγο, ελαφρά: ἠρέμα θερμός
= λίγο ζεστός.
3. αργά: ἠρέμα περιφέρομαι
= περιστρέφομαι με αργό ρυθμό.
:=> παράγ. ἠρεμαῖος «ήσυχος».
[*ἠρεμ- ΙΕ αρχής, πβ. αρχ. ινδ. r'amate «ησυχάζω»].
γλσΕλαῃρεμέω: ἠρεμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ηρεμέω@γλσΕλα,
μένω ακίνητος, σταθερός: διαμένω ἠρεμῶν ἐν τοῖς νόμοις
= παραμένω ακίνητος στην τήρηση των νόμων.
=/ κινέομαι.
μγ05.σ132
:=> παράγ. ἠρέμησις, ἠρεμίζω, σύνθ. ἀνηρέμητος.
ΝΕ ηρεμώ, με άλλη σημ.
[παράγ. λ. ἠρέμα + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλαῃσυxάζω: ἡσυχάζω::
* McsElln.ρήμα.ησυxάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἡσύχαζον
Μέλλ. ἡσυχάσω
Αόρ. ἡσύχασα σταματώ κάθε κίνηση και δραστηριότητα, μένω αδρανής: οἱ πολέμιοι ἡσύχαζον
= οι εχθροί αναπαύονταν. ἡσυχαζουσῶν τῶν νεῶν
= ενώ τα πλοία παρέμεναν ακίνητα.
:=> σύνθ. ἐφησυχάζω.
ΝΕ ησυχάζω.
[παράγ. λ. ἥσυχ-ος + παρ. επίθ. -άζω < -*άδjω].
γλσΕλαῃσυxή: ἡσυχῇ::
* McsElln.επίρρημα.ησυxή@γλσΕλα,
1. ήσυχα, ήρεμα.
2. κρυφά: οἱ ξυνωμότες ἡσυχῇ περιέμενον
= οι συνωμότες περίμεναν κρυμμένοι.
[παράγ. λ. ἥσυχος + παρ. επίθ. -ῃ].
γλσΕλαῃσυxία: ἡσυχία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ησυxία-ἡ@γλσΕλα,
1. ησυχία, ανάπαυση: ἡ ἀπὸ τῆς εἰρήνης ἡσυχία
= οι ήσυχες συνθήκες που φέρνει η ειρήνη. ἡσυχία τῆς ἡδονῆς
= το καταλάγιασμα της ηδονής.
2. με προθέσεις ἐν τῇ ἡσυχί'α σε καιρό ειρήνης.καθ’ ἡσυχίαν με την ησυχία μου, με ηρεμία, όχι βιαστικά: καθ’ ἡσυχίαν καθῖσαν τὸ στράτευμα ἐς χωρίον ἐπιτήδειον
= με την ησυχία τους τοποθέτησαν το στράτευμα σε κατάλληλη θέση.
3. με ρήματα ἡσυχίαν ἄγω
= ησυχάζω ή ζω ειρηνικά.
:=> σύνθ. ἀνησυχία.
ΝΕ ησυχία.
[παράγ. λ. ἥσυχ-ος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ήσυxος: ἥσυχος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ήσυxος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήσυxος,
* McsElln.ήσυxος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἡσυχαίτερος & ἡσυχώτερος
Υπερθετικός ἡσυχαίτατος & ἡσυχώτατος ήσυχος.
:=> παράγ. ἡσυχία, ἡσυχαῖος, ἡσύχιος, ἡσυχάζω, ἡσυχῇ.
ΝΕ ήσυχος.
[ἥσυ-χος όπου επίθ. -χος, αβέβ. βάση και ετυμ.].
γλσΕλα'ήττα: ἧττα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ήττα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήττα,
* McsElln.ήττα@γλσΕλα,
αποτυχία σε έναν αγώνα, ήττα: ἧττα πολέμου καὶ δικῶν
= ήττα στον πόλεμο και στα δικαστήρια.
=/ νίκη.
=> μεταφορικά υποχώρηση, παράδοση: ἧττα ἐπιθυμιῶν
= το να νικιέσαι από τις επιθυμίες σου, παράδοση στις επιθυμίες σου.
ΝΕ ήττα.
[πιθ. επίρρ. ἧκα «με υποχώρηση, λίγο», ἥκ-ιστος, ιων. ἑσσόομαι, συγγεν. του ἥττων/ἥσσων «κατώτερος»].
γλσΕλαῃττάομαι: ἡττάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.ηττάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἡττώμην
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ἡττήσομαι
Παθ. μέλλ. ἡττηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἡττήθην
Παθ. παρακ. ἥττημαι
Παθ. υπερσ. ἡττήμην
1. νικιέμαι, ηττώμαι: πολλάκις ἥττηνται ὑπὸΛακεδαιμονίων
= πολλές φορές έχουν νικηθεί από τους Λακεδαιμονίους.
=/ νικάω.
=> ἡττῶμαι ἐν τῷ δικαστηρίῳ
= χάνω τη δίκη.
2. είμαι κατώτερος, υποδεέστερος, από κάποιον άλλο: ἡττᾶτο τῇ γνώμῃ Περικλέους
= ήταν υποδεέστερος του Περικλή ως προς τη σύνεση.
:=> παράγ. ἡττητέος.
ΝΕ ηττώμαι (με σημ. 1).
[παράγ. λ. ἧττα + παρ. επίθ. -ά-ομαι].
γλσΕλα'ήττων: ἥττων, ἥττων, ἧττον::
* McsElln.επίθετο.ήττων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ήττων,
* McsElln.ήττων@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ἥσσων: συγκριτικός βαθμός των ὀλίγος, μικρός, κακὸς
1. κατώτερος, υποδεέστερος, ιδίως στη δύναμη, ασθενέστερος: Μῆδοι δὲ ἦσαν πλῆθος μὲν οὐκ ἐλάσσονες τῶν Περσῶν, ρώμῃ δὲ ἥσσονες
= οι Μήδοι δεν ήταν λιγότεροι στον αριθμό από τους Πέρσες, όμως ως προς τη δύναμη ήταν ασθενέστεροι. τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιῶ
= κάνω το (αντικειμενικά) ασθενέστερο επιχείρημα να είναι ισχυρότερο, δηλ.παρουσιάζω το άδικο σαν δίκαιο, το ψεύδος σαν αλήθεια.
2. με γενική πράγματος αυτός που δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό ενός πράγματος, που υποκύπτει στο πράγμα αυτό: τῶν ἡδονῶν ἥττων
= αυτός που παραδίδεται στις ηδονές.
3. το ουδ. ως επίρρημα ἧττον & ἧσσον λιγότερο: ταῖς ξυμφοραῖς ἧσσον ἑτέρων εἴκομεν
= μπροστά στις συμφορές υποχωρούμε λιγότερο από τους άλλους.
=/ μᾶλλον.
=> σε σχήμα λιτότητας οὐχ ἧττον / oὐχ ἧσσον λιγότερο δεν.., εξίσου: οὐχ ἧσσον λῃσταὶ ἦσαν οἱ νησιῶται
= λιγότερο πειρατές δεν ήταν οι νησιώτες.
ΝΕ στις λόγ. φρ. κατά το μάλλον ή ήττον και η αρχή της ήσσονος προσπαθείας.
[παράγ. λ. ἧκ-α + επίθ. συγκρ. -jων, βλπ. ἧττα].
μγ05.σ133
γλσΕλα'Θ: Θ, θ, θῆτα::
* McsElln.ουσιαστικό.Θ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Θ,
* McsElln.Θ@γλσΕλα,
το όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.Κατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.)προφερόταν ως [t] με δασύτητα, δηλ. ως [th], κατά την προφορά του οποίου εκβαλλόταν από το στόμα ελαφρό ρεύμα αέρα, όπως περίπου προφέρεται το t στο αγγλικό ten.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: θ΄= 9, αλλά ,θ
= 9.000.
γλσΕλα'θάλαττα: θάλαττα, -άττης::
* McsElln.ουσιαστικό.θάλαττα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάλαττα,
* McsElln.θάλαττα@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι θάλασσα.θάλασσα, και ειδικότερα η Μεσόγειος: ἡ παρ’ἡμῖν θάλαττα
= η θάλασσά μας. πολλὰ ἐπιόντα ὑπομένω κατά τε γῆν καὶ κατὰ θάλατταν
= υπομένω πολλές επιθέσεις και από την ξηρά και από τη θάλασσα..
:=> παράγ. θαλάσσιος, σύνθ. θαλασσοκρατέω.
ΝΕ θάλασσα.
[πβ. Ησύχιο «δαλάγχαν· θάλασσαν», ίσως μακεδ. γλώσσα, συγγεν. του δολιχὸς «επιμήκης, εκτεταμένος»].
γλσΕλα'θαλασσοκράτωρ: θαλασσοκράτωρ, -ορος, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.θαλασσοκράτωρ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαλασσοκράτωρ,
* McsElln.θαλασσοκράτωρ@γλσΕλα,
αυτός που κυριαρχεί στη θάλασσα, που έχει μεγάλη ναυτική δύναμη.
ΝΕ θαλασσοκράτορας.
[παράγ. λ. του συνθ. θαλασσοκρατέω (θάλασσα + κρατέω) + παρ. επίθ. -ωρ].
γλσΕλα'θαλλός: θαλλός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.θαλλός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαλλός,
* McsElln.θαλλός@γλσΕλα,
κλαδί, και ειδικότερα θαλλὸς ἐλαίας κλαδί ελιάς:στεφανῶ τὸν νικῶντα θαλλοῦ στεφάνῳ
= στεφανώνω το νικητή με στεφάνι από κλαδί ελιάς.
[παράγ. λ. θάλλω + -ος].
γλσΕλα'θάλλω: θάλλω::
* McsElln.ρήμα.θάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάλλω,
* McsElln.θάλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔθαλλον
Μέλλ. θαλῶ
Αόρ. α΄ ἔθηλα
Αόρ. β΄ ἔθαλον
Παρακ. τέθηλα
1. για φυτά είμαι γεμάτος φύλλα, λουλούδια ή καρπούς.
= ἀνθέω, ἀκμάζω.
2. ευτυχώ: ζῇ καὶ θάλλει.
= εὐδαιμονέω.
:=> παράγ. θαλερός, θαλλός, σύνθ. εὐθαλής,ἀειθαλής, ἀναθάλλω, ἀμφιθάλλω.
ΝΕ θάλλω (με σημ. 2).
[παράγ. λ. *θαλ- + -jω, πβ. αρμ. dalar «πράσινος, φρέσκος»
= θαλερός].
γλσΕλα'θάλπος: θάλπος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.θάλπος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάλπος,
* McsElln.θάλπος@γλσΕλα,
ζέστη: θάλπος καὶ ψῦχος.
=/ ψῦχος.
[παράγ. λ. θάλπ-ω + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'θάλπω: θάλπω::
* McsElln.ρήμα.θάλπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάλπω,
* McsElln.θάλπω@γλσΕλα,
Μέλλ. θάλψω παθ. φωνή θάλπομαι ζεσταίνομαι: θάλπομαι τοῦ θέρους
= ζεσταίνομαι το καλοκαίρι.
:=> παράγ. θαλπωρή, τὸ θάλπος.
=/ ψύχω.
ΝΕ στο σύνθ. περιθάλπω.
[*θαλ- (πβ. θάλ-λω) + π + -ω].
γλσΕλα'θάμβος: θάμβος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.θάμβος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάμβος,
* McsElln.θάμβος@γλσΕλα,
έκπληξη και θαυμασμός: ὁ στόλος τόλμης θάμβει περιβόητος ἐγένετο
= ο στόλος έγινε ξακουστός, χάρη στο θαυμασμό για την τόλμη του.
ΝΕ θάμβος «αίγλη»,
[*θαφ- < *θέμβος με αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'θανάσιμος: θανάσιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.θανάσιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θανάσιμος,
* McsElln.θανάσιμος@γλσΕλα,
1. θανατηφόρος: θανάσιμα φάρμακα
= θανατηφόρα δηλητήρια.
2. ετοιμοθάνατος: ἄνδρα θανάσιμον ἤδη ὄντα ἰάσατο
= θεράπευσε έναν άντρα που ήταν πλέον ετοιμοθάνατος.
:=> παράγ. θανασίμως.
ΝΕ θανάσιμος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *θανατ- (θάνατος) + παρ. επίθ. -ιμος].
γλσΕλα'θανατόω: θανατόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.θανατόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θανατόω,
* McsElln.θανατόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθανάτουν
Μέλλ. θανατώσω
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.θανατώσομαι
Παθ. αόρ. ἐθανατώθην
1. σκοτώνω, θανατώνω, εκτελώ κάποιον.
= ἀποκτείνω.
2. καταδικάζω κάποιον σε θάνατο.
:=> παράγ. θανάτωσις, θανατώδης.
ΝΕ θανατώνω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. θάνατ-ος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'Θαργηλιών: Θαργηλιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Θαργηλιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Θαργηλιών,
* McsElln.Θαργηλιών@γλσΕλα,
ο ενδέκατος μήνας του αττικού ημερολογίου, από 15 Απριλίου έως 15 Μαΐου, εποχή στην οποία γιορτάζονταν τα Θαργήλια προς τιμήν του Απόλλωνα.
[παράγ. λ. θάργηλος «ονομασία ψωμιού» (ίσως μεσογ. λ.) + παρ. επίθ. -ιὼν αντί του κανονικού -ών, σύμφωνα με τους μήνες που λήγουν δικαιολογημένα σε -ιών (λ.χ. βλπ. Βοηδρομ-ιών, βλπ. Γαμηλ-ιών)].
γλσΕλα'θαρραλέος: θαρραλέος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.θαρραλέος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαρραλέος,
* McsElln.θαρραλέος@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι θαρσαλέος
Συγκριτικός θαρραλεώτερος
1. τολμηρός, θαρραλέος.
=> θαρραλέως ἔχω πρός τι
= αντιμετωπίζω κάτι θαρραλέα.
2. θρασύς, αυθάδης.
3. αυτός τον οποίο επιχειρεί κανείς με αυθάδεια χωρίς να υπολογίσει τον κίνδυνο: οἱ δειλοὶ ἐπὶ τὰ θαρραλέα ἔρχονται
= οι δειλοί πηγαίνουν σε πράγματα που τους φαίνονται ακίνδυνα.
:=> παράγ. θαρσαλεότης.
ΝΕ θαρραλέος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. θάρρος / θάρσος + παρ. επίθ. -αλέος].
μγ05.σ134
γλσΕλα'θαρρέω: θαρρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.θαρρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαρρέω,
* McsElln.θαρρέω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι θαρσέω -ῶ
1. έχω θάρρος ή θράσος: λέγε θαρρῶν
= μίλα με θάρρος.
= τολμάω.
2. είμαι θρασύς, παράτολμος, υπερβολικά τολμηρός: ὕβρει θαρσῶ
= γίνομαι υπερβολικά τολμηρός από υπεροψία.
3. δε φοβάμαι κάποιον ή κάτι: θάνατον θαρρῶ
= δε φοβάμαι το θάνατο.
=/ δέδοικα «φοβάμαι».
:=> παράγ. θάρσησις, σύνθ. ἀναθαρρέω.
[παράγ. λ. *θαρρ- (πβ. θάρρ-ος) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'θάρρος: θάρρος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.θάρρος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάρρος,
* McsElln.θάρρος@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι θάρσος θάρρος, τόλμη: θάρρος πρὸς τοὺς πολεμίους
= θάρρος απέναντι στους εχθρούς. τοὺς Ἀθηναίους θάρσος ἔλαβε
= οι Αθηναίοι πήραν θάρρος.
ΝΕ θάρρος.
[*θαρσ-, πβ. αρχ. ινδ. dhros'u- «θρασύς»].
γλσΕλα'θαρρύνω: θαρρύνω::
* McsElln.ρήμα.θαρρύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαρρύνω,
* McsElln.θαρρύνω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι θαρσύνω δίνω θάρρος: (Περικλῆς) ἐβούλετο θαρσῦναι τοὺς Ἀθηναίους
= ο Περικλής ήθελε να δώσει θάρρος στους Αθηναίους.
ΝΕ το σύνθ. ενθαρρύνω.
[παράγ. λ. *θαρσυ- (πβ. αρχ. ινδ. dhros'u-«θρασύς») + παρ. επίθ. -νω].
γλσΕλα'θάττων: θάττων, θάττων, θᾶττον::
* McsElln.επίθετο.θάττων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θάττων,
* McsElln.θάττων@γλσΕλα,
συγκριτικός βαθμός του επιθέτου βλπ. ταχὺς
[*ταχ- (ταχύς) + -jων > θάσσων με αντιματάθεση δασύτητας, *θάγ-jων].
γλσΕλα'θαύμα: θαῦμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.θαύμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαύμα,
* McsElln.θαύμα@γλσΕλα,
1. κάτι που προκαλεί θαυμασμό ή απορία, κάτι που σε παραξενεύει: θαῦμα οὐδὲν τὸ μὴ πείθεσθαι τοὺς πολλοὺς τοῖς λεγομένοις
= καθόλου δεν είναι παράξενο που οι πολλοί δεν πείθονται στα λόγια αυτά.
2. στον πληθ. θαύματα τεχνάσματα ταχυδακτυλουργών.
3. έκπληξη: ἐν θαύματί εἰμι
= είμαι έκπληκτος.
:=> παράγ. θαυμάζω, σύνθ. θαυματοποιός, θαυματουργός.
[παράγ. λ. *θαυ- (< θέα < θεάομαι· το αττ. θέα βασίζεται στο *θάF_α < διαλ. θ_αα) + παρ. επίθ. -μα, ΙΕ *dhem-].
γλσΕλα'θαυμάζω: θαυμάζω::
* McsElln.ρήμα.θαυμάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαυμάζω,
* McsElln.θαυμάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθαύμαζον
Μέσ. μέλλ.με ενεργ. σημ.θαυμάσομαι
Αόρ. ἐθαύμασα
Παρακ. τεθαύμακα
Παθ. μέλλ. θαυμασθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐθαυμάσθην
Παθ. παρακ. τεθαύμασμαι
1. θαυμάζω, βλέπω ή αντιμετωπίζω κάτι με θαυμασμό: θαυμάζω τινὰ ἐπὶ σοφί'α
= θαυμάζω κάποιον για τη σοφία του.
2. εκπλήσσομαι, απορώ, παραξενεύομαι: θαυμάζω τούτου τῆς διανοίας
= απορώ με τον τρόπο σκέψης αυτού του ανθρώπου.
:=> παράγ. θαυμασμός, θαυμάσιος, θαυμαστός, σύνθ. ἀποθαυμάζω.
ΝΕ θαυμάζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. θαῦμα + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'θαυμάσιος: θαυμάσιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.θαυμάσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαυμάσιος,
* McsElln.θαυμάσιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός θαυμασιώτερος
Υπερθετικός θαυμασιώτατος
1. εκπληκτικός, δηλ. που σου προκαλεί έκπληξη, απορία και σε κάνει να παραξενεύεσαι: Σωκράτης πρὸς τὰς τοῦ χειμῶνος καρτερήσεις θαυμάσια ἠργάζετο
= ο Σωκράτης όσον αφορά την αντοχή του στο ψύχος έκανε πράγματα εκπληκτικά.
2. αυτός που αξίζει να τον θαυμάζει κανείς:σε προσφώνηση, συχνά ειρωνικά ὦ θαυμάσιε!
= τι άνθρωπος είσαι εσύ!
:=> παράγ. θαυμασιότης.
ΝΕ θαυμάσιος (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. θαυμάσ- (πβ. θαυμασ-μός) + παρ.επίθ. -ιος].
γλσΕλα'θαυμαστός: θαυμαστός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.θαυμαστός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θαυμαστός,
* McsElln.θαυμαστός@γλσΕλα,
Συγκριτικός θαυμαστότερος
Υπερθετικός θαυμαστότατος
1. ασυνήθιστος, που προκαλεί έκπληξη, παράξενος: καὶ ὃ πάντων θαυμαστότατον, Σωκράτη μεθύοντα οὐδεὶς πώποτε ἑόρακε
= και το πιο απίστευτο από όλα, μεθυσμένο το Σωκράτη δεν τον έχει δει κανένας ως τώρα.
2. αξιοθαύμαστος: ἔργα μεγάλα καὶ θαυμαστά.
:=> παράγ. θαυμαστικός, σύνθ. ἀξιοθαύμαστος.
ΝΕ θαυμαστός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. θαυμάζω + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'θέα: θέα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.θέα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θέα,
* McsElln.θέα@γλσΕλα,
1. το να κοιτάζει κάποιος κάτι, η θέα: ἔρχομαι ἐπὶ θέαν τινός
= πηγαίνω να δω κάποιον.
2. το αποτέλεσμα της θέας, το θέαμα: θέαι ἀμήχανοι τὸ κάλλος
= θεάματα ακαταμάχητα στην ομορφιά.
3. η θέση από όπου μπορεί να βλέπει κανείς καλά κάτι: θέαν καταλαμβάνω
= πιάνω θέση, για να βλέπω.
ΝΕ θέα (με τις σημ. 1 &3).
[*θ_αF_α, πβ. θεά-ομαι, βλπ. θα_υμα].
γλσΕλα'θέαινα: θέαινα, -αίνης::
* McsElln.ουσιαστικό.θέαινα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θέαινα,
* McsElln.θέαινα@γλσΕλα,
η θεά.
μγ05.σ135
[παράγ. λ. θεά + παρ. επίθ. -ινα με μετάθεση τόνου].
γλσΕλα'θεάομαι: θεάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.θεάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεάομαι,
* McsElln.θεάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθεώμην
Μέλλ. θεάσομαι
Αόρ. ἐθεασάμην
Παρακ. τεθέαμαι αποθετικό ρήμα
1. κοιτάζω, παρατηρώ: ἐθεᾶτο τὴν θέσιν τῆς πόλεως.
=> επιθεωρώ: θεῶμαι τὸ στράτευμα.
2. παρακολουθώ ως θεατής: οἱ θεώμενοι
= οι θεατές.
:=> παράγ. θέαμα, θεατής, θέατρον, θεάμων, θεατός.
ΝΕ θεώμαι «με βλέπουν» παθ. σημ. σχετική με τη σημ. 1.
[παράγ. λ. θέα + παρ. επίθ. -ομαι].
γλσΕλα'θείος: θεῖος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.θείος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θείος,
* McsElln.θείος@γλσΕλα,
Συγκριτικός θειότερος
Υπερθετικός θειότατος
1. θεϊκός, θείος.
2. ως ουσιαστικό τὸ θεῖον η θεία δύναμη, το θείο.
:=> παράγ. θειότης, σύνθ. ἐκθειάζω.
ΝΕ θείος, και με τις δύο σημ. (στη ΝΕ η λέξη σημαίνει και «αδελφός του πατέρα»· η σημ.αυτή προέκυψε στο βασίλειο των Πτολεμαίων, όπου θεὸς ήταν ο βασιλιάς και θεῖος «θε-ϊκός» ο αδελφός του).
[παράγ. λ. θε-ός (άγν. ετυμ.) + παρ. επίθ. -ιος].θέλω ΡΗΜΑ βλπ. ἐθέλω.
γλσΕλα'θέμις: θέμις, -ιδος::
* McsElln.ουσιαστικό.θέμις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θέμις,
* McsElln.θέμις@γλσΕλα,
κανόνας δικαίου που έχει καθιερωθεί από την παράδοση και τo έθιμο: θέμις ἐστί
= είναι δίκαιο, σωστό.
:=> παράγ. θεμιτός, σύνθ. ἀθέμιτος, Θεμιστοκλῆς.
ΝΕ Θέμις (λόγ.).
[σύνθ. λ. *θεμ- (< τίθημι, πβ. θέμ-α) + παρ. επίθ. -ις, πβ. αρχ. περσ. d-a-mi «δημιουργία»].
γλσΕλα'θεμιτός: θεμιτός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.θεμιτός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεμιτός,
* McsElln.θεμιτός@γλσΕλα,
νόμιμος, δίκαιος.
:=> παράγ. θεμιτῶς.
ΝΕ θεμιτός (με την ίδια σημ.).
[παράγ. λ. θέμις + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'θεν: -θεν ΜΟΡΙΟ.::
* McsElln.γλσΕλα'θεν,
* McsElln.θεν@γλσΕλα,
αχώριστο μόριο. Ως β΄ συνθετικό δηλώνει την κίνηση από έναν τόπο: οἴκοθεν
= από το σπίτι.ἄλλοθεν
= από αλλού.
=> με όνομα προσώπου θεόθεν
= από τούς θεούς.
=/ -δε, που ως β΄ συνθετικό δηλώνει κίνηση προς έναν τόπο, λ.χ. οἴκα-δε «προς το σπίτι».
[παλιά κατάληξη της γενικής: ἐμέ-θεν
= ἐμο_υ,Διό-θεν
= Διός].
γλσΕλα'θεοειδής: θεοειδής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.θεοειδής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεοειδής,
* McsElln.θεοειδής@γλσΕλα,
Συγκριτικός θεοειδέστερος
Υπερθετικός θεοειδέστατος θεόμορφος, δηλαδή πολύ ωραίος: ὁ θεοειδὴςΠάρις
= ο πανέμορφος Πάρης. ἡ ψυχὴ θεοειδές τί ἐστι
= η ψυχή είναι κάτι θεόμορφο.
ΝΕ θεοειδής (λόγ.).
[σύνθ. λ. θεός + εἶδος + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'θεοφιλής: θεοφιλής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.θεοφιλής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεοφιλής,
* McsElln.θεοφιλής@γλσΕλα,
Συγκριτικός θεοφιλέστερος
Υπερθετικός θεοφιλέστατος αυτός που είναι αγαπητός στους θεούς.
ΝΕ θεοφιλής.
[σύνθ. λ. θεός + *φιλ- (< φιλέω) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'θεράπαινα: θεράπαινα, -αίνης::
* McsElln.ουσιαστικό.θεράπαινα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεράπαινα,
* McsElln.θεράπαινα@γλσΕλα,
υπηρέτρια.
= θεραπαινίς.
[παράγ. λ. θεράπων + παρ. επίθ. -αινα].
γλσΕλα'θεραπεία: θεραπεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.θεραπεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεραπεία,
* McsElln.θεραπεία@γλσΕλα,
1. η προσφορά υπηρεσίας, η φροντίδα, η περιποίηση: θεραπεία σώματος
= φροντίδα του σώματος.
= φροντίς, ἐπιμέλεια.
2. λατρεία: θεραπεία θεῶν
= η λατρεία των θεών.
3. περιποίηση κάποιου που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της εύνοιάς του: θεραπεία τῶν ἀεὶ προεστώτων
= περιποίηση προς τους εκάστοτε άρχοντες. ἐν πολλῇ θεραπεί'α ἔχω τινά
= περιποιούμαι κάποιον πολύ (με την ελπίδα να αποκτήσω ένα όφελος).
4. η περίθαλψη αρρώστου, θεραπεία: αἱ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν θεραπεῖαι διὰ καύσεων γιγνόμεναι
= οι θεραπείες που γίνονται από τους γιατρούς με καυτηριασμό.
ΝΕ θεραπεία (με τη σημ. 4).
[παράγ. λ. θεραπε-ύω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'θεραπευτής: θεραπευτής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.θεραπευτής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεραπευτής,
* McsElln.θεραπευτής@γλσΕλα,
1. αυτός που υπηρετεί τους θεούς: θεραπευτὴς θεοῦ
= ιερέας.
2. αυτός που υπηρετεί ένα υψηλό πρόσωπο.
3. αυτός που φροντίζει, περιποιείται κάτι: ὁ θεραπευτὴς τοῦ σώματος.
4. αυτός που περιθάλπει ασθενείς, ο γιατρός.
:=> παράγ. θεραπευτικός.
ΝΕ θεραπευτής (με τη σημ. 4).
[παράγ. λ. θεραπεύ-ω + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'θεραπεύω: θεραπεύω::
* McsElln.ρήμα.θεραπεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεραπεύω,
* McsElln.θεραπεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθεράπευον
Μέλλ. θεραπεύσω
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.θεραπεύσομαι
Παθ. μέλλ. θεραπευθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐθεραπευσάμην
Παθ. αόρ. ἐθεραπεύθην
μγ05.σ136
1. υπηρετώ κάποιον, του προσφέρω τις υπηρεσίες μου.
=> ειδικότερα λατρεύω ένα θεό: θεραπεύω τοὺς θεούς/τὸν Διόνυσον.
2. κολακεύω: θεραπεύω τὸ πλῆθος
= κολακεύω το λαό.
3. φροντίζω για κάτι: θεραπεύω τὸ σῶμα
= ικανοποιώ τις ανάγκες του σώματος. θεραπεύω τὴν διάνοιαν
= αναπτύσσω το μυαλό μου. θεραπεύω τὸ ξυμφέρον
= φροντίζω για το συμφέρον μου.
4. θεραπεύω κάποιον ή κάτι ως γιατρός: θεραπεύω τὸ σῶμα/τοὺς ὀφθαλμούς.
= ἰάομαι.
5. καλλιεργώ: θεραπεύω τὴν γῆν.
:=> παράγ. θεραπεία, θεραπευτής, θεραπευτήριον, σύνθ. ἀθεράπευτος, ἀποθεραπεύω.
ΝΕ θεραπεύω (με τη σημ. 4).
[παράγ. λ. θεράπ-ων + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'θεράπων: θεράπων, -οντος::
* McsElln.ουσιαστικό.θεράπων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεράπων,
* McsElln.θεράπων@γλσΕλα,
υπηρέτης.
=> μουσῶν θεράποντες
= οι ποιητές και οι αοιδοί. Ἄρεως θεράποντες
= οι πολεμιστές.
:=> παράγ. θεράπαινα.
ΝΕ θεράπων «που θεραπεύει» (λ.χ. θεράπων ιατρός).
[*θεραπ-, σκοτεινής αρχής].
γλσΕλα'θέρος: θέρος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.θέρος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θέρος,
* McsElln.θέρος@γλσΕλα,
καλοκαίρι: θέρους ἀρχομένου
= στην αρχή του καλοκαιριού. θέρους μεσοῦντος
= στη μέση του καλοκαιριού.
:=> παράγ. θερινός, θέρετρον, θερίζω, θερμός, θέρμη, θερμαίνω, σύνθ. ἄθερμος, ἔνθερμος.
ΝΕ θέρος (λόγ.).
[παράγ. λ. *θερ- (< ΙΕ *ghwer-, πβ. αρχ. ινδ.h'aras «θερμότητα») + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'θέσις: θέσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.θέσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θέσις,
* McsElln.θέσις@γλσΕλα,
1. τοποθέτηση: πλίνθων καὶ λίθων θέσις
= η τοποθέτηση τούβλων και της πέτρας.
2. καθιέρωση, θέσπιση: θέσις νόμων
= νομοθεσία. θέσις ὀνομάτων
= ονοματοδοσία.
3. θέσει όταν κάποιος ή κάτι αποκτά μια νέα ιδιότητα που δεν την είχε από τη φύση του:Ἀθηναῖος θέσει
= ξένος που έγινε Αθηναίος πολίτης (αλλά δεν είχε γεννηθεί στην Αθήνα).
=/ φύσει.
4. ο τόπος ή η κατάσταση όπου βρίσκεται κάποιος, η θέση: ἡ θέσις τῆς χώρας πρὸς τὰ πνεύματα
= η θέση της χώρας ως προς τους ανέμους.
:=> σύνθ. διάθεσις, ἀνάθεσις, πρόθεσις, ὑπέρθεσις.
ΝΕ θέση (με τις σημ. 3 και 4).
[παράγ. λ. *θέ-τις (< τίθημι + παρ. επίθ. -σις <-*τις)
= αρχ. ινδ. hi-ti «θέσις»].
γλσΕλα'θεσμοθέτης: θεσμοθέτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.θεσμοθέτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεσμοθέτης,
* McsElln.θεσμοθέτης@γλσΕλα,
1. αυτός που θέτει, καθιερώνει, θεσμούς, δηλαδή νόμους, ο νομοθέτης.
2. στην Αθήνα, στον πληθ. οἱ θεσμοθέται οι έξι από τους ἐννέα ἄρχοντας (βλπ. ἄρχων). Συγκροτούσαν συλλογική αρχή.
[σύνθ. λ. θεσμός + *θετ- (< τίθημι) + παρ. επίθ. -της].
γλσΕλα'θεσμός: θεσμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.θεσμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεσμός,
* McsElln.θεσμός@γλσΕλα,
1. θείος νόμος: θεσμὸς Ἀδραστείας
= νόμος της Αδράστειας.
2. ανθρώπινος νόμος: οἱ θεσμοὶ τοῦ Δράκοντος.
:=> παράγ. θέσμιος, σύνθ. θεσμοθέτης, θεσμοφόρος, θεσμοφύλαξ, ἐμπρόθεσμος, ἀπρόθεσμος.
ΝΕ θεσμός.
[παράγ. λ. τεθ-μός (*τεθ- < τίθημι + παρ. επίθ.-μός) > διαλ. θε-θμός > θεσ-μός].
γλσΕλα'θεσπέσιος: θεσπέσιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.θεσπέσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεσπέσιος,
* McsElln.θεσπέσιος@γλσΕλα,
κάτι που πλησιάζει το θεό, θεόπνευστος, θεϊκός, αυτός που προκαλεί θαυμασμό ή κατάπληξη: σοφοὶ καὶ θεσπέσιοι ἄνδρες.
:=> παράγ. θεσπεσίως.
ΝΕ θεσπέσιος.
[σύνθ. λ. *θέσ-σπετος «θεόπνευστος» < θεός+ *σπετὸς «που μπορεί να περιγραφεί με λόγια» (πβ. ἄσπετος)].
γλσΕλα'θέω: θέω::
* McsElln.ρήμα.θέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θέω,
* McsElln.θέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔθεον
Μέλλ. θεύσομαι & θεύσωΓια τους άλλους χρόνους βλπ. τρέχω τρέχω: δρομεὺς βραδέως θέων
= δρομέας που τρέχει αργά.
= τρέχω.
:=> παράγ. θοός (ποιητικό) «γρήγορος», σύνθ.βοηθέω, μεταθέω.
[παράγ. λ. *θεF- + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'θεωρέω: θεωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.θεωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεωρέω,
* McsElln.θεωρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθεώρουν
Μέλλ. θεωρήσω
Παρακ. τεθεώρηκα
Παθ. μέλλ. θεωρηθήσομαι
1. πηγαίνω εγώ ως θεωρός, δηλαδή ως αντιπρόσωπος της πόλης μου, ή στέλλω άλλους θεωρούς, σε μαντείο, σε αγώνες ή σε εορτές:ἐγὼ τεθεώρηκα οὐδαμοῦ πλὴν εἰς Πάρον
= εγώ δεν έχω πάει ως επίσημος απεσταλμένος πουθενά εκτός από την Πάρο. τὰ Ἴσθμια ἐγίγνετο καὶ Ἀθηναῖοι ἐθεώρουν ἐς αὐτά
= τελούνταν τα Ίσθμια και οι Αθηναίοι έστειλαν αντιπροσώπους τους σε αυτά.
2. παρακολουθώ ως θεατής: θεωρῶ τὰ Ὀλύμπια
= παρακολουθώ τους ΟλυμπιακούςΑγώνες.
μγ05.σ137
3. βλέπω, παρατηρώ: θεωρῶ τὰ περὶ τὸν πόλεμον
= παρατηρώ πώς διεξάγεται ένας πόλεμος.
= θεάομαι.
4. επιθεωρώ (στρατιώτες).
5. για διανοητική ενέργεια εξετάζω, κρίνω, σκέπτομαι, θεωρώ: τοῦτο θεώρει, εἰ τἀληθῆ λέγω
= τούτο εξέταζε, αν λέω την αλήθεια.
= σκοπέω.
:=> παράγ. θεώρημα, θεωρητικός, θεωρία, θεώρησις, σύνθ. ἀναθεωρέω, ἀρχιθεωρός.
ΝΕ θεωρώ (με τη σημ. 5).
[παράγ. λ. θεωρός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'θεώρημα: θεώρημα, -ήματος::
* McsElln.ουσιαστικό.θεώρημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεώρημα,
* McsElln.θεώρημα@γλσΕλα,
θέαμα: λόγοι και θεωρήματα.
ΝΕ θεώρημα «βασική αρχή» (λ.χ. μαθηματικό).
[παράγ. λ. θεωρέω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'θεωρία: θεωρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.θεωρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεωρία,
* McsElln.θεωρία@γλσΕλα,
1. αποστολή θεωρῶν, δηλ. αντιπροσώπων μιας πόλης, σε μαντείο ή σε πανελλήνιους αγώνες ή οι ίδιοι οι αντιπρόσωποι: ἑκάστου ἔτους θεωρίαν ἀπάγω εἰς Δῆλον
= στέλνω κάθε χρόνο αντιπροσώπους στη Δήλο.
2. το αξίωμα του θεωροῦ, του αντιπροσώπου μιας πόλης.
3. το να παρακολουθεί κανείς ένα θέαμα αγώνων ή θεατρικής παράστασης ως θεατής:οὔτ’ ἐπὶ θεωρίαν πώποτ’ ἐκ τῆς πόλεως ἐξῆλθες, ὦ Σώκρατες
= και ποτέ, Σωκράτη, δε βγήκες από την πόλη ούτε για να παρακολουθήσεις πανελλήνιους αγώνες.
4. το να βλέπει, να παρατηρεί κανείς κάτι: θεωρίας ἕνεκεν
= (ταξιδεύει) για να δει και να γνωρίσει άγνωστα μέρη.
5. για διανοητική ενέργεια εξέταση, έρευνα: θεωρίαν ποιοῦμαι περί τινος
= εξετάζω ένα θέμα.
ΝΕ θεωρία «θεωρητική πλευρά, ανάλυση κτλ.».
[παράγ. λ. θεωρ-έω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'θεωρός: θεωρός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.θεωρός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θεωρός,
* McsElln.θεωρός@γλσΕλα,
1. αντιπρόσωπος που στέλνει μια πόλη σε μαντείο, σε αγώνες ή σε εορτές: ἔπεμψαν αὐτὸν θεωρὸν εἰς τὰ Πύθια
= τον έστειλαν να τους αντιπροσωπεύσει στους Πυθικούς αγώνες(στους Δελφούς). 2. θεατής. 3. περιηγητής.
:=> παράγ. τὸ θεωρικὸν «τα χρήματα που έπαιρναν από το δημόσιο ταμείο οι πολίτες της Αθήνας για να αγοράσουν εισιτήριο για το θέατρο».
[σύνθ. λ. *θεFα- + *Fορός (ὁράω) > *θεFη-Fορός > θε(ε)ωρός, όπου *θεFα
= θέα].
γλσΕλα'θήκη: θήκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.θήκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θήκη,
* McsElln.θήκη@γλσΕλα,
1. κιβώτιο.
2. τάφος, μέθοδος ταφής: ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε... θήκας τε προγόνων
= ορμάτε εμπρός παιδιά των Ελλήνων, ελευθερώστε... και τους τάφους των προγόνων. εἰς ἀναισχύντους θήκας ἐτράποντο
= κατέφυγαν σε αδιάντροπες μεθόδους ταφής.
:=> παράγ. θηκαῖος, θηκίον, σύνθ. ὀστεοθήκη,’ῳοθήκη.
ΝΕ θήκη (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *θήκ- (ἔ-θηκ-α < τίθημι) + παρ. επίθ. -η].
γλσΕλα'θήλυς: θῆλυς, θήλεια, θῆλυ::
* McsElln.επίθετο.θήλυς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θήλυς,
* McsElln.θήλυς@γλσΕλα,
θηλυκός: θήλεια ἔλαφος
= θηλυκό ελάφι, ελαφίνα.
=/ ἄρρην «αρσενικός».
:=> παράγ. θηλυκός, θηλύνω.
ΝΕ θήλυς (λόγ.).
[*θηλ-υς < θηλ-ή (του γυναικείου μαστού), ομόρρ. με αρχ. ινδ. dh-ar'u- «που βυζαίνει»].
γλσΕλα'θήρ: θήρ, -ός::
* McsElln.ουσιαστικό.θήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θήρ,
* McsElln.θήρ@γλσΕλα,
μυθολογικό τέρας.
= θηρίον.
:=> παράγ. θηρίον, θηράω, θήρα.
[*φηρ-, πβ. λατ. ferus «άγριος»].
γλσΕλα'θήρα: θήρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.θήρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θήρα,
* McsElln.θήρα@γλσΕλα,
1. κυνήγι άγριων ζώων.
2. μεταφορικά επιδίωξη, συνεχής προσπάθεια για να πετύχει κανείς κάτι: ἡ θήρα τοῦ ἡδέος
= το κυνήγι της ηδονής.
ΝΕ θήρα (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. θήρ + παρ. επίθ. -α].
γλσΕλα'θηράω: θηράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.θηράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θηράω,
* McsElln.θηράω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθήρων
Μέλλ. θηράσω
Αόρ. ἐθήρασα
Παρακ. τεθήρακα
Υπερσ. ἐτεθηράκειν
1. κυνηγώ: λαγῶς ’'ώχετο θηράσων
= είχε φύγει, για να κυνηγήσει λαγούς.
= θηρεύω, ἀγρεύω.
2. στη μέση φωνή με ενεργ. σημ. κυριολεκτικά και μεταφορικά θηρῶμαι κυνηγώ: οἱ θηρώμενοι
= οι κυνηγοί. θηρῶμαι τὴν τῆς σωφροσύνης δόξαν.
:=> παράγ. θήραμα.
[παράγ. λ. θήρα + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'θηρεύω: θηρεύω::
* McsElln.ρήμα.θηρεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θηρεύω,
* McsElln.θηρεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐθήρευον
Μέλλ. θηρεύσω
Αόρ. ἐθήρευσα
Παρακ. τεθήρευκα
Μέσ. μέλλ. θηρεύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐθηρευσάμην
Παθ. αόρ. ἐθηρεύθην
Παθ. παρακ. τεθήρευμαι
1. κυνηγώ: θηρεύω ὄρνιθας ἀγρίας
= κυνηγώ άγρια πουλιά. θηρεύω ἰχθῦς
= ψαρεύω.
= ἀγρεύω, θηράω.
2. μεταφορικά προσπαθώ να πετύχω κάτι: θηρεύω εὐδαιμονίαν.
μγ05.σ138
:=> παράγ. θηρευτής «κυνηγός», θήρευσις, θήρευμα.
ΝΕ θηρεύω (και με τις δύο σημ.)
[παράγ. λ. θήρ + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'θηρίον: θηρίον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.θηρίον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θηρίον,
* McsElln.θηρίον@γλσΕλα,
1. άγριο ζώο (από αυτά που κυνηγούν οι άνθρωποι). 2. γενικά ζώο. 3. θηρίο. 4. τέρας.
= θήρ.
:=> παράγ. θηριακός, σύνθ. θηριώδης «άγριος σαν θηρίο», θηριομαχέω.
ΝΕ θηρίο (με τις σημ. 3, 4).
[παράγ. λ. θήρ + παρ. επίθ. -ίον].
γλσΕλα'θής: θής, θητός::
* McsElln.ουσιαστικό.θής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θής,
* McsElln.θής@γλσΕλα,
πολίτης που εκμίσθωνε την εργατική δύναμή του, έμμισθος εργάτης (σε αντίθεση με το δούλο, που πρόσφερε την εργατική του δύναμη χωρίς καμία πληρωμή).
=> πληθυντικός οἱ θῆτες οι Αθηναίοι πολίτες που συγκροτούσαν την τέταρτη και χαμηλότερη εισοδηματική τάξη (τις ανώτερες τάξεις συγκροτούσαν από επάνω προς τα κάτω, κατά σειρά, οι πεντακοσιομέδιμνοι, οι ἱππεῖς και οι ζευγῖται).
:=> παράγ. θητεύω, θητικός.
[προελλ.].
γλσΕλα'θητεύω: θητεύω::
* McsElln.ρήμα.θητεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θητεύω,
* McsElln.θητεύω@γλσΕλα,
δουλεύω με μισθό, είμαι έμμισθος εργάτης:θητεύω παρά τινι
= δουλεύω σε κάποιον.
ΝΕ θητεύω «υπηρρετώ σε μια θέση».
[παράγ. λ. *θητ- (< θής, θητός) + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'θίασος: θίασος, -άσου::
* McsElln.ουσιαστικό.θίασος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θίασος,
* McsElln.θίασος@γλσΕλα,
1. ομάδα πανηγυριστών που τραγουδούσε και χόρευε στους δρόμους προς τιμήν τουΒάκχου (Διονύσου).
2. συντροφιά: τοῦ σοῦ θιάσου ἐστίν
= είναι της παρέας σου, μέλος της συντροφιάς σου.
:=> παράγ. θιασώδης, θιασώτης «οπαδός», σύνθ. θιασαρχέω, θιασάρχης.
ΝΕ θίασος «σύνολο ηθοποιών κτλ.».
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'θλίβω: θλίβω::
* McsElln.ρήμα.θλίβω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θλίβω,
* McsElln.θλίβω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔθλιβον
Μέλλ. θλίψω
Αόρ. ἔθλιψα
Παρακ. τέθλιφα
Μέσ. μέλλ. θλίψομαι
Παθ. μέλλ. θλιβήσομαι
Παθ. αόρ. α΄ ἐθλίφθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐθλίβην
Παθ. παρακ. τέθλιμμαι πιέζω, συμπιέζω: θλίβει με ὁ θώραξ
= με πιέζει ο θώρακας. ὡς θλίβομαι!
= πόσο πιέζομαι(από το βάρος).
:=> παράγ. θλῖψις «πίεση, συμπίεση», θλιβερός, σύνθ. συνθλίβω, ἐκθλίβω, καταθλίβω.
ΝΕ θλίβω «πιέζω/προξενώ λύπη».
[*φλιβ- (βλπ. θλάω), πβ. λατ. fligo].
γλσΕλα'θνήσκω: θν'ήσκω::
* McsElln.ρήμα.θνήσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θνήσκω,
* McsElln.θνήσκω@γλσΕλα,
Μέλλ. θανοῦμαι
Αόρ. β΄ ἔθανον
Παρακ. τέθνηκα
Υπερσ. ἐτεθνήκειν
1. πεθαίνω: οἱ τεθνηκότες
= οἱ τεθνεῶτες
= οἱ θανόντες
= οι νεκροί (βλπ. ἀποθν'ήσκω).
2. χρησιμοποιείται σαν παθ. φωνή σκοτώνομαι:ὁ τεθνεὼς ὑπὸ τοῦ σοῦ πατρός
= αυτός που σκοτώθηκε από τον πατέρα σου, αυτός που σκότωσε ο πατέρας σου.
=/ κτείνω «σκοτώνω».
:=> παράγ. θάνατος, θνητός, σύνθ. ἀποθν'ήσκω.
[*θ^αν-, *θ_αν- > *θνη- + παρ. επίθ. -ίσκω].
γλσΕλα'θνητός: θνητός, -ὴ & -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.θνητός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θνητός,
* McsElln.θνητός@γλσΕλα,
που πεθαίνει, που δε ζει αιώνια: θνητοὶ ἄνδρες. θνητὰ ζῷα καὶ φυτά.
=/ ἀθάνατος.
=> ως ουσιαστικό οἱ θνητοὶ οι άνθρωποι.
ΝΕ θνητός.
[παράγ. λ. *θνη- (θν'ή-σκω) + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'θόλος: θόλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.θόλος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θόλος,
* McsElln.θόλος@γλσΕλα,
1. κυκλικό οικοδόμημα με κωνική στέγη.
2. στην Αθήνα το κυκλικό κτίριο που αποτελούσε την έδρα των Πρυτάνεων (βλπ. πρύτανις).
:=> παράγ. θολωτός, θολία, σύνθ. θολοειδής.
ΝΕ ο θόλος «κυκλική στέγη».
[αβέβ. ετυμ., πιθ. μεσογ. λ.].
γλσΕλα'θορυβέω: θορυβέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.θορυβέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θορυβέω,
* McsElln.θορυβέω@γλσΕλα,
1. κάνω θόρυβο.
2. φωνάζω επιδοκιμάζοντας όσα λέγονται, επιδοκιμάζω: λόγος τεθορυβημένος
= λόγος που επιδοκιμάστηκε.
3. φωνάζω αποδοκιμάζοντας όσα λέγονται:δέομαι ὑμῶν μὴ θορυβεῖν ἐφ’ οἷς ἂν λέγω ἀλλ’ ἀκούειν
= σας παρακαλώ να μη δείχνετε την αποδοκιμασία σας για όσα λέγω, αλλά να με ακούτε.
4. καταθορυβώ κάποιον, του προκαλώ σύγχυση.
:=> παράγ. θορυβητικός, σύνθ. καταθορυβέω,ἐπιθορυβέω, ἀναθορυβέω.
ΝΕ θορυβώ (με τις σημ. 1, 4).
[παράγ. λ. θόρυβ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'θόρυβος: θόρυβος, -ύβου::
* McsElln.ουσιαστικό.θόρυβος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θόρυβος,
* McsElln.θόρυβος@γλσΕλα,
1. ο θόρυβος, η φασαρία που προκαλεί συγκεντρωμένο πλήθος.
=/ ἠρεμία, ἡσυχία.
2. ζωηρές εκδηλώσεις επιδοκιμασίας.
3. ζωηρές εκδηλώσεις αποδοκιμασίας.
4. σύγχυση, ταραχή: ἐγένετο ὁ θόρυβος μέγας
= η ταραχή που δημιουργήθηκε ήταν μεγάλη(την ώρα της μάχης).
μγ05.σ139
:=> παράγ. θορυβέω, θορυβωδῶς, θορυβώδης, σύνθ. θορυβοποιός.
ΝΕ θόρυβος.
[*θορυ- (πβ. τον-θορύ-ζω < θρέομαι «φωνάζω δυνατά, κραυγάζω») + παρ. επίθ. -βος].
γλσΕλα'θράσος: θράσος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.θράσος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θράσος,
* McsElln.θράσος@γλσΕλα,
1. θάρρος, τόλμη.
2. με αρνητ. σημ. αλόγιστο θάρρος, θράσος, θρασύτητα: τοῦ θράσους ἐπέσχομεν τοῦτον
= τον σταματήσαμε από τη θρασύτητά του.
ΝΕ θράσος (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *θρασ- (πβ. θρασ-ύς) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'θρασύνω: θρασύνω::
* McsElln.ρήμα.θρασύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρασύνω,
* McsElln.θρασύνω@γλσΕλα,
Μέσ. αόρ. ἐθρασυνάμην
1. δίνω θάρρος: ὁρῶν δὲ Νικίας τὸ στράτευμα ἀθυμοῦν ἐθάρσυνέ τε καὶ παρεμυθεῖτο
= βλέποντας ο Νικίας ότι οι στρατιώτες είχαν χάσει το ηθικό τους τους έδινε θάρρος και τους παρηγορούσε.
2. παθ. και μέση φωνή θρασύνομαι παίρνω θάρρος, ενθαρρύνομαι: οὐκ ἀλόγως θρασυνόμεθα
= δεν παίρνουμε θάρρος απερίσκεπτα.
=/ φοβέομαι.
3. παθ. φωνή θρασύνομαι δείχνω αλόγιστο θάρρος, αποθρασύνομαι: τούτῳ δὲ θρασυνομένῳ οὐχ ὑπεχώρησα
= μπροστά σ’ αυτόν που είχε αποθρασυνθεί, εγώ δεν έκανα πίσω.
:=> σύνθ. ἀποθρασύνομαι.
ΝΕ το σύνθ. αποθρασύνομαι (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. θρασύ-ς + παρ. επίθ. -νω].
γλσΕλα'θρασύς: θρασύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.θρασύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρασύς,
* McsElln.θρασύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός θρασύτερος
Υπερθετικός θρασύτατος
1. τολμηρός, γενναίος: θρασὺς τὸ ἦθος. ἡ ἐλπὶς θρασεῖα τοῦ μέλλοντος
= η ελπίδα μου για το μέλλον είναι ακλόνητη.
2. υπερβολικά τολμηρός, ώστε να γίνεται αλαζονικός, θρασύς.
:=> παράγ. θρασέως, θρασύτης.
ΝΕ θρασύς (με τη σημ. 2).
[*θρασυ-, πβ. αρχ. ινδ. dhros'u «τολμηρός» + -ς].
γλσΕλα'θραύω: θραύω::
* McsElln.ρήμα.θραύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θραύω,
* McsElln.θραύω@γλσΕλα,
Αόρ. ἔθραυσα
Παθ. αόρ. ἐθραύσθην
Παθ. παρακ. τέθραυσμαι σπάζω: θραύω τοὺς λίθους
= σπάω τις πέτρες.
:=> παράγ. θραῦσμα, θραῦσις, σύνθ. ἄθραυστος.
[*θραFσ-, πβ. θρύ-π-τω].
γλσΕλα'θρέμμα: θρέμμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.θρέμμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρέμμα,
* McsElln.θρέμμα@γλσΕλα,
1. κυρίως για ημερωμένα ζώα, πρόβατα και κατσίκες ζώο, ήμερο συνήθως, που έχει τραφεί και έχει μεγαλώσει.
2. για ανθρώπους πλάσμα, δημιούργημα: δύσκολον θρέμμα ὁ ἄνθρωπος
= ο άνθρωπος είναι δύσκολο πλάσμα.
ΝΕ θρέμμα (με τη σημ. 2, συνήθως στη φρ.γέννημα θρέμμα).
[παράγ. λ. *θρεπ- (πβ. θρεπ-τός < τρέφω) +παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'θρίξ: θρίξ, τριχός::
* McsElln.ουσιαστικό.θρίξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρίξ,
* McsElln.θρίξ@γλσΕλα,
τρίχα.
=> παροιμίες ἄξιον τριχός
= που αξίζει όσο μια τρίχα (για κάτι που δεν έχει καμιά αξία). ἐκ τριχός κρέμαται
= κρέμεται από μια τρίχα(δηλαδή βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο).
ΝΕ τρίχα.
[*θριχ- + -ς > θρίξ, αλλά *θριχός > τριχὸς με ανομοιωτική αποδάσυνση του πρώτου από τα δύο διαδοχικά δασέα (θ - χ), αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'θρούς: θροῦς, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.θρούς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρούς,
* McsElln.θρούς@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι θρόος
1. φωνές διαμαρτυρίας μέσα σε πλήθος ή συνέλευση: οἱ δὲ αἰσθόμενοι τὸν θροῦν ἠξίουν...
= και αυτοί, όταν αντιλήφθηκαν τις διαμαρτυρίες, ζητούσαν...
2. είδηση, φήμη, θόρυβος: ὡς γὰρ ὁ θροῦς δι-ῆλθε τῆς ἐμῆς συμφορᾶς
= όταν διαδόθηκε η είδηση για τη συμφορά μου...
[παράγ. λ. *θρο- (< θρέ-ομαι «κραυγάζω») +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'θρυλέω: θρυλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.θρυλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρυλέω,
* McsElln.θρυλέω@γλσΕλα,
μιλώ συχνά για κάποιο θέμα, το επαναλαμβάνω συνεχώς: οἱ ποιηταὶ ἡμῖν ἀεὶ θρυλοῦσιν ὅτι...
= οι ποιητές επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι...
=> παθ. φωνή θρυλεῖται γίνεται πολύς λόγος για κάτι: τὸ θρυλούμενον / τὸ τεθρυλημένον
= κάτι για το οποίο μιλούν όλοι.
:=> σύνθ. πολυθρύλητος.
ΝΕ θρυλείται / θρυλούνται «διαδίδεται / διαδίδονται», θρυλούμενα «διαδόσεις».
[παράγ. λ. *θρυλ- (πβ. θρῦλος) + παρ. επίθ. -έω.θρῦλος < *θ(ε)ρεF-, ΙΕ *dhrew-, θρέομαι].
γλσΕλα'θρύπτω: θρύπτω::
* McsElln.ρήμα.θρύπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θρύπτω,
* McsElln.θρύπτω@γλσΕλα,
Μέσ. & παθ. μέλλ. θρύψομαι & θρυφθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐθρύφθην
Παθ. παρακ. τέθρυμμαι
1. σπάζω σε μικρά κομμάτια, θρυμματίζω.
2. μεταφορικά συνήθως στην παθ. φωνή θρύπτομαι
α. καταστρέφομαι ηθικά: ἡδοναῖς θρύπτομαι
= καταστρέφομαι από την άσωτη ζωή. β.κάνω καμώματα, κάνω νάζια: ἐθρύπτετο ὡς οὐκ ἐπιθυμῶν λέγειν
= έκανε νάζια ότι δήθεν δεν ήθελε να πει.
:=> παράγ. θρύψις, θρύμμα, τρυφερός, τρυφή, σύνθ. ἀποθρύπτω, συνθρύπτω, περιθρύπτω.
μγ05.σ140
ΝΕ θρύβω και (λόγ.) θρύπτω (με τη σημ. 1).
[*θραFσ- (θραύω)].
γλσΕλα'θυγάτηρ: θυγάτηρ, -τρός::
* McsElln.ουσιαστικό.θυγάτηρ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θυγάτηρ,
* McsElln.θυγάτηρ@γλσΕλα,
θυγατέρα, κόρη.
:=> παράγ. θυγάτριον, θυγατριδοῦς «ο γιος της κόρης μου, ο εγγονός μου», θυγατριδῆ «η κόρη της κόρης μου, η εγγονή μου».
ΝΕ θυγατέρα (λόγ.).
[*θυγατερ-, πβ. αρχ. ινδ. duhit'ar- «θυγατέρα»].
γλσΕλα'θύμα: θῦμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.θύμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θύμα,
* McsElln.θύμα@γλσΕλα,
1. ζώο που το πρόσφεραν ως θυσία, σφάγιο:θῦμα θύω
= θυσιάζω σφάγιο.
2. αναίμακτη προσφορά, προσφορά καρπών, γεωργικών προϊόντων.
ΝΕ θύμα (μεταφορ., που έχει υποστεί μια αρνητικότατη ενέργεια, θύμα πολέμου κτλ.).
[παράγ. λ. θύ-ω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'θυμοειδής: θυμοειδής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.θυμοειδής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θυμοειδής,
* McsElln.θυμοειδής@γλσΕλα,
Συγκριτικός θυμοειδέστερος
Υπερθετικός θυμοειδέστατος
1. ψυχωμένος, αυτός που έχει νεύρο, ενεργητικότητα.
=/ ἄθυμος «ξέψυχος, υποτονικός».
2. οξύθυμος: ἐναντία θυμοειδεῖ πραεῖα φύσις
= ο μειλίχιος χαρακτήρας είναι αντίθετος στον οξύθυμο.
=> θυμοειδὴς ἵππος
= άγριο άλογο.
3. στη φιλοσοφία τὸ θυμοειδές το ένα από τα τρία μέρη στα οποία διαίρεσε την ψυχή οΠλάτωνας (τα άλλα δύο είναι το λογιστικόν καὶ το ἐπιθυμητικόν).
[σύνθ. λ. θυμός + εἰδ- (εἶδος) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'θυμόομαι: θυμόομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.θυμόομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θυμόομαι,
* McsElln.θυμόομαι@γλσΕλα,
Μέσ. μέλλ. θυμώσομαι
Μέσ. & παθ. αόρ. ἐθυμώθην
Μέσ. & παθ. παρακ. τεθύμωμαι οργίζομαι: πᾶς παντὶ θυμοῦται
= καθένας θυμώνει με τον καθένα.
ΝΕ θυμώνω.
[παράγ. λ. θυμό-ς + παρ. επίθ. -όομαι].
γλσΕλα'θυμός: θυμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.θυμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θυμός,
* McsElln.θυμός@γλσΕλα,
1. επιθυμία: δειπνήσαντες ἀπελαύνετε ὅποι ὑμῖν θυμός
= δειπνήστε και πηγαίνετε όπου επιθυμείτε.
2. ηθικό, θάρρος: θυμοῦ ἐμπίμπλαμαι
= είμαι γεμάτος θάρρος, είναι ακμαίο το ηθικό μου.
3. οργή, θυμός: οἱ λογισμῷ ἐλάχιστα χρώμενοι θυμῷ
= όσοι, εξαιτίας της οργής τους, ελάχιστα ακολουθούν τη λογική τους.
:=> παράγ. θυμικός, θυμώδης, θυμόω, σύνθ.θυμηδία, θυμοειδής.
ΝΕ θυμός (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. *θυ- (θύω «μαίνομαι»), συγγεν. με λατ. fumus].
γλσΕλα'θύρα: θύρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.θύρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θύρα,
* McsElln.θύρα@γλσΕλα,
1. πόρτα: θύραν κρούω/πατάσσω/κόπτω
= χτυπώ την πόρτα. θύραν ἀνοίγνυμι
= ανοίγω την πόρτα. ἐπειδὴ ἐκρούσαμεν τὴν θύραν,ἀνοίξας καὶ ἰδὼν ἡμᾶς...
= όταν χτυπήσαμε την πόρτα, αφού άνοιξε και μας είδε...
2. ιδιαίτερα για βασιλείς αἱ τοῦ βασιλέως θύραι τα ανάκτορα, η αυλή των ανακτόρων.
:=> παράγ. θύραζε, θύραθεν, θυραῖος, θυρεός, θυρίς, σύνθ. θυροειδής, θυρωρεῖον, θυρωρός,ἄθυρος.
ΝΕ θύρα (λόγ., με τη σημ. 1).
[*θυρ-, πβ. λατ. fores, αιτ. foras].
γλσΕλα'θύραζε: θύραζε::
* McsElln.επίρρημα.θύραζε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θύραζε,
* McsElln.θύραζε@γλσΕλα,
1. προς την πόρτα, έξω από την πόρτα.
2. γενικά έξω: ἄπειμι θύραζε
= βγαίνω έξω. οἱ θύραζε
= όσοι βρίσκονται έξω.
=/ ἐντός, ἔνδον.
[παράγ. λ. θύρα + παρ. επίθ. -ζε].
γλσΕλα'θύραθεν: θύραθεν::
* McsElln.επίρρημα.θύραθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θύραθεν,
* McsElln.θύραθεν@γλσΕλα,
έξω από την πόρτα, απ’ έξω: οὔτ’ ἔνδοθεν, οὔτε θύραθεν
= ούτε από μέσα ούτε απ’ έξω.οἱ θύραθεν
= οι ξένοι.
=/ ἔνδοθεν «από μέσα».
[παράγ. λ. θύρα + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'θύω: θύω::
* McsElln.ρήμα.θύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θύω,
* McsElln.θύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔθυον
Μέλλ. θύσω
Αόρ. ἔθυσα
Παρακ. τέθυκα
Μέσ. μέλλ. θύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐθυσάμην
Παθ. αόρ. ἐτύθην
Παθ. παρακ.κάποτε με μέση σημ.τέθυμαι
Παθ. υπερσ. ἐτεθύμην
1. θυσιάζω: θύω θεοῖς
= προσφέρω θυσία στους θεούς. θύω ἑκατὸν βοῦς
= θυσιάζω εκατό βόδια.
2. μέση φωνή θύομαι προσφέρω θυσία, για να μάθω κάτι από τους θεούς: ἐπ’ ἐξόδῳ ἐθύετοΞενοφῶν
= ο Ξενοφών πρόσφερε θυσίες, για να μάθει αν πρέπει να επιχειρήσει την έξοδο.
3. γιορτάζω προσφέροντας θυσίες ή προσφορές: βασιλέως γενέθλια πᾶσα ἡ Ἀσία θύει
= ολόκληρη η Ασία γιορτάζει τα γενέθλια του βασιλιά.
:=> παράγ. θυσία, θύτης, θῦμα, θυμέλη.
[*θυ-, θύω με αρχική σημασία «μαυρίζω, καίω», πβ. θυμός, λατ. fumus «μαύρος»].
γλσΕλα'θωπεύω: θωπεύω::
* McsElln.ρήμα.θωπεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θωπεύω,
* McsElln.θωπεύω@γλσΕλα,
κολακεύω: θωπεύω τὸν δεσπότην λόγῳ
= κολακεύω με τα λόγια μου τον άρχοντα.
:=> παράγ. θωπεία, θωπευτικός, θώπευμα.
ΝΕ θωπεύω.
[παράγ. λ. θώψ, θωπὸς «κόλακας» + παρ. επίθ. -εύω, ομόρρ. με τέθηπα (παρακ. του θαυ-
μγ05.σ141
μάζω), πβ. θώψ
= κόλαξ, ὁ μετὰ θαυμασμοῦ ἐγκωμιαστής].
γλσΕλα'θωρακίζω: θωρακίζω::
* McsElln.ρήμα.θωρακίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'θωρακίζω,
* McsElln.θωρακίζω@γλσΕλα,
1. εξοπλίζω με θώρακα: ἐθωράκισε τοὺς ἱππέας καὶ τοὺς ἵππους. οἱ τεθωρακισμένοι
= οι στρατιώτες που φορούν θώρακα.
2. γενικά εξοπλίζω με αμυντικό οπλισμό.
:=> παράγ. θωρακισμός.
ΝΕ θωρακίζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. θώραξ, -ακος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'Ι: Ι, ι, ἰῶτα::
* McsElln.ουσιαστικό.Ι-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ι,
* McsElln.Ι@γλσΕλα,
το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ι΄
= 10, αλλά ,ι
= 10.000.-ὶ δεικτικόν ἰῶτα που προσκολλάται στο τέλος όλων των πτώσεων της δεικτικής αντωνυμίας, για να ενισχύσει τη σημασία τους: οὗτοσὶ«αυτός εδώ», αὐτηί, τουτί, ἐκεινοσὶ κτλ. Επίσης προσκολλάται στο τέλος δεικτικών επιρρημάτων οὑτωσί, ἐνθαδὶ κτλ.
γλσΕλα'ίαμα: ἴαμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ίαμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίαμα,
* McsElln.ίαμα@γλσΕλα,
φάρμακο, γιατρικό.
= φάρμακον.
[*ἰα- (< ἰάομαι-ῶμαι) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'ιάομαι: ἰάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.ιάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιάομαι,
* McsElln.ιάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἰώμην
Μέσ. μέλλ. ἰάσομαι
Μέσ. αόρ. ἰασάμην«θεράπευσα»
Παθ. αόρ. ἰάθην«θεραπεύτηκα»θεραπεύω, γιατρεύω: ἰῶμαι τοὺς κάμνοντας
= θεραπεύω τους αρρώστους.
=> μεταφορικά μὴ τῷ κακῷ τὸ κακὸν ἰῶ
= μην πας να διορθώσεις το κακό με άλλο κακό(και το κάνεις, δηλαδή, χειρότερο).
=> παροιμία ὁ τρώσας ἰάσεται
= εκείνος που πλήγωσε κάποιον θα τον θεραπεύσει κιόλας (δηλ. όποιος έκανε τη ζημιά, ο ίδιος να την επανορθώσει).
:=> παράγ. ἴαμα, ἰάσιμος, ἴασις, Ἰασώ, ἰατός,ἰατρός, σύνθ. ἀνίατος, δυσίατος.
[*ἰά- + -ομαι, πιθ. συγγ. με το ἰαίνω (*ἰ(σ)αν-jω), ομόρρ. με αρχ. ινδ. isanyati «θέτω σε κίνηση»].
γλσΕλα'ιάσιμος: ἰάσιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ιάσιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιάσιμος,
* McsElln.ιάσιμος@γλσΕλα,
αυτός που μπορούμε να τον θεραπεύσουμε:τραῦμα ἰάσιμον.
= ἰατός.
=/ ἀνίατος.
=> μεταφορικά ἰάσιμον ἁμάρτημα
= σφάλμα που μπορούμε να διορθώσουμε.
[παράγ. λ. *ἰασ- (πβ. ἴασ-ις < ἰάομαι-ῶμαι) +παρ. επίθ. -ιμος].
γλσΕλα'ίασις: ἴασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ίασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίασις,
* McsElln.ίασις@γλσΕλα,
θεραπεία.
ΝΕ ίαση (λόγ.).
[παράγ. λ. *ἰα- (< ἰάομαι-ῶμαι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'ιδέα: ἰδέα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ιδέα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιδέα,
* McsElln.ιδέα@γλσΕλα,
1. εξωτερική εμφάνιση (ορατή μορφή, σχήμα, όψη) ανθρώπου ή πράγματος: τὴν ἰδέαν πάνυ καλός
= πολύ ωραίος στην εξωτερική εμφάνιση. τὸ μέγεθος καὶ ἡ ἰδέα
= το μέγεθος και η μορφή (το σχήμα).
2. είδος: πολλαὶ ἰδέαι πολέμων
= πολλά είδη πολέμων.
3. στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, πληθ. ἰδέαι οι ιδεώδεις μορφές εννοιών ή πραγμάτων. Επίσης και στον ενικό ἡ τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα
= η ιδεώδης μορφή του καλού.
ΝΕ ιδέα «ιδεατή σύλληψη μιας έννοιας».
[*Fειδ-, πβ. λατ. video, ΙΕ *wid-].
γλσΕλα'ιδία: ἰδί'α::
* McsElln.επίρρημα.ιδία@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιδία,
* McsElln.ιδία@γλσΕλα,
ιδιαίτερα, ιδιωτικά: πεφύκασι γὰρ ἅπαντες καὶ ἰδί'α καὶ δημοσί'α ἁμαρτάνειν
= γιατί από τη φύση τους όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή τους.
=/ δημοσί'α.
[παράγ. λ. ἴδιος + παρ. επίθ. -'α].
γλσΕλα'ίδιος: ἴδιος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.ίδιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίδιος,
* McsElln.ίδιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἰδιαίτερος & ἰδιώτερος
Υπερθετικός ἰδιαίτατος & ἰδιώτατος
1. ιδιωτικός, ατομικός, προσωπικός: πλοῦτος ἴδιος καὶ δημόσιος.
=/ κοινός, δημόσιος.
2. δικός μου: τὸ χωρίον τοῦτο ἡμέτερον ἴδιόν ἐστι
= αυτό το κτήμα είναι δικό μας.
=/ ἀλλότριος «ξένος».
=> τὰ ἴδια τα δικά μου θέματα, τα δικά μου συμφέροντα. & με αντωνυμία τοὐμὸν ἴδιον λέγω
= λέω τη δική μου άποψη. τὰ ἐμὰ ἴδια
= τα δικά μου θέματα. τὰ ὑμέτερα ἴδια
= τα δικά σας θέματα.
3. ιδιαίτερος, ξεχωριστός: ἑκάστῳ τῶν ὀνομάτων τούτων ὑπόκειταί τις ἴδιος οὐσία
= στο καθένα από τα ονόματα αυτά υπόκειται κάποια ξεχωριστή ουσία.
:=> παράγ. ἰδί'α, ἰδίως, ἰδιάζω, ἰδιότης.
ΝΕ ί-δι-ος (με τρεις συλλαβές) σε λόγιας προέλευσης φράσεις, με τη σημ. 1. Επίσης ίδ-ιος(με δύο συλλαβές) «το αυτό πρόσωπο ή πράγμα».
μγ05.σ142
[αρχαιότερος τύπος *Fhέδιος, ίσως από το *σFέδ-ιος, πβ. λατ. sed, s-e-paro, αργολ. Fhεδιέστας«ιδιώτης»)].
γλσΕλα'ιδιωτεύω: ἰδιωτεύω::
* McsElln.ρήμα.ιδιωτεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιδιωτεύω,
* McsElln.ιδιωτεύω@γλσΕλα,
1. περιορίζομαι στην ιδιωτική μου σφαίρα.
=/ δημοσιεύω «ασχολούμαι με τα κοινά», πολιτεύομαι, ἄρχω.
2. είμαι ανίδεος σε κάτι, άσχετος με κάτι: τῆς ἀρετῆς οὐδένα δεῖ ἰδιωτεύειν
= κανένας (πολίτης) δεν πρέπει να είναι ανίδεος σχετικά με την αρετή (να απέχει από την αρετή).
:=> παράγ. ἰδιωτεία.
ΝΕ ιδιωτεύω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἰδιώτης + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'ιδιώτης: ἰδιώτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ιδιώτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιδιώτης,
* McsElln.ιδιώτης@γλσΕλα,
1. σε αντίθεση προς το κράτος, την πόλη ο ιδιώτης, το μεμονωμένο άτομο: πολλοῦ ἄξιος καὶ πόλει καὶ ἰδιώταις
= πολύτιμος και για τα κράτη και για τα επιμέρους άτομα.
2. αυτός που είναι αποτραβηγμένος στην ιδιωτική του σφαίρα, που δεν είναι αναμεμειγμένος στην πολιτική: ἀνὴρ ἰδιώτης.
= πολιτευόμενος.
3. αυτός που δεν έχει ειδικές γνώσεις σε έναν τομέα: ἰατρὸς καὶ ἰδιώτης (σε σχέση αντίθεσης, γιατρός και μη γιατρός).
4. ανίδεος σε κάτι, άσχετος.
:=> παράγ. ἰδιωτικός.
ΝΕ ιδιώτης (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. ἴδιος + παρ. επίθ. -ώτης].
γλσΕλα'ιδιωτικός: ἰδιωτικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ιδιωτικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιδιωτικός,
* McsElln.ιδιωτικός@γλσΕλα,
1. ατομικός, ιδιωτικός.
=/ δημόσιος, κοινός.
2. αυτός που γίνεται χωρίς ειδική κατάρτιση, ερασιτεχνικός: τὸ ἐμὸν παράδειγμα τοιοῦτον,ἰδιωτικὸν ἴσως
= αυτό ήταν το δικό μου υπόδειγμα, ερασιτεχνικό ίσως.
:=> παράγ. ἰδιωτικῶς.
ΝΕ ιδιωτικός (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ἰδιώτης + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'ιδρύω: ἱδρύω::
* McsElln.ρήμα.ιδρύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιδρύω,
* McsElln.ιδρύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἵδρυον
Μέλλ. ἱδρύσω
Αόρ. ἵδρυσα
Παρακ. ἵδρυκα
Παθ. μέλλ. ἱδρυθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἱδρυσάμην
Παθ. αόρ. ἱδρύθην
Παθ. παρακ.κάποτε και με μέση σημ.ἵδρυμαι
1. βάζω κάποιον να καθίσει κάπου, τον εγκαθιστώ: ἱδρύσας τὸν στρατὸν ἡσύχαζε
= αφού έβαλε το στρατό να στρατοπεδεύσει, περίμενε ήσυχος.
2. μέση φωνή ἱδρύομαι στήνω, ανεγείρω: ἱδρύομαι βωμοὺς καὶ ἀγάλματα θεῶν
= ανεγείρω βωμούς και στήνω αγάλματα θεών.
:=> παράγ. ἵδρυμα, ἱδρυτέον.
ΝΕ ιδρύω «κτίζω, δημιουργώ κτλ.».
[*σεδρυ-jω, *σεδ-, πβ. ἕζομαι, στένωση ε > ι].
γλσΕλα'ιερείον: ἱερεῖον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ιερείον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιερείον,
* McsElln.ιερείον@γλσΕλα,
ζώο που προορίζεται για θυσία, σφάγιο.
[παράγ. λ. *ἱερέ- (< ἱερε-ύς) + επίθ. -ιον].
γλσΕλα'ιερομηνία: ἱερομηνία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ιερομηνία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιερομηνία,
* McsElln.ιερομηνία@γλσΕλα,
ο ιερός μήνας, κατά τη διάρκεια του οποίου τελούνταν οι μεγάλες γιορτές και σταματούσαν οι πόλεμοι: τὴν πόλιν κατέλαβον ἐν σπονδαῖς καὶ προσέτι ἱερομηνί'α
= κυρίευσαν την πόλη σε καιρό ειρήνης, και μάλιστα σε καιρό γιορτής.
[σύνθ./παράγ. ἱερός + μην- (μήν, μηνός) +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ιερομνήμων: ἱερομνήμων, -ονος::
* McsElln.ουσιαστικό.ιερομνήμων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιερομνήμων,
* McsElln.ιερομνήμων@γλσΕλα,
εκπρόσωπος τον οποίο έστελνε κάθε κράτοςμέλος της Αμφικτιονίας της Ανθήλης (ή Δελφικής Αμφικτιονίας), για να το αντιπροσωπεύσει στο συνέδριο της Αμφικτιονίας.
[σύνθ. λ. ἱερός + μνήμων].
γλσΕλα'ιερόν: ἱερόν, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ιερόν-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιερόν,
* McsElln.ιερόν@γλσΕλα,
ναός.
[επίθετο ἱερός, ἱερόν (ενν. οἴκημα)].
γλσΕλα'ιερός: ἱερός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ιερός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιερός,
* McsElln.ιερός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἱερώτερος
Υπερθετικός ἱερώτατος
1. θείος, ιερός (για πράγματα που τα δημιουργεί και τα ορίζει ο θεός): ἱερὸς ποταμός.
2. αυτός που είναι αφιερωμένος στους θεούς, αγιασμένος: ἱερὸς βωμός. ἱερὸν ἄλσος.
3. τόπος που προστατεύεται από κάποιο θεό:ἱεραὶ Ἀθῆναι.
4. ως ουσιαστικό τὰ ἱερά
α. σφάγια: ἱερὰ τέλεια
= σφάγια που βρίσκονται στην τέλεια ανάπτυξή τους.
β. τα σημάδια που παρέχουν οι θυσίες: τὰ ἱερὰ καλὰ ἦν.
γ. οι θρησκευτικές τελετές.
:=> παράγ. ἱερεῖον, ἱερόω -ῶ.
ΝΕ ιερός (με τις σημ. 1,2,3).
[*ιε- (eis-/is-, πβ. αρχ. ινδ. isyati «κινώ, βιάζομαι») + παρ. επίθ. -ρ-ός].
γλσΕλα'ιερόσυλος: ἱερόσυλος, -ύλου::
* McsElln.ουσιαστικό.ιερόσυλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιερόσυλος,
* McsElln.ιερόσυλος@γλσΕλα,
αυτός που ληστεύει ναό, που κάνει ιεροσυλία.
:=> παράγ. ἱεροσυλία, ἱεροσυλέω -ῶ «κλέβω ιερά πράγματα».
ΝΕ ιερόσυλος.
[σύνθ. λ. ἱερόν + συλάω].
γλσΕλα'ιεροφάντης: ἱεροφάντης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ιεροφάντης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιεροφάντης,
* McsElln.ιεροφάντης@γλσΕλα,
ο ανώτατος ιερέας των Ελευσινίων μυστηρίων.
[παράγ./σύνθ. λ. ἱερός + *φαν- (φαίνω) +παρ. επίθ. -της].
γλσΕλα'ίημι: ἵημι::
* McsElln.ρήμα.ίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίημι,
* McsElln.ίημι@γλσΕλα,
Παρατ. ἵην
Μέλλ. ἥσω
μγ05.σ143
Αόρ. ἧκα
Παρακ. εἷκα
Μέσ. & παθ. ενεστ. ἵεμαι
Μέσ. & παθ. παρατ. ἱέμην
Μέσ. μέλλ. ἥσομαι
Παθ. μέλλ. ἑθήσομαι
Μέσ. αόρ. α΄ ἡκάμην
Μέσ. αόρ. β΄ εἵμην
Παθ. αόρ. εἵθην
Παθ. παρακ. εἷμαι συνήθως σύνθετο, βλπ. ἀφίημι και ἐφίημι
1. αφήνω κάτι ή κάποιον ελεύθερο από περιορισμούς, αμολάω: οἱ πολέμιοι δείσαντες ἧκαν ἑαυτοὺς εἰς τὴν νάπην= οι εχθροί φοβήθηκαν και αμόλησαν τους εαυτούς τους προς τη δασώδη κοιλάδα.
2. για ήχους βγάζω, εκστομίζω: Δωρίδα γλῶσσαν ἵημι
= μιλώ στη δωρική διάλεκτο. χορδαὶ μέλη ἱᾶσι
= οι χορδές βγάζουν μελωδικούς ήχους.
3. ρίχνω κάτι μακριά: ἵημι βέλος
= ρίχνω βέλος.
= βάλλω, ‘ρίπτω.
=> ως αμετάβατο ὁ τοξότης ἵησι
= ο τοξότης ρίχνει (ενν. το βέλος).
:=> σύνθ. ἀφίημι, ἐφίημι, παρίημι, συνίημι, προσίεμαι, ἐπαφίεμαι.
[*jε-, *jη-, με αναδιπλ. *jι-jη-μι].
γλσΕλα'ίθι: ἴθι::
* McsElln.ρήμα.ίθι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίθι,
* McsElln.ίθι@γλσΕλα,
προστακτική του εἶμι (βλπ. εἶμι, ἔρχομαι)
1. πήγαινε: ἴθι ἐς κόρακα
= πήγαινε, άντε στον κόρακα.
2. ως επιφώνημα ενθάρρυνσης εμπρός! έλα!: ἴθι νῦν
= έλα τώρα!
= ἄγε.
[ἴ-θι
= αρχ. ινδ. i-hi].
γλσΕλα'ικανός: ἱκανός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ικανός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ικανός,
* McsElln.ικανός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἱκανώτερος
Υπερθετικός ἱκανώτατος
1. για πρόσωπα αυτός που έχει τη δύναμη, είναι σε θέση να πετύχει κάτι, ικανός: ἱκανὸς ζημιοῦν
= έχει την ισχύ να τιμωρεί.
2. για πράγματα αρκετός, επαρκής: σώματος ἰσχὺς ἱκανὴ ἐπὶ τοὺς πόνους
= σωματική δύναμη αρκετή για βαριές δουλειές.
3. επίρρημα ἱκανῶς
α. αρκετά, επαρκώς.
β. ἱκανῶς ἔχω είμαι αρκετός, επαρκώ.
:=> παράγ. ἱκανότης, ἱκανόω -ῶ, ἱκανῶς.
ΝΕ ικανός (με τη σημ. 1).
[*σ(ε)ικ-, *ἱκ- (πβ. ἵκ-ω, ἱκ-νέομαι-οῦμαι) +παρ. επίθ. -αν + παρ. επίθ. -ός, ομόρρ. με λιθ.si'ekiu «βρίσκω με το χέρι»].
γλσΕλα'ικνέομαι: ἱκνέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ικνέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ικνέομαι,
* McsElln.ικνέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἱκνούμην
Μέλλ. ἵξομαι
Αόρ. β΄ ἱκόμην
Παρακ. ἷγμαι
Υπερσ. ἵγμην εύχρηστο ιδίως ως σύνθετο με προθέσεις ἀπὸ βλπ. ἀφικνέομαι, ἐξ βλπ. ἐξικνέομαι, ἐπὶ βλπ. ἐφικνέομαι.πηγαίνω κάπου, φτάνω.
[ἱκ-νέ-ομαι, *ἱκ-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'ιλαρός: ἱλαρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ιλαρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιλαρός,
* McsElln.ιλαρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἱλαρώτερος
Υπερθετικός ἱλαρώτατος εύθυμος, χαρωπός: ἱλαραὶ ἀντὶ σκυθρωπῶν ἦσαν
= ήταν εύθυμες αντί να είναι σκυθρωπές.
= φαιδρός.
:=> παράγ. ἱλαρῶς, ἱλαρότης «ευθυμία».
ΝΕ ιλαρός (λόγ.).
[παράγ. λ. ἵλα-ος + παρ. επίθ. -ρός].
γλσΕλα'ίλεως: ἵλεως, -ως, -ων::
* McsElln.επίθετο.ίλεως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίλεως,
* McsElln.ίλεως@γλσΕλα,
αττικόκλιτο, ο κοινός τύπος είναι ἵλαος, -ος, -ον
1. για θεούς ευμενής, που έχει ευνοϊκή διάθεση για τους ανθρώπους: θεὸν ἐπικαλώμεθα, ὁ δὲ ἀκούσας ἵλεως ἡμῖν ἔλθοι
= ας επικαλεστούμε το θεό και αυτός, αφού μας ακούσει, ας έρθει ευμενής απέναντί μας.
2. για ανθρώπους πράος, καλός: δέξαι με ἵλεως
= να με δεχτείς με καλοσύνη.
[*ἵληFος, ομόρρ. με *ἵλημι (μόνο στην προστ.ἵληθι) «είμαι ευμενής», *σλη-, *σλ_α].
γλσΕλα'ιλιγγιάω: ἰλιγγιάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ιλιγγιάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιλιγγιάω,
* McsElln.ιλιγγιάω@γλσΕλα,
έχω ίλιγγο, ζαλίζομαι: ἐσκοτώθην καὶ ἰλιγγίασα
= σκοτείνιασαν τα μάτια μου και ζαλίστηκα.
[παράγ. λ. ἴλιγγ-ος + παρ. επίθ. -ιάω. ἴλιγγος«ζάλη», *Fελ-, εἰλέω -ῶ «τυλίγω, συστρέφω», και εἴλιγγος, εἶλιγξ].
γλσΕλα'ιμάτιον: ἱμάτιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.ιμάτιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιμάτιον,
* McsElln.ιμάτιον@γλσΕλα,
1. εξωτερικό ρούχο που φορούσαν πάνω από το χιτῶνα· αντιστοιχεί στο δικό μας πανωφόρι.
2. στον πληθ. ἱμάτια τα ρούχα.
[υποκορ. του ἷμα/εἷμα < *Fεσ-μα *Fεσ-, πβ.*Fεσ-νυ-μι > ἕννυμι «ενδύω»].
γλσΕλα'ίνα: ἵνα (Α)::
* McsElln.σύνδεσμος.ίνα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίνα,
* McsElln.ίνα@γλσΕλα,
τελικός
1. με υποτακτική, όταν η κύρια πρόταση έχει ρήμα αρκτικού και μερικές φορές ιστορικού χρόνου για να: κύνας τρέφεις, ἵνα σοι τοὺς λύκους ἀπὸ τῶν προβάτων ἀπερύκωσιν
= τρέφεις σκυλιά, για να σου απομακρύνουν τους λύκους από τα πρόβατα.
2. με ευκτική, όταν η κύρια πρόταση έχει ρήμα ιστορικού χρόνου: ἵνα μὴ ἀτελὴς ὁ λόγος γένοιτο...στάντες ἐν τῷ προθύρῳ διελεγόμεθα
= για να μην το αφήσουμε στη μέση το θέμα, σταματήσαμε στην εξώπορτα και συζητούσαμε.
3. η αρνητική μορφή του ἵνα μὴ για να μη: οὗτος τὰ πλοῖα κατέκαυσε, ἵνα μὴ Κῦρος διαβῇ
μγ05.σ144
= αυτός έκαψε τα πλοία, για μην περάσει απέναντι ο Κύρος.
4. σε ελλειπτικές χρήσεις ἵνα τί; με ποιο σκοπό, προς τι; ὦ Μέλητε, ἵνα τί ταῦτα λέγεις;
= με ποιο σκοπό τα λες αυτά, Μέλητε;
ΝΕ να.
[βλπ. επίρρ. ἵνα (Β)].
γλσΕλα'ίνα: ἵνα (Β)::
* McsElln.επίρρημα.ίνα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίνα,
* McsElln.ίνα@γλσΕλα,
τοπικό
1. όπου: ἐν ἀγορᾷ ἵνα ὑμῶν πολλοὶ ἀκηκόατε
= και στην αγορά... όπου πολλοί από σας έχετε ακούσει (εμένα το Σωκράτη).
2. προς το μέρος όπου: ἵνα οἴχεται
= προς την κατεύθυνση που πήρε φεύγοντας.
[πιθ. *jo, *ji (συγγεν. του αναφορικού ὅς) +-να (επίθημα οργανικής πτώσης)
= αρχ. ινδ.-na].
γλσΕλα'ιός: ἰός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ιός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιός,
* McsElln.ιός@γλσΕλα,
σκουριά: ἰὸς χαλκῷ καὶ σιδήρῳ
= σκουριά στο χαλκό και στο σίδηρο.
[*Fισ-ος, πβ. λατ. virus].
γλσΕλα'ίππαρxος: ἵππαρχος, -άρχου::
* McsElln.ουσιαστικό.ίππαρxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίππαρxος,
* McsElln.ίππαρxος@γλσΕλα,
αρχηγός του ιππικού.
:=> παράγ. ἱππαρχέω -ῶ, ἱππαρχία, ἱππαρχικός.
[σύνθ. λ. ἵππος + ἄρχω].
γλσΕλα'ιππεύς: ἱππεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.ιππεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιππεύς,
* McsElln.ιππεύς@γλσΕλα,
1. ιππέας.
2. στον πληθ. ἱππεῖς οι πολίτες που ανήκαν στη δεύτερη από τις τέσσερεις εισοδηματικές τάξεις στις οποίες υπάγονταν οι Αθηναίοι.Λέγονταν επίσης τριακοσιομέδιμνοι. (H ανώτατη εισοδηματική τάξη ήταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, η δεύτερη οι ἱππεῖς, η τρίτη οι ζευγῖται και η τέταρτη και χαμηλότερη οι θῆτες).
ΝΕ ιππέας.
[παράγ. λ. ἵππ-ος + παρ. επίθ. -εύς].
γλσΕλα'ιππεύω: ἱππεύω::
* McsElln.ρήμα.ιππεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιππεύω,
* McsElln.ιππεύω@γλσΕλα,
1. είμαι επάνω σε άλογο, ιππεύω.
2. είμαι έφιππος στρατιώτης, υπηρετώ στο ιππικό: οἱ ἐπὶ τῶν Τριάκοντα ἱππεύσαντες
= όσοι υπηρέτησαν στο ιππικό τον καιρό τωνΤριάκοντα.
:=> παράγ. ἱππεία.
ΝΕ ιππεύω.
[παράγ. λ. ἵππ-ος + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'ιππικός: ἱππικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ιππικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιππικός,
* McsElln.ιππικός@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει σχέσεις με ιππείς ή με άρματα: ἱππικὸς ἀγών
= ιπποδρομία ή αρματοδρομία.
2. αυτός που έχει πείρα στην ιππασία.
=/ ἄφιππος.
3. ως ουσιαστικό
α. ἡ ἱππική (ενν. τέχνη) η τέχνη της ιππασίας.
β. τὸ ἱππικὸν τμήμα έφιππων στρατιωτών, ιππικό.
ΝΕ ιππικός, το ιππικό (με τη σημ. 3β).
[παράγ. λ. ἵππ-ος + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'ίππος: ἵππος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ίππος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίππος,
* McsElln.ίππος@γλσΕλα,
1. άλογο, ίππος: ἡ ἵππος
= η φοράδα.
2. ἡ ἵππος το ιππικό: διακοσία ἵππος
= ιππικό διακοσίων ιππέων.
3. ὁ δούρειος ἵππος το ξύλινο άλογο με το οποίο κατόρθωσαν οι Έλληνες να κυριεύσουν την Τροία.
:=> παράγ. ἱππεύς, ἱππεύω, ἱππικός, ἱππηδόν,ἱππότης «ιππέας», σύνθ. ἵππαρχος, ἱπποκόμος, ἱπποτρόφος.
ΝΕ ίππος (λόγ., με τη σημ. 1).
[*ekwo-, μυκην. ikwo > ἵππος, πβ. λατ. equus].
γλσΕλα'ίσθι: ἴσθι::
* McsElln.ρήμα.ίσθι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίσθι,
* McsElln.ίσθι@γλσΕλα,
1. προστακτική του ρήματος εἰμὶ να είσαι.
2. προστακτική του ρήματος οἶδα γνώριζε.
γλσΕλα'Ισθμια: Ἴσθμια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Ίσθμια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ισθμια,
* McsElln.Ισθμια@γλσΕλα,
κύριο όνομα πανελλήνιος αθλητικός διαγωνισμός που τελούνταν προς τιμήν του Ποσειδώνα κάθε δύο χρόνια στον Ισθμό της Κορίνθου.
[ουδ. πληθ. τουἼσθμιος (< Ἰσθμός + παρ. επίθ. -ιος) (ενν. ἱερά)].
γλσΕλα'ισθμός: ἰσθμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ισθμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισθμός,
* McsElln.ισθμός@γλσΕλα,
1. λωρίδα γης ανάμεσα σε δύο θάλασσες, στενή δίοδος.
2. Ἰσθμὸς ο Ισθμός της Κορίνθου.
:=> παράγ. Ἴσθμια, ἴσθμιος, ἰσθμοῖ «στον Ισθμό ή στα Ίσθμια», σύνθ. Ἰσθμιονίκης.
ΝΕ ισθμός (με τη σημ. 1) & Ισθμός (με σημ. 2).
[*ἰθ- + -μός > *ἰθμός > ἰσθμός (όπου το -σ- μένει ανερμήνευτο)].
γλσΕλα'ισομοιρία: ἰσομοιρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ισομοιρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισομοιρία,
* McsElln.ισομοιρία@γλσΕλα,
ίσο μερίδιο σε κάτι, με κάποιον άλλο: ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσα τινὰ κούφισιν...
= το ίσο μερίδιο στις συμφορές, που φέρνει κάποια ανακούφιση (όταν το μοιράζεσαι με τους άλλους).
[παράγ. λ. ἰσόμοιρος (σύνθ. ἴσος + μοῖρα) +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ισονομία: ἰσονομία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ισονομία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισονομία,
* McsElln.ισονομία@γλσΕλα,
πολιτική ισότητα διά του νόμου, ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων, ίση συμμετοχή στην εξουσία: ἰσονομία γυναιξὶ πρὸς ἄνδρας καὶ ἀνδράσι πρὸς γυναῖκας
= πολιτική ισότητα των γυναικών προς τους άνδρες και των ανδρών προς τις γυναίκες.
ΝΕ ισονομία (από τη ΝΕ σημ. απουσιάζει η πολιτική διάσταση του όρου και ισχύει μόνο η νομική).
[παράγ. λ. ἰσόνομος (ἴσος + νόμος) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ισοπαλής: ἰσοπαλής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ισοπαλής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισοπαλής,
* McsElln.ισοπαλής@γλσΕλα,
1. ισόπαλος στη μάχη.
μγ05.σ145
2. γενικά ίσος στη δύναμη, στην αξία, στην αποτελεσματικότητα: ἦσαν πλήθει ἰσοπαλεῖς τοῖς ἐναντίοις
= ήταν ίσοι ως προς τον αριθμό με τους εχθρούς.
:=> παράγ. ἰσοπαλία.
[σύνθ. λ. ἴσος + *παλ- (παλαίω) + -ής].
γλσΕλα'ίσος: ἴσος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.ίσος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίσος,
* McsElln.ίσος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἰσαίτερος
Υπερθετικός ἰσαίτατος
1. ίσος, αυτός που είναι ίδιος με κάποιον ή κάτι άλλο ως προς το μέγεθος, τη δύναμη, τον αριθμό: ἴσα τὸν ἀριθμόν
= ίσα ως προς τον αριθμό.
2. αυτός που είναι ίσα μοιρασμένος ή κατανεμημένος
=> ἡ ἴση / τὸ ἴσον ίσο μερίδιο.
3. αυτός που βασίζεται στην ισότητα δικαιωμάτων τὴν πολιτείαν ἰσαιτέραν καθίστημι
= καθιστώ το πολίτευμα πιο ισόνομο.
=> τὰ ἴσα ίσα δικαιώματα, ισότητα. ἡ ἴση καὶ ὁμοία (ενν. δίκη) ίσα δικαιώματα, ισότητα:τῆς ἴσης καὶ ὁμοίας μετέχω
= έχω ίσα δικαιώματα (με κάποιον άλλον).
4. για πρόσωπα δίκαιος, αμερόληπτος: ἴσος δικαστής.
5. για έδαφος επίπεδος, ομαλός: εἰς τὸ ἴσον κατεβαίνω
= κατεβαίνω στην πεδιάδα.
6. επιρρηματικές φράσεις
α. ἴσα καὶ σαν: ἐν τῷ ἱερῷ ἐσμεν ἴσα καὶ ἱκέται
= στο ιερό βρισκόμαστε σαν ικέτες.
β. ἐξ ἴσου εξίσου: σέ τε καὶ τόνδε ἐξ ἴσου οἰκτίρομεν
= λυπόμαστε εξίσου και σένα και αυτόν εδώ.
:=> παράγ. ἴσως, ἰσαίτερος, ἰσαίτατος, ἰσότης,ἰσάζω, σύνθ. ἰσοβαρής, ἰσοσκελής, ἄνισος.
ΝΕ ίσος (με τη σημ. 1).
[*FίτσFoς, ΙΕ *weid-s-wos (πβ. εἶδος) «ισόμορφος»].
γλσΕλα'ισοτελής: ἰσοτελής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.ισοτελής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισοτελής,
* McsElln.ισοτελής@γλσΕλα,
για τους μετοίκους εκείνους που είχαν προνομιακή μεταχείριση αυτός που πληρώνει τους ίδιους φόρους με τους πολίτες.
:=> παράγ. ἰσοτέλεια.
[σύνθ. λ. ἴσος + *τελεσ- (τέλος) + -ής].
γλσΕλα'ισόω: ἰσόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ισόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισόω,
* McsElln.ισόω@γλσΕλα,
1. κάνω κάτι ίσιο, το ισιώνω.
2. παθ. φωνή ἰσοῦμαι γίνομαι ίσος ή όμοιος με κάποιον άλλο, εξισώνομαι ή εξομοιώνομαι:οὔτε κρείττω οὔτε ἰσούμενον ἀνέξομαι αὐτόν
= δε θα ανεχτώ να γίνει ούτε ανώτερος ούτε όμοιος με μένα.
ΝΕ στο σύνθ. εξισώνω.
[παράγ. λ. ἴσος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'ιστέος: ἰστέος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.ιστέος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιστέος,
* McsElln.ιστέος@γλσΕλα,
αυτός που πρέπει να τον γνωρίζει κάποιος.
=> απρόσωπο ἰστέον (ἐστί): ἰστέον τί ἐστι τὸ πρᾶγμα
= πρέπει εγώ να μάθω για ποιο πράγμα πρόκειται.
[*ἰστ- (< ἵστωρ, βλπ. ἱστορέω) + παρ. επίθ. -έος,*Fειδ-].
γλσΕλα'ίστημι: ἵστημι::
* McsElln.ρήμα.ίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίστημι,
* McsElln.ίστημι@γλσΕλα,
Παρατ.με μεταβ. σημ.ἵστηνΜέλλ.με μεταβ. σημ.στήσω
Αόρ. α΄με μεταβ. σημ.ἔστησα
Αόρ. β΄με αμετάβ. σημ.ἔστην «στάθηκα»Παρακ.με αμετάβ. σημ.ἕστηκαΥπερσ.με αμετάβ. σημ.ἑστήκειν & εἱστήκειν
Παθ. ενεστ.με αμετάβ. σημ.ἵσταμαι
Παθ. παρατ.με αμετάβ. σημ.ἱστάμην
Παθ. μέλλ.με αμετάβ. σημ.σταθήσομαι &συχνότερα στήσομαι
Παθ. αόρ.με αμετάβ. σημ.ἐστάθηνΑ. στους χρόνους της ενεργ. φωνής που έχουν μεταβ. σημ.
1. στήνω κάτι όρθιο, στήνω: ἵστημι ἀνδριάντα/τρόπαια. ἔστησαν τεῖχος
= ύψωσαν τείχος.
2. τοποθετώ: τελευταίους ἔστησεν αὐτούς
= αυτούς τους τοποθέτησε στο τέλος (της παράταξης).
3. κάνω κάποιον να σταματήσει, τον ακινητοποιώ ή τον αναχαιτίζω: ἔστησαν τὴν φάλαγγα
= σταμάτησαν τη φάλαγγα.
4. βάζω κάτι επάνω στη ζυγαριά, το ζυγίζω:ἵστημι τὸν χαλκόν.
=> μεταφορικά ἐὰν ἡδέα πρὸς ἡδέα ἱστῇς, τὰ μείζω ἀεὶ καὶ πλείω ληπτέα
= αν βάλεις σε κάθε δίσκο της ζυγαριάς τα ευχάριστα, θα προτιμάς κάθε φορά τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα.
Β. στην παθ. φωνή ἵσταμαι και στους αμετάβ.χρόνους της ενεργ. φωνής (αόρ. β΄, παρακ., υπερσ.)
1. στέκομαι: σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔφη...
= αφού στάθηκε λοιπόν ο Παύλος στη μέση του Αρείου Πάγου είπε...
=> μεταφορικά πρὸς τὴν ἐκείνων γνώμην ἀεὶ ἵσταντο
= είχαν πάντα την ίδια γνώμη με αυτούς.
2. σταματώ να κινούμαι ή μένω ακίνητος: ἄγε δὴ στῶμεν
= έλα λοιπόν, ας σταματήσουμε.
μγ05.σ146
=> μεταφορικά μένω σταθερός: τῇ ἐλευθερί'α ‘ῇΧριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε στήκετε
= μείνετε σταθεροί στην ελευθερία που μας χάρισε ο Χριστός.
3. για δήλωση χρόνου μὴν ἱστάμενος, μεσῶν, φθίνων η αρχή, τα μέσα, το τέλος του μήνα.
:=> παράγ. ἱστός, στήμων, στάσις, στατήρ, σταθμός, στήλη, σύνθ. ἀνίστημι, ἀνθίστημι,ἀφίστημι.
ΝΕ στήνω (με τη σημ. Α1).
[*σι-στη-μι, από *στ_α-, ΙΕ αρχής, πβ. αρχ. ινδ.'a-sth-a-m
= ἔ-στην].
γλσΕλα'ιστορία: ἱστορία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ιστορία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιστορία,
* McsElln.ιστορία@γλσΕλα,
1. η έρευνα: ἡ περὶ φύσεως ἱστορία
= η έρευνα γύρω από τη φύση.
2. οι γνώσεις που προκύπτουν από την έρευνα, η πληροφόρηση: μεγάλ’ ὠφελήσεσθε πρὸς ἱστορίαν τῶν κοινῶν
= μεγάλη ωφέλεια θα έχετε από την πληροφόρησή σας για τις δημόσιες υποθέσεις.
3. η καταγραφή των αποτελεσμάτων της έρευνας, διήγηση, ιστορική διήγηση, ιστορία.
:=> παράγ. ἱστορέω «ερευνώ, ρωτώ να μάθω».
ΝΕ ιστορία (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. ἱστορέω (ἵστωρ, *Fειδ-, εἶδος, οἶδα) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ισxνός: ἰσχνός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ισxνός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισxνός,
* McsElln.ισxνός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἰσχνότερος
Υπερθετικός ἰσχνότατος για πρόσωπα αδύνατος, αδύναμος.
:=> παράγ. ἰσχναίνω.
ΝΕ ισχνός.
[πιθ. από *σι-σκ-νος, πβ. λατ. secus «ξηρός»,ΙΕ *sisqu-, αρχ. περσ. hi^sku «ξηρός»].
γλσΕλα'ισxυρίζομαι: ἰσχυρίζομαι::
* McsElln.ρήμα.ισxυρίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισxυρίζομαι,
* McsElln.ισxυρίζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἰσχυριζόμην
Μέλλ. ἰσχυριοῦμαι
Αόρ. ἰσχυρισάμην
1. ενεργοποιώ, χρησιμοποιώ, αξιοποιώ, την ισχύ μου, τη δύναμή μου: ἄνθρωπος οὐδενὸς ἄξιος πλὴν ἴσως τῷ σώματι ἰσχυρίσασθαι=άνθρωπος ανίκανος να κάνει οτιδήποτε εκτός ίσως από το να αξιοποιήσει τη σωματική του ισχύ.
2. εκδηλώνω δύναμη, επιμονή, καθώς λέω κάτι, επιμένω σε κάτι, το υποστηρίζω με επιμονή: ἰσχυρίζομαι ὅτι Ἱππίας πρεσβύτατος ὢν ἦρξε
= (εγώ ο Θουκυδίδης) υποστηρίζω με επιμονή ότι ο Ιππίας (και όχι ο Ίππαρχος) σε γεροντική ηλικία ανέλαβε την εξουσία.
3. βασίζω την εσωτερική μου δύναμη σε κάτι, έχω πεποίθηση σε κάτι, το εμπιστεύομαι: ἰσχυρίζομαι τῷ νόμῳ.
ΝΕ ισχυρίζομαι (με τη σημ. 1).
[ἰσχυρ-ός + παρ. επίθ. -ίζ-ομαι].
γλσΕλα'ισxυρός: ἰσχυρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ισxυρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισxυρός,
* McsElln.ισxυρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἰσχυρότερος
Υπερθετικός ἰσχυρότατος
1. δυνατός, ρωμαλέος: ἰσχυρὸς ἀνήρ. ἰσχυρὰ φάλαγξ.
= ‘ρωμαλέος.
2. αυτός που έχει πολιτική ισχύ, εξουσία: οἱ ἰσχυροὶ ἐν ταῖς πόλεσιν
= όσοι ασκούν εξουσία στις πόλεις.
3. για πράγματα πολύ δυνατός: ἰσχυρὸς γέλως
= δυνατό γέλιο. ἰσχυρὸν νόσημα
= βαριά αρρώστια.
4. επίρρημα ἰσχυρῶς
α. με κάθε δύναμη: ἰσχυρῶς ἔγκειμαι
= επιτίθεμαι με κάθε δύναμη. β.πάρα πολύ, υπερβολικά: ἰσχυρῶς χρήμασιν ἥδεται
= ευχαριστείται υπερβολικά με τα χρήματα.
:=> παράγ. ἰσχυρίζομαι.
ΝΕ ισχυρός (με τις σημ. 1, 2, 3).
[παράγ. λ. ἰσχύ-ς + παρ. επίθ. -ρός].
γλσΕλα'ισxύς: ἰσχύς, -ύος::
* McsElln.ουσιαστικό.ισxύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισxύς,
* McsElln.ισxύς@γλσΕλα,
1. δύναμη του σώματος: τὴν ἰσχὺν δεινά σώματα
= σώματα φοβερά ως προς τη δύναμή τους.
= ‘ρώμη.
2. εξουσία, ισχύς: ἡ τῶν θεῶν ἰσχύς.
3. βία: ἰσχύϊ κατεῖχον τὸ πλῆθος
= συγκρατούσαν το λαό με τη βία.
:=> παράγ. ἰσχυρός.
ΝΕ ισχύς (με τη σημ. 2).
[πιθ. *σεχ- του ἔχω, *σί-σχ-ω > ἴσχω + -ύς > ἰσχύς].
γλσΕλα'ισxύω: ἰσχύω::
* McsElln.ρήμα.ισxύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ισxύω,
* McsElln.ισxύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἴσχυον
Μέλλ. ἰσχύσω
Αόρ. ἴσχυσα
Παρακ. ἴσχυκα
1. έχω σωματική δύναμη: ζῶν καὶ ἰσχύων
= ζωντανός και δυνατός.
= ‘ρώννυμαι.
=/ ἀσθενέω -ῶ.
2. έχω πολιτική ισχύ και εξουσία, επιβάλλομαι στους άλλους, είμαι ισχυρός: τῆς προσόδου, δι’ ἣν ἰσχύομεν, στερήσεσθε
= θα στερηθείτε τα έσοδα, χάρη στα οποία είμαστε ισχυροί πολιτικά. ἰσχύομεν πρὸς τοὺς πολεμίους τῷδε
= είμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας χάρη σε αυτό.
ΝΕ ισχύω «έχω κύρος, αληθεύω κτλ.».
[ἰσχύ-ς + παρ. επίθ. -ω].
γλσΕλα'ίσως: ἴσως::
* McsElln.επίρρημα.ίσως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίσως,
* McsElln.ίσως@γλσΕλα,
1. με τον ίδιο τρόπο, κατά τρόπο ίσο.
2. με ισότητα, με δικαιοσύνη: ἴσως λαμβάνω τι
= παίρνω κάτι με ίση, δίκαιη μοιρασιά.
3. πιθανώς, ίσως: οὐκ ἴσως, ἄλλ’ ὄντως
= όχι πιθανόν, αλλά πράγματι.
μγ05.σ147
ΝΕ ίσως (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. ἴσος + παρ. επίθ. -ως].
γλσΕλα'ιταμός: ἰταμός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ιταμός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιταμός,
* McsElln.ιταμός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ἰταμώτερος
Υπερθετικός ἰταμώτατος θρασύς, απερίσκεπτος: ἰταμὸν ἡ πονηρία
= η πανουργία είναι πράγμα θρασύ και αδίστακτο.
:=> παράγ. ἰταμότης.
ΝΕ ιταμός.
[*ει-, εἶμι, *ἰτ- (< εἶμι) + παρ. επίθ. -αμός].
γλσΕλα'ιxθύς: ἰχθύς, -ύος::
* McsElln.ουσιαστικό.ιxθύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ιxθύς,
* McsElln.ιxθύς@γλσΕλα,
1. ψάρι.
=> παροιμία ἀφωνότερος τῶν ἰχθύων
= άνθρωπος που μένει σιωπηλός (ενώ θα έπρεπε να πει κάτι).
2. στον πληθ. οἱ ἰχθύες η ψαραγορά της Αθήνας.
ΝΕ ιχθύς (λόγ., με τη σημ. 1).
[ι- προθεματικό + -χθ-, πβ. αρμεν. yu-kn «ψάρι»].
γλσΕλα'ίxνος: ἴχνος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.ίxνος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ίxνος,
* McsElln.ίxνος@γλσΕλα,
το χνάρι, το αποτύπωμα που αφήνει το πόδι ανθρώπου ή ζώου, η πατημασιά: ἴχνος Ἡρακλέους... ἔστι τὸ μέγεθος δίπηχυ
= η πατημασιά του Ηρακλή... έχει δύο πήχεις μάκρος. πᾶς ὁ ταὐτὸν ἴχνος μετιών
= καθένας που ακολουθεί το ίδιο χνάρι.
:=> παράγ. ἰχναῖος, ἴχνιον, σύνθ. ἰχνηλάτης, ἰχνοπέδη, ἰχνοσκοπέω -ῶ.
ΝΕ ίχνος (λόγ.) & χνάρι (λαϊκό, < * ἰχνάριον).
[αβέβ. ετυμ., *ἰχ- + παρ. επίθ. -νος, όπως σμῆνος].K
γλσΕλα'Κ: K, κ, κάππα, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.::
* McsElln.γλσΕλα'Κ,
* McsElln.Κ@γλσΕλα,
το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: κ΄
= 20, αλλά ,κ
= 20.000.
γλσΕλα'καθαιρέω: καθαιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.καθαιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθαιρέω,
* McsElln.καθαιρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ
1. κατεβάζω: ὁ κῆρυξ τὸ σημεῖον καθεῖλεν
= ο κήρυκας κατέβασε τη σημαία.
2. καταστρέφω, εξαλείφω: τὸ λῃστικὸν καθ'ήρει ἐκ τῆς θαλάσσης
= εξάλειψε τους πειρατές από τη θάλασσα.
3. κατεδαφίζω: καθαιρῶ τι τῶν τειχῶν
= κατεδαφίζω μέρος από τα τείχη.
4. ακυρώνω: καθαιρῶ τὸ Μεγαρέων ψήφισμα
= ακυρώνω το ψήφισμα των Μεγαρέων.
:=> παράγ. καθαίρεσις, καθαιρετέος.
ΝΕ καθαιρώ «παύω από ένα αξίωμα».
[σύνθ. λ. κατά + αἱρέω -ῶ].
γλσΕλα'καθαίρω: καθαίρω::
* McsElln.ρήμα.καθαίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθαίρω,
* McsElln.καθαίρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκάθαιρον
Μέλλ. καθαρῶ
Αόρ. ἐκάθηρα & ἐκάθαρα
Μέσ. μέλλ. καθαροῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐκαθηράμην
Παθ. αόρ. ἐκαθάρθην
Παθ. παρακ. κεκάθαρμαι
1. καθαρίζω: τραπέζας ὕδατι καθαίρω
= καθαρίζω τα τραπέζια με νερό.
2. με θρησκευτική σημ. εξαγνίζω: καθαίρω τινὰ φόνου
= εξαγνίζω κάποιον από το φόνο.
3. μέσ. φωνή καθαίρομαι εξαγνίζω τον εαυτό μου: οἱ φιλοσοφί'α καθηράμενοι
= όσοι εξάγνισαν με τη φιλοσοφία τον εαυτό τους.
:=> παράγ. κάθαρσις, καθαρίζω, σύνθ. ἀκάθαρτος.
[παράγ. λ. καθαρ-ός + -jω > *καθάρ-jω > καθαίρω].
γλσΕλα'καθάπερ: καθάπερ::
* McsElln.επίρρημα.καθάπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθάπερ,
* McsElln.καθάπερ@γλσΕλα,
όπως ακριβώς: Ἀργείων ξύμμαχοι ἐγένοντο καθάπερ προείρητο
= έγιναν σύμμαχοι με τους Αργείους, όπως ακριβώς είχε προκαθοριστεί.
[σύνθ. λ. κατά + ἅπερ].
γλσΕλα'καθαρός: καθαρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.καθαρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθαρός,
* McsElln.καθαρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός καθαρώτερος
Υπερθετικός καθαρώτατος
1. καθαρός.
2. για χώρο κενός, μη κατειλημμένος από οποιοδήποτε αντικείμενο, ελεύθερος, αυτός στον οποίο μπορεί κανείς να κινηθεί χωρίς εμπόδια: ἐν καθαρῷ
= σε ελεύθερο χώρο.
3. με ηθική σημ. αγνός, απαλλαγμένος από κάθε ενοχή ή μίασμα: καθαρὸν παρέχω τινὰ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχὴν
= καθιστώ κάποιον αγνό και στο σώμα και στην ψυχή, τον εξαγνίζω και στο σώμα και στην ψυχή.
=/ μιαρός, ἐναγής.
:=> παράγ. καθάριος, καθαίρω, καθαρμός.
ΝΕ καθαρός (με τις σημ. 1,3).
[αβέβ. ετυμ., πιθ. συγγεν. με λατ. castus].
γλσΕλα'καθέζομαι: καθέζομαι::
* McsElln.ρήμα.καθέζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθέζομαι,
* McsElln.καθέζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκαθεζόμην
Μέλλ. καθεδοῦμαι
1. κάθομαι: ἐπὶ τῶν βάθρων οἱ πρυτάνεις καθέζονται
= οι πρυτάνεις κάθονται στις έδρες.
2. στρατοπεδεύω: ὡς ἐκαθέζοντο, προσβολὰς παρεσκευάζοντο τῷ τείχει ποιησόμενοι
= μό-
μγ05.σ148
λις στρατοπεύδευσαν, ετοιμάζονταν να εξαπολύσουν επιθέσεις στο τείχος.
3. κάθομαι ως ικέτης: πρὸς τὰ ἱερὰ ἱκέται καθέζονται
= κάθονται ως ικέτες στους ναούς.
[σύνθ. λ. κατά + ἕζομαι].
γλσΕλα'καθείργνυμι: καθείργνυμι::
* McsElln.ρήμα.καθείργνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθείργνυμι,
* McsElln.καθείργνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. καθείργνυν
Αόρ. καθεῖρξαΓια τους άλλους χρόνους βλπ. εἵργω κλείνω κάποιον/κάτι μέσα σε κάτι, φυλακίζω: ἣν δ’ ἂν ἐπιστήμην κτησάμενος καθείρξῃ εἰς τὸν περίβολον...
= όποια γνώση αποκτήσει και την κλείσει μέσα στο κλουβί...
= ἐγκλείω.
=/ ἐλευθερόω.
:=> παράγ. κάθειρξις.
ΝΕ το παράγ. κάθειρξη «εγκλεισμός σε φυλακή».
[σύνθ. λ. κατά + εἵργνυμι].
γλσΕλα'καθεύδω: καθεύδω::
* McsElln.ρήμα.καθεύδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθεύδω,
* McsElln.καθεύδω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκάθευδον & καθηῦδονΓια τους άλλους χρόνους βλπ. εὕδω
1. κοιμάμαι: οὔτε νυκτὸς δύναται καθεύδειν οὔτε καθ’ ἡμέραν
= δεν μπορεί να κοιμηθεί ούτε τη νύκτα ούτε στη διάρκεια της ημέρας.
=/ ἐγρήγορα «είμαι ξύπνιος».
2. μεταφορικά μένω αδρανής, άπρακτος, κοιμάμαι: ἐμοὶ δοκεῖ οὐχ ὥρα εἶναι ἡμῖν καθεύδειν ἀλλὰ βουλεύεσθαι ὅ τι χρὴ ποιεῖν ἐκ τούτων
= νομίζω ότι δεν είναι ώρα να κοιμόμαστε αλλά να σκεφτούμε τι πρέπει να κάνουμε έπειτα από αυτά.
ΝΕ καθεύδω (λόγ., με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + εὕδω].
γλσΕλα'καθήκω: καθήκω::
* McsElln.ρήμα.καθήκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθήκω,
* McsElln.καθήκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἥκω
1. φτάνω: ἡ Θυρεᾶτις γῆ μεθορία τῆς Ἀργείας καὶ τῆς Λακωνικῆς ἐστιν, ἐπὶ θάλασσαν καθήκουσα
= η περιοχή της Θυρέας βρίσκεται στα σύνορα της Αργολίδας και της Λακωνικής και φτάνει μέχρι τη θάλασσα.2.
α. ως απρόσωπο καθήκει μοι/σοι κτλ. είναι καθήκον μου/σου κτλ: στρατηγὸς πάντων ἀπεδείχθη οἷς καθήκει εἰς Καστωλοῦ πεδίον ἁθροίζεσθαι
= αναδείχθηκε στρατηγός όλων των στρατευμάτων που είναι καθήκον τους να συγκεντρώνονται στην πεδιάδα του Καστωλού.
β. συχνά στη μτχ. τὸ καθῆκον καθήκον, χρέος.
ΝΕ καθήκον (με τη σημ. 2β).
[σύνθ. λ. κατά + ἥκω].
γλσΕλα'κάθημαι: κάθημαι::
* McsElln.ρήμα.κάθημαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάθημαι,
* McsElln.κάθημαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκαθήμην αλλά και χωρίς αύξηση, καθῆ(σ)το, καθῆσθε, καθῆντο
Μέλλ. καθεδοῦμαι
1. κάθομαι: καθῆστο ἐπί τινος προσκεφαλαίου τε καὶ δίφρου
= καθόταν σ’ ένα σκαμνί με μαξιλάρι.
2. ιδίως για τα μέλη δικαστηρίου, βουλής, συνέλευσης συνεδριάζω: βουλῆς περὶ τούτων καθημένης
= όταν η βουλή συνεδρίαζε για αυτά...
3. αδρανώ, μένω άπρακτος: οὐδὲν ποιοῦντες ἐνθάδε καθήμεθα, μέλλοντες ἀεί
= καθόμαστε εδώ με τα χέρια σταυρωμένα χωρίς να κάνουμε τίποτε, δείχνοντας διαρκώς αναβλητικότητα.
= καθεύδω (μεταφ.).
ΝΕ κάθομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + ἧμαι].
γλσΕλα'καθίζω: καθίζω::
* McsElln.ρήμα.καθίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθίζω,
* McsElln.καθίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκάθιζον
Μέλλ. καθιῶ
Αόρ. ἐκάθισα & καθῖσα
Μέσ. μέλλ. καθιζήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκαθισάμην
1. βάζω κάποιον να καθίσει: καθίζω τινὰ εἰς τὸν θρόνον.
2. τοποθετώ κάποιον: καθ’ ἡσυχίαν καθῖσαν τὸ στράτευμα ἐς χωρίον ἐπιτήδειον
= με την ησυχία τους τοποθέτησαν το στράτευμα σε κατάλληλη θέση.
3. για δικαστήριο, συνέλευση κτλ. συγκαλώ: ἐφ’ἑκάστῳ τούτων δικαστήριον ἡμῖν ἡ πόλις καθιεῖ
= για το καθένα από αυτά η πόλη θα συγκαλεί δικαστήριο για χάρη μας.
4. ενεργ. αμετάβατο ή στη μέση φωνή καθίζω &καθίζομαι κάθομαι: σκόπει ὅπου καθιζησόμεθα
= κοίταξε πού θα καθίσουμε.παράγ. κάθισμα.
ΝΕ καθίζω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + ἵζω].
γλσΕλα'καθίστημι: καθίστημι::
* McsElln.ρήμα.καθίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καθίστημι,
* McsElln.καθίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
Α. στους χρόνους της ενεργ. φωνής που έχουν μεταβ. σημ.
1. στήνω κάτι, φέρνω κάτι σε ένα μέρος και το τοποθετώ εκεί: εἰς τὸ φανερόν σε κατέστησαν, ἐπεί γε βασιλέα σε ἐποίησαν πολλῆς χώρας
= σε έφεραν στο προσκήνιο, μια και σε έκαναν βασιλιά μεγάλης χώρας.
2. φέρνω, οδηγώ, κάποιον σε έναν τόπο: οἱΠερραιβοὶ κατέστησαν αὐτὸν ἐς Δῖον
= ΟιΠερραιβοί τον οδήγησαν ως το Δίο.
3. παρατάσσω: κατέστησεν ἀντίαν τὴν φάλαγγα
= παρέταξε τη φάλαγγα απέναντί τους.
4. διορίζω, ορίζω, καθιερώνω (για αγώνες, διαγωνισμούς), εγκαθιδρύω (για πολίτευμα), θεσπίζω (για νόμους): καθίστημι ἐπὶ τὰς ἀρχὰς τοὺς ἱκανωτάτους τῶν πολιτῶν
= διορίζω στα αξιώματα τους πιο ικανούς πολίτες. πολλάκις ἐθαύμασα τῶν τοὺς γυμνικοὺς ἀγῶνας κατα-
μγ05.σ149
στησάντων
= πολλές φορές απόρησα με όσους καθιέρωσαν τους αθλητικούς διαγωνισμούς. ὀλιγαρχίαν καθίστημι
= εγκαθιδρύω ολιγαρχικό πολίτευμα.
5. φέρνω, οδηγώ, κάποιον σε μιαν ορισμένη κατάσταση: ταῦτα πράξας πάντας ἡμᾶς εἰς ἀσφάλειαν καταστήσεις
= αν τα κάνεις αυτά, θα οδηγήσεις όλους μας σε κατάσταση ασφάλειας.
6. αποδίδω σε κάποιον ορισμένη ιδιότητα, τον καθιστώ, τον κάνω, να έχει κάτι: τοῦ Ἡρακλέους τὸν βίον ἐπίπονον κατέστησενΖεύς
= ο Δίας κατέστησε τη ζωή του Ηρακλή κοπιαστική.
Β. στη μέση και παθ. φωνή καθίσταμαι, στους αμετάβ. χρόνους της ενεργ. φωνής (αόρ. β΄ κατέστην, παρακ. καθέστηκα, υπερσ., καθεστήκειν) και επίσης κάποτε στον αόρ. α΄ της ενεργ. κατέστησα
1. εγκαθίσταμαι: καταστάντες ἐς ‘Ρήγιον τὸν πόλεμον ἐποιοῦντο μετὰ τῶν ξυμμάχων
= αφού εγκαταστάθηκαν στο Ρήγιο άρχισαν, με τη βοήθεια των συμμάχων τους, τον πόλεμο.
2. παρουσιάζομαι ενώπιον κάποιου: καταστὰς ἐπὶ τὸ πλῆθος ἔλεγε τοιάδε
= αφού παρουσιάστηκε μπροστά στο λαό έλεγε περίπου τα ακόλουθα.
3. διορίζομαι.
4. καθεστηκυῖα ἡλικία η μέση ηλικία της ζωής ενός ανθρώπου, η ώριμη ηλικία.
5. περιέρχομαι σε μιαν ορισμένη κατάσταση, γίνομαι, είμαι: εἰς ἔχθραν βασιλεῖ καταστάς
= όταν περιήλθε σε κατάσταση εχθρότητας με το μεγάλο βασιλιά.
:=> παράγ. κατάστασις, καταστάτης, κατάστημα.
ΝΕ καθιστώ (με τη σημ. Α6).
[σύνθ. λ. κατά + ἵστημι].
===
_stxElla: _stxSbj:Ἡ πόλις _stxSbc:φρούριον _stxVrb:κατέστη. == Η πόλη μετεβλήθη σε φρούριο. [Θ.VII.28.1]
γλσΕλα'καί: καὶ::
* McsElln.σύνδεσμος.καί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καί,
* McsElln.καί@γλσΕλα,
A.
1. για τη σύνδεση λέξεων και προτάσεων και: ἄρκτοι τε καὶ λέοντες
= αρκούδες και λιοντάρια.
2. καὶ ταῦτα και μάλιστα: ἀδικεῖς ὅτι ἄνδρα ἡμῖν τὸν σπουδαιότατον διαφθείρεις γελᾶν ἀναπείθων, καὶ ταῦτα οὕτω πολέμιον ὄντα τῷ γέλωτι
= διαπράττεις αδίκημα, επειδή διαφθείρεις τον πιο σοβαρό άνθρωπό μας πείθοντάς τον να γελά, και μάλιστα αυτόν που είναι τόσο αντίθετος με το γέλιο.
3. στην αρχή της πρότασης για την έκφραση έκκλησης ή παράκλησης εμπρός, για...: καί μοι λέγε, τί καὶ ποιοῦντά σέ φησι διαφθείρειν τοὺς νέους;
= για λέγε μου, τι ισχυρίζεται ότι κάνεις εσύ και διαφθείρεις τους νέους;
4. στην αρχή μιας ερώτησης για την έκφραση αντίρρησης ή έκπληξης καὶ τίς ἂν εὖ φρονῶν, ὦ ἄνδρες, τοιαῦτα περὶ τῶν αὑτοῦ βουλεύσαιτο;
= και ποιος συνετός άνθρωπος, κύριοι, μπορεί να σκεφθεί τέτοια πράγματα για την περιουσία του;
5. ύστερα από λέξεις που δηλώνουν ταυτότητα, ομοιότητα ή ισότητα σαν, όπως: ὅ τε γνοὺς καὶ μὴ σαφῶς διδάξας ἐν ἴσῳ καὶ εἰ μὴ ἐνεθυμήθη
= όποιος ξέρει (τι πρέπει να γίνει) και δεν το εξηγεί στους άλλους πειστικά είναι όμοιος με εκείνον που δεν έχει τίποτε στο νου του.
6. καί... καί... και... και..., όχι μόνον... αλλά και.
Β. ο καὶ μπορεί να αναφέρεται σε μία μόνο λέξη ή πρόταση
1. και, επίσης: καὶ αὐτοί
= και αυτοί, και αυτοί επίσης. καλόν ἐστί, εἴπερ τι καὶ ἄλλο
= αυτό είναι καλό περισσότερο από κάθε άλλο (πιο πιστά: αυτό είναι καλό, αν κάτι είναι καλό).
2. (ακόμα) και: θεὸς καὶ ἀμείνονας ἵππους δωρήσαιτο ἄν
= ο θεός μπορεί να μας χαρίσει και καλύτερα άλογα.
3. οι φράσεις καὶ εἰ και εἰ καί, αν και μεταφράζονται με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή ακόμη και αν, εντούτοις χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές περιπτώσεις: το καὶ εἰ για να δηλώσει υπόθεση που παρουσιάζεται ως κάτι που είναι τελείως απίθανο να εκπληρωθεί, ενώ το εἰ καὶ για να δηλώσει υπόθεση που ακόμη και αν εκπληρωθεί είναι πολύ μικρής σημασίας.
[*κασί (πβ. κυπρ. κὰς «και») > καί].
γλσΕλα'καινός: καινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.καινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καινός,
* McsElln.καινός@γλσΕλα,
Συγκριτικός καινότερος
Υπερθετικός καινότατος
1. καινούριος: λέγεταί τι καινόν;
= λέγεται κάτι καινούριο; (υπάρχει κανένα νέο;) ἐκ καινῆς (ενν. ἀρχῆς)
= εκ νέου, ξανά.
= νέος.
=/ ἀρχαῖος, παλαιός.
2. πρωτοφανής, πρωτόγνωρος, πρωτάκουστος,(με την έννοια:) παράδοξος: καινὰ ὀνόματα
= πρωτάκουστες ονομασίες.
:=> παράγ. καινίζω, καινότης, καινόω.
ΝΕ καινούριος (με τη σημ. 1).
[*καν-j-ος > καινός, πβ. αρχ. ινδ. kany-a «νεαρή κόρη»].
γλσΕλα'καίπερ: καίπερ::
* McsElln.επίρρημα.καίπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καίπερ,
* McsElln.καίπερ@γλσΕλα,
συνήθως με μετοχή αν και: καίπερ χαλεπὸν ὂν εὔπορον ἔσται τοῖς πολεμίοις τὸ χωρίον μηδενὸς κωλύοντος
= αν και ο τόπος είναι δύσκολος, θα γίνει ευπρόσιτος για τους εχθρούς μας, αν κανείς δεν τους σταθεί εμπόδιο.
[σύνθ. λ. καί + βεβαιωτ. περ].
γλσΕλα'καιρός: καιρός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.καιρός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καιρός,
* McsElln.καιρός@γλσΕλα,
1. για χρόνο κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία: καιρὸν παρίημι
= αφήνω την ευκαιρία να περάσει. κάλλιστον καιρὸν εἴληφα
= έχω βρει ωραιότατη ευκαιρία.
μγ05.σ150
2. στον πληθ. οἱ καιροὶ αλλά και ενικό ὁ καιρὸς οι περιστάσεις και με κακή συνήθως σημ., οι κρίσιμες περιστάσεις, η κρίση: ἐν τοιούτῳ καιρῷ ἐσμεν
= βρισκόμαστε σε τέτοια κρίση.
:=> παράγ. καίριος, σύνθ. καιροφυλακτέω.
ΝΕ καιρός (με τη σημ. 1, αλλά κυρίως «οι καιρικές συνθήκες»).
[*κFαρ-j-ός (συγγεν. με κύω «κυοφορώ», συγκυρία) > καιρός].
γλσΕλα'καίτοι: καίτοι::
* McsElln.επίρρημα.καίτοι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καίτοι,
* McsElln.καίτοι@γλσΕλα,
1. και πράγματι, και βέβαια.
2. για να δηλώσει ένσταση που εισάγει ο ομιλητής και όμως: καίτοι μελλούσης στρατείας ἐπὶ τοὺς βαρβάρους ἔσεσθαι τίνας χρὴ τὴν ἡγεμονίαν ἔχειν;
= και όμως, αν πρόκειται να γίνει εκστρατεία κατά των βαρβάρων, ποιος πρέπει να αναλάβει την αρχηγία;
3. με τη συνοδεία μετοχής αν και: καίτοι ἀσθενῶν ταχύς
= γρήγορος, αν και ήταν άρρωστος.
= καίπερ.
[καί + βεβαιωτ. τοι].καίω βλπ. κάω.
γλσΕλα'κακία: κακία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.κακία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακία,
* McsElln.κακία@γλσΕλα,
1. ανικανότητα, αδεξιότητα, ελαττωματικότητα, ατέλεια (σε ποιότητα): κακία ἡνιόχων
= η ανικανότητα των ηνιόχων.
= ἀρετὴ «ικανότητα, επιδεξιότητα, τελειότητα».
2. δειλία: οὐ κατὰ τὴν ἡμετέραν κακίαν τὸ ἡσσᾶσθαι προσεγένετο
= η ήττα μας δεν προκλήθηκε από δική μας δειλία.
= ἀνανδρία.
3. με ηθική σημ. κακία.
=/ ἀρετὴ «ηθική αρετή».
4. κακή φήμη: κακίαν ἀντιλαμβάνω
= αποκτώ κακή φήμη.
ΝΕ κακία (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. κακ-ός + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'κακοήθης: κακοήθης, -ης, κακόηθες::
* McsElln.επίθετο.κακοήθης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακοήθης,
* McsElln.κακοήθης@γλσΕλα,
Συγκριτικός κακοηθέστερος
Υπερθετικός κακοηθέστατος
1. αυτός που έχει κακό ήθος, κακεντρεχής, μοχθηρός.
2. ως ουσιαστικό τὸ κακόηθες κακία, κακοήθεια.
:=> παράγ. κακοήθεια.
ΝΕ κακοήθης (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κακός + ἦθος + -ης].
γλσΕλα'κακόνους: κακόνους, -ους, -ουν::
* McsElln.επίθετο.κακόνους@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακόνους,
* McsElln.κακόνους@γλσΕλα,
Συγκριτικός κακονούστερος
Υπερθετικός κακονούστατοςεχθρικός: τῷ δήμῳ κακόνους ἔσομαι
= θα είμαι εχθρικός απέναντι στους δημοκρατικούς.
=/ εὔνους.
:=> παράγ. κακονοέω, κακόνοια.
[σύνθ. λ. κακός + *νο- (νοέω) + -ος > κακόνοος > συνηρημ. κακόνους].
γλσΕλα'κακοπραγέω: κακοπραγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κακοπραγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακοπραγέω,
* McsElln.κακοπραγέω@γλσΕλα,
1. τα πάω άσχημα, αποτυγχάνω σε ένα εγχείρημα: ἀήθεια τοῦ κακοπραγεῖν
= το να είναι κανείς ασυνήθιστος στο να αποτυγχάνει στα εγχειρήματά του.
2. δυστυχώ, είμαι σε κακά χάλια: οἱ κακοπραγοῦντες
= όσοι δυστυχούν.
:=> παράγ. κακοπραγία «αποτυχία».
[παράγ. λ. της σύνθ. λ. κακοπραγ-ής + -έω].
γλσΕλα'κακός: κακός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.κακός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακός,
* McsElln.κακός@γλσΕλα,
Συγκριτικός κακίων & χείρων & ἥσσων
Υπερθετικός κάκιστος & χείριστος & ἥκιστος
1. δειλός: οὐδενὶ ἐπιτρέπω κακῷ εἶναι
= δεν επιτρέπω σε κανέναν να είναι δειλός.
2. αυτός που δεν κατέχει την τέχνη του καλά, αδέξιος: κακὸς ἰατρός
= κακός γιατρός.
3. με ηθική σημ. κακός: ὦ κακῶν κάκιστε
= εσύ, ο πιο άθλιος από τους αθλίους.
:=> παράγ. κακίζω, κακότης, σύνθ. ἄκακος.
ΝΕ κακός (με τις σημ. 2, 3).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'κακούργος: κακοῦργος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.κακούργος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακούργος,
* McsElln.κακούργος@γλσΕλα,
Συγκριτικός κακουργότερος
Υπερθετικός κακουργότατος
1. φαύλος, μοχθηρός, απατηλός: κακουργότατος λόγος
= το πιο παραπλανητικό επιχείρημα.
2. ως ουσ. κακοῦργος, ὁ
α. εγκληματίας, κακοποιός, ένοχος κακουργήματος (κατά το νόμο).
β. ως τεχνικός όρος κλέπτης, ληστής.
3. αυτός που προξενεί κακό / βλάβη σε κάποιον ή κάτι, επιβλαβής, βλαβερός: κακοῦργοι ἐπιθυμίαι
= επιθυμίες βλαβερές.
:=> παράγ. κακουργέω, κακούργημα, κακουργία.
ΝΕ κακούργος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κακός + ἐργ- (< ἐργ-άζομαι, ἔργον)+ παρ. επίθ. -ός, *κακοFεργός].
γλσΕλα'κακόω: κακόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κακόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κακόω,
* McsElln.κακόω@γλσΕλα,
1. για πρόσωπα κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ, κάποιον: κακῶ τοὺς Ἀθηναίους.
=> παθ. φωνή κακοῦμαι τυγχάνω κακομεταχείρισης, υποφέρω, είμαι σε κακά χάλια: ἐκακοῦτο ὑπὸ τῆς πορείας
= υπέφερε από την πεζοπορία.
2. για πράγματα βλάπτω, φθείρω, ταλαιπωρώ, εξασθενίζω κάτι: κακῶ τὸ ναυτικόν
= εξασθενίζω το ναυτικό.
:=> παράγ. κάκωσις.
[σύνθ. λ. κακός + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'κάκωσις: κάκωσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.κάκωσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάκωσις,
* McsElln.κάκωσις@γλσΕλα,
1. κακομεταχείριση, κακοποίηση: ἡ τοῦ ἡγεμόνος κάκωσις.
μγ05.σ151
2. ταλαιπωρία, βάσανα: τῶν πληρωμάτων κάκωσις
= οι ταλαιπωρίες των πληρωμάτων.
ΝΕ κάκωση «ελαφρό σωματικό τραύμα».
[παράγ. λ. κακόω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'καλέω: καλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.καλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καλέω,
* McsElln.καλέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκάλουν
Μέλλ. καλῶ (-εῖς, -εῖ κτλ.)
Αόρ. ἐκάλεσα
Παρακ. κέκληκα
Υπερσ. ἐκεκλήκειν
Μέσ. μέλλ. καλοῦμαι (-εῖ, -εῖται κτλ.)
Παθ. μέλλ. κληθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκαλεσάμην
Παθ. αόρ. ἐκλήθην
Παθ. παρακ. κέκλημαι
Παθ. υπερσ. ἐκεκλήμην
1. καλώ, φωνάζω κάποιον. 2. προσκαλώ κάποιον: καλοῦμαι πρός τινα
= προσκαλούμαι στο σπίτι κάποιου. 3. ως δικανικός όρος, για το δικαστή καλώ κάποιον ενώπιον του δικαστηρίου. 4. στη μέση φωνή χρησιμοποιείται για τον ενάγοντα, δηλ. τον κατήγορο καλοῦμαί τινα ενάγω κάποιον, τον σύρω στο δικαστήριο.
5. ονομάζω.
:=> παράγ. κλητήρ, κλῆσις, σύνθ. ἄκλητος, αὐτόκλητος.
ΝΕ καλώ (με τις σημ. 1, 2, 3).
[μαρτυρείται ως καλFός + παρ. επίθ. -έω, αβέβ. ετυμ.].
===
_stxElla: Καλοῦσι τὸν ἀνδρεῖον ὁ μὲν δειλὸς θρασὺν ὁ δὲ θρασὺς δειλόν. == Ο δειλός αποκαλεί τον ανδρείο θρασύ, ενώ ο θρασύς δειλό. [Αριστ.Ηθ.Ν.Β.1108b24-25]
γλσΕλα'κάλλος: κάλλος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.κάλλος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάλλος,
* McsElln.κάλλος@γλσΕλα,
ομορφιά του σώματος αλλά και ευρύτερα:τῶν ἔργων τό τε μέγεθος καὶ τὸ κάλλος
= η σπουδαιότητα και η ομορφιά των έργων.
=/ αἶσχος «ασχήμια».
ΝΕ κάλλος.
[*κάλλ- (< καλός) + -ος].
γλσΕλα'καλλωπίζω: καλλωπίζω::
* McsElln.ρήμα.καλλωπίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καλλωπίζω,
* McsElln.καλλωπίζω@γλσΕλα,
1. ομορφαίνω (πρόσωπο ή πράγμα), καλλωπίζω.
2. μεταφορικά, στη μέση φωνή καλλωπίζομαι
α. καυχιέμαι, περηφανεύομαι: καλλωπίζομαί τινι
= περηφανεύομαι για κάτι.
β. κάνω νάζια, προσποιούμαι ότι δε θέλω, υποδύομαι το μετριόφρονα: παῦσαι πρός με καλλωπιζόμενος
= σταμάτα να μου κάνεις νάζια.
ΝΕ καλλωπίζω (με τη σημ. 1).
:=> παράγ. καλλώπισμα, καλλωπισμός, καλλωπιστής.
[παράγ. λ. της σύνθ. λ. *καλλ(ι)ωψ (< καλός +ὤψ, ὠπός) + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'καλοκαγαθία: καλοκἀγαθία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.καλοκαγαθία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καλοκαγαθία,
* McsElln.καλοκαγαθία@γλσΕλα,
το ήθος και η συμπεριφορά ενός καλοῦ κἀγαθοῦ, αρετή, ευγένεια.
[παράγ. λ. της σύνθ. λ. *καλοκάγαθος (< καλὸς κἀγαθός) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'καλοκάγαθος: καλοκἄγαθος ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ /::
* McsElln.επίθετο.καλοκάγαθος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καλοκάγαθος,
* McsElln.καλοκάγαθος@γλσΕλα,
γράφεται και με δύο λέξεις καλὸς κἀγαθὸς
1. για πρόσωπα έγκριτος, εξαίρετος, αυτός που έχει εγνωσμένη αξία και κύρος.
2. αποδίδεται επίσης σε ιδιότητες, πράξεις κτλ.πραγματικά καλός: κινδυνεύει ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι
= φαίνεται ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος από εμάς γνωρίζει κάτι πραγματικά καλό.
3. για πράγματα θαυμάσιος, λαμπρός.
ΝΕ καλοκάγαθος «καλοσυνάτος».
[σύνθ. λ. < καλὸς κἀγαθός (< καὶ ἀγαθός)].
γλσΕλα'καλός: καλός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.καλός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καλός,
* McsElln.καλός@γλσΕλα,
Συγκριτικός καλλίων
Υπερθετικός κάλλιστος
1. όμορφος, ωραίος: εἶδος κάλλιστος
= ωραιότατος στην εμφάνιση.
2. όσον αφορά τη χρήση καλός, καλής ποιότητας: καλὸν ἀργύριον/στρατόπεδον .
3. για θυσίες καλός, αίσιος, ευοίωνος, ευνοϊκός: τὰ ἱερὰ καλὰ ἦν
= οι θυσίες ήταν ευνοϊκές.
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ καλὸν ηθικό κάλλος, αρετή.
5. επίρρημα καλῶς
α. καλά, ορθά, σωστά, δίκαια: σὺ κάλλιον λέγεις
= εσύ μιλάς πιο σωστά.
β. για καλή τύχη καλά, κατά τρόπον που η τύχη ευνοεί, καλότυχα: καλῶς ἔχει + απαρέμφ.
= είναι καλό να...
ΝΕ καλός (με τις σημ. 2, 4). Την κύρια σημ.του νεοελληνικού καλός οι αρχαίοι την εξέφραζαν με το ἀγαθός.
[αβέβ. ετυμ., ίσως ένας συγκρ. *κάλλον (<*καλjον) θεωρήθηκε ως θετικός βαθμός, από όπου νέος συγκρ. *καλλ-jον > κάλλιον].
γλσΕλα'κάμνω: κάμνω::
* McsElln.ρήμα.κάμνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάμνω,
* McsElln.κάμνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκαμνον
Μέλλ. καμοῦμαι
Αόρ. ἔκαμον
Παρακ. κέκμηκα
Υπερσ. ἐκεκμήκειν
1. αμετάβ. κουράζομαι: μὴ κάμῃς φίλον ἄνδρα εὐεργετῶν
= μην κουραστείς να ευεργετείς φίλο σου.
2. είμαι άρρωστος, αρρωσταίνω, υποφέρω: ἔκαμνον καὶ οὐδ’ ἀνιστάμην ἐκ τῆς κλίνης
= ήμουν άρρωστος και ούτε σηκωνόμουν από το κρεβάτι.
:=> παράγ. κάματος, σύνθ. ἀκάματος.
ΝΕ κάνω «πράττω, δημιουργώ».
[*καμ- (πβ. κμη-τός) + παρ. επίθ. -νω > κάμνω].
γλσΕλα'κάμπτω: κάμπτω::
* McsElln.ρήμα.κάμπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάμπτω,
* McsElln.κάμπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκαμπτον
μγ05.σ152
Μέλλ. κάμψω
Αόρ. ἔκαμψα
Παθ. μέλλ. καμφθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκάμφθην
Παθ. παρακ. κέκαμμαι
1. λυγίζω: γόνυ κάμπτω
= λυγίζω το γόνατό μου.
2. μεταφορικά, στην παθ. φωνή κάμπτομαι λυγίζω, κάμπτομαι, παύω να προβάλλω αντίσταση: ἐπειδή σου ἀκούω ταῦτα λέγοντος, κάμπτομαι καὶ οἶμαί τί σε λέγειν
= επειδή σε ακούω να τα λες αυτά, λυγίζω και νομίζω πως λες κάτι σημαντικό.
:=> παράγ. καμπή, κάμψις, καμπύλος, σύνθ.ἀνακάμπτω.
ΝΕ κάμπτω, κάμπτομαι.
[*κάμπ- + παρ. επίθ. -τ-ω].
γλσΕλα'κάν: κἄν::
* McsElln.σύνδεσμος.κάν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάν,
* McsElln.κάν@γλσΕλα,
1. τὸ κἂν είναι το καὶ ἂν με κράση. Το καὶ μπορεί να είναι συμπλεκτικό αλλά συχνότερα είναι επιτατικό («ακόμη και»). Το ἂν είναι το δυνητικό μόριο τούτων κἂν ἅψαιο κἂν ἴδοις
= αυτά μπορείς και να τα αγγίξεις και να τα δεις(συμπλεκτικό καί). κἂν σύ, εἴ τίς σε διδάξειεν, βελτίων ἂν γένοιο
= ακόμα και συ, εάν κάποιος σε διδάξει, μπορείς να γίνεις καλύτερος (επιτατικό καί).
=> στη φράση κἂν εἰ ακόμη και αν: κἂν εἰ πολλαί αἱ ἀρεταί εἰσι, ἕν γέ τι εἶδος ταὐτὸν ἅπασαι ἔχουσιν
= ακόμη και αν υπάρχουν πολλές αρετές, έχουν όλες ασφαλώς μία και την ίδια μορφή.
2. το κἂν είναι πάλι το καὶ ἂν με κράση, όμως εδώ το ἂν είναι το υποθετικό ἐὰν και έτσι αυτό το κἂν εκφέρεται με τις εγκλίσεις του ἐὰν ακόμη και αν: κἂν πάνυ καλὸς ’ῇ καὶ πλούσιος καὶ τῶν γενναίων
= ακόμη και αν είναι πολύ ωραίος και πλούσιος και από αριστοκρατική γενιά... (δε δέχονται να τον ακούσουν)
=> κἄν... κἄν... είτε... είτε...: κἂν μεγάλην πόλιν οἰκῶσι κἂν μικράν...
= είτε σε μεγάλη πόλη κατοικούν είτε σε μικρή...
ΝΕ καν (λ.χ. ούτε καν ήρθε).
[σύνθ. λ. καί + ἄν].
γλσΕλα'κάπηλος: κάπηλος, -πήλου::
* McsElln.ουσιαστικό.κάπηλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάπηλος,
* McsElln.κάπηλος@γλσΕλα,
λιανέμπορος, μικρέμπορος.
=/ ἔμπορος «ο έμπορος που ταξιδεύει και εισάγει προϊόντα μόνος του».
:=> παράγ. καπηλεῖον, καπηλεύω, καπηλικός.
ΝΕ κάπηλος «που εμπορεύεται, πουλά» (ιδίως σε σύνθετα, λ.χ. πατριδοκάπηλος).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'καρκίνος: καρκίνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.καρκίνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καρκίνος,
* McsElln.καρκίνος@γλσΕλα,
καβούρι.
[*καρκ- (πβ. κάρκ-αρος «σκληρός», λατ.cancer) + παρ. επίθ. -ίνος].
γλσΕλα'καρπός: καρπός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.καρπός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καρπός,
* McsElln.καρπός@γλσΕλα,
1. συνήθως για τους καρπούς της γης, τα σιτηρά καρπός: ἐν καρποῦ ξυγκομιδῇ ἦσαν
= ήταν απασχολημένοι με τη συγκομιδή των σιτηρών.
2. για ενέργειες καρπός, αποτέλεσμα, κέρδος.
:=> παράγ. καρπίζω, κάρπιμος, καρπόω, σύνθ.ἄκαρπος.
ΝΕ καρπός (και με τις δύο σημ.).
[*καρπ- + -ός, πβ. αρχ. άνω γερμ. herbist«φθινόπωρο», λατ. carpo].
γλσΕλα'καρτερέω: καρτερέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.καρτερέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καρτερέω,
* McsElln.καρτερέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκαρτέρουν
Μέλλ. καρτερήσω
Αόρ. ἐκαρτέρησα
Παθ. παρακ. κεκαρτέρημαι
1. δείχνω καρτερία, εγκαρτέρηση, σταθερότητα.
2. με αιτ. πράγματος υπομένω κάτι καρτερικά:τὸν τῶν ὑπεροπτικῶν ὄγκον μόλις ἂν οἱ δοῦλοι καρτερήσειαν
= την αλαζονεία των υπεροπτικών ανθρώπων μόλις και μετά βίας μπορούν να την υπομείνουν ακόμη και οι δούλοι.
:=> παράγ. καρτέρησις, καρτερία.
[παράγ. λ. καρτερός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'κατά: κατὰ::
* McsElln.πρόθεση.κατά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατά,
* McsElln.κατά@γλσΕλα,
Α. με γενική
1. δηλώνει κίνηση που αρχίζει από πάνω και κατευθύνεται προς τα κάτω κάτω από κτλ: κατὰ τῶν πετρῶν ὠθῶ τινα
= ρίχνω κάποιον κάτω από τους βράχους. κατὰ τῆς κλίμακος καταβαίνω
= κατεβαίνω τη σκάλα.
2. δηλώνει κίνηση που κατευθύνεται προς τα κάτω και καταλήγει να σημαίνει επάνω σε κάτι:μύρον κατὰ τῆς κεφαλῆς καταχέω
= χύνω μύρο επάνω στο κεφάλι κάποιου.
3. δηλώνει κίνηση που κατευθύνεται προς τα κάτω και καταλήγει στο εσωτερικό ενός χώρου μέσα σε: ὁ ποταμὸς ἐμπεσὼν ἐνταῦθα, δὺς κατὰ τῆς γῆς, χωρεῖ ἐναντίος τῷ Πυριφλεγέθοντι
= ο ποταμός, αφού πέσει από ψηλά εδώ και αφού εισδύσει μέσα στη γη, ρέει αντίθετα με τον Πυριφλεγέθοντα.
3. για όρκο ὄμνυμι κατά τινος
= ορκίζομαι στο όνομα κάποιου.
4. με εχθρική σημ. εναντίον κάποιου: ὁ κατὰΠερσῶν πόλεμος
= ο πόλεμος εναντίον τωνΠερσών.
5. όσον αφορά κάτι, σε σχέση με κάτι: μὴ κατὰ τῶν ἀνθρώπων μόνον σκόπει τοῦτο ἀλλὰ καὶ κατὰ ζ'ώων πάντων καὶ φυτῶν
= μην εξετάζεις αυτό το θέμα μόνο σε σχέση με τους
μγ05.σ153
ανθρώπους αλλά και σε σχέση με όλα τα ζώα και τα φυτά.
Β. με αιτιατική
1. με ή χωρίς την έννοια της κίνησης σε όλη την έκταση: αἱ σκηναὶ αἱ κατὰ τὴν ἀγοράν
= οι σκηνές σε όλη την έκταση της αγοράς.
2. απέναντι: κεῖται ἡ Κεφαλληνία κατὰ Ἀκαρνανίαν καὶ Λευκάδα
= η Κεφαλλονιά βρίσκεται απέναντι από την Ακαρνανία και τη Λευκάδα.
3. για να εκφραστεί επιμερισμός, διανομή ή το κριτήριο του επιμερισμού κατά: ἐσκήνουν κατὰ τάξεις
= κατασκήνωναν κατά τάγματα.
4. για δήλωση κατεύθυνσης προς ένα αντικείμενο ή ένα σκοπό κατὰ θέαν ἥκω
= έχω έλθει για να δω.
5. για δήλωση συμφωνίας σύμφωνα με κάτι: κατὰ τὰ παρηγγελμένα
= σύμφωνα με όσα είχαν διαταχθεί. κατὰ Πίνδαρον
= σύμφωνα με τονΠίνδαρο. εξαιτίας κάποιου πράγματος: οὐ κατὰ τὴν ἡμετέραν κακίαν τὸ ἡσσᾶσθαι προσεγένετο
= η ήττα μας δεν προκλήθηκε εξαιτίας δικής μας δειλίας.
6. σε σχέση με κάτι, ως προς κάτι: τὰ κατὰ τὸν πόλεμον
= όσα έχουν σχέση με τον πόλεμο. τὸ κατ’ ἐμέ
= όσον αφορά εμένα.
7. για χρόνο
α. κατά τη διάρκεια: κατὰ τὸν πόλεμον
= στη διάρκεια του πολέμου.
β. περίπου κατά: ὁ Λυκοῦργος κατὰ τοὺς Ἡρακλείδας λέγεται γενέσθαι
= λέγεται ότι ο Λυκούργος έζησε περίπου κατά την εποχή τωνΗρακλειδών.
Γ. στη σύνθεση η κατὰ σημαίνει 1. προς τα κάτω, κάτω: καταβαίνω, καταπέμπω. 2. με εχθρική σημ. εναντίον: κατακρίνω. 3. πίσω, πίσω πάλι: κάτειμι
= έρχομαι πίσω. 4. συχνά μόνο για να δυναμώσει τη σημ. της απλής λέξης: κατακόπτω. 5. κάποτε για να δώσει μεταβατική σημ. σε ένα ρήμα αμετάβ.: καταθρηνέω. 6. υποδηλώνει φθορά ή ανάλωση: καταλειτουργέω
= κατασπαταλώ την περιουσία μου σε βλπ. λειτουργίες.
ΝΕ κατά (με τις σημ. Α4, Β1, 3, 5, 6, 7α, 7β).
[ΙΕ *kata, πβ. χετιτ. kata «μαζί, με»].
γλσΕλα'καταβαίνω: καταβαίνω::
* McsElln.ρήμα.καταβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταβαίνω,
* McsElln.καταβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. κατεβαίνω: ἀπὸ τοῦ ἵππου καταβαίνω. κατὰ τῆς κλίμακος καταβαίνω
= κατεβαίνω τη σκάλα.
2. μεταβαίνω από το εσωτερικό της χώρας στα παράλια: καταβαίνω εἰς Πειραιᾶ
= κατεβαίνω στον Πειραιά (από την Αθήνα).
=/ ἀναβαίνω «μεταβαίνω από τα παράλια στο εσωτερικό της χώρας».
3. κατέρχομαι σε ένα χώρο, για να διαγωνιστώ.
4. για ρήτορα κατεβαίνω από το βήμα (και σταματώ να αγορεύω): βούλομαι ὀλίγα ὑμᾶς ἀναμνήσας καταβαίνειν
= αφού σας υπενθυμίσω λίγα πράγματα, επιθυμώ να κατέβω από το βήμα.
:=> παράγ. κατάβασις, καταβατέον, καταβάτης.
ΝΕ κατεβαίνω (με τις σημ. 1,2,3).
[σύνθ. λ. κατά + βαίνω].
γλσΕλα'καταβάλλω: καταβάλλω::
* McsElln.ρήμα.καταβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταβάλλω,
* McsElln.καταβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. ρίχνω κάτω: καταβάλλω τεῖχος, καταβάλλω τινὰ ἀπὸ τοῦ ἵππου.
2. φονεύω: καταβάλλω τινὰ πατάξας
= φονεύω κάποιον χτυπώντας τον.
3. πληρώνω: καταβάλλω τἀργύριον
= πληρώνω τα χρήματα.
:=> παράγ. καταβλητικός, καταβολή.
ΝΕ καταβάλλω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. κατά + βάλλω].
γλσΕλα'καταβιβάζω: καταβιβάζω::
* McsElln.ρήμα.καταβιβάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταβιβάζω,
* McsElln.καταβιβάζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βιβάζω κατεβάζω: κατεβίβασαν τοὺς Ἀθηναίους εἰς τὰς λιθοτομίας
= κατέβασαν τους Αθηναίους στα λατομεία.
ΝΕ κατεβάζω.
[σύνθ. λ. κατά + βιβάζω].
γλσΕλα'καταγγέλλω: καταγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.καταγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταγγέλλω,
* McsElln.καταγγέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγγέλλω
1. ανακοινώνω, κηρύσσω: πόλεμον καταγγέλλω
= κηρύσσω πόλεμο.
2. καταγγέλλω: τινὸς τὴν ἐπιβουλὴν καταγγέλλω
= καταγγέλλω τα κακόβουλα σχέδια κάποιου.
:=> παράγ. καταγγελία, καταγγελτός.
ΝΕ καταγγέλλω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + ἀγγέλλω].
γλσΕλα'καταγελάω: καταγελάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.καταγελάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταγελάω,
* McsElln.καταγελάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γελάω -ῶ γελώ εις βάρος κάποιου, κοροϊδεύω: κατεγέλων ἡμῶν
= γελούσαν εις βάρος μας.
:=> παράγ. καταγέλαστος, κατάγελως.
ΝΕ καταγελώ.
[σύνθ. λ. κατά + γελάω].
γλσΕλα'καταγιγνώσκω: καταγιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.καταγιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταγιγνώσκω,
* McsElln.καταγιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω
1. διαπιστώνω, παρατηρώ, ανακαλύπτω (κάτι που βλάπτει την υπόληψη κάποιου ή κάτι εν πάση περιπτώσει κακό επάνω του): καὶ τὰ πατρῷα προσαφελέσθαι ζητοῦσιν ἡμᾶς πολλὴν ἡμῶν ἐρημίαν καταγνόντες
= ψάχνουν να μας αφαιρέσουν ακόμη και τα πατρώα, επειδή έχουν διαπιστώσει τη μεγάλη μας εγκατάλειψη.
μγ05.σ154
2. με αιτ. του αδικήματος ή της κατηγορίας προσάπτω κάτι ως κατηγορία ενάντια σε κάποιον:καταγιγνώσκω δωροδοκίαν τινός
= προσάπτω την κατηγορία της δωροδοκίας σε κάποιον.
3. με αιτ. της ποινής καταδικάζω σε: καταγιγνώσκω τινὸς θάνατον / φυγήν
= καταδικάζω κάποιον σε θάνατο / εξορία.
= καταψηφίζομαι.
:=> παράγ. κατάγνωσις, καταγνωστέον.
[σύνθ. λ. κατά + γιγνώσκω].
γλσΕλα'κατάγνυμι: κατάγνυμι & καταγνύω::
* McsElln.ρήμα.κατάγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατάγνυμι,
* McsElln.κατάγνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγνυμι σπάζω, κομματιάζω, συντρίβω: ἔτυχον ἀλλήλων κατάξαντες τὰς κεφαλάς
= συνέβη να σπάσουν τα κεφάλια ο ένας του άλλου.
:=> παράγ. κάταγμα.
ΝΕ το παράγ. κάταγμα.
[σύνθ. λ. κατά + ἄγνυμι].
γλσΕλα'κατάγω: κατάγω::
* McsElln.ρήμα.κατάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατάγω,
* McsElln.κατάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. φέρνω σε κάποιον τόπο (συνήθως από ένα ψηλότερο σημείο σε ένα χαμηλότερο), κατεβάζω:κατάγω τὴν ὕλην ἐκ τῶν ὀρῶν εἰς τὸ ἄστυ
= φέρνω την ξυλεία από τα βουνά στην πόλη.
2. φέρνω από το εσωτερικό της χώρας προς τα παράλια: κατάγω ἐπὶ θάλατταν τὸ στράτευμα
= φέρνω το στράτευμα στη θάλασσα.
3. φέρνω από το ανοικτό πέλαγος στην ξηρά:κατάγω ναῦν
= φέρνω ένα πλοίο στο λιμάνι.
4. επαναφέρω, φέρνω πίσω (συνήθως από την εξορία): τοὺς φυγάδας κατάγω
= φέρνω πίσω τους εξόριστους.
:=> παράγ. καταγωγή, καταγώγιον.
ΝΕ κατάγω (λ.χ. νίκη), κατάγομαι (λ.χ. από τη Μακεδονία).
[σύνθ. λ. κατά + ἄγω].
γλσΕλα'καταισxύνω: καταισχύνω::
* McsElln.ρήμα.καταισxύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταισxύνω,
* McsElln.καταισxύνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἰσχύνω
1. ντροπιάζω: τοὺς προγόνους καταισχύνω
= ντροπιάζω τους προγόνους μου.
2. καταισχύνομαι ντρέπομαι κάποιον/κάτι, νιώθω σεβασμό/ντροπή απέναντί του: καταισχυνθέντες τὴν ἀρετὴν αὐτῶν
= αισθανόμενοι σεβασμό απέναντι στην αρετή τους.
ΝΕ καταισχύνω (λόγ., με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + αἰσχύνω].
γλσΕλα'κατακλείω: κατακλείω::
* McsElln.ρήμα.κατακλείω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατακλείω,
* McsElln.κατακλείω@γλσΕλα,
στην αρχαία αττική διάλεκτο ο τύπος είναι κατακλ'ήωΓια τους χρόνους βλπ. κλείω
1. αποκλείω, εγκλωβίζω: τοὺς Ἕλληνας ἐς τὴν νῆσον κατέκλῃσεν
= απέκλεισε τους Έλληνες στο νησί.
2. μεταφορ. νόμῳ κατακλείω εξασφαλίζω κάτι, δεσμεύω: ἂν νόμῳ κατακλείσητε πᾶσαν τὴν δύναμιν ἐπὶ τῷ πολέμῳ μένειν
= αν εξασφαλίσετε ότι ολόκληρη η στρατιωτική δύναμη θα παραμείνει στον πόλεμο.
3. κλείνω κάτι: κατακλείω τὸν δίφρον
= κλείνω το άρμα.
:=> παράγ. κατακλείς, ἡ.
[σύνθ. λ. κατά + κλείω].
γλσΕλα'κατακλίνω: κατακλίνω::
* McsElln.ρήμα.κατακλίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατακλίνω,
* McsElln.κατακλίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κλίνω
1. βάζω κάποιον να καθίσει ή να ανακλιθεί(για να φάει) ή να πλαγιάσει: κατακλίνω τινὰ πρὸς τὸ πῦρ
= βάζω κάποιον να καθίσει κοντά στη φωτιά.
2. παθ. φωνή κατακλίνομαι (με αόρ. α΄ κατεκλίθην και αόρ. β΄ κατεκλίνην) κάθομαι, ανακλίνομαι, στο τραπέζι (για φαγητό): σὺ παρ’Ἐρυξίμαχον κατακλίνου
= εσύ κάτσε κοντά στον Ερυξίμαχο.
:=> παράγ. κατάκλισις, κατακλινής.
ΝΕ κατακλίνομαι (λόγ.).
[σύνθ. λ. κατά + κλίνω].
γλσΕλα'κατακλύζω: κατακλύζω::
* McsElln.ρήμα.κατακλύζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατακλύζω,
* McsElln.κατακλύζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κλύζω
1. κάνω κάτι να πλημυρίσει, σκεπάζω κάτι με νερό: τόπος ὑπ’ ὄμβρων κατακλυζόμενος
= τόπος που πλημυρίζει από βροχές.
2. μεταφορικά γεμίζω ασφυκτικά κάτι με κάτι άλλο.
ΝΕ κατακλύζω (και με τις δύο σημ.).
[σύνθ. λ. κατά + κλύζω].
γλσΕλα'κατακρίνω: κατακρίνω::
* McsElln.ρήμα.κατακρίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατακρίνω,
* McsElln.κατακρίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρίνω ορίζω κάτι ως καταδίκη εναντίον κάποιου, καταδικάζω: τὸ τελευτῆσαι πάντων ἡ πεπρωμένη κατέκρινεν
= η μοίρα όρισε το θάνατο ως καταδίκη των πάντων (η μοίρα καταδίκασε όλους σε θάνατο). ἂν κατακριθῇ μοι (απρόσωπο)
= αν οριστεί καταδίκη σε βάρος μου, αν καταδικαστώ. κατακεκριμένος ἀποθν'ήσκειν
= καταδικασμένος να πεθάνει.
= καταγιγνώσκω.
:=> παράγ. κατάκριτος, κατάκρισις.
ΝΕ κατακρίνω.
[σύνθ. λ. κατά + κρίνω].
γλσΕλα'καταλαμβάνω: καταλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.καταλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταλαμβάνω,
* McsElln.καταλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. κυριεύω, καταλαμβάνω: κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν
= κυρίευσε την ακρόπολη.
2. για καταστάσεις καταλαμβάνω, έρχομαι ξαφνικά, βρίσκω: ἀνήκεστόν τι ἡμᾶς κατέλαβεν
= μας βρήκε ξαφνικά κάτι ανεπανόρθωτο.
3. συλλαμβάνω με το μυαλό μου, κατανοώ.
4. ανακαλύπτω, βρίσκω, πετυχαίνω, πιάνω κάποιον/κάτι, τον/το βρίσκω σε συγκεκριμένη κατάσταση: καταλαμβάνω ἀνεῳγμένην τὴν θύραν
= πετυχαίνω την πόρτα ανοικτή.
μγ05.σ155
:=> παράγ. καταληπτός, κατάληψις.
ΝΕ καταλαμβάνω (με τις σημ. 1, 2, 3) & καταλαβαίνω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. κατά + λαμβάνω].
γλσΕλα'καταλέγω: καταλέγω::
* McsElln.ρήμα.καταλέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταλέγω,
* McsElln.καταλέγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λέγω (Β)
1. λέω κάτι αναλυτικά και κατά σειρά: ἀπὸΣόλωνος τοὺς ἄρχοντας καταλέγω
= λέω αναλυτικά όλους τους άρχοντες αρχίζοντας από το Σόλωνα.
2. συγκαταλέγω, εγγράφω κάποιον σε κατάλογο: καταλέγω τινὰ εἰς τοὺς ὁπλίτας
= κατατάσσω κάποιον στην τάξη των οπλιτών.
:=> παράγ. καταλεκτέος, καταλογάδην, καταλογεύς, κατάλογος, σύνθ. συγκαταλέγω.
ΝΕ το σύνθ. συγκαταλέγω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + λέγω].
γλσΕλα'καταλείπω: καταλείπω::
* McsElln.ρήμα.καταλείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταλείπω,
* McsElln.καταλείπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λείπω
1. καταλείπω & στη μέση φωνή καταλείπομαι αφήνω πίσω μου: καταλείπομαι παῖδας
= αφήνω πίσω μου παιδιά.
2. κληροδοτώ: καταλείπω δόκησιν ἰσχύος καὶ ξυνέσεως ἐς τὸ ἔπειτα
= κληροδοτώ στις κατοπινές γενιές τη φήμη της δύναμης και της σύνεσής μου.
3. εγκαταλείπω: οἰκίας τε καὶ ἱερὰ καταλείπουσιν
= εγκαταλείπουν τα σπίτια και τα ιερά τους.
:=> παράγ. κατάλειψις. σύνθ. ἐγκαταλείπω.
ΝΕ σύνθ. εγκαταλείπω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. κατά + λείπω].
γλσΕλα'καταλύω: καταλύω::
* McsElln.ρήμα.καταλύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταλύω,
* McsElln.καταλύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λύω
1. καταλύω, καταστρέφω, ανατρέπω, ακυρώνω: καταλύω τὸν δῆμον
= ανατρέπω το δημοκρατικό πολίτευμα. οἱ Ἀθηναίων τύραννοι κατελύθησαν
= οι τύραννοι των Αθηνών ανατράπηκαν. καταλύω νόμους.
2. τερματίζω κάτι: τὸν λόγον καταλύω
= τερματίζω την ομιλία μου. καταλύω τὸν πόλεμον.
3. φιλοξενούμαι, μένω, διαμένω: παρ’ ἐμοὶ καταλύει
= είναι φιλοξενούμενός μου.
:=> παράγ. κατάλυμα, καταλυτός, καταλύσιμος, κατάλυσις, καταλυτής, καταλύτης.
ΝΕ καταλύω (με τις σημ. 1, 3).
[σύνθ. λ. κατά + λύω].
γλσΕλα'καταναλίσκω: καταναλίσκω::
* McsElln.ρήμα.καταναλίσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταναλίσκω,
* McsElln.καταναλίσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀναλίσκω
1. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ: εἰς τὴν στρατείαν ταύτην πλέον ἢ τάλαντα πεντακισχίλια καὶ μύρια κατηνάλωσεν
= στην εκστρατεία αυτή ξόδευσε πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες τάλαντα.
:=> παράγ. κατανάλωσις.
ΝΕ καταναλώνω & (λόγ.) καταναλίσκω.
[σύνθ. λ. κατά + ἀναλίσκω].
γλσΕλα'κατανέμω: κατανέμω::
* McsElln.ρήμα.κατανέμω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατανέμω,
* McsElln.κατανέμω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νέμω
1. μοιράζω, χωρίζω σε μερίδια: τὸ στράτευμα κατένειμε δώδεκα μέρη
= χώρισε το στράτευμα σε δώδεκα μέρη.
2. μέση φωνή κατανέμομαι μοιράζομαι κάτι μαζί με άλλους: τὰ μακρὰ τείχη ’'ώκησαν κατανειμάμενοι
= μοίρασαν μεταξύ τους τα μακρά τείχη και κατοίκησαν εκεί.
:=> παράγ. κατανομή.
ΝΕ κατανέμω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + νέμω].
γλσΕλα'καταπλήττω: καταπλήττω::
* McsElln.ρήμα.καταπλήττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταπλήττω,
* McsElln.καταπλήττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι καταπλήσσωΓια τους χρόνους βλπ. πλήττω
1. καταπλήσσω κάποιον/κάτι, τον σαστίζω, του προκαλώ έντονη απορία, τον τρομάζω:ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτοὺς παρὰ καιρὸν ὕβρει θαρσοῦντας, λέγων κατέπλησσεν ἐπὶ τὸ φοβεῖσθαι
= κάθε φορά λοιπόν που καταλάβαινε ότι αυτοί, άκαιρα, από υπεροψία, γίνονταν υπερβολικά τολμηροί, τους τρόμαζε με τα λόγια του, ώστε να φοβούνται.
:=> παράγ. καταπλήξ (< *καταπλήγ-ς), κατάπληξις.
ΝΕ καταπλήσσω & καταπλήττω.
[σύνθ. λ. κατά + πλήττω].
γλσΕλα'κατασκευάζω: κατασκευάζω::
* McsElln.ρήμα.κατασκευάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατασκευάζω,
* McsElln.κατασκευάζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. σκευάζω
1. εφοδιάζω με όλα τα απαραίτητα, εξοπλίζω: πᾶσι κατασκευάζω τὸ πλοῖον
= εξοπλίζω το πλοίο με όλα τα εξαρτήματα.
2. κτίζω, κατασκευάζω: κατασκευάζω γυμνάσια
= κτίζω γυμναστήρια.
3. ετοιμάζω, εγκαθιδρύω: κατασκευάζω δημοκρατίαν, συμπόσιον κτλ.
4. καθιστώ, αποδίδω σε κάποιον/κάτι μια ορισμένη ιδιότητα: τὰ φρούρια ὡς ἐχυρώτατα κατασκευάζω
= κάνω τα φρούρια όσον το δυνατόν πιο οχυρά.
5. παρουσιάζω κάποιον με ορισμένη ιδιότητα:κατασκευάζω τινὰς ὑβριστάς.
:=> παράγ. κατασκεύασμα, κατασκευασμός, κατασκευαστέος.
ΝΕ κατασκευάζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. του κατασκευή (σύνθ. λ. κατά +σκευή) + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'κατασκευή: κατασκευή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.κατασκευή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατασκευή,
* McsElln.κατασκευή@γλσΕλα,
1. ετοιμασία, παρασκευή: κατασκευὴ τοῦ πολέμου
= προετοιμασία του πολέμου.
2. κτίσιμο, οικοδόμηση: λιμένων κατασκευή
= οικοδόμηση λιμανιών.
μγ05.σ156
3. κατάσταση, σύσταση (ενός πράγματος): ἡ τῆς ψυχῆς κατασκευή
= η κατάσταση της ψυχής.
4. εγκαταστάσεις,νοικοκυριό: τῆς κατασκευῆς τὰ ἐδάφη
= τα θεμέλια των εγκαταστάσεων.
5. έπιπλα, σκεύη και γενικά κάθε είδος φορητού εξοπλισμού.
ΝΕ κατασκευή (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + σκευή].
γλσΕλα'καταστρέφω: καταστρέφω::
* McsElln.ρήμα.καταστρέφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταστρέφω,
* McsElln.καταστρέφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. στρέφω
1. στη μέση φωνή καταστρέφομαι υποτάσσω κάποιον στην εξουσία μου, καθυποτάσσω: ἐξῆν αὐτοῖς τὰ ἐν Σικελί'α καταστρέψασθαι
= μπορούσαν να υποτάξουν τη Σικελία.
2. στρέφω κάτι προς ένα ορισμένο τέλος ή κατεύθυνση: κατέστρεψε εἰς φιλανθρωπίαν τοὺς λόγους
= έστρεψε τη συζήτηση προς μια ευγενική κατακλείδα.
:=> παράγ. καταστροφή.
ΝΕ καταστρέφω «προκαλώ αφανισμό».
[σύνθ. λ. κατά + στρέφω].
γλσΕλα'κατατίθημι: κατατίθημι::
* McsElln.ρήμα.κατατίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατατίθημι,
* McsElln.κατατίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. βάζω κάτω, τοποθετώ.
2. πληρώνω: κατατίθημι τὸ ὄφλημα
= πληρώνω το χρέος μου.
3. μέση φωνή κατατίθεμαι
α. θέτω τέρμα σε κάτι: κατατίθεμαι τὸν πόλεμον.
β. καταθέτω, αποθηκεύω: χρήματα κατατίθεμαι. κατατίθεμαι σῖτον.
γ. θησαυρίζω, εξασφαλίζω: ἀΐδιον δόξαν κατατίθεμαι
= εξασφαλίζω αιώνια δόξα. εὐεργεσίαν κατέθετο ἐς βασιλέα
= εξασφάλισε τη διάθεση του βασιλιά να τον ευεργετήσει.
δ. τοποθετώ κάποιον/κάτι σε ασφαλές μέρος: τοὺς πρέσβεις κατέθεντο ἐς Αἴγιναν.
ε. καταθέτω κάτι στη μνήμη μου.
:=> παράγ. καταθήκη.
ΝΕ καταθέτω (με τη σημ. 3β).
[σύνθ. λ. κατά + τίθημι].
γλσΕλα'καταφανής: καταφανής, -ής, -ὲς::
* McsElln.ρήμα.καταφανής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταφανής,
* McsElln.καταφανής@γλσΕλα,
Συγκριτικός καταφανέστερος
Υπερθετικός καταφανέστατος
1. ορατός: οὔπω καταφανεῖς ἦσαν οἱ πολέμιοι
= οι εχθροί δεν ήταν ακόμα ορατοί.
2. φανερός, σαφής: (συχνά με μτχ.) καταφανής ἐστι κακουργῶν
= είναι φανερό ότι κάνει άθλιες πράξεις.
:=> παράγ. καταφανῶς.
ΝΕ καταφανής (με τη σημ. 2).
[κατά + *φαν- (ἐ-φάν-ην < φαίνομαι) + παρ.επίθ. -ής ως παράγ. λ. του καταφαίνομαι].
γλσΕλα'καταφεύγω: καταφεύγω::
* McsElln.ρήμα.καταφεύγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταφεύγω,
* McsElln.καταφεύγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φεύγω καταφεύγω σε μέρος ασφαλές ή σε πρόσωπο έμπιστο, για να γλιτώσω από κίνδυνο, καταφεύγω: εἰς ὑμᾶς καταφεύγω καὶ ἀντιβολῶ
= σε σας καταφεύγω και παρακαλώ.
ΝΕ καταφεύγω.
[σύνθ. λ. κατά + φεύγω].καταφρονέω -ῶΓια τους χρόνους βλπ. φρονέω -ῶ περιφρονώ: καταφρονῶ τοῦ κινδύνου
= περιφρονώ τον κίνδυνο. καταφρονῶ τοὺς ἐπιόντας
= περιφρονώ τους εχθρούς.
:=> παράγ. καταφρόνησις, καταφρόνημα, καταφρονητικός, καταφρονητικῶς.
ΝΕ καταφρονώ.
[σύνθ. λ. κατά + φρονέω].
γλσΕλα'καταxράομαι: καταχράομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.καταxράομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταxράομαι,
* McsElln.καταxράομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. χράομαι -ῶμαι με δοτ. και σπάνια αιτιατ. ως αντικείμενο
1. κάνω πλήρη χρήση ενός πράγματος, χρησιμοποιώ: καταχρῶμαι αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως
= τους χρησιμοποιώ για ενίσχυση της ενότητας της πόλης.
2. κάνω κακή χρήση, κάνω κατάχρηση: τῇ τῶν προγόνων δόξῃ καταχρῶμαι
= κάνω κακή χρήση της δόξας των προγόνων μου.
:=> παράγ. κατάχρησις, καταχρηστέον, καταχρηστικός.
ΝΕ καταχρώμαι (με σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + χρῶμαι].
γλσΕλα'καταxωρίζω: καταχωρίζω::
* McsElln.ρήμα.καταxωρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταxωρίζω,
* McsElln.καταxωρίζω@γλσΕλα,
Μέλλ. καταχωριῶ
Αόρ. κατεχώρισα
Παθ. αόρ. κατεχωρίσθην
Παθ. παρακ. κατακεχώρισμαι συνήθως για στρατιώτες τοποθετώ κάποιον στη θέση του: αὐτὸς δὲ τὸ ἄλλο στράτευμα κατεχώριζεν
= και αυτός έβαζε το υπόλοιπο στράτευμα στη θέση του.
:=> παράγ. καταχώρισις, καταχωρισμός.
ΝΕ καταχωρίζω (με την ίδια σημ. αλλά όχι για στρατιώτες).
[σύνθ. λ. κατά + χωρίζω].
γλσΕλα'καταψηφίζομαι: καταψηφίζομαι::
* McsElln.ρήμα.καταψηφίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καταψηφίζομαι,
* McsElln.καταψηφίζομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ψηφίζω
1. ψηφίζω εις βάρος κάποιου, τον καταδικάζω διά της ψήφου μου, τον κρίνω ένοχο:καταψηφίζομαί τινος θάνατον (η ποινή)
= καταδικάζω κάποιον σε θάνατο. καταψηφίζομαί τινος δειλίαν (το αδίκημα)
= καταδικάζω κάποιον, τον κρίνω ένοχο, για δειλία.
= καταγιγνώσκω.
2. παθ. φωνή καταψηφίζομαι καταδικάζομαι.
3. για την απόφαση εκδίδομαι εις βάρος κάποιου:κατεψηφισμένος ἦν μου ὁ θάνατος
= η από-
μγ05.σ157
φαση του θανάτου είχε εκδοθεί εις βάρος μου.
:=> παράγ. καταψήφισις, καταψηφιστέον.
ΝΕ καταψηφίζω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + ψηφίζομαι].
γλσΕλα'κατεπείγω: κατεπείγω::
* McsElln.ρήμα.κατεπείγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατεπείγω,
* McsElln.κατεπείγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐπείγω
1. πιέζω κάποιον, του ασκώ πίεση: οἱ χρῆσται κατήπειγον αὐτόν
= οι δανειστές του τον πίεζαν. οὐδὲν ὑμᾶς κατεπείγει νῦν ἀκοῦσαι περὶ τούτων
= τίποτε δε σας πιέζει να ακούσετε τώρα γι’ αυτά τα πράγματα.
2. ως αμετάβ. βιάζομαι: ἕπου κατεπείγων
= ακολούθα βιαστικά.
ΝΕ κατεπείγω, κατεπείγομαι (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + ἐπείγω].
γλσΕλα'κατεργάζομαι: κατεργάζομαι::
* McsElln.ρήμα.κατεργάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατεργάζομαι,
* McsElln.κατεργάζομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐργάζομαι
1. εργάζομαι για κάτι, το πραγματοποιώ, το κατορθώνω, το αποπερατώνω: εἰρήνην ἐποιησάμεθα ἣν ἡμῖν Νικίας κατειργάσατο
= κάναμε ειρήνη, για την οποία εργάστηκε ο Νικίας.
2. υποτάσσω, νικώ: ἠπίστατο πολλοὺς ἐκ ταπεινῶν πραγμάτων μεγάλας δυναστείας κατεργασαμένους
= ήξερε πολλούς οι οποίοι με ταπεινές δυνάμεις υπέταξαν μεγάλες δυναστείες.
3. με διπλή αιτ. κάνω κάτι σε κάποιον: καλόν τι τὴν πόλιν κατεργάζομαι
= κάνω στην πόλη κάτι καλό.
ΝΕ κατεργάζομαι «προετοιμάζω μυστικά».
[σύνθ. λ. κατά + ἐργάζομαι].
γλσΕλα'κατέρxομαι: κατέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.κατέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατέρxομαι,
* McsElln.κατέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. κατεβαίνω.
2. επιστρέφω, γυρίζω πίσω (ιδίως στην πατρίδα μου από την εξορία): συνέφυγεν τὴν φυγὴν ταύτην καὶ μεθ’ ἡμῶν κατῆλθεν
= εξορίστηκε μαζί σας και μαζί σας επέστρεψε στην πατρίδα.
ΝΕ κατέρχομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + ἔρχομαι].
γλσΕλα'κατέxω: κατέχω::
* McsElln.ρήμα.κατέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατέxω,
* McsElln.κατέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. συγκρατώ, αναχαιτίζω, εμποδίζω: οὐχ οἷός τ’ ἦν κατέχειν τὰ δάκρυα
= δεν ήταν σε θέση να συγκρατήσει τα δάκρυά του. κατέχω αὐτοὺς ὥστε μὴ ἀπιέναι
= τους εμποδίζω να φύγουν.
2. ως κατακτητής καταλαμβάνω, κατέχω: τὰ ἐχυρὰ κατέχω
= έχω υπό την κατοχή μου τα οχυρά.
3. καταλαβαίνω: οὐ κατέχω τί βούλει φράζειν
= δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις.
4. στην παθ. φωνή κατέχομαι διακατέχομαι, με κυριεύει το πνεύμα ενός θεού ή μιας μεγάλης προσωπικότητας, είμαι σε κατάσταση έμπνευσης: ἐξ Ὁμήρου κατέχομαι
= με κυριεύει το πνεύμα του Ομήρου, τελώ υπό την έμπνευση του Ομήρου.
5. ως αμετάβ. υπερισχύω, επικρατώ: ὁ λόγος κατέχει
= επικρατεί η φήμη.
:=> παράγ. κάθεξις, καθεκτός, κατάσχετος.
ΝΕ κατέχω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. κατά + ἔχω].
γλσΕλα'κατηγορέω: κατηγορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κατηγορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατηγορέω,
* McsElln.κατηγορέω@γλσΕλα,
1. κατηγορώ: κατηγορῶ τῶν λιπόντων τὴν τάξιν
= κατηγορώ όσους εγκατέλειψαν τη θέση τους (στο πεδίο της μάχης).
=/ ἀπολογοῦμαι ὑπέρ τινος «υπερασπίζομαι κάποιον».
2. απολύτως είμαι κατήγορος σε δίκη.
3. αποτελώ διαβεβαίωση: σαφέστατα κατηγορεῖ ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει
= αυτό αποτελεί σαφέστατη διαβεβαίωση ότι το θέμα αυτό είναι έτσι.
:=> παράγ. κατηγόρημα, κατηγορία, κατηγορητέον, κατηγορικός.
ΝΕ κατηγορώ (με τη σημ.1).
[παράγ. λ. κατήγορος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'κατοικέω: κατοικέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κατοικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατοικέω,
* McsElln.κατοικέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἰκέω -ῶ
1. κατοικώ: κατοικῶ τόπον
= κατοικώ σε έναν τόπο.
2. αμετάβ., για πόλεις βρίσκομαι σε κάποια θέση: πόλεις ἐν Πελοποννήσῳ κατοικοῦσαι
= πόλεις που βρίσκονται στην Πελοπόννησο.
:=> παράγ. κατοίκησις, κατοικία, κατοικητήριος.
ΝΕ κατοικώ (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + οἰκέω].
γλσΕλα'κατοικίζω: κατοικίζω::
* McsElln.ρήμα.κατοικίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατοικίζω,
* McsElln.κατοικίζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἰκίζω
1. βάζω κάποιον να κατοικήσει κάπου, τον εγκαθιστώ, ιδρύω (πόλη, οικισμό κτλ): κατοικίζω πόλιν εἰς τόπον. ἡ Ἑλλὰς κατῳκίζετο
= ηΕλλάδα δεχόταν εγκαταστάσεις πληθυσμού.
2. στη μέση φωνή κατοικίζομαι εγκαθίσταμαι:κατοικισάμενος ἐν Τροιζῆνι
= αφού εγκαταστάθηκα στην Τροιζήνα...
:=> παράγ. κατοίκισις, κατοικισμός.
[παράγ. λ. κάτοικος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'κατόπιν: κατόπιν::
* McsElln.επίρρημα.κατόπιν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατόπιν,
* McsElln.κατόπιν@γλσΕλα,
1. για τόπο πίσω: ἕτεροι κατόπιν τὰς ἀσπίδας ἔφερον
= άλλοι πίσω τους κρατούσαν τις ασπίδες τους.
2. για χρόνο μετά, στη συνέχεια: κατόπιν ἑορτῆς ἥκομεν
= έχουμε έρθει μετά τη γιορτή.
[κατά + *ὄπις «πίσω, οπίσθιος» όπως στα ὄπισ-θεν, ὀπίσ-ω, μετ-όπιν].
μγ05.σ158
γλσΕλα'κάτοπτρον: κάτοπτρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κάτοπτρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάτοπτρον,
* McsElln.κάτοπτρον@γλσΕλα,
καθρέφτης.
:=> παράγ. κατοπτρίζω.
[σύνθ. λ. κατά + *οπ- (ὄπ-ωπα, ὄψομαι) +παρ. επίθ. -τρον].
γλσΕλα'κατορθόω: κατορθόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κατορθόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κατορθόω,
* McsElln.κατορθόω@γλσΕλα,
Παρατ. κατώρθουν
Μέλλ. κατορθώσω
Αόρ. κατώρθωσα
Παρακ. κατώρθωκα
1. εκτελώ επιτυχώς, φέρω κάτι σε επιτυχή έκβαση, κατορθώνω κάτι: εἰ γὰρ ἓν ὧν ἐπεβούλευσεν κατώρθωσεν, ἅπαντα ἂν ἀπεστερήμην ἐγώ
= αν έστω και ένα από όσα είχε επιβουλευτεί πραγματοποιούσε με επιτυχία, εγώ θα έχανα τα πάντα.
2. ως αμετάβ. σημειώνω επιτυχία, πετυχαίνω:μάλιστα κατορθῶ
= πετυχαίνω σε πολύ μεγάλο βαθμό.
=/ πταίω «αποτυγχάνω».
:=> παράγ. κατόρθωσις.
ΝΕ κατορθώνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. κατά + ὀρθόω].
γλσΕλα'κάτω: κάτω::
* McsElln.επίρρημα.κάτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάτω,
* McsElln.κάτω@γλσΕλα,
Συγκριτικός κατωτέρω
Υπερθετικός κατωτάτω
1. κάτω, προς τα κάτω: κάτω φέρεται
= κινείται προς τα κάτω.
2. γεωγραφικά προς τα παράλια ή προς τον νότο: κάτω οἰκῶ
= κατοικώ στα παράλια της χώρας.
:=> παράγ. κάτωθεν.
ΝΕ κάτω (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. *κατ- (πβ. κατά) + παρ. επίθ. -ω].
γλσΕλα'καύμα: καῦμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.καύμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'καύμα,
* McsElln.καύμα@γλσΕλα,
1. καύσωνας.
2. υψηλός πυρετός.
[*καF- (καίω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'κάω: κάω & καίω::
* McsElln.ρήμα.κάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κάω,
* McsElln.κάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκαον & ἔκαιον
Μέλλ. καύσω & καύσομαι
Αόρ. ἔκαυσα
Παρακ. κέκαυκα
Μέσ. αόρ. ἐκαυσάμην
Παθ. μέλλ. καυθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκαύθην & ἐκάην
Παθ. παρακ. κέκαυμαι
Παθ. υπερσ. ἐκεκαύμην
1. ανάβω: πῦρ καίω
= ανάβω φωτιά.
=/ σβέννυμι.
2. καίω: κάω νεκρούς
= καίω τους νεκρούς.
3. παθ. φωνή κάομαι φλέγομαι (από τον πυρετό ή από ερωτικό πάθος).
ΝΕ καίω (με τη σημ. 2).
[*κάF-jω > καίω, κάω].
γλσΕλα'κείμαι: κεῖμαι::
* McsElln.ρήμα.κείμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κείμαι,
* McsElln.κείμαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκείμην
Μέλλ. κείσομαι εύχρηστο σε ενεστ., παρατ. και μέλλ.
1. είμαι θαμμένος: κεῖμαι ἐν τάφῳ
= είμαι θαμμένος σε τάφο.
2. για τόπους ή οικοδομές κείτομαι σε κατάσταση ερειπίων: ἐπανορθῶ εἴ τι πρότερον τῆς πόλεως ἔκειτο
= διορθώνω και ό,τι τυχόν προηγουμένως βρισκόταν σε ερειπιώδη κατάσταση στην πόλη.
3. για τόπους είμαι τοποθετημένος, βρίσκομαι:ἡ νῆσος πρὸ Μεγάρων κεῖται
= το νησί βρίσκεται μπροστά από τα Μέγαρα.
4. για πράγματα βρίσκομαι.
5. για προϊόντα, χρήματα είμαι αποθηκευμένος, κατατεθειμένος: πολλὰ χρήματα ἐπὶ τῇ τούτου τραπέζῃ κεῖταί μοι
= έχω κατατεθειμένα πολλά χρήματα στην τράπεζά του.
6. για νόμους έχω οριστεί/τεθεί: οἱ νόμοι οἱ κείμενοι
= οι καθορισμένοι νόμοι.
:=> παράγ. κειμήλιον, κοίτη.
ΝΕ κείμαι (λόγ., με τις σημ. 1, 3, και μετοχή κείμενος με τη σημ. 6).
[*κει- (κεῖμαι, κοίτη, κοιμά-ομαι) + -μαι].
γλσΕλα'κείρω: κείρω::
* McsElln.ρήμα.κείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κείρω,
* McsElln.κείρω@γλσΕλα,
Μέλλ. κερῶ
Αόρ. ἔκειρα
Παρακ. κέκαρκα
Μέσ. μέλλ. κεροῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐκειράμην
Παθ. αόρ. ἐκάρην
Παθ. παρακ. κέκαρμαι
Παθ. υπερσ. ἐκεκάρμην
1. κουρεύω. 2. στη μέση φωνή κείρομαι κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι, κυρίως επειδή πενθώ: ἄξιον ἦν ἐπὶ τῷδε τῷ τάφῳ κείρασθαι τὴν Ἑλλάδα
= έπρεπε για τον ενταφιασμό αυτό να πενθήσει η Ελλάδα. 3. για χώρα ρημάζω, ερημώνω: τὴν γῆν κείρω
= ρημάζω τη χώρα (κατακόβοντας τα σπαρτά και τα κάρπιμα δέντρα της).
:=> παράγ. κέρμα, κορμός, κουρά, σύνθ. ἀποκείρω, κατακείρω, περικείρω.
ΝΕ κείρομαι στη φρ. κείρομαι μοναχός και στη φρ. εν χρω κεκαρμένος «κουρεμένος σύρριζα».
[*κερ-jω > κείρω].
γλσΕλα'κελεύω: κελεύω::
* McsElln.ρήμα.κελεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κελεύω,
* McsElln.κελεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκέλευον
Μέλλ. κελεύσω
Αόρ. ἐκέλευσα
Παρακ. κεκέλευκα
Μέσ. αόρ. ἐκελευσάμην
μγ05.σ159
Παθ. αόρ. ἐκελεύσθην
Παθ. παρακ. κεκέλευσμαι
1. διατάζω: ἐκέλευσαν τὸν Ἀστύοχον βοηθεῖν αὐτοῖς
= διέταξαν τον Αστύοχο να τους βοηθήσει.
2. προτρέπω, παρακινώ, παροτρύνω.
3. προτείνω κάτι: τοὺς ἄλλους ξένους εἶναι κελεύω
= προτείνω οι άλλοι να είναι μισθοφόροι.
:=> παράγ. κέλευ(σ)μα, κελευσμός, κελευστής, κελευτιάω.
ΝΕ κελεύω (λόγ., με τη σημ. 1).
[*κελ- (κέλ-λω «προσορμίζω πλοίο») + -εύ-ω].
γλσΕλα'κενός: κενός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.κενός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κενός,
* McsElln.κενός@γλσΕλα,
Συγκριτικός κενότερος & κενώτερος
Υπερθετικός κενότατος & κενώτατος
1. άδειος: κεναῖς χερσί
= με άδεια χέρια. κενὸς φρονήσεως.
=/ πλήρης.
2. μάταιος, άκαρπος, αναποτελεσματικός: κενὴ ἐλπίς
= μάταιη ελπίδα.
:=> παράγ. κενότης, κενόω, κενῶς, σύνθ. κενοτάφιον.
ΝΕ κενός (με τις σημ. 1, 2).
[*κενF- + παρ. επίθ. -'oς, ιων. κεινός].
γλσΕλα'κενόω: κενόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κενόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κενόω,
* McsElln.κενόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκένουν
Μέλλ. κενώσω
Αόρ. ἐκένωσα
Παρακ. κεκένωκα
Παθ. αόρ. ἐκενώθην αδειάζω: κενῶ τὴν ναῦν
= αδειάζω το καράβι.
=/ πληρόω «γεμίζω».
:=> παράγ. κένωσις, κενωτικός.
ΝΕ κενώνω.
[παράγ. λ. κενός + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'κεντέω: κεντέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κεντέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κεντέω,
* McsElln.κεντέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκέντουν
Μέλλ. κεντήσω
Αόρ. ἐκέντησα
Παθ. μέλλ. κεντηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκεντήθην
Παρακ. κεκέντημαι
1. κυρίως για μέλισσες και σφήκες κεντρίζω, τρυπώ με κεντρί.
2. γενικά πληγώνω με αιχμηρό όργανο, διατρυπώ, μαχαιρώνω: παίομαι καὶ κεντοῦμαι ὑπό τινος
= κάποιος με χτυπά και με μαχαιρώνει.
:=> παράγ. κέντρον, κεντρίζω, κεντρόω, σύνθ.κεντρομανής.
ΝΕ κεντώ (λόγ., και «κάνω κέντημα»).
[παράγ. λ. *κεντ- (κέντ-ρον «αγκάθι») + παρ.επίθ. -έω].
γλσΕλα'κέντρον: κέντρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κέντρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κέντρον,
* McsElln.κέντρον@γλσΕλα,
1. βουκέντρα.
2. μεταφορικά ερέθισμα, κίνητρο, κεντρί: πόθου κέντρον
= το κεντρί του πόθου.
3. κεντρί (μέλισσας, σκορπιού).
:=> παράγ. κεντρόω, κεντρικός, κέντρων, κεντρώδης.
ΝΕ κέντρο «κεντρικό σημείο».
[παράγ. λ. *κεντ- (κεντέω) + παρ. επίθ. -τρον].
γλσΕλα'κέραμος: κέραμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κέραμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κέραμος,
* McsElln.κέραμος@γλσΕλα,
1. χώμα ή πηλός που χρησιμοποιεί ο κεραμέας: κέραμος ὠμός
= άψητος πηλός.
2. κεραμίδι: βάλλω τινὰ λίθοις καὶ κεράμῳ
= χτυπώ κάποιον πετώντας επάνω του πέτρες και κεραμίδια.
:=> παράγ. κεραμ(ε)ικός, κεραμεύς, κεραμεύω, κεραμίς.
ΝΕ κεραμίδι (με τη σημ. 2).
[αβέβ. ετυμ., πβ. αρχ. γερμ. herd «εστία»].
γλσΕλα'κεράννυμι: κεράννυμι & κεραννύω::
* McsElln.ρήμα.κεράννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κεράννυμι,
* McsElln.κεράννυμι@γλσΕλα,
Αόρ. ἐκέρασα
Παθ. μέλλ. κραθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκράθην & ἐκεράσθην
Παρακ. κέκραμαι
Υπερσ. ἐκεκράμην
1. αναμειγνύω, ανακατεύω, το κρασί με νερό αραιώνοντάς το, ετοιμάζω κρασί: τοῖς θεοῖς εὐχόμενοι κεραννύωμεν
= ας ετοιμάσουμε κρασί ευχόμενοι προς τους θεούς.
2. γενικά αναμειγνύω, ανακατεύω: κεράννυμί τί τινι
= αναμειγνύω κάτι με κάτι.
= μείγνυμι.
:=> παράγ. κρᾶσις, κρατήρ, ἀκήρατος, σύνθ.ἀκέραιος.
ΝΕ παράγ. κράση, κρατήρας κτλ.
[*κερασ-, κρασ- (πβ. ἐ-κέρασ-α) + παρ. επίθ. -νυ+ -μι].
γλσΕλα'κέρας: κέρας, κέρως::
* McsElln.ουσιαστικό.κέρας-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κέρας,
* McsElln.κέρας@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι κέρας, -ατος
1. κέρατο.
2. πτέρυγα στρατεύματος ή στόλου: κέρας δεξιόν/εὐώνυμον
= η δεξιά/αριστερή πτέρυγα του στρατεύματος. κατὰ κέρας προσβάλλω
= επιτίθεμαι στην πτέρυγα του στρατεύματος, επιτίθεμαι κατά μέτωπο.
:=> παράγ. κεράτιον, κεράτινος, κερατέα, κεράστης, κερατόω, κερατίζω, σύνθ. κερασβόλος, κερασφόρος.
ΝΕ κέρατο (με τη σημ. 1) & κέρας (με σημ. 2).
[*κερασ- (πβ. βλπ. κάρα, κρανίον)].
γλσΕλα'κερδαίνω: κερδαίνω::
* McsElln.ρήμα.κερδαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κερδαίνω,
* McsElln.κερδαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκέρδαινον
Μέλλ. κερδανῶ
Αόρ. ἐκέρδανα
Παρακ. κεκέρδηκα κερδίζω: κερδάναντες ἓξ τάλαντα...
= αφού κέρδισαν έξι τάλαντα...
[παράγ. λ. κέρδος + παρ. επίθ. -αίνω < -*αν-jω].
μγ05.σ160
γλσΕλα'κερκίς: κερκίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.κερκίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κερκίς,
* McsElln.κερκίς@γλσΕλα,
1. λεπτό, μακρύ και ίσιο ραβδί από ξύλο συνήθως ή άλλο υλικό που μεταχειριζόταν ως εργαλείο ο υφάντης.
2. σφηνοειδής διαίρεση των καθισμάτων στο αρχαίο θέατρο (τμήμα των εδωλίων ανάμεσα στις κλίμακες).
:=> παράγ. κερκίζω.
ΝΕ κερκίδα (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. κέρκ-ος + παρ. επίθ. -ίς].
γλσΕλα'κέρκος: κέρκος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κέρκος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κέρκος,
* McsElln.κέρκος@γλσΕλα,
ουρά ζώου: τὴν κέρκον ἐξέτεινεν
= τέντωσε, ύψωσε, την ουρά του.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'κηδεία: κηδεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.κηδεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κηδεία,
* McsElln.κηδεία@γλσΕλα,
συγγένεια βασισμένη σε γάμο, όχι εξ αίματος:προμνηστρὶς δεινὴ συνάγειν εἰς κηδείαν
= προξενήτρα ικανή στο να οδηγεί ανθρώπους σε γάμο.
ΝΕ κηδεία «φροντίδα για ταφή, ταφή».
[παράγ. λ. κῆδ-ος (πβ. κήδ-ομαι) + παρ. επίθ.-εία, ακριβέστερα *κηδε- + -ια > κηδεία].
γλσΕλα'κηδεμών: κηδεμών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.κηδεμών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κηδεμών,
* McsElln.κηδεμών@γλσΕλα,
προστάτης: κηδεμὼν πόλεως
= ο προστάτης της πόλης.
:=> παράγ. κηδεμονία, κηδεμονικός.
ΝΕ κηδεμόνας.
[παράγ. λ. κηδ- (< κήδ-ομαι) + παρ. επίθ. -εμών(κατά το ἡγ-ε-μών)].
γλσΕλα'κηδεστής: κηδεστής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.κηδεστής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κηδεστής,
* McsElln.κηδεστής@γλσΕλα,
συγγενής εξ αγχιστείας, και ειδικότερα: 1. σύζυγος της κόρης μου, γαμπρός. 2. πεθερός.
3. ανδράδερφος (κουνιάδος, ο αδερφός του ανδρός μου), γυναικάδελφος (κουνιάδος, ο αδελφός της γυναίκας μου).
[*κηδεσ- (πβ. κῆδος «φροντίδα, πένθος» <*κηδες + -ς) + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'κήδομαι: κήδομαι::
* McsElln.ρήμα.κήδομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κήδομαι,
* McsElln.κήδομαι@γλσΕλα,
φροντίζω: εἴ τις αὑτοῦ καὶ σμικρὸν κήδεται
= αν κάποιος φροντίζει για τον εαυτό του έστω και λίγο.
[*κηδ- (κῆδος) + -ομαι].
γλσΕλα'κήρυξ: κῆρυξ, -υκος::
* McsElln.ουσιαστικό.κήρυξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κήρυξ,
* McsElln.κήρυξ@γλσΕλα,
1. κήρυκας, δημόσιος αγγελιαφόρος.
2. κήρυκας που έκανε διακηρύξεις και τηρούσε την τάξη στις συνελεύσεις.
:=> παράγ. κηρυκεία, κηρύκειος, κηρύκευμα, κηρυκεύω, κηρύσσω.
ΝΕ κήρυκας (με τη σημ. 1).
[*καρυ-ξ, πβ. αρχ. ινδ. k-aru «αοιδός, ποιητής»].
γλσΕλα'κηρύττω: κηρύττω::
* McsElln.ρήμα.κηρύττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κηρύττω,
* McsElln.κηρύττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι κηρύσσω
Παρατ. ἐκήρυττον
Μέλλ. κηρύξω
Αόρ. ἐκήρυξα
Παρακ. κεκήρυχα
Παθ. μέλλ. κηρυχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκηρύχθην
Παθ. παρακ. κεκήρυγμαι
1. ανακηρύσσω κάποιον νικητή: κηρύττεται καὶ ἆθλα λαμβάνει
= ανακηρύσσεται νικητής και παίρνει έπαθλα.
2. αναγγέλλω με κήρυκα: προσίεμαι τὰ κεκηρυγμένα
= αποδέχομαι όσα έχει αναγγείλει ο κήρυκας.
3. παραγγέλλω με κήρυκα: ἐκήρυξαν, εἰ βούλονται, τὰ ὅπλα παραδοῦναι
= τους παρήγγειλαν, αν θέλουν, να παραδώσουν τα όπλα.
:=> παράγ. κήρυγμα, κήρυξις.
ΝΕ κηρύσσω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *κηρύ-κ- (πβ. κῆρυξ) + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'κινδυνεύω: κινδυνεύω::
* McsElln.ρήμα.κινδυνεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κινδυνεύω,
* McsElln.κινδυνεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκινδύνευον
Μέλλ. κινδυνεύσω
Παρακ. κεκινδύνευκα
Παθ. μέλλ. κινδυνευθήσομαι & κεκινδυνεύσομαι
1. ρίχνομαι στον κίνδυνο, επιδεικνύω τόλμη:ἑτοίμως κινδυνεύω πρὸς τοὺς πολεμίους
= με προθυμία ρίχνομαι στον κίνδυνο εναντίον των εχθρών.
2. κινδυνεύω, είμαι σε κίνδυνο, διατρέχω κίνδυνο, διακινδυνεύω.
3. δηλώνει αυτό που είναι δυνατό ή πιθανό να συμβεί φαίνεναι δυνατό/πιθανό ότι..., κατά πάσα πιθανότητα...: κινδυνεύει ἡ ἀληθὴς δόξα ἐπιστήμη εἶναι
= φαίνεται πιθανό ότι η αληθής γνώμη αποτελεί επιστημονική γνώση.κινδυνεύεις ἀληθῆ λέγειν
= κατά πάσα πιθανότητα μιλάς ορθά.
:=> παράγ. κινδύνευμα, κινδυνευτέον, κινδυνευτής.
ΝΕ κινδυνεύω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. κίνδυν-ος + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'κινέω: κινέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κινέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κινέω,
* McsElln.κινέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκίνουν
Μέλλ. κινήσω
Αόρ. ἐκίνησα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.κινήσομαι
Παθ. μέλλ. κινηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκινήθην
1. θέτω κάτι σε κίνηση.
2. μετακινώ: κινῶ τὸ στρατόπεδον.
3. παρακινώ (κάποιον να μιλήσει).
4. προκαλώ, αρχίζω: κινῶ πολέμους.
5. παθ. φωνή κινοῦμαι συγκινούμαι, ταράζομαι: κεκινημένος.
:=> παράγ. κίνημα, κίνησις, κινητέον, κινητήριος, κινητικός, κινητός, κίνητρον.
μγ05.σ161
ΝΕ κινώ (με τη σημ. 1).
[*κινεύ-ω < *κινέFω].
γλσΕλα'κίων: κίων, -ονος::
* McsElln.ουσιαστικό.κίων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κίων,
* McsElln.κίων@γλσΕλα,
1. κίονας, κολόνα.
:=> σύνθ. κιονόκρανον.
ΝΕ κίονας.
[*κιο- (πβ. αρμεν. siwn «κίων») + παρ. επίθ. ων].
γλσΕλα'κλαίω: κλαίω & κλάω::
* McsElln.ρήμα.κλαίω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλαίω,
* McsElln.κλαίω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκλαον
Μέλλ. κλαύσομαι & κλαιήσω & κλαήσω
Αόρ. ἔκλαυσα κλαίω.
=/ γελάω.
:=> παράγ. κλαῦμα, κλαυ(σ)τός, σύνθ. πολύκλαυστος.
ΝΕ κλαίω.
[*κλαF-jω].
γλσΕλα'κλάω: κλάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κλάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλάω,
* McsElln.κλάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκλων
Μέλλ. κλάσω
Αόρ. ἔκλασα
Παθ. μέλλ. κλασθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκλάσθην
Παθ. παρακ. κέκλασμαι σπάζω: τὸν ἄρτον ἔκλασεν
= έκοψε το ψωμί σε κομμάτια.
:=> παράγ. κλάσις, κλάσμα, σύνθ. ἄκλαστος.
ΝΕ παράγ. κλάσμα. Το νεοελληνικό κλάση(λ.χ. επιστήμονας διεθνούς κλάσης) προέρχεται όχι από το κλῶ αλλά από το λατινικόclassis.
[*κελα- (κλῆ-ρος, κλῆ-μα, κλών)].
γλσΕλα'κλείς: κλείς, -δός::
* McsElln.ουσιαστικό.κλείς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλείς,
* McsElln.κλείς@γλσΕλα,
1. κλειδί: τὴν κλεῖν ἐφέλκεται
= τραβά το κλειδί (για να το βγάλει από την κλειδαριά της πόρτας).
2. κλείδα (κόκαλο, οστό).
ΝΕ κλειδί (< κλειδ-ίον, με τη σημ. 1) & κλείδα(με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *κλ_αF- + παρ. επίθ. -ίδ-ς > *κλ_αFίς(πβ. λατ. clavis) > κληίς, κλείς].
γλσΕλα'κλείω: κλείω & κλ'ήω::
* McsElln.ρήμα.κλείω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλείω,
* McsElln.κλείω@γλσΕλα,
ο τύπος κλ'ήω ανήκει στην αρχαία αττ. διάλεκτο
Παρατ. ἔκλειον
Μέλλ. κλείσω & κλ'ήσω
Αόρ. ἔκλεισα & ἔκλῃσα
Παρακ. κέκλεικα & κέκλῃκα
Παθ. μέλλ. κλεισθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκλεισάμην & ἐκλῃσάμην
Παθ. αόρ. ἐκλείσθην & ἐκλ'ήσθην
Παθ. παρακ. κέκλειμαι & κέκλῃμαι
Παθ. υπερσ. ἐκεκλείμην
1. κλείνω: κλείω τὰς πύλας.
2. αποκλείω: τοὺς τοῦ λιμένος ἔσπλους κλείω
= αποκλείω, φράζω τις εισόδους του λιμανιού.
:=> παράγ. κλεῖθρον, κλείς (-δός), κλ'ής (κλῇδος), κλῇσις «κλείσιμο» (π.χ. κλῇσις τῶν λιμένων), κλειδίον, κλεῖστρον, κλειστός, σύνθ.κλειδοῦχος, κλειδοφύλαξ.
ΝΕ κλείνω (και με τις δύο σημ.).
[*κληF-, *κληFί-ω (βλπ. κλείς, ἡ) > κλείω].
γλσΕλα'κλέος: κλέος, -έους, τ'o ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.κλέος::
* McsElln.γλσΕλα'κλέος,
* McsElln.κλέος@γλσΕλα,
δόξα: κλέος τε καὶ ἔπαινος πρὸς ἀνθρώπων τε καὶ θεῶν
= δόξα και έπαινος από ανθρώπους και θεούς.
:=> παράγ. κλεινός «ένδοξος», σύνθ. δουρικλειτός (ομηρικό επίθετο «ένδοξος για το δόρυ του»).
[*κλέF-ος].
γλσΕλα'κλέπτω: κλέπτω::
* McsElln.ρήμα.κλέπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλέπτω,
* McsElln.κλέπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκλεπτον
Μέλλ. κλέψω & κλέψομαι
Αόρ. ἔκλεψα
Παρακ. κέκλοφα
Παθ. αόρ. ἐκλάπην
Παθ. παρακ. κέκλεμμαι
1. κλέβω: κλέπτω ἐξ ἱερῶν
= κλέβω από τα ιερά.
2. εξαπατώ: κλέπτεται ὁ ἀκροατής
= εξαπατάται, παραπλανάται, ο ακροατής.
3. αποκρύπτω.
:=> παράγ. κλέμμα, κλέπτης, κλεπτέον, σύνθ.κλεψύδρα.
ΝΕ κλέβω (με τη σημ. 1).
[*σκλεπ-, πβ. λατ. cleps, λιθ. slepi`u «κρύβω»].
γλσΕλα'κλήμα: κλῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.κλήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλήμα,
* McsElln.κλήμα@γλσΕλα,
κλαδί (κυρίως αμπελιού).
:=> παράγ. κλημάτινος, κληματίς.
ΝΕ κλήμα.
[*κλῆ- (= *κλ_α- βλπ. κλάω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'κλήρος: κλῆρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κλήρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλήρος,
* McsElln.κλήρος@γλσΕλα,
1. λαχνός, κλήρος: διὰ τὴν τοῦ κλήρου τύχην
= επειδή έτσι έτυχε ο λαχνός.
2. κλήρωση.
3. κομμάτι γης που απονέμεται σε κάποιον πολίτη κατόπιν κλήρωσης.
4. κληρονομιά.
:=> παράγ. κληρίον, σύνθ. κληρονόμος, κληρονομία, κληροῦχος, κληρουχία.
ΝΕ κλήρος (με τις σημ. 1, 2, 3, 4).
[*κλ_α-, *κλη- (πβ. κλῆμα, κλάω) + παρ. επίθ. -ρος].
γλσΕλα'κληρουxία: κληρουχία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.κληρουxία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κληρουxία,
* McsElln.κληρουxία@γλσΕλα,
1. η απονομή σε πολίτες μιας πόλης κλήρων γης σε ξένη χώρα.
2. περιληπτικά οι κληροῦχοι, δηλ. πολίτες που παίρνουν τέτοιους κλήρους γης: κληρουχίας ἐκπέμπω
= αποστέλλω σε ένα μέρος κληρούχους.
[παράγ. λ. κληροῦχος (< σύνθ. λ. κλῆρος + ἔχω) + παρ. επίθ. -έω].
μγ05.σ162
γλσΕλα'κληρόω: κληρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κληρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κληρόω,
* McsElln.κληρόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκλήρουν
Μέλλ. κληρώσω
Αόρ. ἐκλήρωσα
Παρακ. κεκλήρωκα
1. αναδεικνύω κάποιον άρχοντα με κλήρο: κληρῶ τὰς ἀρχάς
= αναδεικνύω τους άρχοντες με κλήρωση.
=/ αἱρέω «αναδεικνύω κάποιον σε κάποιο αξίωμα με τη μέθοδο της εκλογής, εκλέγω», χειροτονέω «εκλέγω κάποιον σε κάποιο αξίωμα σηκώνοντας το χέρι μου».
2. μέση φωνή, για τους υποψήφιους για ένα αξίωμα κληροῦμαι αναδεικνύομαι σε κάποιο αξίωμα με τη μέθοδο της κλήρωσης: κληροῦμαι τῶν ἐννέα ἀρχόντων
= αναδεικνύομαι ένας από τους εννέα άρχοντες (με κλήρωση).
=/ αἱρέομαι, χειροτονέομαι.
3. μέση φωνή κληροῦμαι παίρνω κάτι με κλήρο:ἱερωσύνην κληροῦμαι θεοῦ τινος
= λαμβάνω με κλήρο το αξίωμα του ιερέως κάποιου θεού.
4. δίνω, απονέμω: ἓν ἑκάστῳ ἐκλήρωσαν
= απένειμαν ένα στον καθένα (δηλ. στον κάθε στρατηγό ένα μέρος της στρατιωτικής δύναμης).
:=> παράγ. κλήρωσις, κληρωτός.
ΝΕ κληρώνω «κάνω κλήρωση, βγάζω έναν αριθμό από την κληρωτίδα».
[παράγ. λ. κλῆρος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'κλήσις: κλῆσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.κλήσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλήσις,
* McsElln.κλήσις@γλσΕλα,
1. το να καλεί, να φωνάζει κανείς κάποιον.
2. ως δικανικός όρος κλήση, κλήτευση, καταγγελία, κατηγορία, μήνυση, διώξη: ἀφίημι τὴν κλῆσιν
= αποσύρω τη μήνυση.
3. πρόσκληση: κλῆσις εἰς τὸ πρυτανεῖον.
ΝΕ κλήση (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. *κλη- (< καλέω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'κλίμαξ: κλῖμαξ, -ακος::
* McsElln.ουσιαστικό.κλίμαξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλίμαξ,
* McsElln.κλίμαξ@γλσΕλα,
1. σκάλα. 2. σκάλα κινητή πολεμική.
:=> παράγ. κλιμάκιον, κλιμακτίς, κλιμακτήρ.
ΝΕ κλίμακα «διαβάθμιση».
[παράγ. λ. κλίμα, τὸ «κλίση από τον ήλιο, περιοχή, γεωγραφικό πλάτος» + παρ. επίθ. -αξ (η έκταση του ^ι σε _ι με επίδραση του ρ. κλ_ι-νω«γέρνω, ξαπλώνω»). Η σημασία «σκάλα», επειδή χρησιμοποιείται σε πλάγια κλίση].
γλσΕλα'κλίνη: κλίνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.κλίνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλίνη,
* McsElln.κλίνη@γλσΕλα,
1. ανάκλιντρο που χρησιμοποιούσαν στα γεύματα. 2. κρεβάτι. 3. νεκρική κλίνη.
:=> παράγ. κλινικός, κλινήρης.
ΝΕ κλίνη (λόγ., με τη σημ. 2).
[*κλ_ι- (κλίνω)].
γλσΕλα'κλίνω: κλίνω::
* McsElln.ρήμα.κλίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλίνω,
* McsElln.κλίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκλινον
Μέλλ. κλινῶ
Αόρ. ἔκλινα
Παρακ. κέκλικα
Παθ. μέλλ. κλιθήσομαι & κλινήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκλινάμην
Παθ. αόρ. ἐκλίθην & ἐκλίνην
1. κάνω κάτι να γείρει, να υποχωρήσει.
2. αμετάβ. κλίνω έχω κλίση, τάση, ροπή, κλίνω: ἡ πόλις ἐπὶ τὸ χεῖρον ἔκλινεν
= η πόλη παρουσίαζε τάση προς το χειρότερο.
:=> παράγ. κλίμα, κλίσις, κλιτύς.
ΝΕ κλίνω (με όλες τις σημ.).
[*κλ^ι- + παρ. επίθ. -νω].
γλσΕλα'κλύδων: κλύδων, -ωνος::
* McsElln.ουσιαστικό.κλύδων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλύδων,
* McsElln.κλύδων@γλσΕλα,
κύμα, θαλασσοταραχή.
:=> παράγ. κλυδωνίζω, κλυδωνίζομαι, κλυδωνισμός.
ΝΕ κλύδων (λόγ.).
[*κλύδ-ων, πβ. κλύζω].
γλσΕλα'κλύζω: κλύζω::
* McsElln.ρήμα.κλύζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλύζω,
* McsElln.κλύζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκλυζον
Μέλλ. κλύσω
Αόρ. ἔκλυσα
Παθ. αόρ. ἐκλύσθην
Παθ. παρακ. κέκλυσμαι ξεπλένω: κλύζω τὸ ἔκπωμα
= ξεπλένω το ποτήρι.
[*κλύδ-jω > κλύζω, πβ. κλύδων].
γλσΕλα'Κλωθώ: Κλωθώ, -οῦς::
* McsElln.ουσιαστικό.Κλωθώ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Κλωθώ,
* McsElln.Κλωθώ@γλσΕλα,
μία από τις τρεις Μοίρες, η οποία ἔκλωθεν το νήμα της ζωής του κάθε ανθρώπου, δηλ. καθόριζε τα περιστατικά μέσα από τα οποία θα διερχόταν η ζωή του (βλπ. Ἄτροπος & Λάχεσις).
γλσΕλα'κλών: κλών, -ωνός::
* McsElln.ουσιαστικό.κλών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κλών,
* McsElln.κλών@γλσΕλα,
κλωνάρι, κλωνί.
:=> παράγ. κλωνίον, κλωνάριον.
ΝΕ κλωνάρι (< παράγ. λ. κλων-άριον), κλώνος (λόγιο), κλωνί (λαϊκό).
[*κλάων < *κλ_α-, κλάω].
γλσΕλα'κόθορνος: κόθορνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κόθορνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κόθορνος,
* McsElln.κόθορνος@γλσΕλα,
1. παπούτσι που έφτανε ως τη μέση της κνήμης, έδενε στο μπροστινό του μέρος, είχε ψηλούς πάτους και το φορούσαν οι ηθοποιοί των τραγωδιών.
2. άνθρωπος χωρίς σταθερές αρχές, που οι απόψεις του αλλάζουν ανάλογα με τις περιστάσεις(το ουσιαστικό απέκτησε αυτή τη σημασία, επειδή οι κοθόρνοι δε διακρίνονταν σε αριστερό και δεξιό).
[δάν. λ.].
γλσΕλα'κοιμάομαι: κοιμάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.κοιμάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κοιμάομαι,
* McsElln.κοιμάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκοιμώμην
Μέλλ. κοιμηθήσομαι
Αόρ. ἐκοιμήθην
Παρακ. κεκοίμημαι κοιμάμαι, πάω για ύπνο: ποῖόν τινα ὕπνον ἐκοιμῶ;
= τι ύπνο κοιμόσουν;
= καθεύδω.
μγ05.σ163
:=> παράγ. κοίμημα, κοίμησις.
ΝΕ κοιμάμαι.
[*κοι- < *κει-, όπως κεῖμαι].
γλσΕλα'κοινός: κοινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.κοινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κοινός,
* McsElln.κοινός@γλσΕλα,
Συγκριτικός κοινότερος
Υπερθετικός κοινότατος
1. κοινός, αυτός που ανήκει σε όλους ή πάντως σε περισσότερους από έναν: κοινόν τι χαρᾷ καὶ λύπῃ δάκρυα
= τα δάκρυα είναι κοινό στοιχείο στη χαρά και τη λύπη.
=/ ἴδιος.
2. σε κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις δημόσιος:κοινὰ χρήματα
= δημόσια χρήματα.
3. το ουδ. ενικού ως ουσιαστ. τὸ κοινὸν
α. το σύνολο των πολιτών, το κράτος: τὸ κοινὸν ὠφελεῖται.
β. ιδίως για συμμαχίες, ομοσπονδίες κτλ. η συμμαχία, η ομοσπονδία: τὸ κοινὸν τῶν Θεσσαλῶν.
γ. η κυβέρνηση, οι αρχές: ἐπέρχομαι ἐπὶ τὸ κοινόν
= παρουσιάζομαι στις αρχές.
δ. το δημόσιο ταμείο.
4. το ουδ. πληθ. ως ουσιαστ. τὰ κοινὰ
α. οι κοινές υποθέσεις, τα κοινά: τὰ κοινὰ προσῆλθε
= αναμείχθηκε στα κοινά.
β. τα κοινά χρήματα.
5. συνήθης, συνηθισμένος.
6. για πρόσωπα αμερόληπτος, δίκαιος: κοινοὶ τῷ τε διώκοντι καὶ τῷ φεύγοντι
= αμερόληπτοι απέναντι στον κατήγορο και τον κατηγορούμενο.
7. για πρόσωπα ομιλητικός, ευπροσήγορος:κοινὸς ἅπασι
= φιλικός απέναντι σε όλους.
:=> παράγ. κοινόν, κοινῶς, κοινότης.
ΝΕ κοινός (με τις σημ. 1, 2) & τα κοινά (με τη σημ. 3α).
[παράγ. λ. *κομ- (πβ. λατ. cum, com) + παρ. επίθ. -jος].
γλσΕλα'κοινωνέω: κοινωνέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κοινωνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κοινωνέω,
* McsElln.κοινωνέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκοινώνουν
Μέλλ. κοινωνήσω
Παρακ. κεκοινώνηκα
Παθ. μέλλ. κοινωνήσομαι
Παθ. παρακ. κεκοινώνημαι
1. με γεν. πράγματος & δοτ. προσώπου συμμετέχω σε κάτι μαζί με κάποιον άλλο: κοινωνῶ τῆς ἐν πρυτανείῳ σιτίσεως τοῖς Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος ἀπογόνοις
= συμμετέχω στη σίτιση στο πρυτανείο μαζί με τους απογόνους του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα.
2. κοινωνῶ τινος συμμετέχω σε κάτι, παίρνω ένα μερίδιο από κάτι: κοινωνῶ σίτου καὶ πότου
= παίρνω το μερίδιό μου από το φαγητό και το ποτό.
3. κοινωνῶ τινι έχω δοσοληψίες με κάποιον:ὅπου ἂν δίκαιος ἀνὴρ ἀδίκῳ κοινωνῇ
= οποτεδήποτε ένας δίκαιος άνθρωπος έχει δοσοληψίες με έναν άδικο.
4. για πράγματα έχω σχέση με κάτι: οὐδὲν τραγῳδί'α κοινωνοῦσιν
= δεν έχουν καμία σχέση με την τραγωδία.
:=> παράγ. κοινώνημα, κοινώνησις, κοινωνητέον, κοινωνία.
ΝΕ κοινωνώ «μεταλαμβάνω τη θεία κοινωνία».
[παράγ. λ. κοινωνός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'κοινωνία: κοινωνία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.κοινωνία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κοινωνία,
* McsElln.κοινωνία@γλσΕλα,
επικοινωνία, επαφή, ένωση, συναναστροφή, συμμαχία: κοινωνία πόλεσι
= συμμαχία ανάμεσα σε πόλεις.
ΝΕ κοινωνία «το σύνολο των ανθρώπων».
[παράγ. λ. κοινων-έω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'κολάζω: κολάζω::
* McsElln.ρήμα.κολάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κολάζω,
* McsElln.κολάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκόλαζον
Μέλλ. κολάσω
Αόρ. ἐκόλασα
Μέσ. μέλλ. κολάσομαι
Παθ. μέλλ. κολασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκολασάμην
Παθ. αορ. ἐκολάσθην
Παθ. παρακ. κεκόλασμαι
1. περιορίζω, συγκρατώ: κολάζω τὰς ἐπιθυμίας
= συγκρατώ τις επιθυμίες μου.
2. τιμωρώ: κολάζω τινὰ πληγαῖς
= τιμωρώ κάποιον κτυπώντας τον.
:=> παράγ. κόλασις, κολασμός, κολαστέον, κολαστήριον, κολαστής, κολαστικός.
ΝΕ κολάζω (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. κόλ-ος «κολοβός» (< *κλα- < κλάω) + παρ. επίθ. -άζω > κολάζω «μετριάζω»].
γλσΕλα'κόμη: κόμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.κόμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κόμη,
* McsElln.κόμη@γλσΕλα,
οι τρίχες της κεφαλής, τα μαλλιά.
:=> παράγ. κομάω, -ῶ «έχω μακριά μαλλιά».
[ίσως από κομ-έω «φροντίζω»].
γλσΕλα'κομιδή: κομιδή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.κομιδή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κομιδή,
* McsElln.κομιδή@γλσΕλα,
1. μεταφορά, συγκομιδή: κομιδὴ ἐπιτηδείων
= μεταφορά προμηθειών. κομιδὴ τῶν καρπῶν
= συγκομιδή των καρπών.
2. είσπραξη χρημάτων.
:=> παράγ. κομιδῇ.
[*κομε-, *κομι- (κάμ-νω)].
γλσΕλα'κομιδή: κομιδῇ::
* McsElln.επίρρημα.κομιδή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κομιδή,
* McsElln.κομιδή@γλσΕλα,
1. ακριβώς: κομιδῇ ὥσπερ ἦν
= ακριβώς όπως ήταν.
2. εντελώς, τελείως: κομιδῇ εὔηθες
= τελείως ηλίθιο.
3. σε απαντήσεις ακριβώς έτσι.
[παράγ. λ. κομιδή + παρ. επίθ. -ῇ].
γλσΕλα'κομίζω: κομίζω::
* McsElln.ρήμα.κομίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κομίζω,
* McsElln.κομίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκόμιζον
Μέλλ. κομιῶ
Αόρ. ἐκόμισα
Παρακ. κεκόμικα
μγ05.σ164
Μέσ. μέλλ. κομιοῦμαι
Παθ. μέλλ. κομισθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκομισάμην
Παθ. αόρ. ἐκομίσθην
Μέσ. & παθ. παρακ.πιο συχνά με μέση σημ.κεκόμισμαι
1. κομίζω & πιο συχνά στη μέση φωνή κομίζομαι υποδέχομαι κάποιον, τον φιλοξενώ: κομίζομαί τινα εἰς τὴν ἐμαυτοῦ οἰκίαν
= φιλοξενώ κάποιον στο σπίτι μου.
2. στη μέση φωνή κομίζομαι παίρνω για τον εαυτό μου, κερδίζω: κομίζομαί τι παρά τινος
= αποκτώ κάτι από κάποιον.
3. φέρνω σε έναν τόπο, εισάγω: ξενικὸν νόμισμα κομίζω.
4. μεταφέρω, συνοδεύω: ἐπειδὰν ἀφίκωνται εἰς τὸν τόπον οἷ ὁ δαίμων ἕκαστον κομίζει
= όταν φτάσουν στον τόπο που μεταφέρει τον καθένα τους ο δαίμονας.
5. στη μέση φωνή κομίζομαι
α. ανακτώ, παίρνω πίσω: ἃ νῦν ἀπολαβεῖν οὐ δυνάμεθα διὰ πολέμου, ταῦτα διὰ πρεσβείας ‘ρ'αδίως κομιούμεθα
= αυτά που τώρα δεν μπορούμε να ανακτήσουμε με πόλεμο, αυτά θα τα πάρουμε πίσω εύκολα με πρεσβεία.
β. για χρήματα εισπράττω, παίρνω πίσω.
6. στην παθ. φωνή κομίζομαι πηγαίνω ή έρχομαι πίσω, επιστρέφω: κομισθεὶς οἴκαδε.
:=> παράγ. κομιστέον, κομιστής, κόμιστρον, σύνθ. ἀνακομίζω, διακομίζω κτλ.
ΝΕ κομίζω (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. κομ-έω «φροντίζω» + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'κομπάζω: κομπάζω::
* McsElln.ρήμα.κομπάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κομπάζω,
* McsElln.κομπάζω@γλσΕλα,
καυχιέμαι.
:=> παράγ. κόμπασμα, κομπασμός, κομπαστής.
ΝΕ κομπάζω.
[παράγ. λ. κόμπος + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'κόμπος: κόμπος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κόμπος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κόμπος,
* McsElln.κόμπος@γλσΕλα,
κομπορρημοσύνη: οὐ λόγων κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἀλήθεια
= αυτά εδώ δεν είναι λεκτικοί κομπασμοί παρά αλήθεια στηριζόμενη σε έργα.
:=> παράγ. κομπάζω, κομπώδης.
[ηχομιμ., πβ. βόμβος].
γλσΕλα'κομψός: κομψός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.κομψός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κομψός,
* McsElln.κομψός@γλσΕλα,
Συγκριτικός κομψότερος
Υπερθετικός κομψότατος
1. κομψός, εκλεπτυσμένος.
2. για πρόσωπα ή για τα λόγια ή τις πράξεις τους έξυπνος, ευφυής, επιδέξιος, πνευματώδης, ευφυολόγος, καλλιεργημένος: κομψοὶ περὶ ἀστρονομίαν
= διάνοιες στην αστρονομία.
:=> παράγ. κομψῶς, κομψότης, κομψεύομαι.
ΝΕ κομψός (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *κομ- (πβ. κομέω «φροντίζω») +παρ. επίθ. -σός].
γλσΕλα'κονία: κονία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.κονία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κονία,
* McsElln.κονία@γλσΕλα,
1. σκόνη. 2. αλισίβα (είδος απορρυπαντικού).
:=> παράγ. κονιάω, κονίαμα.
[παράγ. λ. κόν-ις (πβ. λατ. cinis, -eris) + παρ.επίθ. -ία].
γλσΕλα'κόπτω: κόπτω::
* McsElln.ρήμα.κόπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κόπτω,
* McsElln.κόπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκοπτον
Μέλλ. κόψω
Αόρ. ἔκοψα
Παρακ. κέκοφα
Παθ. αόρ. ἐκόπην
Παθ. συντ. μέλλ. κεκόψομαι
1. κτυπώ ζώο με τσεκούρι, για να το σφάξω:κόπτω βοῦς
= σφάζω βόδια.
2. αποκόπτω, κόβω κάτι με κτυπήματα: κόπτω δένδρα.
3. κόπτω τὴν θύραν
= κτυπώ την πόρτα.
= κρούω τὴν θύραν.
4. μέση φωνή κόπτομαι χτυπώ το στήθος ή το κεφάλι μου από θλίψη, χτυπιέμαι: ἐκείνην ἀπῆγόν τινες βοῶσάν τε καὶ κοπτομένην
= την απομάκρυναν κάποιοι, ενώ κραύγαζε και χτυπιόταν.
:=> παράγ. κοπτός, σύνθ. ἄκοπος, ἀδιάκοπος.
ΝΕ κόβω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *κοπ- (πβ. λιθ. kapi`u «κόβω») +παρ. επίθ. -τ-ω].
γλσΕλα'κορέννυμαι: κορέννυμαι::
* McsElln.ρήμα.κορέννυμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κορέννυμαι,
* McsElln.κορέννυμαι@γλσΕλα,
Παθ. αόρ. ἐκορέσθην
Παθ. παρακ. κεκόρεσμαι είμαι χορτασμένος: καὶ τὰ ἥδιστα τῶν βρωμάτων κεκορεσμένοις βδελυγμίαν παρέχει
= ακόμη και τα πιο γευστικά φαγητά στους χορτασμένους προκαλούν αηδία.
:=> παράγ. κορεσμός, σύνθ. ἀκόρεστος.
ΝΕ παράγ. (λόγ.) κορεσμός, ακόρεστος.
[παράγ. λ. *κερη- (κόρος), *κορε- + παρ. επίθ.-σ- + -νυ + -μαι > κορέννυμαι].
γλσΕλα'κοσμέω: κοσμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κοσμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κοσμέω,
* McsElln.κοσμέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκόσμουν
Μέλλ. κοσμήσω
Αόρ. ἐκόσμησα
Παρακ. κεκόσμηκα
Παθ. μέλλ. κοσμηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκοσμήθην
Παθ. παρακ. κεκόσμημαι
1. διευθετώ, τακτοποιώ, παρατάσσω: κοσμῶ τράπεζαν. στρατιὰ κατὰ ἕνδεκα μέρη κεκοσμημένη
= στράτευμα παραταγμένο σε έντεκα μέρη.
2. κυβερνώ, διοικώ: νοῦς τὰ πάντα κοσμεῖ
= ο νους διοικεί όλα τα πράγματα.
μγ05.σ165
3. κυριολεκτικά ή μεταφορικά στολίζω: ἀκούω τινὸς λόγους κεκοσμημένους
= ακούω από κάποιον λόγους στολισμένους.
:=> παράγ. κόσμημα, κόσμησις, κοσμήτωρ, σύνθ. κοσμοκόμης «που χτενίζει την κόμη, δηλ. η χτένα».
ΝΕ κοσμώ (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. κόσμ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'κόσμιος: κόσμιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.κόσμιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κόσμιος,
* McsElln.κόσμιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός κοσμιώτερος
Υπερθετικός κοσμιώτατος
1. αυτός που έχει καλή διάταξη, εύτακτος, μετρημένος: κοσμία δαπάνη
= μετρημένη (συγκρατημένη) δαπάνη. κοσμία οἴκησις.
2. για πρόσωπα κόσμιος: δίκαιοι καὶ σοφοὶ καὶ κόσμιοι.
:=> παράγ. κοσμίως, κοσμιότης.
ΝΕ κόσμιος (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. κόσμ-ος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'κόσμος: κόσμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κόσμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κόσμος,
* McsElln.κόσμος@γλσΕλα,
1. τάξη: ἀτάκτως καὶ οὐδενὶ κόσμῳ
= ανοργάνωτα και χωρίς καμιά τάξη.
2. για κράτη πολίτευμα, κυβέρνηση: τὸν κόσμον μεθίστημι καὶ ἐς δημοκρατίαν τρέπω
= αλλάζω το πολίτευμα και το μετατρέπω σε δημοκρατία.
3. κυριολεκτικά και μεταφορικά κόσμημα, στολίδι, στολισμός, τιμή.
4. ο κόσμος, το σύμπαν (σε αντίθεση προς τοΧάος): ὁ περὶ τὴν γῆν ὅλος κόσμος
= το όλο σύμπαν που περιβάλλει τη γη.
:=> παράγ. κοσμικός, κόσμιος, σύνθ. κοσμοκράτωρ.
ΝΕ κόσμος (με τη σημ. 4).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'κούφος: κοῦφος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.κούφος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κούφος,
* McsElln.κούφος@γλσΕλα,
Συγκριτικός κουφότερος
Υπερθετικός κουφότατος
1. ελαφρός, ελαφρύς.
=/ βαρύς.
2. εύκολος, για κυβερνήτη καλότροπος.
3. μάταιος, ανύπαρκτος: εἶχόν τι κούφης ἐλπίδος
= είχαν κάποιαν μάταιη ελπίδα.
4. για στρατό ελαφρά οπλισμένος, για καράβι ελαφρά φορτωμένος.
5. ελαφρός, μικρός: κοῦφα ἁμαρτήματα
= μικρά σφάλματα.
:=> παράγ. κούφως, κουφότης, σύνθ. κουφολόγος, κουφολογία.
ΝΕ κούφιος (με τη σημ. 3).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'κράζω: κράζω::
* McsElln.ρήμα.κράζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κράζω,
* McsElln.κράζω@γλσΕλα,
Αόρ. β΄ ἔκραγονΠαρακ.με σημ. ενεστ.κέκραγα«κραυγάζω»
Υπερσ. ἐκεκράγειν φωνάζω δυνατά, κραυγάζω: πάντες ἅμα ἐκεκράγετε, ἐμανθάνετε δὲ οὐδὲν ἀλλήλων
= φωνάζατε όλοι μαζί, δεν ακούγατε ο ένας τον άλλο.
ΝΕ κράζω.
[*κραγ-jω > κράζω, συγγεν. με κρώζ-ω, κόρ-αξ].
γλσΕλα'κράσις: κρᾶσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.κράσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κράσις,
* McsElln.κράσις@γλσΕλα,
ανάμειξη: ἡ τῶν ἐναντίων κρᾶσις
= ανάμειξη αντίθετων πραγμάτων.
:=> σύνθ. εὐκρασία.
ΝΕ κράση.
[παράγ. λ. *κρ_α- (< κεράννυμι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'κράσπεδον: κράσπεδον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κράσπεδον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κράσπεδον,
* McsElln.κράσπεδον@γλσΕλα,
1. το άκρο ενός πράγματος (συνήθως υφάσματος ή ρούχου).
2. στον πληθ. τὰ κράσπεδα τα άκρα, τα όρια(στρατοπέδου, χώρας, βουνού κτλ.).
ΝΕ κράσπεδο (με τις ίδιες σημ.).
[σύνθ. λ. *κρ_ασ- (πβ. κάρ_α «κεφαλή», κρανίον) + πέδον].
γλσΕλα'κρατέω: κρατέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κρατέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρατέω,
* McsElln.κρατέω@γλσΕλα,
Αόρ. ἐκράτησα
Παρακ. κεκράτηκα
Παθ. ενεστ. κρατοῦμαι
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.κρατήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκρατήθην
Παθ. παρακ. κεκράτημαι
1. με γενική είμαι κύριος (κυρίαρχος) κάποιου πράγματος, κυριαρχώ: σωφροσύνη τὸ κρατεῖν ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν
= «σωφροσύνη»(= εγκράτεια) είναι το να είναι κανείς κύριος των ηδονών και των επιθυμιών του, να κυριαρχεί στις ηδονές και τις επιθυμίες του.
2. υπερισχύω, επικρατώ: εἰ τὰ τοῦ Μήδου κρατήσειε
= αν επικρατήσουν οι Πέρσες. νόμιμα δὲ τὰ Χαλκιδικὰ ἐκράτησεν
= επικράτησαν οι θεσμοί οι χαλκιδικοί. κρατῶ τῆς διαβολῆς
= υπερισχύω της διαβολής.
3. με αιτ. νικώ κάποιον: τοὺς Σικανοὺς ἐκράτησαν μάχῃ
= νίκησαν σε μάχη τους Σικανούς.
= νικάω.
4. γίνομαι κύριος κάποιου πράγματος, λαμβάνω υπό την κατοχή μου κάτι: τῆς γῆς ἐκράτουν οἱ Μυτιληναῖοι
= τη στεριά είχαν υπό την κατοχή τους οι Μυτιληναίοι.
:=> παράγ. κράτησις, κρατητής, κράτημα.
ΝΕ κρατώ «πιάνω, συλλαμβάνω κτλ.».
[παράγ. λ. κράτ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'κράτιστος: κράτιστος, -τίστη, -τιστον::
* McsElln.επίθετο.κράτιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κράτιστος,
* McsElln.κράτιστος@γλσΕλα,
υπερθετικός βαθμός του επιθέτου βλπ. ἀγαθὸς
1. ο πιο δυνατός, ο πιο ισχυρός: εἰ τοὺς κρατίστους ἐνικήσαμεν
= εάν νικήσαμε τους πιο δυνατούς.
2. ο άριστος, ο πιο καλός: οἱ κράτιστοι
= τα μέλη της αριστοκρατίας (ως πολιτικής τάξης, βλπ. μγ05.σ166ἀγαθός, βέλτιστος). πάντων κτημάτων κράτιστον φίλος σαφής
= το πιο καλό από όλα τα αποκτήματα είναι ένας αξιόπιστος φίλος.
3. ο άριστος, ο πιο καλός, ο πιο ικανός: ἐν τοῖς πολεμικοῖς τοὺς κρατίστους ἐξευρίσκω
= βρίσκω τους πιο καλούς στα πολεμικά.
[*κρατ- (κρατύς) + παρ. επίθ. -ιστος].
γλσΕλα'κράτος: κράτος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.κράτος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κράτος,
* McsElln.κράτος@γλσΕλα,
1. δύναμη, ισχύς.
=> κατὰ κράτος
α. με όλες τις δυνάμεις κάποιου:κατὰ κράτος ἡ Ποτείδαια ἐπολιορκεῖτο
= πολιορκούσαν την Ποτείδαια με όλες τις δυνάμεις τους.
β. με έφοδο: πόλιν κατὰ κράτος αἱρῶ
= κυριεύω μια πόλη με έφοδο.
2. εξουσία: μέγα τὸ τῆς θαλάσσης κράτος
= μεγάλο πράγμα η εξουσία επί της θαλάσσης, η κυριαρχία στη θάλασσα.
3. υπεροχή: κράτος πολέμου καὶ νίκη
= υπεροχή στον πόλεμο και νίκη.
:=> παράγ. κρατιστεύω, κρατύνω.
ΝΕ κράτος «η εξουσία του κράτους» & λόγ.φρ. κατὰ κράτος (με τις σημ. 1).
[*κρατ- + παρ. επίθ. -ος, πβ. αρχ. ινδ. kr'atu-«βία»].
γλσΕλα'κρατύνω: κρατύνω::
* McsElln.ρήμα.κρατύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρατύνω,
* McsElln.κρατύνω@γλσΕλα,
στην ενεργ. ή μέση φωνή κρατύνω & κρατύνομαι ενισχύω, ενδυναμώνω: κρατύνω τὴν πόλιν, τὰ τείχη
= ενισχύω την πόλη, τα τείχη.τὰς ἐς σφᾶς αὐτοὺς πίστεις ἐκρατύναντο
= ενίσχυσαν τη μεταξύ τους εμπιστοσύνη.
[παράγ. λ. *κρατυ- (πβ. κρατύ-ς, κράτος) +παρ. επίθ. -νω].
γλσΕλα'κρείττων: κρείττων, -ων, -κρεῖττον::
* McsElln.επίθετο.κρείττων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρείττων,
* McsElln.κρείττων@γλσΕλα,
ο αρχαίος αττ. τύπος είναι κρείσσων, συγκριτ. βαθμός του επιθέτου βλπ. ἀγαθὸς
1. πιο δυνατός, πιο ισχυρός: τὸ τοῦ κρείττονος συμφέρον
= το συμφέρον του ισχυροτέρου.
2. καλύτερος: οὐκ ἄλλος κρείττων παραμυθεῖσθαι τὰ θρέμματα
= κανείς δεν είναι καλύτερος (από το βοσκό) στο να παρηγορεί τα ζώα.
3. με γεν. αυτός που ξεπερνά κάτι: πρᾶγμα μόνον ἐλπίδος κρεῖσσον γεγενημένον
= το μοναδικό πράγμα που έχει ξεπεράσει αυτό που περιμέναμε. κρεῖττον λόγου τὸ κάλλος.
4. κύριος κάποιου πράγματος, αυτός που έχει την ικανότητα να ελέγχει κάποιον ή κάτι (τα πάθη του λ.χ.): κρείττων συμμάχων. κρείττων ἡδονῶν. κρείσσων χρημάτων
= που δεν υποκύπτει στον πειρασμό της δωροδοκίας.
[*κρέτ- + παρ. επίθ. -jων > κρείσσων, κρείττων, πβ. κράτος].
γλσΕλα'κρεμάννυμι: κρεμάννυμι & κρεμαννύω::
* McsElln.ρήμα.κρεμάννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρεμάννυμι,
* McsElln.κρεμάννυμι@γλσΕλα,
Μέλλ. κρεμῶ (-ᾷς, -ᾷ)
Αόρ. ἐκρέμασα
Παθ. ενεστ. κρέμαμαι
Παθ. παρατ. ἐκρεμάμην
Παθ. αόρ. ἐκρεμάσθην
1. κρεμώ κάτι: τὴν ἀσπίδα κρεμάννυμι.
2. κρεμώ κάποιον, τον απαγχονίζω.
3. παθ. φωνή κρέμαμαι είμαι κρεμασμένος.
:=> παράγ. κρεμάθρα, κρεμαστός.
ΝΕ κρεμώ (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. *κερ-, *κρεμ- «κρεμώ» + παρ. επίθ.-*ασ- + νυ + -μι].
γλσΕλα'κρίνω: κρίνω::
* McsElln.ρήμα.κρίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρίνω,
* McsElln.κρίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκρινον
Μέλλ. κρινῶ
Αόρ. ἔκρινα
Παρακ. κέκρικα
Μέσ. μέλλ.κάποτε με παθ. σημ.κρινοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐκρινάμην
Παθ. μέλλ. κριθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκρίθην
Παθ. παρακ. κέκριμαι
1. χωρίζω, ξεχωρίζω, διακρίνω: κρίνω τὸ ἀληθές τε καὶ μή
= ξεχωρίζω το αληθές και το μη αληθές.
2. σε συνθήκες ερίδων, διαφορών, δίκης, διλήμματος, διαγωνισμού και γενικά σε καταστάσεις όπου πρέπει κανείς να διακρίνει μεταξύ δύο ή περισσότερων εμπλεκομένων μερών κρίνω: κρίνω τὸ δίκαιον. κρίνω περί τινος.
3. κρίνω κάτι προσπαθώντας να προσδιορίσω την αξία του: πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν κρίνω
= κρίνω την ευτυχία με βάση τα χρήματα.
4. θεωρώ, κρίνω: τὴν πόλιν ἀθλιωτάτην ἔκρινας
= έκρινες την πόλη αθλιότατη.
5. προκρίνω, προτιμώ: κρίνω Ἀπόλλω πρὸΜαρσύου
= προτιμώ τον Απόλλωνα από τοΜαρσύα.
6. περνώ κάποιον από δίκη, δικάζω: κρίνω τινὰ προδοσίας
= δικάζω κάποιον για προδοσία.
=> παθ. φωνή κρίνομαι δικάζομαι: κρίνομαι δώρων
= δικάζομαι για δωροδοκία.
7. καταδικάζω.
=> παθ. φωνή κρίνομαι καταδικάζομαι.
:=> παράγ. κρίμα, κριτής, κρίσις, κριτήριον, κριτός, κριτικός.
ΝΕ κρίνω (με τις σημ. 2, 3, 4).
[παράγ. λ. *κρί- + παρ. επίθ. -ν + -jω, πβ. λατ.cern-o «χωρίζω» < *crin-o].
γλσΕλα'κρίσις: κρίσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.κρίσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρίσις,
* McsElln.κρίσις@γλσΕλα,
1. κρίση, απόφαση: κατὰ κρίσιν ἐμὴν
= κατά την κρίση μου.
2. με νομική σημ. δίκη: εἰς κρίσιν ἄγω τινά
= οδηγώ κάποιον σε δίκη.
= δίκη.
μγ05.σ167
3. έκβαση, αποτέλεσμα ενός πράγματος: τὸ Μηδικὸν ταχεῖαν τὴν κρίσιν ἔσχεν
= οι Περσικοί πόλεμοι είχαν ταχεία έκβαση (κρίθηκαν γρήγορα).
ΝΕ κρίση (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *κρι- (< κρίνω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'κρούω: κρούω::
* McsElln.ρήμα.κρούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κρούω,
* McsElln.κρούω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκρουον
Μέλλ. κρούσω
Αόρ. ἔκρουσα
Παρακ. κέκρουκα
Μέσ. μέλλ. κρούσομαι
Μέσ. αόρ. ἐκρουσάμην
Παθ. αόρ. ἐκρούσθην
Παθ. παρακ. κέκρου(σ)μαι
Παθ. υπερσ. ἐκεκρούσμην
1. κτυπώ: κρούω τὰ ὅπλα πρὸς ἄλληλα
= κτυπώ τα όπλα το ένα πάνω στο άλλο.
2. κρούω τὴν θύραν κτυπώ την πόρτα.
= κόπτω τὴν θύραν.
3. για ναύτες κρούομαι πρύμναν υποχωρώ.
:=> παράγ. κροῦσις, κρουστέον, κρουστικός.
ΝΕ στη φρ. «κρούω τον κώδωνα του κινδύνου» (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *κρευσ- , *κρουσ- + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'κτάομαι: κτάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.κτάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κτάομαι,
* McsElln.κτάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκτώμην
Μέλλ. κτήσομαι/κεκτήσομαι
Αόρ. ἐκτησάμην
Παθ. αόρ. ἐκτήθην
Παρακ. κέκτημαι & ἔκτημαι
Υπερσ. ἐκεκτήμην
1. αποκτώ.
2. για χάρη, ευγνωμοσύνη κτλ. κερδίζω: τὴν εὔνοιαν τὴν παρὰ τῶν Ἑλλήνων κτήσει
= θα κερδίσεις την εύνοια από τους Έλληνες.
3. για κακά πράγματα επισύρω επάνω μου κάτι: ἔχθραν κτῶμαι πρός τινα
= επισύρω την εχθρότητα κάποιου.
4. στον παρακ. ή υπερσ. και στο μέλλ. κεκτήσομαι έχω αποκτήσει, έχω, κατέχω, έχω υπό την κατοχή μου: δεῖ μὴ μόνον κεκτῆσθαι τὰ τοιαῦτα ἀγαθὰ ἀλλὰ καὶ χρῆσθαι αὐτοῖς
= πρέπει όχι μόνο να κατέχει κανείς τέτοια αγαθά αλλά και να τα χρησιμοποιεί.
:=> παράγ. κτῆμα.
[*κτ_α-, *κτη- + -ομαι].
γλσΕλα'κτείνω: κτείνω::
* McsElln.ρήμα.κτείνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κτείνω,
* McsElln.κτείνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκτεινον
Μέλλ. κτενῶ
Αόρ. ἔκτεινα
Παρακ. ἀπ-έκτονα σκοτώνω, θανατώνω κυρίως διά νόμου: νόμον θὲς παρ’ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως
= να θέσεις εκ μέρους μου νόμο, εκείνον που δεν μπορεί να συμμετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη να τον σκοτώνουν ως αρρώστια της πόλης.
= ἀποκτείνω.
:=> σύνθ. ἀποκτείνω.
[παράγ. λ. *κτεν- + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'κτήμα: κτῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.κτήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κτήμα,
* McsElln.κτήμα@γλσΕλα,
1. απόκτημα: πάντων κτημάτων κράτιστον φίλος σαφής
= από όλα τα αποκτήματα το πιο καλό είναι ένας αξιόπιστος φίλος.
2. συχνά στον πληθ. κτήματα υλικά αγαθά, περιουσία.
ΝΕ κτήμα (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. *κτη- (κτά-ομαι) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'κτήσις: κτῆσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.κτήσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κτήσις,
* McsElln.κτήσις@γλσΕλα,
1. απόκτηση: ἡ φιλοσοφία κτῆσις ἐπιστήμης
= η φιλοσοφία είναι απόκτηση γνώσης.
2. απόκτημα, οτιδήποτε αποτελεί ιδιοκτησία κάποιου.
:=> παράγ. κτήσιος.
ΝΕ κτήση (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *κτη- (κτάομαι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'κτίζω: κτίζω::
* McsElln.ρήμα.κτίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κτίζω,
* McsElln.κτίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκτιζον
Μέλλ. κτίσω
Αόρ. ἔκτισα
Παρακ. ἔκτικα
Παθ. μέλλ. κτισθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκτίσθην
Παθ. παρακ. ἔκτισμαι για πόλεις κτίζω, ιδρύω: Σελινοῦντα κτίζουσιν
= ιδρύουν το Σελινούντα.
:=> παράγ. κτίσις, κτίσμα, κτίστης.
ΝΕ κτίζω.
[παράγ. λ. *κτιδ- + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'κυβεύω: κυβεύω::
* McsElln.ρήμα.κυβεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κυβεύω,
* McsElln.κυβεύω@γλσΕλα,
1. παίζω ζάρια: ἐν τοῖς σκιραφείοις κυβεύουσιν
= παίζουν ζάρια στα τυχερά παιχνίδια.
2. μεταφορ. διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω: κυβεύω περὶ τοῖς φιλτάτοις
= παίζω στα ζάρια τα πιο αγαπημένα πράγματα, ριψοκινδυνεύω σε σχέση με αυτά.
ΝΕ σύνθ. διακυβεύω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. κύβ-ος «ζάρι» + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'κύλιξ: κύλιξ, -ικος::
* McsElln.ουσιαστικό.κύλιξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κύλιξ,
* McsElln.κύλιξ@γλσΕλα,
ποτήρι, συνήθως για κρασί: κύλικες πλήρεις οἴνου
= ποτήρια γεμάτα κρασί. ἐπὶ τῇ κύλικι λέγω
= μιλώ, αναπτύσσω θέμα, συνοδεύοντας το κρασί μου (ἐπικυλίκειος λόγος).
:=> παράγ. κυλίκιον, κυλίχνη.
[ομόρρ. με κάλυξ «ποτήρι», πβ. αρχ. ινδ.kal'asa «δοχείο»].
γλσΕλα'κυνηγέτης: κυνηγέτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κυνηγέτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κυνηγέτης,
* McsElln.κυνηγέτης@γλσΕλα,
κυνηγός.
μγ05.σ168
:=> παράγ. κυνηγέσιον «κυνήγι», κυνηγετικός.
[σύνθ. λ. κύων, κυν-ός + ἡγέτης (ἡγέομαι)].
γλσΕλα'κύπτω: κύπτω::
* McsElln.ρήμα.κύπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κύπτω,
* McsElln.κύπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔκυπτον
Μέλλ. κύψω
Αόρ. ἔκυψα
Παρακ. κέκυφα σκύβω: κεκυφότες εἰς τραπέζας
= σκυμμένοι πάνω σε τραπέζια.
ΝΕ σκύβω.
[παράγ. λ. *κυφ- (κυφός) + παρ. επίθ. -τ-ω].
γλσΕλα'κύριος: κύριος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.κύριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κύριος,
* McsElln.κύριος@γλσΕλα,
Συγκριτικός κυριώτερος
Υπερθετικός κυριώτατος
1. για πρόσωπα αυτός που έχει εξουσία ή κυριότητα επάνω σε κάποιο πράγμα: κυριώτατοι τοῦ ἱεροῦ
= αυτοί που έχουν την απόλυτη κυριότητα του ιερού. κύριος καταλύσεως τοῦ πολέμου
= αυτός που στο χέρι του είναι ο τερματισμός του πολέμου.
2. κύριός εἰμι + απαρέμφ. ή μετοχή έχω την εξουσία ή το δικαίωμα να κάνω κάτι: οἱ δικασταὶ κύριοι ἀπολέσαι αὐτούς
= οι δικαστές έχουν το δικαίωμα να τους καταστρέψουν αυτούς. κύριός εἰμι πριάμενος καὶ πωλῶν
= έχω το δικαίωμα να αγοράζω και να πουλώ.
3. για πράγματα έγκυρος: κύριος νόμος.
=/ ἄκυρος.
:=> παράγ. κυριεύω, κυριακός, κυριότης, κυρίως.
ΝΕ κύριος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. κῦρ-ος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'κύρος: κῦρος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.κύρος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κύρος,
* McsElln.κύρος@γλσΕλα,
η ανώτατη εξουσία: αἱ τέσσαρες βουλαὶ τῶνΒοιωτῶν αἵπερ ἅπαν τὸ κῦρος ἔχουσιν
= οι τέσσερεις βουλές των Βοιωτών, οι οποίες έχουν την ανώτατη εξουσία.
:=> παράγ. κύριος, κυρόω.
ΝΕ κύρος «αντικειμενική αξία, γενική αναγνώριση προσώπου».
[*κεF- (πβ. κυέω «εγκυμονώ»)].
γλσΕλα'κυρόω: κυρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.κυρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κυρόω,
* McsElln.κυρόω@γλσΕλα,
1. επικυρώνω: ἡ ἐκκλησία κυρώσασα ταῦτα διελύθη
= η συνέλευση του δήμου επικύρωσε αυτά και διαλύθηκε.
2. στη μέση φωνή κυροῦμαι πετυχαίνω τους σκοπούς μου: λόγῳ κυροῦται τὰ πάντα ἡ ἀστρονομία
= η αστρονομία πετυχαίνει όλους τους στόχους της με τη λογική.
:=> παράγ. κύρωσις.
ΝΕ σύνθ. επικυρώνω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. κῦρ-ος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'κύων: κύων, κυνός, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.κύων-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κύων,
* McsElln.κύων@γλσΕλα,
σκύλος αρσενικός ή θηλυκός.
:=> παράγ. κυνικός.
[*κFον- > κύων, γεν. κυνός
= αρχ. ινδ. s'unas].
γλσΕλα'κώδων: κώδων, -ωνος::
* McsElln.ουσιαστικό.κώδων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κώδων,
* McsElln.κώδων@γλσΕλα,
κουδούνι.
:=> παράγ. κωδωνίζω.
ΝΕ κουδούνι.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'κώλυμα: κώλυμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.κώλυμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κώλυμα,
* McsElln.κώλυμα@γλσΕλα,
εμπόδιο.
= κωλύμη.
ΝΕ κώλυμα.
[παράγ. λ. κωλύ-ω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'κωλύω: κωλύω::
* McsElln.ρήμα.κωλύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κωλύω,
* McsElln.κωλύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐκώλυον
Μέλλ. κωλύσω
Αόρ. ἐκώλυσα
Παρακ. κεκώλυκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.κωλύσομαι
Παθ. μέλλ. κωλυθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐκωλύθην
Παθ. παρακ. κεκώλυμαι
Παθ. υπερσ. ἐκεκωλύμην
1. εμποδίζω: κωλύω τινά τινός
= εμποδίζω κάποιον από κάτι. κωλύω τινὰ (μὴ) ποιεῖν τι
= εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι. κωλύω τὴν πάροδον
= εμποδίζω τη διέλευση.
2. συχνά στο γ΄ πρόσωπο οὐδὲν κωλύει τίποτε δεν εμποδίζει, κανένα εμπόδιο δεν υπάρχει, καμία αντίρρηση δεν υπάρχει, κανένα πρόβλημα: τό γ’ ἐμὸν οὐδὲν κωλύει
= από την πλευρά μου δεν υπάρχει καμία αντίρρηση.
:=> παράγ. κώλυμα, κωλύμη, κώλυσις, κωλυτέον, σύνθ. παρακωλύω.
ΝΕ κωλύω (λόγ., με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'κώμη: κώμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.κώμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κώμη,
* McsElln.κώμη@γλσΕλα,
1. χωριό ατείχιστο ή οικισμός ατείχιστος.
2. για πόλη συνοικία.
:=> παράγ. κωμήτης.
ΝΕ κώμη «οικισμός με έκταση και πληθυσμό μεγαλύτερο από χωριό και μικρότερο από πόλη».
[παράγ. λ. *κω- (< *κει- < κεῖμαι) + παρ. επίθ.-μη, πβ. λιθ. ki-emas «κώμη»].
γλσΕλα'κώμος: κῶμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.κώμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κώμος,
* McsElln.κώμος@γλσΕλα,
γλέντι, διασκέδαση: δεῖπνα καὶ σὺν αὐλητρίσι κῶμοι
= δείπνα και διασκεδάσεις με αυλητρίδες.
:=> παράγ. κωμάζω, κωμικός.
[αβέβ. ετυμ., ίσως *κωμ-, πβ. κώμη].
γλσΕλα'κωφός: κωφός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.κωφός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'κωφός,
* McsElln.κωφός@γλσΕλα,
Συγκριτικός κωφότερος
Υπερθετικός κωφότατος
1. για πράγματα αθόρυβος: κωφὸς λιμήν
= αθόρυβο λιμάνι (για τα βαθιά νερά του).
μγ05.σ169
2. αυτός που δεν ακούει, κουφός.
3. αυτός που δε μιλά, βουβός, άλαλος: κωφὸν πρόσωπον
= βουβό πρόσωπο.
4. αμβλύνους, βλάκας, ηλίθιος: τὸ τῆς ψυχῆς κωφὸν ποιῶ
= καθιστώ την ψυχή διανοητικά ασθενή.
:=> παράγ. κωφάω, κωφεύω, κωφόω, κωφότης, κώφωσις.
ΝΕ κουφός (με τη σημ. 2).
[πιθ. συγγεν. του κηφ-ήν].
γλσΕλα'Λ: Λ, λ, λάμδα::
* McsElln.ουσιαστικό.Λ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λ,
* McsElln.Λ@γλσΕλα,
το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο λ΄
= 30, αλλά ,λ
= 30.000.
γλσΕλα'λαβή: λαβή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.λαβή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαβή,
* McsElln.λαβή@γλσΕλα,
1. προεξοχή από την οποία πιάνει κάποιος κάτι, λαβή: λαβή ξίφους.
2. μεταφορικά ευκαιρία ή αφορμή: λαβὰς ἀντιλογίας δίδωμι
= δίνω αφορμές για αντίλογο.
ΝΕ λαβή (με τις σημ. 1, 2).
[*(σ)λαβ-, λαμβάνω].
γλσΕλα'λαβύρινθος: λαβύρινθος, -ίνθου::
* McsElln.ουσιαστικό.λαβύρινθος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαβύρινθος,
* McsElln.λαβύρινθος@γλσΕλα,
τεράστιο οικοδόμημα με πολύπλοκους διαδρόμους.
=> μεταφορικά λόγοι λαβυρίνθοις ὅμοιοι
= λόγια που μοιάζουν με λαβυρίνθους (που δύσκολα τα καταλαβαίνει κανείς).
:=> παράγ. λαβυρινθώδης.
ΝΕ λαβύρινθος.
[ξένη λέξη, λυδική ή καρική, στη σημ. «σπίτι του διπλού πελέκεως»].
γλσΕλα'λαγxάνω: λαγχάνω::
* McsElln.ρήμα.λαγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαγxάνω,
* McsElln.λαγxάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλάγχανον
Μέλλ. λήξομαι
Αόρ. β΄ ἔλαχον
Παρακ. εἴληχα
Υπερσ. εἰλήχειν
Παθ. αόρ. ἐλήχθην
Παθ. παρακ. εἴληγμαι
1. παίρνω κάτι με κλήρωση: λαγχάνω τινὰ διδάσκαλον
= μου ορίζεται με κλήρο κάποιος ως δάσκαλος.
2. αναδεικνύομαι σε ένα αξίωμα με τη μέθοδο της κλήρωσης (σε αντιδιαστολή προς το χειροτονοῦμαι): ὁ λαχὼν πολεμαρχεῖν
= αυτός που κληρώθηκε να γίνει πολέμαρχος.
3. ως νομικός όρος λαγχάνω δίκην παίρνω άδεια να εισαγάγω σε δίκη, να καταθέσω μήνυση: λαγχάνω δίκην τινί
= παίρνω άδεια να καταθέσω μήνυση σε βάρος κάποιου. λαχέτω πρὸς τὸν ἄρχοντα
= ας καταθέσει μήνυση ενώπιον του αρμόδιου αξιωματούχου. παρεσκευαζόμεθα ἅπαντες λαγχάνειν
= ετοιμαζόμασταν όλοι να καταθέσουμε μήνυση.
:=> παράγ. οἱ λαχόντες, Λάχεσις (μία από τις τρεις Μοίρες), λῆξις «κλήρωση», λάχος, «κλήρος».
ΝΕ λαχαίνω (συνήθως στον αόρ. μου έλαχε«μου έπεσε με κλήρο»).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'λαγώς: λαγώς & λαγῶς::
* McsElln.ουσιαστικό.λαγώς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαγώς,
* McsElln.λαγώς@γλσΕλα,
λαγός.
=> παροιμία ἐστὶν λαγώς
= είναι δειλός σαν λαγός.
ΝΕ λαγός.
[*λαγωFής, πβ. οσετικό l¨arg-us «λαγός», ίσως*(σ)λα-, λαγαρός + οὖς, δηλαδή αυτός που έχει χαλαρά αυτιά].
γλσΕλα'λάθρα: λάθρ'α::
* McsElln.επίρρημα.λάθρα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λάθρα,
* McsElln.λάθρα@γλσΕλα,
κρυφά, μυστικά: λάθρ'α ἔκτεινον αὐτόν
= τον σκότωσαν κρυφά (δηλ. με προδοσία). λάθρ'α τῶν στρατιωτῶν
= κρυφά από τους στρατιώτες, χωρίς να το γνωρίζουν οι στρατιώτες.
:=> παράγ. λαθραῖος.
ΝΕ λάθρα (λόγ.).
[*λαθ-, λανθάνω].
γλσΕλα'λαθραίος: λαθραῖος, -αῖος, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.λαθραίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαθραίος,
* McsElln.λαθραίος@γλσΕλα,
κρυφός, μυστικός: λαθραῖον θάνατον ἐπεβούλευσε Καλλί'α
= σχεδίασε μυστική δολοφονία εναντίον του Καλλία.
ΝΕ λαθραίος.
[λάθρῃ & λάθρη + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'Λάκαινα: Λάκαινα, -αίνης::
* McsElln.ουσιαστικό.Λάκαινα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λάκαινα,
* McsElln.Λάκαινα@γλσΕλα,
αρσ. Λάκων, ὁ η κάτοικος της Λακωνικής (Λακωνίας).
γλσΕλα'Λακεδαίμων: Λακεδαίμων, -ονος::
* McsElln.ουσιαστικό.Λακεδαίμων-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λακεδαίμων,
* McsElln.Λακεδαίμων@γλσΕλα,
η Λακωνική ή η πρωτεύουσά της, η Σπάρτη.
[προελλην. αρχής, πβ. λακεδάμα· ὕδωρ ἁλμυρόν].
γλσΕλα'λακτίζω: λακτίζω::
* McsElln.ρήμα.λακτίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λακτίζω,
* McsElln.λακτίζω@γλσΕλα,
κλοτσώ: λακτίζουσιν ἀλλήλους
= κλοτσούν ο ένας τον άλλον.
=> παροιμία πρὸς κέντρα λακτίζω
= κλοτσώ τη βουκέντρα, τα καρφιά (δηλ. κάνω μια πράξη ασύνετη, αφού το μόνο που πετυχαίνω κλοτσώντας τη βουκέντρα είναι να πληγώνομαι εγώ ο ίδιος).
:=> παράγ. λάκτισμα, λακτιστής.
ΝΕ λακτίζω (λόγ.).
[*ληκ-, *λακ-, επίρρ. λάξ, για το σχηματισμό πβ. πύξ, ὀδάξ].
γλσΕλα'Λάκων: Λάκων, -ωνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Λάκων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λάκων,
* McsElln.Λάκων@γλσΕλα,
θηλ. Λάκαινα, ἡ
μγ05.σ170
ο κάτοικος της Λακωνικής (Λακωνίας).
:=> παράγ. λακωνικός, λακωνίζω.
ΝΕ Λάκωνας.
[*Λάκ- (< Λακε-δαίμων) + παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'λακωνίζω: λακωνίζω::
* McsElln.ρήμα.λακωνίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λακωνίζω,
* McsElln.λακωνίζω@γλσΕλα,
1. μιμούμαι τον τρόπο ζωής των Λακεδαιμονίων, και ιδιαίτερα το σύντομο αλλά περιεκτικό τρόπο ομιλίας τους.
2. υποστηρίζω τους Λακεδαιμονίους στις διαμάχες τους με την Αθήνα ή με άλλες ελληνικές πόλεις (βλπ.μηδίζω).
:=> παράγ. λακωνισμός.
ΝΕ λακωνίζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. Λάκων + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'λαλέω: λαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαλέω,
* McsElln.λαλέω@γλσΕλα,
1. φλυαρώ: μὴ λάλει
= μη φλυαρείς. λαλεῖς ἀμελήσας ἀποκρίνασθαι
= φλυαρείς, χωρίς να νοιάζεσαι να δώσεις απάντηση.
2. γενικά μιλώ: λαλεῖ οὐδὲν τῶν ἄλλων ζ'ώων πλὴν ἀνθρώπου
= κανένας από τους άλλους ζωντανούς οργανισμούς δε μιλάει εκτός από τον άνθρωπο.
=> γνωμικό ἄκουε πολλά, λάλει καίρια
= να ακούς πολύ και να μιλάς όταν πρέπει.
:=> παράγ. λαλιά «φλυαρία», λάλος «φλύαρος», λάλημα, λαλητός, σύνθ. ἄλαλος, περιλάλητος.
ΝΕ λαλώ (με τις σημ. 1, 2).
[ηχοποίητη λέξη, λα-λα].
γλσΕλα'λαλιά: λαλιά, -ιᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.λαλιά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαλιά,
* McsElln.λαλιά@γλσΕλα,
φλυαρία: πέρας οὐ ποιεῖται λαλιᾶς
= δε σταματάει τη φλυαρία.
ΝΕ λαλιά «ομιλία».
[παράγ. λ. λαλ-έω + παρ επίθ. -ιά].
γλσΕλα'λάλος: λάλος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.λάλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λάλος,
* McsElln.λάλος@γλσΕλα,
Συγκριτικός λαλίστερος
Υπερθετικός λαλίστατος φλύαρος: λάλος γυνή
= φλύαρη γυναίκα.
ΝΕ λάλος.
[*λαλ- (< λαλ-έω -ῶ) + παρ. επίθ. -ος, μεταρρηματικό ουσ.].
γλσΕλα'λαμβάνω: λαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.λαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαμβάνω,
* McsElln.λαμβάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλάμβανον
Μέλλ. λήψομαι
Αόρ. β΄ ἔλαβον
Παρακ. εἴληφα
Υπερσ. εἰλήφειν
Μέσ. αόρ. β΄ ἐλαβόμην
Παθ. μέλλ. ληφθήσομαι
Παθ. αόρ. α΄ ἐλήφθην
Παθ. παρακ. εἴλημμαι
Παθ. υπερσ. εἰλήμμην
1. πιάνω κάτι με το χέρι: λαμβάνω μάστιγα καὶ ἡνία
= πιάνω το μαστίγιο και τα χαλινάρια. λαμβάνω τινὰ τῆς ζώνης
= πιάνω κάποιον από τη ζώνη.
=> μεταφορικά λαμβάνει τινὰ φόβος
= πιάνει κάποιον φόβος.
=> μέση φωνή πιάνομαι από κάτι: λάβεσθε χειρὸς δεξιᾶς
= πιαστείτε από το δεξί χέρι.
2. συλλαμβάνω: ζῶντες ἐλήφθησαν
= πιάστηκαν ζωντανοί.
=> λαμβάνω τινὰ ψευδόμενον
= πιάνω κάποιον να λέει ψέματα.
3. μεταφορικά αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω:(ὁρῶ τι ή) λαμβάνω ἄλλῃ τινὶ αἰσθήσει
= (βλέπω κάτι ή) το αντιλαμβάνομαι με κάποια άλλη αίσθηση.
4. εκλαμβάνω: τὸ πρᾶγμα μειζόνως ἐλάμβανον
= εξελάμβαναν την υπόθεση πιο σοβαρά(απ’ ό,τι έπρεπε).
5. δέχομαι, παίρνω κάτι: δῶρα λαμβάνω
= δέχομαι δώρα. ἔλαβον τὴν ἀρχὴν τῆς θαλάττης
= πήραν την κυριαρχία στη θάλασσα.
6. έκφραση δίκην λαμβάνω παρά τινος
= τιμωρώ κάποιον.
=/ δίκην δίδωμί τινι
= τιμωρούμαι από κάποιον.
:=> παράγ. λαβή, λῆμμα, λῆψις, σύνθ. δωρολήπτης, παραλήπτης, προσωπολήπτης, προσωποληψία, ἐπιληπτικός.
ΝΕ λαμβάνω (με τις σημ. 1, 5).
[*(σ)λαβ-, πβ. λhαβών
= λαβών με h, που υποδεικνύει ρίζα *σλαβ-, συγγεν. του λάζομαι «έχω στην κατοχή μου»].
γλσΕλα'λαμπάς: λαμπάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.λαμπάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαμπάς,
* McsElln.λαμπάς@γλσΕλα,
1. δάδα.
2. λαμπαδηδρομία: λαμπάδι νικῶ
= είμαι νικητής σε λαμπαδηδρομία.
:=> σύνθ. λαμπαδηδρομία, λαμπαδηφορία.
ΝΕ λαμπάδα (της εκκλησίας).
[λάμπ-ω + παρ. επίθ. -άς].
γλσΕλα'λαμπρός: λαμπρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.λαμπρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαμπρός,
* McsElln.λαμπρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός λαμπρότερος
Υπερθετικός λαμπρότατος
1. λαμπερός: λαμπρὸς ἀστήρ.
=> λαμπρὸν ὕδωρ
= καθαρό, διαυγές νερό.
2. για ήχο, φωνή καθαρός, ευδιάκριτος: λέγει λαμπρᾷ τῇ φωνῇ
= μιλά με καθαρή, ευδιάκριτη φωνή.
3. ολοφάνερος: λαμπρὰ ἴχνη.
4. για πρόσωπα ένδοξος: λαμπρότατοι ἐγένοντο τῶν καθ’ ἑαυτοὺς Ἑλλήνων
= αναδείχθηκαν ενδοξότατοι από τους Έλληνες του καιρού τους.
5. για πρόσωπα γενναιόδωρος, μεγαλοπρεπής:λαμπρὸς ἐν ταῖς λειτουργείαις.
6. ωραίος, υπέροχος: λαμπρὸς ἀνήρ
= ωραίος άντρας. λαμπρὰ στολή
= υπέροχη ενδυμασία, ωραία αρματωσιά.
=> επίρρημα λαμπρῶς
:=> παράγ. λαμπρότης, λαμπρύνω, σύνθ. λαμπρόφωνος.
μγ05.σ171
ΝΕ λαμπρός (με τις σημ. 1, 4, 6).
[λάμπ-ω + παρ. επίθ. -ρός].
γλσΕλα'λαμπρύνω: λαμπρύνω::
* McsElln.ρήμα.λαμπρύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λαμπρύνω,
* McsElln.λαμπρύνω@γλσΕλα,
1. στην ενεργ. ή μέση φωνή λαμπρύνω & λαμπρύνομαι κάνω κάτι λαμπερό ή ωραίο: ἐλαμπρύνοντο τὰς ἀσπίδας
= γυάλιζαν τις ασπίδες τους.
2. μέση φωνή λαμπρύνομαι υπερηφανεύομαι για κάτι, διακρίνομαι σε κάτι: λαμπρύνεται ἐν οἷς οὐ δεῖ
= υπερηφανεύεται για πράγματα που δεν πρέπει να υπερηφανεύεται.
:=> παράγ. λαμπρυντής, λαμπρυντικός.
ΝΕ λαμπρύνω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. λαμπρ-ός + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'λανθάνω: λανθάνω::
* McsElln.ρήμα.λανθάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λανθάνω,
* McsElln.λανθάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλάνθανον
Μέλλ. λήσω
Αόρ. β΄ ἔλαθον
Παρακ. λέληθα
Υπερσ. ἐλελήθειν
Μέσ. & παθ. μέλλ. λήσομαι
Μέσ. & παθ. αόρ. β΄ ἐλαθόμην
Μέσ. & παθ. παρακ. λέλησμαι
Μέσ. & παθ. υπερσ. ἐλελήσμην
1. διαφεύγω την προσοχή κάποιου, μένω απαρατήρητος συχνά με μετοχή, οπότε μεταφράζουμε τη μετοχή με ρήμα και το λανθάνω με επίρρημα ή επιρρηματική φράση ἔλαθεν ἀποδράς
= απέδρασε χωρίς να τον πάρουν είδηση. λήσετε πάνθ’ ὑπομείναντες
= θα υποστείτε τα πάντα χωρίς να το πάρετε είδηση.
2. μέση και παθ. φωνή, με γενική λανθάνομαί τινος ξεχνώ κάποιον: ἑταίρων πάντων λέλησται
= έχει ξεχάσει όλους τους φίλους του.
= ἐπιλανθάνομαι.
:=> παράγ. λήθη.
ΝΕ λανθάνω (λόγ., με τη σημ. 1).
[*λ_αθ- > λα-ν-θ- (επένθεση ενός -ν- κατά το μα-ν-θ-άνω) + παρ. επίθ. -άνω].
γλσΕλα'λάξ: λὰξ::
* McsElln.επίρρημα.λάξ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λάξ,
* McsElln.λάξ@γλσΕλα,
χτυπώντας με το πόδι, με κλοτσιές (βλπ. πύξ).
:=> παράγ. λακτίζω, λάκτισμα, λακτισμός.
ΝΕ λαξ, μόνο στην έκφραση πυξ λαξ «με μπουνιές και κλοτσιές».
[*ληκ-, λακ-, πβ. λιθ. leki'u «τρέχω, πετώ», για το ληκτικό -ξ πβ. πύξ, ὀδάξ].λαὸς βλπ. λεώς.
γλσΕλα'λάρναξ: λάρναξ, -ακος::
* McsElln.ουσιαστικό.λάρναξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λάρναξ,
* McsElln.λάρναξ@γλσΕλα,
θήκη για τα οστά ή για την τέφρα του νεκρού.
ΝΕ λάρνακα.
[νάρναξ «κιβωτός» (με ανομοίωση), πιθ. δάνεια λ., πβ. για το σχηματισμό κάμ-αξ, κλῖμαξ, πίν-αξ].
γλσΕλα'λάρος: λάρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λάρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λάρος,
* McsElln.λάρος@γλσΕλα,
ο γλάρος.
=> μεταφορικά χρησιμοποιείται για άπληστους δημαγωγούς, καθώς οι αρχαίοι θεωρούσαν το γλάρο λαίμαργο πουλί: Κλέωνα τὸν λάρον δώρων εἷλον
= τον άπληστο Κλέωνα καταδίκασαν για δωροδοκία.
[ίσως συγγ. με λῆρος «φλύαρος»].
γλσΕλα'λάσιος: λάσιος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.λάσιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λάσιος,
* McsElln.λάσιος@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει πυκνό τρίχωμα, ο δασύτριχος: περὶ ὦτα λάσιος
= δασύτριχος γύρω από τα αυτιά.
2. αυτός που έχει πυκνή βλάστηση: λάσιον χωρίον
= κατάφυτη περιοχή.
:=> σύνθ. λασιόθριξ, λασιόστερνος.
[Fλατ-jος, *Fελτ-, πβ. ιρλ. folt «μαλλιά», ρωσ. volot)i «κλωστή»].
γλσΕλα'λατρεία: λατρεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.λατρεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λατρεία,
* McsElln.λατρεία@γλσΕλα,
1. μόνο στην ποίηση έμμισθη υπηρεσία, υπηρεσία: ἐπίπονος λατρεία
= κοπιαστική υπηρεσία.
2. υπηρεσία που προσφέρεται στους θεούς, λατρεία.
ΝΕ λατρεία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. λατρε-ύω + -ία].
γλσΕλα'λατρεύω: λατρεύω::
* McsElln.ρήμα.λατρεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λατρεύω,
* McsElln.λατρεύω@γλσΕλα,
1. μόνο στην ποίηση υπηρετώ κάποιον με πληρωμή.
2. υπηρετώ ως δούλος, είμαι σκλάβος: ἐγὼ κἂν τῆς ψυχῆς πριαίμην ὥστε μήποτε λατρεῦσαι αὐτήν
= εγώ ακόμη και με αντίτιμο την ψυχή μου θα εξασφάλιζα ώστε ποτέ αυτή να μη γίνει δούλη.
=> μεταφορικά λατρεύω νόμοις
= υπηρετώ τους νόμους.
3. υπηρετώ τους θεούς, τους προσφέρω λατρεία(με θυσίες, προσευχές κτλ.): λατρεύω Φοίβῳ.
:=> παράγ. λάτρευμα, λατρεία, σύνθ. εἰδωλολάτρης, εἰδωλολατρία.
ΝΕ λατρεύω (με τη σημ. 3).
[λάτρ-ον «μισθός, αμοιβή» + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'Λάxεσις: Λάχεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.Λάxεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λάxεσις,
* McsElln.Λάxεσις@γλσΕλα,
η μία από τις τρεις Μοίρες που ἐλάγχανεν, δηλ. διένειμε με κλήρωση, στον κάθε άνθρωπο το νήμα της ζωής του (βλπ. Ἄτροπος &Κλωθώ).
[*λαχ- (< λα-γ-χ-άν-ω) + παρ. επίθ. -εσις].
γλσΕλα'λέαινα: λέαινα, -αίνης::
* McsElln.ουσιαστικό.λέαινα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λέαινα,
* McsElln.λέαινα@γλσΕλα,
αρσ. βλπ. λέων.το θηλυκό λιοντάρι: δίπους λέαινα (χαρακτηρισμός γυναίκας).
ΝΕ λέαινα.
γλσΕλα'λέγω: λέγω (Α)::
* McsElln.ρήμα.λέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λέγω,
* McsElln.λέγω@γλσΕλα,
ποιητικό ρήμα· στον πεζό λόγο απαντά ως σύνθ. συνήθως με τις προθέσεις σύν, ἐκ: συλ-λέγω, ἐκ-λέγω(βλπ. συλλέγω)
Παρατ. ἔλεγον
Μέλλ. λέξω
μγ05.σ172
Αόρ. ἔλεξα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.λέξομαι
Μέσ. αόρ.με παθ. σημ.ἐλεξάμην
Παθ. μέλλ. β΄ λεγήσομαι
Παθ. αόρ. α΄, β΄ ἐλέχθην, ἐλέγην
Παθ. παρακ. εἴλεγμαι συλλέγω, μαζεύω, κατατάσσω.
:=> παράγ. λογάς, -άδος, ὁ «επιλεγμένος», λογάδην «επιλεκτικά», σύνθ. ἐκλέγω, καταλέγω(κατάλογος), ἐπιλέγω, συλλέγω.
[βλπ. λέγω (Β)].
γλσΕλα'λέγω: λέγω (Β)::
* McsElln.ρήμα.λέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λέγω,
* McsElln.λέγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔλεγον
Μέλλ. λέξω & ἐρῶ
Αόρ. α΄ ἔλεξα & εἶπα
Αόρ. β΄ εἶπον
Παρακ. εἴρηκα
Παθ. μέλλ. ‘ρηθήσομαι & λεχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐρρήθην & ἐλέχθην
Παθ. παρακ. εἴρημαι & λέλεγμαι
1. μιλώ, λέω: λέγε εἴ τι θέλεις
= αν θέλεις κάτι, πες το. οὐδὲν λέγεις
= δε λες τίποτε (δε λες κάτι σημαντικό).
=> λέγω κατά τινος
= κατηγορώ κάποιον. λέγω ὑπέρ τινος
= υπερασπίζομαι κάποιον.
2. διατάζω, ορίζω: ὡς ὁ νόμος λέγει
= όπως ορίζει ο νόμος.
3. εννοώ: οὐ μανθάνω ὃ λέγεις
= δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
4. παθ. φωνή, γ΄ πρόσ. λέγεται λέει ο κόσμος, λένε: θανεῖν ἐλέχθη
= είπαν ότι πέθανε.
=> τὸ λεγόμενον όπως λένε: ἀλλ’ ἦ, τὸ λεγόμενον, κατόπιν ἑορτῆς ἥκομεν;
= μα μήπως, όπως λένε, ήρθαμε κατόπιν εορτής (δηλ. καθυστερημένα);
:=> παράγ. λέξις, λεκτός, λεκτικός, λόγος, ‘ρήτωρ, ‘ρῆμα, σύνθ. διαλέγομαι, ἐκλογή, διάλεκτος, ἀρχαιολόγος, φιλόλογος.
ΝΕ λέγω, λέω (με τις σημ. 1, 2, 4).
[λέγ-ω, ομόρρ. με λατ. leg-o «εκλέγω» και «διαβάζω»].
===
_stxElla: λέγω τι. == λέγω κάτι.
_stxElla: _stxObj:Πᾶσαν [_stxTowhom:ὑμῖν] τὴν ἀλήθειαν _stxVrb:ἐρῶ. == Θα σας πω όλη την αλήθεια. [Π.Απολ.20d]
_stxElla: _stxVrb:Λέγει δ' _stxObj:ὡς ὑβριστής εἰμι. == Λέει ότι είμαι αλαζόνας. [Λ.XXIV.15] εξειδικευτική
γλσΕλα'λεία: λεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.λεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λεία,
* McsElln.λεία@γλσΕλα,
λάφυρα.
ΝΕ λεία.
[*λᾶFιᾶ, *ληι-, συγγεν. του ἀπο-λαύ-ω].
γλσΕλα'λείος: λεῖος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.λείος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λείος,
* McsElln.λείος@γλσΕλα,
Συγκριτικός λειότερος
Υπερθετικός λειότατος
1. αυτός που έχει ομαλή επιφάνεια, λείος(στην αίσθηση της αφής): λεῖος ὥσπερ ἔγχελυς
= λείος σαν χέλι.
=/ τραχύς.
=> γνωμικό: οὐδέποτ’ ἂν θείης λεῖον τὸν τραχὺν ἐχῖνον
= δε θα μπορέσεις ποτέ να κάνεις λείο τον τραχύ αχινό.
2. αυτός που είναι άτριχος: λειότατον τῶν ζ'ώων ἐστὶν ἄνθρωπος
= από όλα τα ζώα ο άνθρωπος είναι ο λιγότερο τριχωτός.
3. μεταφορικά μαλακός, ήπιος: πνεῦμα λεῖον
= ήπιος αέρας.
:=> παράγ. λειότης, λειαίνω, λείανσις.
ΝΕ λείος (με τη σημ. 1).
[*λειFος, πβ. λατ. levis].
γλσΕλα'λείπω: λείπω::
* McsElln.ρήμα.λείπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λείπω,
* McsElln.λείπω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔλειπον
Μέλλ. λείψω
Αόρ. α΄ & β΄ ἔλειψα & ἔλιπον
Παρακ. λέλοιπα
Υπερσ. ἐλελοίπειν
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.λείψομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἐλιπόμην
Παθ. μέλλ. λειφθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐλείφθην
Παθ. παρακ. λέλειμμαι
Παθ. υπερσ. ἐλελείμμην
1. αφήνω, εγκαταλείπω: λείπω τὴν πόλιν
= εγκαταλείπω την πόλη.
2. παθ. φωνή λείπομαι
α. μένω πίσω, εγκαταλείπομαι: οἱ δὲ μόνοι λείπονται
= και αυτοί μένουν μόνοι.
β. υπολείπομαι, απομένω: ὀλίγων ἡμερῶν σιτία λείπεται
= απομένουν τροφές για λίγες μέρες.
γ. μένω πίσω, καθυστερώ:μακρὰν λελειμμένος
= έχοντας μείνει πολύ πίσω.
δ. είμαι κατώτερος ή χειρότερος από κάποιον άλλον: ἀνὴρ ξύνεσιν οὐδενὸς λειπόμενος
= άντρας που δεν είναι από κανέναν κατώτερος ως προς τη σύνεση.
3. δεν υπάρχω, λείπω: οὔ ποτε ἔρις λείψει κατὰ πόλεις
= δε θα λείψει ποτέ η διχόνοια από τις πόλεις.
:=> παράγ. λοιπός, λεῖμμα, λείψανον, λεῖψις, σύνθ. λιποθυμέω, λειψανδρία, ἐπίλοιπος.
ΝΕ λείπω (με τη σημ. 3).
[*λειπ- < *leikw-, πβ. αρμ. e-li-k‘
= ἔ-λι-πε, λιθ.liek'u
= λείπω].
γλσΕλα'λειτουργέω: λειτουργέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λειτουργέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λειτουργέω,
* McsElln.λειτουργέω@γλσΕλα,
1. στην Αθήνα αναλαμβάνω με δικά μου έξοδα συγκεκριμένα δημόσια και κοινωφελή έργα(χορηγία, τριηραρχία κτλ), τις βλπ. λειτουργίες.
2. γενικά αναλαμβάνω κοινωφελές έργο οποιουδήποτε είδους: λειτουργῶ τῇ πόλει
= προσφέρω κοινωφελή έργα στην πόλη.
3. υπηρετώ κάποιον: λειτουργοῦντες δοῦλοι.
ΝΕ λειτουργώ «προσφέρω κοινωφελή υπηρεσία».
μγ05.σ173
[σύνθ. λ. *ληϊτο-Fεργέω «εργάζομαι για το δημόσιο καλό» < λήϊτον (= δημόσιον, δηλ.που αφορά το δημόσιο συμφέρον) < λη-ός (=λαός) + παρ. επίθ. -ιτος].
γλσΕλα'λειτουργία: λειτουργία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.λειτουργία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λειτουργία,
* McsElln.λειτουργία@γλσΕλα,
προσφορά υπηρεσίας για το καλό του λαού.
=> στην Αθήνα υπηρεσία δημόσιας ωφέλειας(όπως ήταν π.χ. η χορηγία, η τριηραρχία, η γυμνασιαρχία), την οποία αναλάμβαναν και χρηματοδοτούσαν, διαδοχικά, οι πλουσιότεροι πολίτες
ΝΕ λειτουργία «κοινωφελής υπηρεσία».
[παράγ. λ. λειτουργός (σύνθ. *ληϊτο-Fεργός, βλπ. λειτουργέω) + -ία].
γλσΕλα'λείxω: λείχω::
* McsElln.ρήμα.λείxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λείxω,
* McsElln.λείxω@γλσΕλα,
Μέλλ. λείξω
Αόρ. ἔλειξα
Παθ. αόρ. ἐλείχθην γλείφω.
:=> παράγ. λειχήν, -ῆνος, λιχανός (δάκτυλος).
ΝΕ γλείφω.
[*λειχ-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'λέξις: λέξις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.λέξις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λέξις,
* McsElln.λέξις@γλσΕλα,
1. λόγος: λέξις ἢ πρᾶξις
= λόγος ή πράξη (ενός ανθρώπου).
2. ο τρόπος έκφρασης, το ύφος: ξένως ἔχω τῆς ἐνδάδε λέξεως
= μου είναι ξένος ο τρόπος έκφρασης που χρησιμοποιείται εδώ (δηλ. στα δικαστήρια).
:=> παράγ. λεξ(ε)ίδιον, λεξικόν (βιβλίον).
ΝΕ λέξη.
[*λέγ- (λέγ-ω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'λεπτόγεως: λεπτόγεως, -ως, -ων::
* McsElln.επίθετο.λεπτόγεως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λεπτόγεως,
* McsElln.λεπτόγεως@γλσΕλα,
περιοχή που καλύπτεται από λεπτό στρώμα γης, που δεν είναι εύφορη: τὸ λεπτόγεων τῆς Ἀττικῆς
= η άγονη γη της Αττικής.
[σύνθ. λ. λεπτός + -γειος/-γεως < γαῖα].
γλσΕλα'λευκός: λευκός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.λευκός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λευκός,
* McsElln.λευκός@γλσΕλα,
Συγκριτικός λευκότερος
Υπερθετικός λευκότατος άσπρος, λευκός.
=/ μέλας «μαύρος».
:=> παράγ. λευκαίνω, λευκάς, λεύκη, λευκόω-ῶ, λεύκωμα, σύνθ. λεύκιππος, λευκώλενος«αυτός που έχει άσπρα μπράτσα».
[*λευκ- «φέγγω», πβ. λατ. l-ucus «ξέφωτο στο δάσος», lux].
γλσΕλα'λεύκωμα: λεύκωμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.λεύκωμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λεύκωμα,
* McsElln.λεύκωμα@γλσΕλα,
πινακίδα αλειμμένη με γύψο, επάνω στην οποία γράφονταν ανακοινώσεις: ἐς λεύκωμα ἀναγράφω τὸν νόμον
= αναγράφω το νόμο στην πινακίδα ανακοινώσεων.
ΝΕ λεύκωμα «βιβλίο με χοντρά φύλλα για τη φύλαξη φωτογραφιών κτλ.».
[παράγ. λ. λευκός + παρ. επίθ. -ωμα].
γλσΕλα'λέων: λέων, -οντος::
* McsElln.ουσιαστικό.λέων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λέων,
* McsElln.λέων@γλσΕλα,
θηλ. λέαινα, ἡ λιοντάρι: λέων ὀρεσίτροφος
= το λιοντάρι που βρίσκει την τροφή του στα βουνά. οἴκοι λέοντες, ἐν μάχῃ δ’ ἀλώπεκες
= στο σπίτι (παριστάνουν) τα λιοντάρια, στη μάχη όμως (γίνονται) αλεπούδες (δηλ. οι θρασύδειλοι άνθρωποι).
:=> παράγ. λέαινα, λεοντῆ «δέρμα λιονταριού», σύνθ. λεόπαρδος, χαμαιλέων.
ΝΕ λέων (με την ίδια σημ. στη φρ. ένας αλλά λέων «πολύ δυνατός») & λιοντάρι.
[ξένη λέξη].
γλσΕλα'λεώς: λεώς, -ώ::
* McsElln.ουσιαστικό.λεώς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λεώς,
* McsElln.λεώς@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι λαός, -οῦ, ὁ συναθροισμένος κόσμος, όπως στο θέατρο ή στην εκκλησία του δήμου: ἀκούετε, λε'ώ
= ακούστε, κόσμε! (o συνήθης τρόπος με τον οποίο άρχιζαν τις προκηρύξεις στην Αθήνα).δριμὺς πρὸς τὸ ἕλκειν τὸν πολὺν λεών
= ικανός στο να παρασύρει τον πολύ κόσμο.
:=> σύνθ. λεωφόρος.
ΝΕ λαός.
[λαFός, λ_αός, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'λήγω: λήγω::
* McsElln.ρήμα.λήγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λήγω,
* McsElln.λήγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔληγον
Μέλλ. λήξω
Αόρ. ἔληξα
Μέσ. ενεστ. λήγομαι σταματώ, τελειώνω: λήγω τοῦ βίου
= τελειώνω τη ζωή μου, πεθαίνω. οὔ ποτε λήγει κινούμενον
= ποτέ δε σταματά να κινείται.
:=> παράγ. λῆξις, ληκτικός, σύνθ. ἄληκτος, καταληκτικός.
ΝΕ λήγω.
[*(σ)λήγ-, λαγ-αρὸς «χαλαρός» + παρ. επίθ. -ω].
γλσΕλα'λήθη: λήθη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.λήθη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λήθη,
* McsElln.λήθη@γλσΕλα,
λησμονιά, το να ξεχνά κανείς κάτι: χρόνος λήθην ἐμποιεῖ τῶν ἐκείνοις πεπραγμένων
= ο χρόνος φέρνει τη λησμονιά των όσων έχουν πραγματοποιηθεί από εκείνους.
=/ μνήμη.
:=> παράγ. λήθαργος, ληθαῖος.
ΝΕ λήθη.
[δωρ. λάθ_α, βλπ. λανθάνω].
γλσΕλα'λήζομαι: λ'ήζομαι::
* McsElln.ρήμα.λήζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λήζομαι,
* McsElln.λήζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλῃζόμην
Αόρ. ἐλῃσάμην λεηλατώ, ληστεύω: ἐκ τῆς οἰκείας γῆς ὁρμώμενοι ἐλ'ήζοντο τοὺς ἐν τῇ νήσῳ
= εξορμώντας από τη χώρα τους λήστευαν τους κατοίκους του νησιού.
:=> παράγ. λῃστήρ, λῃστής.
[*λ_αF-ία > ιων. ληία (= λεία) και *λ_αF-ιδ > ιων.ληίς, *ληίδ-jομαι > ληίζομαι].
γλσΕλα'λήμμα: λῆμμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.λήμμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λήμμα,
* McsElln.λήμμα@γλσΕλα,
μγ05.σ174
1. οτιδήποτε λαμβάνει κανείς. λῆμμα καὶ ἀνάλωμα
= έσοδα και έξοδα.
2. κέρδος: παντὸς λήμματος ἥττων
= αυτός που δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό οποιουδήποτε κέρδους, έστω και του πιο μικρού.
ΝΕ λήμμα «βασική λέξη λεξικού κτλ.».
[*λῆβ-μα, λαμβάνω].
γλσΕλα'ληναίος: ληναῖος, -αία, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.ληναίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ληναίος,
* McsElln.ληναίος@γλσΕλα,
1. αυτός που ανήκει στο πατητήρι, στο ληνό.
2. τὰ Λήναια (ενν. ἱερά) γιορτή που γινόταν στην Αθήνα προς τιμήν του ληναίου Βάκχου(Διονύσου) και περιλάμβανε διαγωνισμούς δράματος.
3. τὸ Λήναιον ο τόπος της Αθήνας στον οποίο διεξάγονταν τα Λήναια: Φερεκράτης ὁ ποιητὴς ἐδίδαξεν ἐπὶ Ληναίῳ Ἀγρίους
= ο Φερεκράτης ο ποιητής δίδαξε τους Αγρίους στοΛήναιο.
[παράγ. λ. βλπ. ληνός + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'ληνός: ληνός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ληνός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ληνός,
* McsElln.ληνός@γλσΕλα,
πατητήρι σταφυλιών.
:=> παράγ. ληναῖος, Λήναια.
[αβέβ. ετυμ., πιθ. ξένη λ.].
γλσΕλα'λήξις: λῆξις, -εως, ἡ (Α) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.λήξις::
* McsElln.γλσΕλα'λήξις,
* McsElln.λήξις@γλσΕλα,
τέλος, λήξη.
= τέρμα.
=/ ἀρχή.
ΝΕ λήξη.
[λήγ-ω, *λῆγ-σις > λῆξις].
γλσΕλα'λήξις: λῆξις, -εως, ἡ (Β) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.λήξις::
* McsElln.γλσΕλα'λήξις,
* McsElln.λήξις@γλσΕλα,
1. κλήρωση: λῆξις ἀρχῆς
= κλήρωση αρχόντων.
2. λῆξις δίκης ή απλώς λῆξις γραπτή μήνυση που υποβαλλόταν στον αρμόδιο ἄρχοντα (αξιωματούχο) ως το πρώτο βήμα σε ιδιωτική δίκη.
[*λῆγ-σις, βλπ. λαγχάνω].
γλσΕλα'λήρος: λῆρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λήρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λήρος,
* McsElln.λήρος@γλσΕλα,
ανοησίες, σαχλαμάρες: λῆρος!
= ανοησίες!
=> για πρόσωπα ταῦτ’ ἂν λῆρον τὸν Ἐνδυμίωνα ἀποδείξειεν
= αυτά τα πράγματα θα έκαναν τον Ενδυμίωνα μια βλακεία, μια μπούρδα.
:=> παράγ. ληρέω -ῶ, ληρώδης.
ΝΕ σύνθ. παραλήρημα (αρχ.).
[*λη-/*λᾶ- (> λαλ-έω, λάλ-ος), *λῆ- + παρ. επίθ. -ρος].
γλσΕλα'ληρώδης: ληρώδης, -ης, -ες::
* McsElln.επίθετο.ληρώδης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ληρώδης,
* McsElln.ληρώδης@γλσΕλα,
ανόητος, επιπόλαιος.
[σύνθ. λ. λῆρ-ος + παρ. επίθ. -ώδης].
γλσΕλα'ληστεία: λῃστεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ληστεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ληστεία,
* McsElln.ληστεία@γλσΕλα,
πειρατεία ή ληστεία: ἀπὸ λῃστείας ἔζων
= ζούσαν από την πειρατεία. πόλις λῃστείαις πορθουμένη
= πόλη που ρημάζεται από ληστρικές επιδρομές.
ΝΕ ληστεία.
[παράγ. λ. λῃστε-ύω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ληστεύω: λῃστεύω::
* McsElln.ρήμα.ληστεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ληστεύω,
* McsElln.ληστεύω@γλσΕλα,
1. είμαι πειρατής ή ληστής: ἐλ'ήστευον ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ
= λήστευαν στη στεριά και έκαναν πειρατικές επιδρομές στη θάλασσα.
2. με αιτ. ληστεύω, λεηλατώ, κάνω ληστρικές επιδρομές: ἐλ'ήστευον τὴν Τροιζηνίαν
= έκαναν ληστρικές επιδρομές στην Τροιζηνία.
:=> παράγ. λῃστεία.
ΝΕ ληστεύω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. λῃστής (σύνθ. ληΐζω + -τής) + παρ.επίθ. -εύω].
γλσΕλα'Λητώ: Λητώ, -οῦς::
* McsElln.ουσιαστικό.Λητώ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λητώ,
* McsElln.Λητώ@γλσΕλα,
η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης.
[ξένη λέξη].
γλσΕλα'λίαν: λίαν::
* McsElln.επίρρημα.λίαν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λίαν,
* McsElln.λίαν@γλσΕλα,
πολύ, πάρα πολύ: λίαν σαφῶς
= πολύ σαφώς.
= πάνυ, σφοδρῶς, ἄγαν.
ΝΕ λίαν (λόγ.).
[αιτιατ. ενός ουσ. *λί_α «υπερβολή», *λί_αν, πβ.δωρεάν].
γλσΕλα'λίθος: λίθος, -ου, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.λίθος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λίθος,
* McsElln.λίθος@γλσΕλα,
1. πέτρα: λευκὸς λίθος
= μάρμαρο.
=> παροιμία: λίθον ἕψω
= βράζω την πέτρα (δηλ.μάταια προσπαθώ να πετύχω κάτι).
2. μεταφορικά άνθρωπος κουτός και αμόρφωτος, στουρνάρι.
3. ἡ λίθος είδος πέτρας για ειδική χρήση: Λυδία λίθος
= πέτρα με την οποία δοκίμαζαν τη γνησιότητα του χρυσού.
:=> παράγ. λιθάζω, λίθινος, λιθώδης, σύνθ. λιθοξόος, λιθοτομία, λιθόστρωτος.
ΝΕ λίθος (λόγ., με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'λιθοτομία: λιθοτομία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.λιθοτομία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιθοτομία,
* McsElln.λιθοτομία@γλσΕλα,
συνήθως στον πληθ. λιθοτομίαι λατομείο: ὁπόσους ἔλαβον κατεβίβασαν εἰς τὰς λιθοτομίας.
= όλους όσους αιχμαλώτισαν τους κατέβασαν στα λατομεία.
[παράγ. λ. λιθοτόμος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'λικμάω: λικμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λικμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λικμάω,
* McsElln.λικμάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλίκμων
Μέλλ. λικμήσω
Αόρ. ἐλίκμησα χωρίζω το σιτάρι από το άχυρο μετά το αλώνισμα, λιχνίζω.
:=> παράγ. λικμός, λίκνον, λικμητήρ.
ΝΕ λιχνίζω.
[παράγ. λ. *νίκνον «σείστρο» + παρ. επίθ. -ᾶν > *νικνᾶν με ανομοίωση > λικμᾶν, πβ. λιθ.niek'oju «σείω»].
γλσΕλα'λιμήν: λιμήν, -ένος::
* McsElln.ουσιαστικό.λιμήν-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιμήν,
* McsElln.λιμήν@γλσΕλα,
λιμάνι.
:=> παράγ. λιμενίζω.
ΝΕ λιμάνι.
[*λει-, -*λι, ομόρρ. με λειμών].
μγ05.σ175
γλσΕλα'λιμός: λιμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.λιμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιμός,
* McsElln.λιμός@γλσΕλα,
πείνα: λιμὸς ὁμοῦ καὶ λοιμός
= πείνα και συγχρόνως θανατηφόρα επιδημία.
ΝΕ λιμός.
[*λει-, *λι-, λοιμός, λιμός, πβ. λιθ. le-inas «λεπτός», αρχ. σλαβ. lib>ev)u «ισχνός»].
γλσΕλα'λίνον: λίνον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λίνον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λίνον,
* McsElln.λίνον@γλσΕλα,
1. λινάρι.
2. ό,τι είναι κατασκευασμένο από λινάρι (π.χ.κλωστή, αλιευτικό δίχτυ ή ύφασμα).
:=> παράγ. λινάριον, λινούδιον, λινεύω, σύνθ.λινόδετος, ἐκλινίζω.
ΝΕ λινάρι.
[δάνεια λέξη].
γλσΕλα'λινούς: λινοῦς, -ῆ, -οῦν::
* McsElln.επίθετο.λινούς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λινούς,
* McsElln.λινούς@γλσΕλα,
ο ασυναίρετος τύπος είναι λίνεος καμωμένος από λινάρι, λινός.
ΝΕ λινός & ουσ. το λινό.
[παράγ. λ. λίν-ον + παρ. επίθ. -εος].
γλσΕλα'λιπαρέω: λιπαρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λιπαρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιπαρέω,
* McsElln.λιπαρέω@γλσΕλα,
1. επιμένω, ζητώ κάτι επίμονα: μὴ λιπάρει τῇ πόσει
= μην επιμένεις στο ποτό (μη συνεχίζεις να πίνεις).
2. θερμοπαρακαλώ, εκλιπαρώ: γλίσχρος γενοῦ λιπαρῶν
= γίνε φορτικός παρακαλώντας τον (παρακάλεσέ τον επίμονα, φορτικά).
:=> παράγ. λιπαρής «που επιμένει», λίπτω «επιθυμώ».
ΝΕ σύνθ. εκλιπαρώ.
[παράγ. λ. *λιπαρός (που δε διασώθηκε υπό την πίεση του ομόηχου λιπαρὸς «παχύς») +παρ. επίθ. -έω, πβ. σλοβακικό lipieti «επιθυμώ σφοδρά»].
γλσΕλα'λιπαρής: λιπαρής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.λιπαρής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιπαρής,
* McsElln.λιπαρής@γλσΕλα,
1. αυτός που ακούραστα και επίμονα ασχολείται με κάτι: λιπαρής εἰμι περὶ αὐτοῦ
= ασχολούμαι επίμονα με το θέμα αυτό.
2. αυτός που παρακαλεί με πολλή επιμονή.
=> επίρρημα λιπαρῶς με ενδιαφέρον και υπομονή: λιπαρῶς ἔχω ἀκούειν
= θέλω πολύ να ακούσω.
[*λιπαρός, βλπ. λιπαρέω].
γλσΕλα'λιπαρός: λιπαρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.λιπαρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιπαρός,
* McsElln.λιπαρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός λιπαρώτερος
Υπερθετικός λιπαρώτατος
1. αυτός που γυαλίζει, λάμπει, γιατί είναι αλειμμένος με λάδι ή λίπος, όπως συνήθιζαν οι αρχαίοι να περιποιούνται το σώμα τους: λιπαρὸς χωρεῖ ἐκ βαλανείου
= φεύγει από το λουτρό και το κορμί του γυαλίζει.
2. για πράγματα λαμπερός: λιπαρὰ καλύπτρα
= λαμπερό κεφαλομάντιλο.
ΝΕ λιπαρός «άλουστος, άπλυτος».
[παράγ. λ. επίρρ. λίπα «με λίπος, πλουσιοπάροχα» + παρ. επίθ. -ρός, πβ. αρχ. ινδ. limp'ati«αλείφω»].
γλσΕλα'λιτανεύω: λιτανεύω::
* McsElln.ρήμα.λιτανεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λιτανεύω,
* McsElln.λιτανεύω@γλσΕλα,
παρακαλώ, ικετεύω: Λυσίμαχος ὁ ἵππαρχος ἀπέσφαξε αὐτοὺς πολλὰ λιτανεύοντας
= οΛυσίμαχος, ο αρχηγός του ιππικού, τους έσφαξε, αν και τον ικέτευαν έντονα.παράγ. λιτανεία «παράκληση».
ΝΕ λιτανεύω «περιφέρω εικόνα, οστά αγίου κτλ. σε θρησκευτική τελετή».
[παράγ. λ. λιτανός «ικέτης» (< παράγ. λ. λιτή+ -ανός) + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'λίxνος: λίχνος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.λίxνος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λίxνος,
* McsElln.λίxνος@γλσΕλα,
Συγκριτικός λιχνότερος
Υπερθετικός λιχνότατος λαίμαργος, λιχούδης.
[παράγ. λ. *λίχ- (λείχω) + παρ. επίθ. -νος].
γλσΕλα'λογάς: λογάς, -άδος, ὁ & ἡ::
* McsElln.επίθετο.λογάς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λογάς,
* McsElln.λογάς@γλσΕλα,
επίλεκτος, διαλεχτός: ἐτάξαντο Ἀργείων χίλιοι λογάδες
= παρατάχτηκαν για να πολεμήσουν χίλιοι επίλεκτοι στρατιώτες από τουςΑργείους.
:=> παράγ. λογάδην «επιλεκτικά, με επιλογή».
[παράγ. λ. λέγ-ω «διαλέγω» + παρ. επίθ. -άς, για την ετεροίωση ε-ο πβ. λόγ-ος < λέγ-ω].
γλσΕλα'λογίζομαι: λογίζομαι::
* McsElln.ρήμα.λογίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λογίζομαι,
* McsElln.λογίζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλογιζόμην
Μέλλ. λογιοῦμαι
Αόρ. ἐλογισάμην
Παρακ. λελόγισμαι
Παθ. αόρ. ἐλογίσθην
1. λογαριάζω, υπολογίζω με αριθμητικές πράξεις: οὐκ ἐπίσταται λογίζεσθαι
= δεν ξέρει να λογαριάζει.
=> παθ. φωνή λογίζομαι υπολογίζομαι: οἱ ὁπλῖται ἐλογίσθησαν οὐκ ἐλάττους τῶν δισμυρίων
= οι στρατιώτες υπολογίστηκαν όχι λιγότεροι από είκοσι χιλιάδες.
2. υπολογίζω μια κατάσταση, σκέπτομαι: λογιζόμενοι καταμανθάνομεν ὅπῃ ἕκαστα συμφέρει
= αφού λογαριάσουμε τα πράγματα, καταλαβαίνουμε ποιο είναι το συμφέρον μας σε κάθε περίπτωση. τὰ ξυμφέροντα λογίζομαι
= λογαριάζω το συμφέρον μου.
3. θεωρώ, λογαριάζω ότι...: Λύσανδρος λογισάμενος ὅτι οἷόν τε εἴη ταχὺ ἐκπολιορκῆσαι αὐτούς...
= ο Λύσανδρος λογαριάζοντας ότι ήταν δυνατό γρήγορα να τους πολιορκήσει...
4. συμπεραίνω: ἐκ τούτων τῶν λόγων τοιόνδε τι λογίζομαι συμβαίνειν
= από αυτές τις συζητήσεις συμπεραίνω ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει.
:=> παράγ. λογισμός, λογιστής, λογιστήριον.
μγ05.σ176
ΝΕ λογίζομαι «θεωρούμαι» (πβ. σημ. 3).
[λόγος + παρ. επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'λογικός: λογικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.λογικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λογικός,
* McsElln.λογικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός λογικώτερος
Υπερθετικός λογικώτατος
1. αυτός που έχει σχέση με το λόγο (την ομιλία)και, ειδικότερα, με την ευγλωττία: ἀγῶνες λογικοί
= διαγωνισμοί ευγλωττίας.
2. αυτός που έχει σχέση με τη λογική, λογικός: λογικοὶ συλλογισμοί (αντίθ. ‘ρητορικοί).
=/ ἄλογος.
:=> παράγ. λογική.
ΝΕ λογικός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. λόγ-ος + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'λογισμός: λογισμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.λογισμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λογισμός,
* McsElln.λογισμός@γλσΕλα,
1. υπολογισμός (με αριθμούς): ἐν λογισμῷ ἁμαρτάνω
= κάνω λάθος στον υπολογισμό.
2. υπολογισμός (χωρίς αριθμούς), συλλογισμός, σκέψη: οὐ τοῦ ξυμφέροντος λογισμῷ τοὺς ανθρώπους ὠφελοῦμεν
= δεν ωφελούμε τους ανθρώπους από υπολογισμό αυτού που μας συμφέρει. μετὰ λογισμοῦ πάντα πράττουσιν
= όλα τα κάνουν (ενεργούν πάντοτε) έπειτα από σκέψη.
ΝΕ λογισμός «σκέψη».
[παράγ. λ. λογίζομαι + παρ. επίθ. -μός].
γλσΕλα'λογογράφος: λογογράφος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λογογράφος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λογογράφος,
* McsElln.λογογράφος@γλσΕλα,
1. ως λογογράφους ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει τους πρώιμους Έλληνες ιστορικούς.
2. αυτός που έχει ως επάγγελμα να γράφει δικανικούς λόγους για λογαριασμό άλλων.
:=> παράγ. λογογραφία.
[σύνθ. λ. λόγος + γράφω].
γλσΕλα'λόγος: λόγος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λόγος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λόγος,
* McsElln.λόγος@γλσΕλα,
1. τα λόγια, οι λέξεις, με τις οποίες εκφράζουμε τις σκέψεις μας: ψευδεῖς λόγοι
= ψεύτικα λόγια. μὴ λόγους λέγε
= μη λες λόγια (του αέρα). ἔργῳ καὶ οὐ λόγῳ
= με έργα και όχι με λόγια.
=> ὡς εἰπεῖν λόγῳ
= με μια λέξη, με λίγα λόγια.
2. ομιλία ή συνομιλία, συζήτηση: Πρωταγόρας ἱκανὸς μακροὺς λόγους καὶ καλοὺς ποιεῖν
= ο Πρωταγόρας είναι ικανός να κάνει μεγάλες και ωραίες ομιλίες. εἰς λόγους ἔρχομαι
= έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.
=> λόγον δίδωμί τινι
= δίνω σε κάποιον το λόγο, δηλ. την άδεια να μιλήσει.
3. ό,τι λέγεται σχετικά με κάποιον ή κάτι, η φήμη: λόγος κακός
= κακή φήμη. λόγος ἐστί/ἔχει
= λέγεται.
4. διήγηση, ιστορία (αληθινή ή φανταστική):λόγοι οὓς ἤκουσα
= διηγήσεις που άκουσα. ὦΣώκρατες, ‘ρ'αδίως σύ, ἂν ἐθέλῃς, λόγους ποιεῖς
= Σωκράτη, εσύ, αν θέλεις, εύκολα πλάθεις ιστορίες.
=> πεζός λόγος: ἐν λόγῳ ἢ ἐν ποιήσει.
5. το λογικό, η σκέψη: ὁ ὀρθὸς λόγος
= η ορθή σκέψη. μετὰ λόγου/κατὰ λόγον
= σύμφωνα με τη λογική. ὁ λόγος αἱρεῖ
= η λογική αποδεικνύει.
6. η εκτίμηση που τρέφω για κάποιον ή κάτι:οὐδένα λόγον ποιοῦμαί τινος
= δε λογαριάζω κάποιον καθόλου. οἱ ἐν σμικρῷ λόγῳ ὄντες
= αυτοί που πολύ λίγο υπολογίζονται.
7. το να δίνω λογαριασμό, εξηγήσεις για κάτι: ἠνάγκασαν αὐτὸν παρασχεῖν λόγον τῶν εἰρημένων
= τον υποχρέωσαν να δώσει εξηγήσεις πάνω σ’ αυτά που είχε πει.
8. σχέση, αναλογία: κατὰ λόγον τῆς δυνάμεως
= ανάλογα με τη δύναμή του.
:=> παράγ. λογικός, λογική, λογίζομαι, λογισμός, σύνθ. λογογράφος, λογοποιός, ἄλογος,ἀνάλογος, διάλογος, ἐπίλογος, παράλογος.
ΝΕ λόγος (με τις σημ. 1, 2, 5, 7).
[λέγω, με ετεροίωση ε > ο].
γλσΕλα'λοιδορέω: λοιδορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λοιδορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λοιδορέω,
* McsElln.λοιδορέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλοιδόρουν
Μέλλ. λοιδορήσω
Αόρ. ἐλοιδόρησα
Παρακ. λελοιδόρηκα
Μέσ. & παθ. μέλλ. λοιδορήσομαι
Μέσ. & παθ. αόρ. ἐλοιδορησάμην & ἐλοιδορήθην
Παθ. παρακ. λελοιδόρημαι
1. εξυβρίζω: οἱ ἄλλοι στρατιῶται παίουσι καὶ λοιδοροῦσι τὸν Σωτηρίδαν
= οι άλλοι στρατιώτες χτυπούν και βρίζουν το Σωτηρίδα.
2. μαλώνω, επιπλήττω.
3. στη μέση φωνή με τον παθ. αόρ. με ενεργ. σημ.λοιδοροῦμαί τινι εξυβρίζω κάποιον.
:=> παράγ. λοιδοριστής «υβριστής», λοίδορος«υβριστικός», λοιδορία.
ΝΕ λοιδορώ (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., ίσως *λοῖδος «παιχνίδι» (πβ.λατ. l-udus και λίζει (= παίζει) > *λοιδόλης >*λοιδόρης «που περιπαίζει, υβρίζει» + -έω].
γλσΕλα'λοιμός: λοιμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.λοιμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λοιμός,
* McsElln.λοιμός@γλσΕλα,
μολυσματική, μεταδοτική, θανατηφόρα ασθένεια.
[συγγ. με λιμός, βλπ. λιμός].
γλσΕλα'λοιπός: λοιπός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.λοιπός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λοιπός,
* McsElln.λοιπός@γλσΕλα,
αυτός που υπολείπεται, ο υπόλοιπος: αἱ λοιπαὶ νῆες / αἱ λοιπαὶ τῶν νεῶν
= τα υπόλοιπα καράβια. ὁ λοιπὸς χρόνος
= το μέλλον.
=> για χρόνο τοῦ λοιποῦ (χρόνου)
= στο μέλλον, στο εξής.
=> ως ουσιασ. τὸ λοιπόν / τὰ λοιπά
= το υπόλοιπο. οἱ λοιποί
= οι υπόλοιποι.
ΝΕ λοιπός.
μγ05.σ177
[λείπω, με ετεροίωση ε > ο].
γλσΕλα'Λοξίας: Λοξίας, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.Λοξίας-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λοξίας,
* McsElln.Λοξίας@γλσΕλα,
επίθετο του θεού Απόλλωνα.
[*λεκ, *λοκ- (πβ. λέχ-ριος «πλάγιος») + παρ. επίθ. -σός > λοξὸς «αμφίσημος» (από την ασαφή γλώσσα των χρησμών)].
γλσΕλα'λούω: λούω & λόω::
* McsElln.ρήμα.λούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λούω,
* McsElln.λούω@γλσΕλα,
Μέσ. ενεστ. λοῦμαι
Μέσ. παρατ. ἐλούμην
Μέσ. μέλλ. λούσομαι
Μέσ. αόρ. ἐλουσάμην
Παθ. παρακ. λέλουμαι & μεταγεν. λέλουσμαι
1. πλένω το σώμα κάποιου.
2. μέση φωνή λοῦμαι πλένω το σώμα μου, πλένομαι, κάνω μπάνιο: ἐς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος
= πήγε στα δημόσια λουτρά, για να πλυθεί.
:=> παράγ. λουτρόν.
ΝΕ λούζω «πλένω τα μαλλιά».
[*λόFω, ομόρρ. με λατ. lav-o].
γλσΕλα'λόφος: λόφος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λόφος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λόφος,
* McsElln.λόφος@γλσΕλα,
1. ύψωμα γης, λόφος.2.
α. λοφίο της περικεφαλαίας: λευκοὶ ἵππιοι λόφοι
= λευκά λοφία από τρίχες αλόγων.
β. λοφίο στο κεφάλι πουλιού: λόφος ἀλεκτρυόνος
= το λοφίο του πετεινού.
:=> παράγ. λόφιον, λοφίδιον, σύνθ. γεώλοφος.
ΝΕ λόφος (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'λοxαγέω: λοχαγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λοxαγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λοxαγέω,
* McsElln.λοxαγέω@γλσΕλα,
εύχρηστο μόνον στον ενεστ.διοικώ λόχο.
[ιων. λοχηγέω, παράγ. λ. δωρ. λοχαγός (σύνθ.λόχος + ἡγέομαι, δωρ. *ἁγέομαι) + παρ. επίθ.-έω].
γλσΕλα'λοxάω: λοχάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λοxάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λοxάω,
* McsElln.λοxάω@γλσΕλα,
ποιητικό, στους αττ. πεζογράφους σπάνιο και μόνο στον ενεστ.παραμονεύω, στήνω ενέδρα: λοχήσας πρὸς τῇ πόλει πολλοὺς διέφθειρε
= αφού έστησε ενέδρα κοντά στην πόλη, σκότωσε πολλούς.
ΝΕ πβ. το σύνθ. ελλοχεύω «στήνω ενέδρα».
[παράγ. λ. βλπ. λόχος «ενέδρα» + -άω].
γλσΕλα'λόxος: λόχος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λόxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λόxος,
* McsElln.λόxος@γλσΕλα,
1. ενέδρα.
2. σώμα ανδρών που στήνουν ενέδρα, και κατ’ επέκταση τμήμα στρατού.
:=> παράγ. λοχάω-ῶ, λοχίτης «συστρατιώτης».
ΝΕ λόχος «τμήμα στρατού» (από τη σημ. 2).
[*λεχ-, *λοχ- (< λέχομαι «ενεδρεύω», βλπ. λέχος)].
γλσΕλα'Λύκειον: Λύκειον, -είου::
* McsElln.ουσιαστικό.Λύκειον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λύκειον,
* McsElln.Λύκειον@γλσΕλα,
γυμναστήριο στην αρχαία Αθήνα, που βρισκόταν κοντά στο ναό του Λυκείου Απόλλωνα.
:=> παράγ. λύκειος.
ΝΕ λύκειο (εκπαιδευτικό ίδρυμα).
[ουσιαστικοπ. του ουδ. του επιθέτου του Απόλλωνα Λύκειος, βλπ. Λύκειος].
γλσΕλα'λύκειος: λύκειος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.λύκειος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύκειος,
* McsElln.λύκειος@γλσΕλα,
αυτός που έχει σχέση με το λύκο: λύκειος δορά
= δέρμα λύκου.
[λύκος + παρ. επίθ. -ειος].
γλσΕλα'Λύκειος: Λύκειος, -είου::
* McsElln.ουσιαστικό.Λύκειος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Λύκειος,
* McsElln.Λύκειος@γλσΕλα,
επίθετο του θεού Απόλλωνα.
[Λυκία + παρ. επίθ. -ειος, που κατάγεται από τη Λυκία].
γλσΕλα'λυμαίνομαι: λυμαίνομαι::
* McsElln.ρήμα.λυμαίνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λυμαίνομαι,
* McsElln.λυμαίνομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλυμαινόμην
Μέλλ. λυμανοῦμαι
Αόρ. ἐλυμηνάμην
Παρακ. λελύμασμαι βλάπτω, κακοποιώ κάποιον ή καταστρέφω κάτι: ἡ νόσος λυμαίνεται τὸ σῶμα.
= φθείρω.
:=> παράγ. λυμαντικός, λυμεών.
ΝΕ λυμαίνομαι.
[λῦμα, -ατος, τὸ «λέρα που απομακρύνεται με την πίεση νερού» + παρ. επίθ. -αίνομαι <*-άνjομαι].
γλσΕλα'λύμη: λύμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.λύμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύμη,
* McsElln.λύμη@γλσΕλα,
βλάβη, κακοποίηση ή καταστροφή: ἐγένετο μεγάλη λύμη τῇ πόλει
= έγινε μεγάλη καταστροφή στην πόλη.
[λῦμα, τό, πβ. λατ. pollu-o «ρυπαίνω», βλπ. λυμαίνομαι].
γλσΕλα'λυπέω: λυπέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λυπέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λυπέω,
* McsElln.λυπέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλύπουν
Μέλλ. λυπήσω
Αόρ. ἐλύπησα
Παρακ. λελύπηκα
Παθ. ενεστ. λυποῦμαι
Παθ. παρατ. ἐλυπούμην
Παθ. μέλλ. λυπηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐλυπήθην
Παθ. παρακ. λελύπημαι
1. στενοχωρώ, λυπώ, δυσαρεστώ, ενοχλώ (ψυχικά): ἐλύπει αὐτὸν ἡ χώρα πορθουμένη
= τον λυπούσε η καταστροφή της χώρας.
2. ενοχλώ κάποιον (σωματικά): θώρακες μὴ λυποῦντες ἐν τῇ χρεί'α
= θώρακες που δεν ενοχλούν στη χρήση (όταν τους φορούν). τὸ παιδίον ἐβόα ὑπὸ τῆς θεραπαίνης λυπούμενον
= το παιδί έκλαιγε, καθώς η υπηρέτρια το ενοχλούσε.
3. για ιππικό και άλλα ελαφρώς οπλισμένα στρατεύματα βλάπτω, παρενοχλώ (το στράτευμα με συνεχείς επιθέσεις): οἱ ἱππεῖς τῶν Συρακοσίων ἥκιστ’ ἂν αὐτοὺς λυπήσειαν
= ...ελάχιστα θα μπορέσουν να τους παρενοχλήσουν. λῃσταὶ
μγ05.σ178
τὴν χώραν ἐλύπουν
= οι ληστές έβλαπταν τη χώρα (με τις επιδρομές τους).
ΝΕ λυπώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. λύπη + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'λύπη: λύπη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.λύπη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύπη,
* McsElln.λύπη@γλσΕλα,
1. πόνος του σώματος.
2. πόνος της ψυχής, λύπη.
=/ χαρά.
:=> παράγ. λυπηρός, λυπέω -ῶ, σύνθ. ἀλυπία.
[*λευπ-, *λυπ- «κομματιάζω, σχίζω», πβ. λιθ.l`upti «ξεφλουδίζω, γδέρνω»].
γλσΕλα'λυπηρός: λυπηρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.λυπηρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λυπηρός,
* McsElln.λυπηρός@γλσΕλα,
1. αυτός που προκαλεί πόνο ή στενοχώρια.
= θλιβερός.
2. δυσάρεστος: ἐγένοντο λυπηροὶ τοῖς ξυμμάχοις
= έγιναν δυσάρεστοι στους συμμάχους.
=/ ἡδύς.
[παράγ. λ. λύπη + παρ. επίθ. -ηρός].
γλσΕλα'λύσις: λύσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.λύσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύσις,
* McsElln.λύσις@γλσΕλα,
1. λύσιμο, απαλλαγή, απελευθέρωση από κάτι: αὐτῶν λύσις δεσμῶν
= η απαλλαγή αυτών από τα δεσμά.
2. χωρισμός: λύσις καὶ χωρισμὸς ψυχῆς ἀπὸ σώματος.
3. διάλυση: πολιτείας λύσις.
ΝΕ λύση (με τη σημ. 1 και άλλες σημ.).
[παράγ. λ. λύω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'λυσιτελέω: λυσιτελέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λυσιτελέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λυσιτελέω,
* McsElln.λυσιτελέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐλυσιτέλουν
Αόρ. ἐλυσιτέλησα ωφελώ: λυσιτελεῖ ἡμῖν ἡ ἀλλήλων δικαιοσύνη καὶ ἀρετή
= μας ωφελεί η αμοιβαία δικαιοσύνη και αρετή.
=/ βλάπτω.
=> απρόσωπο λυσιτελεῖ ωφελεί, συμφέρει: οὐ λυσιτελεῖ (ἡμῖν) εἰς τοσοῦτον προϊέναι κίνδυνον
= δε μας συμφέρει να αναλάβουμε τόσο κίνδυνο.
ΝΕ λυσιτελώ.
[παράγ. λ. λυσιτελής + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'λυσιτελής: λυσιτελής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.λυσιτελής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λυσιτελής,
* McsElln.λυσιτελής@γλσΕλα,
Συγκριτικός λυσιτελέστερος
Υπερθετικός λυσιτελέστατος ωφέλιμος: οὐδέποτε λυσιτελέστερον ἀδικία δικαιοσύνης
= σε καμιά περίπτωση δεν είναι πιο ωφέλιμη η αδικία από τη δικαιοσύνη.
=/ ἐπιβλαβής.
ΝΕ λυσιτελής (λόγ.).
[σύνθ. λ. λυσι- (λύω) + τέλος «κέρδος», που φέρνει κέρδος].
γλσΕλα'λύτρον: λύτρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λύτρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύτρον,
* McsElln.λύτρον@γλσΕλα,
τα χρήματα που δίνονται για την απελευθέρωση ομήρου, λύτρα: λύτρα ἀνδρῶν αἰχμαλώτων ἀποδίδωμι
= πληρώνω λύτρα για τους αιχμαλώτους.
:=> παράγ. λυτρόω, λύτρωσις, λυτρωτής.
ΝΕ λύτρα (μόνο στον πληθυντικό αριθμό).
[παράγ. λ. λύ-ω + παρ. επίθ. -τρον].
γλσΕλα'λύxνος: λύχνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λύxνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύxνος,
* McsElln.λύxνος@γλσΕλα,
λυχνάρι: λύχνον ἅπτω
= ανάβω το λυχνάρι.
:=> παράγ. λυχνίον, λυχνία «λυχνοστάτης», σύνθ. λυχνέλαιον, λυχνοποιός, λυχνοπώλης.
ΝΕ λυχνάρι.
[*λυκσ-νος, *λυκ-, από *λευκ- (λευκός), πβ.αρχ. πρωσ. louxnos (πληθ.) «άστρα»].
γλσΕλα'λύω: λύω::
* McsElln.ρήμα.λύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λύω,
* McsElln.λύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔλυον
Μέλλ. λύσω
Αόρ. ἔλυσα
Παρακ. λέλυκα
Υπερσ. ἐλελύκειν
Μέσ. μέλλ.με μέση ή κάποτε παθ. σημ.λύσομαι«θα λύσω» ή «θα λυθώ»
Μέσ. αόρ. ἐλυσάμην
Μέσ. παρακ. λέλυμαι
Παθ. μέλλ. λυθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐλύθην
Παθ. παρακ. λέλυμαι
Παθ. υπερσ. ἐλελύμην
1. λύνω, χαλαρώνω: λύω ζωστῆρα
= λύνω το ζωστήρα. λύω ἱστία
= χαλαρώνω τα πανιά του πλοίου.
2. ελευθερώνω: λύω τινὰ δεσμῶν
= ελευθερώνω κάποιον από τα δεσμά του.
3. διαλύω, διασκορπίζω ένα σύνολο ανθρώπων: λύω ἀγοράν
= διαλύω τη συνέλευση. ἐλύθη ἡ στρατιά
= διασκορπίστηκε ο στρατός.
4. δίνω τέλος σε κάτι: λύω φόβον
= παύω να φοβάμαι. λύω βίον
= πεθαίνω.
=> ακυρώνω, καταργώ: λύω τὰς σπονδάς
= ακυρώνω τη συμφωνία.
:=> παράγ. λυτός, λύτρον, λύσις, σύνθ. λυσιτελής, λυσιτελῶ, λυσίζωνος, Λυσίμαχος.
ΝΕ λύνω (με τις σημ. 1, 2 και άλλες σημ.).
[*λυ-, πβ. λατ. lu-o «αποπληρώνω», αρχ. ινδ.lun'ati «τεμαχίζω»].
γλσΕλα'λωβάομαι: λωβάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.λωβάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λωβάομαι,
* McsElln.λωβάομαι@γλσΕλα,
Μέλλ. λωβήσομαι
Αόρ. ἐλωβησάμην
Παθ. αόρ. ἐλωβήθην
Παθ. παρακ. λελώβημαι βλάπτω, κακομεταχειρίζομαι κάποιον ή κάτι:λωβῶμαι τοὺς νέους/τοὺς ἐπιεικεῖς/τὴν πόλιν
= διαφθείρω τους νέους/τους καλούς/την πόλη.
[παράγ. λ. λώβη + παρ. επίθ. -άομαι].
γλσΕλα'λώβη: λώβη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.λώβη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λώβη,
* McsElln.λώβη@γλσΕλα,
βλάβη, κακοποίηση: οὗτοι φανερά ἐστι λώβη καὶ διαφθορὰ τῶν συγγιγνομένων
= αυτοί
μγ05.σ179
(δηλ. οι σοφιστές) είναι φανερή βλάβη και διαφθορά όσων τους πλησιάζουν.
:=> παράγ. λωβάομαι-ῶμαι, λωβητής.
[*σλωβ-, «πιέζω, βασανίζω», πβ. λιθ. slog`a«μαστίγιο»].
γλσΕλα'λωποδυτέω: λωποδυτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λωποδυτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λωποδυτέω,
* McsElln.λωποδυτέω@γλσΕλα,
1. κλέβω τα ρούχα (συνήθως λουομένου ή ταξιδιώτη).
2. γενικά κλέβω, ληστεύω.
[παράγ. λ. λωποδύτης + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'λωποδύτης: λωποδύτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.λωποδύτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λωποδύτης,
* McsElln.λωποδύτης@γλσΕλα,
1. αυτός που κλέβει ρούχα (συνήθως λουομένου).
2. γενικά κλέφτης, ληστής.
ΝΕ λωποδύτης (με τη σημ. 2).
:=> παράγ. λωποδυτέω.
[σύνθ. λ. λῶπος, τό (= λώπη «είδος πανωφοριού») + *δυτ- (δύομαι «φορώ») + παρ. επίθ.-ης > λωποδύτης «που ενδύεται τα ρούχα των άλλων (και φεύγει)»· για το λῶπος η ρίζα είναι *λωπ-, *λεπ- (πβ. λέπω «ξελεπίζω, ξεφλουδίζω»)].
γλσΕλα'λωφάω: λωφάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.λωφάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λωφάω,
* McsElln.λωφάω@γλσΕλα,
Μέλλ. λωφήσω
Παρακ. λελώφηκα
1. ξεκουράζομαι, ησυχάζω: λωφᾷ ἡ ψυχὴ τῆς ὀδύνης καὶ γέγηθεν
= η ψυχή ησυχάζει από τον πόνο και χαίρεται.
2. υποχωρώ: λωφᾷ τὸ νόσημα
= υποχωρεί η αρρώστια.
:=> παράγ. λώφησις «παύση, λήξη».
ΝΕ λουφάζω (με τη σημ. 2).
[αβέβ. ετυμ., ίσως συγγεν. με ἐλαφρός].
γλσΕλα'λώων: λ'ώων, λ'ώων, λῷον::
* McsElln.επίθετο.λώων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'λώων,
* McsElln.λώων@γλσΕλα,
συγκριτικός βαθμός του βλπ. ἀγαθὸς
1. πιο επιθυμητός, προτιμότερος, πιο ευχάριστος, καλύτερος: τὸ φρονεῖν καὶ τὸ νοεῖν τῆς ἡδονῆς ἀμείνω καὶ λ'ώω
= η φρόνηση και η νόηση είναι καλύτερα και προτιμότερα από την ηδονή.
2. λῷστος, -η, -ον (υπερθετικός βαθμός του βλπ. ἀγαθός) άριστος: ὦ λῷστε Πῶλε!
= καλέ μου φίλε, Πώλε!
= ὦ βέλτιστε.
[*λω- (< λῶ «θέλω») + συγκριτικό επίθ. -ίων].
γλσΕλα'Μ: Μ, μ, μῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.Μ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μ,
* McsElln.Μ@γλσΕλα,
το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: μ΄
= 40, αλλά ,μ
= 40.000.
γλσΕλα'μά: μὰ::
* McsElln.μόριο.μά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μά,
* McsElln.μά@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται σε διαβεβαιώσεις ή όρκους και συντάσσεται με αιτιατική μα: ναὶ μὰ τὸν Δία.οὐ μὰ τὸν Δία
= μα το Δία, όχι.
γλσΕλα'μαγγανεύω: μαγγανεύω::
* McsElln.ρήμα.μαγγανεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαγγανεύω,
* McsElln.μαγγανεύω@γλσΕλα,
χρησιμοποιώ μαγικά τεχνάσματα, εξαπατώ:ὁ βάσκανος οὗτος μαγγανεύει καὶ τοὺς νοσοῦντας φησὶν ἰᾶσθαι
= αυτός εδώ ο μάγος εξαπατά και ισχυρίζεται ότι θεραπεύει τους αρρώστους.
:=> παράγ. μαγγανεία «μαγεία», μαγγάνευμα, μαγγανευτής.
[παράγ. λ. μάγγανον «μέσο με το οποίο μαγεύουμε τους άλλους» {αβέβ. ετυμ., ίσως από ρίζα*μεγγ- (*μενγ-) + παρ. επίθ. -ανον, ΙΕ *meng, πβ.ιρλ. meng «απάτη»} + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'μάγειρος: μάγειρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μάγειρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάγειρος,
* McsElln.μάγειρος@γλσΕλα,
αυτός που σφάζει ζώα, κρεοπώλης και μάγειρος (αυτές τις ιδιότητες τις συγκέντρωνε συχνά το ίδιο πρόσωπο).
:=> παράγ. μαγειρεῖον, μαγειρικός, μαγειρεύω, σύνθ. ἀρχιμάγειρος.
ΝΕ μάγειρας (με την γ΄ μόνο ιδιότητα).
[ίσως μακεδον. λέξη, συγγεν. με το μάχαιρα].
γλσΕλα'μάζα: μᾶζα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.μάζα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάζα,
* McsElln.μάζα@γλσΕλα,
κριθαρένιο ψωμί: ἄρτοι καὶ μᾶζαι
= ψωμιά από σιτάρι και ψωμιά από κριθάρι.
ΝΕ μάζα (λ.χ. ζυμαριού, και με άλλες σημ.).
[*μαγ- (μαγ-ῆναι αόρ. του μάσσω «ζυμώνω»)+ παρ. επίθ. -jα > μᾶζα].
γλσΕλα'μάθημα: μάθημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.μάθημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάθημα,
* McsElln.μάθημα@γλσΕλα,
1. μάθημα: τὰ παθήματα γέγονε μαθήματα
= τα παθήματα έγιναν μαθήματα.
2. συχνά στον πληθ. μάθηση, γνώση: μαθημάτων φρόντιζε μᾶλλον χρημάτων
= να ενδιαφέρεσαι πιο πολύ για τη γνώση παρά για τα χρήματα.
3. τα μαθηματικά.
ΝΕ μάθημα (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *μαθη- (με-μάθη-κα < μανθάνω) +παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'μαθηματικός: μαθηματικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μαθηματικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαθηματικός,
* McsElln.μαθηματικός@γλσΕλα,
1. αυτός που αγαπά τη μάθηση, φιλομαθής.
2. επιστημονικός, ιδίως μαθηματικός: ἡ μαθηματικὴ ἐπιστήμη. ὁ μαθηματικός (ως ουσιαστικό).
ΝΕ μαθηματικός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. μάθημα (γεν. μαθήματ-ος) + παρ.επίθ. -ικός].
μγ05.σ180
γλσΕλα'μαθητικός: μαθητικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μαθητικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαθητικός,
* McsElln.μαθητικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μαθητικώτερος
Υπερθετικός μαθητικώτατος μαθητικός τινος ευνοϊκά διατεθειμένος προς τη μάθηση κάποιου πράγματος.
ΝΕ μαθητικός (λόγ.).
[παράγ. λ. μαθητής + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'μαία: μαῖα, μαίας::
* McsElln.ουσιαστικό.μαία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαία,
* McsElln.μαία@γλσΕλα,
μαμή: οὐκ ἀκήκοας ὡς ἐγώ εἰμι υἱὸς μαίας,Φαιναρέτης;
= δεν έχεις ακούσει ότι είμαι (εγώ ο Σωκράτης) γιος μαμής, της Φαιναρέτης;
:=> παράγ. μαιεύομαι, μαίευσις, μαιευτική.
ΝΕ μαία.
[*μ_α- (μη- της παιδικής γλώσσας) + παρ. επίθ.-jα > μαῖα, συγγεν. με μάμμη, μήτηρ].
γλσΕλα'μαιευτικός: μαιευτικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μαιευτικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαιευτικός,
* McsElln.μαιευτικός@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει σχέση με την τέχνη της μαίας, της μαμής.
2. ἡ μαιευτική (τέχνη) η διαλογική μέθοδος του Σωκράτη, μέσω της οποίας βοηθούσε τους συνομιλητές του να εξωτερικεύσουν γνώσεις που κατείχαν χωρίς να το συνειδητοποιούν.
ΝΕ μαιευτικός (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. *μαιευτής (πβ. όμως μαιεύτρια <μαιεύομαι) + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'Μαιμακτηριών: Μαιμακτηριών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Μαιμακτηριών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μαιμακτηριών,
* McsElln.Μαιμακτηριών@γλσΕλα,
ο πέμπτος μήνας του αττικού έτους, από 15Οκτωβρίου έως 15 Νοεμβρίου.
[Μαιμάκτης, ὁ (επίθετο του Διός) + παρ. επίθ.-ιών, ρ. μαιμάσσω και μαιμάω «είμαι οργισμένος», συγγεν. με μαίομαι χωρίς σαφή ετυμ.].
γλσΕλα'μαίνομαι: μαίνομαι::
* McsElln.ρήμα.μαίνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαίνομαι,
* McsElln.μαίνομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμαινόμην
Μέλλ. μανήσομαι & μανοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐμηνάμην
Παρακ. αμετ., με σημ. ενεστ.μέμηνα «είμαι σε κατάσταση μανίας»
Παθ. αόρ. ἐμάνην
Παθ. παρακ. μεμάνημαι βρίσκομαι σε κατάσταση μανίας, τρέλας: μαίνομαι καὶ παραπαίω
= είμαι τρελός και ανισόρροπος. μαίνεται τόλμῃ
= είναι τρελός από την αλόγιστη τόλμη.
:=> παράγ. μαινάς (ἡ), σύνθ. ἐκμαίνομαι, ὑπερμαίνομαι, ἐμμανής, φρενομανής.
ΝΕ μαίνομαι.
[*μαν- + παρ. επίθ. -jομαι > μαίν-ομαι, συγγεν.με αρχ. ινδ. m'anyate «σκέπτομαι», αρχ. σλαβ.m)in)eti «σκέπτομαι»].
γλσΕλα'μάκαρ: μάκαρ, -αρος, ὁ, ἡ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.μάκαρ::
* McsElln.γλσΕλα'μάκαρ,
* McsElln.μάκαρ@γλσΕλα,
στον πληθ. οἱ μάκαρες οι νεκροί, που απολαμβάνουν απόλυτη ευτυχία, μακαριότητα: μακάρων νῆσοι (στα νησιά αυτά πίστευαν ότι μετέβαιναν μετά το θάνατό τους οι ήρωες και άλλα πρόσωπα άξια να απολαύσουν μακαριότητα).
:=> παράγ. μακαρίτης, μακαρίζω, μακάριος, μακαριότης.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μακαρίζω: μακαρίζω::
* McsElln.ρήμα.μακαρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακαρίζω,
* McsElln.μακαρίζω@γλσΕλα,
καλοτυχίζω, συγχαίρω: μακαρίζω τινὰ τινός
= καλοτυχίζω κάποιον για κάτι. μακαρίζομεν ὑμῶν τὸ ἀπειρόκακον
= σας καλοτυχίζουμε για την αγαθοσύνη σας (ειρωνικά).
:=> παράγ. μακαριστός, μακαρισμός.
ΝΕ μακαρίζω.
[παράγ. λ. μάκαρ + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'μακάριος: μακάριος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.μακάριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακάριος,
* McsElln.μακάριος@γλσΕλα,
Συγκριτικός μακαριώτερος
Υπερθετικός μακαριώτατος
1. ευλογημένος, ευτυχισμένος: σοφοί τε καὶ μακάριοι ἄνδρες.
2. πλούσιος, σε κατάσταση ευημερίας.
3. για νεκρό μακαρίτης.
ΝΕ μακάριος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. μάκαρ + παρ. επίθ. -ιoς].
γλσΕλα'μακαριστός: μακαριστός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μακαριστός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακαριστός,
* McsElln.μακαριστός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μακαριστότερος
Υπερθετικός μακαριστότατος αυτός που θεωρείται καλότυχος, που τον καλοτυχίζουν: μακαριστὸς ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων
= καλοτυχίζεται από όλους τους ανθρώπους.
ΝΕ μακαριστός.
[παράγ. λ. μακαρίζω + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'μακράν: μακρὰν::
* McsElln.επίρρημα.μακράν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακράν,
* McsElln.μακράν@γλσΕλα,
1. τοπικά μακριά: μὴ ἀπέλθῃς μακράν
= μην πας μακριά.
2. χρονικά πολύ χρόνο: τί οὖν συνέβη μετὰ ταῦτ’ εὐθύς, οὐκ εἰς μακράν;
= τι συνέβηκε λοιπόν αμέσως έπειτα από αυτά, όχι πολύ χρόνο αργότερα;
ΝΕ μακράν (λόγ., με τη σημ. 1).
[μακρός, μακράν (ενν. ὁδόν)].
γλσΕλα'μακρηγορέω: μακρηγορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μακρηγορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακρηγορέω,
* McsElln.μακρηγορέω@γλσΕλα,
μιλώ για ένα θέμα με λεπτομέρειες ή για πολλή ώρα: ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα,...μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος, ἐάσω
= εγώ θα παραλείψω ό,τι έχει σχέση με τα πολεμικά κατορθώματα (των Αθηναίων), γιατί δε θέλω να πω πολλά πράγματα σε ανθρώπους που τα γνωρίζουν.
ΝΕ μακρηγορώ.
[παράγ./σύνθ. μακρά (ουδ. πληθ.) + ἀγορ-εύω+ παρ. επίθ. -έω, όπου στη σύνθεση α + α > η].
γλσΕλα'μακρόθεν: μακρόθεν::
* McsElln.επίρρημα.μακρόθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακρόθεν,
* McsElln.μακρόθεν@γλσΕλα,
μγ05.σ181
από μακριά.
ΝΕ στη λόγ. φρ. εκ του μακρόθεν.
[παράγ. λ. μακρός, -όν + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'μακρός: μακρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μακρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μακρός,
* McsElln.μακρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μακρότερος & μάσσων
Υπερθετικός μακρότατος & μήκιστοςΑ. τοπικά 1. αυτός που έχει μεγάλο μήκος, μακρύς: μακρὰ ὁδός
= μακρύς δρόμος.
=/ βραχύς«που έχει μικρό μήκος, κοντός».
2. αυτός που βρίσκεται μακριά, μακρινός: μακρὰ ἀποικία.
3. γενικά μεγάλος: ἐλπίζω μακρότερα τῆς δυνάμεως
= έχω ελπίδες μεγαλύτερες από τη δύναμή μου.
4. ως επίρρημα μακρῷ πολύ, κατά πολύ: μακρῷ πρῶτος.
Β. χρονικά 1. αυτός που διαρκεί πολύ: μακρὰ νύξ
= μεγάλη, μακριά νύχτα. μακρὸς βίος
= ζωή πολλών χρόνων.
=> αυτός που, επειδή διαρκεί πολύ, καταντά ενοχλητικός: μακροὶ λόγοι.
2. ως επίρρημα διὰ μακρῶν λεπτομερώς.
:=> παράγ. μάκρος, μακρύνω, μακράν (ενν. ὁδόν), σύνθ. μακρόβιος, μακρολόγος.
ΝΕ μακρός (λόγ.), μακρύς (με σημ. Α1, Β1), φρ. διὰ μακρών (με σημ. Β2).
[*μακ- (δωρ. μᾶκος
= μῆκος) + παρ. επίθ. -ρός, συγγεν. με μακ-εδνὸς «υψηλός», Μακεδών].
γλσΕλα'μάλα: μάλα::
* McsElln.επίρρημα.μάλα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάλα,
* McsElln.μάλα@γλσΕλα,
Συγκριτικός μᾶλλον
Υπερθετικός μάλιστα
1. πολύ ή πάρα πολύ: μάλα ἀσμένως
= πολύ ευχαρίστως. μάλα δὴ πρεσβύτης
= πολύ γέρος.
2. σε απαντήσεις ναι, βεβαίως: Σωκράτης: ἆρὀὐκ ἰσόθεον ἡγεῖται αὑτόν; Φαῖδρος: Καὶ μάλα.
= Σ.: Άραγε, δε θεωρεί τον εαυτό του ίσο με τους θεούς; Φ.: Ναί.
[*μαλ- + παρ. επίθ. -α (λ.χ. τάχιστ-α), συγγεν.με λατ. mel-ior «βελτίων», λιθ. milns «πολύ»].
γλσΕλα'μάλιστα: μάλιστα::
* McsElln.επίρρημα.μάλιστα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάλιστα,
* McsElln.μάλιστα@γλσΕλα,
υπερθετικός βαθμός του μάλα
1. σε πολύ μεγάλο βαθμό: ὅ,τι μάλιστα δύνασαι
= όσο πιο πολύ μπορείς.
2. με άρθρο (ἐς) τὰ μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό: ἐτύγχανον προσφιλεῖς αὐτοῖς ὄντες τὰ μάλιστα
= τους ήταν αγαπητοί σε πολύ μεγάλο βαθμό.
3. σε αριθμούς περίπου: πεντήκοντα μάλιστα
= περίπου πενήντα.
4. σε απάντηση καὶ μάλιστα βεβαιότατα.
ΝΕ μάλιστα (με τη σημ. 4).
[μάλα + παρ. επίθ. -ιστος (λ.χ. μέγ-ιστος)].
γλσΕλα'μάλλον: μᾶλλον::
* McsElln.επίρρημα.μάλλον@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάλλον,
* McsElln.μάλλον@γλσΕλα,
συγκριτικός βαθμός του μάλα
1. περισσότερο: μᾶλλον τοῦ δέοντος
= περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει.
2. μᾶλλον δὲ ή καλύτερα...: μᾶλλον δ’ ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν πειράσομαι διηγήσασθαι
= ή καλύτερα θα δοκιμάσω από την αρχή να σας τα διηγηθώ.
ΝΕ μάλλον (με τη σημ. 2).
[μάλ-α + συγκτρικό επίθ. -jον > μᾶλλον].
γλσΕλα'μαλακός: μαλακός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μαλακός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαλακός,
* McsElln.μαλακός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μαλακώτερος
Υπερθετικός μαλακώτατος
1. μαλακός (στην αφή): μαλακὸς χιτών.
2. για πράγματα μη υποκείμενα σε αφή ήσυχος, ήρεμος: μαλακὸς ὕπνος
= ήσυχος ύπνος.
3. για ανθρώπους πράος, ήπιος: μαλακὸν ἦθος
= πράος χαρακτήρας.
4. με αρνητική σημ. μαλθακός, άτολμος, δειλός:αὐτοὶ μὲν ἀεὶ μαλακώτεροι ἐγίγνοντο, οἱ δὲ πολέμιοι θρασύτεροι
= και αυτοί μεν γίνονταν όλο και πιο άτολμοι, οι εχθροί όμως όλο και πιο τολμηροί.
=> μαλακὸς καρτερεῖν πρὸς λύπας
= ανήμπορος να αντέξει τις λύπες.
:=> παράγ. μαλακία «μαλθακότητα», μαλακύνω.
ΝΕ μαλακός (με τις σημ. 1, 3).
[*μαλ- + ένθ. -ακ + παρ. επίθ. -ός > μαλακός, του οποίου η ρίζα ταυτίζεται με το βλὰξ και το λατ. mollis].
γλσΕλα'μανθάνω: μανθάνω::
* McsElln.ρήμα.μανθάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μανθάνω,
* McsElln.μανθάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμάνθανον
Μέλλ. μαθήσομαι
Αόρ. β΄ ἔμαθον
Παρακ. μεμάθηκα
Υπερσ. ἐμεμαθήκειν
1. μαθαίνω: μανθάνω παρά τινος/ἔκ τινος
= μαθαίνω από κάποιον.
2. αντιλαμβάνομαι: εἰ μὴ μανθάνετε κακὰ σπεύδοντες, ἀξύνετοί ἐστε
= αν δεν αντιλαμβάνεστε ότι επιδιώκετε κακά πράγματα, είστε ανόητοι.
3. καταλαβαίνω: οὐ δύναμαι μαθεῖν τὰ λεγόμενα
= δεν μπορώ να καταλάβω αυτά που λέγονται. οὐ πάνυ μανθάνω
= καθόλου δεν καταλαβαίνω.
:=> παράγ. μάθησις, μάθημα, μαθητής.
ΝΕ μαθαίνω (με τη σημ. 1).
[*μαθ- (ἔ-μαθ-ον), συνεσταλμ. μεταπτ. βαθμίδα της *μεν-θ-, από όπου *μανθ- + -αν + -ω, πβ. μενθήρη· φροντίς].
γλσΕλα'μανία: μανία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.μανία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μανία,
* McsElln.μανία@γλσΕλα,
1. τρέλα, παραφροσύνη.
2. ενθουσιασμός, έμπνευση: ἀπὸ Μουσῶν μανία
= το ένθεο πάθος που έρχεται από τιςΜούσες (για μουσική, ποίηση κτλ.).
μγ05.σ182
ΝΕ μανία (με τη σημ. 1).
[*μαν- (μαίνομαι) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'μανικός: μανικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μανικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μανικός,
* McsElln.μανικός@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει κυριευτεί από τρέλα: οὐ μανικόν ἐστιν ἐν οἰκί'α τρέφειν ταώς;
= δεν είναι τρέλα να τρέφεις παγόνια μέσα στο σπίτι;
2. υπέρμετρος, υπερβολικός: τὸ πρῶτον τοῦ ’'άσματος μανικὸν ἂν φανείη
= η αρχή του τραγουδιού μπορεί να φανεί υπερβολική.
ΝΕ μανιακός (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. μανία + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'μαντεία: μαντεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.μαντεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαντεία,
* McsElln.μαντεία@γλσΕλα,
1. η μαντική, προφητική, ικανότητα: μαντείας δεῖται ὅ,τι ποτὲ λέγεις, καὶ οὐ μανθάνω
= αυτό που λες χρειάζεται μαντική ικανότητα και εγώ δεν το καταλαβαίνω.
2. χρησμός, προφητεία: ἀπειθῶ τῇ μαντεί'α
= δεν υπακούω στο χρησμό.
ΝΕ μαντεία (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. μαντεύομαι + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'μαντεύομαι: μαντεύομαι::
* McsElln.ρήμα.μαντεύομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαντεύομαι,
* McsElln.μαντεύομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμαντευόμην
Μέλλ. μαντεύσομαι
Αόρ. ἐμαντευσάμην
Παρακ. μεμάντευμαι
1. υποθέτω, εικάζω, μπορώ να φανταστώ: ἔστι τι ὃ μαντεύονται πάντες
= υπάρχει κάτι που μπορούν να υποθέσουν όλοι την ύπαρξή του. ἀληθέστατα μαντεύῃ
= πολύ ορθά το υποθέτεις.
2. συμβουλεύομαι μαντείο, ζητώ χρησμό από μαντείο: εἰς Δελφοὺς ἐλθὼν ἐτόλμησε τοῦτο μαντεύσασθαι
= πήγε στους Δελφούς και τόλμησε να ζητήσει από το μαντείο χρησμό γι’ αυτό.
:=> παράγ. μάντευμα, μαντευτός, μαντευτής.
ΝΕ μαντεύω (με τη σημ. 1).
[μάντ-ις + παρ. επίθ. -εύομαι].
γλσΕλα'μάντις: μάντις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.μάντις-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάντις,
* McsElln.μάντις@γλσΕλα,
1. προφήτης, μάντης.
2. αυτός που προβλέπει κάτι: οὐδεὶς μάντις τῶν μελλόντων
= κανένας δεν μπορεί να προβλέψει αυτά που θα συμβούν στο μέλλον.
:=> παράγ. μαντεύομαι, μαντικός, μαντεία, σύνθ. οἰωνόμαντις, ὀνειρόμαντις.
ΝΕ μάντης (και με τις δύο σημ.).
[ουδ. ουσ. *μαντι, που μαρτυρείται στο μαντιπόλος, όπου το *μαντι συγγεν. με μαν-ία, μαίν-ομαι (για τη σημ. «προφητεύω, χρησμοδοτώ» πβ. ὑπὸ θεοῦ μαίνεται· δεν υπάρχει καμία σχέση με το λατ. mens, mentis «πνεύμα»)].
γλσΕλα'Μαραθών: Μαραθών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Μαραθών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μαραθών,
* McsElln.Μαραθών@γλσΕλα,
αρχαίος δήμος της Αττικής, κατάφυτος από μάραθα: ἡ ἐν Μαραθῶνι μάχη.
ΝΕ Μαραθώνας.
[παράγ. λ. μάραθ-ον + παρ. επίθ. -ών > μαραθών «περιοχή με μάραθα»].
γλσΕλα'μαραίνω: μαραίνω::
* McsElln.ρήμα.μαραίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαραίνω,
* McsElln.μαραίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμάραινον
Μέλλ. μαρανῶ
Αόρ. ἐμάρανα
Παθ. μέλλ. μαρανθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐμαράνθην
Παθ. παρακ. μεμάρασμαι σβήνω, καταστρέφω σιγά σιγά: νόσος μαραίνει με
= η αρρώστια με κάνει σιγά σιγά να σβήνω. τὸ σῶμα οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε τῇ ταλαιπωρί'α
= το σώμα δεν έλιωνε (από την αρρώστια), αλλά άντεχε στην ταλαιπωρία.
:=> παράγ. μάρανσις, μαρασμός, σύνθ. ἀμάραντος.
ΝΕ μαραίνω (με τη σημ. 1).
[*μαράν-jω > μαραίνω, αβέβ., ίσως συγγεν. με βρο-τὸς και λατ. mor-ior «πεθαίνω»].
γλσΕλα'μαρτυρέω: μαρτυρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μαρτυρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαρτυρέω,
* McsElln.μαρτυρέω@γλσΕλα,
Αόρ. ἐμαρτύρησα
Παρακ. μεμαρτύρηκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.μαρτυρήσομαι
Παθ. μέλλ. μαρτυρηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐμαρτυρήθην
Παθ. παρακ. μεμαρτύρημαι δίνω μαρτυρία, διαβεβαιώνω για κάτι: ὡς μαρτυροῦσιν οἱ παλαιοί
= όπως μας βεβαιώνουν οι παλιοί.
=> παθ. φωνή απρόσωπο μαρτυρεῖται υπάρχει η μαρτυρία, η διαβεβαίωση: περὶ τούτων μὲν ἀκηκόατε καὶ μεμαρτύρηται ὑμῖν
= σχετικά με αυτά ακούσατε και σας έχει δοθεί η διαβεβαίωση.
:=> παράγ. μαρτύρημα, μαρτυρία, μαρτύριον, σύνθ. ψευδόμαρτυς, ἐπιμαρτύρομαι.
ΝΕ μαρτυρώ.
[παράγ. λ. μάρτυς, μάρτυρ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'μαρτυρία: μαρτυρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.μαρτυρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαρτυρία,
* McsElln.μαρτυρία@γλσΕλα,
κατάθεση μάρτυρα, μαρτυρία: ὁ δ’ εἰς μαρτυρίαν κληθείς, μὴ ἀπαντῶν δὲ τῷ καλεσαμένῳ, ὑπόδικος ἔστω
= και αυτός που τον κάλεσαν να καταθέσει, αν δεν παρουσιαστεί σἀυτόν που τον κάλεσε, να θεωρείται ένοχος.
ΝΕ μαρτυρία.
[παράγ. λ. μαρτυρέω + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'μαρτύριον: μαρτύριον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μαρτύριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαρτύριον,
* McsElln.μαρτύριον@γλσΕλα,
μαρτυρία, απόδειξη: μαρτύριον δὲ τούτου...
= και απόδειξη αυτού του ισχυρισμού...
ΝΕ μαρτύριο «βασανισμός, ταλαιπωρία».
[παράγ. λ. μαρτυρέω/μάρτυς + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'μαρτύρομαι: μαρτύρομαι::
* McsElln.ρήμα.μαρτύρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μαρτύρομαι,
* McsElln.μαρτύρομαι@γλσΕλα,
μγ05.σ183
Παρατ. ἐμαρτυρόμην
Μέλλ. μαρτυροῦμαι
Αόρ. ἐμαρτυράμην
1. επικαλούμαι τη μαρτυρία (κάποιου): μαρτύρομαι θεούς
= καλώ ως μάρτυρες τους θεούς.
2. υποστηρίζω, ισχυρίζομαι: μαρτυρόμεθα ὅτι προδιδόμεθα ὑφ’ ὑμῶν Δωριεῖς Δωριέων
= υποστηρίζουμε ότι εγκαταλειπόμαστε εμείς οιΔωριείς από σας τους Δωριείς.
[μάρτυς, μάρτυρ-ος + παρ. επίθ. -ομαι].
γλσΕλα'μάρτυς: μάρτυς, -υρος::
* McsElln.ουσιαστικό.μάρτυς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάρτυς,
* McsElln.μάρτυς@γλσΕλα,
μάρτυρας.
:=> παράγ. μαρτυρέω -ῶ, μαρτύρομαι.
ΝΕ μάρτυρας.
[*μαρτυ-, συνεσταλ. βαθμίδα της *(σ)μερ- «θυμάμαι, σκέπτομαι», συγγεν. με μερ-ιμνάω και αρχ. ινδ. sm'ar-ati «θυμάμαι»· αρχικά *μάρτυρς > μάρτυς, με ανομοιωτική έκπτωση του δεύτερου από τα δύο ρ].
γλσΕλα'μάστιξ: μάστιξ, -ιγος::
* McsElln.ουσιαστικό.μάστιξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάστιξ,
* McsElln.μάστιξ@γλσΕλα,
1. μαστίγιο.
2. μεταφορικά μεγάλο κακό, πληγή, μάστιγα:ἐπλήγη θεοῦ μάστιγι
= χτυπήθηκε από θεϊκή μάστιγα.
:=> παράγ. μαστιγόω -ῶ, μαστίζω «μαστιγώνω», μαστίγιον, μαστίγωσις, σύνθ. μαστιγοφόρος.
ΝΕ μάστιγα (με τη σημ. 2).
[*μασ- (του μαίομαι «επιδιώκω σφοδρά») +παρ. επίθ. -τι-ξ, όπου το -τι- δηλώνει όργανο].
γλσΕλα'μάταιος: μάταιος, -αία & -αιος, -αιον::
* McsElln.επίθετο.μάταιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάταιος,
* McsElln.μάταιος@γλσΕλα,
ανώφελος, μάταιος: μάταιος πόνος
= ανώφελος κόπος.
:=> παράγ. ματαιότης, ματαιοσύνη, σύνθ. ματαιόφρων.
ΝΕ μάταιος.
[*ματ- (< μάτ-ην) + παρ. επίθ. -αιος].
γλσΕλα'μάτην: μάτην::
* McsElln.επίρρημα.μάτην@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάτην,
* McsElln.μάτην@γλσΕλα,
1. ανώφελα, μάταια: πονεῖς μάτην
= μάταια κοπιάζεις.
2. ανόητα, απερίσκεπτα: ἵνα μὴ μάτην θαρρήσῃς
= για να μη θαρρέψεις απερίσκεπτα.
ΝΕ λόγ. φρ. εις μάτην (με τη σημ. 1).
[παλιά αιτιατ. του μάτη, ἡ «μανία, σφοδρή επιθυμία», πβ. δωρεάν].
γλσΕλα'μάττω: μάττω::
* McsElln.ρήμα.μάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάττω,
* McsElln.μάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι μάσσω
Παρατ. ἔματτον
Μέλλ. μάξω
Αόρ. ἔμαξα
Παρακ. μέμαχα
Παθ. αόρ. α΄ ἐμάχθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐμάγην
Παθ. παρακ. μέμαγμαι ζυμώνω: μάττω ἄλφιτα
= ζυμώνω κριθαρένιο αλεύρι.
=> παθ. φωνή σῖτος μεμαγμένος
= ζυμωμένο σιταρένιο αλεύρι.
:=> παράγ. μᾶζα, μάγμα (τό), μάκτρα (ἡ)«σκάφη ζυμώματος», μάκτρον, σύνθ. ἀπομάσσω, ἐκμάσσω.
[*μακ- + παρ. επίθ. -jω > μάσσω, συγγεν. με αρχ. ινδ. m'ac-ate «πιέζω, πατώ», λατ. m-aceria«τοίχος από λάσπη και άχυρο»].
γλσΕλα'μάxη: μάχη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.μάxη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάxη,
* McsElln.μάxη@γλσΕλα,
1. πολεμική σύγκρουση, μάχη: μάχῃ κρατῶ ή νικῶ
= νικώ σε μάχη.
2. στον πληθυντικό μάχαι φιλονικίες, διαμάχες:μάχας ἐν λόγοις ποιοῦμαι
= λογομαχώ.
3. προσπάθεια: καὶ ὠθουμένων περὶ τοῦ προσελθεῖν πολλὴ μάχη ἦν
= και γινόταν μεγάλη προσπάθεια, καθώς σπρώχνονταν για να πλησιάσουν τον Κύρο.
ΝΕ μάχη (με όλες τις σημ.).
[αβέβ. ετυμ., ίσως ξένη λέξη].
γλσΕλα'μάxομαι: μάχομαι::
* McsElln.ρήμα.μάxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μάxομαι,
* McsElln.μάxομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμαχόμην
Μέλλ. μαχοῦμαι
Αόρ. ἐμαχεσάμην
Παρακ. μεμάχημαι
1. πολεμώ, μάχομαι: μάχομαί τινι/πρός τινα
= πολεμώ εναντίον κάποιου. μάχομαι ἀφ’ ἵππου
= μάχομαι έφιππος.
2. φιλονικώ, λογομαχώ: ἐπεχείρει περὶ αὐτὰ μάχεσθαι
= επιχείρησε να αρχίσει μια έντονη συζήτηση γύρω από αυτό το ζήτημα.
3. προσπαθώ να αντιμετωπίσω κάτι: μάχομαι τῷ λιμῷ καὶ τῷ δίψει
= προσπαθώ να αντιμετωπίσω (να νικήσω) την πείνα και τη δίψα.
:=> παράγ. μαχητής, μάχιμος, μαχητός, μαχητικός, σύνθ. ναυμάχος, ναυμαχία, ἀγχέμαχος, σύμμαχος, συμμαχία, μονομάχος, μονομαχία,ἱππομαχία.
ΝΕ μάχομαι (με τις σημ. 1, 3).
[συγγεν. με βλπ. μάχη].
γλσΕλα'μεγαλείος: μεγαλεῖος, -εία, -εῖον::
* McsElln.επίθετο.μεγαλείος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεγαλείος,
* McsElln.μεγαλείος@γλσΕλα,
Συγκριτικός μεγαλειότερος
Υπερθετικός μεγαλειότατος μεγαλοπρεπής, λαμπρός: ἐκόσμησε τὴν γνώμην μεγαλείοις ‘ρήμασι
= στόλισε με μεγαλοπρεπή λόγια τη σκέψη του (ακριβέστερα: τη διατύπωση της σκέψης του).
:=> παράγ. μεγαλειότης.
ΝΕ το μεγαλείο (ως ουσιαστικό).
[μεγαλο- (< μέγας, μεγάλου) + παρ. επίθ. -εῖος κατά το ἀνδρεῖος].
γλσΕλα'μεγαλύνω: μεγαλύνω::
* McsElln.ρήμα.μεγαλύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεγαλύνω,
* McsElln.μεγαλύνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμεγάλυνον
μγ05.σ184
Μέλλ. μεγαλυνῶ
Αόρ. ἐμεγάλυνα
Παθ. μέλλ. μεγαλυνθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐμεγαλύνθην
1. καθιστώ κάποιον μεγάλο, ενισχύω: τοὺς πολεμίους μεγαλύνετε
= ενισχύετε (με τη συμπεριφορά σας) τους εχθρούς σας.
2. καθιστώ κάποιον ή κάτι μεγάλο με τα λόγια μου, επαινώ, δοξάζω: ἐμεγάλυνε τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν παρὰ τῷ Τισσαφέρνει
= επαινούσε την επιρροή του στον Τισσαφέρνη.
=> μέση φωνή μεγαλύνομαι καυχιέμαι: μεγαλύνεται ἐπὶ τῷ ἔργῳ
= καυχιέται για τα επιτεύγματά του.
3. μεγαλοποιώ κάτι, υπερβάλλω: ἐμεγάλυνον καὶ ἐβόων ὡς ἐπὶ δήμου καταλύσει ταῦτα γίγνοιντο
= μεγαλοποιούσαν (τις κατηγορίες)και κραύγαζαν ότι αυτά γίνονταν για την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
[παράγ. λ. μέγας (γεν. μεγάλ-ου) + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'μέγας: μέγας, μεγάλη, μέγα::
* McsElln.επίθετο.μέγας@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέγας,
* McsElln.μέγας@γλσΕλα,
Συγκριτικός μείζων
Υπερθετικός μέγιστος1.
α. για πρόσωπα μεγάλος, παντοδύναμος: μέγας πλούτῳ καὶ ἀνδρεί'α
= μεγάλος ως προς τον πλούτο και την ανδρεία.
=/ μικρός.
β. για πράγματα μεγάλος, δυνατός, σπουδαίος, (με αρνητ. σημ.) υπερβολικά μεγάλος: μέγας θόρυβος. μὴ μεγάλα λέγε
= μη λες (υπερβολικώς) μεγάλα λόγια.
=/ μικρός.
2. ως επίρρημα μέγα πολύ, υπερβολικά: αἱ τελεταὶ μέγα δύνανται
= μεγάλη δύναμη έχουν οι τελετές.
:=> παράγ. μεγάλως, μέγεθος, μέγιστος, μεγιστ-ᾶνες (κατά το Ἀκαρν-ᾶνες), μεγαλύνω, σύνθ.μεγαλορρήμων, μεγαλοπρεπής, μεγαλόφρων.
ΝΕ μεγάλος (με τις σημ. 1α, 1β).
[*μεγ-, συγγεν. με αρμ. mec «μεγάλος», αρχ.ινδ. m'ahi «μεγάλος»].
γλσΕλα'μέδιμνος: μέδιμνος, -ίμνου::
* McsElln.ουσιαστικό.μέδιμνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέδιμνος,
* McsElln.μέδιμνος@γλσΕλα,
μέτρο χωρητικότητας ξηρών καρπών.
[*μεδ- (< μέδω/μέδομαι «μετρώ») + ένθ. -ιμ +παρ. επίθ. -νος, ΙΕ *med-, από όπου λατ.modius (μέτρο χωρητικότητας)].
γλσΕλα'μέθη: μέθη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.μέθη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέθη,
* McsElln.μέθη@γλσΕλα,
μεθύσι.
ΝΕ μέθη.
[*μεθ- (μεθ-ύω, μέθυ) + παρ. επίθ. -η].
γλσΕλα'μεθίημι: μεθίημι::
* McsElln.ρήμα.μεθίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεθίημι,
* McsElln.μεθίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι
1. αφήνω, αφήνω κάποιον ελεύθερο, τον αφήνω να φύγει: μὴ μεθίει τοὺς ἄνδρας
= μην αφήσεις τους άνδρες να φύγουν.
2. αμελώ: μεθίημι τὰ δέοντα πράττειν
= αμελώ να κάνω αυτά που πρέπει.
[σύνθ. λ. μετά + ἵημι].
γλσΕλα'μεθίστημι: μεθίστημι::
* McsElln.ρήμα.μεθίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεθίστημι,
* McsElln.μεθίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. αλλάζω κάτι, το μεταβάλλω: μεθίστημι τὴν πολιτείαν
= μεταβάλλω το πολίτευμα.
2. μετακινώ, απομακρύνω: ἦγον ἄνδρας... οὓς ἐδόκει ἀσφαλείας ἕνεκα μεταστῆσαι
= οδηγούσαν άνδρες... τους οποίους νόμιζαν ότι έπρεπε να μετακινήσουν για λόγους ασφαλείας.
=> μέση φωνή μεθίσταμαι απομακρύνω κάποιον από κοντά μου: μεταστησάμενοι πάντας ἐβουλεύοντο κατὰ σφᾶς αὐτούς
= αφού τους απομάκρυναν όλους από κοντά τους, σκέπτονταν μόνοι τους.
3. μέση και παθ. φωνή μεθίσταμαι
α. αλλάζω τη θέση μου, αναχωρώ: ἐκ φωτὸς εἰς σκότος μεθίσταμαι
= περνάω από το φως στο σκοτάδι. μεθίσταμαι βίου
= πεθαίνω. ὁ μεταστάς
= ο νεκρός.
β. αποχωρώ, αποστατώ: ἱκανοὶ τοὺς μεταστάντας βλάψαι
= είναι ικανοί να βλάψουν αυτούς που αποστάτησαν (από τη συμμαχία τους).
:=> παράγ. μετάστασις.
ΝΕ το παράγ. μετάσταση.
[σύνθ. λ. μετά + ἵστημι].
γλσΕλα'μεθύσκω: μεθύσκω::
* McsElln.ρήμα.μεθύσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεθύσκω,
* McsElln.μεθύσκω@γλσΕλα,
Μέλλ. μεθύσω
Αόρ. ἐμέθυσα
Παθ. μέλλ. μεθυσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐμεθύσθην
Παρακ. μεμέθυσμαι
1. κάνω κάποιον να μεθύσει, τον μεθώ.
2. παθ. φωνή μεθύσκομαι μεθώ: πίνων οὐ μεθύσκεται
= όταν πίνει, δε μεθάει.
= μεθύω
=/ νήφω.
[*μεθυ- (< μεθύ-ω) + παρ. επίθ. -σκ-ω].
γλσΕλα'μεθύω: μεθύω::
* McsElln.ρήμα.μεθύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεθύω,
* McsElln.μεθύω@γλσΕλα,
μόνο στον ενεστώτα και τον παρατατικό· οι άλλοι χρόνοι αναπληρώνονται από το μεθύσκω
1. μεθώ.
=/ νήφω.
2. μεταφορικά κατέχομαι από πάθος, είμαι μεθυσμένος: μεθύω ἔρωτι.
:=> παράγ. μεθύσκω, μέθυσος, μεθυστής, μέθυσμα, σύνθ. ἀμέθυστος.
ΝΕ μεθάω (και με τις δύο σημ.).
[μέθυ + παρ. επίθ. -ω].
γλσΕλα'μείγνυμι: μείγνυμι & μειγνύω::
* McsElln.ρήμα.μείγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μείγνυμι,
* McsElln.μείγνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμείγνυν
Μέλλ. μείξω
Αόρ. ἔμειξα
Παθ. μέλλ. μειχθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐμειξάμην
μγ05.σ185
Παθ. αόρ. α΄ & β΄ ἐμείχθην & ἐμίγην
Παθ. παρακ. μέμειγμαι
Παθ. υπερσ. ἐμεμείγμην αναμειγνύω, ανακατεύω: μείγνυμι οἶνον καὶ ὕδωρ
= αναμειγνύω κρασί και νερό.
:=> παράγ. μίγμα (και όχι μεῖγμα), μιγάς (ὁ,ἡ), μίξις, μιγάδην και μίγδην, σύνθ. ἀναμειγνύω.
ΝΕ σύνθ. αναμειγνύω.
[*μεικ- + ένθ. -νυ + παρ. επίθ. -μι > μείγ-νυ-μι, συγγεν. με λιθ. misras «ανάμεικτος», αρχ.σλαβ. m)e^siti «αναμειγνύω»].
γλσΕλα'μειξοβάρβαρος: μειξοβάρβαρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.μειξοβάρβαρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μειξοβάρβαρος,
* McsElln.μειξοβάρβαρος@γλσΕλα,
αυτός που έχει καταγωγή μισή βαρβαρική και μισή ελληνική: ἦσαν δὲ μειξοβάρβαροι οἱ ἐνοικοῦντες τῇ πόλει
= οι κάτοικοι αυτής της πόλης ήταν κατά το ήμισυ βάρβαροι και Έλληνες.
[σύνθ. λ. *μειξο- (μείγνυμι) + βάρβαρος].
γλσΕλα'μειράκιον: μειράκιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.μειράκιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μειράκιον,
* McsElln.μειράκιον@γλσΕλα,
νεαρό παιδί: ἐκ μειρακίων μέχρι γήρως
= από τη νεαρή ηλικία έως τα γεράματα.
[παράγ. λ. μεῖραξ (μείρακ-ος) + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'μείρομαι: μείρομαι::
* McsElln.ρήμα.μείρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μείρομαι,
* McsElln.μείρομαι@γλσΕλα,
Παθ. παρακ. εἵμαρμαι
1. σημ. που απαντά στην ποίηση παίρνω το μερίδιό μου.
2. παθ. παρακ. εἵμαρμαι
α. συνήθως απρόσωπο εἵμαρται είναι πεπρωμένο.
β. μετοχή ως ουσιαστικό ἡ εἱμαρμένη
= η μοίρα.
:=> παράγ. μόρος, μοῖρα, μοιράδιος, μοιράζω, σύνθ. ἄμοιρος, εὔμοιρος, μεμψίμοιρος, διαμοιράζω.
ΝΕ ειμαρμένη (με τη σημ. 2β).
[*μερ-, *μορ- «μερίδιο», *μερ- + παρ. επίθ. -jομαι > μείρομαι, συγγεν. με λατ. mere-o «παίρνω τιμητικό μερίδιο»].
γλσΕλα'μέλας: μέλας, μέλαινα, μέλαν::
* McsElln.επίθετο.μέλας@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέλας,
* McsElln.μέλας@γλσΕλα,
μαύρος.
:=> παράγ. μελάνιον «μελάνη», μελανός, μελανώδης, μελαίνω «βάφω κάτι μαύρο», σύνθ.μελαγχολία, μελανείμων «μαυροφορεμένος».
ΝΕ μέλας (λόγ.) & μελανός.
[*μελ- «σκοτεινός, ακάθαρτος», ομόρρ. με λιθ.m¨elas «κυανός», αρχ. πρωσ. melne «λεκές χρώματος μπλε»].μέλει απρόσωπο ρ. βλπ. μέλω.
γλσΕλα'μελετάω: μελετάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μελετάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μελετάω,
* McsElln.μελετάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμελέτων
Μέλλ. μελετήσω
Παρακ. μεμελέτηκα
1. δίνω μεγάλη προσοχή σε κάτι, φροντίζω για κάτι, το μελετώ: δόξαν ἀρετῆς μελετῶσιν
= φροντίζουν για τη φήμη τους για ανδρεία.δόξας πλήθους μελετῶ
= μελετώ τις γνώμες του πλήθους.
2. (εξ)ασκώ κάτι, επιδίδομαι (εκπαιδεύομαι)σε κάτι: μελετῶ ὄρχησιν
= ασκούμαι στο χορό. σοφίαν μελετῶ
= επιδίδομαι στη γνώση.
=> απόλ. μελετάω είμαι ασκημένος: ἦν τὸ ἱππικὸν μεμελετηκός
= το ιππικό ήταν ασκημένο.
3. με απαρέμφατο εξασκούμαι στο να κάνω κάτι: μελετῶ καρτερεῖν
= προσπαθώ να μάθω πώς να υπομένω.
4. ασκώ κάποιον σε κάτι: τοὺς μαθητὰς ἀναβαίνειν ἐπὶ τοὺς ἵππους μελετᾷ
= ασκεί τους μαθητές στην ιππασία.
:=> παράγ. μελέτημα, μελετητής, μελέτησις, μελετηρός, μελετητήριον.
ΝΕ μελετώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. μελέτη + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'μελέτη: μελέτη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.μελέτη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μελέτη,
* McsElln.μελέτη@γλσΕλα,
1. το ενδιαφέρον που δείχνει κάποιος για κάτι: ἔργων μελέτη
= ενδιαφέρον για στρατιωτικά έργα.
2. (εξ)άσκηση, εκπαίδευση σε κάτι: μάθησις καὶ μελέτη.
3. συνήθεια: μελέται ἃς οἱ πατέρες ἡμῖν παρέδοσαν
= συνήθειες που μας παρέδωσαν οι πατέρες μας.
ΝΕ μελέτη (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., βλπ. μέλω].
γλσΕλα'μέλλησις: μέλλησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.μέλλησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέλλησις,
* McsElln.μέλλησις@γλσΕλα,
αναβλητικότητα, αργοπορία στην εκτέλεση ενός έργου: διὰ τὴν ἐκείνων μέλλησιν τῶν εἰς ἡμᾶς δεινῶν
= λόγω της δικής τους καθυστέρησης να μας βοηθήσουν για τα δεινά μας.
[παράγ. λ. μέλλω (πβ. μέλλημα) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'μέλλω: μέλλω::
* McsElln.ρήμα.μέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέλλω,
* McsElln.μέλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔμελλον & ἤμελλον
Μέλλ. μελλήσω
Αόρ. ἐμέλλησα
1. σκοπεύω να κάνω κάτι, πρόκειται να κάνω κάτι: προεδήλου ἃ ἔμελλε πράξειν
= δήλωνε εκ των προτέρων τι σκόπευε να κάνει.
2. αναβάλλω, καθυστερώ: τοὺς ξυμμάχους οὐ μελλήσομεν τιμωρεῖν
= δε θα καθυστερήσουμε να βοηθήσουμε τους συμμάχους.
3. μετοχή μέλλων
α. αυτός που πρόκειται να...:ὁ μέλλων θν'ήσκειν
= αυτός που πρόκειται να πεθάνει. ὁ μέλλων χρόνος
= το μέλλον.
β. ουδέτερο τὸ μέλλον & τὰ μέλλοντα αυτό που πρόκειται να συμβεί προσεχώς: τῶν μελλόντων εἰκαστής
= αυτός που μπορεί να εικάσει (να προβλέψει) τα μέλλοντα.
ΝΕ στη φρ. τι μέλλει γενέσθαι; (= τι πρόκειται να γίνει;), μτχ. μέλλων / μέλλουσα / μέλλον (με τη σημ. 3α) και το μέλλον (ως ουσιαστ. με τη σημ. 3β).
μγ05.σ186
[*μελ- + παρ. επίθ. -jω > μέλλω, αβέβ. ετυμ., ίσως συγγεν. με το ἔ-μολ-ον (του βλώσκω)].
γλσΕλα'μέλος: μέλος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.μέλος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέλος,
* McsElln.μέλος@γλσΕλα,
μελωδία.
:=> παράγ. μελίζω, σύνθ. μελῳδός, μελοποιός,ἐμμελής.
ΝΕ μέλος (λόγ.).
[*μελσο-, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μέλω: μέλω::
* McsElln.ρήμα.μέλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέλω,
* McsElln.μέλω@γλσΕλα,
συνήθως στο γ΄ πρόσωπο ενικού μέλει
Παρατ. ἔμελε
Μέλλ. μελήσει
Αόρ. ἐμέλησε
Παρακ. μεμέληκε
Υπερσ. ἐμεμελήκει
1. είμαι αντικείμενο σκέψης ή φροντίδας:ταῦτα οὖν θεῷ μελήσει
= γι’ αυτά θα φροντίσει ο θεός. τὰ δὲ μετὰ ταῦτα ἴσως ἄλλῳ μελήσει
= για τα υπόλοιπα θα φροντίσει ίσως κάποιος άλλος.
2. απρόσ. μέλει μοί τινος φροντίζω για κάτι, ασχολούμαι με κάτι: πάνυ μοι μέλει τοῦ ’'άσματος
= ασχολούμαι πολύ με το τραγούδι αυτό.
:=> παράγ. μελέτη, σύνθ. ἀμελής, ἀμέλεια, ἐπιμελής, ἐπιμέλομαι, ἐπιμέλεια, μεταμέλομαι, μεταμέλεια.
ΝΕ με μέλει
= με νοιάζει, με ενδιαφέρει.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μέμφομαι: μέμφομαι::
* McsElln.ρήμα.μέμφομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέμφομαι,
* McsElln.μέμφομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμεμφόμην
Μέλλ. μέμψομαι
Αόρ. ἐμεμψάμην
Παθ. αόρ.ενεργ. σημ.ἐμέμφθην«κατηγόρησα»
1. κατηγορώ, επικρίνω κάποιον: μέμφομαι τὸν θέντα τὸν νόμον
= επικρίνω αυτόν που θέσπισε το νόμο.
2. παραπονούμαι: μέμφομαι τῶν γεγενημένων
= παραπονιέμαι για όσα έχουν γίνει.
:=> παράγ. μέμψις, μεμπτός, μομφή, σύνθ. ἄμεμπτος, ἄμομφος, μεμψίμοιρος.
ΝΕ μέμφομαι (με τη σημ. 1).
[*μεμφ-, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μέμψις: μέμψις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.μέμψις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέμψις,
* McsElln.μέμψις@γλσΕλα,
κατηγορία, επίκριση.
=> στον πληθ. μέμψεις παράπονα.
[παράγ. λ. μέμφ-ομαι + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'μέν: μὲν ΣΥΝΔΕΤΙΚΟ::
* McsElln.μόριο.μέν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέν,
* McsElln.μέν@γλσΕλα,
1. όταν δεν ακολουθείται από το δέ, εκφράζει βεβαιότητα που την εγγυάται ο ομιλητής ή ο συγγραφέας πράγματι, στ’ αλήθεια: καὶ πρῶτον μὲν ἦν αὐτῷ πόλεμος πρὸς Πισίδας
= και πράγματι, πρώτα από όλα πολέμησε ενάντια στους Πισίδες.
2. όταν το μὲν ακολουθείται από το δέ, τα δύο μόρια χρησιμοποιούνται
α. για να θέσουν σε αντιπαράθεση δύο στοιχεία αφενός μεν... αφετέρου δε, ναι μεν... αλλά/όμως: πάταξον μέν, ἄκουσον δέ
= χτύπησέ με, αλλά άκουσέ με.
β. για να συνδέσουν διαφορετικά μεταξύ τους στοιχεία, χωρίς όμως να τα θέσουν σε αντιπαράθεση: παῖδες δύο, πρεσβύτερος μὲν Ἀρταξέρξης, νεώτερος δὲΚῦρος
= (γεννιούνται) δύο παιδιά, μεγαλύτερος ο Αρταξέρξης, μικρότερος ο Κύρος.
3. χρησιμοποιείται σε απαρίθμηση, όταν ακολουθείται και από άλλα μόρια (εκτός του δέ) ή λέξεις πρῶτον μέν... εἶτα, πρῶτον μέν... ἔπειτα.
4. χρησιμοποιείται αντιθετικά όταν λείπει το δέ, το οποίο όμως εννοείται ὡς μὲν λέγουσιν
= όπως λένε μεν (αλλά εγώ δεν το πιστεύω).
5. συνδυάζεται με το μόριο γὲ μέν γε
= τουλάχιστον: τοῦτο μέν γε ἤδη σαφές
= αυτό τουλάχιστον είναι πια φανερό.
6. συνδυάζεται με το μόριο οὖν μὲν οὖν
α. σε καταφατική απάντηση ναι, βέβαια: παντάπασιν μὲν οὖν
= βεβαιότατα.
β. για να εισαγάγει πρόταση που διορθώνει την αμέσως προηγούμενη καλύτερα...: ἆρ' οὐ κακοδαίμων εἰμί; βαρυδαίμων μὲν οὖν
= άραγε δεν είμαι άθλιος; καλύτερα τρισάθλιος! (βλπ. μενοῦν).
ΝΕ μεν... δε (με τη σημ. 2α).
[συνεσταλ. βαθμίδα του μήν, *σμα-, δωρ. μάν, συγγεν. με το αρχ. ινδ. βεβαιωτικό μόριοsm-a].
γλσΕλα'μενετός: μενετός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μενετός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μενετός,
* McsElln.μενετός@γλσΕλα,
αυτός που περιμένει, υπομονετικός: καιροὶ οὐ μενετοί
= οι ευκαιρίες δεν περιμένουν (πρέπει να τις αξιοποιήσεις αμέσως).
ΝΕ στη λόγ. φρ. οι καιροί ου μενετοί.
[παράγ. λ. μένω + παρ. επίθ. -(ε)τός].
γλσΕλα'μένος: μένος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.μένος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μένος,
* McsElln.μένος@γλσΕλα,
η ορμή από την οποία κατέχεται ένας άνθρωπος: μένος καὶ θάρρος
= θάρρος και ορμή.
ΝΕ μένος (λόγ.).
[*μεν- «σκέφτομαι» (μέ-μον-α «έχω στη μνήμη, θυμάμαι») + παρ. επίθ. -ος > μέν-ος, ομόρρ. με λατ. mens «πνεύμα», memini «θυμάμαι» με εξέλιξη της σημ. από «σκέψη» σε«μένος, μανία»].
γλσΕλα'μενούν: μενοῦν::
* McsElln.μόριο.μενούν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μενούν,
* McsElln.μενούν@γλσΕλα,
ναι, βέβαια (βλπ. μέν).
[σύνθ. λ. μέν + οὖν].
γλσΕλα'μέντοι: μέντοι::
* McsElln.μόριο.μέντοι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέντοι,
* McsElln.μέντοι@γλσΕλα,
1. σε καταφατικές απαντήσεις βεβαίως: Σωκράτης: φαμὲν εἶναι τὸ δίκαιον αὐτό; Σιμμίας:φαμὲν μέντοι νὴ Δία
= Σωκρ.: Λέμε ότι υπάρχει το δίκαιο αυτό καθ’ εαυτό; Σιμμ.: Βεβαίως λέμε, μα το Δία!
μγ05.σ187
2. σε διήγηση λοιπόν: καὶ ἅμα μέντοι ἐφοβούμην μὴ τι λέγοι
= και την ίδια ώρα, λοιπόν, φοβόμουν μήπως είχε δίκαιο.
[σύνθ. λ. μέν + τοι].
γλσΕλα'μένω: μένω::
* McsElln.ρήμα.μένω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μένω,
* McsElln.μένω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔμενον
Μέλλ. μενῶ
Αόρ. ἔμεινα
Παρακ. μεμένηκα
1. παραμένω στη θέση μου:
τὸ στρατόπεδον τῶνΠελοποννησίων κατὰ χώραν ἔμενεν
= ο στρατός των Πελοποννησίων έμενε αμετακίνητος.
2. για πράγματα διατηρούμαι, ισχύω, παραμένω σταθερός:
μένουσιν αἱ σπονδαί == ισχύουν οι συνθήκες.
3. αμετάβατο περιμένω:
μένω ἀκοῦσαι == περιμένω να ακούσω.
:=> παράγ. μενετός, μονὴ «κατοικία», μόνιμος, μονιμότης, σύνθ. διαμένω, περιμένω, ἐμμένω, ἔμμονος.
ΝΕ μένω (με όλες τις σημ. 1, 2, 3).
[*μεν- «μένω», αρχ. περσ. *man- «μένω» στοm-anayeiti «εξαναγκάζω κάποιον να μείνει», αρμ. mnan «μένω»].
===
_stxElla: μένω τινά. == περιμένω κάποιον.
γλσΕλα'μερίζω: μερίζω::
* McsElln.ρήμα.μερίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μερίζω,
* McsElln.μερίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμέριζον
Μέλλ. μεριῶ
Αόρ. ἐμέρισα
Παρακ. μεμέρικα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.μεριοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐμερισάμην
Παθ. αόρ. ἐμερίσθην
Μέσ. & παθ. παρακ. μεμέρισμαι
1. διαιρώ, χωρίζω: μερίζω τὴν ἀρχὴν εἰς πλείους
= μοιράζω την εξουσία σε περισσότερους(πολίτες).2.
α. μέση φωνή μερίζομαι μοιράζομαι κάτι με άλλους: μερίζομαί τι μετά τινος/πρός τινα
= μοιράζομαι κάτι με κάποιον.
β. παθ. φωνή μερίζομαι διαμοιράζομαι, διανέμομαι: μερίζονται αἱ πρόσοδοι
= τα έσοδα διανέμονται.
:=> παράγ. μερισμός, μέρισμα, σύνθ. ἐπιμερίζω, καταμερίζω.
ΝΕ τα σύνθ. επιμερίζω, καταμερίζω κτλ.
[παράγ. λ. μερίδ-jω (μερίς, μερίδ-ος), *μερ-,«διαμοιράζω, διανέμω», συγγεν. με μείρομαι].
γλσΕλα'μέριμνα: μέριμνα, -ίμνης::
* McsElln.ουσιαστικό.μέριμνα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέριμνα,
* McsElln.μέριμνα@γλσΕλα,
φροντίδα, έγνοια για κάποιον ή για κάτι:παίδων μέριμνα
= φροντίδα για τα παιδιά.
=/ ὀλιγωρία.
= φροντίς.
:=> παράγ. μεριμνάω -ῶ.
ΝΕ μέριμνα.
[*(σ)μερ- «σκέπτομαι» + ένθ. -ιμ + παρ. επίθ. -να> μέρ-ιμ-να, συγγεν. με αρχ. ινδ. sm'arati «σκέπτομαι, θυμάμαι»].
γλσΕλα'μεριμνάω: μεριμνάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μεριμνάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεριμνάω,
* McsElln.μεριμνάω@γλσΕλα,
φροντίζω, νοιάζομαι για κάποιον ή για κάτι:τοῖς μεριμνῶσι καὶ λυπουμένοις νὺξ ἔοικε φαίνεσθαι μακρά
= σ’ αυτούς που έχουν έγνοιες και στενοχώριες, η νύχτα μοιάζει να έχει μεγάλη διάρκεια.
:=> παράγ. μεριμνητής, μεριμνητικός, σύνθ. ἀμέριμνος.
ΝΕ μεριμνώ.
[παράγ. λ. μέριμνα + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'μερίς: μερίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.μερίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μερίς,
* McsElln.μερίς@γλσΕλα,
1. κομμάτι ή μερίδιο: μερὶς κρεῶν
= κομμάτι κρέας. μερὶς τῆς οὐσίας
= μερίδιο από την περιουσία.
2. συνεισφορά, βοήθεια: μερὶς εἰς σωτηρίαν
= βοήθεια για να σωθεί κάποιος.3.
α. τάξη, κατηγορία: τρεῖς γὰρ πολιτῶν μερίδες
= γιατί τρεις είναι οι τάξεις των πολιτών (δηλ. οι πλούσιοι, οι φτωχοί και οι μεσαίοι).
β. πολιτική παράταξη, κόμμα.
ΝΕ μερίδα (με τις σημ. 1, 3α, 3β).
[παράγ. λ. *μερ- (μερίζω) + παρ. επίθ. -ίς].
γλσΕλα'μέρος: μέρος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.μέρος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέρος,
* McsElln.μέρος@γλσΕλα,
1. μερίδιο: τῶν ἐς πόλεμον ἀναλωμάτων τὰ δύο μέρη ἀνέθηκεν ἡμῖν, τὸ δὲ τρίτον μέρος...
= από τις πολεμικές δαπάνες μας επιβάρυνε με δύο μερίδια (δηλ. με τα 2/3) και το τρίτο μερίδιο...
2. κληρονομιά, κλήρος, μοίρα: ἀπὸ μέρους προτιμῶμαι
= προτιμώμαι ένεκα της κοινωνικής μου θέσεως ή καταγωγής.
3. η σειρά μου, σου κτλ.: ὅταν τὸ μέρος ἥκῃ
= όταν έρθει η σειρά μου.
=> εκφράσεις ἐν μέρει
= με τη σειρά. κατὰ τὸ ἐμὸν μέρος
= όσο με αφορά.
4. τμήμα ενός συνόλου, μέρος: τὰ τοῦ σώματος μέρη.
=> ἐν μέρει τινὸς τίθημί τι τοποθετώ κάτι, το εντάσσω στην κατηγορία ενός πράγματος.
:=> παράγ. μερίς.
ΝΕ μέρος (με τις σημ. 1, 4).
[*μερ-, βλπ. μερίζω, μείρομαι].
γλσΕλα'μεσημβρία: μεσημβρία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.μεσημβρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεσημβρία,
* McsElln.μεσημβρία@γλσΕλα,
το μεσημέρι: μεσημβρία ἵσταται
= είναι ακριβώς μεσημέρι.
:=> παράγ. μεσημβρινός [επίθετο και ως ουσ. ὁ μεσημβρινός (ενν. κύκλος) «ο μεσημβρινός»].
ΝΕ (στις εκφράσεις) προ μεσημβρίας (π.μ.), μετά μεσημβρίαν (μ.μ.).
[παράγ./σύνθ. μέσος + ἡμέρα + παρ. επίθ. -ία, με ανάπτυξη ευφωνικού β].
γλσΕλα'μεσόγεως: μεσόγεως, -ως, -ων::
* McsElln.επίθετο.μεσόγεως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεσόγεως,
* McsElln.μεσόγεως@γλσΕλα,
άλλοι τύποι είναι μεσόγαιος & μεσόγειος
μγ05.σ188
αυτός που βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, που δεν είναι παράλιος.
=> ως ουσιαστικό ἡ μεσόγεια τα μεσόγεια.
ΝΕ μεσόγειος.
[σύνθ. λ. μέσος + γαῖα].
γλσΕλα'μέσος: μέσος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.μέσος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέσος,
* McsElln.μέσος@γλσΕλα,
1. αυτός που βρίσκεται στο κέντρο, στο μέσο.
α. τοπικά διὰ μέσης τῆς πόλεως
= μέσα από το κέντρο της πόλης.
β. χρονικά μέσου ὄντος τοῦ θέρους
= στα μέσα του καλοκαιριού.
2. αυτός που είναι μέτριος σε μέγεθος, ποιότητα, αξία κτλ.: οἱ μέσοι
= οι πολίτες της μεσαίας τάξης.
3. ως ουσιαστικό τὸ μέσον
α. το μέσο ενός διαστήματος: ἐν μέσῳ νυκτός
= τα μεσάνυχτα.
β. η διαφορά: τὸ μέσον πρὸς τὰς μεγίστας καὶ τὰς ἐλαχίστας ναῦς
= η διαφορά (ο μέσος όρος) ανάμεσα στο μεγαλύτερο και το μικρότερο αριθμό των πλοίων.
4. επίρρημα μέσως μέτρια: μέσως βεβίωκε
= έζησε μέτρια.
:=> παράγ. μεσαῖος, μεσότης, μεσόω -ῶ, μέση, μεσίτης, σύνθ. μεσόγεως.
ΝΕ μέσος (με σημ. 1α, 1β) & το μέσο (με σημ.3α).
[*μέθ-jος, ΙΕ *medh-, πβ. αρχ. ινδ. m'adhya-«μέσος», αρχ. περσ. maiδya- «μέσος»].
γλσΕλα'μεσότης: μεσότης, -ητος::
* McsElln.ουσιαστικό.μεσότης-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεσότης,
* McsElln.μεσότης@γλσΕλα,
μέση κατάσταση, κατάσταση μεταξύ δύο άκρων: μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή
= η αρετή είναι μια μέση κατάσταση (μεταξύ δύο ακραίων καταστάσεων, της υπερβολής και της έλλειψης μιας ιδιότητας).
ΝΕ μεσότητα.
[παράγ. λ. μέσος + παρ. επίθ. -ότης].
γλσΕλα'μεσόω: μεσόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μεσόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεσόω,
* McsElln.μεσόω@γλσΕλα,
βρίσκομαι στο μέσο: ἡμέρα μεσοῦσα
= μεσημέρι. θέρους μεσοῦντος
= στο μέσον του καλοκαιριού, το κατακαλόκαιρο.
ΝΕ εύχρηστη μόνο η απόλυτη μετοχή στη λόγ.γενική μεσούντος (λ.χ. του καλοκαιριού), μεσούσης (λ.χ. της νυκτός).
[παράγ. λ. μέσος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'μεστός: μεστός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μεστός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεστός,
* McsElln.μεστός@γλσΕλα,
γεμάτος: οἱ ἀμφορεῖς εἰσὶ μεστοὶ οἴνου
= οι αμφορείς είναι γεμάτοι κρασί. μεστὸς εὐδαιμονίας
= γεμάτος ευτυχία.
= πλήρης.
=/ κενός.
:=> παράγ. μεστότης, μεστόω -ῶ, σύνθ. κατάμεστος.
ΝΕ μεστός.
[*μεδ-τὸς «εξογκωμένος», αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μετά: μετὰ::
* McsElln.πρόθεση.&@γλσΕλα,
* McsElln.επίρρημα.μετά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετά,
* McsElln.μετά@γλσΕλα,
Α. 1. ως πρόθεση με γενική δηλώνει
α. συνοδεία:αὐτός τε καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ
= αυτός και η συνοδεία του.
β. τρόπο: ἱκετεύω μετὰ δακρύων
= ικετεύω με δάκρυα (κλαίγοντας).
2. με αιτιατική δηλώνει
α. μια πράξη που ακολουθεί μια άλλη, μετά, ύστερα: πρὸ τῆς μάχης καὶ μετὰ τὴν μάχην. όμως μεθ’ ἡμέραν
= στη διάρκεια της ημέρας.
β. ανάμεσα σε: ἃ μετὰ χεῖρας ἔχετε
= αυτά που έχετε ανάμεσα στα χέρια σας.
Β. ως επίρρημα δηλώνει έπειτα, μετά: μετὰ δὲ ἰδών... εἶπε
= έπειτα, αφού είδε, είπε.
Γ. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. μεταξύ, π.χ. μεταίχμιον «το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ δύο στρατών».
β. έπειτα, μετά, π.χ. μετέρχομαι.
γ. συμμετοχή, π.χ. μεταλαμβάνω.
δ. μεταβολή, π.χ. μετανοῶ.
ΝΕ μετά (με σημ. Α2α) και (λόγ. με σημ. Α1α, μετά χαράς).
[αβέβ., πάντως ομόρρ. με αρχ. ισλ. med, αγγλοσαξον. mid(i), αρχ. γερμ. mit(i), ίσως συγγεν. με μέσος, μέχρι].
γλσΕλα'μεταβάλλω: μεταβάλλω::
* McsElln.ρήμα.μεταβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταβάλλω,
* McsElln.μεταβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. αλλάζω: μεταβάλλω δίαιταν
= αλλάζω τρόπο ζωής.
=> αμετάβατο μεταβάλλω μεταβάλλομαι, αλλάζω: μεταβάλλει ἐξ ὀλιγαρχίας εἰς δημοκρατίαν
= μεταβάλλεται (το πολίτευμα) από ολιγαρχία σε δημοκρατία.
2. μέση φωνή μεταβάλλομαι
α. ανταλλάσσω κάτι: οἱ ἐν τῇ ἀγορᾷ μεταβαλλόμενοι
= αυτοί που ανταλλάσσουν (προϊόντα) στην αγορά.
β. αλλάζω κατεύθυνση ή συμμάχους: μετεβάλοντο ἐπ’ ἀσπίδα
= στράφηκαν προς τα αριστερά. οὐκ ἂν ὅσια ποιοῖμεν μεταβαλλόμενοι
= δε θα κάνουμε όσια πράξη, αν αλλάξουμε συμμάχους.
:=> παράγ. μεταβολή, μεταβλητός.
ΝΕ μεταβάλλω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. μετά + βάλλω].
γλσΕλα'μεταβολή: μεταβολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.μεταβολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταβολή,
* McsElln.μεταβολή@γλσΕλα,
1. αλλαγή: μεταβολὴ ἱματίων
= αλλαγή των ρούχων.
2. ανταλλαγή, εμπόριο: ἔπλει ἐπὶ μεταβολῇ
= ταξίδευε στη θάλασσα για να κάνει εμπόριο.
3. μετατροπή, αλλαγή από μια κατάσταση σε άλλη: ἐπὶ τὸ χεῖρον μεταβολή
= αλλαγή προς το χειρότερο.
ΝΕ μεταβολή (με τις σημ. 1, 3).
[παράγ./σύνθ. μετά + *βολ- (βάλλω) + παρ. επίθ. -ή ].
γλσΕλα'Μεταγειτνιών: Μεταγειτνιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Μεταγειτνιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μεταγειτνιών,
* McsElln.Μεταγειτνιών@γλσΕλα,
ο δεύτερος μήνας του αττικού έτους, από 15Ιουλίου έως 15 Αυγούστου.
[παράγ./σύνθ. μετά + γειτνι- (πβ. γειτνι-άζω)+ -ών].
μγ05.σ189
γλσΕλα'μεταγιγνώσκω: μεταγιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.μεταγιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταγιγνώσκω,
* McsElln.μεταγιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω
1. αλλάζω γνώμη: μεταγνώτω
= ας αλλάξει γνώμη. μεταγιγνώσκω τὰ προδεδογμένα
= αλλάζω την προηγούμενη απόφασή μου.
2. μετανιώνω.
= μεταμέλομαι.
:=> παράγ. μετάγνωσις, μετάγνοια / μετάνοια.
[σύνθ. λ. μετά + γιγνώσκω].
γλσΕλα'μετάγω: μετάγω::
* McsElln.ρήμα.μετάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετάγω,
* McsElln.μετάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. μεταφέρω κάτι από έναν τόπο σε άλλον:μετάγω τὸ δικαστήριον ἀπό... εἰς...
= μεταφέρω το δικαστήριο από... σε...
2. αλλάζω δρόμο: ἐκέλευσεν αὐτὸν μετάγειν
= τον διέταξε να αλλάξει δρόμο.
:=> παράγ. μεταγωγή, μεταγωγεύς.
[σύνθ. λ. μετά + ἄγω].
γλσΕλα'μεταλαμβάνω: μεταλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.μεταλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταλαμβάνω,
* McsElln.μεταλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. παίρνω μέρος σε κάτι, μετέχω: μεταλαμβάνω λείας
= παίρνω ένα μέρος από τα λάφυρα.
2. παίρνω ως αντάλλαγμα: δεῖ μὴ ὀκνεῖν τὸν πόλεμον ἀντὶ εἰρήνης μεταλαμβάνειν
= δεν πρέπει να διστάσετε να πάρετε ως αντάλλαγμα αντί για την ειρήνη τον πόλεμο.
:=> παράγ. μετάληψις.
ΝΕ μεταλαβαίνω (λαϊκός τύπος) και μεταλαμβάνω (λόγιος τύπος) με τη σημ. «παίρνω τη θεία κοινωνία».
[σύνθ. λ. μετά + λαμβάνω].
γλσΕλα'μετάληψις: μετάληψις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.μετάληψις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετάληψις,
* McsElln.μετάληψις@γλσΕλα,
συμμετοχή σε κάτι: μετάληψις λόγων
= συμμετοχή στη διαλεκτική.
ΝΕ μετάληψη «θεία κοινωνία».
[συνθ. λ. μετά + -λῆψις (< λαμβάνω) ως παράγ. λ. του μεταλαμβάνω].
γλσΕλα'μεταλλάττω: μεταλλάττω::
* McsElln.ρήμα.μεταλλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταλλάττω,
* McsElln.μεταλλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι μεταλλάσσωΓια τους χρόνους βλπ. ἀλλάττω
1. μεταβάλλω, αλλάζω: μεταλλάττω τὰ θέσμια
= αλλάζω τους νόμους.
=> μεταλλάττω τόπον
= πηγαίνω σε άλλη χώρα.
2. αλλάζω κατάσταση: μεταλλάττω τὸν βίον.
:=> παράγ. μεταλλαγή, μετάλλαξις, μεταλλακτός.
ΝΕ μεταλλάσσω & μεταλλάζω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. μετά + ἀλλάττω].
γλσΕλα'μεταμέλει: μεταμέλει::
* McsElln.ρήμα.μεταμέλει@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταμέλει,
* McsElln.μεταμέλει@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μέλει απρόσ. του μεταμέλομαι, με δοτ. προσώπου μεταμέλει μοί τινος μετανιώνω για κάτι, μεταμελούμαι: μεταμελησάτω ὑμῖν τῶν πεπραγμένων
= να μετανιώσετε για ό,τι κάνατε.
:=> παράγ. μεταμέλεια, μεταμελητικός.
ΝΕ το παράγ. μεταμέλεια.
[σύνθ. λ. μετά + μέλει].
γλσΕλα'μεταμέλομαι: μεταμέλομαι::
* McsElln.ρήμα.μεταμέλομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταμέλομαι,
* McsElln.μεταμέλομαι@γλσΕλα,
Παρατ. μετεμελόμην
Μέλλ. μεταμελήσομαι & μεταμεληθήσομαι
Αόρ. μετεμελήθην
Παρακ. μεταμεμέλημαι μετανοώ, μεταμελούμαι: μετεμέλοντο οὐ δεξάμενοι τὰς σπονδὰς
= μετάνιωναν που δε δέχτηκαν την ανακωχή. μεταμεληθεὶς ὁ Ἰούδας ἐπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια
= επειδή μετάνιωσε ο Ιούδας, επέστρεψε τα τριάντα αργύρια.
= μετανοῶ.
:=> παράγ. μετάμελος, ὁ «η μεταμέλεια».
ΝΕ μεταμελούμαι (λόγ.).
[σύνθ. λ. μετά + μέλομαι].
γλσΕλα'μεταπέμπω: μεταπέμπω::
* McsElln.ρήμα.μεταπέμπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταπέμπω,
* McsElln.μεταπέμπω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πέμπω προσκαλώ κάποιον.
=> μέση φωνή μεταπέμπομαι προσκαλώ κάποιον με απεσταλμένο, στέλνω να μου φέρουν κάποιον ή κάτι: Κῦρος μεταπέμπεται Ἄδραστον
= ο Κύρος έστειλε να του φέρουν τον Άδραστο.
:=> παράγ. μετάπεμπτος, μετάπεμψις, μεταπομπή.
[σύνθ. λ. μετά + πέμπω].
γλσΕλα'μεταπίπτω: μεταπίπτω::
* McsElln.ρήμα.μεταπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μεταπίπτω,
* McsElln.μεταπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. αλλάζω τη μορφή, το εξωτερικό σχήμα: μεταπίπτει ἐκ γυναικὸς ἐς ὄρνεον
= άλλαξε μορφή και από γυναίκα έγινε πουλί.
2. αλλάζω τη γνώμη μου: τοσοῦτον μεταπεπτώκασιν, ὥστε...
= τόσο πολύ έχουν αλλάξει τη συμπεριφορά τους, ώστε...
3. για κατάσταση (πολιτική κτλ.) αλλάζω: ἐξ εὐτυχίας εἰς δυστυχίαν μεταπίπτω
= από την ευτυχία πέφτω στη δυστυχία. μετέπεσε τὰ τῶν τριάκοντα
= υπήρξε ανατροπή του καθεστώτος των τριάκοντα τυράννων.
:=> παράγ. μετάπτωσις.
ΝΕ μεταπίπτω (λόγ.).
[σύνθ. λ. μετά + πίπτω].
γλσΕλα'μετάστασις: μετάστασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.μετάστασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετάστασις,
* McsElln.μετάστασις@γλσΕλα,
1. μετακίνηση: μετάστασις ἐξ οἰκείας εἰς ἀλλοτρίαν
= μετακίνηση (μετανάστευση) από την πατρίδα σε ξένη χώρα.
=> μετάστασις βίου
= θάνατος.
2. μεταβολή: μετάστασις γνώμης.
ΝΕ μετάσταση (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. του μεθίσταμαι (< μετά + *στατου ἵ-στα-μαι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'μετατίθημι: μετατίθημι::
* McsElln.ρήμα.μετατίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετατίθημι,
* McsElln.μετατίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
μγ05.σ190
1. μετακινώ από μια θέση σε άλλη, μεταθέτω:μετάθες τοῦτο εἰς βελτίω τόπον
= μετακίνησέ το σε καλύτερη θέση.
2. μεταβάλλω, αλλάζω: μετατέθεικε τὰς ἐπωνυμίας
= άλλαξε (ο Κλεισθένης) τα ονόματα(δωρικών φυλών).
3. μέση φωνή μετατίθεμαι αλλάζω κάτι που με αφορά ή κάτι που είναι στην αρμοδιότητά μου: πολλάκις αὐτοὶ οἱ θέμενοι τοὺς νόμους ἀποδοκιμάσαντες μετατίθενται
= πολλές φορές αυτοί οι ίδιοι που θέσπισαν ένα νόμο, αφού τον απορρίψουν, τον αλλάζουν.
:=> παράγ. μετάθεσις.
ΝΕ μεταθέτω (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. μετά + τίθημι].
γλσΕλα'μέτειμι: μέτειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.μέτειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέτειμι,
* McsElln.μέτειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ.εἰμὶ
1. συνήθως απρόσ. μέτεστί μοί τινος μετέχω σε κάτι ή με ενδιαφέρει κάτι: τί σοι τοῦδε μέτεστι πράγματος λέγε
= λέγε τι σε ενδιαφέρει αυτή η υπόθεση.
2. κάποτε αναφέρεται και το μερίδιο (σε αντιδιαστολή προς το διαιρούμενο όλο) και τίθεται σε ονομαστική: μέτεστι κατὰ τοὺς νόμους πᾶσι τὸ ἴσον
= όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα σύμφωνα με τους νόμους.
[σύνθ. λ. μετά + εἰμί].
γλσΕλα'μέτειμι: μέτειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.μέτειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέτειμι,
* McsElln.μέτειμι@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται στην αττ. διάλεκτο ως μέλλ. τουβλπ. μετέρχομαιΓια τους χρόνους βλπ. εἶμι
1. βαδίζω πίσω από κάποιον, τον ακολουθώ:ταὐτὸν ἴχνος μέτειμι
= ακολουθώ το ίδιο αχνάρι (με κάποιον).
2. με επέκταση
α. αναζητώ κάποιον: τὸν παῖδα εὗρον οἱ μετιόντες
= αυτοί που έψαχναν το παιδί, το βρήκαν.
β. καταδιώκω κάποιον για να τον εκδικηθώ: μέτειμι τοὺς ἀδικοῦντας
= προσπαθώ να εκδικηθώ αυτούς που διέπραξαν ένα αδίκημα.
[σύνθ. λ. μετά + εἶμι].
γλσΕλα'μετέρxομαι: μετέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.μετέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετέρxομαι,
* McsElln.μετέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. επιδιώκω: ἐπιπόνῳ ἀσκήσει τὸ ἀνδρεῖον μετέρχομαι
= με κοπιαστικές ασκήσεις προσπαθώ να γίνω γενναίος.
2. καταδιώκω κάποιον, και ειδικότερα του ασκώ δίωξη: μέτειμι τὸν φονέα
= θα ασκήσω δίωξη στο φονιά.
ΝΕ μετέρχομαι «ασκώ, λ.χ. ένα επάγγελμα».
[σύνθ. λ. μετά + ἔρχομαι].
γλσΕλα'μετέxω: μετέχω::
* McsElln.ρήμα.μετέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετέxω,
* McsElln.μετέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. με γενική παίρνω μέρος σε κάτι, συμμετέχω:μετέχω τῶν πεντακισχιλίων
= είμαι μέλος της ομάδας των πέντε χιλιάδων ανδρών.
2. με αιτιατική, που δηλώνει το μερίδιο, μετέχω ἴσον μέρος ἀγαθῶν
= έχω ίσο μερίδιο στα αγαθά με κάποιον άλλο.
:=> παράγ. μετοχή, μέτοχος.
ΝΕ μετέχω (με σημ. 1).
[σύνθ. λ. μετά + ἔχω].
γλσΕλα'μετεωρίζω: μετεωρίζω::
* McsElln.ρήμα.μετεωρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετεωρίζω,
* McsElln.μετεωρίζω@γλσΕλα,
1. σηκώνω ψηλά, ανυψώνω: παντὶ τρόπῳ ἐμετεώριζον τὸ ἔρυμα
= με κάθε μέσο ανύψωναν το οχυρό.
2. μεταφορικά/ειρωνικά επαινώ κάποιον, τον εξυψώνω με «λόγια του αέρα»: μετεωρίζω καὶ φυσῶ τινά
= επαινώ κάποιον και τον κάνω να φουσκώνει από υπερηφάνεια.
ΝΕ μετεωρίζω (λόγ., με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. βλπ. μετέωρος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'μετέωρος: μετέωρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.μετέωρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετέωρος,
* McsElln.μετέωρος@γλσΕλα,
1. αυτός που υψώνεται πάνω από τη γη, στον αέρα: μετεώρους ἐξεκόμισαν τὰς ἁμάξας
= τις άμαξες τις μετέφεραν σηκωτές.
=> αυτός που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος, σαν να βρίσκεται στον αέρα: μετέωρα χωρία
= περιοχές με μεγάλο υψόμετρο.
2. για πλοίο αυτός που βρίσκεται στην ανοιχτή θάλασσα: ναῦς μετέωρος.
3. μεταφορικά αυτός που βρίσκεται σε αβέβαιη κατάσταση: ἡ Ἑλλάς ἅπασα μετέωρος ἦν
= ολόκληρη η Ελλάδα βρισκόταν σε αβεβαιότητα (εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου).
:=> παράγ. μετεωρίζω.
ΝΕ μετέωρος (με τις σημ. 1, 3).
[σύνθ. λ. μετά + *-_αορος (< ἀείρω «υψώνω στον αέρα, ανυψώνω» < *ἀέρ-jω) > *μετή-ορος (όπου η < α + α) > μετέωρος με αντιμεταχώρηση ηο > εω].
γλσΕλα'μέτοικος: μέτοικος, -οίκου, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.μέτοικος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέτοικος,
* McsElln.μέτοικος@γλσΕλα,
ξένος στον οποίο δόθηκε το δικαίωμα να κατοικεί στην Αθήνα, χωρίς όμως να έχει πολιτικά δικαιώματα.
:=> παράγ. μετοικέω -ῶ, μετοίκησις, μετοικίζω, μετοίκιον «φόρος που πλήρωναν οι μέτοικοι».
ΝΕ μέτοικος.
[σύνθ. λ. μετά + *οἰκ- (οἰκέω) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'μετόπωρον: μετόπωρον, -ώρου::
* McsElln.ουσιαστικό.μετόπωρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετόπωρον,
* McsElln.μετόπωρον@γλσΕλα,
φθινόπωρο: βρονταὶ καὶ ὕδωρ, οἷα τοῦ ἔτους πρὸς μετόπωρον ἤδη ὄντος φιλεῖ γίγνεσθαι
= βροντές και βροχή, φαινόμενα συνηθισμένα όταν πια η χρονιά έχει φτάσει στο φθινόπωρο.
:=> παράγ. μετοπωρινός.
[ουσιαστικοπ. του επιθέτου *μετόπωρος, -ον(< μετά + ὀπώρα) κατά το θέρος].
γλσΕλα'μετουσία: μετουσία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.μετουσία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετουσία,
* McsElln.μετουσία@γλσΕλα,
συμμετοχή σε κάτι, το να κατέχει κάποιος κάτι: σοὶ δὲ ἀρετῆς, ὦ κάθαρμα, τίς μετουσία;
= 191και συ, κάθαρμα, τι συμμετοχή έχεις στην αρετή (δηλ. τι σχέση έχεις με την αρετή);
[παράγ. λ. του ρ. μέτειμι (μετά + εἰμί): μετά +*ὀντ-ία ὄντ-ος + -ία) > *ὀνσία > οὐσία].
γλσΕλα'μετριάζω: μετριάζω::
* McsElln.ρήμα.μετριάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετριάζω,
* McsElln.μετριάζω@γλσΕλα,
1. συμπεριφέρομαι μετρημένα, μετριοπαθώς:μετριάζομεν ἐν ταῖς εὐπραξίαις
= όταν ευτυχούμε, συμπεριφερόμαστε με μέτρο.
2. κάνω κάτι λιγότερο έντονο, το μετριάζω.
ΝΕ μετριάζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. μέτριος + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'μέτριος: μέτριος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.μέτριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέτριος,
* McsElln.μέτριος@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει το σωστό μέτρο, που δεν είναι υπερβολικός: μέτριοι ἄνδρες
= άνδρες με μέτριο ανάστημα.
=> μέτριος βίος
= μετρημένη ζωή.
2. υποφερτός: μέτριος χειμών
= υποφερτός, όχι πολύ κρύος, χειμώνας.
3. αυτός που μπορεί να ελέγχει λ.χ. τις επιθυμίες του, μετρημένος: μέτριος πρὸς τὰς ἡδονάς
= που δεν παραδίδεται στις απολαύσεις.
4. επίρρημα μετρίως με μέτρο: χαλεπὸν τὸ μετρίως εἰπεῖν
= είναι δύσκολο, όταν μιλάει κανείς να κρατάει το μέτρο.
:=> παράγ. μέτριον, μετριοσύνη, μετριότης, μετρίως, μετριάζω, μετρικός.
ΝΕ μέτριος (με τις σημ. 1, 2, 3).
[παράγ. λ. μέτρον + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'μετριότης: μετριότης, -ητος::
* McsElln.ουσιαστικό.μετριότης-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μετριότης,
* McsElln.μετριότης@γλσΕλα,
το σωστό μέτρο, η απουσία υπερβολής, μετριοπάθεια: ἡ μετριότης τῶν σίτων
= η εγκράτεια στο φαγητό.
ΝΕ μετριότητα.
[παράγ. λ. μέτριος + παρ. επίθ. -ότης].
γλσΕλα'μέτρον: μέτρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μέτρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέτρον,
* McsElln.μέτρον@γλσΕλα,
1. μέτρο.
2. η έλλειψη υπερβολής, το σωστό μέτρο: πλέον πίνει τοῦ μέτρου
= πίνει περισσότερο απὄσο επιτρέπει το σωστό μέτρο.
:=> παράγ. μετρέω -ῶ, μέτριος.
ΝΕ μέτρο (και με τις δύο σημ.).
[*μη- «μετρώ», μῆτις, ΙΕ *me- στο αρχ. ινδ.m-atr-a «μεζούρα, μέτρο» (που αντιστοιχεί στο μήτρ_α), μτχ. mim-ati «μετρημένος»].
γλσΕλα'μέxρι: μέχρι::
* McsElln.πρόθεση.&@γλσΕλα,
* McsElln.σύνδεσμος.μέxρι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μέxρι,
* McsElln.μέxρι@γλσΕλα,
Α. με γενική 1. τοπικά έως, ως: μέχρι τῆς πόλεως. 2. χρονικά έως: μέχρις ἡμερῶν ἑπτά.
Β. ως σύνδεσμος μέχρις ότου/μέχρι να: μέχρι ἂν τοῦτο ἴδωμεν
= μέχρι να το δούμε αυτό.
ΝΕ μέχρι (με όλες τις σημ.).
[*μέ-χρι, ίσως *me- (στη με-τά) + *χρί (τοπική πτώση από χείρ, χειρός)].
γλσΕλα'μή: μὴ (Α)::
* McsElln.μόριο.μή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μή,
* McsElln.μή@γλσΕλα,
1. συνήθως με ενεστ. προστακτικής ή με αόρ. υποτακτικής δηλώνει απαγόρευση μη, να μη: μή μ’ ἐρέθιζε
= μη με εξοργίζεις. μὴ εἴπῃς τοῦτο
= μην το πεις αυτό.
2. με α΄ πρόσ. υποτακτικής ας μη: μὴ ἴωμεν ἐκεῖ
= ας μην πάμε εκεί.
3. με ευκτική μακάρι να μη: μὴ γένοιτο
= μακάρι να μη συμβεί.
ΝΕ μη & μην (με τη σημ. 1).
[*μη-, ΙΕ αρνητικό μόριο *m-e, που επιβίωσε στο αρχ. ινδ. m-a, αρχ. περσ. m-a, αρμ. mi].
γλσΕλα'μή: μὴ (Β)::
* McsElln.σύνδεσμος.μή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μή,
* McsElln.μή@γλσΕλα,
1. τελικός σύνδεσμος για να μη: φεύγω μὴ ληφθῶ
= τρέπομαι σε φυγή για να μη συλληφθώ.
2. ενδοιαστικός, με ρήματα που δηλώνουν φόβο μήπως: ἐφοβεῖτο Κῦρος μὴ ἀποθάνῃ ὁ πάππος
= ο Κύρος φοβόταν μήπως πεθάνει ο παππούς.
3. πλεοναστικά, με ρήματα που δηλώνουν άρνηση ἀρνοῦμαι τὸ μὴ ποιεῖν
= αρνούμαι ότι το έκανα.
4. με αφηρημένα ουσιαστικά ἡ μὴ ἐμπειρία
= το να μην υπάρχει εμπειρία.
ΝΕ μη (με τις σημ. 2, 4).
[*μη-].
γλσΕλα'μή: μὴ (Γ)::
* McsElln.επίρρημα.μή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μή,
* McsElln.μή@γλσΕλα,
σε ευθεία ερώτηση, όταν περιμένουμε αρνητική απάντηση μήπως: μὴ οἱ ἐν ἐκκλησί'α διαφθείρουσι τοὺς νεωτέρους;
= μήπως τα μέλη της εκκλησίας του δήμου διαφθείρουν τους νεότερους;
ΝΕ μη (τυχόν).
[*μη-].
γλσΕλα'μηδαμού: μηδαμοῦ::
* McsElln.επίρρημα.μηδαμού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηδαμού,
* McsElln.μηδαμού@γλσΕλα,
πουθενά: ἐλπίζω μηδαμοῦ ἄλλοθι φρονήσει ἐντεύξεσθαι ἢ ἐν ‘'Άδου
= ελπίζω ότι πουθενά αλλού δε θα συναντήσω τη φρόνηση παρά μόνο στον Άδη.
[σύνθ. λ. μηδέ + ἁμὸς «ούτε ένας» , ἁμός
= τις, συγγεν. με γοτθ. sums «κάποιος», suman«κάποτε», ΙΕ *smo-].
γλσΕλα'μηδέ: μηδὲ::
* McsElln.σύνδεσμος.μηδέ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηδέ,
* McsElln.μηδέ@γλσΕλα,
1. και να μη..., ούτε να...: λέγομεν ὑμῖν σπονδὰς μὴ λύειν μηδὲ παραβαίνειν τοὺς ὅρκους
= σας λέμε να μη λύσετε τη συνθήκη ειρήνης και να μην παραβείτε τους όρκους.
2. μηδέ... μηδὲ μήτε... μήτε: μηδὲ νόμοι μηδὲ ἀνάγκη μηδεμία.
3. ούτε κάν: τὸ δὲ ὑμέτερον τῆς τε δυνάμεως ἐνδεᾶ πρᾶξαι τῆς τε γνώμης μηδὲ τοῖς βεβαίοις πιστεῦσαι
= το δικό σας χαρακτηριστικό είναι να πράττετε πράγματα κατώτερα από τη δύναμή σας και να μην εμπιστεύεστε ούτε καν τα βέβαια αποτελέσματα της σκέψης σας(είπαν οι Κορίνθιοι στους Σπαρτιάτες).
[σύνθ. λ. μή + δέ].
γλσΕλα'μηδείς: μηδείς, μηδεμία, μηδὲν::
* McsElln.αντωνυμία.μηδείς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηδείς,
* McsElln.μηδείς@γλσΕλα,
μγ05.σ192
1. κανένας: μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτω
= κανένας να μη σε καταφρονεί που είσαι νέος.
2. ασήμαντος, τιποτένιος: μηδὲν λέγει
= αυτά που λέει είναι ασήμαντα.
3. το ουδ. μηδὲν ως επίρρ. καθόλου δεν, καθόλου: φῶμεν ὑφαντικὴν μηδὲν διαφέρειν πλὴν ὀνόματι τῆς ἱματιουργικῆς;
= να πούμε ότι η υφαντική τέχνη καθόλου δε διαφέρει από την ιματιουργική παρά μόνο στο όνομα;
ΝΕ μηδείς (λόγ.) & μηδέν.
[σύνθ. λ. μηδέ + εἷς, μία, ἕν].
γλσΕλα'μηδέποτε: μηδέποτε::
* McsElln.επίρρημα.μηδέποτε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηδέποτε,
* McsElln.μηδέποτε@γλσΕλα,
ποτέ να μη: ηὐλαβοῦντο μηδέποτε ἐμποδὼν εἶναι
= πρόσεχαν να μη γίνουν ποτέ εμπόδιο.
[σύνθ. λ. μηδέ + ποτέ].
γλσΕλα'μηδέτερος: μηδέτερος, -έρα, -ερον::
* McsElln.αντωνυμία.μηδέτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηδέτερος,
* McsElln.μηδέτερος@γλσΕλα,
ούτε ο ένας ούτε ο άλλος: ἐμοὶ δοκεῖ τούτων μηδέτερα ποιεῖν
= η γνώμη μου είναι ότι δεν πρέπει να κάνουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
:=> παράγ. μηδετέρως.
[σύνθ. λ. μηδέ + ἕτερος].
γλσΕλα'μηδίζω: μηδίζω::
* McsElln.ρήμα.μηδίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηδίζω,
* McsElln.μηδίζω@γλσΕλα,
1. μιμούμαι τον τρόπο ζωής των Μήδων.
2. υποστηρίζω τους Μήδους (κατά την περίοδο των Περσικών πολέμων): ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν
= αλλά εμείς δεν υποστηρίζουμε ότι αυτοί βοήθησαν τους Πέρσες.
:=> παράγ. μηδισμός.
ΝΕ μηδίζω (λόγ.).
[παράγ. λ. Μῆδοι + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'μηκύνω: μηκύνω::
* McsElln.ρήμα.μηκύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηκύνω,
* McsElln.μηκύνω@γλσΕλα,
Μέλλ. μηκυνῶ αυξάνω το μήκος ή τη χρονική διάρκεια, επιμηκύνω: μηκύνω βίον
= παρατείνω τη διάρκεια της ζωής.
=> μηκύνω λόγον / λόγους
= μιλώ επί πολλή ώρα.
ΝΕ μηκύνω (λόγ.).
[παράγ. λ. μῆκος + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'μήν: μὴν::
* McsElln.μόριο.μήν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μήν,
* McsElln.μήν@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται ως βεβαιωτικό πράγματι, αλήθεια:ἦ μήν
= βεβαιότατα. ἀλλὰ μήν
= αλλά όμως πράγματι. οὐ μήν...
= ασφαλώς δεν...: οὐ μὴν κελεύω ἐᾶν αὐτοὺς βλάπτειν τοὺς ξυμμάχους ἡμῶν
= ασφαλώς δε σας συμβουλεύω να τους αφήνουμε να βλάπτουν τους συμμάχους μας.
[εκτεταμένη βαθμίδα του μέν, δωρ. και αιολ.μάν, βλπ. μέν].
γλσΕλα'μήν: μήν, μηνός::
* McsElln.ουσιαστικό.μήν-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μήν,
* McsElln.μήν@γλσΕλα,
μήνας: μὴν ἱστάμενος/μεσῶν/φθίνων
= η αρχή, η μέση, το τέλος του μήνα. μηνὸς τετάρτῃ φθίνοντος
= κατά την τέταρτη μέρα πριν από το τέλος του μήνα.
:=> παράγ. μήνη «φεγγάρι», μηναῖος, μηνίσκος«μικρή σελήνη», μηνιακός, σύνθ. ἔμμηνος, νεομηνίη, νουμηνία.
ΝΕ μήνας.
[*m-ens-, λατ. m-ens-is, ίσως συγγεν. με *μη-(μέτρον, μῆτις)].
γλσΕλα'μήνις: μῆνις, μήνιος & μήνιδος::
* McsElln.ουσιαστικό.μήνις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μήνις,
* McsElln.μήνις@γλσΕλα,
οργή: φοβοῦμαι τὴν μῆνιν τῶν τετελευτηκότων
= φοβούμαι την οργή των νεκρών.
:=> παράγ. μηνίω, μηνίζω.
ΝΕ μήνις (λόγ.)
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μηνύω: μηνύω::
* McsElln.ρήμα.μηνύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηνύω,
* McsElln.μηνύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμήνυον
Μέλλ. μηνύσω
Παρακ. μεμήνυκα
Παθ. μέλλ. μηνυθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐμηνύθην
Παθ. παρακ. μεμήνυμαι
1. κάνω κάτι γνωστό, το αποκαλύπτω: μηνύω τινὰ ἐξ ἐπιβουλῆς ἀποθανόντα
= αποκαλύπτω ότι κάποιος πέθανε έπειτα από εχθρική ενέργεια.
2. καταγγέλλω κάποιον, καταθέτω μήνυση εναντίον του.
:=> παράγ. μηνυτής, μήνυσις.
ΝΕ μηνύω (με τη σημ. 2).
[ίσως αρχικά *μήνυ-μι < ουσ. *μηνυς, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μήπω: μήπω::
* McsElln.επίρρημα.μήπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μήπω,
* McsElln.μήπω@γλσΕλα,
ακόμη να μη: μήπω ἐκεῖσε ἴωμεν
= ας μην πάμε ακόμη εκεί.
[σύνθ. λ. μή + πω].
γλσΕλα'μήτε: μήτε::
* McsElln.σύνδεσμος.μήτε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μήτε,
* McsElln.μήτε@γλσΕλα,
μήτε, ούτε: μήτε κατὰ ξηρὰν μήτε κατὰ θάλατταν.
ΝΕ μήτε.
[σύνθ. λ. μή + τε].
γλσΕλα'μητραλοίας: μητραλοίας, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μητραλοίας-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μητραλοίας,
* McsElln.μητραλοίας@γλσΕλα,
μητροκτόνος.
[σύνθ. λ. μήτηρ + ἀλοιάω -ῶ/ἀλοάω «κοπανίζω, αλωνίζω» + παρ. επίθ. -ας].
γλσΕλα'μητρόπολις: μητρόπολις, -όλεως::
* McsElln.ουσιαστικό.μητρόπολις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μητρόπολις,
* McsElln.μητρόπολις@γλσΕλα,
μια πόλη, σε σχέση με τις αποικίες της: Ἐπιδάμνιοι πέμπουσιν ἐς τὴν Κέρκυραν πρέσβεις ὡς μητρόπολιν οὖσαν
= οι Επιδάμνιοι στέλνουν απεσταλμένους στην Κέρκυρα, καθώς ήταν η μητρόπολή τους.
ΝΕ μητρόπολη.
[σύνθ. λ. μήτηρ, μητρ-ός + πόλις].
γλσΕλα'μηxανάομαι: μηχανάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.μηxανάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηxανάομαι,
* McsElln.μηxανάομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμηχανώμην
Μέλλ. μηχανήσομαι
Αόρ. ἐμηχανησάμην
μγ05.σ193
Παρακ.με ενεργ. ή παθ. σημ.μεμηχάνημαιΥπερσ.με παθ. σημ.ἐμεμηχανήμην
1. κατασκευάζω: μηχανῶμαι πλοῖον.
2. επινοώ τρόπους για να καταφέρω κάτι (ύπουλα συνήθως, αλλά όχι πάντοτε), μηχανεύομαι: πᾶσαν μηχανὴν μηχανῶνται ὅπως...
= μηχανεύονται χίλιους δυο τρόπους για να...
[παράγ. λ. μηχανή + παρ. επίθ. -άομαι].
γλσΕλα'μηxανή: μηχανή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.μηxανή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μηxανή,
* McsElln.μηxανή@γλσΕλα,
1. ονομασία μηχανημάτων για διάφορες χρήσεις: ἤλπιζον ἑλεῖν τὸ τεῖχος μηχαναῖς
= ήλπιζαν να καταλάβουν το τείχος με (πολιορκητικές) μηχανές.
2. ειδικότερα μηχανισμός με τον οποίο παρουσίαζαν τους θεούς μετέωρους στη σκηνή του θεάτρου.
=> παροιμία: ἀπὸ μηχανῆς θεός
= απρόβλεπτη λύση σε μια δύσκολη κατάσταση.
3. τρόπος, τέχνασμα για να πετύχει κανείς κάτι: μηχανὴ κακῶν
= τέχνασμα για να αποφύγει κανείς τα κακά. πάσῃ τέχνῃ καὶ μηχανῇ
= με κάθε τρόπο και τέχνασμα.
:=> παράγ. μηχανάομαι -ῶμαι, μηχάνημα, μηχανικός, μηχανική, σύνθ. μηχανορράφος, ἀμήχανος, ἀμηχανέω, ἀμηχανία.
ΝΕ μηχανή «μηχάνημα».
[*μηχαν-, *μαχαν-, *μαχ-αν, ίσως συγγεν. με γοτθ. mag «μπορώ», αρχ. σλαβ. mog,e «μπορώ», ρωσ. mog'u «μπορώ»].
γλσΕλα'μιαίνω: μιαίνω::
* McsElln.ρήμα.μιαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μιαίνω,
* McsElln.μιαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμίαινον
Μέλλ. μιανῶ
Αόρ. ἐμίανα
Παθ. μέλλ. μιανθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐμιάνθην
Παθ. παρακ. μεμίασμαι
1. λερώνω, μολύνω, κηλιδώνω: μιαίνω τοὺς βωμοὺς τῶν θεῶν αἵματι
= λερώνω τους βωμούς των θεών με αίμα.
2. ηθικά μολύνω: τὴν ψυχὴν μιαίνω.
:=> παράγ. μιαρός, μίασμα, μιάστωρ.
ΝΕ μιαίνω (με τις σημ. 1, 2).
[*μιαν- (που εναλλάσσεται με *μιαρ-, μιαρός) + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'μιαρός: μιαρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μιαρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μιαρός,
* McsElln.μιαρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μιαρώτερος
Υπερθετικός μιαρώτατος
1. θρησκευτικά μολυσμένος, ακάθαρτος.
2. ηθικά ανήθικος: ἡ πόλις κολάζει τοὺς μιαροὺς ἄρχοντας
= η πολιτεία τιμωρεί τους ανήθικους κυβερνήτες.
ΝΕ μιαρός (και με τις δυο σημ.).
[παράγ. λ. *μιαρ- (και *μιαν-, μιαίνω) + παρ.επίθ. -ός].
γλσΕλα'μίασμα: μίασμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.μίασμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μίασμα,
* McsElln.μίασμα@γλσΕλα,
μόλυσμα, κυρίως από φόνο ή άλλο έγκλημα.
ΝΕ μίασμα.
[παράγ. λ. *μιασ- (μιαίνω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'μιγάς: μιγάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.μιγάς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μιγάς,
* McsElln.μιγάς@γλσΕλα,
αυτός που είναι ανάμεικτος: ταύτην τὴν πόλιν οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες... οὐδ’ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες
= κατοικούμε σ’ αυτήν την πόλη (την Αθήνα) ούτε αφού διώξαμε άλλους (παλιούς κατοίκους)...ούτε αφού γίναμε ένας πληθυσμός ανάμεικτος από διάφορους λαούς.
=/ καθαρός.
ΝΕ μιγάς.
[παράγ. λ. *μιγ- (ἐ-μίγ-ην < μείγνυμι) + παρ. επίθ. -άς].
γλσΕλα'μικρός: μικρός, -ά, -ὸν & σμικρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μικρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μικρός,
* McsElln.μικρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μικρότερος ἐλάττων, -ων, ἔλαττον μείων, -ων, μεῖον
Υπερθετικός μικρότατος & ἐλάχιστος
1. αυτός που έχει μικρό μέγεθος ή ύψος: μικρὸν γ'ήδιον
= μικρό χωραφάκι.
=/ μέγας.
2. για ποσότητα λίγος: μικρὸν ὄψον
= λίγο φαγητό (μικρή μερίδα φαγητού).
=/ πολύς.
=> ἐν σμικρῷ χρόνῳ
= σε λίγο.
3. σε σπουδαιότητα ασήμαντος, μηδαμινός: μικρὰ αἰτία
= ασήμαντη αφορμή.
4. σε επιρρηματικές χρήσεις μικροῦ δεῖ
= παρ’ ολίγον, παρά λίγο. σμικρῷ πρόσθεν
= λίγο πριν. παρὰ μικρόν
= σχεδόν. ἐπὶ μικρόν
= για λίγο. κατὰ μικρόν
= λίγο λίγο.
:=> παράγ. μικρότης.
ΝΕ μικρός (με τις σημ. 1, 2, 3).
[*μει- (από όπου μεί-ων) και *μι- + παρ. επίθ.-ικός > μικός > μικρός].
γλσΕλα'μιμέομαι: μιμέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.μιμέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μιμέομαι,
* McsElln.μιμέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμιμούμην
Μέλλ. μιμήσομαι
Αόρ. ἐμιμησάμην
Παρακ. μεμίμημαι
1. μιμούμαι, αναπαριστώ: ἃ ψέγομεν ἡμεῖς, ταῦτα μὴ μιμώμεθα
= αυτά που κατηγορούμε στους άλλους να μην τα κάνουμε κι εμείς.
2. στην τέχνη, και ειδικότερα στη δραματική τέχνη παριστάνω κάτι με μιμητικές κινήσεις.
ΝΕ μιμούμαι (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. μῖμος + παρ. επίθ. -έομαι, ίσως συγγεν. με αρχ. ινδ. m-ay-a θηλ. «απατηλή εικόνα»].
γλσΕλα'μίμημα: μίμημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.μίμημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μίμημα,
* McsElln.μίμημα@γλσΕλα,
κάτι που είναι απομίμηση κάποιου προτύπου.
μγ05.σ194
[παράγ. λ. μιμέομαι -οῦμαι + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'μιμνήσκω: μιμνήσκω::
* McsElln.ρήμα.μιμνήσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μιμνήσκω,
* McsElln.μιμνήσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμίμνησκον
Μέλλ. μνήσω
Αόρ. ἔμνησα
Μέσ. μέλλ. μνήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐμνησάμην
Παθ. μέλλ.μνησθήσομαι«θα θυμηθώ»
Παθ. αόρ.ἐμνήσθην«θυμήθηκα»
Μέσ. παρακ.με σημ. ενεστ.μέμνημαι«θυμάμαι»
Μέσ. υπερσ. ἐμεμνήμην
1. θυμίζω.
2. μέση φωνή μιμνήσκομαι θυμάμαι: μέμνημαι ἀκούσας ποτέ σου ὅτι...
= θυμάμαι ότι κάποτε άκουσα από σένα ότι...
=/ ἀμνημονέω -ῶ, ἐπιλανθάνομαι «ξεχνώ».
3. αναφέρω κάτι ή κάποιον, το(ν) μνημονεύω:ἐμνήσθησαν περὶ αὐτοῦ
= αναφέρθηκαν σἀυτόν.
:=> παράγ. μνεία, μνῆμα, μνήμη, μνήμων, μνηστήρ, σύνθ. ἀμνήμων, ἱερομνήμων, ὑπόμνημα.
[*men-, *mn-e-, *mn-a- (ἔ-μνη-σα, μέ-μον-α, μένος), μι-μνή-σκω, πβ. λατ. αόρ. me-min-i, αρχ. ινδ. mn-ata- «μνησθείς»].
γλσΕλα'μισθαρνέω: μισθαρνέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μισθαρνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μισθαρνέω,
* McsElln.μισθαρνέω@γλσΕλα,
εργάζομαι ή υπηρετώ επί πληρωμή: μισθαρνῶ παρά τινος
= παίρνω μισθό από κάποιον.
ΝΕ το επίθετο μίσθαρνος.
[παράγ. λ. μίσθαρνος (μισθός + ἄρνυμαι«παίρνω») + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'μισθός: μισθός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.μισθός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μισθός,
* McsElln.μισθός@γλσΕλα,
1. πληρωμή, αμοιβή: καὶ διδόασιν αὐτοῖς ἑξήκοντα τάλαντα μηνὸς μισθόν
= και τους δίνουν εξήντα τάλαντα ως πληρωμή το μήνα.
2. ανταπόδοση: ἀρετῆς μισθός
= ανταμοιβή για την αρετή. μισθὸς ἀνδρὶ δυσσεβεῖ
= ανταπόδοση (τιμωρία) σε άνθρωπο ασεβή.
:=> παράγ. μισθόομαι, μίσθωσις, μισθωτής, μισθωτός, σύνθ. μίσθαρνος, μισθοφόρος, μισθοδότης, μισθοδοτέω.
ΝΕ μισθός.
[*μιζθ-/*μισθ- + παρ. επίθ. -ός > μισθός, συγγεν. με αρχ. ινδ. m-idh'a- «αμοιβή για νίκη», αρχ. περσ. mi^zda- «ανταμοιβή», αρχ. σλαβ.m-izd'a «ανταμοιβή»].
γλσΕλα'μισθοφορέω: μισθοφορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μισθοφορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μισθοφορέω,
* McsElln.μισθοφορέω@γλσΕλα,
1. υπηρετώ ή εργάζομαι επί μισθώ, μισθοδοτούμαι.
2. ειδικότερα είμαι μισθοφόρος στρατιώτης:μισθοφορῶ τινί
= υπηρετώ ως μισθοφόρος στρατιώτης σε κάποιον.
3. αποφέρω ενοίκιο ή κέρδος: μισθοφοροῦσα οἰκία
= σπίτι το οποίο αποδίδει ενοίκιο.
ΝΕ το παράγ. μισθοφόρος.
[παράγ. λ. μισθοφόρος (μισθός + φέρω) +παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'μνά: μνᾶ, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.μνά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μνά,
* McsElln.μνά@γλσΕλα,
1. μονάδα βάρους που ισοδυναμούσε με εκατό αττικές δραχμές.
2. κυρίως νόμισμα που ισοδυναμούσε με εκατό αττικές δραχμές.
[σημιτ. δάνειο, ακκαδ. man-u, εβρ. m-an-e].
γλσΕλα'μνεία: μνεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.μνεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μνεία,
* McsElln.μνεία@γλσΕλα,
1. ανάμνηση.
2. αναφορά: μνείαν ποιοῦμαί τινος
= αναφέρω κάτι.
ΝΕ μνεία (με τη σημ. 2).
[*μνε- (μι-μνή-σκω) + παρ. επίθ. -jα > μνεία].
γλσΕλα'μνημείον: μνημεῖον, -είου::
* McsElln.ουσιαστικό.μνημείον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μνημείον,
* McsElln.μνημείον@γλσΕλα,
1. κάτι που φέρνει στη μνήμη μας κάποιο πρόσωπο ή πράγμα ή γεγονός, ενθύμιο: μνημεῖα κακῶν κἀγαθῶν
= ενθύμια των αποτυχιών και των επιτυχιών μας.
2. μνημείο.
ΝΕ μνημείο (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *μνημ- (μνήμ-η, μιμνήσκω) + παρ.επίθ. -εῖον].
γλσΕλα'μνήμη: μνήμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.μνήμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μνήμη,
* McsElln.μνήμη@γλσΕλα,
1. ανάμνηση: μνῆμαι ἀγήρατοι
= αναμνήσεις που δε σβήνουν.
2. μνήμη, μνημονικό: ἐφ’ ὅσον μνήμη ἀνθρώπων ἐφικνεῖται
= όσο φτάνει η μνήμη των ανθρώπων(όσο προς το παρελθόν μπορούν να θυμούνται).
ΝΕ μνήμη (με τις σημ. 1, 2).
[*μνημ- (μνήμ-ων, μιμνήσκω) + παρ. επίθ. -η].
γλσΕλα'Μνημοσύνη: Μνημοσύνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.Μνημοσύνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μνημοσύνη,
* McsElln.Μνημοσύνη@γλσΕλα,
κύριο όνομα η μητέρα των Μουσών.
[*μνημο- (μνήμ-ων, -ον-ος, μιμνήσκω) + παρ.επίθ. -σύνη].
γλσΕλα'μόγις: μόγις::
* McsElln.επίρρημα.μόγις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μόγις,
* McsElln.μόγις@γλσΕλα,
με δυσκολία: πάνυ μόγις ἐπένευσε
= με μεγάλη δυσκολία έγνεψε ότι συμφωνεί. βί'α καὶ μόγις
= μόλις και μετά βίας.
:=> παράγ. μογίλαλος «που μιλάει με δυσκολία».
[μόγος, ὁ «πόνος, προσπάθεια, δυσκολία» +παρ. επίθ. -ις κατά τα ἅλ-ις, ἄχρι(ς), μέχρι(ς), αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'μοίρα: μοῖρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.μοίρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μοίρα,
* McsElln.μοίρα@γλσΕλα,
1. μέρος, τμήμα ενός όλου: ΛακεδαιμόνιοιΠελοποννήσου τῶν πέντε τὰς δύο μοίρας νέμονται
= οι Λακεδαιμόνιοι κατέχουν τα δύο πέμπτα της Πελοποννήσου.
2. το μερίδιο που αναλογεί σε κάποιον: ἡ τοῦ πατρὸς μοῖρα
= το μερίδιο από την πατρική κληρονομιά.
μγ05.σ195
3. ο σεβασμός που οφείλεται σε κάποιον: τιμιώτερον ἐστὶ πατρίς... καὶ ἐν μείζονι μοίρ'α καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ’ ἀνθρώποις
= η πατρίδα είναι το πολυτιμότερο πράγμα... και το πιο σεβαστό και στους θεούς και στους ανθρώπους.
4. τύχη, μοίρα.
5. ως κύριο όνομα Μοῖρα καθεμία από τις τρεις θεότητες (βλπ. Κλωθώ, Λάχεσις, Ἄτροπος), που καθόριζαν την τύχη του κάθε ανθρώπου.
:=> παράγ. μοιραῖος, μοιράζω, σύνθ. ἄμοιρος, εὔμοιρος.
ΝΕ μοίρα (με τη σημ. 4).
[παράγ. λ. *μορ- (< μείρομαι, μόρ-ος) + παρ.επίθ. -jα > μοῖρα].
γλσΕλα'μολών: μολών, -οῦσα, -ὸν::
* McsElln.ρήμα.μολών@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μολών,
* McsElln.μολών@γλσΕλα,
μετοχή του ἔμολον, που είναι ο αόρ. β΄ του ποιητικού ρήματος βλώσκω (= πηγαίνω ή έρχομαι): μολὼν λαβέ
= έλα να τα πάρεις (απάντησε ο Λεωνίδας στον Ξέρξη).
:=> σύνθ. κεντρομόλος, αὐτόμολος.
[*μολ- (πβ. προμολὴ «είσοδος») και *βλω- (από όπου ο ενεστ. βλώ-σκω), πβ. ἀγχιβλώς· ἄρτι παρὼν και βλῶσις· παρουσία].
γλσΕλα'μονή: μονή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.μονή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μονή,
* McsElln.μονή@γλσΕλα,
η παραμονή σε έναν τόπο: ἐρῶ, ὅσα μοι δοκεῖ ποιεῖν ἐν τῇ μονῇ
= θα σας πω τι νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε, όσο παραμένουμε εδώ.
ΝΕ μονή «μοναστήρι».
[*μον- (μένω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'Μορμώ: Μορμώ, -οῦς & Μορμών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Μορμώ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μορμώ,
* McsElln.Μορμώ@γλσΕλα,
γυναίκα με μορφή τέρατος, φόβητρο για τα μικρά παιδιά.
=> κάτι που χρησιμοποιείται ως φόβητρο: ἐφοβοῦντο τοὺς πελταστὰς ὥσπερ μορμόνας παιδάρια
= φοβούνταν τους πελταστές όπως τα μικρά παιδιά φοβούνται τα τέρατα.
[αβέβ., ίσως ηχομιμητικό].
γλσΕλα'Μουνυxιών: Μουνυχιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Μουνυxιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μουνυxιών,
* McsElln.Μουνυxιών@γλσΕλα,
ο δέκατος μήνας του αττικού έτους, από 15Μαρτίου έως 15 Απριλίου.
[αρχαίο λιμάνι του Πειραιά Μουνυχία, ἡ (αβέβαιης αρχής) + παρ. επίθ. -ιών].
γλσΕλα'Μουσείον: Μουσεῖον, -είου::
* McsElln.ουσιαστικό.Μουσείον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Μουσείον,
* McsElln.Μουσείον@γλσΕλα,
1. ιερό των Μουσών.
2. στην Αλεξάνδρεια κέντρο φιλολογικών σπουδών που ίδρυσαν οι Πτολεμαίοι τον 3ο αι. π.Χ.Συνδεδεμένη με το Μουσεῖον ήταν η περίφημηΒιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
ΝΕ μουσείο.
[παράγ. λ. Μοῦσα + παρ. επίθ. -εῖον· μοῦσα <*μόντ-jα «που κατοικεί στα βουνά», πβ. λατ.mons, mont-is «βουνό»].
γλσΕλα'μουσική: μουσική, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.μουσική-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μουσική,
* McsElln.μουσική@γλσΕλα,
1. οποιαδήποτε καλλιτεχνική δραστηριότητα ήταν υπό την εποπτεία των Μουσών, ιδιαίτερα η ποίηση που απαγγελλόταν με συνοδεία μουσικής.
2. οι τέχνες ή τα γράμματα: ἐν μουσικῇ καὶ γυμναστικῇ παιδεύω
= εκπαιδεύω τους νέους(στα γράμματα) με τη βοήθεια της μουσικής και της γυμναστικής.
ΝΕ μουσική.
[ουσιαστικοπ. του επιθέτου μουσικός, μουσική (ενν. τέχνη)].
γλσΕλα'μουσικός: μουσικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μουσικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μουσικός,
* McsElln.μουσικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μουσικώτερος
Υπερθετικός μουσικώτατος
1. αυτός που έχει σχέση με τη μουσική: ἀγῶνες μουσικοὶ καὶ γυμνικοί
= διαγωνισμοί στη μουσική (ποίηση, μουσική) και στη γυμναστική.
2. ο εκπαιδευμένος στη μουσική: μουσικοὶ ἄνδρες.
3. άνθρωπος των γραμμάτων, λόγιος.
ΝΕ μουσικός (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. μοῦσα + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'μοxθηρός: μοχθηρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.μοxθηρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μοxθηρός,
* McsElln.μοxθηρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός μοχθηρότερος
Υπερθετικός μοχθηρότατος
1. αυτός που είναι γεμάτος από μόχθους, βασανισμένος, ταλαιπωρημένος: ὦ μόχθηρε
= ταλαίπωρε, βασανισμένε, άνθρωπε!
2. αυτός που βρίσκεται σε κακή κατάσταση:καταλαβὼν μοχθηρὰ τὰ πράγματα
= όταν βρήκε τα πράγματα (το εμπόριο) σε κακή κατάσταση (λόγω του πολέμου που προηγήθηκε).
3. πιο συχνά για πρόσωπα, με ηθική σημ. μοχθηρός, πανούργος, δόλιος, κακοήθης.
ΝΕ μοχθηρός (με τη σημ. 3).
γλσΕλα'μυέω: μυέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μυέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυέω,
* McsElln.μυέω@γλσΕλα,
κάνω κάποιον μέτοχο και γνώστη μιας μυστικής διδασκαλίας, τον μυώ.
=> συνήθως στην παθ. φωνή μυοῦμαι μυούμαι, κατηχούμαι: μεμύημαι τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια
= έχω κατηχηθεί, έχω μυηθεί, στα Ελευσίνια μυστήρια.
:=> παράγ. μύησις, μύστης.
ΝΕ μυώ. [μύω + παρ. επίθ. -έω > μυέω με αρχική σημ. «υποχρεώνω κάποιον να κλείσει τα μάτια» (μύω «κλείνω τα μάτια»)· ίσως η ρίζα*μυ- (με-μυ-κα, μύ-στης) ηχομιμ.].
γλσΕλα'μυθολογέω: μυθολογέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.μυθολογέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυθολογέω,
* McsElln.μυθολογέω@γλσΕλα,
1. διηγούμαι ένα μύθο: ἐπιθυμῶ σοι μυθολογῆσαι ὡς...
= θέλω να σου διηγηθώ ένα μύθο, σύμφωνα με τον οποίο...
=> μυθολογῶ τι διηγούμαι το μύθο κάποιου πράγματος: μυθολογῶ τοὺς πολέμους τῶν ἡμιθέων.
μγ05.σ196
2. πλάθω μια ιστορία με τη φαντασία μου: ἡ πολιτεία ἣν μυθολογοῦμεν, ἔργῳ τέλος λήψεται;
= αυτή η πολιτεία που την πλάθουμε με τη φαντασία μας θα γίνει ποτέ πραγματικότητα;
:=> παράγ. μυθολόγημα, μυθολογία.
ΝΕ το παράγ. μυθολογία.
[παράγ. λ. μυθολόγος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'μύθος: μῦθος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μύθος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μύθος,
* McsElln.μύθος@γλσΕλα,
1. ρητό, απόφθεγμα.
2. διήγηση.
3. διήγηση πλαστή: λέγοντος δέ μου ταῦτα,ἀπεκρίνατό μοι ὅτι μύθους λέγοιμι
= καθώς τα έλεγα αυτά, μου απάντησε ότι λέω παραμύθια.
:=> παράγ. μυθώδης, μυθέομαι -οῦμαι, μυθικός, σύνθ. μυθολογέω -ῶ, ἀκριτόμυθος, ἐγγαστρίμυθος, ἐχεμυθία, παραμυθέομαι, παραμυθία.
ΝΕ μύθος (με τη σημ. 3).
[αβέβ., καθώς δεν είναι ασφαλής η ανάλυση από *μυ- + -θος].
γλσΕλα'μυία: μυῖα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.μυία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυία,
* McsElln.μυία@γλσΕλα,
μύγα.
ΝΕ μύγα.
[*μυσ- + παρ. επίθ. -jα > μυῖα, συγγεν. με λατ.musca «μύγα», ρωσ. mu^sica «μύγα»].
γλσΕλα'μυκάομαι: μυκάομαι -ῶμαι::
* McsElln.ρήμα.μυκάομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυκάομαι,
* McsElln.μυκάομαι@γλσΕλα,
μουγκρίζω: ἵπποι χρεμετίζοντες καὶ ταῦροι μυκώμενοι
= άλογα που χλιμιντρίζουν και ταύροι που μουγκρίζουν.
:=> παράγ. μυκηθμός «μούγκρισμα», μύκημα.
ΝΕ μυκώμαι.
[ηχοποίητη λέξη (από το μούγκρισμα των βοοειδών), συγγεν. με αρχ. γερμ. m-ugen, λιθ.m-uki`u «μουγκρίζω»].
γλσΕλα'μυριάκις: μυριάκις::
* McsElln.επίρρημα.μυριάκις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυριάκις,
* McsElln.μυριάκις@γλσΕλα,
δέκα χιλιάδες φορές, και κατ’ επέκταση άπειρες φορές.
ΝΕ μυριάκις (λόγ.).
[παράγ. λ. μύριος + παρ. επίθ. -άκις].
γλσΕλα'μυριάς: μυριάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.μυριάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυριάς,
* McsElln.μυριάς@γλσΕλα,
αριθμός από δέκα χιλιάδες πρόσωπα ή πράγματα: εἴκοσι μυριάδες στρατιωτῶν
= 200.000στρατιώτες.
=> με επέκταση άπειρος αριθμός.
[παράγ. λ. μύριος + παρ. επίθ. -άς].
γλσΕλα'μυρίος: μυρίος, -ία, -ίον::
* McsElln.επίθετο.μυρίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυρίος,
* McsElln.μυρίος@γλσΕλα,
αναρίθμητος: μυρίος χρόνος
= άπειρος χρόνος.
=> στον πληθ. μυρίοι, -ίαι, -ία (παροξύτονο)
= αναρίθμητοι, αλλά μύριοι, -ιαι, -ια (προπαροξύτονο)
= δέκα χιλιάδες.
[αβέβ. ετυμ., ελλ. λ., καθώς δεν υπάρχει στις άλλες ΙΕ γλώσσες, ίσως *μυ- «άπειρος», που απαντά και στο πλή-μυ-ρα και αλλού· σύμφωνα με τους αρχ. γραμματικούς: μύριος ὁ ὡρισμένος ἀριθμός, μυρίος ὁ ἀόριστος].
γλσΕλα'μύρον: μύρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μύρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μύρον,
* McsElln.μύρον@γλσΕλα,
αρωματικό λάδι που το κατασκεύαζαν από αρωματικά φυτά.
:=> παράγ. μυρόω -ῶ, μυρόεις «μυρωμένος», μυρίδιον, μυρίζω «αλείφω με μύρο», μυρώδης, σύνθ. ἄμυρος, μυροπώλης.
ΝΕ μύρο.
[*(σ)μυρ- + παρ. επίθ. -ον, συγγεν. με αρχ.γερμ. smero, schmieren «αλείφω με μύρο»].
γλσΕλα'μύς: μῦς, μυός::
* McsElln.ουσιαστικό.μύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μύς,
* McsElln.μύς@γλσΕλα,
1. ποντίκι: μῦς ἀρουραῖος
= ποντίκι που ζει στους αγρούς.
=> παροιμία μῦς πίττης γεύεται πιάστηκε στη φάκα! (έχει περιέλθει σε δύσκολη θέση).
2. μυς του σώματος.
ΝΕ μυς (λόγ. και λαϊκό με τη σημ. 2).
[*μυσ-, ΙΕ *m-u-s, αρχ. περσ. m-u^s «ποντίκι», λατ. m-us (γεν. muris)· το «ποντίκι» δήλωνε και το μυ του ανθρώπινου σώματος].
γλσΕλα'μυστήριον: μυστήριον, -ρίου::
* McsElln.ουσιαστικό.μυστήριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυστήριον,
* McsElln.μυστήριον@γλσΕλα,
συνήθως στον πληθυντικό τὰ μυστήρια απόκρυφη, μυστική διδασκαλία ή τελετή: Ἐλευσίνια μυστήρια
= η μυστηριακή λατρεία της θεάςΔήμητρας στην Ελευσίνα.
:=> παράγ. μυστηριώδης, μυστηριακός.
ΝΕ τα μυστήρια.
[μύστης + παρ. επίθ. -ήρ-ιον (από *μυστήρ
= μύστης)].
γλσΕλα'μύστης: μύστης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.μύστης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μύστης,
* McsElln.μύστης@γλσΕλα,
αυτός που έχει μυηθεί, που έχει κατηχηθεί σε ένα μυστήριο.
:=> παράγ. μυστήριον, μυστικός.
ΝΕ μύστης.
[παράγ. λ. *μυσ- (αόρ. ἔ-μυσ-α < μύω «κλείνω τα χείλη και δε μιλώ, ή τα μάτια και δε βλέπω») + αρ. επίθ. -της. Αλλά και το μυέω «εισάγω ιδίως στα Ελευσίνια μυστήρια», με το οποίο κατ’ άλλους συνδέεται το μύστης, ανάγεται στην ίδια ρίζα].
γλσΕλα'μυxός: μυχός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.μυxός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μυxός,
* McsElln.μυxός@γλσΕλα,
το εσωτερικότερο, το βαθύτερο σημείο ενός χώρου: ἀπολαμβάνω τινὰ ἐν τῷ μυχῷ τοῦ λιμένος
= απομονώνω κάποιον στο βάθος του λιμανιού.
:=> παράγ. μύχιος, σύνθ. ἐνδόμυχος.
ΝΕ μυχός.
[αβέβ., ίσως συγγεν. με βυθός].
γλσΕλα'μύω: μύω::
* McsElln.ρήμα.μύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μύω,
* McsElln.μύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔμυον
Μέλλ. μύσω
Αόρ. ἔμυσα
Παρακ. μέμυκα
μγ05.σ197
αμετάβ. είμαι κλειστός (συνήθως για τα μάτια και τα χείλη), μεταβατ. κλείνω τα μάτια ή τα χείλη (ὀφθαλμούς, ὄμμα, χείλεα) (ενδεχομένως για να μυηθώ σε μυστήρια).
:=> παράγ. μύστης «που έχει μυηθεί», μυστήριον, μυστηριώδης, μυστικός, μύωψ, σύνθ.μυσταγωγέω, μυσταγωγία, ἀμυστὶ «χωρίς να κλείσουν τα χείλη, μονορούφι».
ΝΕ μύστης, μυσταγωγία.
[ηχομιμητ., *μὺ- χωρίς ΙΕ παράλληλα].
γλσΕλα'μωραίνω: μωραίνω::
* McsElln.ρήμα.μωραίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μωραίνω,
* McsElln.μωραίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐμώρανον
Μέλλ. μωρανῶ
Αόρ. ἐμώρανα αμετάβατο είμαι μωρός, ανόητος: μωραίνοντά τινα ἀποδείκνυμι
= αποδεικνύω ότι κάποιος είναι ανόητος.
ΝΕ μωραίνω (μεταβ.) «κάνω κάποιον ανόητο».
[παράγ. λ. μωρός + παρ. επίθ. -αίνω].
γλσΕλα'μωρία: μωρία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.μωρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μωρία,
* McsElln.μωρία@γλσΕλα,
ανοησία, τρέλα: εἰς τοῦτο ἀφίχθητε μωρίας...ὥστε...
= έχετε φτάσει σ’ αυτό το σημείο ανοησίας... ώστε...
ΝΕ μωρία.
[παράγ. λ. μωρός + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'μώρος: μῶρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.μώρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'μώρος,
* McsElln.μώρος@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι μωρός, -ά, -ὸν ανόητος, τρελός.
ΝΕ μωρός.
:=> παράγ. μωραίνω, μωρία, σύνθ. μωρολόγος.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'Ν: N, ν, νῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.Ν-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ν,
* McsElln.Ν@γλσΕλα,
το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ν΄
= 50, αλλά ,ν
= 50.000.
γλσΕλα'ναί: ναὶ::
* McsElln.επίρρημα.ναί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ναί,
* McsElln.ναί@γλσΕλα,
1. χρησιμοποιείται για να δηλώσει κατηγορηματική διαβεβαίωση, συχνό στους όρκους ναι, στ’ αλήθεια: ναὶ τὸν Δία ή ναὶ μὰ τὸν Δία
= στ’ αλήθεια μα το Δία.
=/ οὐ μὰ Δία.
2. σε απάντηση ναι: ναί, ἀληθῆ γε λέγω
= ναι, λέω την αλήθεια.
ΝΕ ναι.
[*νο-, συγγεν. με βλπ. νή, δεικτική ρίζα *νο-,*νε-, πβ. ἐ-κεῖ-νο-ς].
γλσΕλα'Ναϊάς: Ναϊάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.Ναϊάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ναϊάς,
* McsElln.Ναϊάς@γλσΕλα,
καθεμία από τις Νύμφες των πηγών ή των ποταμών.
ΝΕ Ναϊάς & Ναϊάδα.
[*νάF-jω > νά-ω «ρέω» + -ιάς].ναός, ὁ βλπ. νεώς.
γλσΕλα'νάπη: νάπη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.νάπη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νάπη,
* McsElln.νάπη@γλσΕλα,
δασώδης κοιλάδα, φαράγγι, χαράδρα: ἄπορος νάπη
= αδιαπέραστη χαράδρα.
:=> παράγ. ναπαῖος, ναπώδης.
[προελλ. ή αιγυπτ. λέξη].
γλσΕλα'ναυβάτης: ναυβάτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ναυβάτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ναυβάτης,
* McsElln.ναυβάτης@γλσΕλα,
επιβάτης πλοίου, ναυτικός, αυτός που υπηρετεί σε στόλο.
= ναύτης.
[σύνθ. λ. ναῦς + βάτης (< βαίνω) + πβ. ἐπι-βάτης].
γλσΕλα'ναύκληρος: ναύκληρος, -ήρου::
* McsElln.ουσιαστικό.ναύκληρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ναύκληρος,
* McsElln.ναύκληρος@γλσΕλα,
ιδιοκτήτης πλοίου και έμπορος.
ΝΕ ναύκληρος «ο επικεφαλής του προσωπικού του καταστρώματος σε πλοίο».
[ναῦς + *κρ_αρος (< *κρ_ασ-ρος < κραίνω «κυβερνώ», κάρ_α, κρ_ανίον) > ναύκραρος και ναύκληρος με ανομοίωση του πρώτου ρ σε λ με παρετυμολογία προς το κλῆρος].
γλσΕλα'ναυκρατέω: ναυκρατέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ναυκρατέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ναυκρατέω,
* McsElln.ναυκρατέω@γλσΕλα,
κυριαρχώ στη θάλασσα: τὰ ἐπιτήδεια οὔτε αὐτίκα οὔτε τὸ λοιπὸν μέλλουσιν ἕξειν, εἰ μὴ ναυκρατήσουσιν
= δε θα έχουν τα απαραίτητα εφόδια ούτε τώρα ούτε στο μέλλον, αν δεν κυριαρχήσουν στη θάλασσα.
[σύνθ. λ. ναῦς + κρατέω].
γλσΕλα'ναύς: ναῦς, νεώς::
* McsElln.ουσιαστικό.ναύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ναύς,
* McsElln.ναύς@γλσΕλα,
πλοίο.
:=> παράγ. ναῦλον, ναύτης, ναυτία, σύνθ.ναυαγός, ναυλοχέω, ναύκληρος, ναυμαχέω, ναυπηγός, ναυβάτης.
[*ν_αυ-ς, πβ. αρχ. ινδ. n'avam (αιτιατ.), περσ.n-av].
γλσΕλα'ναυτικός: ναυτικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ναυτικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ναυτικός,
* McsElln.ναυτικός@γλσΕλα,
1.
α. αυτός που έχει σχέση με τα πλοία και με τη ναυτιλία.
β. ως ουσιαστικό τὸ ναυτικὸν ο στόλος.
2. αυτός που είναι έμπειρος στη ναυτική τέχνη: οἱ Ἀθηναῖοι ἐς τὰς ναῦς εἰσβάντες ναυτικοὶ ἐγένοντο
= οι Αθηναίοι μπήκαν στα πλοία και έγιναν έμπειροι ναυτικοί.
:=> παράγ. ναυτικόν, ναυτική (τέχνη), ναυτία, ναυτιάω, σύνθ. ναυτοδίκης.
ΝΕ ναυτικός (με τη σημ. 1α) και το ναυτικό(ως ουσιαστ. με τη σημ. 1β).
[παράγ. λ. ναύτης (< ναῦς) + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'νεανίας: νεανίας, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.νεανίας-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεανίας,
* McsElln.νεανίας@γλσΕλα,
1. νεαρός άντρας.
=/ γέρων, πρεσβύτης.
2. ως επίθετο αρσεν. γένους νεανικός: νεανίας τὴν ὄψιν
= με νεανική εμφάνιση.
μγ05.σ198
:=> παράγ. νεανίσκος, νεᾶνις, νεανιεύομαι, νεανικός.
ΝΕ νεανίας (με τη σημ. 1).
[*νεανός, ὁ (< νέος, πβ. νεᾶνις, ἡ) + παρ. επίθ.-ίας].
γλσΕλα'νεανιεύομαι: νεανιεύομαι::
* McsElln.ρήμα.νεανιεύομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεανιεύομαι,
* McsElln.νεανιεύομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνεανιευόμην
Μέλλ. νεανιεύσομαι
Αόρ. ἐνεανιευσάμην συμπεριφέρομαι σαν νέος, και κατ’ επέκταση φέρομαι με απερισκεψία ή με αναίδεια, κομπάζω: νεανιεύεται ἐν τοῖς λόγοις
= μιλάει με νεανικό κομπασμό.
[παράγ. λ. νεανίας + παρ. επίθ. -εύομαι].
γλσΕλα'νεανικός: νεανικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.νεανικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεανικός,
* McsElln.νεανικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός νεανικώτερος
Υπερθετικός νεανικώτατος για πρόσωπα αυτός που έχει τις ιδιότητες του νέου.
α. ζωηρός, ορμητικός: νεανικοὶ καὶ μεγαλοπρεπεῖς τὰς διανοίας
= άνθρωποι ορμητικοί και αρχοντικοί στο φρόνημα.
β. θρασύς ή απερίσκεπτος: τὸ νεανικὸν τοῦ σοῦ λόγου
= η απερισκεψία των λόγων σου.
ΝΕ νεανικός.
[παράγ. λ. νεανίας + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'νεανίσκος: νεανίσκος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.νεανίσκος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεανίσκος,
* McsElln.νεανίσκος@γλσΕλα,
νεαρό αγόρι: ἔν τε παισὶ καὶ νεανίσκοις καὶ ἐν ἀνδράσι βασανίζεται
= υποβάλλεται σε δοκιμασίες και ως παιδί και ως νέος και ως άνδρας.
[παράγ. λ. νεανίας + παρ. επίθ. -ίσκος].
γλσΕλα'νέκταρ: νέκταρ, -αρος::
* McsElln.ουσιαστικό.νέκταρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέκταρ,
* McsElln.νέκταρ@γλσΕλα,
το ποτό που έπιναν οι θεοί: τὸ νέκταρ καὶ ἡ ἀμβροσία
= το ποτό και το φαγητό των θεών.
[αβέβ. ετυμ., ίσως νέκυς + *-ταρ (< τείρω«συντρίβω»), πβ. αρχ. ινδ. t'arati «διαπερνώ»].
γλσΕλα'νέμεσις: νέμεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.νέμεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέμεσις,
* McsElln.νέμεσις@γλσΕλα,
αγανάκτηση που νιώθει κανείς, όταν κάποιος άλλος, χωρίς καθόλου να το αξίζει, ευτυχεί, ευημερεί και επιτυγχάνει.
ΝΕ νέμεση (λόγ.).
[νέμω + παρ. επίθ. -εσις > νέμεσις «απονομή της νόμιμης μοίρας»].
γλσΕλα'Νέμεσις: Νέμεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.Νέμεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Νέμεσις,
* McsElln.Νέμεσις@γλσΕλα,
η θεά που τιμωρεί τους αλαζόνες.
ΝΕ Νέμεση.
γλσΕλα'Νέμεα: Νέμεα, -έων::
* McsElln.ουσιαστικό.Νέμεα-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Νέμεα,
* McsElln.Νέμεα@γλσΕλα,
κύριο όνομα.πανελλήνιος αθλητικός διαγωνισμός που τελούσαν προς τιμήν του Δία κάθε δύο χρόνια στη Νεμέα.
[ουδ. πληθ. του επιθέτου Νέμεος (ενν. ἱερά)].
γλσΕλα'νέμω: νέμω::
* McsElln.ρήμα.νέμω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέμω,
* McsElln.νέμω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔνεμον
Μέλλ. νεμῶ
Αόρ. ἔνειμα
Παρακ. νενέμηκα
Μέσ. μέλλ. νεμοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐνειμάμην
Παθ. αόρ. ἐνεμήθην
Παθ. & μέσ. παρακ. νενέμημαι«έχω μοιραστεί»ή «έχω μοιράσει»
Παθ. υπερσ. ἐνενεμήμην
Α. 1. μοιράζω, διανέμω:
ἔνειμαν τρίτον μέρος σκύλων τοῖς Ἀθηναίοις = μοίρασαν το ένα τρίτο από τα λάφυρα στους Αθηναίους.
2. μέση φωνή νέμομαι έχω μερίδιο σε κάτι ή κατέχω κάτι:
ἐνέμοντο τὰ μέταλλα = είχαν και εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεία.
3. στην ενεργ. και τη μέση φωνή νέμω, νέμομαι κατοικώ:
οἱ περὶ τὴν λίμνην νέμοντες = όσοι κατοικούν κοντά στη λίμνη.
οὗτοι νέμονται τὸ πρὸς βορρᾶν... = αυτοί κατοικούν το τμήμα της χώρας προς το Bορρά.
Β. 1. οδηγώ τα ζώα στη βοσκή:
ποιμένες κτήνη πληγῇ νέμουσιν = οι βοσκοί οδηγούν τα ζώα στη βοσκή χτυπώντας τα.
2. για ζώα, μέση φωνή νέμομαι βόσκω.
:=> παράγ. νομή, νομάς, νομεύς, νομός, νόμος, νομίζω, νέμεσις, σύνθ. διανέμω, ἀπονέμω.
ΝΕ νέμομαι «έχω στην κατοχή μου» και στα σύνθ. διανέμω, κατανέμω, απονέμω κτλ.
[*νεμ-, πβ. γοτθ. niman «παίρνω νομίμως», γερμ. nehmen].
γλσΕλα'νεογνός: νεογνός, -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.νεογνός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεογνός,
* McsElln.νεογνός@γλσΕλα,
νεογέννητος: νεογνοὶ νεβροί
= νεογέννητα ελαφάκια.NE (ουσ.) το νεογνό «βρέφος».
[νέος + *γν- < *γεν- (ἐ-γεν-όμην < γίγνομαι) +παρ. επίθ. -ος, πβ. ὁμό-γν-ητος
= ὁμο-γεν-ής].
γλσΕλα'νεοδαμώδης: νεοδαμώδης, -ης, -ες::
* McsElln.επίθετο.νεοδαμώδης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεοδαμώδης,
* McsElln.νεοδαμώδης@γλσΕλα,
αυτός που έγινε πρόσφατα μέλος του σπαρτιατικού δάμου (= δήμου), που απέκτησε πρόσφατα τα δικαιώματα του Σπαρτιάτη πολίτη(ενώ προηγουμένως ήταν εἵλως).
[σύνθ. λ. νέον «πρόσφατα» + δωρ. δᾶμος (δῆμος) + παρ. επίθ. -ώδης].
γλσΕλα'νέος: νέος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.νέος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέος,
* McsElln.νέος@γλσΕλα,
Συγκριτικός νεώτερος
Υπερθετικός νεώτατος
1. για άνθρωπο νέος: μέχρι πόσων ἐτῶν δεῖ νομίζειν νέους εἶναι τοὺς ἀνθρώπους;
= μέχρι πόσων χρόνων πρέπει να θεωρούμε νέους τους ανθρώπους;
=/ γέρων.
=> ως ουσιαστικό τὸ νέον
= η νεότητα.
2. νεανικός: νέοι καὶ νέαις διανοίαις χρώμενοι
= νέοι και με νεανική σκέψη.
μγ05.σ199
3. πρόσφατος, καινούριος: νέος οἶνος
= καινούριο κρασί.
=> ἕνη καὶ νέα (ἡμέρα)
= η παλιά και η νέα ημέρα του μήνα, δηλαδή η τελευταία.
4. για γεγονότα απροσδόκητος, παράξενος, βίαιος: οὐδὲν ἀπ’ αὐτοῦ νεώτερον ἐγένετο
= δεν προέκυψε καμιά βίαιη πράξη από αυτό.
:=> παράγ. νεανίας, νεαρός, νεωτερικός, νεωτερίζω, νεοσσός, νεότης, σύνθ. νεογνός, νεοδαμώδης, νεόδμητος, νεότευκτος.NE νέος (με τις σημ. 1, 3).
[*νεFος, λατ. novus, λιθ. navas].
γλσΕλα'νευρά: νευρά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.νευρά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νευρά,
* McsElln.νευρά@γλσΕλα,
χορδή τόξου: εἷλκον τὰς νευράς, ὁπότε τοξεύοιεν...
= κάθε φορά που τόξευαν, τραβούσαν τις χορδές...NE νευρά (λόγ.).
[βλπ. νεῦρον].
γλσΕλα'νεύρον: νεῦρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.νεύρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεύρον,
* McsElln.νεύρον@γλσΕλα,
1. νεύρο: ξύγκειται τὸ σῶμα ἐξ ὀστῶν καὶ νεύρων
= το σώμα αποτελείται από οστά και νεύρα.
2. στον πληθυντικό νεῦρα μεταφορικά δύναμη, ζωντάνια: ἐκτέμνω τὰ νεῦρα ἐκ τῆς ψυχῆς
= αποκόβω τη ζωντάνια από την ψυχή.
3. χορδή τόξου.
ΝΕ το νεύρο (με τη σημ. 1), τα νεύρα «νευρική υπερένταση».
[*σνεF- «πλέκω», πβ. λατ. nervus, αρχ. ινδ.sn'avan- «νεύρο»].
γλσΕλα'νεύω: νεύω::
* McsElln.ρήμα.νεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεύω,
* McsElln.νεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔνευον
Μέλλ. νεύσω & στα σύνθετα -νεύσομαι
Αόρ. ἔνευσα
Παρακ. νένευκα
1. κάνω νεύμα, γνέφω: ἔνευσε τῷ παιδὶ πλησίον ἑστῶτι
= έκανε νεύμα στο δούλο, που στεκόταν κοντά του.
2. κλίνω, έχω κλίση προς κάποια κατεύθυνση: νεύω πρὸς μεσημβρίαν
= έχω κατεύθυνση προς το Νότο.
:=> παράγ. νεῦμα, νεῦσις, σύνθ. κατανεύω, ἀπονεύω.NE νεύω (με τη σημ. 1).
[*νευσ- «κινώ», πβ. λατ. abnuo «κάνω αρνητικό νεύμα» < ab + *new-o].
γλσΕλα'νέφος: νέφος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.νέφος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέφος,
* McsElln.νέφος@γλσΕλα,
σύννεφο: ὁ περιστὰς κίνδυνος παρῆλθεν ὥσπερ νέφος
= ο κίνδυνος που μας περικύκλωσε απομακρύνθηκε σαν σύννεφο.NE νέφος (λόγ.).
[*νεφ-, λατ. nebula, αρχ. ινδ. n'abhas «νέφος»,ΙΕ *nebhos].
γλσΕλα'νέω: νέω (Α)::
* McsElln.ρήμα.νέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέω,
* McsElln.νέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔνεον
Μέλλ. νεύσομαι
Αόρ. ἔνευσα
Παρακ. νένευκα κολυμπώ: ἄν τέ τις ἐς κολυμβήθραν μικρὰν ἐμπέσῃ ἄν τε εἰς τὸ μέγιστον πέλαγος μέσον, ὅμως γε νεῖ οὐδὲν ἧττον
= είτε σε μια μικρή δεξαμενή πέσει κανείς είτε στο ανοιχτό πέλαγος, κολυμπάει εξίσου καλά.
[*νέFω, πβ. δωρ. νοά· πηγή].
γλσΕλα'νέω: νέω (Β) & νήθω::
* McsElln.ρήμα.νέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νέω,
* McsElln.νέω@γλσΕλα,
Μέλλ. νήσω
Αόρ. ἔνησα
Παθ. αόρ. ἐνήθην
Παθ. παρακ. νένησμαι γνέθω.
:=> παράγ. νῆμα.NE γνέθω.
[*σνη-, συγγεν. με νεῦρον, πβ. αρχ. ινδ.sn-ayati «ενδύω»].
γλσΕλα'νεωκόρος: νεωκόρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.νεωκόρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεωκόρος,
* McsElln.νεωκόρος@γλσΕλα,
αυτός που φροντίζει για την καθαριότητα του ναού, νεωκόρος: ὁ τῆς Ἀρτέμιδος νεωκόρος.
:=> παράγ. νεωκορέω -ῶ.NE νεωκόρος. διαλ. ν_αοκόρος και ν_ακόρος,
[σύνθ. λ. ναός, αττ. νεώς + β΄ συνθετ. -κόρος(< κορέω «φροντίζω, καθαρίζω»), πβ. δωρ.δ_αμοκόρος «που φροντίζει για το δήμο»].
γλσΕλα'νεώς: νεώς, -ώ::
* McsElln.ουσιαστικό.νεώς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεώς,
* McsElln.νεώς@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ναός, -οῦ
1. ναός.2 το εσώτατο δωμάτιο του ναού, ο σηκός, όπου βρισκόταν το άγαλμα της θεότητας.
[*νασFός (< ναίω «κατοικώ») «κατοικία του θεού»].
γλσΕλα'νεώσοικος: νεώσοικος, -οίκου::
* McsElln.ουσιαστικό.νεώσοικος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεώσοικος,
* McsElln.νεώσοικος@γλσΕλα,
υπόστεγος χώρος σε λιμάνι, όπου φυλάσσονταν τα πλοία το χειμώνα.NE νεώσοικος.
[σύνθ. λ. νεώς (γεν. του ναῦς) + οἶκος].
γλσΕλα'νεωστί: νεωστὶ::
* McsElln.επίρρημα.νεωστί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεωστί,
* McsElln.νεωστί@γλσΕλα,
πριν από λίγο, πρόσφατα.NE νεωστί (λόγ.).
[παράγ. λ. *νέως (= νέον «πρόσφατα») + -τι].
γλσΕλα'νεωτερίζω: νεωτερίζω::
* McsElln.ρήμα.νεωτερίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νεωτερίζω,
* McsElln.νεωτερίζω@γλσΕλα,
1. κάνω αλλαγές ή καινοτομώ: νεωτερίζω περὶ γυμναστικὴν καὶ μουσικὴν
= εισάγω καινοτομίες στη γυμναστική και τη μουσική.
2. λαμβάνω βίαια μέτρα: ἔπεμψαν πρέσβεις, εἴ πως πείσειαν (τοὺς Ἀθηναίους) μὴ σφῶν πέρι νεωτερίζειν μηδέν
= έστειλαν απεσταλμένους, μήπως πείσουν τους Αθηναίους να μη λάβουν κανένα βίαιο μέτρο εναντίον τους.
μγ05.σ200
3. επιχειρώ πολιτικές αλλαγές, επιχειρώ επανάσταση: ξύμμαχοι νεωτερίζοντες
= σύμμαχοι που επιχειρούν να επαναστατήσουν.
:=> παράγ. νεωτερισμός.NE νεωτερίζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. νεώτερος, -ον + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'νη: νη::
* McsElln.μόριο.νη@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νη,
* McsElln.νη@γλσΕλα,
αχώριστο μόριο που χρησιμοποιείται ως πρώτο συνθετικό ποιητικών λέξεων που σημαίνουν απαλλαγή ή στέρηση, π.χ. νηπενθής
= αυτός που δεν πενθεί, νηποινεί
= χωρίς ποινή, χωρίς τιμωρία.
[*νε-ε > νη, φωνηεντισμός σε ε του στερητικού μορίου ἀν-, ἀ- < ΙΕ *no, λατ. n>e].
γλσΕλα'νή: νὴ::
* McsElln.μόριο.νή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νή,
* McsElln.νή@γλσΕλα,
1. εκφράζει κατηγορηματική διαβεβαίωση και συντάσσεται με αιτιατική της θεότητας την οποία επικαλείται κανείς: νὴ Δία / νὴ τὴν Ἥραν
= μα το Δία / μα την Ήρα.
2. το νὴ (τὸν) Δία χρησιμοποιείται επίσης α.σε καταφατικές απαντήσεις: -Δίδως μοι, ὦ πάππε, πάντα ταῦτα...; -Νὴ Δία, ὦ παῖ, ἔγωγέ σοι...
= -Παππού, μου τα δίνεις όλ’ αυτά...;-Μα το Δία, παιδί μου, βέβαια σου τα δίνω.
β. σε προτάσεις που δηλώνουν αντίρρηση: ἀλλά, νὴ Δία, ὁ κατήγορος ἔφη, ὑπερορᾶν ἐποίει τῶν καθεστώτων νόμων τοὺς συνόντας
= αλλά, μα το Δία, μας είπε ο κατήγορος, έκανε τους μαθητές του να περιφρονούν τους κειμένους νόμους.
[ομόρρ. με το βλπ. ναί].
γλσΕλα'νηποινεί: νηποινεὶ & νηποινὶ::
* McsElln.επίρρημα.νηποινεί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νηποινεί,
* McsElln.νηποινεί@γλσΕλα,
χωρίς τιμωρία.
[παράγ. λ. νήποινος + παρ. επίθ. -εὶ ή -ί].
γλσΕλα'Νηρηίς: Νηρηίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.Νηρηίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Νηρηίς,
* McsElln.Νηρηίς@γλσΕλα,
καθεμία από τις νύμφες της θάλασσας, κόρες του Νηρέα.
ΝΕ Νηρηίδα.
[Νηρ-ηίς < Νηρ-εύς «ἅλιος γέρων» (= ο γέρος της θάλασσας) < *νηρ- «βυθίζομαι στο νερό», πβ. λιθ. nerti «βυθίζομαι»].
γλσΕλα'νήφω: νήφω::
* McsElln.ρήμα.νήφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νήφω,
* McsElln.νήφω@γλσΕλα,
Αόρ. ἔνηψα
1. δεν είμαι μεθυσμένος.
=/ μεθύω.
2. μεταφορικά είμαι συγκρατημένος και προσεκτικός:
=> έκφραση νᾶφε καὶ μέμνασ’ ἀπιστεῖν (= νῆφε καὶ μέμνησο ἀπιστεῖν)
= να είσαι νηφάλιος και να θυμάσαι ότι πρέπει να είσαι δύσπιστος.
:=> παράγ. νηφάλιος «μη μεθυσμένος», νῆψις«η κατάσταση μη μέθης, νηφαλιότητα».
[δωρ. νάφω, πβ. αρμ. nawt‘i «ξεμέθυστος»].
γλσΕλα'νικάω: νικάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.νικάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νικάω,
* McsElln.νικάω@γλσΕλα,
1. υπερισχύω σ’ ένα διαγωνισμό, σε μια μάχη, νικώ: νίκην νικᾶν
= κατακτώ τη νίκη.
2. γενικά επικρατώ, υπερτερώ: ἦν Περικλέους γνώμη νενικηκυῖα
= είχε επικρατήσει η απόφαση του Περικλή.
=> είμαι ανώτερος, καλύτερος: νικᾷ ἐν λόγοις πάντας ἀνθρώπους
= είναι καλύτερος απὄλους στους λόγους (στην ανάπτυξη ενός θέματος).
3. παθ. φωνή νικῶμαι αποκάμνω, κουράζομαι:ἐξέκαμον ὑπὸ τοῦ πολλοῦ κακοῦ νικώμενοι
= εξαντλήθηκαν, μην αντέχοντας τη μεγάλη συμφορά.
= ἡττῶμαι.
:=> παράγ. νικητής, νίκημα, σύνθ. κατανικάω,ὑπερνικάω.NE νικώ (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. νίκη + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'νίκη: νίκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.νίκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νίκη,
* McsElln.νίκη@γλσΕλα,
υπερίσχυση σε μια μάχη και γενικότερα σε ένα διαγωνισμό.
=/ ἧττα.
=> γενικά κυριαρχία, επικράτηση: οἱ ἐγκρατεῖς τῆς νίκης τῶν ἡδονῶν ζῶσιν εὐδαιμόνως
= όσοι έχουν τη δύναμη να έχουν κυριαρχία πάνω στις ηδονές ζουν ευτυχισμένοι.NE νίκη.
[αβέβ. ετυμ., καθώς η συσχέτιση του νίκη με το νεῖκος είναι ατεκμηρίωτη].
γλσΕλα'νικώ: νικῶ::
* McsElln.ρήμα.νικώ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νικώ,
* McsElln.νικώ@γλσΕλα,
_stxElla: _stxVrb:ἐνίκησε _stxSpace:Νεμέ'α. == _stxVrb:Νίκησε _stxSpace:στη Νεμέα.
γλσΕλα'νίφω: νίφω & νείφω::
* McsElln.ρήμα.νίφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νίφω,
* McsElln.νίφω@γλσΕλα,
Μέλλ. νίψω, νείψω
Αόρ. ἔνιψα, ἔνειψα
1. χιονίζω.
=> κυρίως απρόσωπο: νίφει
= χιονίζει.
2. παθ. φωνή νίφομαι καλύπτομαι από χιόνι.
:=> παράγ. νιφὰς «νιφάδα», νιφετὸς «χιονοθύελλα».
[(τήν) νίφα, αιτιατ. του «νίψ, ἡ «χιόνι»].
γλσΕλα'νοέω: νοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.νοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νοέω,
* McsElln.νοέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνόουν
Μέλλ. νοήσω
Αόρ. ἐνόησα
Παρακ. νενόηκα
Παθ. μέλλ.με μέση σημ.νοηθήσομαι
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ἐνοήθην
Παθ. παρακ.με μέση σημ.νενόημαι
1. αντιλαμβάνομαι με το νου: τὰς ἰδέας φαμὲν νοεῖσθαι μέν, ὁρᾶσθαι δ’ οὐ
= υποστηρίζουμε ότι οι ιδέες γίνονται αντιληπτές με το νου, αλλά δε γίνονται ορατές.
2. σκέπτομαι να κάνω κάτι, μηχανεύομαι κάτι:πάντα κακὰ νοοῦσιν τῷ τυράννῳ
= προορίζουν κάθε είδος κακού εναντίον του τυράννου.
μγ05.σ201
3. σημαίνω, φέρω μια σημασία, εννοώ: πυθοίμεθ’ ἂν τὸν χρησμὸν ὅ τι νοεῖ
= να ρωτήσουμε για να μάθουμε τι σημαίνει ο χρησμός.
:=> παράγ. νόημα, νόησις, νοητικός, νοητός, σύνθ. ἐννοέω (ἔννοια), διανοέω (διάνοια), προνοέω (πρόνοια), κατανοέω, ἐπινοέω (ἐπίνοια), ὑπονοέω (ὑπόνοια).
ΝΕ νοώ (στα σύνθετα εννοώ, κατανοώ, επινοώ κτλ.).
[*νοος, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'νόθος: νόθος, -η & -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.νόθος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νόθος,
* McsElln.νόθος@γλσΕλα,
1. παιδί που δεν προέρχεται από νόμιμο γάμο.
=/ γνήσιος.
=> στην Αθήνα παιδί του οποίου ο πατέρας ήταν Αθηναίος πολίτης αλλά η μητέρα όχι.
2. πλαστός, ψεύτικος.
= κίβδηλος.
:=> παράγ. νοθεύω, νοθεία.NE νόθος (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'νομεύς: νομεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.νομεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νομεύς,
* McsElln.νομεύς@γλσΕλα,
1. κτηνοτρόφος: βουκόλοι, ποιμένες καὶ οἱ ἄλλοι νομεῖς
= οι αγελαδάρηδες, οι βοσκοί και οι άλλοι κτηνοτρόφοι.
2. αυτός που μοιράζει, που διανέμει κάτι: νομεὺς ἀγαθῶν.
:=> παράγ. νομεύω «οδηγώ ζώα στη βοσκή».
ΝΕ νομέας «που έχει τη νομή, την εκμετάλλευση».
[παράγ. λ. νέμ-ω + παρ. επίθ. -εύς, με τροπή του ε σε ο].
γλσΕλα'νομή: νομή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.νομή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νομή,
* McsElln.νομή@γλσΕλα,
Α. 1. βοσκότοπος: ποιμνίων νομαί.
2. τροφή από βοσκότοπο: νομὴ μελιττῶν τὸ θύμον
= η τροφή των μελισσών είναι το θυμάρι.
Β. διανομή: ἡ νομὴ τῶν πατρ'ώων
= η διανομή της πατρικής κληρονομιάς.
ΝΕ νομή «εκμετάλλευση χωραφιού, περιουσίας κτλ.».
[νέμω, με τροπή του ε σε ο].
γλσΕλα'νομίζω: νομίζω::
* McsElln.ρήμα.νομίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νομίζω,
* McsElln.νομίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐνόμιζον
Μέλλ. νομιῶ
Παρακ. νενόμικα
Παθ. μέλλ. νομισθήσομαι
Παθ. παρακ. νενόμισμαι
1. καθιερώνω κάτι: τοῦτο Κῦρος ἐνόμισεν
= οΚύρος το καθιέρωσε αυτό. νομίζεται
= είναι καθιερωμένο. τὰ νομιζόμενα / τὰ νενομισμένα
= τα καθιερωμένα.
2. με δοτική κάνω χρήση, μεταχειρίζομαι: ἀγῶσι καὶ θυσίαις νομίζω
= κάνω χρήση διαγωνισμών και θυσιών.
3. θεωρώ, νομίζω: τοὺς κακοὺς χρηστοὺς νομίζω
= θεωρώ τους κακούς καλούς.
=> νομίζω θεούς
= πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί.
:=> παράγ. νόμισις, νόμισμα, σύνθ. νομισματοπώλης.NE νομίζω (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. νόμ-ος + παρ. επίθ. -ίζω].
===
_stxElla: Νόμιζε τὴν πατρίδα οἶκον. == Να θεωρείς την πατρίδα σπίτι (σου). [Ξ.Ιέρ.11.14]
γλσΕλα'νόμιμος: νόμιμος, -ίμη & -ιμος, -ιμον::
* McsElln.επίθετο.νόμιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νόμιμος,
* McsElln.νόμιμος@γλσΕλα,
1. αυτός που είναι σύμφωνος με τους νόμους ή με τις πατροπαράδοτες συνήθειες: οἱ νόμιμοι θεοί
= οι θεοί στους οποίους πιστεύει η πόλη.
=> απρόσ. νόμιμόν ἐστι συνηθίζεται: νόμιμον ἦν αὐτοῖς μήτε πτύειν μήτε ἀπομύττεσθαι
= συνήθιζαν να μη φτύνουν ούτε να φυσούν τη μύτη τους.
2. ως ουσιαστικό τὰ νόμιμα συνήθειες, θεσμοί:νόμιμα τὰ Χαλκιδικὰ ἐκράτησεν
= ως θεσμοί επικράτησαν οι χαλκιδικοί.NE (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. νόμος + παρ. επίθ. -ιμος].
γλσΕλα'νόμισμα: νόμισμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.νόμισμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νόμισμα,
* McsElln.νόμισμα@γλσΕλα,
καθιερωμένο μέσο συναλλαγής, νόμισμα.
ΝΕ νόμισμα.
[παράγ. λ. νομίζ-ω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'νόμος: νόμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.νόμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νόμος,
* McsElln.νόμος@γλσΕλα,
1. πατροπαράδοτη συνήθεια που γίνεται νόμος:κατὰ νόμον
= σύμφωνα με τη συνήθεια ή με το νόμο. παρὰ νόμον
= αντίθετα με το νόμο.
=> οἱ νόμοι
= οι νόμοι του Σόλωνα.
2. μουσικός ρυθμός, ήχος: νόμοι κιθαρῳδικοί
= ήχοι κιθάρας.
:=> παράγ. νομικός, νόμιμος.NE νόμος (με τη σημ. 1).
[νέμω, με τροπή του ε σε ο].
γλσΕλα'νοσέω: νοσέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.νοσέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νοσέω,
* McsElln.νοσέω@γλσΕλα,
1. είμαι άρρωστος, υποφέρω από κάποια πάθηση: νοσῶ ὀφθαλμούς
= υποφέρω από πάθηση των ματιών.
=/ ὑγιαίνω.
2. γενικά υποφέρω: Μίλητος ἐνόσησε στάσει
= η Μίλητος υπέφερε από εσωτερικές πολιτικές αναταραχές.
:=> παράγ. νόσημα, νοσηρός.NE νοσώ (με τις σημ. 1, 2).
[παράγ. λ. νόσ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'νόσος: νόσος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.νόσος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νόσος,
* McsElln.νόσος@γλσΕλα,
ασθένεια, αρρώστια: νόσος ἐμπέπτωκε τοῖς κτήνεσι
= έχει πέσει αρρώστια στα ζώα.
ΝΕ νόσος.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'νουθετέω: νουθετέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.νουθετέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νουθετέω,
* McsElln.νουθετέω@γλσΕλα,
συμβουλεύω.NE νουθετώ.
[παράγ./σύνθ. νοῦς + *θετ- (πβ. θετ-ός < τίθημι) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'νουμηνία: νουμηνία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.νουμηνία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νουμηνία,
* McsElln.νουμηνία@γλσΕλα,
μγ05.σ202
η αρχή του σεληνιακού μήνα, η πρώτη του μήνα.
=/ ἕνη καὶ νέα (ενν. ἡμέρα
= η παλιά και η καινούρια ημέρα, δηλ. η τελευταία ημέρα του μήνα).
[παράγ./σύνθ. νεο-μηνία < νέος + μήνη «σελήνη» + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'νούς: νοῦς, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.νούς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νούς,
* McsElln.νούς@γλσΕλα,
1. οι λειτουργίες του ανθρώπου που είναι υπεύθυνες για την αισθητηριακή αντίληψη και τη σκέψη, νους.
=> σὺν νῷ συνετά, με σύνεση: οὐδενὶ ξὺν νῷ
= χωρίς καμιά σύνεση.
2. νοῦν ἔχω
α. είμαι συνετός,
β. έχω το νου μου σε κάτι, προσέχω.
:=> παράγ. νοερός, νοέω.NE νους (με τις σημ. 1, 2).
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'νύν: νῦν::
* McsElln.επίρρημα.νύν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νύν,
* McsElln.νύν@γλσΕλα,
1. τώρα, αυτήν την ώρα, αυτήν τη στιγμή:νῦν καὶ ἀεί
= τώρα και πάντοτε.
=> με άρθρο ἡ νῦν ἡμέρα
= η σημερινή ημέρα.οἱ νῦν ἄνθρωποι
= οι σημερινοί άνθρωποι.τὸ νῦν
= το παρόν.
2. ως εγκλιτικό νυν λοιπόν: φέρε νυν/ ἄγε νυν
= έλα λοιπόν!
ΝΕ (μόνο στη λόγ. έκφραση) νυν και αεί.
[*νυ-, ίσως συγγεν. με το νέ-ος].
γλσΕλα'νυνί: νυνὶ::
* McsElln.επίρρημα.νυνί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νυνί,
* McsElln.νυνί@γλσΕλα,
τώρα δα.
[*νυ-, ίσως ομόρρ. με το νέος].
γλσΕλα'νύξ: νύξ, νυκτός::
* McsElln.ουσιαστικό.νύξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'νύξ,
* McsElln.νύξ@γλσΕλα,
νύκτα: νύκτας τε καὶ ἡμέρας
= μέρα και νύκτα, συνεχώς. μέσας νύκτας ἐγένετο
= πήγε μεσάνυχτα.
=/ ἡμέρα.
=> ως επίρρημα νύκτα κατά τη διάρκεια της νύκτας.
:=> παράγ. νυκτερίς, νυκτερινός, νύκτωρ «τη νύχτα», νυκτερεύω, σύνθ. νυκτοφύλαξ, νυκτομαχία, νυκτοπορία, διανυκτερεύω, ὁλονύκτιος, παννυχίς.
ΝΕ νύκτα.
[*νοκτ- < ΙΕ *nokwt, λατ. nox, noctis, λιθ.naktis, γοτθ. nahts].
γλσΕλα'Ξ: Ξ, ξ, ξεῖ & ξῖ::
* McsElln.ουσιαστικό.Ξ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ξ,
* McsElln.Ξ@γλσΕλα,
το δέκατο τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ξ΄
= 60, αλλά ,ξ
= 60.000.
γλσΕλα'ξεναγέω: ξεναγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ξεναγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξεναγέω,
* McsElln.ξεναγέω@γλσΕλα,
1. είμαι ξεναγός, δηλαδή αρχηγός μισθοφόρων: Ἡριππίδας ἐξενάγει τοῦ ξενικοῦ
= ο Ηρ.ήταν αρχηγός του μισθοφορικού στρατού.
2. οδηγώ κάποιον στα αξιοθέατα μιας πόλης.
:=> ξεναγός «αρχηγός των μισθοφόρων».
ΝΕ ξεναγώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ξεναγός + -έω].
γλσΕλα'ξενηλασία: ξενηλασία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ξενηλασία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξενηλασία,
* McsElln.ξενηλασία@γλσΕλα,
στη Σπάρτη η απομάκρυνση των ξένων από την πόλη: τὴν πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος
= την πόλη την έχουμε ανοιχτή για όλους και ποτέ δεν εμποδίζουμε κανέναν, απομακρύνοντάς τον από την πόλη, να μάθει ή να δει κάτι.
:=> ξενηλατέω «διώχνω έναν ξένο από την πόλη».
ΝΕ ξενηλασία (λόγ.).
[παράγ. λ. του ξενηλατέω -ῶ < παράγ. λ. ξενηλάτης + -έω].
γλσΕλα'ξενία: ξενία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ξενία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξενία,
* McsElln.ξενία@γλσΕλα,
1. φιλοξενία: ἦλθεν ἐπὶ ξενίαν
= ήρθε ως φιλοξενούμενος, ως φίλος.
2. φιλικός δεσμός ή συνθήκη μεταξύ δύο κρατών ή ενός κράτους και ενός προσώπου: τὰς παλαιὰς ξενίας ἀνανεούμεθα
= ανανεώνουμε, αναθερμαίνουμε, τις παλιές σχέσεις ανάμεσα στα κράτη μας.
3. το status του ξένου, τα μειωμένα δικαιώματα που είχε ο ξένος σε σχέση με τα πλήρη δικαιώματα που είχε ο πολίτης. γραφὴ ξενίας
= δίωξη εναντίον ξένου που οικειοποιήθηκε δικαιώματα που ανήκαν σε πολίτη.
[παράγ. λ. ξένος + -ία].
γλσΕλα'ξενίζω: ξενίζω::
* McsElln.ρήμα.ξενίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξενίζω,
* McsElln.ξενίζω@γλσΕλα,
υποδέχομαι ή περιποιούμαι κάποιον, τον φιλοξενώ: ξενίζω τινὰ πολλοῖς ἀγαθοῖς
= προσφέρω πολλά δώρα στο φιλοξενούμενό μου.
:=> παράγ. ξενισμός, ξένισις.
ΝΕ ξενίζω «παραθέτω τιμητικό γεύμα κτλ.».
[παράγ. λ. ξένος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'ξενικός: ξενικός, -ὴ & -ός, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ξενικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξενικός,
* McsElln.ξενικός@γλσΕλα,
1. αυτός που ταιριάζει ή που ανήκει σε ξένο: ξενικὴ βοήθεια
= βοήθεια που προσφέρουν οι ξένοι.
=> τὰ ξενικὰ οι φόροι που πλήρωναν οι ξένοι στην Αθήνα.
=> τὸ ξενικὸν το σύνολο των ξένων ή το δικαστήριο για τους ξένους.
2. ξένος στρατιώτης ή ξένο πλοίο που υπηρετεί σε μια πόλη ή χώρα: ξενικαὶ νῆες
= ξένα πλοία (με μισθοφόρους).
=> ως ουσιαστικό τὸ ξενικὸν μισθοφορικός στρατός.
3. γενικά ξένος: ξενικά ὀνόματα
= λέξεις ξένης(μη αττικής) διαλέκτου.
μγ05.σ203
ΝΕ ξενικός (με τη σημ. 1).
[ξένος + παρ. επίθ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'ξένιος: ξένιος, -ία & -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.ξένιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξένιος,
* McsElln.ξένιος@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει σχέση με φιλοξενούμενο ή με τη φιλοξενία: ξένιος Ζεύς
= ο Δίας, ο προστάτης της φιλοξενίας.
2. στον πληθ. του ουδετ. τὰ ξένια τα δώρα που προσφέρει ο οικοδεσπότης στο φιλοξενούμενό του ή κάποιος στο φίλο του: τὰ παρ’ ἡμῶν ξένια ἐδέξατο
= δέχθηκε τα δώρα που του προσφέραμε εμείς.
3. ξένος: ἐπὶ ξενίας (δηλ. γῆς)
= σε κάποιον ξένο τόπο.
ΝΕ (στην έκφραση) ξένιος Δίας.
[παράγ. λ. ξένος + -ιος].
γλσΕλα'ξένισις: ξένισις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ξένισις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξένισις,
* McsElln.ξένισις@γλσΕλα,
η περιποίηση φιλοξενούμενου ή ξένου που έρχεται στην πόλη μου, φιλοξενία.
[παράγ. λ. ξενίζω + -σις].
γλσΕλα'ξενιτεύω: ξενιτεύω::
* McsElln.ρήμα.ξενιτεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξενιτεύω,
* McsElln.ξενιτεύω@γλσΕλα,
στη μέση φωνή ξενιτεύομαι υπηρετώ ως μισθοφόρος σε ξένη δύναμη.
ΝΕ ξενιτεύομαι «αναχωρώ ή βρίσκομαι σε ξένη χώρα».
[ξένος + -ιτ-εύομαι > ξενιτεύομαι αναλογικά προς το πολίτης - πολιτεύομαι· το ξενιτεία είναι νεότερο].
γλσΕλα'ξένος: ξένος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.ξένος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξένος,
* McsElln.ξένος@γλσΕλα,
1. φιλοξενούμενος, φίλος συνδεδεμένος με κάποιον μέσω δεσμού ή συνθήκης ξενίας.
2. άνθρωπος από ξένη χώρα, ξένος.
=> προσφώνηση ὦ ξένε
= κύριε ή φίλε.
3. μισθοφόρος: εἰ μισθῷ μείζονι πειρῷντο ἡμῶν ὑπολαβεῖν τοὺς ξένους τῶν ναυτῶν
= αν προσπαθούσαν να πάρουν από μας όσους από τους ναύτες είναι μισθοφόροι, δίνοντάς τους μεγαλύτερο μισθό.
4. ξένος προς κάτι, αυτός που αγνοεί κάτι: ξένως ἔχω τῆς ἐνδάθε λέξεως
= μου είναι ξένος ο τρόπος έκφρασης που χρησιμοποιείται εδώ(στα δικαστήρια· το είπε ο Σωκράτης στην απολογία του).
5. παράξενος.
:=> παράγ. ξενικός, ξένιος, ξενιτεύω, ξενών, σύνθ. ξενοτρόφος.
ΝΕ ξένος (με τις σημ. 2 και 4).
[μαρτυρείται ως ξένFος, αβέβ. ετυμ., ίσως αρχική ρίζα *ghos-tis, πβ. λατ. hostis].
γλσΕλα'ξενόω: ξενόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ξενόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξενόω,
* McsElln.ξενόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐξένουν
Μέλλ. ξενώσω
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ξενώσομαι
Παθ. αόρ. ἐξενώθην
Παθ. παρακ. ἐξένωμαι συνήθως στην παθ. φωνή ξενοῦμαι
1. δημιουργώ συνθήκη φιλίας με κάποιον:...τότε ἐξενώθησαν ὑμῖν οἱ πρόγονοι ἡμῶν
= τότε δημιούργησαν με σας φιλικές σχέσεις οι πρόγονοί μας.
2. φιλοξενούμαι: ξενοῦνται αὐτῷ
= φιλοξενούνται από αυτόν.
:=> παράγ. ξένωσις.
[παράγ. λ. ξένος + -όω].
γλσΕλα'ξυλεύω: ξυλεύω::
* McsElln.ρήμα.ξυλεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξυλεύω,
* McsElln.ξυλεύω@γλσΕλα,
μέση φωνή ξυλεύομαι κόβω ξύλα για δική μου χρήση.
=> παροιμία δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται(βλπ. δρῦς).
ΝΕ ξυλεύομαι (λόγ.).
[παράγ. λ. ξύλον + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'ξυλίζομαι: ξυλίζομαι::
* McsElln.ρήμα.ξυλίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξυλίζομαι,
* McsElln.ξυλίζομαι@γλσΕλα,
μαζεύω ξύλα.
[παράγ. λ. ξύλον + παρ. επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'ξύλον: ξύλον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ξύλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξύλον,
* McsElln.ξύλον@γλσΕλα,
1. κομμάτι ξύλου για διάφορες χρήσεις: ξύλα ναυπηγήσιμα
= ξύλα για κατασκευή πλοίων.
2. διάφορα ξύλινα αντικείμενα (όπως π.χ. ρόπαλο, ραβδί, όργανα βασανισμού κτλ.).
3. όργανο με το οποίο τιμωρούσαν τους κακούργους. Μπορούσε να είναι:
α. ξύλινος βαρύς κλοιός που τον τοποθετούσαν στον αυχένα του τιμωρημένου.
β. ξύλινα ποδόδεσμα μέσα στα οποία κλείνονταν τα πόδια του. γ.αγχόνη.
δ. σταυρός: ἐπὶ ξύλου ἐκρέμασαν(τὸν Ἰησοῦν)
= κρέμασαν τον Ιησού στο σταυρό.
4. δέντρο: ὄρος δασὺ μεγάλοις ξύλοις
= βουνό κατάφυτο από μεγάλα δέντρα.
:=> παράγ. ξυλικός, ξυλίζομαι, ξυλεύω, ξύλινος, ξυλόω -ῶ, σύνθ. ξυλουργός, ξυλοκόπος.
ΝΕ ξύλο (με τη σημ. 1).
[*κσυλ-ον, μάλλον ομόρρ. με ὕλη, σέλμα].ξὺν βλπ. σύν.ξυρέω -ῶ & ξυράω -ῶ
Μέλλ. ξυρήσω
Μέσ. μέλλ. ξυρήσομαι
Παθ. μέλλ. ξυρηθήσομαι
Μέσ. & παθ.παρακ.ἐξύρημαι
1. ξυρίζω: ξυρῶ τὴν κεφαλὴν/τὰς τρίχας
= ξυρίζω το κεφάλι/τα μαλλιά.
=> παροιμία: ἐπιχειρῶ ξυρεῖν λέοντα
= επιχειρώ να κουρέψω ένα λιοντάρι (δηλαδή επιχειρώ κάτι πολύ δύσκολο).
2. μέση και παθ. φωνή ξυροῦμαι ξυρίζομαι ή με ξυρίζουν: ἐξυρημένος τὴν κεφαλήν
= με ξυρισμένο κεφάλι.
ΝΕ ξυρίζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ξυρόν + -έω].
μγ05.σ204
γλσΕλα'ξυρόν: ξυρόν, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ξυρόν-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξυρόν,
* McsElln.ξυρόν@γλσΕλα,
ξυράφι.
=> έκφραση ἐπὶ ξυροῦ ἵσταται ἀκμῆς
= κάτι βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού (δηλαδή η κατάσταση είναι επικίνδυνη και αβέβαιη).
:=> παράγ. ξυρέω -ῶ, σύνθ. ξυροφορέω -ῶ.
ΝΕ μόνο στη φρ. επί ξυρού ακμής.
[παράγ. λ. ξύ-ω + παρ. επίθ. -ρόν, ακριβές αντίστοιχο του αρχ. ινδ. ksura-].
γλσΕλα'ξύω: ξύω::
* McsElln.ρήμα.ξύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξύω,
* McsElln.ξύω@γλσΕλα,
Αόρ. ἔξυσα
Μέσ. αόρ. ἐξυσάμην
Παθ. αόρ. ἐξύσθην ξύνω κάτι, το κάνω λείο και, γενικά, λεπτό, κομψό.
=> μέση φωνή ξύομαι: παλτὸν ξύομαι
= κατασκευάζω ακόντιο για δική μου χρήση.
:=> παράγ. ξύσμα/ξῦσμα, ξυστήρ, ξυστόν, ξυρόν.
ΝΕ ξύνω.
[ομόρρ. με ξαίνω].O
γλσΕλα'Ο: O, o, ὂ μικρόν, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.::
* McsElln.γλσΕλα'Ο,
* McsElln.Ο@γλσΕλα,
το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Οι αρχαίοι Έλληνες της κλασικής εποχής το πρόφεραν όπως εμείς σήμερα και το διέκριναν από το ω, το οποίο πρόφεραν ως μακρό -o, δηλ. περίπου ως «οο». Το αρχικό του όνομα ήταν οὖ και του ω ήταν ὦ. Όταν κατά το 2ο-3ο αι. μ.Χ. η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων χάθηκε στην προφορά και συνέπεσαν φωνητικά το ο και το ω, οι αρχαίοι φιλόλογοι για σκοπούς διάκρισης των δύο τα ονόμασαν αντίστοιχα ὂ μικρὸν και ὦ μέγα.
=> ως σύμβολο αριθμού: ο΄
= 70, αλλά ,ο
= 70.000.ὁ, ἡ, τὸ ΑΡΘΡΟτο οριστικό άρθρο συνοδεύει κοινά ουσιαστικά, επίθετα και μετοχές, τα οποία και καθορίζει επακριβώς.
1. ὁ, ἡ, τό + απαρέμφ. το απαρέμφατο μεταφράζεται ως αφηρημένο ουσιαστικό: τὸ φρονεῖν
= η φρόνηση.
2. τό + οποιαδήποτε λέξη/ φράση λέξη / έννοια: τὸ ἄνθρωπος
= η έννοια άνθρωπος.
3. ὁ, ἡ, τό + γενική κύριου ονόματος δηλώνει καταγωγή: ὁ Διός
= ο γιος του Δία.
4. ὁ, ἡ, τό + γενική δηλώνει ό,τι σχετίζεται ή ανήκει σε κάποιον/κάτι: τὰ τῆς πόλεως
= αυτά που σχετίζονται με την πόλη.
5. ὁ μέν... ὁ δὲ αυτός... εκείνος: τῶν πόλεων αἱ μὲν τυραννοῦνται, αἱ δὲ δημοκρατοῦνται
= από τις πόλεις αυτές έχουν τυραννικό, εκείνες δημοκρατικό πολίτευμα.
6. τὸ μέν... τὸ δὲ εν μέρει μεν... εν μέρει δε.
7. ὁ καὶ ὁ τέτοιος και τέτοιος: τὰ καὶ τὰ πεπονθώς
= αυτός που έχει υποστεί τέτοια και τέτοιου είδους παθήματα.
8. δοτ. θηλυκού γένους ως επίρρ. τῇ εδώ: τὸ μὲν τῇ, τὸ δὲ τῇ
= εν μέρει εδώ, εν μέρει εκεί.
9. ἐν τοῖς + υπερθετικός σε ονομαστική πτώση μεταξύ των...: ἐν τοῖς πρῶτοι Ἀθηναῖοι τὸν σίδηρον κατέθεντο
= πρώτοι πρώτοι οι Αθηναίοι έπαψαν να οπλοφορούν. ἐν τοῖς χαλεπώτατα διῆγον
= περνούσαν πάρα πολύ δύσκολα.
[ΙΕ δεικτική αντων. αρσ. *so, θηλ. *sa, ουδ.*tom/*tod, που εκπροσωπείται πολύ πιστά από την αρχ. ινδ. αρσ. sa, θηλ. s-a, ουδ. tad΄y].
γλσΕλα'οβελός: ὀβελός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.οβελός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οβελός,
* McsElln.οβελός@γλσΕλα,
1. σούβλα.
2. στους αρχαίους γραμματικούς οριζόντια γραμμή που χρησίμευε ως σημάδι, για να δηλώσει ότι ένα χωρίο είναι νόθο.
:=> παράγ. ὀβελίσκος, ὀβελίας (ἄρτος), ὀβελίζω, ὀβελισμός.
ΝΕ οβελός (και με τις δύο σημ.).
[από το βλπ. ὀβολὸς κατά το φωνήεν του ὀδελός].
γλσΕλα'οβολός: ὀβολός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.οβολός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οβολός,
* McsElln.οβολός@γλσΕλα,
αθηναϊκό νόμισμα, που ισοδυναμούσε με το1/6 της αττικής δραχμής.
ΝΕ οβολός «μικρή βοήθεια».
[ὀβολός/ὀδελός < ΙΕ *οgwolos/*ogwelos, όπου το υπερωικοχειλικό gw > β ή δ σύμφωνα με το φθόγγο που ακολουθεί].
γλσΕλα'όγκος: ὄγκος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όγκος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όγκος,
* McsElln.όγκος@γλσΕλα,
1. ο όγκος ενός πράγματος.
2. υπερηφάνεια ή αλαζονεία: ὁ τῶν ὑπεροπτικῶν ὄγκος
= η αλαζονεία των ανθρώπων που είναι υπερόπτες.
3. μεγαλοπρέπεια (ύφους): ὁ τοῦ ποιήματος ὄγκος
= η μεγαλοπρέπεια του ποιήματος.
:=> παράγ. ὀγκώδης, σύνθ. ἄογκος, δύσογκος.
ΝΕ όγκος (με τη σημ. 1).
[ίσως *ογκ- (ετεροιωμένη βαθμίδα του *εγκ- <ἐν-εγκ-εῖν του φέρω) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'όδε: ὅδε, ἥδε, τόδε::
* McsElln.αντωνυμία.όδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όδε,
* McsElln.όδε@γλσΕλα,
δεικτική αντωνυμία, που αντιτίθεται στην αντωνυμία ἐκεῖνος, καθώς αναφέρεται στο πλησιέστερο, σε αντίθεση με αυτό που βρίσκεται μακρύτερα από τον ομιλητή.
μγ05.σ205
1. για τόπο· δείχνει κάτι που είναι παρόν και βρίσκεται μπροστά στα μάτια του ομιλητή αυτός εδώ.
2. για χρόνο αναφερόμενο στο άμεσο παρόν αυτός εδώ, ο τωρινός: ἡ τῶνδε τῶν ἀθλητῶν ἕξις
= η συνήθεια των τωρινών αθλητών.
3. δοτ. ενικού θηλυκού γένους ως επίρρ. τῇδε α.για τόπο εδώ: τῇδε κείμεθα
= είμαστε θαμμένοι εδώ.
β. για τρόπο με αυτόν εδώ τον τρόπο, έτσι: τῇδέ πῃ σκοποῦμαί τι
= εξετάζω κάτι κάπως έτσι.
[σύνθ. λ. δεικτ. αντων. ὅ, ἥ, ὅ + δεικτικό -δε].
γλσΕλα'οδοιπορέω: ὁδοιπορέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οδοιπορέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οδοιπορέω,
* McsElln.οδοιπορέω@γλσΕλα,
ταξιδεύω με τα πόδια: ὁ ξένος ὁδοιπορεῖ ἐς Ἀθήνας
= ο ξένος ταξιδεύει με τα πόδια στηνΑθήνα.
ΝΕ οδοιπορώ.
[παράγ. λ. ὁδοιπόρ-ος + παρ. επίθ. -έω· ὁδοι-(τοπική πτώση) + πορ-εύομαι > ὁδοιπόρ-ος].
γλσΕλα'οδός: ὁδός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.οδός-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οδός,
* McsElln.οδός@γλσΕλα,
1. δρόμος.
2. ταξίδι: τριῶν ἡμερῶν ὁδός
= ταξίδι τριών ημερών.
3. μέθοδος: (δοτική ως επίρρημα) ὁδῷ
= μεθοδικά.
:=> παράγ. ὁδεύω, σύνθ. ὁδηγός, ὁδοιπορία«ταξίδι με τα πόδια», πρόοδος, εἴσοδος, κάθοδος, φροῦδος (πρὸ ὁδοῦ), μέθοδος.
ΝΕ οδός (με τη σημ. 1).
[*σεδ- «βαδίζω», *sed- (διαφορετικό από το*sed- > ἕζομαι «κάθομαι»), συγγεν. με αρχ.ινδ. -a-sad- «πλησιάζω»].
γλσΕλα'οδυνάω: ὀδυνάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οδυνάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οδυνάω,
* McsElln.οδυνάω@γλσΕλα,
μέση φωνή ὀδυνῶμαι αισθάνομαι πόνο: παύομαι ὀδυνώμενος
= σταματώ να νιώθω πόνο.
[παράγ. λ. ὀδύνη + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'οδύνη: ὀδύνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.οδύνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οδύνη,
* McsElln.οδύνη@γλσΕλα,
1. σωματικός πόνος.
2. ψυχικός πόνος, θλίψη: ὀδύνη σε εἴληφε
= η θλίψη σε έχει καταλάβει.
:=> παράγ. ὀδυνάω, ὀδυνηρός.
ΝΕ οδύνη (με τη σημ. 2).
[*εδ- «τρώγω» (ἔδω «τρώγω»), *ἐδύ-νη > ὀδύνη(πβ. για την αλλαγή ε > ο ἔδοντες > ὀδόντες, πβ.ακόμη εἶδαρ «τροφή» < *ἔδFαρ). Για τη σημασιολογική εξέλιξη «τρώγω» > «κατατρώγω, προκαλώ λύπη» πβ. λατ. curae edaces «φροντίδες που κατατρώγουν, οδυνηρές»].
γλσΕλα'οδύρομαι: ὀδύρομαι::
* McsElln.ρήμα.οδύρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οδύρομαι,
* McsElln.οδύρομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ὠδυρόμην
Μέλλ. ὀδυροῦμαιΜές. αόρ. ὠδυράμην θρηνώ.
=/ ἀγάλλομαι, χαίρω.
:=> παράγ. ὀδυρμός.
ΝΕ οδύρομαι.
[*ὀδυρ-, συγγεν. με ὀδύνομαι (εναλλαγή ν-ρ)].
γλσΕλα'όζω: ὄζω::
* McsElln.ρήμα.όζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όζω,
* McsElln.όζω@γλσΕλα,
Παρατ. ὦζον
Μέλλ. ὀζήσω
Αόρ. ὤζησαΠαρακ.με σημ. ενεστ.ὄδωδαΥπερσ.με σημ. παρατ.ὠδώδειν
1. έχω κάποια μυρωδιά (άσχημη ή ευχάριστη), μυρίζω: ὠδώδει ὑπὸ μύρων ὁ οἶκος
= το σπίτι μύριζε από τα μύρα. τρυγὸς ὄζεις
= μυρίζεις κρασί.
2. απρόσωπο ὄζει έρχεται μυρωδιά, μυρίζει: ὄζειν ἐδόκει τοῦ ἄρτου κάκιστον
= φαινόταν ότι ερχόταν μια άσχημη μυρωδιά από το ψωμί.
:=> παράγ. ὀσμή (και αρχαιότερο ὀδμή), ὀσμηρός, ὀσμώδης, ὀδωδή, σύνθ. ἄνοσμος.
[*oδ- + παρ. επίθ. -jω > ὄζω, πβ. ὀδ-μὴ και ὀσμή, λατ. od-or].
γλσΕλα'όθεν: ὅθεν::
* McsElln.επίρρημα.όθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όθεν,
* McsElln.όθεν@γλσΕλα,
1. απ’ όπου, από το σημείο από το οποίο: ὅθεν ἀπέλιπες, ἀποκρίνου
= απάντησε απ’ όπου σταμάτησες.
2. για το λόγο αυτόν.
[παράγ. λ. ὅ (ουδ. της αντων. ὅς, ἥ, ὅ) + παρ.επίθ. -θεν].
γλσΕλα'οί: οἷ::
* McsElln.επίρρημα.οί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οί,
* McsElln.οί@γλσΕλα,
αναφορικό επίρρημα
1. προς τα εκεί όπου: οὐκ ἤκουσας οἷ προβαίνει τὸ πρᾶγμα;
= δεν άκουσες πού πηγαίνει η κατάσταση;.
2. oἷ + γενική σε ποιο σημείο: οἷ τελευτᾷ κακίας
= σε ποιο σημείο κακίας καταλήγει.
[αναφορ. του ποῖ, βλπ. ποῖ].
γλσΕλα'οίαξ: οἴαξ, -ακος::
* McsElln.ουσιαστικό.οίαξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίαξ,
* McsElln.οίαξ@γλσΕλα,
πηδάλιο του πλοίου.
[*οισακ- + -ς > οἴαξ, ομόρρ. με σλοβεν. oj^esa«τιμόνι», αρχ. ινδ. -is'a «τιμόνι» ].
γλσΕλα'οίδα: οἶδα::
* McsElln.ρήμα.οίδα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίδα,
* McsElln.οίδα@γλσΕλα,
παρακ. με σημ. ενεστ.Υπερσ.με σημ. παρατ.’'ήδειν & ’'ήδη
Μέλλ. εἴσομαι & εἰδήσω
1. γνωρίζω: ἐάν τινα εἰδῶσιν ὅτι ἄδικός ἐστι
= εάν γνωρίζουν ότι κάποιος είναι άδικος.
=/ ἀγνοέω.
2. στην προστακτική για όρκους ἴστω μάρτυράς μου...: ἴστω Ζεὺς αὐτός
= μάρτυράς μου ο ίδιος ο Δίας.
:=> παράγ. εἴδησις, εἰδήμων, ἵστωρ, ἱστορία, ἱστορέω, ἱστόρημα, σύνθ. φιλίστωρ, πολυΐστωρ.
ΝΕ στις λόγ. φρ. τις οίδε; Κύριος οίδε (με τη σημ. 1).
μγ05.σ206
[*Fειδ- (εἰδώς, ἰδέα) και *Fοἶδα (αλλά Fίστωρ), ομόρρ. με αρχ. ινδ. v'eda «γνώση», λατ. vid-ere «βλέπω»].
γλσΕλα'οίκαδε: οἴκαδε::
* McsElln.επίρρημα.οίκαδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίκαδε,
* McsElln.οίκαδε@γλσΕλα,
στο σπίτι ή στην πατρίδα: οἴκαδε ἀφικνοῦμαι
= φτάνω στην πατρίδα.
[παράγ. λ. οἶκος + παρ. επίθ. -αδε· μαρτυρείται ως Fοίκαδε, όπου οἰκα
= ουδ. πληθ. με περιληπτ. σημ. «σπίτια»].
γλσΕλα'οικείος: οἰκεῖος, -εία, -εῖον::
* McsElln.επίθετο.οικείος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικείος,
* McsElln.οικείος@γλσΕλα,
Συγκριτικός οἰκειότερος
Υπερθετικός οἰκειότατος
1. αυτός που ανήκει / σχετίζεται με το σπίτι:τὰ οἰκεῖα
= οι υποθέσεις του σπιτιού.
=/ ξένος,ἀλλότριος.
2. συγγενής: οἱ ἑαυτοῦ οἰκειότατοι
= οι πλησιέστεροι συγγενείς του.
= προσήκοντες.
3. φιλικός: εἴχομέν ποτε... τὸν τόπον τοῦτον οἰκεῖον
= κάποτε είχαμε φιλικό αυτόν τον τόπο.
4. ιδιωτικός: οἰκεῖα κακά
= ιδιωτικές συμφορές.
5. κατάλληλος, αρμόζων: ἔμπροσθεν τοῦ νόμου δεῖ προοίμιον ἑκάστῳ οἰκεῖον προτιθέναι
= μπροστά από κάθε νόμο πρέπει να προτάσσουμε την κατάλληλη εισαγωγή.
:=> παράγ. οἰκειότης, οἰκειόω, σύνθ. ἀνοίκειος.
ΝΕ οικείος (με τις σημ. 2, 3).
[παράγ. λ. οἶκος + παρ. επίθ. -εῖος, ιων. οἰκήιος].
γλσΕλα'οικειόω: οἰκειόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οικειόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικειόω,
* McsElln.οικειόω@γλσΕλα,
1. κάνω κάποιον συγγενή μου.
2. μέση φωνή οἰκειοῦμαί τινα αποκτώ την εύνοια κάποιου: οἰκειοῦμαι τὸν δῆμον λόγῳ
= αποκτώ την εύνοια του λαού με το λόγο μου.
3. παθ. φωνή οἰκειοῦμαι γίνομαι φίλος.
[παράγ. λ. οἰκε_ι-ος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'οικέτης: οἰκέτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οικέτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικέτης,
* McsElln.οικέτης@γλσΕλα,
δούλος του σπιτιού.
[παράγ. λ. οἰκέ-ω + παρ. επίθ. -της].
γλσΕλα'οικέω: οἰκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικέω,
* McsElln.οικέω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ώκουν
Μέλλ. οἰκήσω
Αόρ. ’'ώκησα
Παρακ. ’'ώκηκα
Μέσ. μέλλ.με μέση & παθ. σημ.οἰκήσομαι
Μέσ. αόρ. ’ῳκησάμην
Παθ. αόρ. ’ῳκήθην
Μέσ. & παθ. παρακ. ’'ώκημαι
1. κατοικώ, αποικίζω: τὰς πλείστας τῶν νήσων ’'ώκησαν
= αποίκισαν τα περισσότερα νησιά.
2. διοικώ: πόλεις καὶ οἴκους εὖ οἰκοῦσι
= κυβερνούν καλά πόλεις και οικογένειες.
3. για πόλεις παθ. οἰκοῦμαι κατοικούμαι.
:=> παράγ. οἰκία, οἰκίσκος, οἰκέω, οἰκέτης, οἰκεῖος, οἴκημα, οἴκησις, οἰκητήριον, οἰκήτωρ, οἰκητής, οἰκίζω, σύνθ. οἰκοδομέω, οἰκοδεσπότης, ἐποικέω, ἀποικέω, ἀποικίζω.
[παράγ. λ. οἶκ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'οίκησις: οἴκησις, -ήσεως::
* McsElln.ουσιαστικό.οίκησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίκησις,
* McsElln.οίκησις@γλσΕλα,
1. διοίκηση: οἴκησις πόλεως
= η διοίκηση της πόλης.
2. κατοικία (ως κτίριο).
[παράγ. λ. οἰκέ-ω + παρ. επίθ. -σις, για το ε-η πβ. οἰκη-τήριος, -ιον > μεσν. κτήριον].
γλσΕλα'οικία: οἰκία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.οικία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικία,
* McsElln.οικία@γλσΕλα,
1. κατοικία (ως κτίριο), σπίτι.
2. οικογένεια από την οποία κατάγεται κάποιος.
:=> παράγ. οἰκιακός, σύνθ. ἄποικος, ἀποικία, μέτοικος.
ΝΕ οικία (με τη σημ. 1 ως λόγιος τύπος της λέξης σπίτι).
[παράγ. λ. οἶκος + παρ. επίθ. -ία· μαρτυρείται ως Fοικία, βλπ. οἶκος].
γλσΕλα'οικίζω: οἰκίζω::
* McsElln.ρήμα.οικίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικίζω,
* McsElln.οικίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ώκιζον
Μέλλ. οἰκιῶ
Αόρ. ’'ώκισα
Παρακ. ’'ώκικα
Υπερσ. ’ῳκίκειν
Μέσ. μέλλ. οἰκιοῦμαι
Παθ. μέλλ. οἰκισθήσομαι
Μέσ. αόρ. ’ῳκισάμην
Παθ. αόρ. ’ῳκίσθην
Παθ. παρακ. ’'ώκισμαι
1. ιδρύω αποικία ή οικισμό: οἰκίζω πόλιν
= ιδρύω πόλη.
2. αποικίζω.
:=> παράγ. οἴκισις, οἰκιστής.
ΝΕ οικίζω (λόγ.).
[παράγ. λ. οἶκ-ος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'οίκοι: οἴκοι::
* McsElln.επίρρημα.οίκοι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίκοι,
* McsElln.οίκοι@γλσΕλα,
1. στο σπίτι.
=> τὰ οἴκοι τα ζητήματα του σπιτιού: φοβοῦμαι περὶ τῶν οἴκοι.
[παραγ. λ. οἶκος + παρ. (τοπικό) επίθ. -οι].
γλσΕλα'οίκος: οἶκος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οίκος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίκος,
* McsElln.οίκος@γλσΕλα,
1. σπίτι, κατοικία (ως κτίριο).
= δόμος.
2. περιουσία, κληρονομιά: ἵνα τὸν οἶκον αὐτοῦ κατάσχῃ
= (τον σκότωσε) για να κατάσχει την περιουσία του.
3. βασιλικός οίκος.
:=> παράγ. οἴκοι, οἴκαδε, οἴκοθεν, οἰκιακός, οἰκέω, σύνθ. ἄποικος, μέτοικος, περίοικος, σύνοικος.
μγ05.σ207
ΝΕ οίκος (με τις σημ. 1 και 3).
[*Fοῖκος, λατ. v-icus «κωμόπολη», αρχ. ινδ.ves'a «κάτοικος»].
γλσΕλα'οικουμένη: οἰκουμένη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.οικουμένη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικουμένη,
* McsElln.οικουμένη@γλσΕλα,
το κατοικημένο μέρος της γης.
ΝΕ οικουμένη.
[οἰκουμένη (ενν. γῆ), μτχ. του οἰκέομαι -ο_υμαι].
γλσΕλα'οικτίρω: οἰκτίρω::
* McsElln.ρήμα.οικτίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οικτίρω,
* McsElln.οικτίρω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ώκτιρον
Μέλλ. οἰκτιρῶ
Αόρ. ’'ώκτιρα νιώθω συμπόνια ή οίκτο για κάποιον, τον λυπάμαι (επειδή τον βρήκε μια συμφορά που δεν του άξιζε): οἰκτίρω τινά τινος
= συμπονώ κάποιον για κάτι.
= οἰκτίζω, ἐλεῶ.
:=> παράγ. οἰκτιρμός, οἰκτιρμοσύνη, οἴκτισμα, οἰκτισμός.
ΝΕ οικτίρω.
[*οἰκτείρ-, από όπου οἰκτείρω και *οἰκτίρjω, συγγεν. με οἰζὺς «θρήνος» και το ρ. οἴζω«θρηνώ» < επιφώνημα οἲ «όι, οχ»].
γλσΕλα'οίμοι: οἴμοι ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ.οίμοι::
* McsElln.γλσΕλα'οίμοι,
* McsElln.οίμοι@γλσΕλα,
εκφράζει πόνο, τρόμο, συμπόνια, θυμό, θλίψη, έκπληξη και μεταφράζεται ανάλογα
[επιφ. οἴ + μοι (προσωπ. αντων.) «αλίμονό μου, οϊμέ»].
γλσΕλα'οιμωγή: οἰμωγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.οιμωγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οιμωγή,
* McsElln.οιμωγή@γλσΕλα,
θρήνος: ἡ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς εἰς ἄστυ διῆκεν
= ο θρήνος από τον Πειραιά έφτανε ως την Αθήνα.
[*οἰμωγ- (οἰμώζω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'οιμώζω: οἰμώζω::
* McsElln.ρήμα.οιμώζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οιμώζω,
* McsElln.οιμώζω@γλσΕλα,
Παρατ. ’'ώμωζον
Μέλλ. οἰμώξομαι
Αόρ. ’'ώμωξα
1. θρηνώ.
2. στην καθομιλουμένη αττ. διάλεκτο οἴμωζε!σκάσε!, χάσου!: οὐκ οἰμώξεται;
= δε θα πάει στα κομμάτια;
:=> παράγ. οἴμωγμα, οἴμωξις, οἰμωγή.
[*οἰμώγ- (πβ. οἰμωγή «θρήνος») + παρ. επίθ.-jω > οἰμώζω και αργότερα οἰμώττω· στο οἰμωγή το α΄ συνθετ. είναι το επιφ. οἴμοι].
γλσΕλα'οίνος: οἶνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οίνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίνος,
* McsElln.οίνος@γλσΕλα,
κρασί.
:=> παράγ. οἴνη, οἰνίζομαι, οἶνοψ, σύνθ. οἰνοβαρής, οἰνοχόος, οἰνοχόη.
ΝΕ οίνος (λόγιο για το κρασί).
[*Fοιν-ος, λατ. vinum, μεσογειακή λ.].
γλσΕλα'οινοxόος: οἰνοχόος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οινοxόος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οινοxόος,
* McsElln.οινοxόος@γλσΕλα,
αυτός που σερβίρει κρασί στα ποτήρια και τα προσφέρει στους συμποσιαζόμενους.
[σύνθ. λ. οἶνος + *χόος < χέω].
γλσΕλα'οίομαι: οἴομαι & οἶμαι::
* McsElln.ρήμα.οίομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίομαι,
* McsElln.οίομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ’ῳόμην & ’'ώμην
Μέλλ. οἰήσομαι
Αόρ. ’ῳήθην φαντάζομαι, νομίζω, πιστεύω: ’'ώοντο ὀλίγων ἐτῶν καθαιρήσειν τὴν τῶν Ἀθηναίων δύναμιν
= νόμιζαν ότι μέσα σε λίγα χρόνια θα κατέλυαν τη δύναμη των Αθηναίων.
= δοκέω, ἡγέομαι.
[ίσως *ὀFίσ-jομαι, όπου το *ὀFίσ- συγγεν. με λατ. avis «μαντικό πουλί» (= *οFιωνός > οἰωνός), οπότε οἴομαι «προμαντεύω, νομίζω»].
γλσΕλα'οίος: οἷος, οἵα, οἷον::
* McsElln.αντωνυμία.οίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίος,
* McsElln.οίος@γλσΕλα,
1. σε ανεξάρτητη πρόταση χρησιμεύει ως επιφώνημα και εκφράζει θαυμασμό, απορία ή έκπληξη για κάτι περίεργο τι...!: οἷον τὸ πῦρ!
= τι φωτιά είναι αυτή! οἷον εἰργάσασθε
= τι πράγμα είναι αυτό που κάνατε!
2. συχνά λειτουργεί ως αναφορική αντωνυμία που συσχετίζεται με δεικτικές, όπως τοιόσδε, τοιοῦτος:τοιοῦτος... οἷος... τέτοιας λογής... όποιας λογής..., τέτοιος... που...: θέαμα τοιοῦτον οἷον...
= τέτοιο θέαμα που...
3. οἷος + απαρέμφατο δηλώνει καταλληλότητα ή ικανότητα τέτοιος που να...: οὐκ ἦν ὥρα οἵα τὸ πεδίον ἄρδειν
= δεν ήταν εποχή τέτοια που να ποτίσει κανείς την πεδιάδα.
4. οἷός τ’ εἰμι & οἶός τέ εἰμι + απαρέμφατο είμαι ικανός να κάνω κάτι: οἷοί τέ εἰσι τὸ ναυτικὸν ἀμύνεσθαι
= είναι σε θέση να αποκρούσουν το ναυτικό.
=> οἷόν τ’ ἐστι & οἷόν τέ ἐστιν + απαρέμφατο είναι δυνατόν.
5. επίρρημα οἷον παραδείγματος χάριν: οἷον τί λέγεις;
= παραδείγματος χάριν, τι εννοείς;
6. οἷον & οἷα + μετοχή, όπως το ὡς ή ἅτε + μετοχή, δηλώνει αντικειμενική αιτιολογία: ἦσαν καὶ ἄνθρωποι κατὰ τοὺς ἀγρούς, οἷα ἀπροσδοκήτου κακοῦ ἐν εἰρήνῃ γενομένου
= υπήρχαν και άνθρωποι στα κτήματα, επειδή η επίθεση έγινε αιφνιδιαστικά σε καιρό ειρήνης.
[ενικός οἷος από τη γεν. πληθ. οἵων, που αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ. y'es-am, ΙΕ *yois-om].
γλσΕλα'οίστρος: οἶστρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οίστρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίστρος,
* McsElln.οίστρος@γλσΕλα,
1. μύγα των ζώων, αλογόμυγα.
2. μεταφορικά σφοδρή επιθυμία: ψυχὴ ὑπὸ οἴστρου ἑλκομένη
= ψυχή που σέρνεται από σφοδρές επιθυμίες.
:=> παράγ. οἰστρώδης, οἰστρηδόν, σύνθ. οἰστρήλατος, οἰστρηλατῶ.
ΝΕ οίστρος (λόγ.).
[*οισ- (οἶμα «επίθεση», οἰμάω «επιτίθεμαι») +παρ. επίθ. -τρος].
γλσΕλα'οίxομαι: οἴχομαι::
* McsElln.ρήμα.οίxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οίxομαι,
* McsElln.οίxομαι@γλσΕλα,
Ενεστ.με σημ. παρακ.οἴχομαι
Παρατ. ’ῳχόμην
μγ05.σ208
με σημ. υπερσ.
Μέλλ. οἰχήσομαι έχω φύγει: οἴχεται πλέων
= έχει φύγει πλέοντας (με πλοίο). πρὸς τὸν τῶν Βακτρίων βασιλέα πρεσβεύων ’'ώχετο
= είχε φύγει να πάει πρέσβυς στο βασιλιά των Βακτρίων.
[*οιχ- < *ει-χ-, επεκταμένος κατά το -χ- τύπος της ρίζας *ει- (εἶμι), πβ. εἴχεται· οἴχεται].
γλσΕλα'οιωνοπόλος: οἰωνοπόλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οιωνοπόλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οιωνοπόλος,
* McsElln.οιωνοπόλος@γλσΕλα,
αυτός που μαντεύει με βάση το πέταγμα και τις κραυγές των μαντικών πουλιών.
[σύνθ. λ. οἰωνός + *πόλος < πέλω, -ομαι «συσχετίζομαι»].
γλσΕλα'οιωνός: οἰωνός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.οιωνός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οιωνός,
* McsElln.οιωνός@γλσΕλα,
1. μαντικό πουλί που δήλωνε τα μέλλοντα με το πέταγμα ή τις κραυγές του.
2. σημάδι ή προμήνυμα, που έπαιρναν από τα μαντικά πουλιά: τοῦ ἔκπλου οἰωνὸς ἐδόκει εἶναι
= (η περικοπή των Ερμών) φαινόταν να είναι κακό σημάδι για την εκστρατεία.
:=> παράγ. οἰωνίζομαι, σύνθ. οἰωνοσκόπος.
ΝΕ οιωνός «προμήνυμα» (από τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *οFι- (συγγεν. του λατ. avis «πουλί») + παρ. επίθ. -ωνός, όπως κορ-ώνη, χελ-ώνη].
γλσΕλα'όλεθρος: ὄλεθρος, -έθρου::
* McsElln.ουσιαστικό.όλεθρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όλεθρος,
* McsElln.όλεθρος@γλσΕλα,
καταστροφή: χρημάτων ὀλέθρῳ
= με την καταστροφή των αγαθών.
=> οὐκ εἰς ὄλεθρον; δεν πας να χαθείς;
= οὐκ εἰς κόρακας;
:=> παράγ. ὀλέθριος, σύνθ. ἀνόλεθρος, πανωλεθρία.
ΝΕ όλεθρος.
[παράγ. λ. *ὀλ- (ὄλ-λυμι) + ένθημα -εθ- + παρ.επίθ. -ρος].
γλσΕλα'ολίγος: ὀλίγος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.ολίγος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολίγος,
* McsElln.ολίγος@γλσΕλα,
Συγκριτικός μείων & ἥττων & ἐλάττων
Υπερθετικός ὀλίγιστος
1. ως προς τον αριθμό ή την ποσότητα λίγος: ὀλίγα κακά
= λίγες συμφορές.
2. το ουδ. ως επίρρημα ὀλίγον λίγο: ὀλίγον διέχει ἡ Σάμος τῆς ἠπείρου
= λίγο απέχει η Σάμος από την αντικρινή στεριά.
3. ειδικές εκφράσεις
α. ὀλίγου δεῖν λίγο έλειψε...: ὀλίγου ἐδέησε καταλαβεῖν τὴν πόλιν
= λίγο έλειψε να καταλάβει την πόλη.
β. δι’ ὀλίγου σε μικρή απόσταση / σε σύντομο χρονικό διάστημα: δι’ ὀλίγου ἐστίν
= βρίσκεται σε κοντινή απόσταση.
γ. δι’ ὀλίγων με λίγες λέξεις.
δ. κατ’ ὀλίγον λίγο λίγο: οὗτοι κατ’ ὀλίγους γιγνόμενοι ἐμάχοντο
= αυτοί μάχονταν λίγοι λίγοι κάθε φορά.
:=> παράγ. ὀλιγάκις, ὀλιγοστός, ὀλιγότης, σύνθ. ὀλιγανδρία.
ΝΕ λίγος (με τη σημ. 1) & λίγο (με σημ. 2).
[ίσως *λειγ- , λοιγ-ὸς «καταστροφή, λιμός», ομόρρ. με λιθ. lig'a «αρρώστια»].
γλσΕλα'ολιγωρέω: ὀλιγωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ολιγωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολιγωρέω,
* McsElln.ολιγωρέω@γλσΕλα,
1. εκτιμώ λίγο.
2. δε δίνω προσοχή, αδιαφορώ.
:=> παράγ. ὀλιγωρία «χαμηλή εκτίμηση», ὀλιγώρημα, ὀλιγώρησις.
ΝΕ ολιγωρώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ./παράγ. ὀλίγωρος (ὀλίγον + ὥρα και ὤρα «φροντίδα») + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ολισθάνω: ὀλισθάνω & ὀλισθαίνω::
* McsElln.ρήμα.ολισθάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολισθάνω,
* McsElln.ολισθάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ὠλίσθα(ι)νον
Μέλλ. ὀλισθήσω
Αόρ. α΄ & β΄ ὠλίσθησα & ὤλισθον
Παρακ. ὠλίσθηκα
Υπερσ. ὠλισθήκειν γλιστρώ: ὀλισθάνει τῆς χειρὸς ὁ σίδηρος
= γλιστρά το σίδερο από το χέρι.
:=> παράγ. ὀλίσθημα, ὀλίσθησις, ὀλισθηρός.
ΝΕ ολισθαίνω.
[προθετικό ὀ- + *λισθ- (< *sleidhdh-, πβ. αγγλ.slid-e «γλιστρώ») + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ολκάς: ὁλκάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.ολκάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολκάς,
* McsElln.ολκάς@γλσΕλα,
εμπορικό πλοίο: ἡ σιταγωγὸς ὁλκάς
= φορτηγό πλοίο για τις προμήθειες.
= στρογγύλη ναῦς.
[παράγ. λ. *ὁλκ- (ἕλκω) + παρ. επίθ. -άς].
γλσΕλα'όλος: ὅλος, -η, -ον::
* McsElln.αντωνυμία.όλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όλος,
* McsElln.όλος@γλσΕλα,
1. ολόκληρος, ακέραιος: ὅλους ποιητὰς ἐκμανθάνουσιν
= μαθαίνουν ολόκληρους ποιητές από στήθους (δηλ. ολόκληρα τα ποιήματά τους και όχι αποσπάσματά τους).
2. επίρρημα ὅλως
α. εντελώς: ὅλως ψεύδεται
= ψεύδεται εντελώς.
β. γενικά, με λίγα λόγια: διψῆν καὶ πεινῆν καὶ ὅλως αἱ ἐπιθυμίαι
= η δίψα και η πείνα και γενικά οι επιθυμίες.
ΝΕ όλος (με τη σημ. 1) & όλως (με σημ. 2α).
[*σολ- + παρ. επίθ. -Fος, ομόρρ. με λατ. salvus«σώος, ολόκληρος»].
γλσΕλα'ολοφύρομαι: ὀλοφύρομαι::
* McsElln.ρήμα.ολοφύρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολοφύρομαι,
* McsElln.ολοφύρομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ὠλοφυρόμην
Μέλλ. ὀλοφυροῦμαι
Αόρ. ὠλοφυράμην
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ὠλοφύρθην«έκλαψα»θρηνώ, κλαίω: τοὺς τῶνδε τοκέας οὐκ ὀλοφύρομαι
= τους γονείς αυτών εδώ των νεκρών δεν τους κλαίω. τοῖς κακοῖς ὀλοφυρθείς
= αφού κλάψει για τις συμφορές.
:=> παράγ. ὀλόφυρσις, ὀλοφυρμός.
[*ὀλοφ- «κλάμα» αναλογικά προς το ὀδ-ύρομαι, ομόρρ. με ὀλολύζω].
γλσΕλα'Ολυμπία: Ὀλυμπία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.Ολυμπία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ολυμπία,
* McsElln.Ολυμπία@γλσΕλα,
η περιοχή γύρω από την Πίσα, όπου τελούνταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
μγ05.σ209
[παράγ. λ. Ὄλυμπος (προελλ.) + παρ. επίθ.-ία].
γλσΕλα'Ολύμπια: Ὀλύμπια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Ολύμπια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ολύμπια,
* McsElln.Ολύμπια@γλσΕλα,
κύριο όνομα πανελλήνιος αθλητικός διαγωνισμός που τελούσαν προς τιμήν του Δία κάθε τέσσερα χρόνια στην Πίσα.
[ουσιαστικοπ. του ουδ. πληθ. του Ὀλύμπιος, -ία,-ιον (ενν. ἱερά)]
γλσΕλα'ολυμπικός: ὀλυμπικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ολυμπικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολυμπικός,
* McsElln.ολυμπικός@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει σχέση με τον Όλυμπο.
2. που έχει σχέση με την Ολυμπία, ολυμπιακός: Ὀλυμπικὸς ἀγών
= Ολυμπιακοί Αγώνες.
ΝΕ ολυμπιακός (με τη σημ. 2).
[παράγ.λ. Ὄλυμπος/Ὀλύμπια + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'ολυμπιονίκης: ὀλυμπιονίκης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ολυμπιονίκης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ολυμπιονίκης,
* McsElln.ολυμπιονίκης@γλσΕλα,
ο νικητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
[σύνθ. λ. Ὀλύμπια + νικάω].
γλσΕλα'όμβρος: ὄμβρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όμβρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμβρος,
* McsElln.όμβρος@γλσΕλα,
καταιγίδα.
:=> παράγ. ὄμβριος «βρόχινος».
[*οmbh-ro, ομόρρ. με αρχ. ινδ. 'ambhras- «νερό της βροχής»].
γλσΕλα'ομιλέω: ὁμιλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ομιλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ομιλέω,
* McsElln.ομιλέω@γλσΕλα,
συναναστρέφομαι με κάποιον, έχω σχέσεις με κάποιον (κοινωνικές ή πολιτικές): ὁμιλῶ κακοῖς ἀνδράσιν
= συναναστρέφομαι με κακούς ανθρώπους. ἡμῖν ἀπὸ τοῦ ἴσου ὁμιλοῦσιν
= έχουν σχέσεις ισότητας προς εμάς (δηλ. δε μας έχουν υποτάξει).
:=> παράγ. ὁμιλία, ὁμιλητής, ὁμιλητικός, σύνθ. συνομιλέω, προσομιλέω.
ΝΕ ομιλώ & μιλώ «συζητώ».
[παράγ. λ. ὅμιλ-ος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ομιλία: ὁμιλία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ομιλία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ομιλία,
* McsElln.ομιλία@γλσΕλα,
συναναστροφή: ὁμιλίαις κακαῖς χρῶμαι
= έχω κακές συναναστροφές.
ΝΕ ομιλία «συζήτηση».
[παράγ. λ. ὁμιλέω/ὅμιλος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'όμιλος: ὅμιλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όμιλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμιλος,
* McsElln.όμιλος@γλσΕλα,
συγκεντρωμένο πλήθος, το πλήθος: ὅπερ φιλεῖ ὅμιλος ποιεῖν
= πράγμα που συνηθίζει να κάνει το πλήθος.
ΝΕ όμιλος «ομάδα, σύλλογος κτλ.».
[ὅμ-_ιλος (όπως στρόβ-ιλος), ίσως ὁμ-ὸς «ο ίδιος»+ ἴλη «ομάδα»].
γλσΕλα'όμμα: ὄμμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.όμμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμμα,
* McsElln.όμμα@γλσΕλα,
μάτι.
[παράγ. λ. *ὀπ- (ὁράω, ὄπωπα) + παρ. επίθ.-μα].
γλσΕλα'όμνυμι: ὄμνυμι & ὀμνύω::
* McsElln.ρήμα.όμνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμνυμι,
* McsElln.όμνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ὤμνυν
Μέλλ. με ενεργ. σημ. ὀμοῦμαι
Αόρ. ὤμοσα
Παρακ. ὀμώμοκα
Υπερσ. ὠμωμόκειν
Παθ. μέλλ. ὀμοσθήσομαι
Μέσ. αόρ. στα σύνθετα ρήματα μόνο-ωμοσάμην(λ.χ. διωμοσάμην,ἐξωμοσάμην)
Παθ. αόρ. ὠμό(σ)θην
Παθ. παρακ.γ΄ πρόσ.ὀμώμοσται ορκίζομαι: ὄμνυμι θεοὺς καὶ θεάς
= ορκίζομαι στους θεούς και τις θεές.
:=> σύνθ. ἀνώμοτος, συνωμότης.
ΝΕ ομνύω (λόγ.).
[*ὀμ- (συγγεν. με αρχ. ινδ. am--iti «κρατώ») +παρ. ένθ. -νυ + παρ. επίθ. -μι, ὄμ-νυ-μι (ενν.ὅρκον) «κρατώ όρκο, ορκίζομαι»].
γλσΕλα'όμοιος: ὅμοιος & ὁμοῖος, -οία, -οιον & -οῖον::
* McsElln.επίθετο.όμοιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμοιος,
* McsElln.όμοιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὁμοιότερος
Υπερθετικός ὁμοιότατος όμοιος: ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει
= ο όμοιος πάντα πλησιάζει έναν όμοιό του.
:=> παράγ. ὁμοιότης, ὁμοίωμα, ὁμοιάζω.
ΝΕ όμοιος.
[παράγ. λ. *ὁμο- (ὁμὸς «ίδιος») + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'ομολογέω: ὁμολογέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ομολογέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ομολογέω,
* McsElln.ομολογέω@γλσΕλα,
Παρατ. ὡμολόγουν
Μέλλ. ὁμολογήσω
Αόρ. ὡμολόγησα
Παρακ. ὡμολόγηκα
Παθ. μέλλ. β΄ ὁμολογήσομαι
Μέσ. αόρ. ὡμολογησάμην
Παθ. αόρ. ὡμολογήθην
Παθ. παρακ. ὡμολόγημαι
1. συμφωνώ: οὐκ ἔφη τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις ὁμολογεῖν
= είπε ότι τα λόγια τους δε συμφωνούν με τα έργα.
2. παραδέχομαι: ὁμολογεῖ Νικίαν ἑορακέναι
= παραδέχεται ότι έχει δει το Νικία.
3. απρόσωπο ὁμολογεῖται γίνεται παραδεκτό.
:=> παράγ. ὁμολόγημα, ὁμολογία, ὁμολόγως.
ΝΕ ομολογώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ὁμόλογος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ομολογία: ὁμολογία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ομολογία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ομολογία,
* McsElln.ομολογία@γλσΕλα,
συνθήκη, συμφωνία: τὴν ὁμολογίαν παραβαίνω
= παραβαίνω τους όρους της συμφωνίας.
ΝΕ ομολογία «παραδοχή».
[παράγ. λ. ὁμόλογος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ομού: ὁμοῦ::
* McsElln.επίρρημα.ομού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ομού,
* McsElln.ομού@γλσΕλα,
1. για τόπο στον ίδιο τόπο, μαζί: ἐφόνευον ἄνδρας ὁμοῦ καὶ ἵππους
= σκότωναν ανθρώπους και μαζί και άλογα.
2. συνολικά, όλοι μαζί: ἀπὸ Σόλωνος ὁμοῦ διακόσιά ἐστιν ἔτη
= από την εποχή του Σόλωνα είναι συνολικά διακόσια χρόνια.
[παράγ. λ. ὁμὸς «ο ίδιος» + παρ. επίθ. -οῦ].
μγ05.σ210
γλσΕλα'όμφαξ: ὄμφαξ, -κος::
* McsElln.ουσιαστικό.όμφαξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμφαξ,
* McsElln.όμφαξ@γλσΕλα,
άγουρο σταφύλι.
[ίσως στερητ. *ὀν- (πριν από χειλικά *ὀμ- < ΙΕ*nο) + *φαγ- (ἔ-φαγ-ον) + παρ. επίθ. -ς στη σημ. «αυτός που δεν τρώγεται ακόμη»].
γλσΕλα'όμως: ὅμως::
* McsElln.σύνδεσμος.όμως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όμως,
* McsElln.όμως@γλσΕλα,
όμως, εντούτοις.
ΝΕ όμως.
[με ανέβασμα του τόνου από το επίρρ. ὁμῶς«με τον ίδιο τρόπο» < επίθετο ὁμὸς «ίδιος»].
γλσΕλα'όναρ: ὄναρ::
* McsElln.ουσιαστικό.όναρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όναρ,
* McsElln.όναρ@γλσΕλα,
μόνο στην ονομ. και αιτ. ενικού (οι άλλες πτώσεις από το ὄνειρος, ὁ).όνειρο που βλέπει κανείς στον ύπνο του: εἶδον ὄναρ.
[ὄν-αρ- και *ὄνερ-jος
= ὄνειρος, ὁ (αιολ. ὄνοιρος), συγγεν. με αρμ. anurj «όνειρο»].
γλσΕλα'ονειδίζω: ὀνειδίζω::
* McsElln.ρήμα.ονειδίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ονειδίζω,
* McsElln.ονειδίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ὠνείδιζον
Μέλλ. ὀνειδιῶ
Αόρ. ὠνείδισα
Παρακ. ὠνείδικα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ὀνειδιοῦμαι
Παθ. αόρ. ὠνειδίσθην
επικρίνω, επιπλήττω:
ὀνειδιῶ σε ὅτι τὰ πλείστου ἄξια περὶ ἐλαχίστου ποιεῖ == θα σε επιπλήξω, γιατί ελάχιστα εκτιμάς αυτά που έχουν πολύ μεγάλη αξία.
:=> παράγ. ὀνείδισμα, ὀνειδισμός, σύνθ. ἐπονείδιστος.
ΝΕ ονειδίζω (λόγ.).
[παραγ. λ. ὄνειδος + παρ. επίθ. -ίζω].
===
_stxElla: Μηδενὶ συμφορὰν ὀνειδίσῃς· κοινὴ γὰρ ἡ τύxη καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον. == Μην περιπαίξεις κανέναν για τη συμφορά του· γιατί η τύxη ειναι κοινή και άγνωστο το μέλλον. [Ι.Ι.29]
γλσΕλα'όνειδος: ὄνειδος, -είδους::
* McsElln.ουσιαστικό.όνειδος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όνειδος,
* McsElln.όνειδος@γλσΕλα,
επίκριση, επίπληξη.
ΝΕ όνειδος «ντροπή».
[προθεμ. ὀ- + *νειδ- «μομφή», συγγεν. με αρχ.ινδ. nid-an'a «ονειδισμένος» ].
γλσΕλα'όνησις: ὄνησις, -ήσεως::
* McsElln.ουσιαστικό.όνησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όνησις,
* McsElln.όνησις@γλσΕλα,
κέρδος: τί γὰρ ἡ σὴ δεινότης εἰς ὄνησιν ἥκει τῇ πατρίδι;
= ως προς τι η ρητορική σου ικανότητα έχει έρθει ως κέρδος για την πατρίδα μας;
[παράγ. λ. *ὀνη- (ὀ-νί-νημι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'ονίνημι: ὀνίνημι::
* McsElln.ρήμα.ονίνημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ονίνημι,
* McsElln.ονίνημι@γλσΕλα,
Παρατ.από το ὠφελέω ὠφέλουν
Μέλλ. ὀνήσω
Αόρ. ὤνησα
Μέσ. ενεστ. ὀνίναμαι
Μέσ. παρατ. ὠνινάμην
Μέσ. μέλλ. ὀνήσομαι
Μέσ. αόρ. α΄ ὠνησάμην
Μέσ. αόρ. β΄ ὠνήμην
1. ωφελώ: Ξενοφῶντα ὠνήσατε οὐχ ἑλόμενοι
= ωφελήσατε τον Ξενοφώντα με το να μην τον εκλέξετε.
= λυσιτελέω.
=/ βλάπτω.
2. μέση φωνή ὀνίναμαι ωφελούμαι, πορίζομαι ωφέλεια: ὀνήσεσθε ἀκούγοντες
= θα ωφεληθείτε ακούγοντάς με.
3. η ευκτική αορ. μέσης φωνής εκφράζει ευχή ὀναίμην, -αιο, -αιτο να χαρώ...! / να χαρείς...! / να χαρεί...!: τῶν τέκνων ὄναιο
= να χαρείς τα παιδιά σου!
:=> παράγ. ὄνησις, ὀνητός, ὀνήσιμος, σύνθ. ἀνόνητος.
[προθεμ. ὀ- + *να-/*νη- (ομόρρ. με αρχ. ινδ.n-a- στο n-a-th'a «βοήθεια») + αναδιπλασιασμός νι- + παρ. επίθ. -μι].
γλσΕλα'όνομα: ὄνομα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.όνομα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όνομα,
* McsElln.όνομα@γλσΕλα,
1. όνομα.
2. φήμη: τὸ μέγα ὄνομα τῶν Ἀθηνῶν
= η μεγάλη φήμη της Αθήνας.
3. πρόφαση, πρόσχημα: ὀνόματι ἐννόμῳ ξυμμαχίας
= υπό το πρόσχημα μιας νόμιμης συμμαχίας.
4. λέξη.
:=> παράγ. ὀνομάζω, σύνθ. ὀνοματοθέτης, ἀνώνυμος, εὐώνυμος.
ΝΕ όνομα (με τις σημ. 1, 2).
[προθεμ. ὀ- + *νομα-, συγγεν. με αρχ. ινδ. n'ama«όνομα», αρχ. περσ. n-ama, λατ. nomen].
γλσΕλα'ονομάζω: ὀνομάζω::
* McsElln.ρήμα.ονομάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ονομάζω,
* McsElln.ονομάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ὠνόμαζον
Μέλλ. ὀνομάσω
Αόρ. ὠνόμασα
Παρακ. ὠνόμακα
Παθ. αόρ. ὠνομάσθην
Παθ. παρακ. ὠνόμασμαι ονομάζω.
:=> παράγ. ὀνομαστός, ὀνομασία.
ΝΕ ονομάζω.
[παράγ. λ. ὄνομα + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'όνος: ὄνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όνος,
* McsElln.όνος@γλσΕλα,
1. γάιδαρος.
=> παροιμία περὶ ὄνου σκιᾶς για σκιά ενός γαϊδουριού (δηλ. για ένα ασήμαντο και ευτελές πράγμα).
:=> σύνθ. ἡμίονος.
ΝΕ όνος ως λόγ. της λέξης γάιδαρος.
[ανατολικό δάν., πβ. σουμερικό an^su «όνος», αρμ. e^s «όνος», λατ. asinus].
γλσΕλα'όντως: ὄντως::
* McsElln.επίρρημα.όντως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όντως,
* McsElln.όντως@γλσΕλα,
πράγματι: ὁ ὄντως φιλομαθής
= ο πράγματι φιλομαθής.
ΝΕ όντως.
[τὸ ὄν, ὄντ-ος + παρ. επίθ. -ως].
γλσΕλα'όνυξ: ὄνυξ, -χος::
* McsElln.ουσιαστικό.όνυξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όνυξ,
* McsElln.όνυξ@γλσΕλα,
νύχι.
=> παροιμία ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα (τεκμαίρεταί τις)από το νύχι καταλαβαίνει κανείς το λιοντάρι (δηλ. αναγνωρίζει κάποιον ή κάτι από μια μικρή αλλά χαρακτηριστική λεπτομέρεια).
μγ05.σ211
ΝΕ νύχι.
[προθετ. ὀ- + *nogh-, γερμ. Nagel «νύχι», αρχ.ινδ. nakh'a «νύχι»].
γλσΕλα'όξος: ὄξος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.όξος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όξος,
* McsElln.όξος@γλσΕλα,
ξίδι.
ΝΕ όξος (λόγ.) & ξίδι.
[παράγ. λ. ὀξ-ύς + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'οξύνω: ὀξύνω::
* McsElln.ρήμα.οξύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οξύνω,
* McsElln.οξύνω@γλσΕλα,
Παρατ. ὤξυνον
Μέλλ. ὀξυνῶ
Αόρ. ὤξυνα
Παθ. παρακ. ὤξυμμαι ακονίζω.
:=> παράγ. παροξυσμός.
ΝΕ οξύνω.
[παράγ. λ. ὀξύς + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'οξύς: ὀξύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.οξύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οξύς,
* McsElln.οξύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὀξύτερος
Υπερθετικός ὀξύτατος
1. μυτερός, κοφτερός, οξύς: βέλος ὀξύ. πέλεκυς ὀξύς
= κοφτερό τσεκούρι.
=/ ἀμβλύς.
2. για αισθήσεις οξύς.
3. ἡ ὀξεῖα (ενν. προσῳδία) οξεία (ένας από τους τρεις τόνους).
:=> παράγ. ὀξύτης, σύνθ. ὀξύθυμος.
ΝΕ οξύς (με τις σημ. 1, 2, 3).
[*ακ- (ἀκή, ἀκωκὴ «αιχμή») + παρ. επίθ. -ύς, όμως λείπει μια ρίζα με σ-: *ἀκσ-, *ὀκσ-].
γλσΕλα'οπή: ὀπή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.οπή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπή,
* McsElln.οπή@γλσΕλα,
τρύπα.
ΝΕ οπή (λόγιο για το τρύπα).
[*ὀπ- < *okw- (ὄπωπα < ὁράω, ὄψις, ὄψομαι)στη σημ. «η τρύπα μέσα από την οποία βλέπει κανείς»].
γλσΕλα'όπη: όπῃ::
* McsElln.επίρρημα.όπη@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όπη,
* McsElln.όπη@γλσΕλα,
1. για τόπο προς το μέρος όπου, προς τα εκεί όπου:
ἀμηχανῶ ὅπῃ τράπωμαι = δεν ξέρω προς τα πού να στραφώ.
2. για τρόπο πώς, όπως:
μετατίθημί τι ὅπῃ ἂν δοκῇ μοι = τροποποιώ κάτι (μια συνθήκη λ.χ.), όπως τυχόν αποφασίσω.
[αναφορικό του πῇ, βλπ. ‘πῇ#ql:γλσελα'πή#]
γλσΕλα'οπηνίκα: ὁπηνίκα::
* McsElln.επίρρημα.οπηνίκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπηνίκα,
* McsElln.οπηνίκα@γλσΕλα,
ποια ώρα, ποια μέρα:
οὐδεὶς οἶδ’ ὁπηνίκα ἐστί τοὐνιαυτοῦ
= κανείς δεν ξέρει ποια μέρα του χρόνου είναι.
[αναφορικό του ἡνίκα, βλπ. ἡνίκα].
γλσΕλα'όπισθεν: ὄπισθεν::
* McsElln.επίρρημα.όπισθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όπισθεν,
* McsElln.όπισθεν@γλσΕλα,
1. πίσω: τοὺς ὄπισθεν εἰς τὸ πρόσθεν ἄξομεν
= θα φέρουμε μπροστά αυτούς που είναι πίσω.
2. ὄπισθεν + γενική πίσω από...: ὄπισθεν ἐμοῦ εἰσ'ήει
= έμπαινε πίσω από μένα.
:=> παράγ. ὀπίσθιος, σύνθ. μετόπισθεν.
ΝΕ όπισθεν (λόγ., με τη σημ. 1).
[μυκην. ὀπί (συγγεν. με την ἐπί) + παρ. επίθ.-σθεν κατά το ἔμπρο-σθεν].
γλσΕλα'οπίσω: ὀπίσω::
* McsElln.επίρρημα.οπίσω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπίσω,
* McsElln.οπίσω@γλσΕλα,
επίσης τὸ ὀπίσω και με συναίρεση τοὐπίσω.προς τα πίσω, πίσω: εἰς τοὐπίσω ἑλκύω τὰς ἡνίας
= τραβώ τα χαλινάρια προς τα πίσω.
ΝΕ οπίσω (λόγ.) & πίσω.
[πρόθ. ὀπί (συγγεν. με την ἐπί) + παρ. επίθ. -σω κατά το πρό-σω].
γλσΕλα'οπλίτης: ὁπλίτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.οπλίτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπλίτης,
* McsElln.οπλίτης@γλσΕλα,
βαριά οπλισμένος στρατιώτης.
=/ ψιλός «ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης».
ΝΕ οπλίτης.
[παράγ. λ. ὅπλον + παρ. επίθ. -ίτης].
γλσΕλα'όπλον: ὅπλον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όπλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όπλον,
* McsElln.όπλον@γλσΕλα,
όπλο.
:=> παράγ. ὁπλίτης, ὁπλίζω, ὁπλισμός, ὅπλισις, σύνθ. ὁπλομάχος, ὁπλοθήκη, ἄνοπλος
ΝΕ όπλο.
[*ὅπ- (< ἕπω) + παρ. επίθ. -λον, όπου ἕπω «ασχολούμαι, φροντίζω», συγγεν. με αρχ. ινδ.s'apati «φροντίζω»].
γλσΕλα'οπόθεν: ὁπόθεν::
* McsElln.επίρρημα.οπόθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπόθεν,
* McsElln.οπόθεν@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση από ποιο μέρος, από πού: οὐκ ἔχω εἰπεῖν ὁπόθεν ἐσῆλθον
= δεν μπορώ να πω από πού εισήλθαν (στη Σικελία).
2. όταν εισάγει αναφορική πρόταση, απ’ όπου, από εκεί που: ἐπανελθεῖν βούλομαι ὁπόθεν ἐξέβην
= θέλω να επανέλθω εκεί απ’ όπου έκανα την παρέκβαση.
[αναφορικό του πόθεν, δηλ. ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ,ὅ) + πόθεν, βλπ. πόθεν].
γλσΕλα'οποίος: ὁποῖος, -οία, -οῖον::
* McsElln.αντωνυμία.οποίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οποίος,
* McsElln.οποίος@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει αναφορική πρόταση, όποιου είδους, όποιας λογής: τοιοῦτοι οἱ φίλοι ὁποῖος καὶ σύ
= όποιας λογής είσαι εσύ, τέτοιας λογής είναι και οι φίλοι σου.
2. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση, τι είδους: οὐκ οἶδα ὁποί'α τόλμῃ χρώμενος ἐρῶ
= δεν ξέρω με τι είδους τόλμη να μιλήσω.
ΝΕ οποίος (σε επιφωνηματικές φρ., λ.χ. οποία αναίδεια!) με τη σημ 2 & ο οποίος (με το οριστικό άρθρο) με αναφορική σημ.
[ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ, ὅ) + πο_ιος, βλπ. ποῖος].
γλσΕλα'οπότε: ὁπότε::
* McsElln.επίρρημα.οπότε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπότε,
* McsElln.οπότε@γλσΕλα,
1. με οριστική όταν: ὁπότε ἡμέρα ἐγένετο
= όταν έγινε μέρα.
2. με ευκτική κάθε φορά που, όποτε (προπαροξύτονα): ὁπότε οὗτος ἔλθοι
= όσες φορές αυτός ερχόταν, όποτε ερχόταν αυτός.
3. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση πότε: σημεῖον ἤρθη ὁπότε χρὴ ἀνάγεσθαι
= υψώθηκε σήμα, για να προειδοποιήσει πότε πρέπει να ξεκινήσουν.
μγ05.σ212
ΝΕ οπότε (με σημ. 1) & όποτε (με σημ. 2).
[ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ, ὅ) + ποτέ, βλπ. ποτέ].
γλσΕλα'οπότερος: ὁπότερος, -έρα, -ότερον::
* McsElln.αντωνυμία.οπότερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπότερος,
* McsElln.οπότερος@γλσΕλα,
αναφορική όποιος από τους δυο: ὁπότεροι ἂν κρατῶσιν
= όποιος από τους δυο νικήσει.
[ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ, ὅ) + πότερος, βλπ. πότερος].
γλσΕλα'όπου: ὅπου::
* McsElln.επίρρημα.όπου@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όπου,
* McsElln.όπου@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει αναφορική πρόταση, συχνά συνοδεύεται από γενική, όπου, σε όποιο σημείο.
3. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση πού: οὐδεὶς οἶδεν ὅπου ἐστίν
= κανείς δεν ξέρει πού είναι.
ΝΕ όπου.
[ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ, ὅ) + ποῦ, βλπ. ποῦ].
γλσΕλα'οπτάω: ὀπτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οπτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπτάω,
* McsElln.οπτάω@γλσΕλα,
Παθ. παρακ. ὤπτημαι
Παθ. αόρ. ὠπτήθην
1. ψήνω: κρέα ὀπτῶ
= ψήνω κρέατα.
=/ ἕψω«βράζω».
2. σκληρύνω: ὁ ἥλιος ὀπτᾷ τὴν γῆν
= ο ήλιος σκληραίνει τη γη.
:=> παράγ. ὄπτησις.
[παράγ. λ. ὀπτὸς «ψητός» + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'οπώρα: ὀπώρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.οπώρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οπώρα,
* McsElln.οπώρα@γλσΕλα,
1. φθινόπωρο ή καλοκαίρι (όταν σήμαινε «καλοκαίρι», το φθινόπωρο δηλωνόταν με τη λέξη φθινόπωρον ή μετόπωρον): ἀπετέλεσε τὸ τεῖχος ἀρξάμενος ἀπὸ ἠρινοῦ χρόνου πρὸ ὀπώρας
= αποτέλειωσε το τείχος, αφού είχε αρχίσει από την άνοιξη πριν από το καλοκαίρι.
2. καρπός.
:=> παράγ. ὀπωρικός, ὀπωρινός, σύνθ. φθινόπωρον, μετόπωρον, ὀπωροπώλης.
ΝΕ οπώρα (λόγ., με τη σημ. 2).
[πρόθ. ὀπί- (= ἐπί) + *ὄ(σ)αρ «θέρος, φθινόπωρο», συγγεν. με ρωσ. 'osen)i «θέρος, φθινόπωρο», εναλλαγή r-n].
γλσΕλα'όπως: ὅπως::
* McsElln.επίρρημα.όπως & ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ.όπως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όπως,
* McsElln.όπως@γλσΕλα,
A. EΠΙΡΡΗΜΑ ΤΡΟΠΟΥ
1. όπως: οὕτως ὅπως δύνανται
= έτσι όπως μπορούν.
2. σε πλάγιες ερωτήσεις, έπειτα από ρήματα που εκφράζουν φροντίδα, προσοχή, προφύλαξη. Εκφέρεται με οριστική μέλλ. ή απορηματική υποτακτική ή, όταν υπάρχει εξάρτηση από παρελθοντικό χρόνο, με ευκτική πώς, με ποιον τρόπο: οὗτοι ἐπιμελοῦνται ὅπως οἱ πολῖται ἀμείνους ἔσονται
= αυτοί φροντίζουν πώς να γίνουν καλύτεροι οι πολίτες. οὐ φροντίζουσιν ὅπως φίλους ἀγαθοὺς κτήσωνται
= δε μεριμνούν πώς να αποκτήσουν καλούς φίλους.
3. οὐκ ἔστιν ὅπως δεν υπάρχει τρόπος να.../ δεν είναι δυνατόν να...: οὐκ ἔστιν ὅπως ποτὲ σοὺς δέξονται λόγους
= δεν είναι δυνατόν να δεχθούν ποτέ τους όρους σου.
4. ὅπως + υπερθετικός επιρρήματος όσο το δυνατόν πιο...: ὅπως ἥδιστα
= όσον το δυνατόν πιο ευχάριστα.
= ὅτι, ὡς + υπερθετικός.
B. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ.::
τελικός για να: ἰατρὸν παρακαλῶ ὅπως μὴ ὁ κάμνων ἀποθάνῃ
= προσκαλώ γιατρό, για να μην πεθάνει ο ασθενής.
ΝΕ όπως (με τη σημ. Α1).
[ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ, ὅ) + πῶς, βλπ. πῶς].
γλσΕλα'οράω: ὁράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οράω,
* McsElln.οράω@γλσΕλα,
Παρατ. ἑώρωνΜέλλ.με ενεργ. σημ.ὄψομαι«θα δω»
Αόρ. β΄από άλλη ρίζα εἶδον
Παρακ. ἑόρακα & ἑώρακα
Παθ. αόρ. ὤφθην
Παθ. μέλλ. ὀφθήσομαι
Παθ. παρακ. ἑώραμαι & ἑόραμαι & ὦμμαι
1. βλέπω:
ὁρᾷς ἡμᾶς ὅσοι ἐσμέν == μας βλέπεις πόσοι είμαστε.
ὁρῶσιν τὰς ναῦς ἐπὶ σφᾶς πλεούσας == βλέπουν τα καράβια να πλέουν εναντίον τους.
2. προσέχω:
ὅρα τί ποιεῖς == πρόσεχε τι κάνεις.
:=> παράγ. ὅρασις, ὁρατός, ὅραμα, ὄψις, ὄμμα, σύνθ. ἀφορῶ, διορῶ, εἰσορῶ, ὑπερορῶ, περιορῶ, τιμωρός.
[*σFορ- «παρατηρώ» + παρ. επίθ. -άω, όπου*σFορ- συγγεν. με γοτθ. war(s) «συνετός», λατ. vereor «σέβομαι», ὤρα «φροντίδα»].
===
_stxElla: Κῦρος εἶδεν ἔλαφον. == Ο Κύρος είδε ένα ελάφι. [Ξ.Κ.Π.Ι.4.8]
γλσΕλα'οργή: ὀργή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.οργή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οργή,
* McsElln.οργή@γλσΕλα,
1. η ιδιοσυγκρασία κάποιου, η κράση του, η διάθεσή του: τῇ ὀργῇ οὕτω χαλεπῇ ἐχρῆτο ὥστε μηδένα δύνασθαι προσιέναι
= ανέπτυξε τόσο δύσκολη ιδιοσυγκρασία, ώστε κανείς δεν μπορούσε να τον πλησιάσει.
2. θυμός, οργή.
:=> παράγ. ὀργίλος, ὀργιλότης, ὀργίζω, σύνθ.παροργίζομαι, ἐξοργίζομαι.
ΝΕ οργή (με τη σημ. 2).
[*ὀργ-/*ἐργ- «έχω σφρίγος», συγγεν. με αρχ.ιρλ. ferc «οργή»].
γλσΕλα'όργια: ὄργια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.όργια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όργια,
* McsElln.όργια@γλσΕλα,
1. μυστικές τελετές, μυστική λατρεία (που τελούνταν μόνο από μυημένους, όπως ήταν λ.χ. οι τελετές της Δήμητρας στην Ελευσίνα).
2. γενικά τελετές (όχι μόνο μυστικές), θυσίες.
:=> παράγ. ὀργιάζω, ὀργιαστής, ὀργιαστικός.
ΝΕ όργια.
[*Fόργ- (ἔργον) + παρ. επίθ. -ια > ὄργια, που παρετυμολογήθηκε προς το ὀργὴ και το ὀργιάζω, καθώς τα ὄργια αναφέρονται κυρίως στο Διόνυσο].
γλσΕλα'οργίζω: ὀργίζω::
* McsElln.ρήμα.οργίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οργίζω,
* McsElln.οργίζω@γλσΕλα,
μγ05.σ213
Παρατ. ὤργιζον
Αόρ. ὤργισα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ὀργιοῦμαι
Παθ. μέλλ. ὀργισθήσομαι
Παθ. αόρ. ὠργίσθην
Παθ. παρακ. ὤργισμαι
1. κάνω κάποιον να εξοργιστεί.
2. παθ. φωνή ὀργίζομαι οργίζομαι, εξοργίζομαι.
ΝΕ οργίζω (με τη σημ. 1) και οργίζομαι (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ὀργή + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'ορέγω: ὀρέγω::
* McsElln.ρήμα.ορέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορέγω,
* McsElln.ορέγω@γλσΕλα,
Παρατ. ὤρεγον
Μέλλ. ὀρέξω
Αόρ. ὤρεξα
Μέσ. μέλλ. ὀρέξομαι
Μέσ. αόρ. ὠρεξάμην
1. απλώνω: ὤρεξεν τὴν κύλικα τῷ Σωκράτει
= άπλωσε το ποτήρι στο Σωκράτη.
2. μέση φωνή ὀρέγομαι επιθυμώ: ὀρέγομαι τοῦ εἰδέναι
= επιθυμώ τη γνώση.
:=> παράγ. ὄρεξις, ὀρεκτός.
ΝΕ ορέγομαι (με τη σημ. 2).
[προθεμ. ὀ- + *ρεγ- «διευθύνω, κυβερνώ», συγγεν. με λατ. reg-o «διευθύνω, κατευθύνω», ιρλ. rigim «απλώνω»].
γλσΕλα'ορθός: ὀρθός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ορθός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορθός,
* McsElln.ορθός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὀρθότερος
Υπερθετικός ὀρθότατος
1. όρθιος.
2. ορθός, σωστός: ὀρθὴ ἀγγελία
= σωστή αναγγελία.
3. πραγματικός, γνήσιος, αληθινός: ὀρθαὶ πολιτεῖαι
= γνήσια πολιτεύματα.
4. ανήσυχος, γεμάτος προσδοκίες για κάτι, ενθουσιασμένος: ὀρθὴ ἦν ἡ πόλις ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσι
= η πόλη ήταν ανήσυχη (στο πόδι για) με όσα είχαν γίνει.
:=> παράγ. ὄρθιος, ὀρθῶς, ὀρθότης.
ΝΕ ορθός (με τη σημ. 2).
[*FορθF- «υψώνω» + παρ. επίθ. -ός, συγγεν.με αρχ. ινδ. -urdhv'a- «ανυψώνω»].
γλσΕλα'όρθριος: ὄρθριος, -ία, -ον::
* McsElln.επίθετο.όρθριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όρθριος,
* McsElln.όρθριος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὀρθριαίτερος
Υπερθετικός ὀρθριαίτατος πολύ πρωινός: ἀφίκετο ὄρθριος
= έφτασε πολύ πρωί.
[παράγ. λ. βλπ. ὄρθρ-ος + παρ. επίθ. -ιος· τα επιθήματα -αί-τερος, -αί-τατος από επίθετο*ὀρθριαῖος < ὀρθρία (ὥρα) + -ιος].
γλσΕλα'όρθρος: ὄρθρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όρθρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όρθρος,
* McsElln.όρθρος@γλσΕλα,
το διάστημα λίγο πριν από το ξημέρωμα, όταν είναι ακόμη σκοτάδι.
:=> παράγ. ὄρθριος.
ΝΕ όρθρος «είδος θρησκευτικής τελετής».
[ουσιαστικοπ. (με μετάθεση τόνου) του επιθέτου ὀρθρός (< ὀρθός + -ρός)· το ὀρθὸς βασίζεται στο *Fορθός «της ώρας που ξημερώνει», συγγεν. με αρχ. ινδ. v'ardhati «σπρώχνω (τη μέρα να προχωρήσει, να εμφανιστεί)»].
γλσΕλα'ορίζω: ὁρίζω::
* McsElln.ρήμα.ορίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορίζω,
* McsElln.ορίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ὥριζον
Μέλλ. ὁριῶ
Αόρ. ὥρισα
Παρακ. ὥρικα
Μέσ. μέλλ. ὁριοῦμαι
Παθ. μέλλ. ὁρισθήσομαι
Μέσ. αόρ. ὡρισάμην
Παθ. αόρ. ὡρίσθην
Παθ. παρακ.με παθ. και μέση σημ.ὥρισμαι«έχω οριστεί» ή «έχω ορίσει»
1. καθορίζω: θάνατον ὥρισαν εἶναι τὴν ζημίαν
= καθόρισαν ως ποινή το θάνατο.
2. μέση φωνή ὁρίζομαι
α. ορίζω (για τον εαυτό μου).
β. δίνω τον ορισμό για ένα πράγμα, το ορίζω: οἱ τὴν ἡδονὴν ἀγαθὸν ὁριζόμενοι
= όσοι ορίζουν την ηδονή ως αγαθό.
:=> παράγ. ὁρισμός.
ΝΕ ορίζω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. ὅρος + παρ. επίθ. -ίζω].ὅρκος, -ου, ὁ όρκος: ὅρκον ὄμνυμι
= ορκίζομαι όρκο.
:=> παράγ. ὅρκιος, ὁρκόω, ὁρκωμοτέω, ὁρκωμοσία, ὁρκίζω, σύνθ. ἐπίορκος, ἐπιορκία, ἐπιορκέω.
ΝΕ όρκος.
[αβέβ., ίσως ὅρκ-ος, συγγεν. με ἕρκ-ος, -ους«φράγμα, κλείσιμο»].
γλσΕλα'ορμάω: ὁρμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ορμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορμάω,
* McsElln.ορμάω@γλσΕλα,
Παρατ. ὥρμων
Μέλλ. ὁρμήσω
Αόρ. ὥρμησα
Παρακ. ὥρμηκα
Μέσ. μέλλ. ὁρμήσομαι
Μέσ. αόρ.σε σύνθ.ὡρμησάμην(λ.χ. ἐξωρμησάμην)
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ὡρμήθην
Παρακ. ὥρμημαι
1. παρορμώ κάποιον, τον παρακινώ: ἐς τὸν πόλεμον ὥρμα τοὺς Ἀθηναίους
= παρακινούσε τους Αθηναίους στον πόλεμο (κατά τωνΣπαρτιατών).
2. αμετάβ. ορμώ.
μγ05.σ214
3. αμετάβ. ξεκινώ: ὥσπερ ὡρμήσαμεν, ἴωμεν καὶ ἀκούσωμεν Πρωταγόρου
= όπως ξεκινήσαμε, ας πάμε να ακούσουμε τον Πρωταγόρα.
4. μέση φωνή ὁρμῶμαι
α. ορμώ.
β. ξεκινώ.
:=> παράγ. ὅρμημα, ὁρμητήριον, ὁρμητικός.
ΝΕ ορμώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ὁρμή + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'ορμέω: ὁρμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ορμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορμέω,
* McsElln.ορμέω@γλσΕλα,
είμαι αγκυροβολημένος: ὁρμῶ ἐν λιμένι
= είμαι αγκυροβολημένος σε λιμάνι.
[παράγ. λ. ὅρμος, ὁ + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ορμίζω: ὁρμίζω::
* McsElln.ρήμα.ορμίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορμίζω,
* McsElln.ορμίζω@γλσΕλα,
Μέσ. & παθ. μέλλ. ὁρμιοῦμαι
Μέσ. & παθ. αόρ. ὡρμισάμην
Μέσ. & παθ. παρακ. ὥρμισμαι
1. φέρνω στο λιμάνι ένα καράβι, για να αγκυροβολήσει.
2. μέση/ παθ. φωνή ὁρμίζομαι αγκυροβολώ: ἔξω τοῦ ‘Ρίου ὡρμίσαντο
= αγκυροβόλησαν έξω από το Ρίο.
=/ ἀποπλέω.
[παράγ. λ. ὅρμος «τόπος για αγκυροβολία» +παρ. επίθ. -ίζω. ὅρμος < *ὁρμ- + παρ. επίθ. -ος, ίσως συγγεν. με ἕρμα, τὸ «μεγάλη πέτρα που χρησιμοποιούσαν ως άγκυρα»].
γλσΕλα'όρνις: ὄρνις, ὄρνιθος, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.όρνις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όρνις,
* McsElln.όρνις@γλσΕλα,
1. πουλί: Ὄρνιθες, οἱ
= πουλιά (τίτλος κωμωδίας του Αριστοφάνη).
2. στην αττ. διάλεκτο ὁ/ἡ ὄρνις πετεινός, κότα.
3. παροιμία ὀρνίθων γάλα του πουλιού το γάλα (για ένα εξαίσιο έδεσμα ή για κάτι εξαιρετικά ανέλπιστο).
:=> παράγ. ὀρνιθών, σύνθ. ὀρνιθοσκόπος, ὀρνιθοτρόφος, ὀρνιθοπώλης.
ΝΕ όρνιθα (με τη σημ. 2).
[*ὀρν- + παρ. επίθ. -ις, όπου η ρίζα *ὀρν-/*orn-/*orl- αποτελεί τη βάση για την ονομασία του αετού στις ΙΕ γλώσσες, π.χ. ρωσ. or)il)u «αετός»].
γλσΕλα'όρος: ὄρος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.όρος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όρος,
* McsElln.όρος@γλσΕλα,
βουνό.
:=> παράγ. ὄρειος, ὀρεινός, σύνθ. ὀρεσίβιος, ὀρειβάτης, ὀρειβατέω, ὀρείχαλκος.
ΝΕ όρος (λόγιο για το βουνό).
[*ορ- (< ὄρ-νυμαι «ανυψώνομαι») + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'όρος: ὅρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όρος,
* McsElln.όρος@γλσΕλα,
1. όριο: ἑβδομήκοντα ἔτη τῆς ζωῆς ὅρον ἀνθρώπῳ προτίθημι
= θέτω ως όριο της ανθρώπινης ζωής τα εβδομήντα χρόνια.
2. σύνορο.
3. όρος, προϋπόθεση, μέτρο: ἀριστοκρατίας ὅρος ἀρετή, ὀλιγαρχίας πλοῦτος
= προϋπόθεση της αριστοκρατίας είναι η αρετή, ενώ της ολιγαρχίας ο πλούτος.
:=> παράγ. ὅρια (τά), ὅριος, ὁρίζω.
ΝΕ όρος (με τη σημ. 3).
[*FορF- + παρ. επίθ. -ος, συγγεν. με λατ.urv-are «ορίζω τα όρια ενός τόπου με αλέτρι»και ἐρύω «σύρω, τραβώ (γραμμή)»].
γλσΕλα'ορρωδέω: ὀρρωδέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ορρωδέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορρωδέω,
* McsElln.ορρωδέω@γλσΕλα,
τρέμω από το φόβο μου: ὀρρωδῶ περὶ τῷ ἐμαυτοῦ σώματι
= τρέμω από το φόβο μου για τη ζωή μου.
= δέδοικα.
ΝΕ μόνο στη λόγ. φρ. δεν ορρωδεί προ ουδενός.
[αβέβ.].
γλσΕλα'ορύττω: ὀρύττω::
* McsElln.ρήμα.ορύττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορύττω,
* McsElln.ορύττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ὀρύσσω
Παρατ. ὤρυττον
Μέλλ. ὀρύξω
Αόρ. ὤρυξα
Παρακ. ὀρώρυχα
Υπερσ. ὠρωρύχειν
Παθ. μέλλ. ὀρυχήσομαι ὀρυχθήσομαι
Μέσ. αόρ. ὠρυξάμην
Παθ. αόρ. ὠρύχθην
Παρακ. ὀρώρυγμαι
Υπερσ. ὀρωρύγμην ὠρωρύγμην
1. σχηματίζω λάκκο με το σκάψιμο, σκάβω: ἐ-ὰν ὀρύξῃ τις παρὰ τὴν θάλασσαν
= εάν κάποιος σκάψει κοντά στη θάλασσα.
2. βγάζω κάτι έξω από τη γη με το σκάψιμο, εξορύσσω.
3. θάβω.
:=> παράγ. ὀρυχή, ὀρυγή, ὄρυξις, ὄρυγμα, ὀρυκτός, σύνθ. διῶρυξ, τυμβωρύχος.
ΝΕ στο σύνθ. εξορύσσω.
[προθεμ. ὀ- + *ρυχ- «σκάβω», συγγεν. με λατ.runch-o «εκχερσώνω»].
γλσΕλα'ορφανός: ὀρφανός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ορφανός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορφανός,
* McsElln.ορφανός@γλσΕλα,
ορφανός: πατρὸς ὀρφανός
= ορφανός από πατέρα.
:=> παράγ. ὀρφανεύω, ὀρφανία, ὀρφανίζω, σύνθ. ὀρφανοτρόφος, ὀρφανοτροφεῖον.
ΝΕ ορφανός.
[*ορφο- (ΙΕ *orbh-os) + παρ. επίθ. -ανός, συγγεν. με λατ. orbus «στερημένος, ορφανός», αρμ. orb «ορφανός»].
γλσΕλα'ορxέομαι: ὀρχέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ορxέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορxέομαι,
* McsElln.ορxέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ὠρχούμην
Μέλλ. ὀρχήσομαι
Μέσ. αόρ. ὠρχησάμην
Παθ. αόρ. ὠρχήθην χορεύω.
:=> παράγ. ὀρχηστής, ὀρχήστρα, ὄρχησις «χορός».
[αβέβ., ίσως συγγεν. με αρχ. ινδ. rogh-ay'ati«τρέμω, πάλλομαι»].
γλσΕλα'ορxήστρα: ὀρχήστρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ορxήστρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ορxήστρα,
* McsElln.ορxήστρα@γλσΕλα,
χώρος του αττικού θεάτρου, όπου ο χορός χόρευε ή στεκόταν.
μγ05.σ215
ΝΕ ορχήστρα «σύνολο μουσικών οργάνων».
[παράγ. λ. ὀρχησ-(τήρ, ὁ < ὀρχέομαι) + παρ.επίθ. -τρα].
γλσΕλα'ός: ὅς, ἥ, ὃ::
* McsElln.αντωνυμία.ός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ός,
* McsElln.ός@γλσΕλα,
1. εισάγει δευτερεύουσα αναφορική πρόταση ο οποίος: οὗτος, ὃν εἶδες, Σωκράτης ἐστί
= αυτός, τον οποίο είδες, είναι ο Σωκράτης.
2. στην αρχή της πρότασης λειτουργεί ως δεικτική αντωνυμία αυτός: καὶ ὃς εἶπεν
= και αυτός είπε.
3. στη γενική πτώση του ουδ. ως επίρρημα οὗ α.όπου: εἰ γένοιο οὗ νῦν ἐγὼ εἰμι
= εάν βρεθείς στη θέση όπου βρίσκομαι εγώ τώρα.
β. ἔστιν οὗ κάπου, σε κάποιον τόπο.
[ΙΕ *yos, *yα, *yod-, που αντιστοιχεί στην αρχ. ινδ. αντων. yah, y-a, yad και την αρχ.περσ. y-o, y-a, yat, φρυγική ios].
γλσΕλα'όσος: ὅσος, -η, -ον::
* McsElln.αντωνυμία.όσος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όσος,
* McsElln.όσος@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει αναφορική πρόταση όσος: τοσαύτη παρασκευὴ ὅσην οὐδὲν ἄλλο ἔχει
= τόση προετοιμασία όση δεν έχει τίποτε άλλο.
2. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση πόσος: ὁρᾷς ὅση ἐστίν ἡ θεῶν ἰσχύς;
= βλέπεις πόση είναι η δύναμη των θεών;
3. όταν η αντωνυμία συνοδεύει επίθετα θετικού ή υπερθετικού βαθμού και στην ίδια πτώση με αυτά υπερβολικά: ἔλαβε χρήματα θαυμαστὰ ὅσα
= πήρε υπερβολικώς απίστευτα χρηματικά ποσά.
4. όταν ακολουθείται από μόρια ὅσοσπερ ακριβώς όσος, όσος.
ΝΕ όσος (με σημ. 1).
[ὅς + παρ. επίθ. -ος, βλπ. ὅς, ἥ, ὅ].
γλσΕλα'όσπερ: ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ::
* McsElln.αντωνυμία.όσπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όσπερ,
* McsElln.όσπερ@γλσΕλα,
ο οποίος ακριβώς, o oποίος: Ἑρμοκράτης, ὅσπερ καὶ ἔπεισε μάλιστα αὐτούς, τοιούτους δὴ λόγους εἶπεν
= ο Ερμοκράτης, ο οποίος τους έπεισε περισσότερο από όλους, είπε κάπου τα ακόλουθα.
[σύνθ. λ. ὅς + περ].
γλσΕλα'όστις: ὅστις, ἥτις, ὅ τι::
* McsElln.αντωνυμία.όστις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όστις,
* McsElln.όστις@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει δευτερεύουσα αναφορική πρόταση όποιος: ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν
= όποιος θέλει να με ακολουθήσει, να απαρνηθεί τον εαυτό του.
2. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση ποιος: εἰπέ, ὅστις ὅδ’ ἐστίν
= πες ποιος είναι αυτός εδώ.
3. ὁστισοῦν, ἡτισοῦν, ὁτιοῦν οποιοσδήποτε:εἷς ὁστισοῦν
= ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος.
4. επιρρηματικά ἐξ ὅτου (ενν. χρόνου) από τότε που...
[σύνθ. λ. ὅς + τις].
γλσΕλα'οστρακίζω: ὀστρακίζω::
* McsElln.ρήμα.οστρακίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οστρακίζω,
* McsElln.οστρακίζω@γλσΕλα,
εξορίζω κάποιον (γράφοντας το όνομά του επάνω σε όστρακο, κεραμίδι).
:=> παράγ. ὀστρακισμός.
ΝΕ στο σύνθ. εξοστρακίζω.
[παράγ. λ. ὄστρακ-ον + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'όστρακον: ὄστρακον, -άκου::
* McsElln.ουσιαστικό.όστρακον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όστρακον,
* McsElln.όστρακον@γλσΕλα,
1. πήλινο αγγείο.
2. θραύσμα πήλινου αγγείου, που συνήθως χρησίμευε στην πράξη του εξοστρακισμού.
3. καβούκι χελώνας ή κέλυφος στρειδιού.
:=> παράγ. ὀστρακίζω, ὀστρακισμός, σύνθ. ὀστρακόδερμος.
ΝΕ όστρακο (με τη σημ. 3).
[*οστ- (ὀστέον, ὀστ-ακός/ἀστακός), *οστρ- (ὄστρ-ακον, ὄστρ-εον) στη γενική σημ. «σκληρός, τραχύς»].
γλσΕλα'όστρεον: ὄστρεον, -έου::
* McsElln.ουσιαστικό.όστρεον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όστρεον,
* McsElln.όστρεον@γλσΕλα,
στρείδι.
[ομόρρ. με βλπ. ὄστρακον].
γλσΕλα'όταν: ὅταν::
* McsElln.σύνδεσμος.όταν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όταν,
* McsElln.όταν@γλσΕλα,
εισάγει χρονικο-υποθετική πρόταση και εκφέρεται πάντοτε με υποτακτική όταν, όποτε.
ΝΕ όταν.
[σύνθ. λ. ὅτε + ἄν].
γλσΕλα'ότε: ὅτε::
* McsElln.σύνδεσμος.ότε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ότε,
* McsElln.ότε@γλσΕλα,
1. με οριστική αορ. ή παρατ. όταν: Καλλίξενος κατῆλθε εἰς τὸ ἄστυ, ὅτε καὶ οἱ ἐκ Πειραιῶς κατῆλθον
= ο Καλλίξενος επέστρεψε στην πόλη όταν επέστρεψαν και οι εξόριστοι από τον Πειραιά.
2. με αιτιολογική σημ. καθώς, αφού: ὅτε δὴ τοῦτο οὕτως ἔχει
= αφού λοιπόν αυτό το πράγμα έτσι είναι.
3. ἔστιν ὅτε/ ἔσθ’ ὅτε κάποτε, κάποιες φορές.
4. ὁτὲ κάποιες φορές, κάποτε: συχνά απαντά στο συνδυασμό ὁτὲ μέν... ὁτὲ δέ
= άλλοτε μεν...άλλοτε δε...
[ουδ. ὅ (της ὅς, ἥ, ὅ) + παρ. επίθ. -τε].
γλσΕλα'ό: ὅ τι & ὅ,τι::
* McsElln.επίρρημα.ό@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ό,
* McsElln.ό@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει πλάγια ερώτηση γιατί: ἢν μὴ φράσῃς ὅ τι...
= αν δεν πεις γιατί...
2. ὅ τι μὴ εκτός: οὐ γὰρ ἦν κρήνη ὅ τι μὴ μία
= δεν υπήρχε πηγή εκτός από μία.
3. ὅ τι + υπερθετικός βαθμός επιθέτου ή επιρρήματος όσο το δυνατόν πιο...: ὅ τι τάχιστα
= όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
[ουδ. ὅ τι της αντων. ὅστις, ἥτις, ὅ τι].
γλσΕλα'ότι: ὅτι::
* McsElln.σύνδεσμος.ότι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ότι,
* McsElln.ότι@γλσΕλα,
1. όταν εισάγει ειδική πρόταση ότι, πως: ἠγγέλθη ὅτι Μέγαρα ἀφέστηκε
= ανακοινώθηκε ότι τα Μέγαρα αποστάτησαν.
2. οὐχ ὅτι... ἀλλά / ἀλλὰ καί... όχι μόνο... αλλά και...: οὐχ ὅτι μόνος ὁ Κρίτων ἐν ἡσυχί'α ἦν, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ
= όχι μόνο ο Κρίτων βρήκε την ησυχία του αλλά και οι φίλοι του.
3. όταν εισάγει αιτιολογική πρόταση επειδή.
ΝΕ ότι (με τη σημ. 1).
[ουδ. ὅ,τι της αντων. ὅστις].
γλσΕλα'ου: οὐ::
* McsElln.μόριο.ου@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ου,
* McsElln.ου@γλσΕλα,
αρνητικό μόριο
μγ05.σ216
δεν: οὐ βούλομαι ἐλθεῖν
= δε θέλω να έρθω.Ο τύπος οὐ μπαίνει πριν από λέξεις που αρχίζουν από σύμφωνο (οὐ λέγω). Ο τύπος οὐχ μπαίνει πριν από λέξεις που αρχίζουν από δασύ φωνήεν (οὐχ ὁρῶ
= δε βλέπω), ενώ ο τύπος οὐκ πριν από λέξη με ψιλό φωνήεν (οὐκ ἐθέλω).
ΝΕ ου, αρνητ. μόριο μόνο σε κάποιες εκφράσεις, λ.χ. ναι ή ου.
[αβέβ., πιθ. ηχομιμ. οὐ με προφορά 'ou].
γλσΕλα'ού: οὗ::
* McsElln.αντωνυμία.ού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ού,
* McsElln.ού@γλσΕλα,
γενική πτώση της προσωπ. αντωνυμίας ενικού γ΄προσώπου. Η ονομαστική πτώση δε χρησιμοποιείται.αυτού.οὗ ΕΠΙΡΡΗΜΑ βλπ. ὅς, ἥ, ὅ.
γλσΕλα'ουδαμού: οὐδαμοῦ::
* McsElln.επίρρημα.ουδαμού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουδαμού,
* McsElln.ουδαμού@γλσΕλα,
1. πουθενά: οὐδαμοῦ γῆς
= πουθενά στη γη.
2. με κανέναν τρόπο: ἄλλοθι οὐδαμοῦ
= με κανέναν άλλον τρόπο.
ΝΕ ουδαμού (λόγ., με τη σημ. 1).
[οὐδαμά + παρ. επίθ. οὗ (γεν. της αντων. ὅς,ἥ, ὅ σε επιρρηματική χρήση)].
γλσΕλα'ουδαμώς: οὐδαμῶς::
* McsElln.επίρρημα.ουδαμώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουδαμώς,
* McsElln.ουδαμώς@γλσΕλα,
με κανέναν τρόπο.
[παράγ. λ. οὐδαμά + παρ. επίθ. -ῶς].οὐδὲ
1. ως σύνδεσμος ουδέ, ούτε, και δεν...
2. ως επίρρημα ούτε καν: ἃ πολλαχοῦ οὐδὲ βλαστάνειν δύναιτ’ ἄν, ἐνθάδε καρποφορεῖ
= αυτά που σε πολλά μέρη δε θα μπορούσαν ούτε καν να βλαστήσουν, εδώ (στην Αττική)καρποφορούν κιόλας. οὐδ’ εἰ γέγονεν ταῦτα οἶδα
= δεν ξέρω ούτε καν αν έγιναν αυτά.
ΝΕ ουδέ.
[σύνθ. λ. οὐ + δέ].
γλσΕλα'ουδείς: οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν::
* McsElln.αντωνυμία.ουδείς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουδείς,
* McsElln.ουδείς@γλσΕλα,
1. κανείς, κανείς δεν: οὐδεὶς οἶδεν εἰ
= κανείς δεν ξέρει αν... οὐδὲν εἶπεν
= δεν είπε τίποτε.
2. οὐδεὶς ὅστις οὐ ο καθένας
3. ουδέτερο ως επίρρημα οὐδὲν καθόλου.
ΝΕ οὐδείς (ως λόγιο του κανείς, με σημ. 1).
[οὐδὲ εἷς, οὐδὲ μία, οὐδὲ ἕν].
γλσΕλα'ουδέ: οὐδέ πω::
* McsElln.επίρρημα.ουδέ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουδέ,
* McsElln.ουδέ@γλσΕλα,
ακόμα δεν: ἀφ’ οὗ ἐγὼ Σωκράτει συνδιατρίβω, οὐδέπω τρία ἔτη ἐστίν
= δεν είναι ακόμα τρία χρόνια από τότε που εγώ συναναστρέφομαι το Σωκράτη.
[αρνητ. οὐδέ + πω].
γλσΕλα'ουδεπώποτε: οὐδεπώποτε::
* McsElln.επίρρημα.ουδεπώποτε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουδεπώποτε,
* McsElln.ουδεπώποτε@γλσΕλα,
αναφέρεται σε ένα γεγονός στο παρελθόν ποτέ ως τώρα (δεν): Πρωταγόρ'α οὐ διείλεγμαι οὐδεπώποτε
= ποτέ ως τώρα δεν έχω συζητήσει με τον Πρωταγόρα.
[σύνθ. λ. αρνητ. οὐδέ + πώποτε].
γλσΕλα'ουδέτερος: οὐδέτερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.αντωνυμία.ουδέτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουδέτερος,
* McsElln.ουδέτερος@γλσΕλα,
1. ούτε ο ένας ούτε ο άλλος από τους δυο: τὸ μὲν πρῶτον Μήλιοι οὐδετέρων ἦσαν
= στην αρχή οι Μήλιοι δεν ήταν ούτε των Αθηναίων ούτε των Λακεδαιμονίων (σύμμαχοι).
2. ουδέτερος.
ΝΕ ουδέτερος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. αρνητ. οὐδέ + ἕτερος].
γλσΕλα'ουκέτι: οὐκέτι & οὐκ ἔτι::
* McsElln.επίρρημα.ουκέτι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουκέτι,
* McsElln.ουκέτι@γλσΕλα,
πλέον δεν...: οὐκέτι ἠπίστουν
= πλέον δε δυσπιστούσαν.
[σύνθ. οὐκ + ἔτι].
γλσΕλα'ούκουν: οὔκουν::
* McsElln.επίρρημα.ούκουν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούκουν,
* McsElln.ούκουν@γλσΕλα,
σε αρνητικές προτάσεις ασφαλώς δεν...: οὔκουν ἠξίωσαν τὴν πόλιν στερίσκειν...
= ασφαλώς δε θεώρησαν άξιο να αποστερήσουν την πόλη από...
[σύνθ. οὐκ + οὖν].
γλσΕλα'ουκούν: οὐκοῦν::
* McsElln.επίρρημα.ουκούν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουκούν,
* McsElln.ουκούν@γλσΕλα,
1. σε ερωτήσεις προδικάζει θετική απάντηση λοιπόν δεν...; δεν είναι έτσι;: οὐκοῦν σωφροσύνῃ σωφρονοῦσιν;
= λοιπόν, οι άνθρωποι γίνονται σώφρονες με τη σωφροσύνη, δεν είναι έτσι;
2. σε καταφατικές προτάσεις ασφαλώς λοιπόν:οὐκοῦν, εἰ ταῦτα ἀληθῆ, πολλὴ ἐλπὶς ἀφικομένῳ οἷ ἐγὼ πορεύομαι
= ασφαλώς λοιπόν, αν αυτά αληθεύουν, υπάρχει μεγάλη ελπίδα γι’ αυτόν που φτάνει εκεί όπου πηγαίνω εγώ.
[σύνθ. λ. οὐκ + οὖν].
γλσΕλα'ου: οὐ μέντοι::
* McsElln.επίρρημα.ου@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ου,
* McsElln.ου@γλσΕλα,
1. όμως δεν...: ἐπολιόρκουν, οὐ μέντοι εἶλόν γε
= τους πολιορκούσαν, όμως δεν τους κυρίευσαν.
2. σε ευθείες ερωτήσεις, όταν αναμένεται καταφατική απάντηση οὐ μέντοι...; δεν είναι έτσι;
[οὐ μέν + τοι].
γλσΕλα'ούν: οὖν::
* McsElln.επίρρημα.ούν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούν,
* McsElln.ούν@γλσΕλα,
1. ασφαλώς: εἰ δ’ ἔστιν, ὥσπερ οὖν ἔστιν, θε-ὸς ὁ Έρως...
= αν ο Έρωτας είναι, όπως ασφαλώς είναι, τότε είναι θεός...
2. λοιπόν: καὶ σὺ οὖν ἡμῖν δίκαιος εἶ ἀντιχαρίζεσθαι
= και εσύ λοιπόν είναι δίκαιο να ανταποδώσεις σε μας τη χάρη.
3. συντίθεται με αόριστες αντωνυμίες ή επιρρήματα, λ.χ. ὁστισοῦν
= οποιοσδήποτε. ὁπωσοῦν
= με οποιονδήποτε τρόπο.
[αβέβ.]
γλσΕλα'ούπω: οὔπω & οὔ πω::
* McsElln.επίρρημα.ούπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούπω,
* McsElln.ούπω@γλσΕλα,
ακόμα δεν: κρῆναι οὔπω ἦσαν αὐτόθι
= δεν υπήρχαν ακόμη βρύσες εκεί.
[οὐ + πω].
===
* ούπω_επίρρημα,
γλσΕλα'ούς: οὖς, ὠτός::
* McsElln.ουσιαστικό.ούς-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούς,
* McsElln.ούς@γλσΕλα,
αυτί: ἕωθεν πολλὰ αὐτῷ συνῆ καὶ παρεῖχον τὰ ὦτα
= από το πρωί ήμουν μαζί του και είχα τα αυτιά μου τεντωμένα (για να μη χάσω λέξη απ’ ό,τι έλεγε).
ΝΕ ους (λόγ., σε συγκεκριμένες φρ., λ.χ. τείνω ευήκοον ους).
μγ05.σ217
[*ὀFατος > *ὀατος > ὠτός (συναίρεση αο > ω), ονομ. οὖς < *ὀFς· την ΙΕ βάση αποτελεί ένα*auso-, που εμφανίζεται ως λιθ. ausis «αφτί»και λατ. auris < *ausis, ενώ στο αρμ. ukn «αφτί»έχουμε το -κ του ἀκ-οή].
γλσΕλα'ουσία: οὐσία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ουσία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ουσία,
* McsElln.ουσία@γλσΕλα,
1. περιουσία: εἰ ἐκεκτήμην οὐσίαν
= εάν διέθετα περιουσία.
2. η ουσία.
ΝΕ ουσία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *ὀντ- (μτχ. του εἰμί) + παρ. επίθ. -ία >*ὀνσία > οὐσία].
===
* ουσία_ουσιαστικό,
γλσΕλα'ούτε: οὔτε::
* McsElln.σύνδεσμος.ούτε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούτε,
* McsElln.ούτε@γλσΕλα,
ούτε.
=> συνήθως επαναλαμβάνεται μέσα στην πρόταση οὔτε... οὔτε...
ΝΕ ούτε.
[σύνθ. οὔ + τε].
γλσΕλα'ούτοι: οὔτοι & οὔ τοι::
* McsElln.επίρρημα.ούτοι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούτοι,
* McsElln.ούτοι@γλσΕλα,
πράγματι δεν.., δεν... φυσικά: οὔτοι δὴ τὸ πλοῖον ἀφῖκται
= δεν έχει έρθει φυσικά το πλοίο.
[σύνθ. λ. οὐ + βεβαιωτ. τοι].
γλσΕλα'ούτος: οὗτος, αὕτη, τοῦτο::
* McsElln.αντωνυμία.ούτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούτος,
* McsElln.ούτος@γλσΕλα,
δεικτική για άμεση δείξη
1. αυτός: οἰκοῦσι δ' οὗτοι πρὸς βορέαν τοῦΣκόμβρου ὄρους
= κατοικούν αυτοί βόρια του βουνού Σκόμβρου.
2. τοῦτο + γενική σε αυτό το σημείο...: κατὰ τοῦτο τῆς ἀκροπόλεως
= σε αυτό το σημείο της ακρόπολης.
3. ως επίρρημα ταῦτα γι’ αυτόν το λόγο: ταῦτ’ἐγὼ ἔσπευδον
= γι’ αυτόν το λόγο εγώ βιαζόμουν.
4. ως επίρρημα τοῦτο μέν... τοῦτο δέ...
= αφενός... αφετέρου, εν μέρει... εν μέρει...
[δεικτ. αντων./άρθρο ὁ, ἡ, τό + ένθημα -υ-(πβ. αὖ «πάλιν», λατ. autem «πάλιν») + παρ.επίθ. επιθέτων -τος, -τη, -το].
γλσΕλα'ούτως: οὕτως::
* McsElln.επίρρημα.ούτως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ούτως,
* McsElln.ούτως@γλσΕλα,
τροπικό
1. έτσι, με αυτόν τον τρόπο: οὕτως ἐγένετο ἡ στρατεία
= έτσι έγινε η εκστρατεία.
2. οὕτως + επίθετο ή επίρρημα τόσο, τόσο πολύ: οὕτως ἄνους
= τόσο ανόητος.
ΝΕ ούτως (λόγ., με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. οὗτος + παρ. επίθ. -ως].
===
* ούτως_επίρρημα,
γλσΕλα'οφείλημα: ὀφείλημα, -ήματος::
* McsElln.ουσιαστικό.οφείλημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οφείλημα,
* McsElln.οφείλημα@γλσΕλα,
οφειλή, χρέος.
[παράγ. λ. ὀφείλω + παρ. επίθ. -ημα].
γλσΕλα'οφείλω: ὀφείλω::
* McsElln.ρήμα.οφείλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οφείλω,
* McsElln.οφείλω@γλσΕλα,
Παρατ. ὤφειλον
Μέλλ. ὀφειλήσω
Αόρ. α΄ ὠφείλησα
Αόρ. β΄ ὤφελον
Παθ. αόρ. ὠφειλήθην
Παθ. αόρ. ὠφειλήθην
Παρακ. ὠφείληκα
Υπερσ. ὠφειλήκειν
1. χρωστώ: τί ὀφείλω;
= τι χρωστώ;
2. ως δικανικός όρος οφείλω να δώσω, επισύρω επάνω μου: εὐθύνας ὤφειλον. ὀφείλω ζημίαν.
3. ὀφείλω + απαρέμφατο πρέπει να..., οφείλω να...: ὁ λόγος οὐκ ἀκριβῶς ὀφείλει λέγεσθαι
= ο λόγος δεν πρέπει να λέγεται με κάθε λεπτομέρεια.
=> ο τύπος του αορ. β΄ ὤφελον χρησιμοποιείται για να εκφράσει αυτό που έπρεπε να γίνει, αλλά δεν έγινε μακάρι να: εἰ γὰρ ὤφελον οἱ πολλοὶ οἷοί τ’ εἶναι τὰ μέγιστα ἀγαθὰ ἐργάζεσθαι
= μακάρι οι πολλοί να ήταν ικανοί να προξενήσουν τα μεγαλύτερα αγαθά.
:=> παράγ. ὀφειλέτης, ὀφειλή, ὀφείλημα.
ΝΕ οφείλω (με τις σημ. 1, 3).
[*οφελ- + παρ. επίθ. -jω > ὀφείλω, βλπ. ὀφλισκάνω].
γλσΕλα'οφθαλμός: ὀφθαλμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.οφθαλμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οφθαλμός,
* McsElln.οφθαλμός@γλσΕλα,
μάτι.
:=> παράγ. ὀφθαλμιάω, ὀφθαλμηδόν, σύνθ. ὀφθαλμοφανής, ἐνοφθαλμίζομαι, ἐνοφθαλμισμός.
ΝΕ οφθαλμός (ως λόγιο για το μάτι, κυρίως στην έκφραση οφθαλμόν αντί οφθαλμού).
[*οkw- (συγγεν. του λατ. oculus και ὄπ-ωπα, που είναι ποιητικός παρακείμενος του ὁράω) +παρ. επίθ. -αλ + παρ. επίθ. -μός· το ὀφθ- αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ. 'aksi «μάτι», κατά τον τρόπο που το ks στο αρχ. ινδ. ksindi «μαραίνομαι»αντιστοιχεί στο φθ- του φθ-ίνω].
γλσΕλα'όφις: ὄφις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.όφις-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όφις,
* McsElln.όφις@γλσΕλα,
φίδι.
ΝΕ όφις (λόγιο για το φίδι).
[*οφι-, συγγεν. με *εχι- (ἔχιδνα), ΙΕ *ogwhi-, αρχ. ινδ. 'ahi «φίδι», αρχ. περσ. a^zi- «φίδι», αρμ. i^z «φίδι»].
γλσΕλα'όφλημα: ὄφλημα, -ήματος::
* McsElln.ουσιαστικό.όφλημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όφλημα,
* McsElln.όφλημα@γλσΕλα,
πρόστιμο που επιβάλλεται σε δίκη.
[παράγ. λ. *ὀφλε- (πβ. ὤφ(ε)λον < ὀφείλω / ὀφλισκάνω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'οφλισκάνω: ὀφλισκάνω::
* McsElln.ρήμα.οφλισκάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οφλισκάνω,
* McsElln.οφλισκάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ὠφλίσκανον
Μέλλ. ὀφλήσω
Αόρ. β΄ ὦφλον
Παρακ. ὤφληκα
Υπερσ. ὠφλήκειν
1. χρωστώ (χρησιμοποιείται για κάποιον που καταδικάστηκε να πληρώσει πρόστιμο): ὀφλισκάνω χιλίας δραχμάς
= χρωστώ χίλιες δραχμές.
2. (δίκην) ὀφλισκάνω χάνω μια δίκη, καταδικάζομαι: θανάτου δίκην ὀφλισκάνω
= κατα-
μγ05.σ218
δικάζομαι σε θάνατο. δώρων ὦφλον
= καταδικάστηκαν για δωροδοκία. γραφὰς ἢ ἐπιβολὰς ὦφλον
= έχασαν δίκες (δηλαδή καταδικάστηκαν) που αφορούσαν δημόσια αδικήματα ή πρόστιμα. ὀφλόντων δὲ αὐτῶν...
= όταν αυτοί καταδικάστηκαν...
3. επισύρω επάνω μου την κατηγορία για κάτι αρνητικό: μοχθηρίαν ὤφληκα
= επέσυρα επάνω μου την κατηγορία ότι είμαι μοχθηρός.
[*ὀφ(ε)λ- (πβ. ὀφλ-εῖν, ὤφελ-ον) + παρ. επίθ. -(ι)σκ+ παρ. επίθ. -άνω· ίσως το ὤφελ-ον < ὀπί (= ἐπί) +ἑλ- < εἷλον].
γλσΕλα'οφρύς: ὀφρῦς, -ύος::
* McsElln.ουσιαστικό.οφρύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οφρύς,
* McsElln.οφρύς@γλσΕλα,
φρύδι.
:=> παράγ. ὀφρύδιον, ὀφρυώδης, ὀφρυόεις, σύνθ. ὀφρύσκιος, ἐξωφρυωμένος.
ΝΕ φρύδι.
[προθεμ. *ὀ- + *φρυ-, πβ. αρχ. ινδ. bhr-uh«φρύδι», αρχ. μακεδονικό ἀβροῦτες· ὀφρῦς·ίσως αρχικά *ὀπ-φρῦς, όπου ὀπ- < *okw- του ὄπ-ωπα και το φρυ- ως β΄ συνθετ. στο αγγλ.eye-brow και το γερμ. Augebrauen].
γλσΕλα'οxληρός: ὀχληρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.οxληρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οxληρός,
* McsElln.οxληρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὀχληρότερος
Υπερθετικός ὀχληρότατος ενοχλητικός.
[παράγ. λ. ὀχλέ-ω (< ὄχλος + -έω) + παρ. επίθ.-ρός].
γλσΕλα'όxλος: ὄχλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όxλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όxλος,
* McsElln.όxλος@γλσΕλα,
1. όχλος, άτακτο πλήθος, μάζα: οἱ τοιοῦτοι ὄχλοι
= αυτές οι απειθάρχητες μάζες.
2. με πολιτική σημ. ο όχλος, το πλήθος της κατώτατης τάξης του λαού.
3. ενόχληση, αναστάτωση: μάταιον ὄχλον τοὺς περὶ τούτων λόγους ἐνόμισαν
= θεώρησαν τους λόγους για τα θέματα αυτά άσκοπη ενόχληση.
ΝΕ όχλος (με τη σημ. 1).
[ίσως *ὀχ- (< ἔχω «μεταφέρω» < *Fεχ- «κινώ, μεταφέρω») + παρ. επίθ. -λος].
γλσΕλα'οxυρός: ὀχυρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.οxυρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οxυρός,
* McsElln.οxυρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὀχυρώτερος
Υπερθετικός ὀχυρώτατος για τόπους δυνατός, ασφαλής: χωρίον ὀχυρὸν καταλαμβάνω
= καταλαμβάνω κάποια ασφαλή θέση.
:=> παράγ. ὀχυρότης, ὀχύρωμα, ὀχύρωσις, ὀχυρωτικός, ὀχυρόω, σύνθ. ἀνώχυρος.
ΝΕ οχυρός.
[ὀχυρὸς και ἐχυρός (με διπλό φωνηεντισμό) <*σεχ- (ἔχω «συγκρατώ, εμποδίζω», πβ. ἔχμα«φράγμα, εμπόδιο») + παρ. επίθ. -υρός· ταυτίζεται ακριβώς με αρχ. ινδ. s'ahuri «νικητής, ισχυρός» και γοτθ. sigis «νίκη»].
γλσΕλα'οψέ: ὀψὲ::
* McsElln.επίρρημα.οψέ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οψέ,
* McsElln.οψέ@γλσΕλα,
αργά: ὀψὲ ἦν
= ήταν αργά. ὀψὲ τῆς ἡμέρας ἐναυμάχησαν
= αργά το απόγευμα έκαναν ναυμαχία.
:=> παράγ. ὄψιμος, σύνθ. ὀψιμαθής.
ΝΕ ψες.
[*οψ- < πρόθ./επίρρ. ὀπὶ «μετά, πίσω» (πβ. ὄπι-σθεν) + -έ, που δεν έχει ερμηνευτεί)].
γλσΕλα'οψιμαθής: ὀψιμαθής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.οψιμαθής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οψιμαθής,
* McsElln.οψιμαθής@γλσΕλα,
αυτός που έχει καθυστερήσει να μάθει κάτι:ὀψιμαθὴς τῆς ἀδικίας.
ΝΕ οψιμαθής (λόγ.).
[σύνθ. λ. ὀψέ + *μαθ- (ἔ-μαθ-ον < μανθάνω) +παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'όψιος: ὄψιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.όψιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όψιος,
* McsElln.όψιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὀψιαίτερος
Υπερθετικός ὀψιαίτατος που συμβαίνει αργά στην ημέρα, στο χρόνο κτλ., όψιμος: ὅταν ἔαρ ὄψιον γένηται...
= όταν η άνοιξη αργίσει να έρθει...
γλσΕλα'όψις: ὄψις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.όψις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όψις,
* McsElln.όψις@γλσΕλα,
1. εξωτερική όψη ή εμφάνιση προσώπου ή πράγματος: οὐκ εἰκὸς τὰς ὄψεις τῶν πόλεων ἢ τὰς δυνάμεις μᾶλλον σκοπεῖν
= δεν είναι λογικό να προσέχουμε πιο πολύ την εξωτερική εμφάνιση των πόλεων και όχι τη δύναμή τους.
2. θέαμα.
3. όραση.
4. στον πληθ. αἱ ὄψεις τα μάτια: τὸ κάλλος πάντων τὰς ὄψεις εἷλκε ἐπ’ αὐτόν
= η ομορφιά του τραβούσε τα μάτια όλων πάνω του.
5. η θέαση, η ενέργεια του να βλέπει κανείς:λυπηρὸς τῇ ὄψει
= δυσάρεστος ως προς το να τον βλέπει κανείς.
ΝΕ όψη (με τη σημ. 1).
[*οπ- (ὄπ-ωπα) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'όψον: ὄψον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.όψον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'όψον,
* McsElln.όψον@γλσΕλα,
1. μαγειρεμένο φαγητό (κυρίως κρέας ή ψάρι)που συνοδεύεται με κρασί και ψωμί.
2. στους Αθηναίους, η πιο μεγάλη τους λιχουδιά ψάρι.
3. ιχθυοπωλείο: εἰς τοὖψον ἀφῖγμαι
= φτάνω στο ιχθυοπωλείο.
:=> παράγ. ὀψάριον, ὀψάομαι, ὄψημα, σύνθ.ὀψωνέω, ὀψώνιον, ὀψωνίζομαι.
ΝΕ ψάρι (< αρχ. ὀψάριον υποκορ. του ὄψον).
[αβέβ., ίσως παράγ. λ. του ἕψω «ψήνω», αρμ.ep’em «ψήνω»].
γλσΕλα'οψωνέω: ὀψωνέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.οψωνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'οψωνέω,
* McsElln.οψωνέω@γλσΕλα,
αγοράζω κυρίως ψάρια, άλλες λιχουδιές ή, γενικότερα, τρόφιμα: ὀψωνῶ καρκίνους
= αγοράζω καβούρια.
ΝΕ ψωνίζω (αρχ. ὀψωνίζομαι).
[παράγ. λ. ὄψ-ον + παρ. επίθ. ὠνέ-ομαι >ὀψωνέομαι, από όπου ενεργητ. ὀψωνέω].
μγ05.σ219
γλσΕλα'Π: Π, π, πεῖ ή πῖ::
* McsElln.ουσιαστικό.Π-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Π,
* McsElln.Π@γλσΕλα,
το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: π΄
= 80, αλλά ,π
= 80.000.
γλσΕλα'πάγη: πάγη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.πάγη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάγη,
* McsElln.πάγη@γλσΕλα,
παγίδα.
:=> παράγ. ἡ παγίς, -ίδος «παγίδα».
[πάγ-ος < π^αγ- (πήγ-νυ-μι)].
γλσΕλα'παγκράτιον: παγκράτιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.παγκράτιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παγκράτιον,
* McsElln.παγκράτιον@γλσΕλα,
αγώνας πάλης και πυγμαχίας μαζί: Ὀλύμπια ἐγένοντο.... οἷς Ἀνδροσθένης παγκράτιον ἐνίκα
= έγιναν Ολυμπιακοί Aγώνες.... στους οποίους ο Ανδροσθένης νίκησε στο παγκράτιο.
ΝΕ παγκράτιο.
[παράγ. λ. παγκρατής + παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'πάγος: πάγος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πάγος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάγος,
* McsElln.πάγος@γλσΕλα,
βράχος, λόφος: Ἄρειος πάγος
= λόφος, στην Αθήνα, αφιερωμένος στον Άρη όπου συνεδρίαζε το ανώτατο δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος.
:=> παράγ. παγετός, πάγιος «συμπαγής», σύνθ.παγετώδης.
ΝΕ πάγος «νερό σε παγωμένη μορφή».
[π^αγ- < πήγ-νυ-μι].
γλσΕλα'πάγxρηστος: πάγχρηστος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.πάγxρηστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάγxρηστος,
* McsElln.πάγxρηστος@γλσΕλα,
αυτός που είναι για τα πάντα χρήσιμος.
=/ ἄχρηστος.
[σύνθ. λ. π_αν + χρηστός (παράγ. χρήομαι +παρ. επίθ. -τός)].
γλσΕλα'παιάν: παιάν, ᾶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.παιάν-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιάν,
* McsElln.παιάν@γλσΕλα,
1. ευχαριστήριος ύμνος στον Απόλλωνα.
2. πολεμικό εμβατήριο.
:=> παράγ. παιανίζω.
ΝΕ παιάνας (με τη σημ. 2).
[*παιάFων, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'παιανίζω: παιανίζω::
* McsElln.ρήμα.παιανίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιανίζω,
* McsElln.παιανίζω@γλσΕλα,
ψάλλω παιάνα, ευχαριστήριο ύμνο ή πολεμικό εμβατήριο: παιανίσαντες ἐπῇσαν αὖθις
= και αφού έψαλαν πολεμικό εμβατήριο, επιτέθηκαν πάλι.
ΝΕ παιανίζω.
[παράγ. λ. παιάν + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'παιδαγωγέω: παιδαγωγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.παιδαγωγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιδαγωγέω,
* McsElln.παιδαγωγέω@γλσΕλα,
Παρακ. πεπαιδαγώγηκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.παιδαγωγήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπαιδαγωγήθην ανατρέφω και εκπαιδεύω ένα παιδί, γενικά εκπαιδεύω.
ΝΕ παιδαγωγώ.
[παράγ. λ. παιδαγωγός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'παιδαγωγός: παιδαγωγός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.παιδαγωγός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιδαγωγός,
* McsElln.παιδαγωγός@γλσΕλα,
αυτός που αναλαμβάνει την ανατροφή και την εκπαίδευση παιδιών.
=> στην Αθήνα δούλος που συνόδευε το παιδί στο σχολείο.
:=> παράγ. παιδαγωγε_ιον, παιδαγωγέω, παιδαγωγία, παιδαγωγικός.
ΝΕ παιδαγωγός «ειδικός στην παιδική αγωγή».
[σύνθ. λ. πα_ις + ἄγω].
γλσΕλα'παίδευσις: παίδευσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.παίδευσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παίδευσις,
* McsElln.παίδευσις@γλσΕλα,
1. εκπαίδευση: Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας μετέχοντας
= (η Αθήνα με τον πολιτισμό της συνετέλεσε ώστε) να ονομάζονται Έλληνες όσοι παίρνουν τη δική μας εκπαίδευση.
2. όργανο εκπαίδευσης, σχολείο: ξυνελών τε λέγω τὴν πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι
= και με δυο λόγια, ολόκληρη η πόλη (η Αθήνα) είναι το σχολείο της Ελλάδας.
ΝΕ παίδευση (λόγ., με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. παιδεύω + παρ. επίθ -σις].
γλσΕλα'παιδεύω: παιδεύω::
* McsElln.ρήμα.παιδεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιδεύω,
* McsElln.παιδεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπαίδευον
Μέλλ. παιδεύσω
Αόρ. ἐπαίδευσα
Παρακ. πεπαίδευκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.παιδεύσομαι
Παθ. μέλλ. παιδευθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπαιδευσάμην
Παθ. αόρ. ἐπαιδεύθην
Παθ. παρακ. πεπαίδευμαι
1. ανατρέφω και διδάσκω παιδιά.
=> γενικά εκπαιδεύω και καθοδηγώ: οἱ Ὁμήρου ἐπαινέται λέγουσιν ὡς τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν οὗτος ὁ ποιητής
= οι θαυμαστές του Ομήρου λένε ότι αυτός ο ποιητής έχει εκπαιδεύσει την Ελλάδα.
2. μέση φωνή παιδεύομαι στέλνω το παιδί μου στο σχολείο, και γενικότερα φροντίζω για την εκπαίδευση κάποιου: οὓς ἡγεμόνας πόλεως (εἶναι) ἐπαιδεύσασθε
= αυτοί τους οποίους εκπαιδεύσατε για ηγέτες της πόλης.
3. σωφρονίζω κάποιον, τον διορθώνω.
:=> παράγ. παιδεία, παίδευσις, παιδευτής, σύνθ. ἀπαίδευτος.
ΝΕ παιδεύω «ταλαιπωρώ, κουράζω, βασανίζω».
[παράγ. λ. παῖς, παιδ-ός + παρ. επίθ. -εύω].
===
_stxElla: Ὁ μὴ δαρεὶς ἄνθρωπος οὐ παιδεύται. == Όποιος δεν φάει ξύλο, μυαλό δεν βάζει. [Μ.Μον.573]
γλσΕλα'παιδιά: παιδιά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.παιδιά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιδιά,
* McsElln.παιδιά@γλσΕλα,
παιχνίδι, διασκέδαση: παιδιὰ καὶ οὐ σπουδή
= παιχνίδι και όχι σοβαρή ασχολία.
ΝΕ παιδιά «αθλοπαιδιά».
[παράγ. λ. πα_ις (παιδός) + παρ. επίθ. -ιά].
γλσΕλα'παιδιόθεν: παιδιόθεν::
* McsElln.επίρρημα.παιδιόθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιδιόθεν,
* McsElln.παιδιόθεν@γλσΕλα,
από την παιδική ηλικία, από παιδί.
μγ05.σ220
[παράγ. λ. παιδίο-ν (πβ. ἐκ παιδίου / παιδίων«από την παιδική ηλικία») + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'παιδοτρίβης: παιδοτρίβης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.παιδοτρίβης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παιδοτρίβης,
* McsElln.παιδοτρίβης@γλσΕλα,
δάσκαλος της γυμναστικής.
:=> παράγ. παιδοτριβέω.
[σύνθ. λ. πα_ις + τρίβω].
γλσΕλα'παίζω: παίζω::
* McsElln.ρήμα.παίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παίζω,
* McsElln.παίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπαιζον
Μέλλ. παιξοῦμαι
Αόρ. ἔπαισα
Παρακ. πέπαικα
Παθ. παρακ. πέπαισμαι
1. παίζω. 2. αστειεύομαι.
=/ σπουδάζω «σοβαρολογώ».
ΝΕ παίζω (με τις σημ. 1, 2).
[*παFιδς- (< *παF)- + παρ. επίθ. -jω > *παίδ-jω >παίζω].
γλσΕλα'παίς: παῖς, παιδός, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.παίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παίς,
* McsElln.παίς@γλσΕλα,
1. γιος ή κόρη, παιδί.
2. άνθρωπος σε παιδική ηλικία, παιδί: δῆλον τοῦτό γε ἤδη καὶ παιδί
= αυτό πια είναι φανερό και σε ένα παιδί.
3. δούλος, υπηρέτης.
:=> παράγ. παιδεύω, παίζω, παίγνιον, σύνθ.παιδοτρίβης, παιδονόμος.
ΝΕ παιδί (με τις σημ. 1, 2).
[*παFιδς- (< *παF-) > παῦς και παῖς].
γλσΕλα'παίω: παίω::
* McsElln.ρήμα.παίω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παίω,
* McsElln.παίω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπαιον
Μέλλ. παίσω & παιήσω
Αόρ. ἔπαισα
Παρακ. πέπαικα
Μέσ. αόρ. ἐπαισάμην
Παθ. αόρ. ἐπαίσθην χτυπώ, πληγώνω κάποιον: παίει με ροπάλῳ
= με χτυπά με το ρόπαλο. παίω τινὰ εἰς τὸν μηρόν
= πληγώνω κάποιον στο μηρό.
= τύπτω, πλήττω, βάλλω.
[*παF + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'πάλαι: πάλαι::
* McsElln.επίρρημα.πάλαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάλαι,
* McsElln.πάλαι@γλσΕλα,
1. πριν από πολύ καιρό, παλιά: πάλαι ποτέ
= κάποτε, τα παλιά τα χρόνια.
=/ ν_υν, σήμερον.
2. ως επίθετο οἱ πάλαι καὶ οἱ νῦν
= οι παλιοί(άνθρωποι) και οι σημερινοί.
3. από ώρα, εδώ και ώρα: ἄρτι ἢ πάλαι ἥκεις ἐξ ἀγροῦ;
= τώρα μόλις ήρθες από την εξοχή ή εδώ και ώρα;
:=> παράγ. παλαιός, παλαιότης.
[*παλ- (ίσως συγγεν. με τῆλε «μακριά», πβ.βοιωτ. πήλυι
= τηλοῦ «μακριά») + -αι, όπως χαμ-αί, κατ-αί
= κατά].
γλσΕλα'παλαιός: παλαιός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.παλαιός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παλαιός,
* McsElln.παλαιός@γλσΕλα,
Συγκριτικός παλαιότερος & παλαίτερος
Υπερθετικός παλαιότατος & παλαίτατος
1. αυτός που έχει γίνει ή κατασκευαστεί πριν από πολύ καιρό: τριήρεις παλαιαὶ καὶ καιναί
= παλιές και καινούριες τριήρεις.
2. για πρόσωπα αυτός που έζησε πριν από πολλά χρόνια: οἱ πάνυ παλαιοὶ ἄνθρωποι
= οι πολύ παλιοί άνθρωποι. Μίνως παλαίτατος ὧν ἀκοῇ ἴσμεν
= ο Μίνωας είναι ο πιο παλιός(αρχαίος) από όσους γνωρίζουμε εξ ακοής (έχουμε ακουστά).
3. ως επίρρημα τὸ παλαιὸν άλλοτε, παλιά.
ΝΕ παλαιός (λόγ.) & παλιός (με σημ. 1, 2).
[βλπ. πάλαι + παρ. επίθ. -ός].
γλσΕλα'παλαίστρα: παλαίστρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.παλαίστρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παλαίστρα,
* McsElln.παλαίστρα@γλσΕλα,
τόπος όπου ασκούνταν στην πάλη με την επίβλεψη ειδικών δασκάλων.
:=> παράγ. παλαιστρίτης «θεός προστάτης της παλαίστρας».
ΝΕ παλαίστρα.
[παράγ. λ. παλαίω + παρ. επίθ. -(σ)τρα].
γλσΕλα'παλαίω: παλαίω::
* McsElln.ρήμα.παλαίω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παλαίω,
* McsElln.παλαίω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπάλαιον
Μέλλ. παλαίσω
Αόρ. ἐπάλαισα παλεύω.
:=> παράγ. παλαίστρα, παλαιστής, σύνθ. διαπάλη, ἀντίπαλος.
ΝΕ παλεύω.
[αβέβ., πιθ. συγγεν. με πάλλω].
γλσΕλα'πάλιν: πάλιν::
* McsElln.επίρρημα.πάλιν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάλιν,
* McsElln.πάλιν@γλσΕλα,
1. τοπικά πίσω: πάλιν δίδωμι/ἀποδίδωμι
= δίνω πίσω, ξαναδίνω.
2. χρονικά ξανά: πάλιν ἐξ ἀρχῆς
= ξανά από την αρχή.
ΝΕ πάλι (με τη σημ. 2).
[ίσως αρχικά ουσ. *πάλις «επιστροφή» (πέλομαι, πόλος), αιτιατ. *πάλιν, πβ. δωρεάν].
γλσΕλα'Παλλάς: Παλλάς, -άδος::
* McsElln.ουσιαστικό.Παλλάς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Παλλάς,
* McsElln.Παλλάς@γλσΕλα,
η θεά Αθηνά.
[θηλ. του πάλλαξ, ὁ
= πάλληξ, ὁ «έφηβος», αβέβ. ετυμ., σύμφωνα με την αρχ. παράδοση <πάλλω].
γλσΕλα'παλτόν: παλτόν, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.παλτόν-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παλτόν,
* McsElln.παλτόν@γλσΕλα,
δόρυ ή ακόντιο.
[ουσιαστικοπ. του παλτός < πάλ-λω + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'πάμφορος: πάμφορος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.πάμφορος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάμφορος,
* McsElln.πάμφορος@γλσΕλα,
πολύ γόνιμος: πάμφορος χώρα
= πολύ γόνιμη γη.
[σύνθ. λ. π_αν + φέρω].
γλσΕλα'Παναθήναια: Παναθήναια, -αίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Παναθήναια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Παναθήναια,
* McsElln.Παναθήναια@γλσΕλα,
γιορτή που τελούσαν οι Αθηναίοι προς τιμήν της θεάς Αθηνάς.
:=> παράγ. παναθηναϊκός, παναθηναϊσταί.
[σύνθ. λ. π_αν- + Ἀθήναια «παλιό όνομα τωνΠαναθηναίων»].
μγ05.σ221
γλσΕλα'πανδημεί: πανδημεὶ::
* McsElln.επίρρημα.πανδημεί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πανδημεί,
* McsElln.πανδημεί@γλσΕλα,
όλοι μαζί, πάνδημοι: Λακεδαιμόνιοι πανδημεὶ ἐστράτευσαν
= οι Λακεδαιμόνιοι εκστράτευσαν με συμμετοχή όλου του λαού.
[παράγ. λ. πάνδημος + παρ. επίθ. -εί].
γλσΕλα'πάνδημος: πάνδημος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.πάνδημος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάνδημος,
* McsElln.πάνδημος@γλσΕλα,
κοινός, στον οποίο συμμετέχει όλος ο λαός:πάνδημος ἀγών.
:=> παράγ. πανδήμιος, πανδημία, πανδημεί.
ΝΕ πάνδημος (λόγ.).
[σύνθ. λ. π_ας + δῆμος].
γλσΕλα'πανηγυρικός: πανηγυρικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πανηγυρικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πανηγυρικός,
* McsElln.πανηγυρικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός πανηγυρικώτερος
Υπερθετικός πανηγυρικώτατος αυτός που έχει σχέση με εορταστική συγκέντρωση: οἱ πανηγυρικοὶ ὄχλοι
= οι πανηγυριστές.
=> εορταστικός: λόγος ὁ πανηγυρικὸς και ως ουσιαστ. ὁ πανηγυρικός
= λόγος που εκφωνούσαν σε μια δημόσια γιορτή ή συγκέντρωση, όπως π.χ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
ΝΕ πανηγυρικός.
[παράγ. λ. πανήγυρις + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'πανήγυρις: πανήγυρις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.πανήγυρις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πανήγυρις,
* McsElln.πανήγυρις@γλσΕλα,
συγκέντρωση όλου του λαού (συνήθως για να τιμηθεί ένας θεός ή ήρωας): ἡ τῶν Ἑλλήνων ἐν Ὀλυμπί'α πανήγυρις
= η συγκέντρωση τωνΕλλήνων στην Ολυμπία.
:=> παράγ. πανηγυρίζω, πανηγυρικός, πανηγυρικῶς.
ΝΕ πανηγύρι «εορταστική συγκέντρωση».
[σύνθ. λ. π_αν + ἄγυρις (αιολ. αντί ἀγορά < ἀγείρω)].
γλσΕλα'παννύxιος: παννύχιος, -ιος, -ιον::
* McsElln.επίθετο.παννύxιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παννύxιος,
* McsElln.παννύxιος@γλσΕλα,
αυτός που διαρκεί όλη τη νύχτα: παννύχιοι χοροί.
[παράγ. λ. παννυχ-ίς + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'παννυxίς: παννυχίς, -ίδος::
* McsElln.ουσιαστικό.παννυxίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παννυxίς,
* McsElln.παννυxίς@γλσΕλα,
γιορτή που διαρκεί όλη τη νύχτα: παννυχίδα ποιήσουσιν, ἣν ἄξιον θεάσασθαι
= θα κάνουν ολονυχτία (προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος), που αξίζει να τη δει κανείς.
:=> παράγ. παννυχίζω, παννύχιος.
ΝΕ παννυχίδα.
[σύνθ. λ. πᾶν + νύξ, όπου το -χ αντί -κ (νυκτός < νύξ), ίσως από νυχ-θημερόν].
γλσΕλα'παντάπασι: παντάπασι(ν)::
* McsElln.επίρρημα.παντάπασι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παντάπασι,
* McsElln.παντάπασι@γλσΕλα,
1. εντελώς: παντάπασι ‘ρ'άδιον
= εντελώς εύκολο.
2. σε καταφατικές απαντήσεις αναμφιβόλως.
[σύνθ. λ. ίσως *παντάπας / *παντάπαν, δοτ.πληθ. παντάπασι «για όλους ή για όλα, εντελώς»].
γλσΕλα'πανταxού: πανταχοῦ::
* McsElln.επίρρημα.πανταxού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πανταxού,
* McsElln.πανταxού@γλσΕλα,
παντού: οὐδαμοῦ καὶ πανταχοῦ
= πουθενά και παντού. πανταχοῦ τῆς γῆς
= παντού, σε όλη τη γη.
ΝΕ πανταχού στη φρ. πανταχού παρών.
[παράγ. λ. *πανταχό-ς (π_ας, παντ-ός + -αχ-ός, πβ. μον-αχός) + παρ. επίθ. -οῦ].
γλσΕλα'πάντη: πάντῃ::
* McsElln.επίρρημα.πάντη@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάντη,
* McsElln.πάντη@γλσΕλα,
προς όλες τις κατευθύνσεις, παντού: κύκλῳ δὲ αὐτοῖς πάντῃ πολλαὶ πόλεις πολέμιοι ἦσαν
= και παντού, γύρω γύρω, ήταν πολλές πόλεις εχθρικές προς αυτούς.
[παράγ. λ. π_ας, παντ-ός + παρ. επίθ. -ῃ].
γλσΕλα'παντοδαπός: παντοδαπός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.παντοδαπός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παντοδαπός,
* McsElln.παντοδαπός@γλσΕλα,
ο κάθε είδους: πολλοί καὶ παντοδαποί
= πολλοί και κάθε είδους άνθρωποι.
= παντοῖος.
:=> παράγ. παντοδαπῶς.
[παράγ. λ. π_ας, παντ-ός + παρ. επίθ. -δ-απός, κατά το ἡμε-δ-απός].
γλσΕλα'παντοίος: παντοῖος, -οία, -οῖον::
* McsElln.επίθετο.παντοίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παντοίος,
* McsElln.παντοίος@γλσΕλα,
ο κάθε είδους: λέγει πολλὰ καὶ παντοῖα
= λέει πολλά και διάφορα.
:=> παράγ. παντοίως.
[παράγ. λ. π_ας, παντ-ός + παρ. επίθ. -οῖος].
γλσΕλα'πάντως: πάντως::
* McsElln.επίρρημα.πάντως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάντως,
* McsElln.πάντως@γλσΕλα,
1. με κάθε τρόπο: πάντως προπηλακιεῖ σε
= θα σε εξευτελίσει με κάθε τρόπο.
2. οπωσδήποτε, εξάπαντος: εἰ δὴ δεῖ γε πάντως
= αν λοιπόν είναι οπωσδήποτε απαραίτητο.
ΝΕ πάντως «όμως, παρ’ όλα αυτά».
[παράγ. λ. π_αν, παντ-ός + παρ. επίθ. -ως].
γλσΕλα'πάνυ: πάνυ::
* McsElln.επίρρημα.πάνυ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάνυ,
* McsElln.πάνυ@γλσΕλα,
1. πολύ: πάνυ ὀλίγοι
= πολύ λίγοι.
2. οὐ πάνυ καθόλου δεν...: οὐ πάνυ τι μανθάνω
= καθόλου δεν καταλαβαίνω.
3. σε απαντήσεις βεβαιότατα, αναμφιβόλως.
4. ὁ πάνυ
= ο πασίγνωστος: ὁ πάνυ Περικλής.
[παράγ. λ. π_ας / πᾶν + παρ. επίθ. -υ, που είναι ανερμήνευτο (κατά το εὖ;)].
γλσΕλα'παπαί: παπαῖ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ.παπαί::
* McsElln.γλσΕλα'παπαί,
* McsElln.παπαί@γλσΕλα,
1. ως έκφραση θλίψης ή πόνου αλίμονο, ποπό:φεῦ, παπαῖ!
= αχ, ποπό!
2. ως έκφραση έκπληξης μπα!: παπαί, οἷον λέγεις!
= μπα, τι λες! (βλπ. βαβαί).
γλσΕλα'πάππος: πάππος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πάππος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάππος,
* McsElln.πάππος@γλσΕλα,
παππούς.
:=> παράγ. παππῷος.
ΝΕ πάππος (λόγ.).
[ηχομιμητ. λ. της παιδικής γλώσσας με εμφατικό διπλασιασμό του π].
γλσΕλα'παρά: παρὰ::
* McsElln.πρόθεση.παρά@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρά,
* McsElln.παρά@γλσΕλα,
Α. με γενική προσώπου εκ μέρους, από τον...:ταῦτα παρὰ σοῦ ἐμάθομεν
= αυτά τα μάθαμε από σένα.
μγ05.σ222
=> παρ’ ἑαυτοῦ
= από μόνος του, με τη δική του θέληση.
Β. με δοτ. προσώπου κοντά σε κάποιον: οἱΠερσῶν παῖδες παιδεύονται παρὰ τοῖς δημοσίοις διδασκάλοις
= τα παιδιά των Περσών εκπαιδεύονται κοντά σε δημόσιους δασκάλους.
=> οἱ παρ’ ἐμοί
= οι άνθρωποί μου, οι συγγενείς μου.
Γ. με αιτιατική δηλώνει
1. κίνηση προς (το μέρος κάποιου προσώπου):Ἴωνες δὲ ἔπεμπον ἀγγέλους παρὰ Κῦρον
= και οι Ίωνες έστελναν απεσταλμένους στονΚύρο. ἔπεμψεν ἄγγελον ἐς Φάρσαλον παρὰ τοὺς ἐπιτηδείους
= έστειλε αγγελιαφόρο στους φίλους του στα Φάρσαλα.
2. κίνηση παράλληλα με κάτι ή κοντά σε κάτι: παρὰ τὴν Βαβυλῶνα δεῖ παριέναι
= πρέπει να περάσει κανείς δίπλα από τη Βαβυλώνα.
3. αντίθετα με: παρὰ τὸν νόμον/παρὰ τὸ δίκαιον
= αντίθετα με το νόμο / με το δίκαιο.
=> παρὰ δύναμιν
= πάνω από τις δυνάμεις μου.
=/ κατὰ δύναμιν.
4. πλην, εκτός από...: οὔκ ἐστι παρὰ ταῦτα ἄλλα
= εκτός από αυτά δεν υπάρχουν άλλα.
=> εκφράσεις παρὰ μικρόν/παρ’ ὀλίγον/παρὰ βραχύ παρά λίγο, λίγο έλειψε να...: παρὰ μικρὸν ἦλθεν ἀποθανεῖν
= παρά λίγο να πεθάνει. παρὰ πολύ με μεγάλη διαφορά: ἐνίκησαν οἱ Κερκυραῖοι παρὰ πολύ.
5. σε σύγκριση με...: χειμὼν μείζων παρὰ τὴν καθεστηκυῖαν ὥραν
= δυνατότερο κρύο σε σύγκριση με την εποχή.
6. εξαιτίας ή χάρη σε...: οὐ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ ‘ρώμην... ὅσον παρὰ τὴν ἡμετέραν ἀμέλειαν
= όχι τόσο χάρη στη δύναμή του... όσο εξαιτίας της δικής μας αδιαφορίας.
7. κατά τη διάρκεια: παρὰ τὸν βίον ἅπαντα
= σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
=> εκφράσεις παρ’ ἡμέραν / ἡμέραν παρ’ ἡμέραν
= μέρα παρά μέρα. παρὰ μίαν
= κάθε δεύτερη μέρα.
Δ. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
1. κίνηση από..., προς: π.χ. παραλαμβάνω.
2. στάση ή κίνηση κοντά σε πρόσωπο ή πράγμα: π.χ. πάρειμι, παρέρχομαι.
3. αντίθετα με κάτι: π.χ. παρασπονδῶ.
4. σύγκριση: π.χ. παραβάλλω.
5. κάτι που γίνεται εσφαλμένα, λάθος: π.χ.παραβλέπω.
ΝΕ παρά (με τη σημ. Γ3).
[*παρ-, *περ- (περί), *πρ- (πρός) ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'παραβαίνω: παραβαίνω::
* McsElln.ρήμα.παραβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραβαίνω,
* McsElln.παραβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. δεν τηρώ ένα νόμο, μια συμφωνία κτλ., παραβαίνω: παραβεβασμένοι ὅρκοι
= όρκοι που έχουν παραβιαστεί.
2. προχωρώ, παρουσιάζομαι: παραβαίνω πρὸς τὸ θέατρον
= παρουσιάζομαι στους θεατές, για να μιλήσω.
:=> παράγ. παράβασις, παραβάτης.
ΝΕ παραβαίνω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. παρά + βαίνω].
γλσΕλα'παραβάλλω: παραβάλλω::
* McsElln.ρήμα.παραβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραβάλλω,
* McsElln.παραβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. ρίχνω κάτι μπροστά σε κάτι: παραβάλλω τοῖς ἵπποις φορβήν
= ρίχνω στα άλογα χόρτο.
2. μέση φωνή παραβάλλομαι
α. θέτω / εκθέτω τον εαυτό μου σε κίνδυνο:οὐκ ἴσα παραβαλλόμενοι εἰς τὸν κίνδυνον ἴμεν
= ριψοκινδυνεύοντας όχι εξίσου (με τους άλλους) προχωρούμε.
β. συγκρίνω: πρὸς ποῖον κτῆμα παραβαλλόμενος φίλος ἀγαθὸς οὐκ ἂν πολλῷ κρείττων φανείη;
= με ποια περιουσία αν συγκριθεί ο καλός φίλος δε θα φανεί πολύ ανώτερος;
3. στρέφω, γυρίζω κάτι προς τα πλάγια: παραβάλλω τὼ ὀφθαλμὼ
= ρίχνω πλάγια βλέμματα. παραβαλὼν τὴν κεφαλὴν καὶ ἀκούσας,ἔφη
= αφού έστρεψε το κεφάλι και άκουσε, είπε.
4. ως αλληλοπαθές πλησιάζω: ὅταν παραβάλλωσιν ἑαυτοὺς ἀλλήλοις οἵ τε ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχόμενοι
= όταν θα συναντιούνται οι άρχοντες και οι αρχόμενοι.
:=> παράγ. παραβολή «αντιπαραβολή», σύνθ.ἀπαράβλητος.
ΝΕ παραβάλλω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. παρά + βάλλω].
γλσΕλα'παραγγέλλω: παραγγέλλω::
* McsElln.ρήμα.παραγγέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραγγέλλω,
* McsElln.παραγγέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγγέλλω
1. δίνω διαταγή: ὁ στρατηγὸς παρήγγειλε τῇ στρατιᾷ ὃν ἂν λάβωσι κτείνειν
= ο στρατηγός έδωσε διαταγή στο στρατό να σκοτώνουν όποιον συλλάβουν.
2. γενικά δίνω εντολή ή παρακινώ: παρηγγείλαμεν οὖν ἀλλήλοις ἥκειν ὡς πρῳαίτατα
= παρακινήσαμε λοιπόν ο ένας τον άλλο να φτάσουμε όσο γίνεται πιο πρωί (στη φυλακή όπου ήταν ο Σωκράτης).
:=> παράγ. παραγγελία, παράγγελμα.
ΝΕ παραγγέλλω (λόγ.) και παραγγέλνω «κάνω μια παραγγελία».
[σύνθ. λ. παρά + ἀγγέλλω].
γλσΕλα'παραγίγνομαι: παραγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.παραγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραγίγνομαι,
* McsElln.παραγίγνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι
1. παρευρίσκομαι, είμαι παρών κάπου: παραγίγνομαι ἐν τοῖς ἀγῶσι
= είμαι παρών στους αγώνες.
μγ05.σ223
2. βοηθώ, παραστέκομαι κάποιον: Ἀθηναῖοι ναυσί τε καὶ στρατιᾷ παρεγένοντο ἐπὶ τοὺςΧαλκιδεῖς
= οι Αθηναίοι βοήθησαν με πλοία και με στρατό τους Χαλκιδείς.
3. παρουσιάζομαι, φτάνω: ἐν τρισὶν ἡμέραις παραγίγνονται εἰς ταύτην τὴν κώμην
= σε τρεις μέρες φτάνουν σε αυτό το χωριό. παρεγένοντο αἱ νῆες
= έφτασαν τα πλοία.
[σύνθ. λ. παρά + γίγνομαι].
γλσΕλα'παράγω: παράγω::
* McsElln.ρήμα.παράγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παράγω,
* McsElln.παράγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. οδηγώ, οδηγώ έξω από έναν τόπο.
2. μεταφορικά οδηγώ κάποιον σε λάθος δρόμο, τον παραπλανώ, τον εξαπατώ: ψεύδεσιν ἡμᾶς παράγουσιν
= μας εξαπατούν με ψέματα. ἀπάτῃ παράγεσθε ὑπ’ αὐτῶν
= με δόλιο τρόπο παραπλανάσθε από αυτούς.
=> για πράγματα διαστρέφω, αλλάζω κάτι με κακό τρόπο: παράγω τοὺς νόμους
= αλλάζω τους νόμους όπως με συμφέρει.
:=> παράγ. παραγωγή.
ΝΕ παράγω «παράγω ένα προϊόν, κατασκευάζω, δημιουργώ».
[σύνθ. λ. παρά + ἄγω].
γλσΕλα'παραγωγή: παραγωγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.παραγωγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραγωγή,
* McsElln.παραγωγή@γλσΕλα,
1. μετακίνηση: τοῖς πλοίοις ἐχρήσαντο εἰς παραγωγήν
= χρησιμοποίησαν τα πλοία για να μετακινήσουν το στρατό.
2. παραπλάνηση, εξαπάτηση: τῆς ἀπάτης τῇ παραγωγῇ
= εξαιτίας της παραπλάνησης που προκάλεσε η απάτη.
ΝΕ παραγωγή (λ.χ. αγροτική ή ενός προϊόντος).
[παράγ. λ. παράγω + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'παράδειγμα: παράδειγμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.παράδειγμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παράδειγμα,
* McsElln.παράδειγμα@γλσΕλα,
1. σχέδιο, πρότυπο: ἐξειργάσαντο ναὸν τοῦ παραδείγματος κάλλιον
= κατασκεύασαν ένα ναό ωραιότερο από το πρότυπο.
2. παράδειγμα: παράδειγμα λαμβάνω παρά τινος
= παίρνω παράδειγμα από κάποιον.παράδειγμα δίδωμι
= δίνω παράδειγμα.
:=> παράγ. παραδειγματίζω, σύνθ. ἀπαραδειγμάτιστος.
ΝΕ παράδεγμα (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. παρά + δεῖγμα].
γλσΕλα'παράδεισος: παράδεισος, -είσου::
* McsElln.ουσιαστικό.παράδεισος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παράδεισος,
* McsElln.παράδεισος@γλσΕλα,
περιφραγμένος κήπος: παράδεισος μέγας ἀγρίων θηρίων πλήρης καὶ δασὺς παντοίων δένδρων
= μεγάλος κήπος γεμάτος άγρια θηρία και κατάφυτος με κάθε είδους δέντρα.
ΝΕ παράδεισος (με τη θρησκευτική σημ.).
[αρχ. πέρσ. δάν. pairi-da-eza
= περί-τοιχος «φράχτης»].
γλσΕλα'παραδέxομαι: παραδέχομαι::
* McsElln.ρήμα.παραδέxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραδέxομαι,
* McsElln.παραδέxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δέχομαι
1. δέχομαι κάτι από κάποιον, το παραλαμβάνω: Κῦρος ἄνδρα ἔταξε παραδέχεσθαι τὰ φερόμενα γράμματα
= ο Κύρος τοποθέτησε έναν άνδρα για να παραλαμβάνει τις επιστολές που έφερναν.
=> δέχομαι ως κληρονομιά: παραδέχομαι τὴν ἀρχήν
= παίρνω την εξουσία με κληρονομικό δικαίωμα.
2. αναλαμβάνω να κάνω κάτι: παρεδέξατοΧαρίνῳ τῷ προδότῃ ταὐτὰ πράττειν
= ανέλαβε να κάνει τα ίδια με αυτά που έκανε οΧαρίνος ο προδότης.
3. δέχομαι κάτι όπως είναι, το παραδέχομαι.
:=> παράγ. παραδοχή.
ΝΕ παραδέχομαι (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. παρά + δέχομαι].
γλσΕλα'παραιτέομαι: παραιτέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.παραιτέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραιτέομαι,
* McsElln.παραιτέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. παρῃτούμην
Μέλλ. παραιτήσομαι
Αόρ. παρῃτησάμην
Παρακ. παρ'ήτημαι
1. ζητώ να μου κάνουν μια χάρη, παρακαλώ κάποιον για κάτι: παραιτοῦμαι ὑμᾶς μὴ θορυβεῖν
= ζητώ να μου κάνετε τη χάρη να μη διαμαρτύρεστε. παραιτοῦμαι μηδὲν τούτων δρᾶν
= παρακαλώ να μην κάνετε τίποτε από αυτά.
2. παρακαλώντας αποτρέπω κάτι δυσάρεστο:παραιτοῦμαι τὴν ὀργήν.
3. παραιτώ κάτι, το απορρίπτω, αρνούμαι:τὴν Προδίκου τοῦδε διαίρεσιν τῶν ὀνομάτων παραιτοῦμαι
= τη διάκριση των λέξεων που κάνει ο Πρόδικος την απορρίπτω.
:=> παράγ. παραίτησις, σύνθ. ἀπαραίτητος.
ΝΕ παραιτούμαι «εγκαταλείπω μια επιδίωξη».
[σύνθ. λ. παρά + αἰτέομαι].
γλσΕλα'παραίτησις: παραίτησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.παραίτησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραίτησις,
* McsElln.παραίτησις@γλσΕλα,
θερμή παράκληση.
ΝΕ παραίτηση «απόσυρση, εγκατάλειψη ενός σκοπού, μιας θέσης κτλ.».
[παράγ. λ. παραιτέομαι + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'παρακαλέω: παρακαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.παρακαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρακαλέω,
* McsElln.παρακαλέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. καλέω -ῶ
1. καλώ κάποιον σε βοήθεια:
παρακαλῶ τινα σύμμαχον == καλώ κάποιον ως σύμμαχο.
2. προσκαλώ κάποιον:
παρακαλῶ τινα ἐπὶ τὸ βῆμα == προσκαλώ κάποιον να ανεβεί στο βήμα.
3. παρακινώ, προτρέπω κάποιον:
παρακαλῶ τινα εἰς μάχην == παρακινώ κάποιον να λάβει μέρος στη μάχη.
:=> παράγ. παράκλησις.
ΝΕ παρακαλώ «υποβάλλω παράκληση».
[σύνθ. λ. παρά + καλέω].
===
_stxElla: Εἱς συμβουλὴν παρεκάλεσαν ἠμᾶς. == Mας παρεκάλεσαν για να τους συμβουλεύσουμε.
γλσΕλα'παρακαταθήκη: παρακαταθήκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.παρακαταθήκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρακαταθήκη,
* McsElln.παρακαταθήκη@γλσΕλα,
μγ05.σ224
ό,τι παραδίδεται σε κάποιον για να το φυλάξει: δέχομαι παρακαταθήκην χρυσίου
= παραλαμβάνω χρυσά νομίσματα για να τα φυλάξω. τοὺς νόμους ἔχετε παρὰ τῶν ἄλλων ὡσπερεὶ παρακαταθήκην
= έχετε παραλάβει τους νόμους από τους άλλους σαν να είναι κάτι που σας το παραδίδουν για να το φυλάξετε.
ΝΕ παρακαταθήκη.
[σύνθ. λ. παρά + καταθήκη].
γλσΕλα'παρακατατίθημι: παρακατατίθημι::
* McsElln.ρήμα.παρακατατίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρακατατίθημι,
* McsElln.παρακατατίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι μέση φωνή παρακατατίθεμαι παραδίδω, εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον: παρακατατίθεμαι παῖδας διδασκάλοις
= εμπιστεύομαι τα παιδιά στους δασκάλους.
[σύνθ. λ. παρά + κατατίθεμαι].
γλσΕλα'παρακινέω: παρακινέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.παρακινέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρακινέω,
* McsElln.παρακινέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κινέω -ῶ
1. προκαλώ ταραχές, διαταράσσω την τάξη:παρακινῶ τὰ πράγματα
= προκαλώ ταραχές στο καθεστώς της πολιτείας.
2. αμετάβατο ταράζομαι, χάνω την ψυχραιμία ή τη λογική μου: νουθετεῖται ὡς παρακινῶν
= τον συμβουλεύουν, επειδή δεν ξέρει τι κάνει.
ΝΕ παρακινώ (λ.χ. σε αρνητικές ενέργειες, ξεσηκώνω).
[σύνθ. λ. παρά + κινέω].
γλσΕλα'παρακολουθέω: παρακολουθέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.παρακολουθέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρακολουθέω,
* McsElln.παρακολουθέω@γλσΕλα,
1. ακολουθώ, πηγαίνω από πίσω ή συνοδεύω κάποιον/κάτι: παρηκολούθει αὐτοῖς ἡ ἔχθρα παρὰ τῶν Λακεδαιμονίων
= τους συνόδευε η εχθρότητα των Λακεδαιμονίων.
= ἕπομαι.
=/ ἡγέομαι.
2. προσέχω, παρακολουθώ.
ΝΕ παρακολουθώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. παρά + ἀκολουθέω].
γλσΕλα'παραλλάττω: παραλλάττω::
* McsElln.ρήμα.παραλλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραλλάττω,
* McsElln.παραλλάττω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀλλάττω ο κοινός τύπος είναι παραλλάσσω
1. αντικαθιστώ το ένα με το άλλο, το εναλλάσσω: ὑποδήματα παρηλλαγμένα
= παπούτσια που έχουν φορέσει το δεξί στο αριστερό πόδι και αντίστροφα.
2. αλλάζω κάτι λίγο, το παραλλάζω: μίαν μόνον συλλαβὴν παραλλάττω.
3. διαφέρω: παραλλάττω ἀπό τινος
= διαφέρω από κάτι.
=> ως απρόσωπο οὐ σμικρὸν παραλλάττει
= δεν είναι μικρή η διαφορά.
:=> παράγ. παραλλαγή.
ΝΕ παραλλάσσω / παραλλάζω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. παρά + ἀλλάττω].
γλσΕλα'παραλογίζομαι: παραλογίζομαι::
* McsElln.ρήμα.παραλογίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραλογίζομαι,
* McsElln.παραλογίζομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λογίζομαι
1. δε λογαριάζω σωστά, κάνω λάθος στο μέτρημα.
2. με λανθασμένα συμπεράσματα προσπαθώ να εξαπατήσω κάποιον: ἀπάτῃ τινὶ παραλογίζομαί τινα
= με κάποιο τέχνασμα εξαπατώ κάποιον.
:=> παράγ. παραλογισμός.
ΝΕ παραλογίζομαι «δεν ενεργώ σύμφωνα με τη λογική κτλ.».
[σύνθ. λ. παρά + λογίζομαι «απαριθμώ»].
γλσΕλα'παραλύω: παραλύω::
* McsElln.ρήμα.παραλύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραλύω,
* McsElln.παραλύω@γλσΕλα,
1. λύνω κάτι και το αφαιρώ: παραλύω τὰ πηδάλια τῶν νεῶν
= αφαιρώ τα πηδάλια των πλοίων.
2. παύω, αφαιρώ από κάποιον ένα αξίωμα:Δαρεῖος παραλύει τῆς στρατηγίας Μαρδόνιον
= ο Δαρείος παύει από στρατηγό το Μαρδόνιο.
3. προκαλώ αδυναμία: παραλύω τὸ σῶμα τροφῆς ἀποχῇ
= αδυνατίζω το σώμα με την αποχή από την τροφή. παραλελυμένοι καὶ τοῖς σώμασι καὶ ταῖς ψυχαῖς
= εξαντλημένοι και στο σώμα και στην ψυχή.
:=> παράγ. παράλυτος, παράλυσις, παραλυσία.
ΝΕ παραλύω (με τη σημ. 3, ως αμετάβ.).
[σύνθ. λ. παρά + λύω].
γλσΕλα'παραμένω: παραμένω::
* McsElln.ρήμα.παραμένω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραμένω,
* McsElln.παραμένω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μένω
1. μένω κοντά σε κάποιον.
=> μένω πιστός σε κάποιον: ἐπιδεικνύω οἰκέτας ἐθέλοντας παραμένειν
= παρουσιάζω ως παράδειγμα δούλους που θέλουν να παραμείνουν πιστοί (στον κύριό τους).
2. παραμένω, μένω στη θέση μου: ἐμοὶ διάδοχόν τινα πέμπειν, ὡς ἀδύνατός εἰμι παραμένειν
= να στείλετε κάποιον να με διαδεχτεί, γιατί είναι αδύνατον να μείνω στη θέση μου.
3. διατηρούμαι, αντέχω: παραμένει ἡ πολιτεία
= διατηρούνται τα πολιτικά δικαιώματα.
:=> παράγ. παραμονή, παραμόνιμος.
ΝΕ παραμένω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. παρά + μένω].
γλσΕλα'παραμυθέομαι: παραμυθέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.παραμυθέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραμυθέομαι,
* McsElln.παραμυθέομαι@γλσΕλα,
1. συμβουλεύω, παρακινώ: πῶς οὖν αὐτοὺς παραμυθησόμεθα προθύμους εἶναι;
= πώς θα τους παρακινήσουμε λοιπόν να δείξουν προθυμία;
2. παρηγορώ: παραμυθοῦμαί τινα λόγοις
= παρηγορώ κάποιον με λόγια.
3. ανακουφίζω, μετριάζω κάτι δυσάρεστο: παραμυθεῖται ὁ οἶνος τὴν τοῦ γήρως δυσθυμίαν
= το κρασί μετριάζει τη μελαγχολία των γηρατειών.
:=> παράγ. παραμυθία, παραμύθιον, παραμυθητικός.
μγ05.σ225
[σύνθ. λ. παρά + μυθέομαι].
γλσΕλα'παραμυθία: παραμυθία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.παραμυθία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραμυθία,
* McsElln.παραμυθία@γλσΕλα,
1. ενθάρρυνση, προτροπή, παρότρυνση.
2. παρηγοριά.
ΝΕ παραμυθία (λόγ., με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. παραμυθέομαι + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'παράνομος: παράνομος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.παράνομος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παράνομος,
* McsElln.παράνομος@γλσΕλα,
1. παράνομος.
2. στο αττικό δίκαιο
α. παράνομα γράφω προτείνω μέτρο ή ψήφισμα ασύμφωνο με τους ισχύοντες νόμους ή αντισυνταγματικό.
β. παρανόμων γράφομαί τινα καταγγέλλω κάποιον ότι προτείνει παράνομα μέτρα (η καταγγελία αυτή λεγόταν γραφὴ παρανόμων).
γλσΕλα'παρασάγγης: παρασάγγης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.παρασάγγης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρασάγγης,
* McsElln.παρασάγγης@γλσΕλα,
περσικό μέτρο μήκους, ίσο με τριάντα στάδια.
ΝΕ στη λόγ. φρ. απέχει παρασάγγας.
[περσ. δάν., περσ. farsang με ιων. ψίλωση].
γλσΕλα'παρασκευάζω: παρασκευάζω::
* McsElln.ρήμα.παρασκευάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρασκευάζω,
* McsElln.παρασκευάζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. σκευάζω
1. προετοιμάζω: παρασκευάζω στρατείαν
= προετοιμάζω εκστρατεία.
2. προμηθεύω: παρασκευάζω τῇ νηὶ οἶνον καὶ ἄλφιτα
= προμηθεύω το πλοίο κρασί και κριθαρένιο αλεύρι.
3. μέση φωνή παρασκευάζομαι
α. ετοιμάζω κάτι για να το χρησιμοποιήσω εγώ: παρασκευάζομαι τὸ ναυτικόν.
β. προετοιμάζομαι: παρεσκευάζοντο ὡς ναυμαχήσοντες/ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν
= προετοιμάζονταν για τη ναυμαχία.
=> παθ. φωνή ὡς παρεσκεύαστο
= όταν οι προετοιμασίες είχαν τελειώσει.
:=> παράγ. παρασκεύασμα, παρασκευή, σύνθ.ἀπαράσκευος, ἀπαρασκεύαστος.
ΝΕ παρασκευάζω (με τη σημ. 1) & παρασκευάζομαι (με τη σημ. 3β).
[σύνθ. λ. παρά + σκευάζω].
γλσΕλα'παρατείνω: παρατείνω::
* McsElln.ρήμα.παρατείνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρατείνω,
* McsElln.παρατείνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τείνω
1. απλώνω κάτι κατά μήκος, το εκτείνω: παρατείνω τὴν φάλαγγα παρὰ τὰς κώμας
= εκτείνω τη φάλαγγα προς την πλευρά των χωριών.
2. αυξάνω τη χρονική διάρκεια: παρατείνω τοὺς λόγους
= μιλώ περισσότερο (από όσο προβλεπόταν).
3. ως αμετάβατο εκτείνομαι κατά μήκος: ἡ νῆσος τὸν λιμένα παρατείνουσα... ποιεῖ τοὺς εἴσπλους στενούς
= το νησί, καθώς εκτείνεται κατά μήκος του λιμανιού, κάνει στενές τις εισόδους πλοίων.
:=> παράγ. παράτονος, παράτασις.
ΝΕ παρατείνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. παρά + τείνω].
γλσΕλα'παρατίθημι: παρατίθημι::
* McsElln.ρήμα.παρατίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρατίθημι,
* McsElln.παρατίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. προσφέρω, παραθέτω: παρετίθεσαν ἐπὶ τὴν τράπεζαν κρέα
= παρέθεσαν (έβαλαν) κρέατα στο τραπέζι.
2. γενικά παρουσιάζω κάτι: παρατιθέασιν αὐτοῖς ἀναγιγνώσκειν ποιήματα
= τους παρουσιάζουν ποιήματα να διαβάζουν.
3. μέση φωνή παρατίθεμαι
α. βάζω κάτι μπροστά ή κοντά σε μένα ή σε κάποιον άλλον:τράπεζαν παρατίθεμαι
= βάζω τραπέζι για να φάω μόνος μου ή με άλλους.
β. παραδίδω σε κάποιον κάτι που μου ανήκει
= παρατίθεμαι τὰ χρήματα παρά τινα
= παραδίδω τα χρήματα σε κάποιον.
:=> παράγ. παράθεσις, παραθήκη.
ΝΕ παραθέτω (με τις σημ. 1, 2).
[σύνθ. λ. παρά + τίθημι].
γλσΕλα'παρατυγxάνω: παρατυγχάνω::
* McsElln.ρήμα.παρατυγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρατυγxάνω,
* McsElln.παρατυγxάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τυγχάνω
1. τυχαίνει να βρίσκομαι κάπου: παρατυγχάνω τῇ μάχῃ
= τυχαίνει να είμαι παρών στη μάχη. λαβόντες ὅ τι ἑκάστῳ παρέτυχεν ὅπλον
= αρπάζοντας όποιο όπλο τύχαινε να βρίσκεται μπροστά στον καθένα.
2. τὸ παρατυγχάνον/τὸ παρατυχὸν ό,τι απαιτεί κάθε φορά η περίσταση: ποιεῖν τὸ παρατυγχάνον ἀεί.
[σύνθ. λ. παρά + τυγχάνω].
γλσΕλα'παραυτίκα: παραυτίκα::
* McsElln.επίρρημα.παραυτίκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραυτίκα,
* McsElln.παραυτίκα@γλσΕλα,
1. ευθύς αμέσως, παρευθύς.
= παραχρῆμα.
2. με άρθρο δηλώνει το προσωρινό, το στιγμιαίο: αἱ παραυτίκα ἡδοναί
= οι απολαύσεις της στιγμής.
[σύνθ. λ. παρά + αὐτίκα].
γλσΕλα'παραxρήμα: παραχρῆμα::
* McsElln.ρήμα.παραxρήμα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραxρήμα,
* McsElln.παραxρήμα@γλσΕλα,
1. παρευθύς: εἰ μὴ παραχρῆμα, ἀλλ’ ὀλίγον ὕστερον
= αν όχι αμέσως, λίγο αργότερα.
= παραυτίκα.
2. με άρθρο δηλώνει το προσωρινό, το στιγμιαίο: ἡ παραχρῆμα ἀνάγκη
= η ανάγκη της στιγμής, η άμεση ανάγκη.
=> ἐκ τοῦ παραχρῆμα
= εκ του προχείρου, χωρίς προετοιμασία.
ΝΕ στη φρ. αυθωρεί και παραχρήμα (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. παρά + χρῆμα < παρὰ τὸ χρῆμα«στην άμεση χρήση και διάθεση, αμέσως»].
γλσΕλα'παραxωρέω: παραχωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.παραxωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παραxωρέω,
* McsElln.παραxωρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. χωρέω -ῶ
1. παραμερίζω: παραχωρῶ τινι τῆς ὁδοῦ
= παραμερίζω, αφήνω το δρόμο ανοιχτό για να περάσει κάποιος.
2. υποχωρώ, υποτάσσομαι σε κάποιον ή κάτι:παραχωρῶ τῷ νόμῳ.
μγ05.σ226
3. παραδίδω, παραχωρώ κάτι: Φιλίππῳ κατὰ τὰς συνθήκας Ἀμφιπόλεως παρακεχωρήκαμεν
= παραχωρήσαμε στο Φίλιππο την Αμφίπολη, σύμφωνα με τις συμφωνίες.
:=> παράγ. παραχωρητέον, παραχώρησις, παραχωρητικός.
ΝΕ παραχωρώ (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. παρά + χωρέω].
γλσΕλα'πάρειμι: πάρειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.πάρειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάρειμι,
* McsElln.πάρειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ
1. είμαι παρών: πάρειμι ἐν ταῖς συνουσίαις
= είμαι παρών στις συγκεντρώσεις των φίλων.
=/ ἄπειμι (εἰμί) «απουσιάζω, είμαι απών».
2. είμαι κοντά σε κάποιον για να τον βοηθήσω: πάρειμί τινι
= παραστέκομαι, βοηθώ κάποιον.
3. έχω φτάσει σε... ή έχω έρθει από...: Ὀλυμπίαζε πάρειμι
= έχω φτάσει στην Ολυμπία. Φίλιππος ἐκ Θράκης πάρεστι
= ο Φίλιππος έχει έρθει από τη Θράκη.
4. για πράγματα υπάρχω: φόβος παρῆν
= υπήρχε φόβος.
5. για χρόνο ἡ παροῦσα ἡμέρα
= η σημερινή ημέρα.
=> ως επίρρημα τὸ παρόν
= το τώρα. ἐν τῷ νῦν παρόντι καὶ ἐν τῷ ἔπειτα
= στον παρόντα χρόνο και τον μετέπειτα, τώρα και έπειτα.
6. ως απρόσωπο πάρεστί μοι
= (κάτι) εξαρτάται από μένα.
ΝΕ στη μετοχή παρών, παρούσα, παρόν (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. παρά + εἰμί].
γλσΕλα'πάρειμι: πάρειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.πάρειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάρειμι,
* McsElln.πάρειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι
1. περνώ δίπλα από κάτι: δεῖ παριέναι σε παρὰ Βαβυλῶνα
= πρέπει να περάσεις έξω από τη Βαβυλώνα.
2. έρχομαι, παρουσιάζομαι: εἶπεν μὴ πρότερον παριέναι ἡμᾶς ἕως ἂν αὐτὸς κελεύσῃ
= είπε να μην έρθουμε πριν μας δώσει αυτός την εντολή. παρ'ήει οὐδείς
= δεν παρουσιάστηκε κανείς (για να μιλήσει).
[σύνθ. λ. παρά + εἶμι].
γλσΕλα'παρελαύνω: παρελαύνω::
* McsElln.ρήμα.παρελαύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρελαύνω,
* McsElln.παρελαύνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἐλαύνω περνώ έφιππος δίπλα από κάτι: παρελαύνω τὰς τάξεις
= έφιππος περνώ δίπλα από τη στρατιωτική παράταξη.
ΝΕ παρελαύνω.
[σύνθ. λ. παρά + ἐλαύνω].
γλσΕλα'παρέρxομαι: παρέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.παρέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρέρxομαι,
* McsElln.παρέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. περνώ δίπλα από κάτι.
=> παρῆλθεν ὁ κίνδυνος ὥσπερ νέφος
= πέρασε ο κίνδυνος όπως περνάει το σύννεφο(χωρίς να μας αγγίξει).
2. υπερέχω, είμαι ανώτερος: τοὺς λόγους τὰ ἔργα παρέρχεται
= τα έργα είναι ανώτερα από τα λόγια.
3. ξεφεύγω: παρέρχομαι τὸν νόμον
= δε με πιάνει ο νόμος.
4. μπαίνω μέσα: παρέρχεται βί'α εἰς τὴν πόλιν
= (ο στρατός) μπαίνει στην πόλη με τη χρήση βίας.
5. παρουσιάζομαι κάπου για να μιλήσω: εἰς τὴν ἐκκλησίαν παρέρχομαι
= παρουσιάζομαι στη συνέλευση των πολιτών για να μιλήσω.
ΝΕ παρέρχομαι (λόγ.).
[σύνθ. λ. παρά + ἔρχομαι].
γλσΕλα'παρέxω: παρέχω::
* McsElln.ρήμα.παρέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρέxω,
* McsElln.παρέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχωΑ. 1. δίνω, παρέχω, χορηγώ: πληρώματα ἡ πόλις παρέχει
= η πόλη δίνει ναύτες.
2. για πράγματα προξενώ: πόνον παρέχει τι
= κάτι προξενεί κόπο.
3. παρέχω ἐμαυτόν θέτω τον εαυτό μου στη διάθεση κάποιου: παρέχουσι δὲ ἑαυτοὺς τοῖς ἄρχουσι χρῆσθαι, ἤν τι δέωνται
= και είναι στη διάθεση των αρχόντων για να τους χρησιμοποιήσουν, αν υπάρχει κάποια ανάγκη.
=> φαίνομαι, παρουσιάζομαι ως...: παρέχω ἑαυτὸν εὐπειθῆ τοῖς ἄρχουσι
= παρουσιάζομαι πειθαρχικός στους άρχοντες.
Β. μέση φωνή παρέχομαι
1. παραχωρώ κάτι από αυτά που μου ανήκουν, το παρέχω: παρέχομαι ὅπλα.
2. παράγω: ποταμός παρέχεται κροκοδείλους.
3. για άυλα πράγματα δείχνω: παρέχομαι προθυμίαν.
4. παρουσιάζω κάποιον ή κάτι: παρέχομαί τινα μάρτυρα
= παρουσιάζω κάποιον ως μάρτυρα στο δικαστήριο.
ΝΕ παρέχω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. παρά + ἔχω].
γλσΕλα'παρθενών: παρθενών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.παρθενών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρθενών,
* McsElln.παρθενών@γλσΕλα,
1. στην ποίηση ο χώρος του σπιτιού όπου έμεναν τα ανύπαντρα κορίτσια.
2. ὁ Παρθενὼν ο ναός της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας.
ΝΕ Παρθενώνας (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. παρθένος + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'παρίημι: παρίημι::
* McsElln.ρήμα.παρίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρίημι,
* McsElln.παρίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι
1. παραλείπω: παρεὶς ταῦτα, βαδιοῦμαι πρός...
= παραλείποντας αυτά (τις λεπτομέρειες) θα προχωρήσω προς...
=> παραμελώ να κάνω κάτι.
μγ05.σ227
2. για χρονικό διάστημα αφήνω να περάσει: ἕνδεκα ἡμέρας παρέντες
= αφού άφησαν να περάσουν έντεκα ημέρες.
3. αφήνω, παραδίδω: Ταῦτα ἡγοῦμαι. Εἰ δέ τῳ ἄλλως δοκεῖ, παρίημι αὐτῷ τὴν ἀρχήν
= Αυτά θεωρώ (σωτήρια για την πόλη). Αν όμως κάποιος άλλος έχει άλλη γνώμη, παραδίδω την εξουσία σ’ αυτόν.
=> μέση φωνή παρίεμαι εγκαταλείπω: παρίεμαι τὴν συμμαχίαν.
4. αφήνω κάποιον να περάσει: οἳ παρεκελεύοντο ὅπως μὴ παρήσουσιν ἐς τὴν Ἑλλάδα τοὺς βαρβάρους
= αυτοί (τους) παρότρυναν να μην αφήσουν τους βαρβάρους (τους Πέρσες) να περάσουν στην Ελλάδα.
[σύνθ. λ. παρά + ἵημι].
γλσΕλα'παρίστημι: παρίστημι::
* McsElln.ρήμα.παρίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρίστημι,
* McsElln.παρίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. στήνω / τοποθετώ κάποιον ή κάτι κάπου κοντά: παρέστησέ τινα τῶν οἰκετῶν φυλάττειν
= τοποθέτησε (εκεί) κοντά έναν από τους υπηρέτες για να φυλάει.
2. βάζω σε κάποιον μια σκέψη, μια ιδέα, του την εμπνέω: παρίστημι ἐλπίδας τῇ πόλει
= κάνω τους πολίτες να έχουν ελπίδες.
3. αποδεικνύω: παρίστημί τι πολλοῖς τεκμηρίοις
= αποδεικνύω κάτι με πολλά πειστήρια.
4. παθ. φωνή αμετάβ. παρίσταμαι
α. παραστέκομαι για να βοηθήσω: οὐ παρέστη οὐδ’ ἐβοήθησε τῷ τούτου υἱεῖ
= δεν παραστάθηκε ούτε βοήθησε το γιο αυτού (του ανθρώπου).
β. για γεγονότα, καταστάσεις παρουσιάζομαι: ἐὰν χρεία παραστῇ
= εάν παρουσιαστεί ανάγκη.
:=> παράγ. παράστασις, παραστάτης, παραστατέω.
ΝΕ στη φρ. παρίσταται ανάγκη (με σημ. 4β).
[σύνθ. λ. παρά + ἵστημι].
γλσΕλα'παροράω: παροράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.παροράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παροράω,
* McsElln.παροράω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁράω -ῶ αμελώ, παραμελώ: Ἀρχίδαμος ἐδ'ήου Ἀρκαδίαν... οἱ δὲ Ἀρκάδες ταῦτα πάντα παρεώρων
= οΑρχίδαμος λεηλατούσε την Αρκαδία... οι Αρκάδες όμως έδειχναν αμέλεια για όλα αυτά.
:=> παράγ. παρόραμα.
[σύνθ. λ. παρά + ὁράω].
γλσΕλα'παρρησιάζομαι: παρρησιάζομαι::
* McsElln.ρήμα.παρρησιάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παρρησιάζομαι,
* McsElln.παρρησιάζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπαρρησιαζόμην
Μέλλ. παρρησιάσομαι
Αόρ. ἐπαρρησιασάμηνΠαρακ.με ενεργ. σημ.πεπαρρησίασμαι«έχω πει (κάτι) με παρρησία»μιλώ με παρρησία, με θάρρος: ἃ γιγνώσκω πάντα πεπαρρησίασμαι
= αυτά που πιστεύω τα έχω πει όλα με παρρησία.
[σύνθ. λ. παρρησία (< πᾶν + ‘ρῆσις) + παρ. επίθ. -άζομαι].
γλσΕλα'πάς: πᾶς, πᾶσα, πᾶν::
* McsElln.επίθετο.πάς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάς,
* McsElln.πάς@γλσΕλα,
1. όταν αναφέρεται σε ένα πρόσωπο ή πράγμα ολόκληρος, όλος: πᾶσα ἡ δύναμις
= ολόκληρη η (στρατιωτική) δύναμη. πάντες οἱ ἄνθρωποι
= όλοι οι άνθρωποι.
2. όταν αναφέρεται σε ένα πρόσωπο ή πράγμα ανάμεσα σε πολλά καθένας, κάθε: πᾶς Ἕλλην
= κάθε Έλληνας. πᾶσα ἀνθρώπου ψυχή
= κάθε ψυχή ανθρώπου.
3. με αριθμητικά εν όλω, συνολικά: οἱ πάντες εἷς καὶ ἐνενήκοντα
= εν όλω ενενήντα ένας(άνδρες).
:=> σύνθ. πάνσοφος, παννύχιος, πάνδημος.
ΝΕ πας, πάσα, παν (λόγ., με τη σημ. 2).
[*παν(τ)-, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'πάσxω: πάσχω::
* McsElln.ρήμα.πάσxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πάσxω,
* McsElln.πάσxω@γλσΕλα,
Παρατ ἔπασχον
Μέλλ. πείσομαι
Αόρ. ἔπαθον
Παρακ. πέπονθα
Υπερσ. ἐπεπόνθειν
1. παθαίνω: ἃ πάσχοντες ὑφ’ ἑτέρων ὀργίζεσθε, ταῦτα τοῖς ἄλλοις μὴ ποιεῖτε
= αυτά που όταν τα παθαίνετε από άλλους οργίζεστε, να μην τα κάνετε στους άλλους.
=> εκφράσεις κακῶς πάσχω
= είμαι σε κακή κατάσταση. εὖ πάσχω
= είμαι σε καλή κατάσταση.
2. μου συμβαίνει κάτι: καί τι ἔφη γελοῖον παθεῖν
= και είπε ότι του συνέβη κάτι κωμικό.
:=> παράγ. πάθος, πάθησις, πάθημα, πένθος.
ΝΕ πάσχω (λόγ.).
[*παθ- + παρ. επίθ. -σχω < -σκω, ηλειακό πάσκω, χωρίς σαφή ετυμ.].
γλσΕλα'πατάσσω: πατάσσω::
* McsElln.ρήμα.πατάσσω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πατάσσω,
* McsElln.πατάσσω@γλσΕλα,
Μέλλ. πατάξω
Αόρ. ἐπάταξαΟι άλλοι χρόνοι από τα τύπτω & πλήττω χτυπώ: πατάξας καταβάλλω αὐτόν
= αφού τον χτύπησα, τον ρίχνω κάτω. πάταξον μέν,ἄκουσον δέ
= χτύπησέ με, αλλά άκουσέ με (είπε ο Θεμιστοκλής στον Ευρυβιάδη).
=> πατάσσω τὴν θύραν χτυπώ την πόρτα.
= κόπτω τὴν θύραν, κρούω τὴν θύραν.
ΝΕ πατάσσω (λόγ.).
[*παταγ- (πβ. πάταγ-ος) + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'πατήρ: πατήρ, πατρός::
* McsElln.ουσιαστικό.πατήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πατήρ,
* McsElln.πατήρ@γλσΕλα,
πατέρας.
=> στον πληθυντικό οἱ πατέρες
= οι πρόγονοι.
:=> παράγ. πατρικός, πάτριος, σύνθ. πατράδελφος, ἀπάτωρ, εὐπατρίδης.
ΝΕ πατέρας.
μγ05.σ228
[πατήρ, αρχ. ινδ. pit-ar-, αρχ. περσ. pitar-, λατ. pater κ.ά.].
γλσΕλα'παύλα: παῦλα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.παύλα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παύλα,
* McsElln.παύλα@γλσΕλα,
παύση, τέλος: παῦλα κακῶν
= τέλος των συμφορών.
=/ ἀρχή.
ΝΕ παύλα «παύση» (γραμματική).
[*παυ- (παύω) + παρ. επίθ. -λα, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'παύω: παύω::
* McsElln.ρήμα.παύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'παύω,
* McsElln.παύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπαυον
Μέλλ. παύσω
Αόρ. ἔπαυσα
Παρακ. πέπαυκα
Μέσ. μέλλ. παύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπαυσάμην
Παθ. μέλλ. παυ(σ)θήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπαύ(σ)θην
Παθ. παρακ. πέπαυμαι
Παθ. υπερσ. ἐπεπαύμην
1. σταματώ κάτι: παύω τὸν λόγον
= τελειώνω, ολοκληρώνω την ομιλία μου. παύω τὸν νόμον
= καταργώ το νόμο.
2. εμποδίζω κάποιον να συνεχίσει μια δραστηριότητα: παύω τινὰ τῆς ἀρχῆς/τῆς στρατηγίας
= αφαιρώ από κάποιον την εξουσία/το αξίωμα του στρατηγού.
=> παύομαι
α. μέση φωνή σταματώ, ησυχάζω από κάτι: παύομαι τῆς ὀργῆς
= σταματώ να οργίζομαι.
β. παθ. φωνή απολύομαι, παύομαι από ένα αξίωμα.
3. ως αμετάβ. στην προστακτική παῦε
= σταμάτα.
ΝΕ παύω (με τις σημ. 1, 2, 3).
[παύ-ω, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'πείθω: πείθω::
* McsElln.ρήμα.πείθω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πείθω,
* McsElln.πείθω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπειθον
Μέλλ. πείσω
Αόρ. ἔπεισα
Αόρ. β΄ ἔπιθον
Παρακ. πέπεικα
Υπερσ. ἐπεπείκειν
Παρακ. β΄αμετάβ.πέποιθα
Μέσ. μέλλ. πείσομαιΜεσ. αόρ. β΄ ἐπιθόμην
Παθ. μέλλ. πεισθήσομαι
Παθ. αόρ.και με μέση σημ.ἐπείσθην
Παθ. παρακ. πέπεισμαι
Παθ. υπερσ. ἐπεπείσμην
1. κάνω κάποιον να δεχτεί τη γνώμη μου, τον πείθω: πείθω τινὰ ὡς χρή...
= πείθω κάποιον ότι πρέπει... πείθω ἐμαυτόν
= πείθομαι.
=> πείθω τινὰ χρήμασι
= δωροδοκώ κάποιον.
2. μέση και παθ. φωνή πείθομαι
α. πείθομαι.
β. υπακούω: διδάσκουσι τοὺς παῖδας πείθεσθαι τοῖς ἄρχουσι
= διδάσκουν τα παιδιά να υπακούουν στους άρχοντες.
3. παρακ. πέποιθά τινι έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον ή κάτι.
:=> παράγ. πειθώ, πειστήριος, πειστικός, πειθήνιος, πιθανός, πιστός, πίστης σύνθ. ἄπειστος, εὐπειθής, ἀπειθής.
ΝΕ πείθω (με σημ. 1) & πείθομαι (με σημ. 2α).
[*φειθ- , λατ. fido, ΙΕ *bheidh-].
γλσΕλα'πεινάω: πεινάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πεινάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πεινάω,
* McsElln.πεινάω@γλσΕλα,
Παρατ ἐπείνων
Μέλλ. πεινήσω
Αόρ. ἐπείνησα
Παρακ. πεπείνηκα πεινώ.
=/ κορέννυμαι.
ΝΕ πεινώ.
[παράγ. λ. πεῖνα + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'πείρα: πεῖρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πείρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πείρα,
* McsElln.πείρα@γλσΕλα,
1. δοκιμή, απόπειρα: πεῖραν λαμβάνω τινὸς ὅπως ἔχει
= δοκιμάζω τις ικανότητες κάποιου.
2. πολεμική απόπειρα, πολεμική επιχείρηση:ἀνὴρ μάντις εἰσηγήσατο αὐτοῖς τὴν πεῖραν
= ένας μάντης τούς συμβούλευσε να κάνουν την επιχείρηση.
:=> παράγ. πειράζω, πειράω, πειρατής, σύνθ.ἔμπειρος, ἐμπειρία.
ΝΕ πείρα «εμπειρία».
[*περ- «εισδύω» (λατ. per--itus «έμπειρος») + -jα].
γλσΕλα'πειράω: πειράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πειράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πειράω,
* McsElln.πειράω@γλσΕλα,
Μέλλ. πειράσω
1. προσπαθώ, επιχειρώ: δέδοικα μήποτε πολλὰ πειρῶντες καὶ κατορθώσωσιν
= φοβούμαι μήπως και επιτύχουν με τις πολλές προσπάθειές τους.
2. συνήθως αποθετικό πειρῶμαι
Παρατ. ἐπειρώμην
Μέλλ. πειράσομαι
Αόρ. ἐπειρασάμην
Παθ. αόρ.με μέση σημ.ἐπειράθην
Παθ. παρακ. πεπείραμαι
α. προσπαθώ: πειρασόμεθα ὑμῖν ἐγώ τε καὶΠρωταγόρας φράσαι
= θα προσπαθήσουμε εγώ και ο Πρωταγόρας να σας πούμε.
β. δοκιμάζω: πεπείρανται δουλείας
= έχουν δοκιμάσει τη δουλεία.
:=> παράγ. πειρατής, πειρασμός, πείραμα.
[*περ- , πείρω «εισδύω»].
γλσΕλα'πέλας: πέλας::
* McsElln.επίρρημα.πέλας@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέλας,
* McsElln.πέλας@γλσΕλα,
κοντά, πλησίον.
=> με το άρθρο ὁ πέλας
= ο πλησίον. οἱ πέλας
= οι γείτονες.
[*πελα- (*πλα- «κοντά», πβ. πελάζω, πλησίον)+ τελικό -ς των επιρρημάτων, οὕτω-ς].
μγ05.σ229
γλσΕλα'πελταστής: πελταστής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.πελταστής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πελταστής,
* McsElln.πελταστής@γλσΕλα,
στρατιώτης με μικρή ασπίδα από δέρμα, δηλ.με πέλτη.
[παράγ. λ. πελτάζω + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'πέλτη: πέλτη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.πέλτη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέλτη,
* McsElln.πέλτη@γλσΕλα,
μικρή, ελαφριά, ασπίδα από δέρμα ζώων.
:=> παράγ. πελταστής, πελτάζω.
[*πελ- (πέλμα) «δέρμα», λατ. pellis «δέρμα»].
γλσΕλα'πέμπω: πέμπω::
* McsElln.ρήμα.πέμπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέμπω,
* McsElln.πέμπω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπεμπον
Μέλλ. πέμψω
Αόρ. ἔπεμψα
Παρακ. πέπομφα
Μέσ. μέλλ. πέμψομαι
Παθ. μέλλ. πεμφθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπεμψάμην
Παθ. αόρ. ἐπέμφθην
Παθ. παρακ. πέπεμμαι στέλνω: ἐψηφίσαντο ναῦς ἑξήκοντα πέμπειν ἐς Σικελίαν καὶ στρατηγοὺς αὐτοκράτορας
= ψήφισαν να στείλουν στη Σικελία εξήντα πλοία και στρατηγούς με απόλυτη εξουσία.
:=> παράγ. πέμψις, πεμπτέον, πομπή, πομπός, σύνθ. διαπομπεύω.
ΝΕ πέμπω (λόγ.).
[αβέβ. ετυμ., ίσως δάνεια λ.].
γλσΕλα'πένης: πένης, -ητος::
* McsElln.ουσιαστικό.πένης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πένης,
* McsElln.πένης@γλσΕλα,
Συγκριτικός πενέστερος
Υπερθετικός πενέστατος άνθρωπος φτωχός (βλπ. πτωχός).
[*πεν- «μοχθώ, κοπιάζω» (πένομαι «κουράζομαι, είμαι φτωχός») + παρ. επίθ. -ης, αβέβ.ετυμ.].
γλσΕλα'πενία: πενία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πενία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πενία,
* McsElln.πενία@γλσΕλα,
φτώχια.
[παράγ. λ. πένομαι + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'πένομαι: πένομαι::
* McsElln.ρήμα.πένομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πένομαι,
* McsElln.πένομαι@γλσΕλα,
μόνο στον ενεστώτα και τον παρατατικό είμαι φτωχός.
=/ πλουτέω.
:=> παράγ. πένης, πενία, πόνος, πονηρός, πονηρία, σύνθ. ἄπονος, παυσίπονος, φυγόπονος, γεωπόνος, γεωπονία.
ΝΕ πένης (λόγ.).
[*πεν- «μοχθώ, πόνος» + παρ. επίθ. -ομαι].
γλσΕλα'πένταθλον: πένταθλον, -άθλου::
* McsElln.ουσιαστικό.πένταθλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πένταθλον,
* McsElln.πένταθλον@γλσΕλα,
αγώνας που περιλαμβάνει τα πέντε αγωνίσματα (δρόμος, άλμα, δίσκος, πάλη, πυγμαχία ή ακόντιο).
:=> παράγ. πενταθλέω.
ΝΕ πένταθλο.
[σύνθ. λ. πέντε + ἆθλον].
γλσΕλα'πεντακόσιοι: πεντακόσιοι, -αι, -α::
* McsElln.επίθετο.πεντακόσιοι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πεντακόσιοι,
* McsElln.πεντακόσιοι@γλσΕλα,
απόλυτο αριθμητικό.
1. πεντακόσιοι.
2. οἱ πεντακόσιοι στην Αθήνα η Βουλή των πεντακοσίων, που είχε αρμοδιότητες προβουλευτικές και εκτελεστικές.
ΝΕ πεντακόσιοι (με τη σημ. 1).
[πέντε + *-(α)κόσιοι < *(α)κάτιοι < ἑκατόν, διαλ. ἑκοτόν, λατ. centum, δωρ. διακάτιοι
= διακόσιοι].
γλσΕλα'πεντακοσιομέδιμνος: πεντακοσιομέδιμνος, -ίμνου::
* McsElln.ουσιαστικό.πεντακοσιομέδιμνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πεντακοσιομέδιμνος,
* McsElln.πεντακοσιομέδιμνος@γλσΕλα,
Αθηναίος πολίτης που είχε ως ετήσιο εισόδημα σιτηρά πεντακοσίων μεδίμνων. Οι πεντακοσιομέδιμνοι ανήκαν στην πρώτη και υψηλότερη εισοδηματική τάξη από τις τέσσερις στις οποίες ήταν χωρισμένοι οι Αθηναίοι. (Ηδεύτερη τάξη ήταν οι ἱππεῖς, η τρίτη οι ζευγῖται και η τέταρτη και χαμηλότερη οι θῆτες.)
[παράγ. λ. (σύνθ. πεντακόσιοι + μέδιμνοι) +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'πέπλος: πέπλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πέπλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέπλος,
* McsElln.πέπλος@γλσΕλα,
μακρύ ένδυμα που το φορούσαν οι γυναίκες πάνω από το συνηθισμένο ένδυμά τους. (Αντιστοιχεί προς το ανδρικό ἱμάτιον.)
=> ο πέπλος της Αθηνάς, που τον μετέφεραν πάνω σε ένα τροχοφόρο καράβι, ως ιστίο, στην Ακρόπολη κατά τη γιορτή των Παναθηναίων.
ΝΕ το πέπλο, σε ουδέτερο γένος. Το ουδ. γένος απαντά ήδη στον τύπο τὰ πέπλα που χρησιμοποίησαν ως ετερόκλιτο πληθυντικό(αντί του κανονικού οἱ πέπλοι) ποιητές της ύστερης αρχαιότητας.
[*πελ- (πβ. ἁ-πλ-οῦς, δι-πλ-όω, πλέ-κω)].
γλσΕλα'πέπρωται: πέπρωται::
* McsElln.ρήμα.πέπρωται@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέπρωται,
* McsElln.πέπρωται@γλσΕλα,
παρακείμενος με σημ. ενεστώτα
Υπερσ. γ΄ πρόσ. ἐπέπρωτο είναι πεπρωμένο.
=> πεπρωμένον ἐστὶν είναι πεπρωμένο.
[παρακ. ρήματος που μαρτυρείται μόνον στον αόρ. πορεῖν και το μέλλ. πόρσω, ομόρρ.με βλπ. πόρος, πείρω «τρυπώ»].
γλσΕλα'περ: περ::
* McsElln.μόριο.περ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περ,
* McsElln.περ@γλσΕλα,
εγκλιτικό, που προστίθεται σε συνδέσμους ή αναφορικά ακριβώς, πράγματι: ἐπείπερ
= επειδή πράγματι. ὅσπερ
= ο οποίος ακριβώς.
[ομόρρ. με περί].
γλσΕλα'περαίνω: περαίνω::
* McsElln.ρήμα.περαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περαίνω,
* McsElln.περαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπέραινον
Μέλλ. περανῶ
Αόρ. ἐπέρανα
Μέσ. μέλλ. περανοῦμαι
Παθ. αόρ. ἐπεράνθην
Παθ. παρακ. πεπέρασμαι
1. τελειώνω κάτι, το ολοκληρώνω: περαίνω τὸ προσταχθέν
= ολοκληρώνω αυτό που με
μγ05.σ230
διέταξαν (να κάνω). περαίνεται τὸ ἔργον
= τελειώνει το έργο.
[παράγ. λ. πέρ-ας + παρ. επίθ. -αίνω].
γλσΕλα'περαιόω: περαιόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.περαιόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περαιόω,
* McsElln.περαιόω@γλσΕλα,
μεταφέρω απέναντι: ἐπεραίωσε τοὺς στρατιώτας εἰς τὴν Λιβύην
= μετέφερε τους στρατιώτες απέναντι στη Λιβύη. ναυσὶ περαιοῦνται εἰς τὴν Ἀσίαν
= περνούν στην Ασία με πλοία.
ΝΕ περαιώνω «τελειώνω».
[παράγ. λ. περαῖος (παράγ. πέρας + παρ. επίθ. -αῖος) + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'περαιτέρω: περαιτέρω::
* McsElln.επίρρημα.περαιτέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περαιτέρω,
* McsElln.περαιτέρω@γλσΕλα,
πιο πέρα, περισσότερο: ἓν οἶδα καὶ οὐ περαιτέρω
= ένα πράγμα ξέρω και τίποτε περισσότερο.
ΝΕ περαιτέρω.
[παράγ. λ. περαίτερ-ος (< περαιότερος < περαῖος «που βρίσκεται από την απέναντι πλευρά» < πέρ-αν + -αῖος) + παρ. επίθ. -ω].
γλσΕλα'πέραν: πέραν::
* McsElln.επίρρημα.πέραν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέραν,
* McsElln.πέραν@γλσΕλα,
Συγκριτικός περαιτέρω
1. τοπικά πιο πέρα, παραπέρα: πέραν τοῦ ποταμοῦ
= στην απέναντι όχθη του ποταμού.τούτου μὴ πέραν προβαίνειν
= να μην προχωρήσει κανείς παραπέρα.
=> με άρθρο ἡ ὄχθη ἡ πέραν
= η αντίπερα όχθη.
2. χρονικά περισσότερο χρόνο: οὐκέτι πέραν ἐπολιόρκησαν
= δε συνέχισαν να πολιορκούν περισσότερο.
:=> παράγ. πέραθεν, περαῖος, περαία (γῆ), Περαία (ἡ).
ΝΕ πέρα (και με τις δύο σημ.)
[*περ- (περί, πόρος), αρχ. περσ. para «κοντά»].
γλσΕλα'πέρας: πέρας, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.πέρας-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέρας,
* McsElln.πέρας@γλσΕλα,
τέλος: πέρας κακῶν
= το τέλος των συμφορών. πέρας ἐστὶ τοῦ βίου θάνατος
= το τέλος της ζωής είναι ο θάνατος.
=/ ἀρχή.
:=> παράγ. περατόω, σύνθ. ἀποπερατόω.
ΝΕ πέρας.
[*περ- (περί, πόρος, πέραν, πείρω «διαπερνώ»)].
γλσΕλα'περί: περὶ::
* McsElln.πρόθεση.περί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περί,
* McsElln.περί@γλσΕλα,
Α. 1. με γενική δηλώνει
α. αναφορά σε κάποιον ή κάτι, προσπάθεια ή ενδιαφέρον: βουλεύομαι περὶ τῶν οἰκείων
= αποφασίζω για τις δικές μου υποθέσεις.
β. αξία: περὶ πολλοῦ ποιοῦμαί τι
= δίνω σε κάτι μεγάλη αξία, το θεωρώ πολύ σπουδαίο. περὶ οὐδενὸς ποιοῦμαί τι
= θεωρώ κάτι εντελώς ασήμαντο.
2. με δοτική δηλώνει
α. γύρω από (τοπικά):στρεπτοὺς εἶχον περὶ τοῖς τραχήλοις καὶ ψέλια περὶ ταῖς χερσί
= είχαν περιδέραια γύρω από το λαιμό τους και βραχιόλια στα χέρια τους.
β. σχετικά με: ὅρα μὴ περὶ τοῖς φιλτάτοις κινδυνεύῃς
= πρόσεχε μήπως βάζεις σε κίνδυνο ό,τι πιο αγαπημένο έχεις.
3. με αιτιατική δηλώνει
α. κοντά ή γύρω (τοπικά): ἡ περὶ Λέσβον ναυμαχία.
β. για πρόσωπα οἱ περί τινα ακόλουθοι, συγγενείς, μαθητές κτλ.: ...ὡς οἱ περὶ τὸν Ἡράκλειτον λέγουσι
= όπως λένε οι οπαδοί του Ηράκλειτου.
γ. περίπου (χρονικά): περὶ μέσας νύκτας
= γύρω στα μεσάνυχτα.
δ. ασχολία με κάτι: ἢν ἐθελήσωσι διατρῖψαι περὶ τὴν θήραν
= αν θελήσουν να ασχοληθούν με το κυνήγι.
ε. σχετικά με κάτι:τὰ περὶ Μίλητον γεγονότα. στ. για αριθμούς περίπου: περὶ ἑπτακοσίους
= περίπου επτακόσιοι.
Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. γύρω γύρω, π.χ.περιβάλλω.
β. υπεροχή, π.χ. περιγίγνομαι.
γ. πολύ ή υπερβολικά, π.χ. περιδεής.
δ. αδιαφορία, π.χ. περιορῶ.
:=> σύνθ. περιβάλλω, περιγράφω, περιφέρω.
ΝΕ περί (λόγ.).
[*περ- (πέρα, πόρος, πείρω)].
γλσΕλα'περιάγω: περιάγω::
* McsElln.ρήμα.περιάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιάγω,
* McsElln.περιάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. περιφέρω κάποιον, τον γυρίζω εδώ και εκεί: κελεύσαντος Κροίσου τὸν Σόλωνα θεράποντες περιῆγον κατὰ τοὺς θησαυρούς
= με εντολή του Κροίσου υπηρέτες περιέφεραν τοΣόλωνα στους θησαυρούς.
2. μέση φωνή περιάγομαι περιφέρω κάποιον μαζί μου: ἐκεῖνοι ἀκολούθους πολλοὺς περιάγονται
= εκείνοι παίρνουν μαζί τους, όπου πηγαίνουν, πολλούς υπηρέτες.
3. περιστρέφω κάτι, το γυρίζω γύρω από τον εαυτό του: περιάγω τὴν κεφαλήν.
:=> παράγ. περιαγωγή.
[σύνθ. λ. περί + ἄγω].
γλσΕλα'περιαιρετός: περιαιρετός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.περιαιρετός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιαιρετός,
* McsElln.περιαιρετός@γλσΕλα,
αυτός που μπορεί να αφαιρεθεί.
[παράγ. λ. περιαιρέομαι (σύνθ. περί + αἱρετός, βλπ. αἱρετός) + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'περιαιρέω: περιαιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.περιαιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιαιρέω,
* McsElln.περιαιρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ
1. αφαιρώ, βγάζω κάτι που βρίσκεται γύρω γύρω: περιαιρῶ τὸν χιτῶνα.
2. μέση φωνή περιαιροῦμαι βγάζω κάτι από πάνω μου, και γενικά αφαιρώ, βγάζω: ἀπεδοκίμασε τὸ περιελέσθαι αὐτῶν τὰ ὅπλα καὶ ἀπολέμους ποιῆσαι
= (ο Κύρος) απέρριψε το σχέδιο να τους αφαιρέσουν τα όπλα και να τους κάνουν ανίκανους να πολεμήσουν.
3. παθ. φωνή περιαιροῦμαι χάνω κάτι που είχα: περιῃρημένοι χρήματα καὶ συμμάχους
= έχοντας χάσει περιουσία και συμμάχους.
:=> παράγ. περιαιρετός.
μγ05.σ231
[σύνθ. λ. περί + αἱρέω].
γλσΕλα'περιβάλλω: περιβάλλω::
* McsElln.ρήμα.περιβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιβάλλω,
* McsElln.περιβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. τοποθετώ κάτι γύρω γύρω: θώρακας περὶ τὰ στέρνα τῶν ἵππων περιβάλλουσι
= τοποθετούν θώρακες στο στήθος των αλόγων.
=> καλύπτω, ντύνω: περιβάλλω τινὰ ὑφάσματι
= ντύνω κάποιον με υφαντό ρούχο.
2. αγκαλιάζω: περιέβαλλον ἀλλήλους δακρύοντες
= αγκαλιάζονταν δακρύζοντας.
3. μέση φωνή περιβάλλομαι
α. ντύνομαι: περιβεβλημένος πορφυροῦν χιτῶνα
= ντυμένος με κόκκινο χιτώνα.
β. κλείνω κάτι γύρω γύρω για δική μου ωφέλεια: τὴν νῆσον περιβάλλομαι τείχει
= χτίζω γύρω από το νησί τείχος για την ασφάλειά μου.
:=> παράγ. περίβλημα, περιβολή, περίβολος.
ΝΕ περιβάλλω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. περί + βάλλω].
γλσΕλα'περιβολή: περιβολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.περιβολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιβολή,
* McsElln.περιβολή@γλσΕλα,
1. περίβλημα, κάλυμμα.
2. ένδυμα.
ΝΕ περιβολή (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. περιβάλλω (πβ. βολή < βάλλω) +παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'περιγίγνομαι: περιγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.περιγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιγίγνομαι,
* McsElln.περιγίγνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι
1. υπερισχύω: ἡ Κέρκυρα περιγίγνεται τῷ πολέμῳ τῶν Κορινθίων
= η Κέρκυρα υπερίσχυσε των Κορινθίων στον πόλεμο.
= περίειμι(Α).
=/ ἡττάομαι.
2. διασώζομαι, επιζώ: οἱ περιγενόμενοι
= όσοι επέζησαν.
3. για πράγματα περισσεύω: τὸ περιγενόμενον ἐκ τῶν φόρων ἀργύριον
= τα χρήματα που περίσσεψαν από τους φόρους.
[σύνθ. λ. περί + γίγνομαι].
γλσΕλα'περίειμι: περίειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.περίειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περίειμι,
* McsElln.περίειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ
1. βρίσκομαι γύρω από κάτι: χωρίον ‘ῷ τειχίον περιῆν
= τόπος γύρω από τον οποίο ήταν ένα μικρό τείχος.
2. υπερτερώ: ναυσὶ πολύ περιῆσαν
= υπερτερούσαν πολύ στο ναυτικό.
= περιγίγνομαι.
3. απομένω: τὸ περιὸν τοῦ στρατοῦ
= ό,τι απέμεινε από το στρατό.
[σύνθ. λ. περί + εἰμί].
γλσΕλα'περίειμι: περίειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.περίειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περίειμι,
* McsElln.περίειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι
1. περικυκλώνω: περίειμι κατὰ νώτου
= περικυκλώνω τον εχθρό από τα νώτα.
2. κινούμαι από τον έναν τόπο στον άλλο:περίειμι τὰς φυλακάς
= πηγαίνω από φρουρά σε φρουρά (για να επιθεωρήσω).
3. για χρονική διαδοχή χρόνου περιόντος
= με την πάροδο του χρόνου.
[σύνθ. λ. περί + εἶμι].
γλσΕλα'περιέπω: περιέπω::
* McsElln.ρήμα.περιέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιέπω,
* McsElln.περιέπω@γλσΕλα,
Παρατ. περιεῖπον
Μέλλ. περιέψω
1. συμπεριφέρομαι απέναντι σε κάποιον με ορισμένο τρόπο: περιέπω τινὰ ὡς εὐεργέτην καὶ φίλον
= συμπεριφέρομαι σε κάποιον όπως σε ευεργέτη και φίλο. τραχέως περιέπω τινά
= κακομεταχειρίζομαι κάποιον.
2. τιμώ κάποιον: ἐπ'ήνει καὶ περιεῖπε αὐτόν
= τον επαινούσε και τον τιμούσε.
[σύνθ. λ. περί + ἕπω «μεταχειρίζομα», *sep-, πβ. αρχ. ινδ. s'apati «φροντίζω, σέβομαι»].
γλσΕλα'περιίστημι: περιίστημι::
* McsElln.ρήμα.περιίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιίστημι,
* McsElln.περιίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. τοποθετώ κάποιον γύρω γύρω από κάπου:Κῦρος περιέστησε πᾶν τὸ στράτευμα περὶ τὴν πόλιν
= ο Κύρος τοποθέτησε όλο το στρατό γύρω από την πόλη.
2. φέρνω κάποιον σε μια κατάσταση, τον καταντώ: περιίστημί τινα εἰς πενίαν
= φέρνω κάποιον σε κατάσταση φτώχιας.
3. μέση και παθ. φωνή περιίσταμαι
α. κυκλώνω: ὁ δὲ περιίσταται τὸν λόφον τῷ στρατεύματι
= και αυτός κυκλώνει το λόφο με το στρατό.
β. καταλήγω, καταντώ: περιειστήκει τοῖς βοηθείας δεομένοις αὐτοὺς ἑτέροις βοηθεῖν
= κατέληξε αυτοί που είχαν ανάγκη από βοήθεια να βοηθούν άλλους.
[σύνθ. λ. περί + ἵστημι].
γλσΕλα'περιοράω: περιοράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.περιοράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιοράω,
* McsElln.περιοράω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁράω -ῶ
1. παραβλέπω κάτι, ανέχομαι, επιτρέπω να συμβεί: ἐδέοντο μὴ σφᾶς περιορᾶν φθειρομένους
= παρακαλούσαν (τους συμμάχους) να μην το επιτρέψουν να καταστραφούν. ἀπὸ τῆς ὑμετέρας ἀρχῆς δύναμιν προσλαβεῖν περιόψεσθε
= θα ανεχθείτε να πάρουν πρόσθετη δύναμη από την ηγεμονία σας.
2. περιμένω: περιορῶ εἴ τινες βοηθήσουσιν.
3. στη μέση φωνή περιορῶμαι κοιτάζω γύρω γύρω εξετάζοντας την πορεία των πραγμάτων, τηρώ στάση αναμονής και προσαρμογής ανάλογα με την εξέλιξη των πραγμάτων: ἦλθον δὲ καὶ τῶν Σικελῶν πολλοὶ ξύμμαχοι τοῖς Ἀθηναίοις, οἳ πρότερον περιεωρῶντο
= ήρθαν ως σύμμαχοι των Αθηναίων και πολλοί Σικελοί που προηγουμένως τηρούσαν στάση αναμονής.
:=> παράγ. περίοπτος.
[σύνθ. λ. περί + ὁράω].
γλσΕλα'περιουσία: περιουσία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.περιουσία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιουσία,
* McsElln.περιουσία@γλσΕλα,
1. περίσσευμα, πλεόνασμα, αφθονία: οὐκ ἔχουσι περιουσίαν νεῶν
= δεν τους περισσεύουν πλοία (δεν έχουν αρκετά).
μγ05.σ232
2. κέρδος, ωφέλεια: ἀπὸ παντὸς περιουσίαν ποιοῦμαι
= βγάζω από το καθετί κέρδος.
=> ἐκ περιουσίας εκ περιουσίας.
ΝΕ η φρ. εκ περιουσίας.
[μεταρρηματικό ουσ. από περίειμι, *περιοντία > περιουσία].
γλσΕλα'περιπίπτω: περιπίπτω::
* McsElln.ρήμα.περιπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιπίπτω,
* McsElln.περιπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. συνήθως για πλοία συναντιέμαι τυχαία: δύο ναῦς τῶν Πελοποννησίων αἱροῦσιν, αἳ περιέπεσον αὐτοῖς
= (οι Αθηναίοι) κατέλαβαν δύο πλοία των Πελοποννησίων με τα οποία έτυχε να συναντηθούν.
2. πέφτω πάνω, συγκρούομαι: ταῖς σφετέραις ναυσὶ περιέπιπτον
= συγκρούονταν με τα δικά τους καράβια.
3. μεταφορικά πέφτω επάνω σε κάτι δυσάρεστο, περιέρχομαι: τοιαύτῃ συμφορᾷ περιπέπτωκε
= έπεσε σε τέτοια συμφορά (τον βρήκε τέτοια συμφορά).
:=> παράγ. περιπέτεια, περιπετής.
ΝΕ περιπίπτω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. περί + πίπτω].
γλσΕλα'περιρρέω: περιρρέω::
* McsElln.ρήμα.περιρρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιρρέω,
* McsElln.περιρρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ‘ρέω
1. ρέω, κυλώ κοντά ή ολόγυρα: ὁ Νεῖλος περιρρεῖ τὴν νῆσον
= ο Νείλος ρέει γύρω από το νησί.
2. για πράγματα περιρρέομαι ξεφεύγω: ἡ ἀσπὶς περιερρύη εἰς τὴν θάλασσαν
= η ασπίδα ξέφυγε από τα χέρια του και έπεσε στη θάλασσα.
:=> παράγ. περίρροος, περίρρυτος.
[σύνθ. λ. περί + ‘ρέω].
γλσΕλα'περισπάω: περισπάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.περισπάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περισπάω,
* McsElln.περισπάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. σπάω -ῶ
1. αφαιρώ, βγάζω.
2. μέση φωνή περισπῶμαι βγάζω κάτι που φορώ: περιεσπάσατο τὴν τιάραν
= έβγαλε από το κεφάλι του την τιάρα.
:=> παράγ. περισπασμός.
ΝΕ περισπώ «οδηγώ την προσοχή του άλλου έξω από το κύριο αντικείμενο».
[σύνθ. λ. περί + σπάω].
γλσΕλα'περιτίθημι: περιτίθημι::
* McsElln.ρήμα.περιτίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιτίθημι,
* McsElln.περιτίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. τοποθετώ κάτι γύρω από κάτι ή επάνω σε κάτι: περιτιθέασιν αὐτῷ πλέξαντες ἀκάνθινον στέφανον
= και αφού έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν γύρω από το κεφάλι του (του Ιησού).
2. παρέχω, δίνω: ἀγωνίσασθε... ξυμπάσῃ τῇ πόλει κάλλιστον ὄνομα περιθεῖναι
= αγωνιστείτε... για να δώσετε σε ολόκληρη την πόλη ένα άριστο όνομα.
[σύνθ. λ. περί + τίθημι].
γλσΕλα'περιττός: περιττός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.περιττός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιττός,
* McsElln.περιττός@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι περισσὸς
1. εξαιρετικός ή παράδοξος: οὐδὲν δὴ λέγων, περιττὸν φαίνεταί τι λέγων
= ενώ δε λέει τίποτε, φαίνεται ότι λέει κάτι εξαιρετικό.
2. για πρόσωπα, κυρίως για την ευρυμάθειά τους έξοχος, σπουδαίος: περιττὸς κατὰ φιλοσοφίαν
= σπουδαίος στη φιλοσοφία.
3. αυτός που περισσεύει, περισσός.
:=> παράγ. περισσῶς, περισσότερον.
ΝΕ περιττός «που περισσεύει» (σημ. 3), «μονός αριθμός».
[*περικ- (πέριξ) + παρ. επίθ. -jός].
γλσΕλα'περιφανής: περιφανής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.περιφανής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιφανής,
* McsElln.περιφανής@γλσΕλα,
1. αυτός που φαίνεται από παντού: Ἀμφίπολιν περιφανῆ ἐς θάλασσάν τε καὶ τὴν ἤπειρον ’'ώκισαν
= (οι Αθηναίοι) ίδρυσαν ως αποικία την Αμφίπολη σε θέση που να φαίνεται και από τη θάλασσα και από τη στεριά.
2. ολοφάνερος: μεγάλη καὶ περιφανὴς ἀναισχυντία
= μεγάλη και ολοφάνερη αδιαντροπιά.
ΝΕ περιφανής «υπέροχος».
[σύνθ. λ. περί + *φαν- (φαίνομαι) + -ής].
γλσΕλα'περιφέρω: περιφέρω::
* McsElln.ρήμα.περιφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'περιφέρω,
* McsElln.περιφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. μεταφέρω κάτι εδώ και εκεί, το περιφέρω, κινώ κάτι περιστροφικά: περιφέρω τὸν πόδα.
2. κάνω κάτι γνωστό, καθώς το μεταφέρω στον ένα και στον άλλο: τοῦ Πιττακοῦ περιεφέρετο τοῦτο τὸ ‘ρῆμα
= το ρητό αυτό τουΠιττακού γινόταν γνωστό (καθώς περνούσε από στόμα σε στόμα).
3. παθ. φωνή περιφέρομαι
α. περιστρέφομαι:περιφέρεται κύκλῳ
= περιστρέφεται συμπληρώνοντας κύκλο.
β. περιπλανώμαι.
:=> παράγ. περιφερής, περιφέρεια, περιφερῶς.
ΝΕ περιφέρω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. περί + φέρω].
γλσΕλα'πετάννυμι: πετάννυμι::
* McsElln.ρήμα.πετάννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πετάννυμι,
* McsElln.πετάννυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπετάννυν
Μέλλ. πετάσω & πετῶ
Αόρ. ἐπέτασα
Παθ. παρακ. πέπταμαι απλώνω, ανοίγω.
ΝΕ πετώ «ίπταμαι».
[*πετ-, *πατ-, ομόρρ. με λατ. pate-o «είμαι ανοικτός, πλατύς», αρχ. περσ. paθana- «ευρύς, πλατύς»].
γλσΕλα'πέτομαι: πέτομαι::
* McsElln.ρήμα.πέτομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέτομαι,
* McsElln.πέτομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπετόμην
Μέλλ. πτήσομαι
Αόρ. β΄ ἐπτόμην πετώ.
= ἵπταμαι.
μγ05.σ233
=> μεταφορικά δηλώνει βιασύνη: ἥξουσιν πετόμενοι
= θα έρθουν πετώντας.
[*πετ- «πετώ, πέφτω», πβ. αρχ. ινδ. p'atati«πετώ», λατ. pet-o «κατευθύνομαι»].
γλσΕλα'πέτρα: πέτρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πέτρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέτρα,
* McsElln.πέτρα@γλσΕλα,
βράχος: μνημεῖον λελατομημένον ἐν τῇ πέτρ'α
= τάφος σκαλισμένος στο βράχο.
:=> παράγ. πέτρινος, πετρώδης, σύνθ. πετροβόλος.
ΝΕ πέτρα «λίθος».
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'πέτρος: πέτρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πέτρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πέτρος,
* McsElln.πέτρος@γλσΕλα,
πέτρα: ἐπὶ τοὺς ὁπλίτας ἐπεκυλίνδουν πέτρους εἰς τὸ κάταντες
= κυλούσαν πέτρες στην κατηφόρα επάνω στους στρατιώτες.
[προέρχεται από το πέτρα, ἡ (που έχει αβέβ.ετυμ.) με επίδραση του λίθος, ὁ].
γλσΕλα'πεττός: πεττός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.πεττός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πεττός,
* McsElln.πεττός@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι πεσσὸς
1. κυρίως στον πληθυντικό οἱ πεττοὶ καθεμία από τις πέτρες, σε σχήμα αυγού, που τη χρησιμοποιούσαν στο ομώνυμο παιχνίδι, που έμοιαζε με ντάμα ή σκάκι.
2. τετραγωνισμένη σανίδα επάνω στην οποία έπαιζαν τους πεσσούς.
:=> παράγ. πεττεύω.
ΝΕ πεσσοί (με τη σημ. 1).
[προελληνική λ.].
γλσΕλα'πη: πῃ::
* McsElln.μόριο.πη@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πη,
* McsElln.πη@γλσΕλα,
εγκλιτικό
1. κάπως: ἄλλῃ γέ πῃ ἐν νῷ ἔχω λέγειν
= πράγματι, έχω σκοπό να μιλήσω κάπως διαφορετικά.
2. κάπου: αἱ Ἀττικαὶ νῆες παρεγίγνοντο τοῖςΚερκυραίοις, εἰ πῃ πιέζοιντο
= τα αττικά πλοία βοηθούσαν τους Κερκυραίους, αν κάπου δέχονταν πίεση.
[βλπ. πῇ].
γλσΕλα'πή: πῇ::
* McsElln.μόριο.πή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πή,
* McsElln.πή@γλσΕλα,
ερωτηματικό
1. πώς:
πῇ δὴ οὖν ποτε = πώς επιτέλους.
2. πού:
σκοπῶν πῇ εὐαποτειχιστότατος εἴη ὁ Πειραιεύς
= εξετάζοντας σε ποιο σημείο ο Πειραιάς μπορεί ευκολότερα να αποκλειστεί.
[*kwe-, ομόρρ. με βλπ. ποῖ, ποῦ].
γλσΕλα'πήγνυμι: πήγνυμι & πηγνύω::
* McsElln.ρήμα.πήγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πήγνυμι,
* McsElln.πήγνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπήγνυν & ἐπήγνυον
Μέλλ. πήξω
Αόρ. ἔπηξα
Παρακ. με μέση σημ.πέπηγα
Υπερσ. με μέση σημ.ἐπεπήγειν
Παθ. μέλλ. παγήσομαι
Παθ. αόρ. β΄ ἐπάγην
1. μπήγω κάτι για να το στερεώσω: σκηνὴν πήγνυμι
= στήνω τη σκηνή.
=> μέση φωνή πήγνυμαι: σκηνὰς πήγνυνται
= στήνουν τις σκηνές τους.
2. κατασκευάζω: πήγνυμι ἅμαξαν.
3. στερεοποιώ κάτι, το παγώνω ή το πήζω:πήγνυμι τυρούς
= πήζω τυριά. γάλα πεπηγός
= πηγμένο γάλα. βορρᾶς ἔπνει πηγνὺς τοὺς ἀνθρώπους
= φυσούσε βοριάς που πάγωνε τους ανθρώπους.
:=> παράγ. πῆξις, πηκτός.
ΝΕ πήζω (με τη σημ. 3).
[*παγ- (πάγος), *πηγ- (πῆξις, πηκτός) + παρ.επίθ. -νυ-μι].
γλσΕλα'πηνίκα: πηνίκα::
* McsElln.επίρρημα.πηνίκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πηνίκα,
* McsElln.πηνίκα@γλσΕλα,
ερωτηματικό τι ώρα: πηνίκα τῆς νυκτός;
= τι ώρα τη νύχτα;
[π- (< πῶς, πότερος κτλ.) + ἡνίκα, βλπ. ἡνίκα].
γλσΕλα'πιθανός: πιθανός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πιθανός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πιθανός,
* McsElln.πιθανός@γλσΕλα,
Συγκριτικός πιθανώτερος
Υπερθετικός πιθανώτατος
1. αυτός που μπορεί να πείθει, πειστικός:Κλέων ὢν τῷ δήμῳ τότε πιθανώτατος
= οΚλέων, που ήταν τότε ιδιαίτερα πειστικός στο λαό. πιθανὸς λόγος
= πειστικό επιχείρημα.
2. πιστευτός: πάνυ πιθανὸν τὸ τοιοῦτον
= αυτό (αυτή η παράδοση) είναι πολύ πιστευτή.
:=> παράγ. πιθανότης, πιθανῶς, σύνθ. πιθανολογέω.
ΝΕ πιθανός «που μπορεί να συμβεί κτλ.».
[πείθω, *πιθ- (ἐ-πιθ-όμην) + παρ. επίθ. -αν-ός].
γλσΕλα'πίθος: πίθος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πίθος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πίθος,
* McsElln.πίθος@γλσΕλα,
πιθάρι.
=> παροιμία εἰς τὸν τετρημένον πίθον ἀντλῶ
= βάζω νερό σε τρύπιο πιθάρι, δηλαδή ματαιοπονώ.
[μυκην. qeto, *φιθ- (φιθάκνη - πιθάκνιον«κρασοπίθαρο»), προελληνική λ.].
γλσΕλα'πικρός: πικρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πικρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πικρός,
* McsElln.πικρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός πικρότερος
Υπερθετικός πικρότατος
1. αυτός που έχει πολύ έντονη γεύση, αλμυρός ή πικρός.
=/ γλυκύς, ἡδύς.
2. μεταφορικά σκληρός, μισητός: οὐδὲν τῆς ἀνάγκης πικρότερον
= δεν υπάρχει τίποτε πιο μισητό από τον εξαναγκασμό.
3. για πρόσωπα εχθρικός, σκληρός: πικρός ἐστι καὶ συκοφάντης.
:=> παράγ. πικραίνω, πικρία, πικρότης, πικρῶς, σύνθ. πικρόχολος, ὑπόπικρος.
ΝΕ πικρός «πικρός» (από τη σημ. 1).
[*πεικ- (ποικ-ίλος), πβ. πεικόν· πικρόν].
γλσΕλα'πίμπλημι: πίμπλημι::
* McsElln.ρήμα.πίμπλημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πίμπλημι,
* McsElln.πίμπλημι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπίμπλην
μγ05.σ234
Μέλλ. πλήσω
Αόρ. ἔπλησα
Παρακ. πέπληκα
Μέσ. & παθ.ενεστ.πίμπλαμαι
Μέσ. & παθ.παρατ.ἐπιμπλάμην
Μέσ. μέλλ. πλήσομαι
Παθ. μέλλ. πλησθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπλήσθην
Παθ. παρακ. πέπλησμαι γεμίζω κάτι: ἡδονῶν πίμπλαται
= είναι γεμάτος από ηδονές.
:=> παράγ. πλήρης.
[ΙΕ *ple-, *πλη- (πβ. πλή-ρης) με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό πι- + μ- + πλη- + -μι, ομόρρ.με λατ. ple-o].
γλσΕλα'πίμπρημι: πίμπρημι::
* McsElln.ρήμα.πίμπρημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πίμπρημι,
* McsElln.πίμπρημι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπίμπρην
Μέλλ. πρήσω
Αόρ. ἔπρησα
Μέσ. ενεστ. πίμπραμαι
Μέσ. παρατ. ἐπιμπράμην
Παθ. αόρ. ἐπρήσθην καίω κάτι, το πυρπολώ: πιμπράντες τὸν σῖτον ἀπῇσαν
= αφού έκαψαν τα σπαρτά (των εχθρών τους), έφυγαν.
:=> παράγ. πρῆσις, σύνθ. ἐμπί(μ)πρημι.
[ΙΕ *pre-, *πρη- (πβ. ἐμ-πρη-στής) με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό πι- + μ- + πρη- + -μι].
γλσΕλα'πίνω: πίνω::
* McsElln.ρήμα.πίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πίνω,
* McsElln.πίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπινον
Μέλλ. πίομαι
Αόρ. ἔπιον
Παρακ. πέπωκα
Παθ. μέλλ. ποθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπόθην
Παθ. παρακ. πέπομαι
1. πίνω. 2. απορροφώ: ἡ γῆ πίνει τὸ ὕδωρ
= το χώμα απορροφά το νερό.
:=> παράγ. πότης, πόμα, ποτήριον, ποτόν, ποτίζω, πόσις, σύνθ. εὔποτος, ἡδύποτος, ἄμπωτις (ἀνά + πίνω).
ΝΕ πίνω (με τη σημ. 1).
[*πο(ι)- «πίνω»].
γλσΕλα'πιπράσκω: πιπράσκω::
* McsElln.ρήμα.πιπράσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πιπράσκω,
* McsElln.πιπράσκω@γλσΕλα,
ορισμένοι χρόνοι αναπληρώνονται από τα ρήματα πωλέω και ἀποδίδομαιΕνεστ. πωλέω -ῶ
Μέλλ. ἀποδώσομαι
Αόρ. β΄ ἀπεδόμην
Παρακ. πέπρακα
Υπερσ. ἐπεπράκειν
Παθ. ενεστ. πιπράσκομαι
Παθ. μέλλ. πραθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπράθην
Παθ. παρακ. πέπραμαι
Παθ. υπερσ. ἐπεπράμην
Παθ. συντ.μέλλ.πεπράσομαι
1. πουλάω: τὰ κτήματα πέντε ταλάντων πεπράκασι
= πούλησαν την περιουσία τους για πέντε τάλαντα. τὸ ὠνηθὲν ἢ πραθέν
= αυτό που αγοράστηκε ή πουλήθηκε.
=/ ὠνέομαι «αγοράζω».
2. προδίδω κάποιον με αντάλλαγμα χρήματα, τον πουλάω: πέπρακε τὴν πατρ'ώαν γῆν
= πρόδωσε την πατρική γη.
:=> παράγ. πρᾶσις «πώληση», πρατήρ, πρατήριον, πόρνη «άτομο που πουλιέται».
[*πρα- με αναδιπλασιασμό: πι-πρά- + παρ. επίθ. -σκω].
γλσΕλα'πίπτω: πίπτω::
* McsElln.ρήμα.πίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πίπτω,
* McsElln.πίπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπιπτον
Μέλλ. πεσοῦμαι
Αόρ. β΄ ἔπεσον
Παρακ. πέπτωκα
Υπερσ. ἐπεπτώκειν
1. πέφτω κάτω.
=/ ἀνίσταμαι «σηκώνομαι».
2. πέφτω στο πεδίο της μάχης, φονεύομαι: οἱ πεπτωκότες
= όσοι έπεσαν στη μάχη.
3. καταστρέφομαι, νικιέμαι: πολλὰ δὲ στρατόπεδα ἔπεσαν ὑπ’ ἐλασσόνων
= και πολλά στρατεύματα νικήθηκαν από πιο ολιγάριθμους (εχθρούς).
:=> παράγ. πτῶσις, πτῶμα.
ΝΕ πέφτω (με σημ. 1, 2) & πίπτω (λόγ., στη φρ. όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος).
[*πετ- με αναδιπλασιασμό, πβ. αρχ. ινδ.p'atati «πέφτω»].
γλσΕλα'πιστεύω: πιστεύω::
* McsElln.ρήμα.πιστεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πιστεύω,
* McsElln.πιστεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπίστευον
Μέλλ. πιστεύσω
Παρακ. πεπίστευκα
1. έχω εμπιστοσύνη, εμπιστεύομαι κάποιον ή κάτι: τῇ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τιμωρί'α πιστεύοντες πειρασόμεθα σ'ώζεσθαι
= έχοντας εμπιστοσύνη στη βοήθεια που θα μας δώσουν οι άνθρωποι, θα προσπαθήσουμε να σωθούμε.
2. εμπιστεύομαι σε κάποιον κάτι: τίνι δ’ ἄν τις μᾶλλον πιστεύσειε παρακαταθέσθαι ἢ χρήματα ἢ υἱοὺς ἢ θυγατέρας;
= σε ποιον θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί περισσότερο τη φύλαξη της περιουσίας του ή των γιων ή των θυγατέρων του;
3. δέχομαι κάτι ως αληθινό, το πιστεύω: χαλεπὸν παντὶ τεκμηρίῳ πιστεύειν
= είναι δύ-
μγ05.σ235
σκολο να πιστεύει κανείς σε κάθε απόδειξη(που παρουσιάζουν).
:=> παράγ. πίστωμα, πιστωτικός, πίστευσις.
ΝΕ πιστεύω (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. πίστις + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'πίστις: πίστις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.πίστις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πίστις,
* McsElln.πίστις@γλσΕλα,
1. εμπιστοσύνη: σωφροσύνης πίστιν περὶ ὑμῶν ἔχουσι
= έχουν εμπιστοσύνη στη σωφροσύνη σας.
2. εγγύηση: τὰ δ’ ἄλλα συνομολογήσαντες ἔδοσαν πίστιν καὶ ἔλαβον
= και αφού έκαναν τις συμφωνίες, αντάλλαξαν εγγυήσεις.
3. μέσο πειστικότητας, επιχείρημα, απόδειξη:τοῦτο οὐκ ὀλίγης πίστεως δεῖται
= (αυτός ο ισχυρισμός) χρειάζεται ένα ισχυρό επιχείρημα(για να αποδειχτεί).
ΝΕ πίστη «άποψη ότι κάτι αληθεύει κτλ.».
[*π(ε)ιθ-, πείθ-ομαι].
γλσΕλα'πιστός: πιστός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πιστός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πιστός,
* McsElln.πιστός@γλσΕλα,
Συγκριτικός πιστότερος
Υπερθετικός πιστότατος
1. για πρόσωπα ειλικρινής, αληθινός, έμπιστος:πιστὸς σύμμαχος. πιστὸς μάρτυς
= αξιόπιστος μάρτυς.
2. για πράγματα βέβαιος, αξιόπιστος: πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος
= ο λόγος που θα πω είναι αξιόπιστος και αξίζει να τον δεχτούν όλοι.
3. πιθανός: πιστὴ ὑπόθεσις.
4. ως ουσιαστικό τὸ πιστόν
= εγγύηση, βεβαιότητα: τὸ πιστὸν τῆς ἐπιστήμης
= η βεβαιότητα που δίνει η γνώση.
:=> παράγ. πιστόω, πιστότης, πιστῶς.
ΝΕ πιστός (με τη σημ. 1).
[*π(ε)ιθ- (πείθομαι) + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'πλανάω: πλανάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πλανάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλανάω,
* McsElln.πλανάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπλάνων
Μέλλ. πλανήσω
Μέσ. μέλλ. πλανήσομαι
Παθ. μέλλ. πλανηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπλανήθην
Παθ. παρακ. πεπλάνημαι
1. κάνω κάποιον να περιπλανηθεί.
2. παραπλανώ: τὸ ἀόριστον πλανᾷ
= κάτι που δεν είναι σαφώς προσδιορισμένο παραπλανά.
3. παθ. φωνή πλανῶμαι
α. περιφέρομαι, περιπλανιέμαι: εἰς πολλὰς πόλεις πλανηθέντες... ἤλθετε εἰς τὸν Πειραιᾶ
= αφού περιπλανηθήκατε σε διάφορες πόλεις... ήρθατε στον Πειραιά.
β. μεταφορικά πλανῶμαι καὶ ἀπορῶ
= τα χάνω και δεν ξέρω τι να κάνω.
:=> παράγ. πλάνησις, πλανήτης, πλανητικός, πλάνημα, σύνθ. λαοπλάνος, πλανόδιος, ἀπλανής.
ΝΕ πλανώμαι (με τις σημ. 2, 3α).
[παράγ. λ. *πλαν- (πλάνη) + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'πλάνη: πλάνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.πλάνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλάνη,
* McsElln.πλάνη@γλσΕλα,
1. περιπλάνηση.
2. μεταφορικά παραπλάνηση, πλάνη: ἐς τὸ ἀϊδὲς ἀπέρχεται ἡ ψυχή... πλάνης καὶ ἀνοίας ἀπηλλαγμένη
= η ψυχή φεύγει για έναν αόρατο κόσμο... ελεύθερη από την πλάνη και την ανοησία.
ΝΕ πλάνη (με τη σημ. 2).
[*πλαν- (πλαν-άομαι) + παρ. επίθ. -η].
γλσΕλα'πλάνης: πλάνης, -ητος::
* McsElln.ουσιαστικό.πλάνης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλάνης,
* McsElln.πλάνης@γλσΕλα,
1. περιπλανώμενος άνθρωπος.
2. για τα άστρα πλάνητες ἀστέρες
= πλανήτες.
ΝΕ πλανήτης (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *πλαν- (πλαν-άομαι) + παρ. επίθ. -ης].
γλσΕλα'πλάττω: πλάττω::
* McsElln.ρήμα.πλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλάττω,
* McsElln.πλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι πλάσσω
Παρατ. ἔπλαττον
Μέλλ. πλάσω
Αόρ. ἔπλασα
Παρακ. πέπλακα
Μέσ. μέλλ. πλάσομαι
Παθ. μέλλ. πλασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπλασάμην
Παθ. αόρ. ἐπλάσθην
Παθ. παρακ. πέπλασμαι
1. δίνω σχήμα, μορφή σε ένα εύπλαστο υλικό, πλάθω: πλάττω ζῷον ἐκ πηλοῦ.
2. διαμορφώνω, διαπλάθω την ψυχή ή το σώμα: πλάττει ἑαυτόν
= διαμορφώνει το χαρακτήρα του.
3. επινοώ κάτι, το πλάθω με τη φαντασία μου: ψευδεῖς πλάττει αἰτίας
= επινοεί ψεύτικες κατηγορίες.
:=> παράγ. πλάσμα, πλάσις, πλάστης, πλαστός, πλασμός, σύνθ. ἀνάπλασις, διάπλασις, μεταπλασμός, ἀδιάπλαστος, ἔμπλαστρον.
ΝΕ πλάθω (με όλες τις σημ.).
[*πλακ- (πλάξ, πλακ-ός «επίπεδη επιφάνεια»)+ παρ. επίθ. -jω > πλάττω «εκτείνω, πλάθω»].
γλσΕλα'πλατύς: πλατύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.πλατύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλατύς,
* McsElln.πλατύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός πλατύτερος
Υπερθετικός πλατύτατος επίπεδος και εκτεταμένος: πότερον ἡ γῆ πλατεῖά ἐστιν ἢ στρογγύλη;
= τι από τα δύο, η γη είναι επίπεδη ή στρογγυλή;
:=> παράγ. πλατύτης, πλατέω, πλατεῖα, πλατειάζω, πλάτος, πλατύνω, Πλάτων.
ΝΕ πλατύς.
[*πλατ- «εκτείνω» + παρ. επίθ. -ύς].
μγ05.σ236
γλσΕλα'πλέθρον: πλέθρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πλέθρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλέθρον,
* McsElln.πλέθρον@γλσΕλα,
μέτρο μήκους ή επιφάνειας.
[πλέθρον και πέλεθρον < *πελε- (< πέλ-ομαι«κινούμαι») + παρ. επίθ. -θρον].
γλσΕλα'Πλειάδες: Πλειάδες, -ων::
* McsElln.ουσιαστικό.Πλειάδες-αἱ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Πλειάδες,
* McsElln.Πλειάδες@γλσΕλα,
κύριο όνομα οι εφτά κόρες του Άτλαντα και της Πληιόνης, τις οποίες ο Δίας μεταμόρφωσε σε αστέρια.
[αβέβ. ετυμ., ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'πλείστος: πλεῖστος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.πλείστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλείστος,
* McsElln.πλείστος@γλσΕλα,
υπερθετικός βαθμός του πολὺς
1. πάρα πολύς ή πάρα πολύ μεγάλος.
2. με άρθρο οἱ πλεῖστοι
= οι περισσότεροι. ἡ πλείστη στρατιά
= το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς.
3. ως επίρρημα τὸ πλεῖστον κατά το μεγαλύτερο μέρος.
=> έκφραση περὶ πλείστου ποιοῦμαί τινα
= εκτιμώ κάποιον πάρα πολύ.
ΝΕ πλείστος (λόγ., με όλες τις σημ.).
[*πλει-, *πλε- (βλπ. πλείων) + παρ. επίθ. -ιστος, πβ. μέγ-ιστος].πλείων & πλέων, πλείων & πλέων, πλεῖον &
γλσΕλα'πλέον: πλέον::
* McsElln.επίθετο.πλέον@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλέον,
* McsElln.πλέον@γλσΕλα,
συγκριτικός βαθμός του πολὺς
1. πιο πολύς ή πιο μεγάλος: ὁ ὄχλος πλείων καὶ πλείων ἐπέρρει
= και το πλήθος του λαού όλο και περισσότερο ξεχυνόταν. ὁ πλείων βίος
= η μεγαλύτερη διάρκεια της ζωής.
=> με άρθρο οἱ πλέονες οι περισσότεροι, δηλαδή ο λαός: οἱ τῶν Σαμίων πλέονες
= ο λαός της Σάμου.
2. ουδέτερο τὸ πλέον
α. ως ουσιαστικό περισσότερο: οὐδὲν πλέον ἐπίσταμαι
= δε γνωρίζω τίποτε περισσότερο.
β. ως επίρρημα περισσότερο, μάλλον: οὐ χάριτι τὸ πλέον ἢ φόβῳ
= μάλλον από φόβο παρά από ευγνωμοσύνη.πλέον ἢ ἔλαττον
= περισσότερο ή λιγότερο.
=> σε αριθμητικό υπολογισμό ἐν πλέον ἢ διακοσίοις ἔτεσι
= σε περισσότερο από διακόσια χρόνια.
ΝΕ πλέον.
[*πλη- (πίμ-πλη-μι) + παρ. επίθ. -jων > *πλήιων > πλείων].
γλσΕλα'πλεονάζω: πλεονάζω::
* McsElln.ρήμα.πλεονάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλεονάζω,
* McsElln.πλεονάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπλεόναζον
Μέλλ. πλεονάσω
Παρακ. πεπλεόνακα
Παθ. παρακ. πεπλεόνασμαι για πράγματα είμαι περισσότερος απ’ ό,τι χρειάζεται, πλεονάζω.
ΝΕ πλεονάζω.
[πλέον (< πολύς) + -άζω].
γλσΕλα'πλεονεκτέω: πλεονεκτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πλεονεκτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλεονεκτέω,
* McsElln.πλεονεκτέω@γλσΕλα,
1. έχω ή απαιτώ περισσότερα από όσα έχουν οι άλλοι, είμαι πλεονέκτης: ὀλιγαρχία τῶν μὲν κινδύνων τοῖς πολλοῖς μεταδίδωσι, τῶν δ’ ὠφελίμων οὐ πλεονεκτεῖ μόνον, ἀλλὰ καὶ ξύμπαντα ἀφελομένη ἔχει
= η ολιγαρχία τους μεν κινδύνους τους μοιράζεται με το λαό, από τα οφέλη όμως όχι μόνο απαιτεί το μεγαλύτερο μέρος αλλά όλα τα αφαιρεί και τα παίρνει.
2. υπερτερώ, βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση:πλεονεκτῶ τῶν ἐχθρῶν
= πλεονεκτώ έναντι των εχθρών.
ΝΕ πλεονεκτώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. πλεονέκτης + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'πλεονεξία: πλεονεξία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πλεονεξία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλεονεξία,
* McsElln.πλεονεξία@γλσΕλα,
1. απληστία, πλεονεξία.
2. πλεονέκτημα, όφελος: αἱ πλεονεξίαι αἱ ἴδιαι
= τα προσωπικά οφέλη.
3. πλεονεκτική θέση: μετὰ πλεονεξίας πειρᾶσθε ἀγωνίζεσθαι πρὸς αὐτούς
= επιχειρείτε να αγωνιστείτε με αυτούς από πλεονεκτική θέση.
ΝΕ πλεονεξία (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. πλεονέκτης + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'πλέω: πλέω::
* McsElln.ρήμα.πλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλέω,
* McsElln.πλέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπλεον
Μέλλ. πλεύσομαι & πλευσοῦμαι
Αόρ. ἔπλευσα
Παρακ. πέπλευκα
Υπερσ. ἐπεπλεύκειν
Παθ. μέλλ. πλευσθήσομαι
Παθ. παρακ. πέπλευσμαι
1. ταξιδεύω στη θάλασσα, πλέω: ἐπὶ Κέρκυραν ἔπλεον. ὑπὸ τριήρους εὖ πλεούσης ἐδιώκοντο
= καταδιώκονταν από μια τριήρη που έπλεε με ευνοϊκό άνεμο.
2. μεταφορικά εξελίσσομαι: πάντα ἡμῖν κατ’ὀρθὸν πλεῖ
= όλα για μας εξελίσσονται ομαλά.
:=> παράγ. πλεῦσις, πλόος, πλοῖον, σύνθ. ἀπόπλους, κατάπλους, περίπλους, ἐκπλέω, παραπλέω, διαπλέω.
ΝΕ πλέω (με τη σημ. 1).
[*πλεF- , πβ. αρχ. ινδ. pl'avate «πλέω»].
γλσΕλα'πληγή: πληγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.πληγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πληγή,
* McsElln.πληγή@γλσΕλα,
χτύπημα με όπλο ή με άλλο όργανο, πλήγμα:τύπτεται τῇ μάστιγι ν΄ πληγάς
= δέχεται με το μαστίγιο πενήντα χτυπήματα.
:=> παράγ. πλῆγμα.
ΝΕ πληγή.
[παράγ. λ. *πληγ- (πλήσσω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'πλήθος: πλῆθος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.πλήθος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλήθος,
* McsElln.πλήθος@γλσΕλα,
1. μεγάλος αριθμός από πρόσωπα ή πράγματα, πλήθος: πλῆθος στρατοῦ
= πολύς στρατός.
μγ05.σ237
2. ο λαός: ἡ τοῦ πλήθους ἀρχὴ δημοκρατία καλεῖται
= η εξουσία στα χέρια του λαού ονομάζεται δημοκρατία. τὸ πλῆθος τῶν Θεσσαλῶν
= ο θεσσαλικός λαός.
3. μέγεθος, ποσό, ποσότητα: διὰ πλῆθος τῆς ζημίας
= εξαιτίας του μεγάλου ύψους του προστίμου.
ΝΕ πλήθος (με τη σημ. 1).
[*πληθ- (πληθ-ύς, πληθ-ύνω < πίμ-πλη-μι) +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'πλήθω: πλήθω::
* McsElln.ρήμα.πλήθω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλήθω,
* McsElln.πλήθω@γλσΕλα,
είμαι γεμάτος.
=> στην αττική διάλεκτο, μόνο στην έκφραση ἀγορὰ πλήθουσα
= η αγορά από τις δέκα έως τις δώδεκα περίπου το πρωί, την ώρα που ήταν γεμάτη (βλπ. ἀγορά).
:=> παράγ. πληθύς, πληθύνω.
[*πληθ- (πίμ-πλη-μι)].
γλσΕλα'πλημμελέω: πλημμελέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πλημμελέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλημμελέω,
* McsElln.πλημμελέω@γλσΕλα,
1. κάνω σφάλμα: οἱ ἑκουσίως πλημμελοῦντες
= αυτοί που εν γνώσει τους κάνουν ένα σφάλμα.
2. παθ. φωνή πλημμελοῦμαι με κακομεταχειρίζονται ή με αδικούν: κατ’ οὐδὲν ὑφ’ ἡμῶν πεπλημμελημένοι ἐστέ
= δεν έχετε υποστεί από εμάς καμιά κακομεταχείριση.
:=> παράγ. πλημμέλημα.
[παράγ. λ. πλημμελής + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'πλήν: πλὴν::
* McsElln.πρόθεση./@γλσΕλα,
* McsElln.επίρρημα.πλήν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλήν,
* McsElln.πλήν@γλσΕλα,
εκτός, πλην.
1. ως πρόθεση, με γενική σκυλεύουσι τοὺς τελευτήσαντας πλὴν ὅπλων
= αφαιρούν από τους νεκρούς όλα εκτός από τα όπλα.
2. ως επίρρημα πᾶσι πλήν σοι
= σε όλους εκτός από σένα. πλὴν εἰ...
= εκτός εάν... πλὴν ὅτι...
= εκτός του ότι...
ΝΕ πλην (με τη σημ. 1, λ.χ. πλην αυτού).
[αιτ. ονοματικής ρίζας *πλη- / *πλα- από *πελα- (πέλας), αιολ. πλάν, πβ. δωρεάν].
γλσΕλα'πλήρης: πλήρης, -ης, -ες::
* McsElln.επίθετο.πλήρης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλήρης,
* McsElln.πλήρης@γλσΕλα,
Συγκριτικός πληρέστερος
Υπερθετικός πληρέστατος γεμάτος (με κάτι): ποταμὸς πλήρης ἰχθύων
= ποτάμι γεμάτο ψάρια. ἐπὴν πλῆρες ’ῇ τὸ θέατρον
= κάθε φορά που το θέατρο είναι γεμάτο (με ανθρώπους).
=/ κενός.
:=> παράγ. πληρότης, πληρόω, σύνθ. πληροφορέω, πληροφορία.
ΝΕ πλήρης.
[*πλη- (πίμ-πλη-μι) + παρ. επίθ. -ρης].
γλσΕλα'πληρόω: πληρόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πληρόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πληρόω,
* McsElln.πληρόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπλήρουν
Μέλλ. πληρώσω
Παρακ. πεπλήρωκα
Μέσ. μέλλ.ενίοτε με παθ. σημ.πληρώσομαι
Παθ. μέλλ. πληρωθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπληρωσάμην
Παθ. παρακ. πεπλήρωμαι
1. γεμίζω κάτι εντελώς: ἐπλήρωσε λάρνακας λίθων
= γέμισε κιβώτια με πέτρες. πληρῶ τὰς ἐπιθυμίας
= ικανοποιώ εντελώς τις επιθυμίες μου.
2. συμπληρώνω: πληρῶ τοὺς δέκα μῆνας
= συμπληρώνω δέκα μήνες. πεπλήρωται ὁ καιρός
= συμπληρώθηκε ο καιρός (έφτασε η ώρα).
3. εκπληρώνω: πληρῶ τὰς ὑποσχέσεις.
:=> παράγ. πλήρωμα, πλήρωσις.
ΝΕ πληρώ (τις προϋποθέσεις, με σημ. 3) &πληρώνω «καταβάλλω την αξία».
[παράγ. πλήρης + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'πλησμονή: πλησμονή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.πλησμονή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλησμονή,
* McsElln.πλησμονή@γλσΕλα,
1. το να είναι κάτι εντελώς γεμάτο.
2. χορτασμός: πλησμονὴ καὶ μέθη.
ΝΕ πλησμονή (λόγ., και με τις δύο σημ.).
[*πλη- (πί-μ-πλη-μι) > *πληθ- ίσως κατά το ομώνυμο βρίθ-ω].
γλσΕλα'πλήττω: πλήττω::
* McsElln.ρήμα.πλήττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πλήττω,
* McsElln.πλήττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι πλήσσω
Παρατ. ἔπληττον
Μέλλ. πλήξω
Αόρ. ἔπληξα
Παρακ. πέπληγα
Παθ. μέλλ. πληγήσομαι & (σε σύνθ.) -πλαγήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπλήγην & (σε σύνθ.) -επλάγην
Παθ. παρακ. πέπληγμαι στην αττ. διάλεκτο χρησιμοποιείται μόνο ο παθ.μέλλ., ο αόρ. και ο παρακ. Οι άλλοι χρόνοι αναπληρώνονται από τα ρήματα παίω, πατάσσω, τύπτω.χτυπώ: πότερον πρότερον ἐπλήγην ἢ ἐπάταξα;
= τι από τα δύο, πρώτα με χτύπησαν ή εγώ τους χτύπησα;
:=> παράγ. πλῆγμα, πλῆκτρον, πλῆξις, σύνθ.θαλασσόπληκτος, παραπληγικός.
ΝΕ πλήττω (με την ίδια σημ., και «αισθάνομαι πλήξη, στενοχώρια»).
[*πληκ- / *πλακ-, *πληγ- / *πλαγ- + παρ. επίθ.-jω > πλήττω].
γλσΕλα'πνεύμα: πνεῦμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.πνεύμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πνεύμα,
* McsElln.πνεύμα@γλσΕλα,
άνεμος: εἰ εὔφορον πνεῦμα εἴη
= εάν υπάρχει ευνοϊκός άνεμος. ἐκεῖ σκιά τ’ ἐστὶν καὶ πνεῦμα μέτριον
= εκεί υπάρχει σκιά και ελαφρό αεράκι.
:=> παράγ. πνευματικός, πνευματίζω, πνευματώδης.
ΝΕ πνεύμα (με την ίδια σημ., και «το ΆγιοΠνεύμα»).
[παράγ. λ. *πνευ- (πνέω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'πνέω: πνέω::
* McsElln.ρήμα.πνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πνέω,
* McsElln.πνέω@γλσΕλα,
μγ05.σ238
Παρατ. ἔπνεον
Μέλλ. πνεύσομαι & πνευσοῦμαι
Αόρ. ἔπνευσα
Παρακ. πέπνευκα πνέω.
ΝΕ πνέω.
[*πνε- (πνέ-ω), *πνευ- (πνεῦμα), ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'Πνύξ: Πνύξ, Πυκνὸς & Πνυκός::
* McsElln.ουσιαστικό.Πνύξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Πνύξ,
* McsElln.Πνύξ@γλσΕλα,
τοποθεσία, δυτικά της Ακρόπολης στην Αθήνα, όπου συνεδρίαζε η εκκλησία του δήμου.
ΝΕ Πνύκα.
[αβέβ. ετυμ., προελληνική λ.].
γλσΕλα'ποδαπός: ποδαπός, -ή, -ὸν::
* McsElln.αντωνυμία.ποδαπός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποδαπός,
* McsElln.ποδαπός@γλσΕλα,
ερωτηματική
1. από ποια χώρα, και γενικότερα από πού:τίς καὶ ποδαπός;
= ποιος είναι και από πού έρχεται;
2. τι είδους, τι λογής: ποδαπός; οἷος...
= τι λογής άνθρωπος είναι; τέτοιος που...
[ερωτημ. μόριο *πο + -δαπὸς κατά το βλπ. ἡμεδαπός].
γλσΕλα'ποδήρης: ποδήρης, -ης, -ες::
* McsElln.επίθετο.ποδήρης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποδήρης,
* McsElln.ποδήρης@γλσΕλα,
ένδυμα που φτάνει ως τις άκρες των ποδιών:χιτὼν ποδήρης. ποδήρης ἀσπίς
= ασπίδα που κάλυπτε το σώμα και τα πόδια.
[*ποδ- (πούς, ποδός) + παρ. επίθ. -ήρης < ίσως-άρης < ἀρ-αρ-ίσκω].
γλσΕλα'ποθεινός: ποθεινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ποθεινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποθεινός,
* McsElln.ποθεινός@γλσΕλα,
επιθυμητός, ποθητός: ποθεινοτέρα τοῦ πλούτου ἡ τῶν ἐναντίων τιμωρία
= πιο επιθυμητή από τα πλούτη είναι η τιμωρία των αντιπάλων.
[παράγ. λ. ποθέω + παρ. επίθ. -εινὸς κατά το αντώνυμο ἀλγεινός].
γλσΕλα'πόθεν: πόθεν::
* McsElln.επίρρημα.πόθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόθεν,
* McsElln.πόθεν@γλσΕλα,
ερωτηματικό
1. για τόπο από πού: ὦ φίλε, ποῖ δὴ καὶ πόθεν;
= αγαπητέ μου, πού πας και από πού έρχεσαι; πόθεν οὖν ὁ πόρος τῶν χρημάτων;
= από πού λοιπόν βρέθηκαν τόσα χρήματα;
2. ιδιωτισμός πόθεν; από πού και ως πού;
ΝΕ πόθεν στη φρ. πόθεν έσχες (με σημ. 1).
[ερωτημ. και αόρ. *πο- < *kwo + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'ποί: ποῖ::
* McsElln.επίρρημα.ποί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποί,
* McsElln.ποί@γλσΕλα,
ερωτηματικό προς ποιο μέρος, προς τα πού.
[*πο- < *kwo + παλιό τοπικό επίθ. -ι].
γλσΕλα'ποιέω: ποιέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ποιέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποιέω,
* McsElln.ποιέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐποίουν
Μέλλ. ποιήσω
Αόρ. ἐποίησα
Παρακ. πεποίηκα
Μέσ. μέλλ. ποιήσομαι
Παθ. μέλλ. ποιηθήσομαι
Μέσ. & παθ. παρακ. πεποίημαι
1. κάνω, κατασκευάζω: ποιῶ ναὸν λίθου πωρίνου
= κατασκευάζω (χτίζω) ένα ναό με πωρόλιθους.
2. παράγω, δημιουργώ: ποιῶ σίτου χιλίους μεδίμνους
= παράγω χίλιους μεδίμνους σιτάρι.
=> μέση φωνή ποιοῦμαι γεννώ: ποιοῦμαι παῖδας.
3. προκαλώ κάτι: οἱ ἄνεμοι μὲν οὐχ ὁρῶνται, ἃ δὲ ποιοῦσι φανερά
= οι άνεμοι δεν είναι ορατοί, όσα όμως προκαλούν είναι ολοφάνερα.
4. δίνω, παρέχω: ποιῶ ἄδειάν τινι
= δίνω αμνηστία σε κάποιον.
5. βάζω, τοποθετώ: τὰ λεπτὰ πλοῖα ἐντὸς ποιῶ
= τοποθετώ τα αδύνατα πλοία στο κέντρο.
6. μέση φωνή ποιοῦμαί τινα ἑταῖρον
= κάνω κάποιον φίλο μου.
=> έκφραση περὶ πολλοῦ/περὶ ὀλίγου ποιοῦμαί τι
= θεωρώ κάτι σπουδαίο/ασήμαντο.
7. ως συνώνυμο του πράττω ενεργώ, κάνω, πράττω: εὖ ποιῶ τινα
= ευεργετώ κάποιον. ἀγαθά/κακά ποιῶ τινα
= κάνω καλό/κακό σε κάποιον. ποίει ὅπως βούλει.
:=> παράγ. ποίησις, ποιητής, ποιήτρια, ποίημα, ποιητός, σύνθ. λογοποιός, τραγῳδοποιός,ἀντιποιέω, ἐκποιέω.
[*ποιF- + παρ. επίθ. -έω > ποιέω].
===
_stxElla: Εὐθὺς ἡ Ἀριάδνη ἀκούσασα τοιοῦτόν τι ἐποίησεν, ὡς πᾶς ἂν ἔγνω ὅτι ἀσμένη ἤκουσε. == Μόλις το άκουσε η Αριάδνη, έκανε τέτοια πράγματα, που ο καθένας θα καταλάβαινε ότι το άκουσε ευxάριστα. [Ξ.Συμπ.9.3]
_stxElla: _stxObj:ταύτα _stxVrb:εποίουν, _stxTime:μέxρι σκότος εγένετο.
γλσΕλα'ποίημα: ποίημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ποίημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποίημα,
* McsElln.ποίημα@γλσΕλα,
1. έργο, κατασκεύασμα: ἀνέθηκεν (= αφιέρωσε) εἰς Δελφοὺς κρατῆρα, ποίημα Γλαύκου.
2. ποιητικό έργο, ποίημα.
ΝΕ ποίημα (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ποιέω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'ποίησις: ποίησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ποίησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποίησις,
* McsElln.ποίησις@γλσΕλα,
1. κατασκευή ή παραγωγή: τειχῶν οἰκοδόμησις καὶ νεῶν (= καραβιών) ποίησις.
2. σύνθεση ποιημάτων, ποίηση.
ΝΕ ποίηση (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ποιέω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'ποιητής: ποιητής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ποιητής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποιητής,
* McsElln.ποιητής@γλσΕλα,
1. κατασκευαστής: ποιητὴς μηχανημάτων.
2. ποιητής (η εμφάνιση αυτής της σημασίας βασίστηκε στην αντίληψη ότι ο ποιητής ήταν κατασκευαστής στίχων, δηλ. τεχνίτης που συνέθετε στίχους με βάση κάποιους συνειδητοποιημένους κανόνες και με δική του προσπάθεια. Άλλοι θεωρούσαν τον ποιητή άτομο που απλώς ήταν το παθητικό φερέφωνο των Μουσών) .
ΝΕ ποιητής (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ποιέω + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'ποικίλος: ποικίλος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.ποικίλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποικίλος,
* McsElln.ποικίλος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ποικιλώτερος
Υπερθετικός ποικιλώτατος
1. αυτός που είναι πολύχρωμος ή που είναι διακοσμημένος με έγχρωμες παραστάσεις: ἡΠοικίλη Στοά
= στοά στην Αθήνα, διακοσμημένη με τοιχογραφίες του Πολυγνώτου.
μγ05.σ239
2. αυτός που παίρνει διάφορες μορφές: ποικιλώτερος Πρωτέως
= πιο πολύμορφος και από τον Πρωτέα (το θαλάσσιο θεό).
3. πολύπλοκος: ποικίλος νόμος.
ΝΕ ποικίλος.
[*πεικ- «χρωματίζω με ποικίλα χρώματα, κεντώ»].
γλσΕλα'ποιμαίνω: ποιμαίνω::
* McsElln.ρήμα.ποιμαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποιμαίνω,
* McsElln.ποιμαίνω@γλσΕλα,
1. βόσκω: ποιμαίνω πρόβατα.
2. μεταφορικά φροντίζω για κάποιον ή για κάτι.
ΝΕ ποιμαίνω (στην εκκλησιαστική γλώσσα«φροντίζω για τη σωτηρία των πιστών»).
[παράγ. λ. ποιμήν + παρ. επίθ. -αίνω].
γλσΕλα'ποιμήν: ποιμήν, -ένος::
* McsElln.ουσιαστικό.ποιμήν-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποιμήν,
* McsElln.ποιμήν@γλσΕλα,
βοσκός.
:=> παράγ. ποιμαίνω, ποίμνη «κοπάδι», ποίμνιον «μικρό κοπάδι», ποιμαντικός.
ΝΕ ποιμένας.
[*πωι- «βόσκω», πβ. ομηρικό πῶυ, τὸ «κοπάδι», πβ. αρχ. περσ. p'ayu «φύλακας»].
γλσΕλα'ποίος: ποῖος, ποία, ποῖον::
* McsElln.αντωνυμία.ποίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποίος,
* McsElln.ποίος@γλσΕλα,
ερωτηματική, συχνά με άρθρο ποιου είδους, τι ποιότητας (είναι αυτός): λέγεις δὲ τὴν ποίαν κατάστασιν ὀλιγαρχίαν;
= ποιο είδος πολιτεύματος χαρακτηρίζεις ολιγαρχία;
ΝΕ ποιος (που αντιστοιχεί στο αρχ. τίς).
[ερωτημ. μόριο *πο- + παρ. επίθ. -(ο)ῖος].
γλσΕλα'πολέμαρxος: πολέμαρχος, -άρχου::
* McsElln.ουσιαστικό.πολέμαρxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολέμαρxος,
* McsElln.πολέμαρxος@γλσΕλα,
στην Αθήνα ένας από τους ἐννέα ἄρχοντας (βλπ. ἄρχων).
γλσΕλα'πολέμιος: πολέμιος, -ία, -ον::
* McsElln.επίθετο.πολέμιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολέμιος,
* McsElln.πολέμιος@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει σχέση με τον πόλεμο: τὰ πολέμια
= οι πολεμικές επιχειρήσεις.
2. εχθρικός: ἡ πολεμία γῆ.
=> ως ουσιαστικό ὁ πολέμιος
= ο εχθρός.
ΝΕ πολέμιος (λόγ., με σημ. 2).
[παράγ. λ. πόλεμος + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'πόλις: πόλις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.πόλις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόλις,
* McsElln.πόλις@γλσΕλα,
1. πόλη, αστικό κέντρο.
2. πολιτεία, κράτος, πόλη-κράτος (η πόλις δεν περιλάμβανε μονάχα ένα αστικό κέντρο αλλά επιπροσθέτως και τη γύρω ύπαιθρο· επιπλέον ήταν ανεξάρτητο κράτος): τὰ τῆς πόλεως
= οι υποθέσεις της πολιτείας.
:=> παράγ. πολίζω «ιδρύω πόλη», πόλισμα, πολίτης, σύνθ. πολιοῦχος.
ΝΕ πόλη (με τη σημ. 1).
[*πελ- «φρούριο», λιθ. pilis «φρούριο»].
γλσΕλα'πολιτεία: πολιτεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πολιτεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολιτεία,
* McsElln.πολιτεία@γλσΕλα,
1. τα πολιτικά δικαιώματα: πολιτείαν δίδωμί τινι.
2. ο καθημερινός τρόπος ζωής ενός πολίτη.
3. διακυβέρνηση, διοίκηση: ἔφη ἀρίστους εἶναι ἐν πολιτεί'α τοὺς τὰ πολιτικὰ εὖ πράττοντας
= είπε ότι στη διοίκηση είναι άριστοι εκείνοι που χειρίζονται σωστά τις πολιτικές υποθέσεις. ἄγω τὴν πολιτείαν
= κατευθύνω (ασκώ)τη διακυβέρνηση.
4. πολιτικό σύστημα, πολίτευμα: χρώμεθα πολιτεί'α οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους
= έχουμε πολίτευμα το οποίο δε μιμείται τους νόμους των γειτόνων μας.
ΝΕ πολιτεία (με τις σημ. 3, 4).
[παράγ. λ. πολίτης + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'πολιτεύω: πολιτεύω::
* McsElln.ρήμα.πολιτεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολιτεύω,
* McsElln.πολιτεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπολίτευον
Μέλλ. πολιτεύσω
Μέσ. μέλλ. πολιτεύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπολιτευσάμην
Παθ. αόρ. ἐπολιτεύθην
Παθ. παρακ. πεπολίτευμαι
1. ζω ως πολίτης σε ελεύθερη πολιτεία: ἐλευθέρως πολιτεύομεν
= ζούμε ελεύθεροι.
2. κυβερνώ με ορισμένο τρόπο: κατ’ ὀλιγαρχίαν πολιτεύουσι
= κυβερνούν με ολιγαρχικό τρόπο.
3. μέση φωνή ως αποθετικό πολιτεύομαι
α. ζω ως ελεύθερος πολίτης: πολιτεύομαι ἐν δημοκρατί'α/ἐν ἐλευθερί'α.
= πολιτεύω.
β. παίρνω μέρος στη διοίκηση της πόλης: οἱ ἰδιωτεύοντες καὶ οἱ πολιτευόμενοι
= όσοι περιορίζονται στην ιδιωτική σφαίρα και όσοι αναμειγνύονται στην πολιτική.
ΝΕ πολιτεύομαι (με τις σημ. 3α, 3β).
[παράγ. λ. πολίτης + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'πολίτης: πολίτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πολίτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολίτης,
* McsElln.πολίτης@γλσΕλα,
1. ελεύθερος άνθρωπος, που έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα στην πόλη όπου ζει. (Αντίθετα, στην Αθήνα λ.χ., οι γυναίκες, οι δούλοι, οι μέτοικοι και τα παιδιά είχαν περιορισμένα ή καθόλου πολιτικά δικαιώματα).
2. συμπολίτης: ἐμὸς πολίτης.
:=> παράγ. πολιτεύω, πολιτικός.
ΝΕ πολίτης (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. πόλις + παρ. επίθ. -ίτης].
γλσΕλα'πολλάκις: πολλάκις::
* McsElln.επίρρημα.πολλάκις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολλάκις,
* McsElln.πολλάκις@γλσΕλα,
1. πολλές φορές: πολλάκις καὶ οὐχ ἅπαξ
= πολλές και όχι μία φορά.
2. εἰ/ἐὰν πολλάκις
= εάν κατά τύχη, εάν ίσως.
ΝΕ πολλάκις (λόγ., με τη σημ. 1).
[πολλά + -άκις κατά το δεκ-άκις].
γλσΕλα'πολλαxή: πολλαχῇ::
* McsElln.επίρρημα.πολλαxή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολλαxή,
* McsElln.πολλαxή@γλσΕλα,
1. πολλές φορές.
= πολλάκις.
2. με πολλούς τρόπους: πολλαχῇ εἰκάζεται
= (κάτι) συμπεραίνεται με πολλούς τρόπους.
[πολλά + παρ. επίθ. -αχ-ῆ].
γλσΕλα'πολλαxού: πολλαχοῦ::
* McsElln.επίρρημα.πολλαxού@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολλαxού,
* McsElln.πολλαxού@γλσΕλα,
μγ05.σ240
σε πολλά μέρη: ἐμοῦ πολλάκις ἀκηκόατε πολλαχοῦ λέγοντος
= εμένα με έχετε ακούσει να μιλώ πολλές φορές και σε πολλά μέρη.
[πολλά + παρ. επίθ. -αχ-οῦ].
γλσΕλα'πολυπραγμονέω: πολυπραγμονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πολυπραγμονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολυπραγμονέω,
* McsElln.πολυπραγμονέω@γλσΕλα,
1. ασχολούμαι με πολλά πράγματα.
2. ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις: ἕκαστος τὰ ἑαυτοῦ δεῖ πράττειν καὶ μὴ πολυπραγμονεῖν
= ο καθένας πρέπει να ασχολείται με τη δουλειά του και να μην ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις.
[παράγ. λ. πολυπράγμων + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'πολυπράγμων: πολυπράγμων, -ων, -ον::
* McsElln.επίθετο.πολυπράγμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολυπράγμων,
* McsElln.πολυπράγμων@γλσΕλα,
συνήθως ως αρνητικός χαρακτηρισμός αυτός που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, περίεργος.
ΝΕ πολυπράγμων.
[σύνθ. λ. πολύς + *πραγ- (πράττω, πρᾶγ-μα)+ παρ. επίθ. -μων].
γλσΕλα'πολύς: πολύς, πολλή, πολὺ::
* McsElln.επίθετο.πολύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πολύς,
* McsElln.πολύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός πλείων, πλείων, πλεῖον ή πλέων, πλέων, πλέον(βλπ. πλείων)
Υπερθετικός πλεῖστος
1. πολύς (σε αριθμό, πλήθος ή ποσότητα).
=/ ὀλίγος.
=> ως ουσιαστικό οἱ πολλοὶ ο απλός λαός, οι κοινοί θνητοί, η μάζα.
=/ οἱ μείζω κεκτημένοι «οι πλουσιότεροι», οἱ κομψότεροι «οι πιο καλλιεργημένοι».
2. αυτός που είναι μεγάλος, δυνατός ή έντονος: πολλὴ ἀλογία
= μεγάλη απερισκεψία.
3. αυτός που έχει μεγάλη αξία: περὶ πολλοῦ ποιοῦμαί τι
= θεωρώ κάτι πολύ σημαντικό.
4. αυτός που έχει μεγάλη έκταση: πολλὴ ὁδός
= μακρύς δρόμος. πολλὴ ἡ Σικελία
= ηΣικελία είναι μεγάλη.
5. αυτός που έχει μεγάλη διάρκεια: ἐπὶ πολλῷ
= για πολύ χρόνο. πρὸ πολλοῦ
= πριν από πολύ χρόνο.
6. ως επίρρημα
α. πολύ, τὸ πολύ, ὡς τὸ πολύ, τὰ πολλά, ὡς τὰ πολλὰ σε μεγάλο βαθμό, ποσότητα ή ένταση, πολύ, πολύ συχνά: τὰ πολλὰ τυραννίδες ἐν ταῖς πόλεσι καθίσταντο
= πολύ συχνά στις πόλεις αναλάμβαναν τύραννοι την εξουσία. ὡς τὰ πολλὰ πολεμοῦσιν
= πολύ συχνά κάνουν πόλεμο.
β. με προθέσεις διὰ πολλοῦ
= σε μεγάλη απόσταση. ἐκ πολλοῦ
= από μεγάλη απόσταση. ἐπὶ πολύ
= επί πολύ χρόνο ή σε μεγάλη έκταση.
γ. με συγκριτικά πολὺ μᾶλλον
= πολύ περισσότερο.
:=> σύνθ. πολυμήχανος, πολλαπλάσιος, πολλοστός, πολλάκις, πολλαχοῦ.
ΝΕ πολύς (με τις σημ. 1, 2, 5) & πολύ (με σημ. «πολύ» του 6α) & επί πολύ (με σημ. 6β).
[πολ-ύς, πβ. αρχ. ινδ. pur'u «πολύς»].
γλσΕλα'πομπή: πομπή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.πομπή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πομπή,
* McsElln.πομπή@γλσΕλα,
1. αποστολή: ἡ τοῦ ἐνυπνίου (= του ονείρου)πομπὴ ὑπὸ Διὸς τῷ Ἀγαμέμνονι. πομπὴ ξύλων
= αποστολή ξυλείας.
2. θρησκευτική πομπή.
:=> παράγ. πομπεύω, πομπεία.
ΝΕ πομπή (με τη σημ. 2, και «στρατιωτική πομπή»).
[παράγ. λ. πέμπω + παρ. επίθ. -ή, τροπή ε σε ο].
γλσΕλα'πονέω: πονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πονέω,
* McsElln.πονέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπόνουν
Μέλλ. πονήσω
Αόρ. ἐπόνησα
Παρακ. πεπόνηκα
Υπερσ. ἐπεπονήκειν
Παθ. αόρ. ἐπονήθην
Παθ. παρακ. πεπόνημαι
1. στη μέση φωνή απόλ. πονοῦμαι κοπιάζω, μοχθώ, ασχολούμαι: περί τι πονοῦμαι
= ασχολούμαι με κάτι.
2. με αιτ. κοπιάζω για κάτι: ἀνήνυτα πονῶ
= κοπιάζω για κάτι που δεν έχει τελειωμό.
3. πόνον πονῶ υποβάλλομαι σε κόπους ή ταλαιπωρίες.
:=> παράγ. πόνημα.
ΝΕ πονώ «έχω πόνο, υποφέρω».
[παράγ. λ. πόνος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'πονηρία: πονηρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πονηρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πονηρία,
* McsElln.πονηρία@γλσΕλα,
1. κακή κατάσταση: πονηρία τοῦ σώματος.
2. κακία, πανουργία: πονηρία ψυχῆς.
ΝΕ πονηρία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. πονηρός + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'πονηρός: πονηρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πονηρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πονηρός,
* McsElln.πονηρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός πονηρότερος
Υπερθετικός πονηρότατος
1. που βρίσκεται σε κακή κατάσταση, άχρηστος: πονηρὸν σῶμα
= ασθενικό σώμα. πονηρὸν στράτευμα
= άχρηστο στράτευμα.
2. με ηθική σημ. κακός, πανούργος: πονηρὸς καὶ ἐκ πονηρῶν
= κακός και από κακούς γονείς.
:=> παράγ. πονηρία, πονηρεύομαι, πονηρῶς ή πονήρως.
ΝΕ πονηρός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. πονέω + παρ. επίθ. -ηρός].
γλσΕλα'πόνος: πόνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πόνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόνος,
* McsElln.πόνος@γλσΕλα,
1. κόπος: μετὰ πολλοῦ πόνου
= με πολύ κόπο.
2. πόνος: ὁ πόνος κατέβαινεν ἐς τὰ στήθη
= ο πόνος κατέβαινε (από το κεφάλι) στο στήθος.
ΝΕ πόνος (με τη σημ. 2).
[*πεν- «κοπιώ, εργάζομαι» (πέν-ομαι)].
γλσΕλα'πόντος: πόντος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πόντος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόντος,
* McsElln.πόντος@γλσΕλα,
θάλασσα: πνεῦμα (= άνεμος) ἐκ πόντου.
:=> παράγ. ποντίζω, πόντιος, ποντικός.
μγ05.σ241
[πόντ-ος «γέφυρα που ενώνει τις δύο απέναντι ακτές (π.χ. Ελλήσποντος», ομόρρ. με λατ.pons, pontis «γέφυρα»].
γλσΕλα'πορθέω: πορθέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.πορθέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πορθέω,
* McsElln.πορθέω@γλσΕλα,
καταστρέφω, λεηλατώ: ἐπόρθουν ἐκ τῶν ἱερῶν τὰ ἀγάλματα
= λεηλατούσαν από τους ναούς τα αγάλματα. ὅλη ἡ Ἑλλὰς πεπόρθηται
= όλη η Ελλάδα ερημώθηκε.
:=> παράγ. πόρθησις, πορθητής.
[*περθ-, *πορθ- «καταστρέφω», άγνωστης αρχής].
γλσΕλα'πορίζω: πορίζω::
* McsElln.ρήμα.πορίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πορίζω,
* McsElln.πορίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπόριζον
Μέλλ. ποριῶ
Αόρ. ἐπόρισα
Παρακ. πεπόρικα
Μέσ. μέλλ. ποριοῦμαι
Παθ. μέλλ. πορισθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐπορισάμην
Παθ. αόρ. ἐπορίσθην
Παρακ. πεπόρισμαι
Παθ. υπερσ. ἐπεπορίσμην
1. δίνω, παρέχω: πορίζω τροφὴν τοῖς στρατιώταις.2.
α. μέση φωνή πορίζομαι εξασφαλίζω κάτι για τον εαυτό μου: πορίζομαι τὰ ἐπιτήδεια
= προμηθεύομαι τα αναγκαία τρόφιμα.
β. παθ. φωνή πορίζομαι εξασφαλίζομαι: ἤδη τὰ τῆς παρασκευῆς ἐπεπόριστο
= τα απαραίτητα εφόδια είχαν ήδη εξασφαλιστεί.
:=> παράγ. πορισμός.
ΝΕ πορίζομαι (με τη σημ. 2α).
[παράγ. λ. πόρος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'πόρος: πόρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πόρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόρος,
* McsElln.πόρος@γλσΕλα,
1. στενός θαλάσσιος δρόμος, πέρασμα.
2. τρόπος με τον οποίο εξασφαλίζει ή πετυχαίνει κανείς κάτι: οὐδεὶς πόρος ἐφαίνετο τῆς ἁλώσεως
= δε φαινόταν να υπάρχει κανένας τρόπος για να πετύχουν την κατάκτηση.πόρος χρημάτων
= τρόπος για να βρεθούν χρήματα.
:=> παράγ. πορίζω, πορευτός, πορεία, σύνθ.ἄπορος, εὔπορος, ἀπορέω, ἀπορία.
ΝΕ πόρος (με τη σημ. 1, και οι πόροι «τα χρηματικά μέσα»).
[*περ- «εισδύω, διαπερνώ»].
γλσΕλα'πόρρω: πόρρω::
* McsElln.επίρρημα.πόρρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόρρω,
* McsElln.πόρρω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι πρόσω
Συγκριτικός πορρωτέρω
Υπερθετικός πορρωτάτω
1. μακριά: εἴτε ἐγγύς, εἴτε πόρρω. πόρρω που
= κάπου μακριά.
=/ ἐγγύς, πλησίον.
2. με γενική
α. τοπικά πιο πέρα, παραπέρα: πόρρω τοῦ ποταμοῦ προβαίνω (= προχωρώ).μακριά από: οὐ πόρρω τῶν βωμῶν.
β. χρονικά σε προχωρημένο χρόνο: διελεγόμην πόρρω τῶν νυκτῶν
= παρέτεινα τη συζήτηση ως αργά τη νύχτα.
:=> παράγ. πόρρωθεν.
ΝΕ στη φρ. πόρρω απέχει (με τη σημ. 1).
[*πρό-τjω (για το σχηματισμό πβ. εἴ-σω, ὀπίσω) > πρόσω και (με μετάθεση του -ρ) πόρσω, αττ. πόρρω].
γλσΕλα'πόρρωθεν: πόρρωθεν::
* McsElln.επίρρημα.πόρρωθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόρρωθεν,
* McsElln.πόρρωθεν@γλσΕλα,
από μακριά.
[παράγ. λ. πόρρω + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'Ποσιδηϊών: Ποσιδηϊὼν & Ποσιδεών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Ποσιδηϊών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ποσιδηϊών,
* McsElln.Ποσιδηϊών@γλσΕλα,
ο έκτος μήνας του αττικού έτους, από 15 Νοεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου.
[Ποσιδ- + επίθ. -ηϊών/-εών, πβ. Ποσειδῶν,-ῶνος].
γλσΕλα'πόσος: πόσος, -η, -ον::
* McsElln.αντωνυμία.πόσος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πόσος,
* McsElln.πόσος@γλσΕλα,
ερωτηματική
1. πόσος είναι ως προς τον αριθμό: πόσοι εἰσὶν οἱ Λακεδαιμόνιοι.
2. πόσο μακριά: ἐπήρετο πόση τις ὁδὸς εἴη
= ρώτησε πόση είναι η απόσταση (που έπρεπε να διανύσει).
3. πόσο χρόνο: πόσου χρόνου
= πότε.
4. πόση αξία: πόσου διδάσκει;
= πόσα παίρνει για να διδάξει;
5. πόσο μεγάλος: πόσος πόθος;
= πόση επιθυμία;
:=> παράγ. ποσάκις, πόσε «προς τα πού».
ΝΕ πόσος (με τη σημ. 1).
[*ποτι- (από ερωτηματ. *πο-) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'ποτέ: ποτέ::
* McsElln.μόριο.ποτέ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ποτέ,
* McsElln.ποτέ@γλσΕλα,
εγκλιτικό κάποτε.
=> ποτὲ μέν... ποτὲ δέ...
= άλλοτε... άλλοτε...
[αντων. ρίζα *πο- + παρ. επίθ. -τε, με τονισμό ποτέ ως αντώνυμο του πότε)].
γλσΕλα'πότερος: πότερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.αντωνυμία.πότερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πότερος,
* McsElln.πότερος@γλσΕλα,
1. ερωτηματική ποιος από τους δύο: πότερος καλλίων ἐστί, ὁ πατὴρ ἢ ὁ πάππος;
2. ως επίρρημα πότερον & πότερα ποιο από τα δύο: ἡ μήτηρ διηρώτα τὸν Κῦρον πότερον βούλοιτο, μένειν ἢ ἀπιέναι
= η μητέρα ρωτούσε επίμονα τον Κύρο τι από τα δύο θέλει, να μείνει ή να φύγει.
[αντων. ρίζα *πο- + παρ. επίθ. -τερος].
γλσΕλα'που: που::
* McsElln.επίρρημα.που@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'που,
* McsElln.που@γλσΕλα,
εγκλιτικό
1. κάπου: ὁρῶσιν ἱππέας που πέραν τοῦ ποταμοῦ
= βλέπουν ιππείς κάπου πέρα από το ποτάμι.
μγ05.σ242
2. κατά κάποιον τρόπο: εἰ που δέοι τι τῆς φάλαγγος
= εάν έχει κατά κάποιον τρόπο ανάγκη η παράταξη.
[αντων. ρίζα *πο- + παρ. επίθ. -ου].
γλσΕλα'πούς: πούς, ποδός::
* McsElln.ουσιαστικό.πούς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πούς,
* McsElln.πούς@γλσΕλα,
πόδι.
:=> παράγ. πόδιον, ποδίζω, σύνθ. ἄπους, τρίπους, ἐμποδών, ἐμπόδιον, ὑποπόδιον.
ΝΕ πόδι.
[*πεδ- (πέδ-ον «έδαφος»), λατ. pes, pedis «πόδι», δωρ. ὁ πός, που οδηγεί στην υποψία ότι η διφθογγος -ου- (πούς) ίσως σχηματίστηκε κατά το ὀδούς].
γλσΕλα'πράγμα: πρᾶγμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.πράγμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πράγμα,
* McsElln.πράγμα@γλσΕλα,
1. κάτι που έχει πραχθεί, που έχει γίνει, το έργο ή η πράξη: γυναίου πρᾶγμα ἐποίει
= έκανε ό,τι κάνουν οι γυναικούλες.
2. υπόθεση, πράγμα: τὸ πρᾶγμα εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη
= το πράγμα κατέληξε να είναι για μένα φοβερό.
=> εκφράσεις πρᾶγμά ἐστί μοι
= είναι ανάγκη(να κάνω κάτι). οὐδὲν πρᾶγμα
= δε χρειάζεται (να γίνει κάτι), δεν πειράζει.
3. στον πληθυντικό πράγματα
α. περιστάσεις ή υποθέσεις: ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν ἀγαθοῖς πράγμασι αἱ πόλεις ἀμείνους τὰς γνώμας ἔχουσι
= σε καιρό ειρήνης και σε ευνοϊκές περιστάσεις οι πολίτες κρίνουν καλύτερα (απ’ ό,τι κρίνουν σε καιρό πολέμου).
β. οι υποθέσεις της πολιτείας: τὰ κοινά/τὰ πολιτικὰ πράγματα. οἱ ἐν τοῖς πράγμασι
= οι κυβερνώντες.
γ. ενοχλητικές, δυσάρεστες καταστάσεις: πράγματα παρέχω τινί
= προκαλώ ενοχλήσεις σε κάποιον.
:=> παράγ. πραγματεία, πραγματεύομαι.
ΝΕ πράγμα (με τις σημ. 1, 2) & πράγματα (με τη σημ. 3β).
[παράγ. λ. *πραγ- (πβ. πράττω) + παρ. επίθ.-μα].
γλσΕλα'πραγματεία: πραγματεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πραγματεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πραγματεία,
* McsElln.πραγματεία@γλσΕλα,
1. σοβαρή απασχόληση με κάτι, και γενικά ασχολία, δραστηριότητα: τοῦ πολιτικοῦ πᾶσα ἡ πραγματεία περὶ πόλιν ἐστί.
2. πραγμάτευση/μελέτη ενός θέματος.
ΝΕ πραγματεία (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. πραγματ-εύομαι + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'πράξις: πρᾶξις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.πράξις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πράξις,
* McsElln.πράξις@γλσΕλα,
1. ενέργεια, πραγματοποίση, εκτέλεση: ἡ πρᾶξις τῶν ἔργων.
2. καλή ή κακή τύχη: ἀπέκλαιε τὴν ἑαυτοῦ πρᾶξιν
= έκλαιγε για την κακή του τύχη.
ΝΕ πράξη (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. *πρακ-, *πραγ- (πράττω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'πράττω: πράττω::
* McsElln.ρήμα.πράττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πράττω,
* McsElln.πράττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι πράσσω
Παρατ. ἔπραττον
Μέλλ. πράξω
Αόρ. ἔπραξαΠαρακ.με μεταβ. & αμετάβ.σημ.πέπραγα & πέπραχα«έχω κάνει κάτι»Υπερσ.με μεταβ. & αμετάβ.σημ.ἐπεπράχειν & ἐπεπράγειν
Μέσ. μέλλ. πράξομαι
Μέσ. αόρ. ἐπραξάμην
Παθ. μέλλ. πραχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐπράχθην
Παρακ. πέπραγμαι
1. πραγματοποιώ, κατορθώνω, ενεργώ: ἔπραξε τὴν Κυπρίων ἀπόστασιν
= πραγματοποίησε(πέτυχε) την αποστασία των Κυπρίων. πράττω εἰρήνην/περὶ εἰρήνης
= κατορθώνω να γίνει ειρήνη. ἔπρασσεν ὅπως πόλεμος γένηται.
2. ασχολούμαι με κάτι: ἕκαστος τὰ ἑαυτοῦ πράττει. οἱ τὰ κοινὰ πράττοντες
= αυτοί που ασχολούνται με την πόλη.
3. ως αμετάβ. βρίσκομαι σε μια (καλή ή κακή)κατάσταση: εὖ/κακῶς πράττω
= ευτυχώ/δυστυχώ ή ενεργώ καλά/άσχημα. Οἱ μὲν δὴ ἐν τῇ Πλαταί'α οὕτως ἐπεπράγεσαν
= όσοι μπήκαν στην Πλάταια σε αυτήν την κατάσταση βρέθηκαν.
4. εισπράττω: πράττω τὰς εἰσφοράς.
=> στη μέση φωνή πράττομαι εισπράττω για τον εαυτό μου: τοῦτον χρήματα ἐπράξαντο
= από αυτόν εισέπραξαν χρήματα.
:=> παράγ. πρᾶγμα, πρᾶξις, πρακτέος, πρακτικός, πραγματεύομαι, πραγματεία.
ΝΕ πράττω (με τη σημ. 1).
[*πρακ- (*πραγ-) + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'πρεσβεία: πρεσβεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πρεσβεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρεσβεία,
* McsElln.πρεσβεία@γλσΕλα,
1. αξίωμα, αξιοπρέπεια: πρεσβεί'α ὑπερέχει
= υπερέχει κατά το αξίωμα.
2. αποστολή πρεσβείας, αντιπροσωπεία.
3. πρεσβευτές, αντιπρόσωποι.
ΝΕ η πρεσβεία «μεσολάβηση», τα πρεσβεία«η τιμή που απολαμβάνουν οι γεροντότεροι».
[παράγ. λ. πρεσβεύω + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'πρεσβεύω: πρεσβεύω::
* McsElln.ρήμα.πρεσβεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρεσβεύω,
* McsElln.πρεσβεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπρέσβευον
Μέλλ. πρεσβεύσω
Παρακ. πεπρέσβευκα
Μέσ. αόρ. ἐπρεσβευσάμην
Παθ. παρακ. πεπρέσβευμαι
1. είμαι μεγαλύτερος στην ηλικία (από άλλους): Ξέρξης ἐπρέσβευε τῶν ἄλλων τέκνωνΔαρείου.
μγ05.σ243
2. τιμώ, εκτιμώ: τὸ πρεσβύτερον τοῦ νεωτέρου ἐστὶ πρεσβευόμενον
= ο γεροντότερος πρέπει να τιμάται περισσότερο από τον νεότερο.
3. πηγαίνω κάπου ως πρεσβευτής: πρὸς τὸν βασιλέα πρεσβεύων ’'ώχετο
= έφυγε για να πάει ως πρεσβευτής στο βασιλιά.
4. μέση φωνή πρεσβεύομαι στέλνω πρεσβευτές:Ἀθηναῖοι ἐς τὴν Πελοπόννησον ἐπρεσβεύοντο.
ΝΕ πρεσβεύω «έχω την άποψη, πιστεύω».
[παράγ. λ. πρέσβης + παρ. επιθ. -εύω].
γλσΕλα'πρεσβύτερος: πρεσβύτερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.επίθετο.πρεσβύτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρεσβύτερος,
* McsElln.πρεσβύτερος@γλσΕλα,
συγκριτικός βαθμός του επιθέτου πρέσβυς
1. γεροντότερος.
2. ανώτερος, σπουδαιότερος.
ΝΕ πρεσβύτερος (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. πρέσβυς + παρ. επίθ. -τερος].
γλσΕλα'πρεσβύτης: πρεσβύτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πρεσβύτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρεσβύτης,
* McsElln.πρεσβύτης@γλσΕλα,
ηλικιωμένος άνθρωπος, γέροντας.
[παράγ. λ. πρέσβυς + παρ. επίθ. -της].
γλσΕλα'πριάμενος: πριάμενος, -μένη, -μενον::
* McsElln.επίθετο.πριάμενος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πριάμενος,
* McsElln.πριάμενος@γλσΕλα,
μετοχή αορ. β΄ του ὠνέομαι -οῦμαι «αγοράζω».
[μτχ. από ἐπριάμην, βλπ. ὠνέομαι].
γλσΕλα'πρό: πρὸ::
* McsElln.πρόθεση.πρό@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρό,
* McsElln.πρό@γλσΕλα,
Α. με γενική δηλώνει
1. μπροστά σε: τεθαμμένοι εἰσὶ πρὸ τῶν πυλῶν
= είναι θαμμένοι μπροστά στις πύλες.
=> με επέκταση στην πρώτη γραμμή για να υπερασπιστώ κάποιον ή κάτι: πρὸ τῆς Ἑλλάδος ἀποθν'ήσκειν
= το να πεθαίνεις για τηνΕλλάδα.
2. πριν από: πρὸ τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὸν θάνατον.
3. προτίμηση: αἱροῦμαι πρὸ δουλείας θάνατον
= προτιμώ το θάνατο από τη δουλεία.
Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει
α. μπροστά από κάτι, π.χ. προπύλαια, προβαίνω.
β. πλησίον, κοντά, π.χ. πρόχειρος.
γ. πριν από κάτι, π.χ.προλέγω.
ΝΕ προ (λόγ., με σημ. Α1, 2) & προ- (με σημ.Βα, γ).
[*περ- (πέραν, πείρω), λατ. pro, αρχ. σλαβ.pro, αρχ. ινδ. pra, πρωΐ από το μακρό θέμα].
γλσΕλα'προαγορεύω: προαγορεύω::
* McsElln.ρήμα.προαγορεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προαγορεύω,
* McsElln.προαγορεύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγορεύω
1. προειδοποιώ για κάτι δημόσια: πολλάκις προηγορεύομεν ἃ ἐμέλλομεν ὑπὸ Ἀθηναίων βλάπτεσθαι
= πολλές φορές προειδοποιούσαμε δημόσια για τη ζημιά που θα μας προξενούσαν οι Αθηναίοι.
2. προλέγω, προμαντεύω: οἱ μάντεις προαγορεύουσι τοῖς ἄλλοις τὸ μέλλον
= οι μάντεις προλέγουν στους άλλους αυτά που θα τους συμβούν.
[σύνθ. λ. πρό + ἀγορεύω].
γλσΕλα'προάγω: προάγω::
* McsElln.ρήμα.προάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προάγω,
* McsElln.προάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. οδηγώ προς τα εμπρός ή συνοδεύω κάποιον:προήγαγον αὐτοὺς μέχρι Δήλου
= τους συνόδευσαν ως τη Δήλο.
=> ως αμετάβ. πηγαίνω μπροστά: σοῦ προάγοντος ἐγὼ ἐφεσπόμην
= καθώς πήγαινες εσύ μπροστά, εγώ ακολούθησα.
2. φέρνω κάτι σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο, το εξελίσσω, το προάγω: προάγω τὰ πράγματα ἐπὶ τὸ βέλτιον
= οδηγώ την κατάσταση σε ένα καλύτερο σημείο.
=> για πρόσωπα προβιβάζω, προάγω.
3. παρακινώ ή παρασύρω κάποιον: ἐγὼ προήγαγον ἡμᾶς ἄξια τῶν προγόνων φρονεῖν
= εγώ σας παρακίνησα να έχετε σύνεση αντάξια των προγόνων σας. εἰς τοῦτο ὀργῆς προήχθησαν ὥστε...
= παρασύρθηκαν σε τέτοιο σημείο οργής, ώστε να...
:=> παράγ. προαγωγός.
ΝΕ προάγω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρό + ἄγω].
γλσΕλα'προαίρεσις: προαίρεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.προαίρεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προαίρεσις,
* McsElln.προαίρεσις@γλσΕλα,
1. προτίμηση, επιλογή: οὐκ ἀναγκαίως... ἀλλ’ἐκ προαιρέσεως καὶ βουλήσεως
= (δεν το κάνετε αυτό) αναγκαστικά, αλλά με δική σας επιλογή και θέληση (προαιρετικά). παρὰ προαίρεσιν
= παρά τη θέλησή μου.
2. σκοπός: προαίρεσις βίου
= ο σκοπός της ζωής.
3. προαίρεσις πολιτείας σύστημα ή τρόπος διακυβέρνησης.
ΝΕ προαίρεση «ελεύθερη επιλογή και απόφαση».
[σύνθ. λ. πρό + αἵρεσις].
γλσΕλα'προαιρέω: προαιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προαιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προαιρέω,
* McsElln.προαιρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ
1. βγάζω κάτι έξω: ἐντεῦθεν προαιροῦντες τὸν σῖτον ἐπώλουν
= αφού έβγαζαν το σιτάρι από εκεί (από την αποθήκη), το πουλούσαν.
2. μέση φωνή προαιροῦμαι προτιμώ: δεῖ πρὸ τοῦ κεκινημένου τὸν σώφρονα προαιρεῖσθαι φίλον
= αντί για έναν έξαλλο, πρέπει να προτιμήσει κανείς ένα μυαλωμένο φίλο.
:=> παράγ. προαίρεσις.
ΝΕ προαιρούμαι (λόγ., με τη σημ. 2, λ.χ. δώστε ό,τι προαιρείσθε).
[σύνθ. λ. πρό + αἱρέω].
γλσΕλα'προακούω: προακούω::
* McsElln.ρήμα.προακούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προακούω,
* McsElln.προακούω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀκούω ακούω κάτι από πριν, ενημερώνομαι γι’ αυτό:οἱ Ἐφέσιοι οὔτε προακηκοότες ὡς εἶχε περὶ τῶν Χίων... ἔκτεινον αὐτούς
= οι Εφέσιοι, επειδή δεν είχαν ενημερωθεί σχετικά με τουςΧίους, τους σκότωναν.
μγ05.σ244
[σύνθ. λ. πρό + ἀκούω].
γλσΕλα'προαποθνήσκω: προαποθν'ήσκω::
* McsElln.ρήμα.προαποθνήσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προαποθνήσκω,
* McsElln.προαποθνήσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. θν'ήσκω
1. πεθαίνω πριν από κάποιον άλλο.
2. πεθαίνω πρόωρα (για χάρη κάποιου): Κόδρος προαπέθανε ὑπὲρ τῆς βασιλείας τῶν παίδων
= ο βασιλιάς Κόδρος δέχτηκε να πεθάνει πρόωρα για χάρη της βασιλείας των γιων του.
[σύνθ. λ. πρό + ἀποθν'ήσκω].
γλσΕλα'προβαίνω: προβαίνω::
* McsElln.ρήμα.προβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προβαίνω,
* McsElln.προβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. προχωρώ (βλπ. προβιβάζω).
=> μεταφορικά προχωρώ, φτάνω στο σημείο: εἰς τοῦτο προβεβήκασιν ἔχθρας ὥστε...
= έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο εχθρότητας, ώστε...
2. για χρόνο προχωρώ, περνώ: ἡ νὺξ προβαίνει. τοῦ χρόνου προβαίνοντος.
3. προοδεύω: προέβαινε τὸ ἔθνος ἄρχον
= προόδευε το έθνος αυξάνοντας την κυριαρχία του.
ΝΕ προβαίνω (λόγ.), με τη σημ. 1 (λ.χ. προβαίνω σε διάβημα).
[σύνθ. λ. πρό + βαίνω].
γλσΕλα'προβάλλω: προβάλλω::
* McsElln.ρήμα.προβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προβάλλω,
* McsElln.προβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. βάζω ή ρίχνω κάτι μπροστά: προβάλλουσι πυρούς
= ρίχνουν σιτάρι (στα πουλιά). τὸ ὄνομα τὸ τῆς εἰρήνης ὑμῖν προβάλλει
= ρίχνει μπροστά σας (ως δόλωμα) την ειρήνη.
2. προτείνω: χαλεπὴν προβέβληκας αἵρεσιν
= μου προτείνεις να κάνω μια δύσκολη εκλογή.
3. μέση φωνή προβάλλομαι
α. κρατώ μπροστά ή προτείνω κάτι για άμυνα ή για επίθεση: προβεβλημένοι τοὺς θωρακοφόρους
= έχοντας μπροστά τους αυτούς που φορούσαν θώρακα.
β. μεταφορικά προτάσσω, προβάλλω: δεῖ τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας ἐγχειρεῖν τὴν ἀγαθὴν προβαλλομένους ἐλπίδα
= πρέπει οι γενναίοι άντρες να ενεργούν προτάσσοντας την καλή ελπίδα.
:=> παράγ. πρόβλημα.
ΝΕ προβάλλω (με τη σημ. 3β).
[σύνθ. λ. πρό + βάλλω].
γλσΕλα'προβιβάζω: προβιβάζω::
* McsElln.ρήμα.προβιβάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προβιβάζω,
* McsElln.προβιβάζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βιβάζω ως μεταβατικό του προβαίνω κάνω κάποιον να προχωρήσει, να φτάσει κάπου: ποῖ προβιβᾷς ἡμᾶς;
= μέχρι πού θα μας πας;
=> μεταφορικά προβιβάζω τινὰ εἰς ἀρετήν
= φέρνω κάποιον κοντά στην αρετή.
ΝΕ προβιβάζω «προάγω, ανεβάζω υψηλότερα».
[σύνθ. λ. πρό + βιβάζω].
γλσΕλα'πρόβλημα: πρόβλημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.πρόβλημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόβλημα,
* McsElln.πρόβλημα@γλσΕλα,
1. κάτι που προβάλλεται, που προεξέχει ως μέσο άμυνας: προβλήματα ἵππων χαλκᾶ
= ο χάλκινος οπλισμός των αλόγων.
2. πρόβλημα.
ΝΕ πρόβλημα (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρό + βλη- (< βάλλω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'προβουλεύω: προβουλεύω::
* McsElln.ρήμα.προβουλεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προβουλεύω,
* McsElln.προβουλεύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βουλεύω
1. φροντίζω εκ των προτέρων, προνοώ: προβουλεύει ὅπως μηδὲν δεήσει
= προνοεί πώς δε θα λείψει τίποτε.
2. για τη Βουλή στην Αθήνα καταρτίζω προβούλευμα ή περνώ προβούλευμα (δηλ. προκαταρκτική απόφαση που έπρεπε στη συνέχεια να εγκριθεί από την εκκλησία του δήμου): ἔδοξε τὴν βουλὴν προβουλεύσασαν εἰσενεγκεῖν ὅτῳ τρόπῳ οἱ ἄνδρες κρίνοιντο
= αποφασίστηκε η βουλή να καταρτίσει προβούλευμα και να εισηγηθεί με ποιον τρόπο θα δικάζονταν οι κατηγορούμενοι.
=> ως απρόσ. στην παθ. φωνή προβεβούλευται τῇ βουλῇ
= η βουλή έχει καταρτίσει προβούλευμα.
[σύνθ. λ. πρό + βουλεύω].
γλσΕλα'προδίδωμι: προδίδωμι::
* McsElln.ρήμα.προδίδωμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προδίδωμι,
* McsElln.προδίδωμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δίδωμι
1. δίνω από πριν, προπληρώνω: καὶ τόν τε προὐφειλόμενον μισθὸν ἀπέδωκε καὶ ἔτι μηνὸς προέδωκεν
= και το μισθό που οφειλόταν πλήρωσε και προπλήρωσε ακόμη το μισθό ενός μήνα.
2. παραδίδω στον εχθρό, προδίδω.
:=> παράγ. προδοσία, προδότης, προδοτικός.
ΝΕ προδίδω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρό + δίδωμι].
γλσΕλα'πρόδρομος: πρόδρομος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.πρόδρομος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόδρομος,
* McsElln.πρόδρομος@γλσΕλα,
αυτός που προηγείται, που τρέχει μπροστά:κήρυκας προδρόμους προέπεμψαν
= έστειλαν προηγουμένως κήρυκες που πήγαιναν μπροστά.
ΝΕ πρόδρομος «που προηγήθηκε ενός άλλου».
[σύνθ. λ. πρό + *δραμ- (ἔ-δραμ-ον, πβ. δρόμος) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'προεδρία: προεδρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.προεδρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προεδρία,
* McsElln.προεδρία@γλσΕλα,
1. πρωτοκαθεδρία, το δικαίωμα που είχε ένας επίσημος ξένος ή ένας τιμώμενος πολίτης να κάθεται στις πρώτες θέσεις σε δημόσιους αγώνες, στο θέατρο κτλ.
2. το αξίωμα του προέδρου.
ΝΕ πρoεδρία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. πρόεδρος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'πρόειμι: πρόειμι::
* McsElln.ρήμα.πρόειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόειμι,
* McsElln.πρόειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι
μγ05.σ245
1. προχωρώ: ὀλίγα βήματα προϊόντες
= αφού προχώρησαν μερικά βήματα.
=> για χρόνο προϊόντος τοῦ χρόνου
= καθώς περνά ο καιρός. προϊούσης τῆς νυκτός
= καθώς προχωρούσε η νύχτα.
2. προχωρώ μπροστά: ἐκέλευεν αὐτὸν προϊέναι
= τον διέταξε να προχωρήσει μπροστά.
[σύνθ. λ. πρό + εἶμι].
γλσΕλα'προείπον: προεῖπον::
* McsElln.ρήμα.προείπον@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προείπον,
* McsElln.προείπον@γλσΕλα,
αόρ. β΄, με ενεστ. το πρόφημι ή το προαγορεύω
1. είπα κάτι προηγουμένως ή το είπα ως εισαγωγή: οὐδὲν οὐκ ἀληθὲς εἴρηκα ὧν προεῖπον
= από όσα είπα προηγουμένως δεν είπα τίποτε που να μην είναι αληθινό.
2. προκήρυξα: ἐπὰν πόλεμον προείπωσι
= όταν προκηρύξουν πόλεμο.
ΝΕ προείπα (με τη σημ. 1).
γλσΕλα'προέρxομαι: προέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.προέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προέρxομαι,
* McsElln.προέρxομαι@γλσΕλα,
Παρακ. συνηρημένος προὐλήλυθαΓια τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. προχωρώ: ἐς τὸ πλέον οὐκέτι προελθών
= χωρίς να προχωρήσει περισσότερο (με το στρατό).
=> για χρόνο προελθόντος πολλοῦ χρόνου
= αφού πέρασε πολύς καιρός.
2. προηγούμαι: ὁ νεανίας προελθών τοῦ λοχαγοῦ πρότερος ἐπορεύετο.
3. μεταφορικά φτάνω σε ένα σημείο (καλό ή κακό): εἰς πᾶν μοχθηρίας προεληλύθασιν
= έχουν φτάσει στο έσχατο σημείο της μοχθηρίας.
ΝΕ προέρχομαι «έρχομαι / κατάγομαι από κτλ.».
[σύνθ. λ. πρό + ἔρχομαι].
γλσΕλα'προέxω: προέχω::
* McsElln.ρήμα.προέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προέxω,
* McsElln.προέxω@γλσΕλα,
συνηρημ. ενεστ. προὔχω συνηρημ. μέσ. αόρ. β΄ προὐσχόμηνΓια τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. κρατώ κάτι μπροστά ως προστασία.
2. μεταφορικά στη μέση φωνή προέχομαι προβάλλω ως πρόφαση: ὅπερ μάλιστα προὔχονται
= αυτό που κυρίως προβάλλουν ως πρόφαση.
3. ως αμετάβατο
α. προεξέχω: ἀκτὴ προέχουσα εἰς τὸν πόντον
= γλώσσα γης που προεξέχει μέσα στη θάλασσα.
β. υπερέχω: πλήθει προὔχοντες καὶ ἐμπειρί'α πολεμικῇ
= υπερέχοντες ως προς τον αριθμό και ως προς την πείρα την πολεμική.
:=> παράγ. πρόσχημα.
ΝΕ προέχει «έχει την πρώτη θέση/σημασία».
[σύνθ. λ. πρό + ἔχω].
γλσΕλα'προΐημι: προΐημι::
* McsElln.ρήμα.προΐημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προΐημι,
* McsElln.προΐημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι
1. στέλνω κάποιον ως προπομπό: πρόετε πρὸς αὐτοὺς τὴν τῶν ἱππέων τάξιν
= να στείλετε (στον εχθρικό στρατό) πρώτα το τμήμα των στρατιωτών που είναι ιππείς.
2. παραδίδω: προεῖσαν αὐτῷ τὰς ναῦς
= παρέδωσαν σ’ αυτόν τα πλοία.
3. μέση φωνή προΐεμαι αφήνω, αμολάω, και ειδικότερα
α. για ήχο, φωνή, κραυγή κτλ. βγάζω, εκστομίζω: μηδὲ φωνὴν προέσθαι δυνάμενος
= χωρίς να μπορεί να βγάλει ούτε καν φωνή (δηλ. εντελώς σιωπηλός).
β. παραδίδω στον εχθρό.
γ. εγκαταλείπω: Ἀθηναῖοί φασι ἐν οὐδενὶ ὑμᾶς προέσθαι ἀδικουμένους
= οιΑθηναίοι λένε ότι σε καμιά περίπτωση δε σας εγκατέλειψαν να αδικείσθε.
δ. παραχωρώ, χαρίζω κάτι: προΐεταί τι τῶν ἰδίων καὶ ποιεῖ πρᾶγμα φιλάνθρωπον καὶ φιλόδωρον
= χαρίζει κάτι από αυτά που του ανήκουν και κάνει μια πράξη φιλανθρωπίας και γενναιοδωρίας.
[σύνθ. λ. πρό + ἵημι].
γλσΕλα'προίκα: προῖκα::
* McsElln.επίρρημα.προίκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προίκα,
* McsElln.προίκα@γλσΕλα,
δωρεάν, χωρίς να πληρώσω ή να αμειφθώ:προῖκα ἐργάζομαι.
[αιτιατ. του προίξ, προικὸς ως επίρρ., πβ. δωρεάν].
γλσΕλα'προΐστημι: προΐστημι::
* McsElln.ρήμα.προΐστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προΐστημι,
* McsElln.προΐστημι@γλσΕλα,
συνηρημένος αόρ. α΄ προὔστηκα συνηρημένος αόρ. β΄ προὔστηνΓια τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. στήνω / βάζω κάτι μπροστά.
2. μέση φωνή προΐσταμαι
α. βάζω κάτι μπροστά μου: προστησάμενος τὰ ἅρματα...
= αφού έβαλε μπροστά τα άρματα...
β. προβάλλω ως δικαιολογία: προΐσταται τὴν ἀτυχίαν τῆς κακουργίας
= προβάλλει ως δικαιολογία της κακοήθειάς του την ατυχία.
3. παθ. φωνή προΐσταμαι
α. είμαι επικεφαλής, είμαι ο ηγέτης, ο κυβερνήτης κτλ.: Περικλῆς προὔστη τῆς πόλεως(τῶν Ἀθηνῶν)
= ο Περικλής ήταν ο αρχηγός της πόλης. οἱ προεστῶτες/οἱ προεστηκότες
= οι αρχηγοί.
β. προστατεύω: ὁ προστὰς τῆς εἰρήνης
= αυτός που προστατεύει την ειρήνη.
ΝΕ προΐσταμαι (με τη σημ. 3α και στη μτχ.προϊστάμενος).
[σύνθ. λ. πρό + ἵστημι].
γλσΕλα'προκαλέω: προκαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προκαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προκαλέω,
* McsElln.προκαλέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. καλέω -ῶ συνήθως στη μέση φωνή προκαλοῦμαι προσκαλώ: προκαλοῦμαι αὐτὸν εἰς τὸ συνδειπνεῖν
= τον προσκαλώ σε δείπνο. προκαλούμεθα ὑμᾶς φίλους εἶναι
= σας προσκαλούμε (σας προτείνουμε) να είμαστε φίλοι.
ΝΕ προκαλώ «προτρέπω» αλλά και «προκαλώ».
μγ05.σ246
[σύνθ. λ. πρό + καλέω].
γλσΕλα'πρόκειμαι: πρόκειμαι::
* McsElln.ρήμα.πρόκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόκειμαι,
* McsElln.πρόκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι
1. βρίσκομαι μπροστά σε κάποιον: ὁ παῖς οὗτος ὑμῖν πρόκειται
= αυτό το παιδί βρίσκεται μπροστά σας. παρὰ ἤπειρον νῆσος πρόκειται
= μπροστά στην ηπειρωτική χώρα βρίσκεται ένα νησί.
=> χρονικά βρίσκομαι μπροστά σε κάποιον: ὁ προκείμενος ἡμῖν ἀγών
= ο αγώνας που βρίσκεται (που έχουμε) μπροστά μας.
2. μεταφορικά προτείνομαι, συζητούμαι: γνῶμαι τρεῖς πρόκεινται
= έχουν προταθεί τρεις γνώμες.
ΝΕ η μετοχ. προκείμενος (με τη σημ. 1 & τις φρ. προκειμένου να.., στο προκείμενο) & το απρόσ. ρ. πρόκειται.
[σύνθ. λ. πρό + κεῖμαι].
γλσΕλα'προκινδυνεύω: προκινδυνεύω::
* McsElln.ρήμα.προκινδυνεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προκινδυνεύω,
* McsElln.προκινδυνεύω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κινδυνεύω αγωνίζομαι, διακινδυνεύω για τη σωτηρία άλλων: οἱ Ἀθηναῖοι ἔλεγον τοιάδε «...φαμὲν γὰρ Μαραθῶνί τε μόνοι προκινδυνεῦσαι τῷ βαρβάρῳ»
= οι Αθηναίοι έλεγαν τα εξής:«...λέμε δηλαδή ότι μόνοι εμείς αγωνιστήκαμε για τη σωτηρία της Ελλάδας εναντίον των βαρβάρων».
[σύνθ. λ. πρό + κινδυνεύω].
γλσΕλα'προκόπτω: προκόπτω::
* McsElln.ρήμα.προκόπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προκόπτω,
* McsElln.προκόπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κόπτω
1. προοδεύω, σημειώνω πρόοδο: οὐδὲν προέκοπτον εἰς τὸ ἀπολέσαι ὑμᾶς
= δε σημείωσαν καμιά πρόοδο στην προσπάθειά τους να σας καταστρέψουν. 2. για χρόνο προχωρώ: ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν
= η νύχτα προχώρησε και η μέρα πλησίασε.
:=> παράγ. προκοπή.
ΝΕ προκόβω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. πρό + κόπτω].
γλσΕλα'προκρίνω: προκρίνω::
* McsElln.ρήμα.προκρίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προκρίνω,
* McsElln.προκρίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρίνω προτιμώ, επιλέγω: προκρίνω τινὰς ἐκ πάντων
= επιλέγω μερικούς από το σύνολο.
:=> παράγ. πρόκρισις, πρόκριτος «που έχει προεπιλεγεί».
ΝΕ προκρίνω.
[σύνθ. λ. πρό + κρίνω].
γλσΕλα'προλαμβάνω: προλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.προλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προλαμβάνω,
* McsElln.προλαμβάνω@γλσΕλα,
συνηρημ. αόρ. β΄ προὔλαβονΓια τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. παίρνω κάτι προκαταβολικά: προλαμβάνω τρία τάλαντα παρά τινος.
2. προλαβαίνω.
:=> παράγ. πρόληψις, προληπτικός.
ΝΕ προλαμβάνω & προλαβαίνω (με σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρό + λαμβάνω].
γλσΕλα'προμαxέω: προμαχέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προμαxέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προμαxέω,
* McsElln.προμαxέω@γλσΕλα,
μάχομαι στην πρώτη γραμμή: Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι
= οι Αθηναίοι πολεμώντας στο Μαραθώνα στην πρώτη γραμμή υπέρ των Ελλήνων (κατατρόπωσαν τους Μήδους).
:=> παράγ. πρόμαχος, προμαχέω.
[παράγ. λ. πρόμαχος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'πρόμαxος: πρόμαχος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.πρόμαxος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόμαxος,
* McsElln.πρόμαxος@γλσΕλα,
συνήθως ως ουσιαστ. αυτός που πολεμά στην πρώτη γραμμή: Ἀθηνᾶ Πρόμαχος
= η Αθηνά, η προστάτιδα της Αθήνας.
[σύνθ. λ. πρό + μάχομαι].
γλσΕλα'προμήθεια: προμήθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.προμήθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προμήθεια,
* McsElln.προμήθεια@γλσΕλα,
προνοητικότητα, πρόνοια.
ΝΕ προμήθεια «εξασφάλιση», οι προμήθειες«τρόφιμα».
[παράγ. λ. προμηθής + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'πρόξενος: πρόξενος, -ένου::
* McsElln.ουσιαστικό.πρόξενος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόξενος,
* McsElln.πρόξενος@γλσΕλα,
άτομο που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα ενός ξένου κράτους στο δικό του κράτος. (ΟΑθηναίος Καλλίας, λ.χ., ήταν πρόξενος της Σπάρτης στην Αθήνα.)
:=> παράγ. προξενέω, προξενία.
ΝΕ πρόξενος (με παρόμοια σημ.).
[σύνθ. λ. πρό + ξένος].
γλσΕλα'προξενέω: προξενέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προξενέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προξενέω,
* McsElln.προξενέω@γλσΕλα,
Παρατ. προὐξένουν
Μέλλ. προξενήσω
Αόρ. προὐξένησα
Παρακ. προὐξένηκα
1. είμαι πρόξενος: βούλομαι σῶσαι ὑμᾶς... διὰ τὸ προξενεῖν ὑμῶν
= θέλω να σας σώσω... γιατί είμαι πρόξενος δικός σας.
2. προκαλώ, προξενώ: προξενῶ εὐδαιμονίαν / κίνδυνόν τινι
= προκαλώ σε κάποιον ευτυχία/κίνδυνο.
3. συστήνω κάποιον ως κατάλληλο για κάποιο έργο: προξενῶ τινα διδάσκαλον
= συστήνω κάποιον ως δάσκαλο.
ΝΕ προξενώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. πρόξενος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'πρόοιδα: πρόοιδα::
* McsElln.ρήμα.πρόοιδα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόοιδα,
* McsElln.πρόοιδα@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἶδα γνωρίζω εκ των προτέρων.
[σύνθ. λ. πρό + οἶδα].
γλσΕλα'προοράω: προοράω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προοράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προοράω,
* McsElln.προοράω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁράω -ῶ
1. βλέπω μπροστά μου: ἐπεὶ δὲ σκότος ἐγίγνετο... ἔπιπτον διὰ τὸ μὴ προορᾶν τὰ ἔμπροσθεν
= όταν έπεφτε το σκοτάδι... έσκυβαν, γιατί δεν έβλεπαν τι ήταν μπροστά τους.
μγ05.σ247
2. ενεργ. και μέση φωνή προορῶ / προορῶμαι προβλέπω: προορῶ τὸ μέλλον. ταῦτα προορώμενοι ἡμεῖς τότε καὶ δεδιότες ἐλέγομεν...
= επειδή εμείς τότε τα είχαμε προβλέψει αυτά και φοβόμασταν, λέγαμε ότι...
3. ενεργ. και μέση φωνή προορῶ & προορῶμαι φροντίζω, προνοώ: προορῶ τοῦ σίτου
= φροντίζω για τα τρόφιμα. πάντα ἃ προσήκει προορώμενοι
= φροντίζοντας για όλα όσα πρέπει.
[σύνθ. λ. πρό + ὁράω].
γλσΕλα'προπετής: προπετής, -ής, -ὲς::
* McsElln.επίθετο.προπετής@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προπετής,
* McsElln.προπετής@γλσΕλα,
Συγκριτικός προπετέστερος
Υπερθετικός προπετέστατος
1. αυτός που γέρνει προς τα εμπρός.
2. μεταφορικά αυτός που έχει την τάση για κάτι αρνητικό, επιρρεπής: προπετὴς ἦν ἐπὶ τὸ πολλοὺς ἀποκτείνειν
= είχε την τάση να διαπράττει πολλούς φόνους.3.
α. για πράγματα ανεξέλεγκτος, ασυγκράτητος.
β. για πρόσωπα αυτός που βιάζεται, ορμά ή σπεύδει να κάνει ή να πει κάτι χωρίς προηγουμένως να το σκεφτεί, απερίσκεπτος, απόκοτος, ασυλλόγιστα ορμητικός.
:=> παράγ. προπετῶς, προπέτεια.
ΝΕ προπετής (με σημ. 3β).
[σύνθ. λ. πρό + πετ- (πίπτω) + παρ. επίθ. -ής].
γλσΕλα'πρός: πρὸς::
* McsElln.πρόθεση.πρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρός,
* McsElln.πρός@γλσΕλα,
Α. με γενική δηλώνει 1. τη θέση που έχει κάτι σχετικά με κάτι άλλο, προς την πλευρά: τὸ τεῖχος εἶχε δύο περιβόλους, πρός τε Πλαται-ῶν...
= το τείχος είχε δύο περιβόλους, τον έναν προς την πλευρά των Πλαταιών...
2. από την πλευρά (με την έννοια της καταγωγής): πρόγονοι ἢ πρὸς ἀνδρῶν ἢ πρὸς γυναικῶν
= πρόγονοι είτε από την πλευρά των ανδρών είτε των γυναικών.
3. μεταφορικά ενώπιον, στα μάτια κάποιου:δρῶμεν ἄδικον οὐδὲν οὔτε πρὸς θεῶν οὔτε πρὸς ἀνθρώπων
= δε διαπράττουμε καμιά αδικία, ούτε στα μάτια των θεών ούτε των ανθρώπων.
=> σε όρκους στο όνομα του...: πρὸς Διός
= στο όνομα του Δία. πρὸς θεῶν, τίς οὕτως εὐήθης ἐστί;
= προς θεού, ποιος είναι τόσο ανόητος;
4. αυτό που ταιριάζει, αρμόζει σε...: οὐ γὰρ ἦν πρὸς τοῦ Κύρου τρόπου ἔχοντα μὴ ἀποδιδόναι
= γιατί δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα του Κύρου να έχει χρήματα και να μην πληρώνει.
5. με παθητικά ρήματα από τον, υπό του: ὁμολογεῖται πρὸς πάντων
= ομολογείται από όλους.
Β. με δοτική δηλώνει
1. κοντά σε: οἱ ποταμοὶ πρὸς ταῖς πηγαῖς οὐ μεγάλοι εἰσί
= τα ποτάμια κοντά στις πηγές τους δεν είναι ορμητικά.
2. εκτός από, επιπλέον: πρὸς τούτοις μανθάνουσι καὶ τοξεύειν
= εκτός από αυτά μαθαίνουν και να τοξεύουν.
Γ. με αιτιατική δηλώνει
1. κίνηση ή διεύθυνση προς, σε: πρὸς νότον ὁρᾷ
= βλέπει προς το Νότο.
2. χρονικά περίπου, γύρω: πρὸς ἑσπέραν ἦν
= ήταν περίπου βράδυ.
3. εναντίον κάποιου ή προς κάποιον: ὁ πρὸς ἡμᾶς πόλεμος
= ο εναντίον μας πόλεμος. λέξατε πρός με
= πείτε μου.
4. ως προς, σε σχέση με: ἔχουσι χώραν πρὸς τὸ πλῆθος τῶν πολιτῶν ἐλαχίστην
= έχουν μια χώρα που σε σχέση με το μεγάλο αριθμό των πολιτών είναι πολύ μικρή.
5. σύμφωνα με: πρὸς τὴν δύναμιν τὴν αὑτῶν εὖ ποιοῦσι
= σύμφωνα με τη δυνατότητα που έχουν, κάνουν το καλό.
Δ. ως α΄ συνθετικό δηλώνει 1. κίνηση προς ένα μέρος, π.χ. προσάγω. 2. πλησίον, κοντά, π.χ.πρόσκειμαι. 3. προσθήκη, επιπλέον, π.χ. προστίθημι.
[*πρετι-, *περ- (περί), παμφυλιακό περτί, κρητικό πρές, ομηρικό προτί, αρχ. ινδ. pr'ati].
γλσΕλα'προσαγορεύω: προσαγορεύω::
* McsElln.ρήμα.προσαγορεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσαγορεύω,
* McsElln.προσαγορεύω@γλσΕλα,
Μέλλ. προσερῶ
Αόρ. προσεῖπον
Παρακ. προσείρηκα
1. απευθύνω χαιρετισμό σε κάποιον: εἴωθα ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς τοὺς φίλους προσαγορεύειν διὰ τοῦ «εὖ πράττειν»
= συνηθίζω στις επιστολές να απευθύνω στους φίλους το χαιρετισμό «να είσαι καλά».
2. ονομάζω, αποκαλώ κάποιον: τὸν Ἀγαμέμνονα προσαγορεύουσι ποιμένα τῶν λαῶν
= τον Αγαμέμνονα τον ονομάζουν αρχηγό των λαών.
ΝΕ προσαγορεύω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρός + ἀγορεύω].
γλσΕλα'προσάγω: προσάγω::
* McsElln.ρήμα.προσάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσάγω,
* McsElln.προσάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. οδηγώ ή φέρνω κάτι κάπου: προσάγω δῶρά τινι
= φέρνω δώρα σε κάποιον.
2. μεταφορικά φέρνω, προκαλώ: προσάγω φόβον.
3. μέση φωνή προσάγομαι φέρνω προς το μέρος μου: ἀπάτῃ προσάγονται τὸ πλῆθος
= παίρνουν με το μέρος τους το λαό με εξαπάτηση (εξαπατώντας τον).
:=> παράγ. προσαγωγή, προσαγωγός.
ΝΕ προσάγω (λόγ., με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. πρός + ἄγω].
μγ05.σ248
γλσΕλα'προσβάλλω: προσβάλλω::
* McsElln.ρήμα.προσβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσβάλλω,
* McsElln.προσβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω επιτίθεμαι: προσβαλὼν αἱρεῖ τὴν πόλιν
= αφού επιτέθηκε στην πόλη, την κυριεύει.
:=> παράγ. προσβολή.
ΝΕ προσβάλλω.
[σύνθ. λ. πρός + βάλλω].
γλσΕλα'προσβολή: προσβολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.προσβολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσβολή,
* McsElln.προσβολή@γλσΕλα,
επίθεση: προσβολὴ ἐγένετο πρὸς τὸ τεῖχος
= έγινε επίθεση στο τείχος.
ΝΕ προσβολή.
[παράγ. λ. προσβάλλω + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'προσγίγνομαι: προσγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.προσγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσγίγνομαι,
* McsElln.προσγίγνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι πηγαίνω ως βοηθός ή ως σύμμαχος: οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ὁρῶντες στρατιάν τε ἄλλην προσγεγενημένην τοῖς Λακεδαιμονίοις προεῖπον ἔκπλουν
= και οι Αθηναίοι, βλέποντας ότι είχε έρθει και άλλος στρατός για να συμμαχήσει με τους Λακεδαιμόνιους, διέταξαν την αναχώρηση από το λιμάνι.
[σύνθ. λ. πρός + γίγνομαι].
γλσΕλα'πρόσειμι: πρόσειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.πρόσειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόσειμι,
* McsElln.πρόσειμι@γλσΕλα,
στην αττ. διάλεκτο ως μέλλ. του προσέρχομαιΓια τους χρόνους βλπ. εἶμι
1. πλησιάζω κάποιον: βραδέως προσ'ήεσαν
= πλησίαζαν αργά αργά.
=> πλησιάζω κάποιον εχθρικά: πρόσειμι ἐπί τινα.
2. παρουσιάζομαι για να μιλήσω: πρόσειμι πρὸς βουλήν.
3. για χρόνο πλησιάζω: ἑσπέρα προσ'ήει
= πλησίαζε βράδυ.
4. προσέρχομαι, εισπράττομαι: τὰ προσιόντα χρήματα
= τα εισπραττόμενα χρήματα, τα εισοδήματα.
:=> παράγ. προσιτός.
[σύνθ. λ. πρός + εἶμι].
γλσΕλα'πρόσειμι: πρόσειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.πρόσειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόσειμι,
* McsElln.πρόσειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ
1. συνυπάρχω: τῇ βί'α πρόσεισιν ἔχθραι καὶ κίνδυνοι
= με τη βία συνυπάρχουν οι εχθρότητες και οι κίνδυνοι.
2. είμαι παρών, υπάρχω: οὐδὲν ἄλλο προσῆν
= δεν υπήρχε τίποτε άλλο.
[σύνθ. λ. πρός + εἰμί].
γλσΕλα'προσέρxομαι: προσέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.προσέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσέρxομαι,
* McsElln.προσέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. πηγαίνω σε κάποιον, προσέρχομαι: προσέρχομαι πρός τινα/προς τι.
2. παρουσιάζομαι για να μιλήσω: προσέρχομαι τῷ δήμῳ.
ΝΕ προσέρχομαι.
[σύνθ. λ. πρός + ἔρχομαι].
γλσΕλα'προσέxω: προσέχω::
* McsElln.ρήμα.προσέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσέxω,
* McsElln.προσέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. πλησιάζω κάτι σε κάτι άλλο: προσέχω γῇ τὸ σῶμα
= πλησιάζω το σώμα στη γη. προσέχω ναῦν
= φέρνω το πλοίο στο λιμάνι. προσέχω εἰς τὴν Σάμον
= προσεγγίζω στη Σάμο.
2. προσέχω τὸν νοῦν ή απλώς προσέχω (με παράλειψη του νοῦς) δίνω προσοχή σε κάτι, ενδιαφέρομαι για αυτό: προσέχω τῷ πολέμῳ. πρόσχωμεν
= ας προσέξουμε.
:=> παράγ. προσεκτικός, προσεχής, προσοχή.
ΝΕ προσέχω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρός + ἔχω].
γλσΕλα'προσήκω: προσήκω::
* McsElln.ρήμα.προσήκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσήκω,
* McsElln.προσήκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἥκω
1. φτάνω ως...: ὄχθαι προσήκουσαι ἐπὶ τὸν ποταμόν
= τα υψώματα φτάνουν ως το ποτάμι.
2. έχω σχέση με κάποιον ή ταιριάζω σ’ αυτόν:τῷ βασιλεῖ προσήκει οὐ ‘ρ'αδιουργία ἀλλὰ καλοκἀγαθία
= σε ένα βασιλιά δεν ταιριάζει η επιπολαιότητα αλλά η καλοσύνη. τίνι προσήκει τόδε
= ποιος έχει σχέση μ’ αυτό (για να το φροντίσει);
3. ως απρόσ. με απαρέμφατο προσήκει ταιριάζει, πρέπει: τοὐναντίον δρῶν ἢ προσῆκεν αὐτῷ ποιεῖν
= κάνοντας τα αντίθετα από ό,τι ταίριαζε (έπρεπε) να κάνει.
4. μετοχή προσήκων
α. αυτός που ανήκει σε κάποιον: τὸ προσῆκον ἑκάστῳ ἀποδιδόναι
= να αποδώσει κανείς στον καθένα ό,τι του ανήκει (οφείλεται).
β. αυτός που αρμόζει, που είναι κατάλληλος για κάτι: τελευτήσας τιμαῖς αὐτὸν προσηκούσαις ὁ σύλλογος τιμάτω
= όταν θα πεθάνει (ο άξιος πολίτης), να τον τιμήσει η συνέλευση του λαού με τις τιμές που του αρμόζουν.
γ. αυτός που έχει σχέση συγγένειας με κάποιον: οἱ προσήκοντές τινος
= οι συγγενείς κάποιου.
ΝΕ οι προσήκοντες (με τη σημ. 4γ) & προσήκων, -ουσα, -ον (με τη σημ. 4β).
[σύνθ. λ. πρός + ἥκω].
γλσΕλα'προσηλόω: προσηλόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προσηλόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσηλόω,
* McsElln.προσηλόω@γλσΕλα,
καρφώνω επάνω σε κάτι: προσηλῶ ψυχὴν πρὸς τὸ σῶμα.
ΝΕ προσηλώνω.
[σύνθ. λ. πρός + ἡλόω].
γλσΕλα'πρόσθεν: πρόσθεν::
* McsElln.πρόθεση.&@γλσΕλα,
* McsElln.επίρρημα.πρόσθεν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόσθεν,
* McsElln.πρόσθεν@γλσΕλα,
Α. ως πρόθεση 1. μπροστά από κάποιον ή από κάτι: ἐν τῷ πρόσθεν τοῦ στρατεύματος
= μπροστά από το στρατό.
2. πριν από: οὐκ ἐλήξαμεν πρόσθεν ἑσπέρας
= δεν τελειώσαμε πριν από το βράδυ.
Β. ως επίρρημα 1. τοπικά μπροστά.
=/ ὄπισθεν.
=> με άρθρο ὁ πρόσθεν
= ο μπροστινός.
μγ05.σ249
2. χρονικά προηγουμένως, πριν: ὃ οὐ πρόσθεν ἐπεποιήκεσαν
= πράγμα που δεν το είχαν κάνει προηγουμένως. σμικρῷ πρόσθεν
= λίγο πριν.
=> με άρθρο ὁ πρόσθεν ο προηγούμενος: ἡ πρόσθεν ἡμέρα. τὰ πρόσθεν
= τα περασμένα.
:=> παράγ. πρόσθιος.
[παράγ. λ. πρός + παρ. επίθ. -θεν].
γλσΕλα'προσίημι: προσίημι::
* McsElln.ρήμα.προσίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσίημι,
* McsElln.προσίημι@γλσΕλα,
Για τους άλλους χρόνους βλπ. ἵημι
1. στέλνω προς.
2. μέση φωνή προσίεμαι
α. αφήνω κάποιον να πλησιάσει: προσίεμαι τοὺς βαρβάρους
= αφήνω τους βαρβάρους να πλησιάσουν.
β. παραδέχομαι, πιστεύω: ἀλλὰ τοῦτο οὐ προσίεμαι
= αυτό όμως δεν το πιστεύω.
γ. δέχομαι: προσίεμαι ξενικὰ νόμιμα
= δέχομαι ξένες συνήθειες.
δ. επιδοκιμάζω: ἐγὼ οὐδὲν κακὸν προσήσομαι
= εγώ δε θα επιδοκιμάσω καμιά κακή πράξη.
ε. τολμώ να: οὐ προσίεμαι τοιαύτας πράξεις πράττειν
= δεν τολμώ να κάνω τέτοιες πράξεις.
[σύνθ. λ. πρός + ἵημι].
γλσΕλα'προσκαλέω: προσκαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προσκαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσκαλέω,
* McsElln.προσκαλέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. καλέω -ῶ
1. συνήθως στη μέση φωνή προσκαλοῦμαι προσκαλώ.
2. καταγγέλλω κάποιον στο δικαστήριο: προσκαλῶ τινα δίκην ἀσεβείας
= καταγγέλλω κάποιον για ασέβεια.
:=> παράγ. πρόσκλησις.
ΝΕ προσκαλώ (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. πρός + καλέω].
γλσΕλα'πρόσκειμαι: πρόσκειμαι::
* McsElln.ρήμα.πρόσκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόσκειμαι,
* McsElln.πρόσκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι χρησιμοποιείται ως παθ. του προστίθημι
1. βρίσκομαι κοντά σε κάτι: πρόσκειμαι τῇ θύρ'α
= είμαι κοντά στην πόρτα.
2. είμαι αφοσιωμένος σε κάτι: πρόσκειμαι τῷ δήμῳ
= είμαι αφοσιωμένος στο λαό.
3. επιμένω παρακαλώντας: προσέκειντο αὐτῷ ἀξιοῦντες...
= τον παρακαλούσαν ζητώντας...
4. επιμένω πιέζοντας τον εχθρό: ἡ ἵππος Μαρδονίου προσέκειτο καὶ ἐλύπει τοὺς Ἕλληνας
= το ιππικό του Μαρδονίου πίεζε και παρενοχλούσε τους Έλληνες.
ΝΕ πρόσκειμαι (με τη σημ. 2, λ.χ. πρόσκειμαι στο τάδε κόμμα).
[σύνθ. λ. πρός + κεῖμαι].
γλσΕλα'προσκεφάλαιον: προσκεφάλαιον, -αίου::
* McsElln.ουσιαστικό.προσκεφάλαιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσκεφάλαιον,
* McsElln.προσκεφάλαιον@γλσΕλα,
1. μαξιλάρι για το κεφάλι.
2. γενικότερα μαξιλάρι κάθε είδους: καθῆστο ἐπὶ προσκεφαλαίου τε καὶ δίφρου
= καθόταν σ’ ένα σκαμνί με μαξιλάρι.
γλσΕλα'προσκόπτω: προσκόπτω::
* McsElln.ρήμα.προσκόπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσκόπτω,
* McsElln.προσκόπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κόπτω χτυπώ επάνω σε κάτι, σκοντάφτω: προσκόπτω πρὸς λίθον
= σκοντάφτω σε πέτρα.
[σύνθ. λ. πρός + κόπτω].
γλσΕλα'προσκυνέω: προσκυνέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προσκυνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσκυνέω,
* McsElln.προσκυνέω@γλσΕλα,
Παρατ. προσεκύνουν
Μέλλ. προσκυνήσω
Αόρ. προσεκύνησα γονατίζω σε ένδειξη σεβασμού και λατρεύω ένα θεό.
:=> παράγ. προσκύνησις, προσκυνητής.
ΝΕ προσκυνώ.
[σύνθ. λ. πρός + κυνέω].
γλσΕλα'προσλαμβάνω: προσλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.προσλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσλαμβάνω,
* McsElln.προσλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. παίρνω κάτι επιπλέον: ὄψον ἐσθίων ἄρτον προσέλαβε
= τρώγοντας το φαγητό του πήρε και ψωμί.
2. παίρνω μαζί μου κάποιον: προσέλαβεν ἱππεῖς καὶ πελταστάς
= πήρε (για βοήθεια) ιππείς και πελταστές.
:=> παράγ. πρόσληψις.
ΝΕ προσλαμβάνω (με παραπλήσια σημ. προς τη 2).
[σύνθ. λ. πρός + λαμβάνω].
γλσΕλα'πρόσοδος: πρόσοδος, -όδου::
* McsElln.ουσιαστικό.πρόσοδος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόσοδος,
* McsElln.πρόσοδος@γλσΕλα,
1. προσέγγιση, πλησίασμα: πρόσοδοι χαλεπαὶ πρὸς τὸ χωρίον
= δύσβατοι δρόμοι που οδηγούν στο χωριό.
2. επίθεση, έφοδος: αἱ πρὸς τοὺς πολεμίους πρόσοδοι
= οι επιθέσεις εναντίον των εχθρών.
3. εισόδημα.
ΝΕ πρόσοδος (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. πρός + ὁδός].
γλσΕλα'προσπίπτω: προσπίπτω::
* McsElln.ρήμα.προσπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσπίπτω,
* McsElln.προσπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. πέφτω επάνω σε κάτι: διελόντες τοῦ τείχους, ‘ῇ προσέπιπτε τὸ χῶμα...
= αφού χάλασαν ένα μέρος του τείχους, εκεί όπου έπεφτε το χώμα...
2. επιτίθεμαι: οἱ ἱππεῖς προσπίπτουσι τοῖς ὁπλίταις.
3. συμβαίνω ξαφνικά: μεγάλαι συμφοραὶ προσέπεσαν
= συνέβησαν / τους έπεσαν μεγάλες συμφορές.
4. πέφτω στα πόδια κάποιου παρακαλώντας, προσπέφτω: ἱκέτης προσπίπτω.
ΝΕ προσπέφτω (με τη σημ. 4).
[σύνθ. λ. πρός + πίπτω].
γλσΕλα'προσποιέω: προσποιέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προσποιέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσποιέω,
* McsElln.προσποιέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ποιέω -ῶ
μγ05.σ250
1. παραχωρώ: ἐβούλοντο Πλάταιαν τῆς Βοιωτίας Θηβαίοις προσποιῆσαι
= ήθελαν να παραχωρήσουν στους Θηβαίους την Πλάταια της Βοιωτίας.
2. συνήθως στη μέση φωνή προσποιοῦμαι
α. παίρνω κάποιον με το μέρος μου: οἱ δυνατώτεροι περιουσίας ἔχοντες προσεποιοῦντο ὑπηκόους τὰς ἐλάσσονας πόλεις
= οι ισχυρότεροι που είχαν μεγαλύτερη δύναμη έπαιρναν με το μέρος τους, ως φόρου υποτελείς, τις μικρότερες πόλεις.
β. χρησιμοποιώ ή παρουσιάζω κάτι ξένο ως δικό μου, το ιδιοποιούμαι: ἡ τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσις, ἣν ψευδῶς τότε δι’ ἑαυτὸν προσεποιήσατο
= η μη καταστροφή (η διάσωση) των γεφυρών, την οποία αναληθώς τότε παρουσίασε ως δικό του έργο.
γ. προσποιούμαι.
:=> παράγ. προσποίησις.
ΝΕ προσποιούμαι (με τη σημ. 2γ).
[σύνθ. λ. πρός + ποιέω].
γλσΕλα'προστάτης: προστάτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.προστάτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προστάτης,
* McsElln.προστάτης@γλσΕλα,
αυτός που είναι υπεύθυνος για κάτι, ο επικεφαλής: Λακεδαιμόνιοι πάσης τῆς Ἑλλάδος προστάται εἰσίν.
:=> παράγ. προστατεύω, προστατέω.
ΝΕ προστάτης.
[σύνθ. λ. πρός + *στατ- (στατός < ἵσταμαι) +παρ. επίθ. -ης].
γλσΕλα'προστατέω: προστατέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προστατέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προστατέω,
* McsElln.προστατέω@γλσΕλα,
είμαι επικεφαλής: προστατῶ τῆς πόλεως/τοῦ ἀγῶνος.
[παράγ. λ. προστάτης + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'προστάττω: προστάττω::
* McsElln.ρήμα.προστάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προστάττω,
* McsElln.προστάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι προστάσσωΓια τους χρόνους βλπ. τάττω
1. παρατάσσω στρατιωτικές δυνάμεις.
2. εντάσσω ή προσαρτώ, συνενώνω: πρὸς τοῖς ἔθνεσι καὶ τοὺς πλησιοχώρους προσέταξεν
= προσάρτησε στους λαούς (των σατραπειών)και όσους γειτόνευαν με αυτούς.
3. διορίζω: οἱ Λακεδαιμόνιοι προσέταξαν Γύλιππον ἄρχοντα τοῖς Συρακοσίοις
= οι Λακεδαιμόνιοι διόρισαν το Γύλιππο διοικητή τωνΣυρακουσίων.
4. διατάζω: τὰ προσταχθέντα
= οι διαταγές που δόθηκαν.
ΝΕ προστάζω (με τη σημ. 4).
[σύνθ. λ. πρός + τάττω].
γλσΕλα'προστίθημι: προστίθημι::
* McsElln.ρήμα.προστίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προστίθημι,
* McsElln.προστίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. τοποθετώ κάτι κοντά σε κάτι άλλο: κλίμακας τοῖς πύργοις προσθέντες
= αφού τοποθέτησαν σκάλες στους πύργους των τειχών.
2. προσθέτω: προστίθημι τῷ νόμῳ
= κάνω προσθήκη στο νόμο. 3. δίνω: προστίθημι χρήματα. επιβάλλω: ζημίαν προστίθημι
= επιβάλλω τιμωρία. 4. μέση φωνή προστίθεμαι
α. παίρνω κάποιον με το μέρος μου, τον κάνω φίλο ή σύμμαχο: προστίθεμαι φίλον.
β. συμφωνώ:ταύτῃ τῇ γνώμῃ ἔφη καὶ τοὺς ἄλλους προσθέσθαι
= είπε ότι με αυτήν τη γνώμη συμφώνησαν και οι άλλοι.
:=> παράγ. πρόσθεσις, προσθήκη, πρόσθετος.
ΝΕ προσθέτω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρός + τίθημι].
γλσΕλα'προστυγxάνω: προστυγχάνω::
* McsElln.ρήμα.προστυγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προστυγxάνω,
* McsElln.προστυγxάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τυγχάνω συναντώ τυχαία: ὁ προστυγχάνων / προστυχών
= ο πρώτος άνθρωπος που συναντά τυχαία κάποιος.
[σύνθ. λ. πρός + τυγχάνω].
γλσΕλα'προσφέρω: προσφέρω::
* McsElln.ρήμα.προσφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προσφέρω,
* McsElln.προσφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. τοποθετώ κάτι κοντά ή επάνω σε κάτι άλλο: μηχανὰς τῇ Ποτειδαί'α προσέφερον καὶ ἐπειρῶντο ἑλεῖν
= τοποθέτησαν στην Ποτείδαια πολιορκητικές μηχανές και προσπαθούσαν να την κυριεύσουν.
2. προσφέρω: προσφέρω δῶρα/τροφήν.
3. παθ. φωνή προσφέρομαι
α. πηγαίνω εναντίον κάποιου: προσενήνεκτο πρὸς τὴν φάλαγγα
= είχε επιτεθεί εναντίον της φάλαγγας.
β. χωρίς εχθρική διάθεση πηγαίνω προς κάποιον ή κάτι, πλησιάζω.
γ. φέρομαι, αντιμετωπίζω κάποιον ή κάτι με ένα συγκεκριμένο τρόπο: ἀπὸ τοῦ ἴσου προσφέρομαί τινι
= αντιμετωπίζω κάποιον με ίσους όρους.παράγ. προσφορά, πρόσφορος.
ΝΕ προσφέρω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρός + φέρω].πρόσω ΕΠΙΡΡΗΜΑ βλπ. πόρρω.
γλσΕλα'προτάττω: προτάττω::
* McsElln.ρήμα.προτάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προτάττω,
* McsElln.προτάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι προτάσσωΓια τους χρόνους βλπ. τάττω
1. τοποθετώ μπροστά, προτάσσω.
=> μέση φωνή προτάττομαι προτάσσω: προετάξατο τῆς φάλαγγος τοὺς ἱππέας
= τοποθέτησε μπροστά από τη φάλαγγα τους ιππείς.
2. παθ. φωνή προτάττομαι βρίσκομαι μπροστά σε κάποιον για να τον υπερασπιστώ: προταχθέντες ὑπὲρ ἁπάντων
= αφού στάθηκαν στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση όλων.
ΝΕ προτάσσω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. πρό + τάττω].
γλσΕλα'προτεραίος: προτεραῖος, -αία, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.προτεραίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προτεραίος,
* McsElln.προτεραίος@γλσΕλα,
αυτός που είναι της προηγούμενης ημέρας: τῇ προτεραί'α (ἡμέρ'α)
= την προηγουμένη μέρα.
=/ τῇ ὑστεραί'α (ἡμέρ'α)
= την επόμενη μέρα.
[παράγ. λ. πρότερος + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'πρότερος: πρότερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.επίθετο.πρότερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρότερος,
* McsElln.πρότερος@γλσΕλα,
μγ05.σ251
προηγούμενος: τοὺς προτέρους στρατηγοὺς ἔπαυσαν, ἄλλους δὲ ἀνθείλοντο
= απέλυσαν τους προηγούμενους στρατηγούς και εξέλεξαν άλλους στη θέση τους.
:=> παράγ. προτεραία (ἡμέρα).
ΝΕ στη φρ. εκ των προτέρων «από πριν».
[πρό + παρ. επίθ. -τερος].
γλσΕλα'προτίθημι: προτίθημι::
* McsElln.ρήμα.προτίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προτίθημι,
* McsElln.προτίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. τοποθετώ κάτι μπροστά.
=> μέση φωνή προτίθεμαι βάζω κάτι μπροστά σε κάποιον: προτίθεμαι δεῖπνον
= προσφέρω φαγητό.
2. ορίζω, προτείνω: προτίθημί τινι στέφανον τῶν ἀγώνων
= ορίζω γι’ αυτόν που αγωνίστηκε το στεφάνι του νικητή. προτίθημι θάνατον ζημίαν
= ορίζω το θάνατο ως ποινή.
3. μέση φωνή προτίθεμαι προτείνω για συζήτηση: καὶ σύ, ὦ πρύτανι, γνώμας πρόθες αὖθις Ἀθηναίοις
= και συ, πρύτανη, θέσε πάλι για συζήτηση στους Αθηναίους τις προτάσεις.
:=> παράγ. πρόθεσις.
ΝΕ προτίθεμαι «έχω την πρόθεση, σχεδιάζω».
[σύνθ. λ. πρό + τίθημι].
γλσΕλα'προτιμάω: προτιμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.προτιμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προτιμάω,
* McsElln.προτιμάω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τιμάω -ῶ
1. δίνω, συγκριτικά, μεγαλύτερη αξία σε κάποιον/κάτι: ὁ πατὴρ τὸν υἱὸν ἀντὶ πάντων τῶν ἄλλων χρημάτων προτιμᾷ
= ο πατέρας δίνει στο γιο του μεγαλύτερη σημασία από ό,τι σε οτιδήποτε άλλο.
2. προτιμώ: Αἰγύπτιοι προτιμῶσι καθαροὶ εἶναι ἢ εὐπρεπέστεροι
= οι Αιγύπτιοι προτιμούν να είναι καθαροί παρά να έχουν καλή εξωτερική εμφάνιση.
3. φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κάποιον ή για κάτι: εἰρήνη δ’ ὅπως ἔσται προτιμῶσι οὐδόλως
= δεν ενδιαφέρονται όμως καθόλου πώς θα γίνει ειρήνη.
:=> παράγ. προτίμησις.
ΝΕ προτιμώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. πρό + τιμάω].προὔργου ως ουδέτερο επίθετο ωφέλιμο, χρήσιμο: προὔργου ἐστὶν εἴς τι/πρός τι
= κάτι είναι χρήσιμο για κάποιο σκοπό.
[σύνθ. λ. πρό + ἔργου].
γλσΕλα'προφέρω: προφέρω::
* McsElln.ρήμα.προφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προφέρω,
* McsElln.προφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. προσφέρω: μάντεις σφάγια προέφερον τὰ νομιζόμενα
= οι μάντεις πρόσφεραν σφαγμένα ζώα, όπως συνηθιζόταν.
2. λέω, αναφέρω κάτι: μὴ προφέρετε τὴν τότε γενομένην ξυνωμοσίαν
= μην αναφέρετε την ομοσπονδία που είχαμε κάνει τότε.
3. υπερτερώ: ἡ Νάξος εὐδαιμονί'α τῶν νήσων προέφερε
= η Νάξος υπερτερούσε ως προς τον πλούτο από τα άλλα νησιά.
:=> παράγ. προφορά.
ΝΕ προφέρω «εκφέρω λέξη, πρόταση κτλ.».
[σύνθ. λ. πρό + φέρω].
γλσΕλα'πρόxους: πρόχους, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πρόxους-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρόxους,
* McsElln.πρόxους@γλσΕλα,
κανάτα.
[διαλ. πρόχοος (< προχέω), στα αττ. συνηρημ.πρόχους].
γλσΕλα'προώλης: προώλης, -ης, -ες::
* McsElln.επίθετο.προώλης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'προώλης,
* McsElln.προώλης@γλσΕλα,
αυτός που αξίζει να χαθεί πριν την ώρα του(βλπ. ἐξώλης).
ΝΕ στη φρ. εξώλης και προώλης.
[σύνθ. λ. πρό + ὄλλυμι].
γλσΕλα'πρυτανείον: πρυτανεῖον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πρυτανείον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρυτανείον,
* McsElln.πρυτανείον@γλσΕλα,
δημόσιο οικοδόμημα όπου έδρευε ο ἄρχων(δηλ. ο επώνυμος άρχων).
[παράγ. λ. πρύτανις + παρ. επίθ. -εῖον].
γλσΕλα'πρυτανεύω: πρυτανεύω::
* McsElln.ρήμα.πρυτανεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρυτανεύω,
* McsElln.πρυτανεύω@γλσΕλα,
1. έχω το αξίωμα του πρυτάνεως: πρυτανεύουσα (φυλή)
= η φυλή στην οποία ανήκαν οι50 πρυτάνεις (βλπ. πρύτανις).
2. διευθύνω: τὴν εἰρήνην ἐπρυτάνευε
= διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη.
ΝΕ πρυτανεύω «βρίσκομαι στην πρώτη θέση».
[παράγ. λ. πρύτανις + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'πρύτανις: πρύτανις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.πρύτανις-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρύτανις,
* McsElln.πρύτανις@γλσΕλα,
στον πληθ., στην Αθήνα οἱ πρυτάνεις οι 50 βουλευταὶ μιας φυλῆς στο χρονικό διάστημα που αυτοί αποτελούσαν τη διαρκή επιτροπή τηςΒουλῆς για τις τρέχουσες υποθέσεις του σώματος.
:=> παράγ. πρυτανεῖον, πρυτανεύω, πρυτανεία«η θητεία του πρυτάνεως».
ΝΕ πρύτανης «ο επικεφαλής πανεπιστημίου».
[αβέβ., πιθ. προελλ., πβ. ετρουσκικό puruthn«αρχηγός»].
γλσΕλα'πρώ: πρ`ῳ::
* McsElln.επίρρημα.πρώ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρώ,
* McsElln.πρώ@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι πρωὶ
Συγκριτικός πρῳαίτερον
Υπερθετικός πρῳαίτατα
1. το διάστημα από την ανατολή έως το μεσημέρι, πρωί.
2. νωρίς: πρ`ῳ τῆς ὥρας.
ΝΕ πρωί (με τη σημ. 1).
[*πρω- (< πρό) + τοπικό επίθ. -ι, πβ. πέρυσ-ι].
γλσΕλα'πρώην: πρώην::
* McsElln.επίρρημα.πρώην@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πρώην,
* McsElln.πρώην@γλσΕλα,
προχθές: πρώην καὶ χθές.
ΝΕ ο πρώην «ο τέως, αυτός που δεν έχει πια την προηγούμενή του θέση, τίτλο κτλ.».
μγ05.σ252
[αιτ. θηλ. αμάρτ. επιθέτου *πρώη ή *πρώ (εκτεταμένη μορφή της πρό, πβ. πρ'ώ) + επίθ.-ην κατά το ἄντην (ἀντί)].
γλσΕλα'πταίω: πταίω::
* McsElln.ρήμα.πταίω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πταίω,
* McsElln.πταίω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπταιον
Μέλλ. πταίσω
Αόρ. ἔπταισα
Παρακ. ἔπταικα
1. κάνω κάποιον να σκοντάψει.
=> ως αμετάβατο σκοντάφτω.
2. μεταφορικά κάνω σφάλμα: ὅταν πταίσωσί τι
= όταν κάνουν κάποιο σφάλμα.
:=> παράγ. πταῖσμα.
ΝΕ πταίω (λόγ.) & φταίω (με τη σημ. 2).
[πετ- , πτ-αίω άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'πτερόν: πτερόν, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.πτερόν-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πτερόν,
* McsElln.πτερόν@γλσΕλα,
1. φτερό.
2. φτερούγα.
3. σειρά από κολόνες που περιβάλλουν εξωτερικά ένα ναό.
:=> παράγ. πτερόεις, -εσσα, -εν (ἔπεα πτερόεντα «λόγια που πετούν, δε μένουν»), πτερωτός, πτερόω, πτέρυξ, σύνθ. ἄπτερος, ἀναπτερόω, ἀναπτέρωσις.
ΝΕ φτερό (με τη σημ. 1) & πτερό (με σημ. 3).
[*πετ- (πέτομαι «πετώ») + παρ. επίθ. -ρόν].
γλσΕλα'πτήσσω: πτήσσω::
* McsElln.ρήμα.πτήσσω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πτήσσω,
* McsElln.πτήσσω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπτησσον
Μέλλ. πτήξω
Αόρ. ἔπτηξα
Παρακ. ἔπτηχα μαζεύομαι, ζαρώνω από το φόβο μου: δοκεῖ μοι τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς εἶναι καὶ εὐτυχοῦντα ἐξυβρίσαι καὶ πταίσαντα πτῆξαι
= νομίζω πως είναι χαρακτηριστικό του ίδιου ανθρώπου να είναι θρασύς, όταν όλα του πηγαίνουν καλά, και όταν πέσει σε κάποιο λάθος, να ζαρώνει από το φόβο του.
:=> παράγ. πτώξ, ὁ «δειλός» (για το λαγό), πτωχός, πτωχικός, πτωχεύω.
[*πτηκ- (*πτ_ακ-, *πτωκ- , πβ. πέ-πτω-κα < πίπτω, πέτ-ομαι) + παρ. επίθ. -jω > πτήσσω].
γλσΕλα'πτύσσω: πτύσσω::
* McsElln.ρήμα.πτύσσω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πτύσσω,
* McsElln.πτύσσω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔπτυσσον
Μέλλ. πτύξω
Αόρ. ἔπτυξα
Παθ. αόρ. ἐπτύχθην διπλώνω.
=/ ἀναπτύσσω «ξεδιπλώνω».
:=> παράγ. πτυχή.
ΝΕ πτύσσω.
[*πτυχ- + παρ. επίθ. -jω].
γλσΕλα'πτωxεία: πτωχεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.πτωxεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πτωxεία,
* McsElln.πτωxεία@γλσΕλα,
επαιτεία, ζητιανιά (βλπ. πενία).
[παράγ. λ. πτωχός + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'Πυανοψιών: Πυανοψιών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Πυανοψιών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Πυανοψιών,
* McsElln.Πυανοψιών@γλσΕλα,
ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους, από 15Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου.
[από τη φρ. πύανον ἕψειν «ψήνω κουκιά» +παρ. επίθ. -ιών, όπου πύανος, ὁ
= κύαμος, ὁ«κουκί»· ίσως ο πρωτογενής τύπος είναι *πύαμος, αιτ. τὸν *πύαμον > τὸν πύανον (τροπή μ > ν), τὸν κύαμον (τροπή π σε κ στο σχήμα τ-π > τ-κ)].
γλσΕλα'Πύθια: Πύθια, -ίων::
* McsElln.ουσιαστικό.Πύθια-τὰ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Πύθια,
* McsElln.Πύθια@γλσΕλα,
πανελλήνιος αθλητικός διαγωνισμός που τελούσαν κάθε τέσσερα χρόνια στους Δελφούς προς τιμήν του Πυθίου Απόλλωνα.
[Πύθια (ενν. ἱερά), παράγ. λ. Πυθώ, ἡ «παλιό όνομα των Δελφών» + παρ. επίθ. -ια].
γλσΕλα'Πυθία: Πυθία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.Πυθία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Πυθία,
* McsElln.Πυθία@γλσΕλα,
η ιέρεια του Απόλλωνα στο μαντείο των Δελφών.
[παράγ. λ. Πυθώ + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'πυκνός: πυκνός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πυκνός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυκνός,
* McsElln.πυκνός@γλσΕλα,
Συγκριτικός πυκνότερος
Υπερθετικός πυκνότατος
1. πυκνός.
=/ ἀραιός.
2. συχνός, πολύς: οὗτοι δὲ πυκνοῖς ἐρωτήμασιν ἐχρῶντο
= και αυτοί έκαναν πολλές ερωτήσεις.
3. για πρόσωπα έξυπνος ή συνετός.
:=> παράγ. πυκνότης, πυκνόω.
ΝΕ πυκνός (με τη σημ. 1).
[αρχικά *πυκ-ινός < επίρρ. πύκα «πάγια, στέρεα» άγνωστης αρχής) + παρ. επίθ. -ινός].
γλσΕλα'πύκτης: πύκτης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πύκτης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πύκτης,
* McsElln.πύκτης@γλσΕλα,
πυγμάχος.
[παράγ. λ. *πυγ- (πβ. πύξ, πυγ-μάχος) + παρ.επίθ. -της].
γλσΕλα'πυνθάνομαι: πυνθάνομαι::
* McsElln.ρήμα.πυνθάνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυνθάνομαι,
* McsElln.πυνθάνομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐπυνθανόμην
Μέλλ. πεύσομαι
Αόρ. β΄ ἐπυθόμην
Παρακ. πέπυσμαι
Υπερσ. ἐπεπύσμην ζητώ να μάθω, μαθαίνω, πληροφορούμαι: ὡς ἐπυνθάνοντο τῆς Πύλου κατειλημμένης
= όταν πληροφορήθηκαν ότι κατελήφθη η Πύλος. σὺ ἄρτι πέπυσαι;
= εσύ τώρα το έμαθες;
:=> παράγ. ἡ πύστις.
[*πυνθ- (*πευθ-, κρητικό πεύθω «πληροφορώ», + παρ. επίθ. -αν-ομαι > πυνθάνομαι, για την ανάπτυξη -ν- στο πυ-ν-θ- πβ. λιθ. bu-n-d'u«βρίσκομαι σε εγρήγορση», ΙΕ *bheudh-].
γλσΕλα'πύξ: πὺξ::
* McsElln.επίρρημα.πύξ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πύξ,
* McsElln.πύξ@γλσΕλα,
στην πυγμαχία και γενικότερα με τις γροθιές:ἄλλον δὲ κωλύοντα ἡμᾶς πορεύεσθαι ἔπαισα πύξ
= και έναν άλλο που μας εμπόδιζε να
μγ05.σ253
προχωρήσουμε τον χτύπησα με γροθιές(βλπ. λάξ).
:=> παράγ. πυγμή, πυγμαῖος, πύκτης, πυγμάχος.
ΝΕ στην έκφραση πύξ λάξ «με μπουνιές και κλοτσιές».
[*πυγ- «κεντρίζω, μπήγω, κτυπώ» + -ς των επιρρημάτων (π.χ. οὕτω-ς), ακριβές αντίστοιχο του λατ. pugna, pugnare].
γλσΕλα'πύρ: πῦρ, πυρός::
* McsElln.ουσιαστικό.πύρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πύρ,
* McsElln.πύρ@γλσΕλα,
φωτιά.
:=> παράγ. πυρά, πυρετός, πυρρός, πυρσός.
[*πυρ-, πβ. αρμ. hur
= πῦρ, ουμβρικό pir (αιτιατ.)].
γλσΕλα'πυρά: πυρά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.πυρά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυρά,
* McsElln.πυρά@γλσΕλα,
φωτιά από συσσωρευμένα ξύλα: νεκρὸς ἐπὶ τῇ πυρᾷ κείμενος
= νεκρός που είναι ξαπλωμένος επάνω στη φωτιά (για να καεί).
ΝΕ (λόγιο) πυρά.
[πῦρ + παρ. επίθ. -ά].
γλσΕλα'πυρός: πυρός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.πυρός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυρός,
* McsElln.πυρός@γλσΕλα,
σιτάρι.
[*πυρ- + παρ. επίθ. -ός, πβ. λιθ. p-uras «κόκκος σιταριού»].
γλσΕλα'πυρρίxη: πυρρίχη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.πυρρίxη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυρρίxη,
* McsElln.πυρρίxη@γλσΕλα,
είδος πολεμικού χορού, πυρρίχιος: ὀρχηστρὶς ὠρχήσατο πυρρίχην
= μια χορεύτρια χόρεψε πυρρίχιο.
[ίσως από τον επινοητή του χορού, κύρ. όν.Πύρριχος, πβ. πύρριχος «κοκκινόξανθος»].
γλσΕλα'πυρρός: πυρρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.πυρρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυρρός,
* McsElln.πυρρός@γλσΕλα,
κοκκινωπός.
:=> σύνθ. πύρριχος, πυρρόχρους, διάπυρρος«ολοκόκκινος».
[ίσως *πυρσFός < *πυρσ- (πβ. πυρσ-ός) + παρ.επίθ. -Fός].
γλσΕλα'πυρφόρος: πυρφόρος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.πυρφόρος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πυρφόρος,
* McsElln.πυρφόρος@γλσΕλα,
αυτός που εκτοξεύει φωτιά: ἐβάλλοντο πυρφόροις οἰστοῖς
= δέχονταν χτυπήματα με εμπρηστικά βέλη.
[σύνθ. λ. πῦρ + φέρω].
γλσΕλα'πώγων: πώγων, -ωνος::
* McsElln.ουσιαστικό.πώγων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πώγων,
* McsElln.πώγων@γλσΕλα,
γενειάδα, γένια: πώγωνος ὑποπίμπλαται
= έχει αρχίσει να γεμίζει γένια.
:=> παράγ. πωγώνιον, σύνθ. δασυπώγων.
ΝΕ πιγούνι.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'πώλος: πῶλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.πώλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πώλος,
* McsElln.πώλος@γλσΕλα,
πουλάρι.
[*πωλ- + παρ. επίθ. -ος > πῶλος, ακριβές αντίστοιχο με γερμ. Fohlen «πουλάρι», ίσως ομόρρ. με παῖς και λατ. puer].
γλσΕλα'πώποτε: πώποτε::
* McsElln.επίρρημα.πώποτε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πώποτε,
* McsElln.πώποτε@γλσΕλα,
κάποτε έως τώρα, κάποια φορά ως τώρα: ἤκουσας πώποτέ τινος τούτων λέγοντος...;
= άκουσες ποτέ ως τώρα κανέναν από αυτούς να λέει...; ὅσοι ἐμοῦ πώποτε ἀκηκόατε διαλεγομένου
= όσοι με έχετε ακούσει, κάποια φορά ως τώρα, να συζητώ.
[σύνθ. λ. εγκλιτ. πω + ποτέ].
γλσΕλα'πώς: πῶς::
* McsElln.επίρρημα.πώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πώς,
* McsElln.πώς@γλσΕλα,
ερωτηματικό πώς.
ΝΕ πώς.
[ερωτηματική ρίζα *πω- (*πο-) + ληκτικό -ς των επιρρημάτων, π.χ. οὕτω-ς].
γλσΕλα'πως: πως::
* McsElln.επίρρημα.πως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'πως,
* McsElln.πως@γλσΕλα,
εγκλιτικό κάπως, κατά κάποιον τρόπο: ἀπώκνησάν πως τὸν κίνδυνον μέγαν ἡγησάμενοι
= δείλιασαν κάπως, επειδή θεώρησαν μεγάλο τον κίνδυνο.
γλσΕλα'Ρ: ‘Ρ, ‘ρ, ‘ρῶ::
* McsElln.ουσιαστικό.Ρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ρ,
* McsElln.Ρ@γλσΕλα,
το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ρ΄
= 100, αλλά ,ρ
= 100.000.
γλσΕλα'ράδιος: ‘ρ'άδιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.ράδιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ράδιος,
* McsElln.ράδιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ‘ρ'άων
Υπερθετικός ‘ρᾷστος εύκολος: ‘ρ'αδία ἡ κρίσις
= εύκολη αυτή η κρίση.
=/ χαλεπὸς «δύσκολος».
=> ‘ρ'άδιόν (ἐστίν) με απαρέμφατο είναι εύκολο να...: οὐ ‘ρ'άδιον ποιεῖν ὅ τι ἂν βούλῃ
= δεν είναι εύκολο να κάνεις ό,τι θέλεις.
:=> παράγ. ‘ρ'αδίως, ‘ρ'αστώνη, σύνθ. ‘ρ'αδιουργός, ‘ρ'αδιουργία.
[*Fρ_αδ- + παρ. επίθ. -ιος > ‘ρ'άδιος, πβ. ‘ρᾶ«εύκολα»
= αιολικό βρᾶ
= Fρᾶ].
γλσΕλα'ραθυμέω: ‘ραθυμέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ραθυμέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραθυμέω,
* McsElln.ραθυμέω@γλσΕλα,
μένω αργός, αδρανής, δεν κάνω τίποτα: ἐξὸν δὲ ‘ραθυμεῖν βούλεται πονεῖν
= αν και είναι δυνατόν να μην κάνει τίποτα, θέλει να κοπιάζει.
[παράγ. λ. ‘ράθυμος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ραθυμία: ‘ραθυμία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ραθυμία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραθυμία,
* McsElln.ραθυμία@γλσΕλα,
1. ανέμελο πνεύμα, άνεση: ‘ραθυμί'α μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ ἐθέλομεν κινδυνεύειν
= είμαστε πρόθυμοι να αντικρίζουμε τον κίνδυνο με άνεση περισσότερο παρά με επίπονες ασκήσεις.
2. οκνηρία.
ΝΕ ραθυμία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ‘ράθυμος + παρ. επίθ. -ία].
μγ05.σ254
γλσΕλα'ράθυμος: ‘ράθυμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.ράθυμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ράθυμος,
* McsElln.ράθυμος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ‘ραθυμότερος
Υπερθετικός ‘ραθυμότατος
1. αμέριμνος, ανέμελος.
2. οκνηρός.
3. για πράγματα ανέμελος, εύκολος: ‘ράθυμος βίος
= ανέμελη ζωή.
:=> παράγ. ‘ραθυμέω, ‘ραθυμία.
ΝΕ ράθυμος (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ‘ρ_α «εύκολα» + *θυμ- (πβ. θυμός) +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'ραίνω: ‘ραίνω::
* McsElln.ρήμα.ραίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραίνω,
* McsElln.ραίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔρραινον
Μέλλ. ‘ρανῶ
Αόρ. ἔρρανα ραντίζω.
:=> παράγ. ‘ρανίς, ‘ραντίζω, ‘ραντισμός.
ΝΕ ραίνω.
[*‘ράν-jω, αβέβαιης αρχής].
γλσΕλα'ραπίζω: ‘ραπίζω::
* McsElln.ρήμα.ραπίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραπίζω,
* McsElln.ραπίζω@γλσΕλα,
1. χτυπώ κάποιον/κάτι με ράβδο: ‘ραπίσας αὐτὴν ἀπέπεμψεν τῆς οἰκίας
= τη χτύπησε με τη ράβδο και την πέταξε έξω από το σπίτι.
2. χαστουκίζω κάποιον στο πρόσωπο: ἐπὶ κόρρης ‘ραπίζω τινά
= χτυπώ κάποιον στο πρόσωπο.
:=> παράγ. ‘ράπισμα.
ΝΕ ραπίζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ‘ραπίς «βέργα» + παρ. επίθ. -ίζω >*‘ραπίδjω > ‘ραπίζω].
γλσΕλα'ραστώνη: ‘ρ'αστώνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ραστώνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραστώνη,
* McsElln.ραστώνη@γλσΕλα,
1. ευκολία (στο να κάνω κάτι λ.χ.): ‘ρ'αστώνῃ μανθάνω
= με ευκολία μαθαίνω.
2. ανακούφιση από κάτι δυσάρεστο, αναψυχή: ‘ρ'αστώνην ἐμαυτῷ ἐξηῦρον
= εξασφάλισα αναψυχή για τον εαυτό μου.
ΝΕ ραστώνη «τεμπελιά».
[παράγ. λ. ‘ρᾷστ-ος + παρ. επίθ. -ώνη].
γλσΕλα'ραψωδέω: ‘ραψῳδέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ραψωδέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραψωδέω,
* McsElln.ραψωδέω@γλσΕλα,
απαγγέλλω (τα ποιήματα κάποιου ποιητή, κυρίως του Ομήρου): τί δή ποτ’ οὖν ‘ραψῳδεῖς περιιὼν τοῖς Ἕλλησι
= γιατί τέλος πάντων απαγγέλλεις τα ποιήματα του Ομήρου περιερχόμενος την Ελλάδα;
[παράγ. λ. ‘ραψῳδός (σύνθ. ‘ράπτω + ’ῳδή) +παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ραψωδία: ‘ραψῳδία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ραψωδία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ραψωδία,
* McsElln.ραψωδία@γλσΕλα,
1. απαγγελία επικών ποιημάτων: ‘ραψῳδί'α ἆθλα ἔθεσαν
= προκήρυξαν βραβεία για την απαγγελία επικών ποιημάτων.
2. τμήμα επικού ποίηματος κατάλληλο για απαγγελία σε μια περίσταση (λ.χ. μια ραψωδία της Ιλιάδας ή της Οδύσσειας).
ΝΕ ραψωδία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ‘ραψῳδός (σύνθ. ‘ράπτω + ’ῳδή) +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'ρείθρον: ‘ρεῖθρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ρείθρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρείθρον,
* McsElln.ρείθρον@γλσΕλα,
ρυάκι, ρεύμα, ποταμός.
ΝΕ ρείθρο.
[παράγ. λ. ‘ρέω + παρ. επίθ. -θρον > ιων. ‘ρέ-εθρον, αττ. συνηρημ. ‘ρεῖθρον].
γλσΕλα'ρέπω: ‘ρέπω::
* McsElln.ρήμα.ρέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρέπω,
* McsElln.ρέπω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔρρεπον
Μέλλ. ‘ρέψω
Αόρ. ἔρρεψα κλίνω, γέρνω: τὸ κάτω ‘ρέπον βαρύ
= αυτό που (στη ζυγαριά) γέρνει προς τα κάτω είναι βαρύ. ἐπὶ τὸ λῆμμα ‘ρέπω
= γέρνω προς το όφελός μου, το κέρδος μου.
:=> παράγ. ‘ροπή, ‘ρόπαλον, ‘ρόπτρον, σύνθ. ἰσόρροπος, ἰσορροπία, ἀντίρροπος.
ΝΕ ρέπω «έχω την τάση».
[*Fρεπ-, *Fροπ-, ίσως συγγενικό με ‘ραπίς,‘ραπίζω].
γλσΕλα'ρέω: ‘ρέω::
* McsElln.ρήμα.ρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρέω,
* McsElln.ρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔρρεον
Μέλλ. ‘ρυήσομαι
Αόρ. ἐρρύην
Παρακ. ἐρρύηκα
Υπερσ. ἐρρυήκειν
1. για υγρά ρέω, τρέχω: φάραγγες ὕδατι ‘ρέουσαι
= φαράγγια που τρέχουν νερό.
2. μεταβάλλομαι: ἅπανθ’ ὁρῶ ‘ρέοντα
= παρατηρώ ότι όλα μεταβάλλονται. τὰ πάντα ‘ρεῖ
= τα πάντα μεταβάλλονται.
:=> παράγ. ‘ρεῦμα, ‘ρεῦσις και ‘ρύσις, ‘ρευστὸς και ‘ρυτός, ‘ρύαξ, ‘ρεῖθρον, ‘ροῦς, ‘ροή, σύνθ. μελίρρυτος «αυτός από τον οποίο τρέχει μέλι».
ΝΕ ρέω (με τη σημ. 1).
[*σρεF- + παρ. επίθ. -ω > *σρέFω > ‘ρέω, ομόρρ. με αρχ. ινδ. sr'avati
= ‘ρέω, *srew-, πβ.Στρυμών «που ρέει»].
γλσΕλα'ρήγνυμι: ‘ρήγνυμι & ‘ρηγνύω::
* McsElln.ρήμα.ρήγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρήγνυμι,
* McsElln.ρήγνυμι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐρρήγνυν
Μέλλ. ‘ρήξω
Αόρ. ἔρρηξα
Παθ. μέλλ. ‘ραγήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐρρηξάμην
Παθ. αόρ. ἐρράγην
Παθ. παρακ.με αμετάβ. σημ.ἔρρωγα
Παθ. υπερσ.με αμετάβ. σημ.ἐρρώγειν
1. σπάζω: θώρακας ‘ρήγνυμι.
2. διασπώ την παράταξη ενός στρατού: φάλαγγα ‘ρήγνυμι.
3. σχίζω (συνήθως τα ρούχα μου σε ένδειξη πένθους): ‘ρήγνυμι πέπλους
= σχίζω τα πέπλα.
μγ05.σ255
:=> παράγ. ‘ρῆγμα, ‘ρῆξις, ‘ραγή, ‘ραγάς, ‘ραγδαῖος, ‘ρώξ, ‘ρωγμή, σύνθ. ‘ρηξικέλευθος, ἄρρηκτος.
[*Fρηγ-, *Fρ_αγ-, ΙΕ αρχής: *Fρήγ- + παρ. επίθ. -νυ-μι > ‘ρήγνυμι].
γλσΕλα'ρήμα: ‘ρῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ρήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρήμα,
* McsElln.ρήμα@γλσΕλα,
1. ρήση:
τοῦ Πιττακοῦ περιεφέρετο τοῦτο τὸ ‘ρῆμα = κυκλοφορούσε αυτή η ρήση του Πιττακού.
2. λέξη:
τὸ ‘ρῆμα τόδε = η λέξη «τόδε».
3. φράση.
=/ όνομα «μεμονωμένη λέξη».
4. στη γραμματική ρήμα.
=/ όνομα «ουσιαστικό».
ΝΕ ρήμα (με τη σημ. 4).
[*Fερε-, *Fρη- «λέγω» + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'ρήσις: ‘ρῆσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ρήσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρήσις,
* McsElln.ρήσις@γλσΕλα,
1. ομιλία:
περὶ σμικροῦ πράγματος ‘ρήσεις παμμήκεις ποιῶ
= για μικρό πράγμα κάνω πολύ μακρόλογες ομιλίες.
2. έκφραση ή χωρίο (ενός συγγραφέα):
ὁμηρικὴ ‘ρῆσις = έκφραση που χρησιμοποιεί ο Όμηρος.
ΝΕ ρήση «ρητό, γνωμικό κτλ.».
[*Fερε-, *Fρη- «λέω» + παρ. επίθ. -σις > αρκαδ.Fρῆσις «ομιλία»
= ‘ρῆσις. Ο ενεστ. (F)εἴρω είναι σπάνιος· εδώ βασίζεται ο μέλλ. ἐρῶ (<*Fερέ-σω) του λέγω].
γλσΕλα'ρητός: ‘ρητός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ρητός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρητός,
* McsElln.ρητός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ‘ρητότερος
Υπερθετικός ‘ρητότατος
1. καθορισμένος: κριθήσεται ἐν ἡμέραις ‘ρηταῖς
= θα δικαστεί σε καθορισμένη ημερομηνία.
2. αυτός που μπορεί να ειπωθεί, ο ρητός.
=/ ἄρρητος.
ΝΕ ρητός (με τη σημ. 2).
[*Fερε-, *Fρη- «λέω» + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'ρήτρα: ‘ρήτρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ρήτρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρήτρα,
* McsElln.ρήτρα@γλσΕλα,
1. συμφωνία (με βάση καθορισμένους όρους):παρὰ τὴν ‘ρήτραν
= αντίθετα προς τη συμφωνία.
2. στη Σπάρτη η νομοθεσία του Λυκούργου(που προσέλαβε τη μορφή συμφωνίας μεταξύ αυτού και του λαού).
ΝΕ ρήτρα (με τη σημ. 1).
[*Fερε-, *Fρη- «λέω» + παρ. επίθ. -τρα, πβ. ηλειακό Fράτρ_α «ρήτρα»].
γλσΕλα'ρήτωρ: ‘ρήτωρ, -ορος::
* McsElln.ουσιαστικό.ρήτωρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρήτωρ,
* McsElln.ρήτωρ@γλσΕλα,
δημόσιος ομιλητής, ρήτορας.
:=> παράγ. ‘ρητορεύω, ‘ρητορικός «ικανός στη ρητορεία».
ΝΕ ρήτορας.
[*Fερε-, *Fρη- «λέγω» + παρ. επίθ. -τωρ, βλπ. ‘ρῆσις].
γλσΕλα'ρίγος: ‘ρῖγος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.ρίγος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρίγος,
* McsElln.ρίγος@γλσΕλα,
ψύχος, κρύο: ὑπὸ λιμοῦ καὶ ‘ρίγους ἀπέθανεν
= πέθανε από την πείνα και το κρύο.
ΝΕ ρίγος «κρύο, τρεμούλιασμα».
[*σριγ- + παρ. επίθ. -ος, *srig-, λατ. frigus«κρύο»].
γλσΕλα'ριγόω: ‘ριγόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ριγόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ριγόω,
* McsElln.ριγόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐρρίγων
Μέλλ. ‘ριγώσω
Αόρ. ἐρρίγωσα κρυώνω, τρέμω από το κρύο.
ΝΕ ριγώ.
[παράγ. λ. ‘ρ_ιγος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'ρίπτω: ‘ρίπτω::
* McsElln.ρήμα.ρίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρίπτω,
* McsElln.ρίπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔρριπτον
Μέλλ. ‘ρίψω
Αόρ. ἔρριψα
Παρακ. ἔρριφα
Παθ. μέλλ. ‘ριφθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐρρίφθην & ἐρρίφην
Παθ. παρακ. ἔρριμμαι ρίχνω: ἐς ὕδωρ ψυχρὸν ἐμαυτὸν ‘ρίπτω
= ρίχνω τον εαυτό μου σε δροσερό νερό.
:=> παράγ. ‘ρῖψις, ‘ριπή, ‘ριπίζω, σύνθ. ‘ριψοκίνδυνος, ἀναρριπίζω, ἀπορρίπτω, καταρρίπτω.
ΝΕ ρίχνω.
[παράγ. λ. *Fριπ- «στρέφω, γυρίζω» + παρ. επίθ. -τ-ω].
γλσΕλα'ρίς: ‘ρίς, ‘ρινός::
* McsElln.ουσιαστικό.ρίς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρίς,
* McsElln.ρίς@γλσΕλα,
1. μύτη.
=> φράση ἕλκω τινὰ τῆς ‘ρινὸς τραβώ κάποιον από τη μύτη, τον εξουσιάζω ολοκληρωτικά.
2. πληθυντικός αριθμός ‘ρῖνες ρουθούνια: διέξοδος κατὰ τὸ στόμα καὶ τὰς ‘ρῖνας
= διέξοδος από το στόμα και τα ρουθούνια.
:=> σύνθ. ‘ρινόκερως, ‘ρινηλατέω «ψάχνω ίχνη με τη μύτη».
ΝΕ θέμα ριν-, λ.χ. ριν-ικός, ωτο-ρινο-λαρυγγολόγος.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'ροδών: ‘ροδών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.ροδών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ροδών,
* McsElln.ροδών@γλσΕλα,
κήπος με ρόδα (δηλ. τριαντάφυλλα), ροδώνας.
ΝΕ ροδώνας.
[παράγ. λ. ‘ρόδον + παρ. επίθ. -ών].
γλσΕλα'ρούς: ‘ροῦς, ‘ροῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.ρούς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρούς,
* McsElln.ρούς@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ‘ρόος ροή.
ΝΕ ρους (λόγ.).
[*‘ρο- (‘ρέω) + παρ. επίθ. -ος > ‘ρόος, αττ. συνηρημ. ‘ροῦς].
γλσΕλα'ροπή: ‘ροπή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ροπή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ροπή,
* McsElln.ροπή@γλσΕλα,
1. κλίση, γέρσιμο (κυρίως των δίσκων της ζυγαριάς).
2. αποφασιστική στιγμή, στιγμή.
ΝΕ ροπή (με τη σημ. 1).
[*ροπ- (‘ρέπω) + παρ. επίθ. -ή, βλπ. ‘ρέπω].
γλσΕλα'ρύαξ: ‘ρύαξ, -κος::
* McsElln.ουσιαστικό.ρύαξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρύαξ,
* McsElln.ρύαξ@γλσΕλα,
μγ05.σ256
1. ορμητικό ρεύμα, χείμαρρος.
2. ορμητικό ρεύμα λάβας (σε έκρηξη ηφαιστείου): ὁ ‘ρύαξ τοῦ πυρὸς ἐκ τῆς Αἴτνης.
ΝΕ ρυάκι «ποταμάκι».
[*ρυ- (‘ρέω) + παρ. επίθ. -αξ, πβ. ἱέρ-αξ].
γλσΕλα'ρύμη: ‘ρύμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ρύμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρύμη,
* McsElln.ρύμη@γλσΕλα,
1. η δύναμη, η ορμή, ενός σώματος που βρίσκεται σε κίνηση, η φόρα του: ‘ρύμῃ ἐμπίπτω
= πέφτω με φόρα.
2. ορμητική κίνηση (στρατεύματος): ‘ρύμῃ ἐχώρησαν οἱ στρατιῶται
= οι στρατιώτες προχώρησαν ορμητικά.
3. δρόμος.
ΝΕ στη φρ. εν τη ρύμη του λόγου «στο γρήγορο λόγο».
[*F(ε)ρυ-, *Fρυ- «σύρω, τραβώ» + παρ. επίθ. -μη].
γλσΕλα'ρυπαρός: ‘ρυπαρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ρυπαρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρυπαρός,
* McsElln.ρυπαρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ‘ρυπαρώτερος
Υπερθετικός ‘ρυπαρώτατος κυριολεκτικά και μεταφορικά βρόμικος: βίος δουλοπρεπὴς καὶ ‘ρυπαρός
= δουλοπρεπής και βρόμικος τρόπος ζωής.
ΝΕ ρυπαρός.
[παράγ. λ. ‘ρύπος + παρ. επίθ. -(α)ρός].
γλσΕλα'ρωγμή: ‘ρωγμή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ρωγμή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρωγμή,
* McsElln.ρωγμή@γλσΕλα,
1. κάταγμα.
2. σχισμή: ἀμύγδαλον εἰς ‘ρωγμὴν ξύλου ἐντίθεμαι
= τοποθετώ αμύγδαλο μέσα σε σχισμή ξύλου.
ΝΕ ρωγμή (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. *Fρηγ- (‘ρήγ-νυμι), *Fρωγ- + παρ.επίθ. -μή].
γλσΕλα'ρωμαλέος: ‘ρωμαλέος, -α, -ον::
* McsElln.επίθετο.ρωμαλέος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρωμαλέος,
* McsElln.ρωμαλέος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ‘ρωμαλεώτερος
Υπερθετικός ‘ρωμαλεώτατος δυνατός: ‘ρωμαλέος τῷ σώματι
= δυνατός στο σώμα.
ΝΕ ρωμαλέος.
[παράγ. λ. ‘ρώμη + παρ. επίθ. -(α)λέος].
γλσΕλα'ρώμη: ‘ρώμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ρώμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρώμη,
* McsElln.ρώμη@γλσΕλα,
δύναμη: ‘ρώμῃ χειρῶν χρῶμαι
= χρησιμοποιώ τη δύναμη των χεριών μου.
:=> παράγ. ‘ρωμαλέος.
ΝΕ ρώμη, ρωμαλέος.
[*‘ρω- (πβ. ἔρ-ρω-μαι < ‘ρώννυμαι) + παρ. επίθ.-μη, συγγεν. με ‘ρώομαι «σπεύδω»].
γλσΕλα'ρώννυμι: ‘ρώννυμι & ‘ρωννύω::
* McsElln.ρήμα.ρώννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρώννυμι,
* McsElln.ρώννυμι@γλσΕλα,
Μέλλ. ‘ρώσω
Αόρ. ἔρρωσα
Παθ. μέλλ. ‘ρωσθήσομαι
Παθ. αόρ.και με μέση σημ.ἐρρώσθην
Παθ. παρακ.με σημ. ενεστ.ἔρρωμαι
Παθ. υπερσ.με σημ. παρατ.ἐρρώμην
1. δίνω δύναμη: τροφὴ ‘ρώννυσι
= η τροφή δίνει δύναμη.
2. παθ. παρακ. ἔρρωμαι έχω δύναμη: ἐρρωμένος τὴν ψυχήν
= δυνατός στην ψυχή.
3. ἔρρωσο! / ἔρρωσθε!
= χαίρε!, να έχεις υγεία! / χαίρετε!, να έχετε υγεία! (πρόκειται για το συνήθη τρόπο κατάληξης των επιστολών).
:=> παράγ. ‘ρῶσις, ‘ρώμη, ‘ρωμαλέος, σύνθ. ἄρρωστος, ἀρρωστέω, ἀρρωστία, εὔρωστος, εὐρωστία.
[*ρω- (πβ. ‘ρώομαι «σπεύδω», ‘ρώμη) + παρ. επίθ. -νυ -μι].
γλσΕλα'ρώσις: ‘ρῶσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ρώσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ρώσις,
* McsElln.ρώσις@γλσΕλα,
ενδυνάμωση: ‘ρῶσις καὶ θρέψις σωμάτων
= ενδυνάμωση και θρέψη των σωμάτων.
[παράγ. λ. *‘ρω- (‘ρώννυμι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'Σ: Σ, σ, σῖγμα::
* McsElln.ουσιαστικό.Σ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Σ,
* McsElln.Σ@γλσΕλα,
το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: σ΄
= 200, αλλά ,σ
= 200.000.
γλσΕλα'σάρξ: σάρξ, σαρκός::
* McsElln.ουσιαστικό.σάρξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σάρξ,
* McsElln.σάρξ@γλσΕλα,
σάρκα: σάρκες καὶ ὀστᾶ.
:=> παράγ. σάρκινος, σαρκώδης, σύνθ. σαρκοβόρος, σαρκοφάγος.
ΝΕ σάρκα.
[*τFερκ- «δίνω μορφή, δημιουργώ», πβ. αρχ.ινδ. tv'astar «δημιουργός»].
γλσΕλα'σατράπης: σατράπης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σατράπης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σατράπης,
* McsElln.σατράπης@γλσΕλα,
διοικητής περσικής επαρχίας.
:=> παράγ. σατραπεία «διοικητική περιφέρεια», σατραπικός, σατραπεύω.
[αρχ. περσ. x^saθrap-a «προστάτης της χώρας»].
γλσΕλα'σατυρικός: σατυρικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σατυρικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σατυρικός,
* McsElln.σατυρικός@γλσΕλα,
αυτός που έχει σχέση με τους σατύρους.
=> σατυρικὸν δρᾶμα είδος δράματος στο οποίο τα μέλη του χορού ήταν μεταμφιεσμένα σε σατύρους.
ΝΕ σατυρικό (δράμα) και σατιρικός (< λατ.satura < σάτυρα) «κωμικός».
[παράγ. λ. Σάτυρος + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'σάτυρος: σάτυρος, -ύρου::
* McsElln.ουσιαστικό.σάτυρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σάτυρος,
* McsElln.σάτυρος@γλσΕλα,
=> συνήθως στον πληθ. οἱ σάτυροι μικρόσωμα πλάσματα, τράγοι κατά το ήμισυ και άνθρωποι κατά το άλλο, που ήταν ακόλουθοι τουΔιονύσου.
:=> παράγ. σατυρικός.
ΝΕ σάτυρος (με την ίδια σημ. και «λάγνος»).
[αβέβ., πιθ. προελλ.].
μγ05.σ257
γλσΕλα'σβέννυμι: σβέννυμι & σβεννύω::
* McsElln.ρήμα.σβέννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σβέννυμι,
* McsElln.σβέννυμι@γλσΕλα,
Μέλλ. σβέσω
Αόρ. ἔσβεσαΠαρακ.αμετάβατος ἔσβηκα«είμαι σβηστός, έχω σβήσει»Υπερσ.αμετάβατος ἐσβήκειν«ήμουν σβηστός, είχα σβήσει»
Μέσ. μέλλ. σβήσομαι
Παθ. μέλλ. σβεσθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐσβεσάμην
Παθ. αόρ. ἐσβέσθην
Παθ. παρακ. ἔσβεσμαι
1. σβήνω.
=/ ἀνάπτω.
2. μεταφορικά καθησυχάζω, κατευνάζω: σβέννυμι τὸν θυμόν
= κατευνάζω την οργή.
:=> παράγ. σβέσις, σβεστός, σύνθ. ἄσβεστος,ἀκατάσβεστος.
ΝΕ σβήνω (και με τις δύο σημ.).
[*gwes-, πβ. βαλτικό g`es-ti «σβήνομαι»· το αρκτικό σ- στο σβέννυμι μένει ανερμήνευτο].
γλσΕλα'σέβομαι: σέβομαι::
* McsElln.ρήμα.σέβομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σέβομαι,
* McsElln.σέβομαι@γλσΕλα,
Αόρ. ἐσέφθην λατρεύω, τιμώ: ὡς θεὸν σέβομαί τινα
= λατρεύω κάποιον ως θεό. Λακεδαιμόνιοι σέβονται μεγάλως Λυκοῦργον
= οι Λακεδαιμόνιοι τιμούν πολύ το Λυκούργο.
= τιμάω.
:=> παράγ. σέβας, σεβάσμιος, σεβαστός, σεβασμός, σεμνός (< *σεβ-νός), σεμνότης, σεμνύνω, σοβέω (< *σεβέω < σέβ-ας), σοβαρός, σύνθ.εὐσεβής, θεοσεβής.
ΝΕ σέβομαι.
[*σέβ-ω «κάνω πίσω, υποχωρώ», ΙΕ *tyegw-, πβ. αρχ. ινδ. ty'ajti «παραιτούμαι»].
γλσΕλα'σεισάxθεια: σεισάχθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.σεισάxθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σεισάxθεια,
* McsElln.σεισάxθεια@γλσΕλα,
η κατάργηση των χρεών την οποία νομοθέτησε ο Σόλωνας.
[παράγ./σύνθ. *σεισαχθείς (< σείω + ἄχθος«βάρος») + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'σεμνός: σεμνός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σεμνός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σεμνός,
* McsElln.σεμνός@γλσΕλα,
Συγκριτικός σεμνότερος
Υπερθετικός σεμνότατος
1. σεβαστός: σεμναὶ θεαί
= σεβαστές θεές (δηλαδή οι Ερινύες).
2. μεγαλοπρεπής, σπουδαίος: σεμνὴν τὴν πόλιν ἐποίησαν
= έκαναν σπουδαία την πόλη.σεμνόν τι λέγεις
= λες κάτι σπουδαίο.3.
α. με κακή σημ. υπερόπτης, αλαζόνας
β. με περιφρονητική ή ειρωνική χροιά σπουδαίος: ὡς σεμνὸς ὁ κατάρατος
= τι σπουδαίος που είναι, ο καταραμένος!
:=> παράγ. σεμνότης, σεμνόω, σεμνῶς «μεγαλοπρεπώς», σύνθ. σεμνολογέω.
ΝΕ σεμνός «σοβαρός, μετριόφρονας».
[παράγ. λ. *σέβ- (σέβω) + παρ. επίθ. -νός >*σεβνός > σεμνός, με τροπή του β σε μ].
γλσΕλα'σεμνύνω: σεμνύνω::
* McsElln.ρήμα.σεμνύνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σεμνύνω,
* McsElln.σεμνύνω@γλσΕλα,
1. επαινώ, εκθειάζω: πολλοὺς μᾶλλον ἀξίους παρέντες, ἡμεῖς ὑμᾶς ἐσεμνύνομεν
= αφού παραλείψαμε πολλούς πιο άξιους, εμείς εσάς επαινούσαμε.
2. μέση φωνή σεμνύνομαι
α. είμαι ή παριστάνω το σπουδαίο: σεμνύνονται ὥς τι ὄντες
= παριστάνουν πως κάτι είναι.
β. είμαι υπερήφανος για κάτι, σεμνύνομαι:σεμνύνονται ὡς εὐδαίμονες καὶ λαμπροί
= υπερηφανεύονται ότι είναι ευτυχισμένοι και ένδοξοι.
ΝΕ σεμνύνομαι (με τη σημ. 2β).
[παράγ. λ. σεμνός + παρ. επίθ. -ύνω].
γλσΕλα'σηκός: σηκός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.σηκός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σηκός,
* McsElln.σηκός@γλσΕλα,
1. μαντρί. 2.
α. ο περίβολος του ιερού: ὁ σηκὸς τοῦ ἱεροῦ
= o περίβολος του ιερού.
β. το ιερό το ίδιο.
:=> παράγ. σηκάζω «μαντρώνω».
[αβέβ., καθώς η ερμηνεία από *tw-ak- > σ_ακός, σηκός (< σάττω «γεμίζω, στουπώνω») δεν επιβεβαιώνεται από άλλες ΙΕ γλώσσες].
γλσΕλα'σήμα: σῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.σήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σήμα,
* McsElln.σήμα@γλσΕλα,
τάφος, μνημείο.
=> δημόσιον σῆμα στην Αθήνα, δημόσιο νεκροταφείο, όπου έθαβαν τους νεκρούς των πολέμων.
:=> παράγ. σημαίνομαι, σημεῖον, σημειόω, σύνθ.ἄσημος, διάσημος, εὔσημος, πολύσημος.
ΝΕ σήμα «γενικά κάθε διακριτικό σημάδι».
[ουδ. σε -μα, αβέβ.].
γλσΕλα'σημαίνω: σημαίνω::
* McsElln.ρήμα.σημαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σημαίνω,
* McsElln.σημαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐσήμαινον
Μέλλ. σημανῶ
Αόρ. ἐσήμηνα
Παθ. μέλλ. σημανθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐσημάνθην
Παθ. παρακ. σεσήμασμαι
1. φανερώνω, κάνω κάτι γνωστό: θεοῦ φωνὴ σημαίνει μοι ὅ,τι χρὴ ποιεῖν
= η φωνή του θεού μού φανερώνει τι πρέπει να κάνω.
2. ειδοποιώ ή διατάζω κάποιον να κάνει κάτι: ἐσήμαινε τοῖς δορυφόροις λαμβάνειν τὸν βουκόλον
= διέταζε τους σωματοφύλακες να συλλάβουν το βοσκό.
=> δίνω το σύνθημα για επίθεση: τοῖς Ἕλλησιν ὡς ἐσήμηνε
= όταν δόθηκε το σύνθημα της εφόδου στους Έλληνες
3. για λέξεις δηλώνω, σημαίνω.
4. σφραγίζω: τὰ σεσημασμένα
= τα σφραγισμένα αντικείμενα, όπως τα νομίσματα.
μγ05.σ258
:=> παράγ. σήμανσις, σημαντήριον, σημαντικός.
ΝΕ σημαίνω (με τις σημ. 1 και κυρίως 3).
[παράγ. λ. σῆμα + παρ. επίθ. -αίνω].
γλσΕλα'σημείον: σημεῖον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σημείον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σημείον,
* McsElln.σημείον@γλσΕλα,
1. σημάδι με το οποίο αναγνωρίζεται κάποιος: σημεῖα περιῆψαν τῶν δεδικασμένων
= (οι δικαστές) τους κρέμασαν στο στήθος σημάδια της απόφασης που είχαν βγάλει.
2. θεϊκό σημάδι, οιωνός.
3. ένδειξη ή απόδειξη: ὅτι Μίνως ἀγαθὸς ἦν, τοῦτο μέγιστον σημεῖον, ὅτι ἀκίνητοι αὐτοῦ οἱ νόμοι εἰσίν
= αυτό είναι μέγιστη απόδειξη ότι οΜίνωας ήταν ενάρετος, το ότι οι νόμοι του έχουν μείνει απαραβίαστοι.
ΝΕ σημείο (κυρίως με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. σῆμα + παρ. επίθ. -εῖον].
γλσΕλα'σήπω: σήπω::
* McsElln.ρήμα.σήπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σήπω,
* McsElln.σήπω@γλσΕλα,
Μέλλ. σήψω
Αόρ. ἔσηψα
Παρακ. με παθ. σημ. σέσηπα«έχω σαπεί, είμαι σάπιος»
Παθ. μέλλ. σαπήσομαι
Παθ. αόρ. β΄ ἐσάπην
1. κάνω κάτι να σαπίσει.
2. παθητική φωνή σήπομαι/ σέσηπα σαπίζω:τριήρης ὑπὸ τερηδόνων σαπεῖσα
= τριήρης που σάπισε από τα σκουλήκια.
:=> παράγ. σηπεδών «σήψη», σηπτικός, σῆψις, σαπρός, σαπρότης, σαπρόομαι.
[αβέβ.].
γλσΕλα'σθένος: σθένος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.σθένος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σθένος,
* McsElln.σθένος@γλσΕλα,
δύναμη: παντὶ σθένει
= με όλη τη δύναμη (που διαθέτει κάποιος).
=/ ἀσθένεια «έλλειψη δύναμης».
:=> παράγ. σθένω, σθεναρός, σύνθ. ἀσθενής,ἀσθένεια.
ΝΕ σθένος.
[αβέβ., καθώς δεν είναι ασφαλής η σύνδεση με το ρ. εὐ-θενέω «αφθονώ» με τη βοήθεια ενός πρόσθετου σ- για να σχηματιστεί η ρίζα*σ-θεν-].
γλσΕλα'Σίβυλλα: Σίβυλλα, -ύλλης::
* McsElln.ουσιαστικό.Σίβυλλα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Σίβυλλα,
* McsElln.Σίβυλλα@γλσΕλα,
κύριο όνομα προφήτιδα που έκανε γνωστή τη θέληση του θεού στους ανθρώπους.
:=> παράγ. σιβυλλιάω «ζητώ χρησμό από τηΣίβυλλα».
[πιθ. προελλ.]
γλσΕλα'σίδηρος: σίδηρος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σίδηρος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σίδηρος,
* McsElln.σίδηρος@γλσΕλα,
εργαλείο κατασκευασμένο από σίδερο, και ειδικότερα τα όπλα.
:=> παράγ. σιδηροῦς, σιδηρώδης, σύνθ. σιδηροφόρος, σιδηρουργῶ.
ΝΕ σίδηρος & σίδερο.
[πιθ. προελλ., καθώς ο σίδηρος δεν είναι γνωστός στους ΙΕ· η συσχέτιση με το καυκασιανόzido «σίδηρος» δε λύνει το πρόβλημα της ετυμολογίας].
γλσΕλα'σιμός: σιμός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σιμός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σιμός,
* McsElln.σιμός@γλσΕλα,
αυτός που έχει πλατιά, πλακουτσωτή, μύτη.
:=> παράγ. σιμότης, σιμόω.
[επίθετο σε -μὸς με βάση *σι-, άγν. ετυμ.].
γλσΕλα'σιτευτός: σιτευτός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σιτευτός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σιτευτός,
* McsElln.σιτευτός@γλσΕλα,
παχύς, θρεμμένος: παῖδες τῶν εὐδαιμόνων σιτευτοί
= θρεμμένα παιδιά πλούσιων γονιών. μόσχος σιτευτός
= μοσχάρι που το έχουν παχύνει.
ΝΕ στη φρ. μόσχος ο σιτευτός.
[παράγ. λ. σιτεύ-ω (παράγ. σῖτος + παρ. επίθ.-εύω) + παρ. επίθ. -τός].
γλσΕλα'σιτίζω: σιτίζω::
* McsElln.ρήμα.σιτίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σιτίζω,
* McsElln.σιτίζω@γλσΕλα,
Αόρ. ἐσίτισα
Μέσ. μέλλ. σιτιοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐσιτισάμην
Παθ. παρακ. σεσίτισμαι δίνω τροφή σε κάποιον.
ΝΕ σιτίζω.
[παράγ. λ. σῖτος (ίσως δάνεια λ.) + παρ. επίθ.-ίζω].
γλσΕλα'σιτίον: σιτίον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σιτίον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σιτίον,
* McsElln.σιτίον@γλσΕλα,
συνήθως στον πληθυντικό σιτία
1. τροφή παρασκευασμένη από σιτάρι.
2. γενικά τροφή: λαβόντες τριῶν ἡμερῶν σιτία ἀνήγοντο ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν
= αφού πήραν τροφές για τρεις ημέρες, ανοίγονταν στο πέλαγος για να ναυμαχήσουν.
[παράγ. λ. σῖτος + παρ. επίθ. -ίον].
γλσΕλα'σίτος: σῖτος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σίτος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σίτος,
* McsElln.σίτος@γλσΕλα,
1. σιτάρι, και γενικά, σιτηρά (σιτάρι και κριθάρι): σῖτος ἀληλεσμένος
= αλεσμένο σιτάρι.
2. γενικά τροφή, τρόφιμα: ἡ πόλις παρεχέτω τοῖς βοηθοῦσι τριάκοντα ἡμερῶν σῖτον
= η πόλη να προσφέρει σε όσους έρχονται να βοηθήσουν τροφές για τριάντα ημέρες.
:=> παράγ. σίτισις, σιτισμός, σιτηρός, σιτίζω, σιτίον, σύνθ. σιτοδεία, σιτοβολών, σιτωνία«αγορά σιταριού».
ΝΕ σίτος, σ(ι)τάρι.
[πιθ. προελλ.].
γλσΕλα'σιωπάω: σιωπάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σιωπάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σιωπάω,
* McsElln.σιωπάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐσιώπων
Μέλλ. σιωπήσομαι & μεταγεν. σιωπήσω
Αόρ. ἐσιώπησα
Παρακ. σεσιώπηκα
1. σωπαίνω.
2. κρατώ ένα μυστικό, δεν το αποκαλύπτω.
=> παθητική φωνή σιωπῶμαι δεν αποκαλύπτομαι, μένω κρυφός: οὐ τὸ αἰσχρὸν σιωπηθήσεται
= δε θα μείνει κρυφή η κακοήθεια.
μγ05.σ259
:=> παράγ. σιώπησις, σύνθ. ἀποσιώπησις, παρασιώπησις.
ΝΕ σιωπώ & σωπαίνω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. σιωπή (δωρ. σιωπά) + παρ. επίθ. άω· η βάση *σιω- είναι ηχομιμητ., όπως και στα σιγή, σιγάω].
γλσΕλα'σκάπτω: σκάπτω::
* McsElln.ρήμα.σκάπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκάπτω,
* McsElln.σκάπτω@γλσΕλα,
Μέλλ. σκάψω
Αόρ. ἔσκαψα
Παρακ. ἔσκαφα
Παθ. μέλλ. σκαφήσομαι
Παθ. αόρ. ἐσκάφην
Παθ. παρακ. ἔσκαμμαι σκάβω.
ΝΕ σκάβω.
[*σκαφ- + παρ. επίθ. τ-ω > σκάπτω, ομόρρ. με λατ. scab-o, αρχ. γερμ. scaban, λιθ. skabi`u«κόβω»].
γλσΕλα'σκεδάννυμι: σκεδάννυμι::
* McsElln.ρήμα.σκεδάννυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκεδάννυμι,
* McsElln.σκεδάννυμι@γλσΕλα,
Μέλλ. σκεδάσω
Αόρ. ἐσκέδασα
Παθ. μέλλ. σκεδασθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐσκεδάσθην
Παθ. παρακ. ἐσκέδασμαι διασκορπίζω.
=> παθ. φωνή σκεδάννυμαι διασκορπίζομαι: διέφθειραν τῶν ψιλῶν τινας ἐσκεδασμένους
= σκότωσαν μερικούς από τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες που είχαν διασκορπιστεί.
:=> παράγ. σκέδασις, σκεδαστός, σύνθ. διασκεδάζω.
ΝΕ το σύνθ. διασκεδάζω με την αρχαία σημ., λ.χ. διασκεδάζω τις υποψίες (αλλά και τις στενοχώριες, γλεντώ).
[*(σ)κεδ- «σκίζω», πιθ. ομόρρ. με αρχ. περσ.s>candayeiti «καταστρέφω»].
γλσΕλα'σκέπη: σκέπη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.σκέπη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκέπη,
* McsElln.σκέπη@γλσΕλα,
1. σκέπασμα, κάλυμμα.
2. προστασία: ἡ λασία κεφαλὴ θέρους χειμῶνός τε σκιὰν καὶ σκέπην παρέχει
= το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά και το καλο-καίρι και το χειμώνα δίνει σκιά και προστασία.
:=> παράγ. σκέπω, σκεπάζω, σκέπασμα, σκέπαστρον, σύνθ. ἀποσκέπω, κατασκεπάζω.
ΝΕ σκέπη (με τη σημ. 1) & στη φρ. υπό την σκέπην (με τη σημ. 2).
[*σκεπ- «καλύπτω» (πβ. και σκέπας, τό), αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'σκευάζω: σκευάζω::
* McsElln.ρήμα.σκευάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκευάζω,
* McsElln.σκευάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐσκεύαζον
Μέλλ. σκευάσω
Αόρ. ἐσκεύασα
Παθ. μέλλ. σκευασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐσκευασάμην
Παθ. παρακ. ἐσκεύασμαι
1. μαγειρεύω: σκευάζει τὸ δεῖπνον
= μαγειρεύει το βραδινό φαγητό.
2. φτιάχνω κάτι: ὁ χαλκεὺς χαλινὸν σκευάζει
= ο χαλκουργός φτιάχνει το χαλινάρι.
3. ντύνω κάποιον: ἐσκεύασάν τινας ἐς στρατιώτας
= μερικούς τους έντυσαν στρατιώτες.
:=> παράγ. σκευασία, σκεύασμα, σκευαστός, σκευαστής, σύνθ. ἐπισκευάζω, παρασκευάζω.
[παράγ. λ. σκεῦος + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'σκευή: σκευή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.σκευή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκευή,
* McsElln.σκευή@γλσΕλα,
1. ένδυμα ή στολή: σκευὰς Μηδικὰς ἐνεδύθη
= ντύθηκε με ρούχα σαν αυτά που φορούν οιΜήδοι (Πέρσες).
2. εξοπλισμός: ψιλὴ σκευή
= ελαφρός οπλισμός.
ΝΕ σκευή (με τη σημ. 2).
[*(σ)κευ- «παρασκευάζω» + παρ. επίθ. -ή (πβ.σκεῦος, τὸ «εργαλείο»), αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'σκευωρέομαι: σκευωρέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.σκευωρέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκευωρέομαι,
* McsElln.σκευωρέομαι@γλσΕλα,
Αόρ. ἐσκευωρησάμηνΠαρακ.με μέση και παθ. σημ.ἐσκευώρημαι μηχανεύομαι κάτι με σκοπό την εξαπάτηση:
= καὶ ἐν Εὐβοί'α τυραννίδα κατασκευάζεται καὶ τὰ ἐν Πελοποννήσῳ σκευωρεῖται
= και στην Εύβοια ετοιμάζεται να εγκαταστήσει τυραννικό καθεστώς και στην Πελοπόννησο μηχανεύεται πράγματα.
[παράγ. λ. σκευωρός + παρ. επίθ. -έομαι·σκευωρός, ὁ (σκεῦος + ὁράω) «που φυλάγει τα σύνεργα, τις αποσκευές» > σκευωρέω«προσέχω, εξετάζω από κοντά, μηχανεύομαι»].
γλσΕλα'σκευωρία: σκευωρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.σκευωρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκευωρία,
* McsElln.σκευωρία@γλσΕλα,
τέχνασμα για εξαπάτηση.
ΝΕ σκεωρία.
[παράγ. λ. σκευωρός + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'σκέψις: σκέψις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.σκέψις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκέψις,
* McsElln.σκέψις@γλσΕλα,
1. παρατήρηση, αντίληψη διά των αισθήσεων: ἡ διὰ τῶν ὀμμάτων σκέψις
= η παρατήρηση με τα μάτια (του σώματος).
2. εξέταση, έρευνα: τοῦτο βραχείας σκέψεώς ἐστι
= αυτό το ζήτημα χρειάζεται σύντομη εξέταση.
:=> παράγ. σκεπτικός.
ΝΕ σκέψη «νοητή σύλληψη».
[παράγ. λ. *σκεπ- (σκέπ-τομαι) + παρ. επίθ. σις· αρχικά *σκέπ-jομαι, ομόρρ. με λατ.speci-o, αρχ. περσ. spasyeiti].
γλσΕλα'σκήπτω: σκήπτω::
* McsElln.ρήμα.σκήπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκήπτω,
* McsElln.σκήπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσκηπτον
Μέλλ. σκήψω
Αόρ. ἔσκηψα
μγ05.σ260
Μέσ. μέλλ. σκήψομαι
Μέσ. αόρ. ἐσκηψάμην
Παθ. αόρ. ἐσκήφθην
Παθ. παρακ. ἔσκημμαι
1. στηρίζω κάτι.
2. μέση φωνή, μεταφορικά σκήπτομαι
α. στηρίζομαι: σὺ δὲ ἑνὶ σκήπτει μάρτυρι
= και εσύ στηρίζεσαι σε ένα (μόνο) μάρτυρα.
β. προφασίζομαι: οὐ σκήψομαι τὸ μὴ εἰδέναι
= δεν προφασίζομαι ότι δεν ξέρω.
:=> παράγ. σκῆπτρον «ράβδος», σκῆψις «στήριγμα, δικαιολογία».
[*σκαπ- (πβ. σκᾶπος, τὸ «κλάδος, κλαδί»), ομόρρ. με αρχ. γερμ. skaft «ράβδος»].
γλσΕλα'σκίμπους: σκίμπους, -οδος::
* McsElln.ουσιαστικό.σκίμπους-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκίμπους,
* McsElln.σκίμπους@γλσΕλα,
απλό είδος κρεβατιού.
[απλολ., σύνθ. λ. *σκιμβόπους < σκιμβὸς «χωλός, κουτσός» + πούς, όπου το σκιμβὸς παράλληλο του σκαμβὸς «χωλός»].
γλσΕλα'Σκιροφοριών: Σκιροφοριών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.Σκιροφοριών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Σκιροφοριών,
* McsElln.Σκιροφοριών@γλσΕλα,
ο δωδέκατος μήνας του αττικού έτους, από15 Μαΐου έως 15 Ιουνίου, κατά τον οποίο γιορτάζονταν τα Σκιροφόρια.
[γιορτή Σκιροφόρια + παρ. επίθ. -ιών, όπουΣκιροφόρια, τά
= Σκίρα, τά (η ίδια γιορτή), που ετυμολογικά συνδέεται με σκίρον, τὸ «είδος ομπρέλας κτλ.», συγγεν. με σκιά, ἡ].
γλσΕλα'σκολιός: σκολιός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σκολιός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκολιός,
* McsElln.σκολιός@γλσΕλα,
1. κυρτωμένος, στραβός.
=> αυτός που έχει πολλές στροφές: σκολιὰ ὁδός.
2. μεταφορικά άδικος, κακός: σκολιὰ πράττω
= ενεργώ με τρόπο κακό.
:=> παράγ. σκολιότης, σκόλιον (ενν. μέλος)«είδος άσματος», σκολιώδης, σκολίωσις.
ΝΕ το παράγ. σκολίωσις «στράβωμα της σπονδυλικής στήλης».
[παράγ. λ. *σκολ- (< σκέλ-ος) + παρ. επίθ. -ιός, όπου *σκελ- ομόρρ. με λατ. sclus «κυρτός»].
γλσΕλα'σκοπέω: σκοπέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σκοπέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκοπέω,
* McsElln.σκοπέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐσκόπουν & ἐσκοπούμην
Μέλλ. σκέψομαι
Αόρ. α΄ ἐσκεψάμηνΠαρακ.με μέση και παθ. σημ.ἔσκεμμαι
Υπερσ. ἐσκέμμην εξετάζω: σκοπεῖτε ἂν ἀληθῆ λέγω
= εξετάστε(σκεφτείτε) μήπως λέω την αλήθεια.
=> μέση φωνή, με ενεργητική σημασία σκοποῦμαι:μὴ πάθοιμι, ὅπερ οἱ τὸν ἥλιον ἐκλείποντα θεωροῦντες καὶ σκοπούμενοι πάσχουσιν
= μακάρι να μην πάθω αυτό που παθαίνουν όσοι κοιτούν και εξετάζουν την έκλειψη ηλίου (δηλαδή, καταστρέφουν τα μάτια τους).
:=> παράγ. σκοπός, σκόπιμος, σκοπιά, σκοπεύω, σύνθ. ἄσκοπος, ἐπίσκοπος, οἰωνοσκόπος, σκοπιωρὸς «φρουρός».
[*σκεπ-/*σκοπ- + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'σκότος: σκότος, -ου, ὁ & σκότος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.σκότος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκότος,
* McsElln.σκότος@γλσΕλα,
σκοτάδι.
:=> παράγ. σκοτεινός, σκοτία, σκοτίζω, σκοτόω, σύνθ. σκοτοδινέω, σκοτοδινία, σκοτοδινίη.
ΝΕ το σκότος (λόγ. αντί του λαϊκού σκοτάδι).
[*σκοτ- «σκοτάδι», ομόρρ. με γοτθ. skadus«σκιά», αρχ. ιρλ. sc-ath «σκιά», ΙΕ *skoto-].
γλσΕλα'σκύλαξ: σκύλαξ, -ακος::
* McsElln.ουσιαστικό.σκύλαξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκύλαξ,
* McsElln.σκύλαξ@γλσΕλα,
σκυλάκι: συνέβαλον σκύμνον λέοντος σκύλακι κυνός
= έβαλαν να μαλώσουν το μικρό ενός λιονταριού με το μικρό ενός σκυλιού.
:=> παράγ. σκυλάκιον, σύνθ. σκυλακοτρόφος.
ΝΕ σκυλάκι (από όπου σκύλος, πβ. σκύλλον·τὴν κύνα λέγουσιν).
[αβέβ., πιθ. συγγεν. με λιθ. skal`ikas «κυνηγόσκυλο»].
γλσΕλα'σκυλεύω: σκυλεύω::
* McsElln.ρήμα.σκυλεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκυλεύω,
* McsElln.σκυλεύω@γλσΕλα,
αφαιρώ ως λάφυρα τα όπλα ενός σκοτωμένου εχθρού: τοὺς ἑαυτῶν ἀνελόμενοι νεκροὺς τούς τε τῶν πολεμίων σκυλεύσαντες ἀνεχώρησαν
= αφού έθαψαν τους δικούς τους νεκρούς και λαφυραγώγησαν τους νεκρούς των εχθρών, έφυγαν.
ΝΕ σκυλεύω.
[παράγ. λ. σκῦλον + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'σκύλον: σκῦλον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σκύλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκύλον,
* McsElln.σκύλον@γλσΕλα,
συνήθως στον πληθ. σκῦλα τα όπλα του νεκρού που τα παίρνουν ως λάφυρα: τὰ σκῦλα ἐςΔελφοὺς ἀπέπεμψαν
= έστειλαν τα λάφυρα στους Δελφούς (ως αφιέρωμα).
[*σκυλ- «σκαλίζω, ξύνω, αποσπώ» + παρ. επίθ. -ον, πβ. σκύλλειν· τοῖς ὄνυξι σπᾶν, παράλλ. του σκάλλω «σκαλίζω»].
γλσΕλα'σκύμνος: σκύμνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σκύμνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκύμνος,
* McsElln.σκύμνος@γλσΕλα,
λιονταράκι, και γενικότερα, το μικρό ζώου(λ.χ. λύκου, αρκούδας, ελέφαντα).
[πιθ. συγγεν. με σκύλαξ, *σκυ- + παρ. επίθ. -μνος, πβ. στά-μνος].
γλσΕλα'σκυτάλη: σκυτάλη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.σκυτάλη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκυτάλη,
* McsElln.σκυτάλη@γλσΕλα,
1. ράβδος ή ρόπαλο.
2. στη Σπάρτη κυλινδρική ράβδος γύρω από την οποία τύλιγαν δερμάτινο ή παπύρινο λουρί, όπου έγραφαν κρυπτογραφικά μηνύματα.
3. το ίδιο το κρυπτογραφικό μήνυμα.
:=> παράγ. σκύταλον, σκυτάλιον.
ΝΕ σκυτάλη (με σημ. παραπλήσια με την 1).
[ίσως σκῦτος «δέρμα» + παρ. επίθ. -άλη, όπως σπατ-άλη].
μγ05.σ261
γλσΕλα'σκύτινος: σκύτινος, -ίνη, -ινον::
* McsElln.επίθετο.σκύτινος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκύτινος,
* McsElln.σκύτινος@γλσΕλα,
δερμάτινος.
[παράγ. λ. σκῦτος + παρ. επίθ. -ινος].
γλσΕλα'σκύτος: σκῦτος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.σκύτος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκύτος,
* McsElln.σκύτος@γλσΕλα,
κατεργασμένο δέρμα: ἐμβάται σκύτους
= δερμάτινα παπούτσια.
:=> παράγ. σκυτεύς, σκυτεύω, σύνθ. σκυτοδέψης, σκυτοτόμος.
[*σκυτ-, συγγεν. με *kut- στο λατ. cut-is«δέρμα»
= κύτος, τό].
γλσΕλα'σκυτοτόμος: σκυτοτόμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σκυτοτόμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκυτοτόμος,
* McsElln.σκυτοτόμος@γλσΕλα,
υποδηματοποιός, τσαγκάρης.
[σύνθ. λ. σκῦτος + τέμνω, *τομ- < *τεμ-].
γλσΕλα'σκώμμα: σκῶμμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.σκώμμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκώμμα,
* McsElln.σκώμμα@γλσΕλα,
αστείο, πείραγμα: ἀγοραῖα σκώμματα
= χυδαία αστεία.
ΝΕ σκώμμα.
[παράγ. λ. σκώπ-τω + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'σκώπτω: σκώπτω::
* McsElln.ρήμα.σκώπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σκώπτω,
* McsElln.σκώπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσκωπτον
Μέλλ. σκώψομαι
Αόρ. α΄ ἔσκωψα
Μέσ. αόρ. ἐσκωψάμην
Παθ. αόρ. ἐσκώφθην
Παθ. παρακ. ἔσκωμμαι
1. περιπαίζω, κοροϊδεύω κάποιον: σκώπτει τοὺς φαλακρούς.
2. λέω αστεία, αστειεύομαι: σκώψας εἶπε
= αστειευόμενος είπε.
:=> παράγ. σκῶμμα, σκῶψις, σκωπτικός, σύνθ. φιλοσκώπτης.
ΝΕ σκώπτω (και με τις δύο σημ.).
[αβέβ. ετυμ.].σμικρὸς βλπ. μικρός.
γλσΕλα'σοβαρός: σοβαρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σοβαρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σοβαρός,
* McsElln.σοβαρός@γλσΕλα,
αλαζονικός: σοβαρὸς καὶ ὀλίγωρος
= αλαζονικός και αδιάφορος.
ΝΕ σοβαρός.
[παράγ. λ. σοβ-έω «απομακρύνω, εμποδίζω»(< σέβ-ω) + παρ. επίθ. -αρός, όπως γερ-αρός].
γλσΕλα'σορός: σορός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.σορός-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σορός,
* McsElln.σορός@γλσΕλα,
φέρετρο: ἀνὴρ νεκρὸς ἐν σορῷ.
ΝΕ η σορός.
[*τFορὸς «που περιέχει», *twer-, λιθ. tveri`u«περικυκλώνω, επικεντρώνω»].
γλσΕλα'σός: σός, σή, σὸν::
* McsElln.αντωνυμία.σός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σός,
* McsElln.σός@γλσΕλα,
κτητική δικός σου, δική σου, δικό σου: πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστι
= όλα τα δικά μου είναι δικά σου.
[*τFός, *τFά, *τFὸν από τύ
= σύ, αιτ. *τFέ >σέ].
γλσΕλα'σοφία: σοφία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.σοφία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σοφία,
* McsElln.σοφία@γλσΕλα,
1. επιδεξιότητα, ικανότητα: δημηγορικὴ σοφία
= η ικανότητα να μιλά κανείς σε δημόσια συνάθροιση.
2. η πρακτική γνώση και σύνεση: ἡ περὶ τὸν βίον σοφία
= η γνώση που βοηθάει τον άνθρωπο να ζήσει.
3. επιστημονική γνώση, σοφία.
ΝΕ σοφία «μέγιστη γνώση».
[παράγ. λ. σοφός + παρ. επίθ. -ία· το σοφὸς χωρίς σαφή ετυμ.].
γλσΕλα'σοφίζομαι: σοφίζομαι::
* McsElln.ρήμα.σοφίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σοφίζομαι,
* McsElln.σοφίζομαι@γλσΕλα,
1. επεξεργάζομαι κάτι λεπτομερώς, λεπτολογώ.
2. μεταχειρίζομαι έξυπνα ή παραπλανητικά επιχειρήματα, σοφίζομαι: ἀεὶ καινὰς ἰδέας σοφίζεται
= συνεχώς επινοεί καινούριους έξυπνους τρόπους.
ΝΕ σοφίζομαι (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. σοφός + παρ. επίθ. -ίζομαι].
γλσΕλα'σοφιστής: σοφιστής, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.σοφιστής-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σοφιστής,
* McsElln.σοφιστής@γλσΕλα,
1. αρχική σημ. άνθρωπος έμπειρος και σοφός.
2. στην Αθήνα αυτός που δίδασκε με αμοιβή μαθήματα γλώσσας, ρητορική, μαθηματικά και την τέχνη της πολιτικής (λ.χ. Πρωταγόρας, Πρόδικος, Γοργίας).
3. άνθρωπος που διαστρεβλώνει την αλήθεια με σοφίσματα.
:=> παράγ. σοφιστεύω, σοφιστεία, σοφιστικός.
ΝΕ σοφιστής (με τις σημ. 2, 3).
[παράγ. λ. σοφίζομαι + παρ. επίθ. -τής].
γλσΕλα'σπάνις: σπάνις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.σπάνις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπάνις,
* McsElln.σπάνις@γλσΕλα,
σπανιότητα ή έλλειψη: σπάνις ἀργυρίου
= έλλειψη χρημάτων.
:=> παράγ. σπάνιος, σπανίζω.
ΝΕ σπάνις (λόγ.).
[παράγ. *σπάν- + παρ. επίθ. -ις, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'σπάω: σπάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σπάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπάω,
* McsElln.σπάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσπων
Μέλλ. σπάσω
Αόρ. ἔσπασα
Παρακ. ἔσπακα
Μέσ. μέλλ. σπάσομαι
Παθ. μέλλ. σπασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐσπασάμην
Παθ. αόρ. ἐσπάσθην
Παθ. παρακ.με μέσ. και παθ. σημ.ἔσπασμαι «έχω αρπάξει κτλ.»ή «έχω αρπαχτεί κτλ.»
1. αποσπώ, αρπάζω: σπῶ πῶλον ἀπὸ τῆς ἀγέλης
= αποσπώ το πουλάρι από την αγέλη.
2. μεταφορικά παρασύρω: τὰ πάθη σπῶσιν ἡμᾶς
= τα πάθη μας παρασύρουν.
3. μέση φωνή σπῶμαι (για ξίφος και άλλα σχετικά)τραβώ: σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον
= αφού τράβηξε το μαχαίρι, χτύπησε το δούλο.
:=> παράγ. σπασμός, σπαστικός, σύνθ. ἀνάσπαστος, νευρόσπαστος.
μγ05.σ262
ΝΕ σπάζω «κομματιάζω κτλ.».
[*σπα-, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'σπείρω: σπείρω::
* McsElln.ρήμα.σπείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπείρω,
* McsElln.σπείρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσπειρον
Μέλλ. σπερῶ
Αόρ. ἔσπειρα
Μέσ. αόρ. β΄ ἐσπάρην
Παθ. παρακ. ἔσπαρμαι
1. σπέρνω: ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι
= βγήκε ο σπορέας (στο χωράφι) για να σπείρει.αἰσχρῶς μὲν ἔσπειρας, κακῶς δὲ ἐθέρισας
= άσχημα έσπειρες, άσχημα και θα θερίσεις.
=> παροιμία σπείρω ἐς πέτρας καὶ λίθους
= σπέρνω στους βράχους και στις πέτρες (δηλαδή άδικα κοπιάζω).
2. διασκορπίζω (όπως σκορπίζουν το σπόρο).
=> μέση φωνή σπείρομαι διασκορπίζομαι: οἱ μὲν τῶν Αἰγινητῶν εἰς Ἀργολίδα ’'ώκησαν, οἱ δὲ ἐσπάρησαν κατὰ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα
= άλλοι από τους Αιγινήτες κατοίκησαν στην Αργολίδα και άλλοι διασκορπίστηκαν στην υπόλοιπη Ελλάδα.
:=> παράγ. σπέρμα, σπορά, σπόρος, σπαρτός, σποράδην, σύνθ. πανσπερμία, κατάσπαρτος.
ΝΕ σπέρνω (με τη σημ. 1).
[*σπερ- + παρ. επίθ. -jω > σπείρω].
γλσΕλα'σπένδω: σπένδω::
* McsElln.ρήμα.σπένδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπένδω,
* McsElln.σπένδω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσπενδον
Μέλλ. σπείσω
Αόρ. ἔσπεισα
Μέσ. αόρ. ἐσπεισάμην
Παθ. αόρ. ἐσπείσθην
Μέσ. παρακ.και με παθ. σημ.ἔσπεισμαι
1. προσφέρω, χύνω στο θεό σπονδή (ποτό):χρυσῇ φιάλῃ ἔσπεισαν τῷ ἱερῷ τοῦ Ἡφαίστου
= πρόσφεραν σπονδή από χρυσό δοχείο στο ναό του Ηφαίστου.
2. μέση φωνή σπένδομαι προσφέρω σπονδή μαζί με κάποιον άλλο, συνήθως κατά τη σύναψη μιας συμφωνίας.
=> με επέκταση συνθηκολογώ: Σικελιῶται ἐσπείσαντο Ἀθηναίοις
= οι Σικελιώτες συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους.
:=> παράγ. σπονδή, σύνθ. ἄσπονδος, παράσπονδος, παρασπονδέω, ὑπόσπονδος.
[*σπενδ- «χύνω υγρό», ομόρρ. με λατ.sponde-o].
γλσΕλα'σπεύδω: σπεύδω::
* McsElln.ρήμα.σπεύδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπεύδω,
* McsElln.σπεύδω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσπευδον
Μέλλ. σπεύσω
Αόρ. ἔσπευσα
1. προσπαθώ να πετύχω κάτι, επιδιώκω: ἔσπευδε τὴν ἡγεμονίαν
= προσπαθούσε να αναλάβει την αρχηγία.
2. ως αμετάβ. κινούμαι βιαστικά, σπεύδω: καταλιπὼν τὸν ἵππον ἔσπευδε πεζῇ
= αφού άφησε το άλογο, προχώρησε βιαστικά πεζός.σπεύδων ἐβοήθει
= βοηθούσε με ταχύτητα και προθυμία.
:=> παράγ. σπουδή, σπουδαῖος, σπουδαιότης, σπουδάζω, σπουδαστής, σύνθ. ἐπισπεύδω, ἀσπουδ(ε)ὶ «χωρίς βία».
ΝΕ σπεύδω, με σημ. 2.
[*σπεFδ- «επείγομαι, πιέζω», ομόρρ. με λιθ.sp'austi «πιέζω»].
γλσΕλα'σποδός: σποδός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.σποδός-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σποδός,
* McsElln.σποδός@γλσΕλα,
στάχτη.
ΝΕ σποδός.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'σπονδή: σπονδή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.σπονδή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπονδή,
* McsElln.σπονδή@γλσΕλα,
1. το κρασί που έχυναν από το ποτήρι, πριν το πιούν, ως προσφορά στους θεούς.
2. πληθυντικός αἱ σπονδαὶ επίσημη συμφωνία(επειδή κατά τη σύναψη συμφωνίας έκαναν σπονδές στους θεούς): ἐλύθησαν αἱ πρὸς Πελοποννησίους σπονδαί
= ακυρώθηκε η συμφωνία με τους Πελοποννησίους.
ΝΕ σπονδή (με σημ. 1) & σπονδές (με σημ. 2).
[παράγ. λ. *σπένδ- (σπένδω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'σπουδάζω: σπουδάζω::
* McsElln.ρήμα.σπουδάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπουδάζω,
* McsElln.σπουδάζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐσπούδαζον
Μέλλ. σπουδάσομαι
Αόρ. ἐσπούδασα
Παρακ. ἐσπούδακα
Παθ. παρακ. ἐσπούδασμαι
1. ασχολούμαι με πολύ ενδιαφέρον με κάτι: περὶ τὰ χρήματα σπουδάζουσι
= ασχολούνται με ενδιαφέρον με την απόκτηση χρημάτων.
=> για πρόσωπα ενδιαφέρομαι για κάποιον.
2. σοβαρολογώ.
=/ παίζω «αστειεύομαι».
3. ως μεταβατικό επιδιώκω κάτι.
=> παθ. φωνή σπουδάζομαι επιδιώκομαι: χρήματα μετὰ πολλῆς δαπάνης σπουδάζεται
= επιδιώκεται η απόκτηση χρημάτων για να γίνουν μεγάλες δαπάνες.
:=> παράγ. σπουδαστός, σπούδασμα, σπουδαστής.
ΝΕ σπουδάζω, με άλλη σημ.
[παράγ. λ. σπουδή + παρ. επίθ. -άζω, βλπ. σπεύδω].
γλσΕλα'σπουδή: σπουδή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.σπουδή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σπουδή,
* McsElln.σπουδή@γλσΕλα,
1. βιασύνη: μὴ θαυμάσῃς τὴν σπουδὴν τῆς ἐμῆς ἀφίξεως
= μην απορήσεις για τη βιασύνη μου να έρθω.
2. ενδιαφέρον, ζήλος: μανθάνω τι μετὰ πολλῆς σπουδῆς
= ερευνώ κάτι με πολύ ζήλο.
3. ως επίρρημα σπουδῇ
μγ05.σ263
α. βιαστικά, επειγόντως: ἦγε τὴν στρατιὰν σπουδῇ εἰς τὰς Ἀθήνας
= οδήγησε το στρατό βιαστικά στην Αθήνα.
β. σοβαρά: οἱ νέοι σπουδῇ ἀκούοιεν ταῦτα
= οι νέοι ας τα ακούν αυτά στα σοβαρά.
:=> παράγ. σπουδαῖος, σπουδαιότης, σύνθ.σπουδάρχης, σπουδαρχία.
ΝΕ σπουδή, με άλλες σημ.
[παράγ. λ. *σπουδ- (< σπεύδ-ω) + παρ. επίθ. ή, βλπ. σπεύδω].
γλσΕλα'σταδιοδρομέω: σταδιοδρομέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σταδιοδρομέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σταδιοδρομέω,
* McsElln.σταδιοδρομέω@γλσΕλα,
αγωνίζομαι σε αγώνα δρόμου.
ΝΕ σταδιοδρομώ, με άλλη σημ.
[παράγ/σύνθ. λ. σταδιοδρόμος (< στάδιον +*δρομ- < δραμεῖν) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'στάδιον: στάδιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.στάδιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στάδιον,
* McsElln.στάδιον@γλσΕλα,
πληθ. τὰ στάδια & οἱ στάδιοι
1. μονάδα μήκους που ισούται με 185 μέτρα περίπου: τὰ μακρὰ τείχη πρὸς τὸν Πειραιᾶ τεσσαράκοντα σταδίων ἦσαν.
2. αγώνας δρόμου (επειδή η διαδρομή του αγωνίσματος στην Ολυμπία είχε μήκος ενός σταδίου):νικῶ στάδιον
= νικώ σε αγώνα δρόμου.
:=> σύνθ. σταδιοδρόμος, σταδιοδρομέω.
ΝΕ στάδιο, με άλλη σημ.
[ουσιαστικ. του επιθέτου στάδιος, -ιον(ενν. πεδίον) «σταθερό έδαφος» < επίρρ.στάδ-ην (< ἵσταμαι) «ίσια, ολόισια» + παρ.επίθ. -ιος, -ιον].
γλσΕλα'σταθμάω: σταθμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σταθμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σταθμάω,
* McsElln.σταθμάω@γλσΕλα,
υπολογίζω το μήκος ή το βάρος.
[παράγ. λ. σταθμός, ὁ «μέτρο μήκους» / σταθμόν, τό «μέτρο βάρους» + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'σταθμός: σταθμός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.σταθμός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σταθμός,
* McsElln.σταθμός@γλσΕλα,
1. χώρος κατάλληλος για τη διανυκτέρευση ταξιδιωτών ή στρατιωτών.
=> στην Περσία πορεία μιας ημέρας.
2. ζυγαριά: σταθμῷ ἵστημί τι
= βάζω κάτι στη ζυγαριά.
3. βάρος: σταθμὸν ἔχει ταλάντου
= έχει βάρος ενός ταλάντου.
:=> παράγ. στάθμιον και σταθμίον, σταθμίζω, σταθμεύω, σταθμόω, σύνθ. ναύσταθμος, βούσταθμος.
ΝΕ σταθμός «σημείο στάσης κτλ.».
[παράγ. λ. *στα- (ἵστημι) + παρ. επίθ. -(θ)μός, πβ. στά-θ-μη].
γλσΕλα'στάσις: στάσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.στάσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στάσις,
* McsElln.στάσις@γλσΕλα,
1. στήσιμο, τοποθέτηση: ἡ στάσις τῶν κλιμάκων. 2. θέση: ἔχοντες στάσιν ταύτην εἰς ἣν ἔστημεν ἀρχήν
= έχοντας την ίδια θέση στην οποία σταθήκαμε από την αρχή. 3. εξέγερση, στάση ή διχόνοια: στάσεις ἐν ταῖς πόλεσιν ἐγίγνοντο
= γίνονταν εξεγέρσεις στις πόλεις. στάσιν παύω καὶ ὁμόνοιαν ἐμποιῶ
= σταματώ τη διχόνοια και δημιουργώ ομόνοια.
:=> παράγ. στασιάζω, στασιώδης, σύνθ. προστασία, ἐπιστασία.
ΝΕ στάση (με τις σημ. 2, 3).
[παράγ. λ. *στα- (< ἵστημι) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'στατήρ: στατήρ, -ῆρος::
* McsElln.ουσιαστικό.στατήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στατήρ,
* McsElln.στατήρ@γλσΕλα,
1. μέτρο βάρους.
2. χρυσό ή ασημένιο νόμισμα.
:=> παράγ. στατικός.
ΝΕ στατήρας.
[παράγ. λ. *στα- (< ἵστημι) + παρ. επίθ. -τήρ].
γλσΕλα'στέγω: στέγω::
* McsElln.ρήμα.στέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στέγω,
* McsElln.στέγω@γλσΕλα,
1. καλύπτω κάτι για να το προστατέψω από το νερό και την υγρασία: οἰκίαι τοιαῦται, ὥστε στέγειν ἱκανὰς εἶναι
= τέτοια σπίτια που να μην μπάζουν νερά.
2. γενικά καλύπτω, προστατεύω: αἱ ἀσπίδες στεγάζουσι τὰ σώματα.
3. ανέχομαι: ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει
= όποιος αγαπάει όλα τα ανέχεται(όλα τα υπομένει).
:=> παράγ. στέγη, στεγνός, στεγνότης, στεγάζω, στέγασις, στεγανός, στέγαστρον, σύνθ. ἄστεγος, ξυλοστεγής.
[παράγ. λ. *(σ)τεγ- «στεγάζω», ομόρρ. με ιρλ.tech
= τὸ στέγος, λατ. tegula «στέγη»].
γλσΕλα'στέλλω: στέλλω::
* McsElln.ρήμα.στέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στέλλω,
* McsElln.στέλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔστελλον
Μέλλ. στελῶ
Αόρ. ἔστειλα
Παρακ. ἔσταλκα
Παθ. μέλλ. σταλήσομαι
Παθ. αόρ. β΄ ἐστάλην
Παθ. παρακ. ἔσταλμαι
1. προετοιμάζω, προπαρασκευάζω: οἱ Ἀθηναῖοι ναῦς τριάκοντα ἔστειλαν
= οι Αθηναίοι προπαρασκεύασαν (για ναυμαχία) τριάντα πλοία.
=> παθ. φωνή στέλλομαι: στρατὸς κάλλιστα ἐσταλμένος
= στρατός πολύ καλά εξοπλισμένος.
2. στέλλω & μέσο στέλλομαι ξεκινώ, ετοιμάζομαι να φύγω: κατὰ γῆν ἐστέλλοντο
= ξεκίνησαν να πάνε από τη στεριά.
:=> παράγ. στόλος, στολή, σύνθ. ἀναστέλλω, περιστέλλω, ἀπόστολος, διαστολή, ἐπιστολή,ἀποστολή, ἀποστολεύς.
ΝΕ στέλνω (με ανομοίωση λ-λ σε λ-ν· το στέλνω αντιστοιχεί στο αρχ. πέμπω).
[*στελ- + παρ. επίθ. -jω > στέλλω].
γλσΕλα'στέμμα: στέμμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.στέμμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στέμμα,
* McsElln.στέμμα@γλσΕλα,
στεφάνι από φύλλα δάφνης.
ΝΕ στέμμα.
[παράγ. λ. στέφ-ω + παρ. επίθ. -μα].
μγ05.σ264
γλσΕλα'στενοxωρία: στενοχωρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.στενοxωρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στενοxωρία,
* McsElln.στενοxωρία@γλσΕλα,
στενότητα χώρου: ὁπλῖται δὲ ἀμφοτέρων οὐκ ὀλίγοι ἐν στενοχωρί'α ἀνεστρέφοντο
= και οι στρατιώτες και των δύο παρατάξεων μέσα σε στενότητα χώρου κινούνταν για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό.
ΝΕ στενοχώρια «ψυχική ταλαιπωρία».
[παράγ./σύνθ. στενόχωρος (< στενός < *στενFός + χῶρος) + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'στέργω: στέργω::
* McsElln.ρήμα.στέργω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στέργω,
* McsElln.στέργω@γλσΕλα,
Μέλλ. στέρξω
Αόρ. ἔστερξα
Παθ. αόρ. α΄ ἐστέρχθην
Παθ. παρακ. ἔστεργμαι
1. αγαπώ, δείχνω στοργή σε κάποιο πρό-σωπο:
παῖς στέργει τε καὶ στέργεται ὑπὸ τῶν γεννησάντων
= το παιδί αγαπά και αγαπιέται από τους γονείς.
2. με ικανοποιεί κάτι ή μου είναι ανεκτό:
στέργω τὴν τυραννίδα == ανέχομαι την απόλυτη εξουσία του άρχοντα.
:=> παράγ. στοργή, σύνθ. φιλόστοργος.
ΝΕ στέργω «συμφωνώ, εγκρίνω».
[*στέργ-, ομόρρ. με ιρλ. serc «έρωτας»].
===
_stxElla: Στέργε μὲν τὰ παρόντα, ζήτει δὲ τὰ βέλτιστα. == Αποδέξου τα παρόντα, ζήτα όμως τα καλύτερα. [Ι.Ι.29]
γλσΕλα'στέφω: στέφω::
* McsElln.ρήμα.στέφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στέφω,
* McsElln.στέφω@γλσΕλα,
στεφανώνω.
:=> παράγ. στέμμα, στέψις, σύνθ. χρυσοστεφής.
ΝΕ στέφω.
[*στεφ-].
γλσΕλα'στήλη: στήλη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.στήλη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στήλη,
* McsElln.στήλη@γλσΕλα,
1. στήλη επάνω στην οποία ήταν χαραγμένες συμφωνίες, αφιερώσεις, συνθήκες, νόμοι κτλ.:γράφω τινὰ εἰς στήλην
= αναγράφω το όνομα κάποιου σε στήλη (σε ένδειξη τιμής).
2. η συμφωνία που ήταν χαραγμένη σε στήλη:κατὰ τὴν στήλην
= κατά τη συμφωνία.
3. στήλη που χρησίμευε στον καθορισμό ορίων ή συνόρων.
:=> παράγ. στηλίτης (θηλ. στηλῖτις) «γραμμένος σε στήλη», στηλιτεύω.
ΝΕ στήλη (με τη σημ. 1).
[*στελ- (βλπ.στέλλω) + παρ. επίθ. -να > *στάλνα> στάλ_α/στήλη, αιολ. στάλλ_α].
γλσΕλα'στοιxέω: στοιχέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.στοιxέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στοιxέω,
* McsElln.στοιxέω@γλσΕλα,
βαδίζω κατά στοίχους, σε σειρές τη μία πίσω από την άλλη: οὐδ’ ἐγκαταλείψω τὸν παραστάτην ὅτῳ ἂν στοιχήσω
= ούτε θα εγκαταλείψω το συστρατιώτη μου δίπλα στον οποίο θα βρεθώ στη μάχη (από τον όρκο των Αθηναίων εφήβων).
:=> παράγ. στοιχίζω, στοιχεῖον, στοιχειώδης, σύνθ. ἀντίστοιχος.
[παράγ. λ. στοῖχ-ος + παρ. επίθ. -έω, όπου στοῖχος, ὁ < στείχω «βαδίζω»].
γλσΕλα'στοίxος: στοῖχος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.στοίxος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στοίxος,
* McsElln.στοίxος@γλσΕλα,
σειρά, αράδα: δύο στοῖχοι ὁπλιτῶν ἑκατέρωθεν παρατεταγμένων
= δύο σειρές στρατιωτών που είναι παραταγμένοι και στις δύο πλευρές.
:=> παράγ. στοιχέω.
ΝΕ στοίχος.
[παράγ. λ. *στοιχ- (< στείχω) + παρ. επίθ. -ος, βλπ. στοιχέω].
γλσΕλα'στόλος: στόλος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.στόλος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στόλος,
* McsElln.στόλος@γλσΕλα,
1. προετοιμασία για πόλεμο, εκστρατεία: ἐλέγετο ὁ στόλος εἶναι εἰς Πισίδας
= λεγόταν ότι η εκστρατεία ήταν εναντίον των Πισιδών.
2. ναυτική δύναμη, στόλος.
ΝΕ στόλος (με τη σημ. 2).
[*στόλ- (< στέλλω) + παρ. επίθ. -ος, βλπ. στέλλω].
γλσΕλα'στοxάζομαι: στοχάζομαι::
* McsElln.ρήμα.στοxάζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στοxάζομαι,
* McsElln.στοxάζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐστοχαζόμην
Μέλλ. στοχάσομαι
Αόρ. ἐστοχασάμην
Παρακ. ἐστόχασμαι
1. σκοπεύω, σημαδεύω: ἀνθρώπου στοχάζομαι
= σημαδεύω έναν άνθρωπο.
=> μεταφορικά έχω ως στόχο, ως σκοπό: ὁ νομοθέτης τίθησι τοὺς νόμους στοχαζόμενος τοῦ μεγίστου ἀγαθοῦ
= ο νομοθέτης νομοθετεί έχοντας ως στόχο το άριστο (για την πόλη).
2. υποθέτω ή συμπεραίνω: οὐ γιγνώσκω, ἀλλὰ στοχάζομαι
= δε γνωρίζω, αλλά υποθέτω.
:=> παράγ. στοχασμός, στοχαστής, στοχαστικός.
ΝΕ στοχάζομαι «σκέπτομαι βαθιά».
[παράγ. λ. στόχ-ος + παρ. επίθ. -άζομαι].
γλσΕλα'στρατεία: στρατεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.στρατεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρατεία,
* McsElln.στρατεία@γλσΕλα,
στρατιωτική επιχείρηση, εκστρατεία: Ἀθηναῖοι στρατείαν ἐποιήσαντο ἐπὶ Χαλκιδεῖς
= οι Αθηναίοι εκστράτευσαν εναντίον τωνΧαλκιδέων.
[παράγ. λ. στρατ-εύω/-εύομαι + παρ. επίθ. -εία].
γλσΕλα'στρατεύω: στρατεύω::
* McsElln.ρήμα.στρατεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρατεύω,
* McsElln.στρατεύω@γλσΕλα,
εκστρατεύω: Ἀθηναῖοι στρατεύσαντες ἐς Πλάταιαν φρουροὺς ἐγκατέλιπον
= οι Αθηναίοι, αφού εκστράτευσαν εναντίον των Πλαταιών, άφησαν εκεί φρουρά.
=> μέση φωνή στρατεύομαι με την ίδια σημ. στρατεύομαι ἐς τὴν Ἀσίαν
= εκστρατεύω εναντίον της Ασίας.
ΝΕ στρατεύομαι «κατατάσσομαι στο στρατό».
[παράγ. λ. στρατ-ός + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'στρατηγέω: στρατηγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.στρατηγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρατηγέω,
* McsElln.στρατηγέω@γλσΕλα,
είμαι στρατηγός ή αρχηγός στρατεύματος: ἐστρατήγει τῶν μὲν νεῶν Ἀριστεύς, τοῦ δὲ πε-
μγ05.σ265
ζοῦ Ἀρχέτιμος
= αρχηγός του στόλου ήταν οΑριστέας και του πεζικού ο Αρχέτιμος.
[παράγ. λ. στρατηγός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'στρατηγός: στρατηγός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.στρατηγός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρατηγός,
* McsElln.στρατηγός@γλσΕλα,
1. αρχηγός ή διοικητής στρατεύματος, στρατηγός.
2. στην Αθήνα στρατηγοὶ ονομάζονταν οι δέκα αξιωματούχοι τους οποίους οι πολίτες εξέλεγαν με ψήφο (δεν τους αναδείκνυαν με κλήρωση) και τους καθιστούσαν αρχηγούς των ναυτικών και χερσαίων ενόπλων δυνάμεων. Η θητεία τους ήταν ετήσια και είχαν απεριόριστο δικαίωμα επανεκλογής.
γλσΕλα'στρατηλατέω: στρατηλατέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.στρατηλατέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρατηλατέω,
* McsElln.στρατηλατέω@γλσΕλα,
οδηγώ το στρατό στον πόλεμο.
[παράγ. λ. στρατηλάτης (< παράγ. στρατός +ἐλάτης < ἐλαύνω) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'στρατόπεδον: στρατόπεδον, -έδου::
* McsElln.ουσιαστικό.στρατόπεδον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρατόπεδον,
* McsElln.στρατόπεδον@γλσΕλα,
1. στρατόπεδο.
2. στρατός, στράτευμα: στρατόπεδα ναυτικὰ καὶ πεζικά
= ναυτικό και πεζικό.
:=> παράγ. στρατοπεδεύω, στρατοπέδευσις, στρατοπεδεία.
ΝΕ στρατόπεδο (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. στρατός + πέδον].
γλσΕλα'στρέφω: στρέφω::
* McsElln.ρήμα.στρέφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρέφω,
* McsElln.στρέφω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔστρεφον
Μέλλ. στρέψω
Αόρ. ἔστρεψα
Μέσ. μέλλ.με μέση ή παθ. σημ.στρέψομαι
Παθ. μέλλ. στραφήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐστρεψάμην
Παθ. αόρ. ἐστράφην
Παθ. παρακ.με μέση ή παθ. σημ.ἔστραμμαι
Παθ. υπερσ. ἐστράμμην στρέφω.
[*στρεφ-, *στροφ-, χωρίς σαφή ετυμ.]
γλσΕλα'στρουθός: στρουθός, -οῦ, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.στρουθός-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στρουθός,
* McsElln.στρουθός@γλσΕλα,
1. σπουργίτι.
2. μέγας στρουθὸς στρουθοκάμηλος.
:=> παράγ. στρουθίον «σπουργιτάκι».
[*(σ)τρόζδ-, ομόρρ. με ρωσ. drozd «κοτσύφι»].
γλσΕλα'στυγνός: στυγνός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.στυγνός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'στυγνός,
* McsElln.στυγνός@γλσΕλα,
Συγκριτικός στυγνότερος
Υπερθετικός στυγνότατος σκυθρωπός, κατηφής.
=/ φαιδρός.
ΝΕ στυγνός.
γλσΕλα'σύ: σὺ::
* McsElln.αντωνυμία.σύ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύ,
* McsElln.σύ@γλσΕλα,
β΄ πρόσωπο ενικού της προσωπικής αντωνυμίας εσύ.
ΝΕ εσύ.
[ΙΕ *t-u, *t)u, από όπου λατ. t-u «εσύ», βαλτοσλαβ. t`u, ελλ. τύ, που εξελίχθηκε σε σὺ αναλογικά προς την αιτ. σέ < ΙΕ *tv-e
= αρχ. ινδ.tv-a].
γλσΕλα'συγγίγνομαι: συγγίγνομαι::
* McsElln.ρήμα.συγγίγνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγγίγνομαι,
* McsElln.συγγίγνομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γίγνομαι συναναστρέφομαι κάποιον: χαλεπὸς συγγενέσθαι
= άνθρωπος που είναι δύσκολο να τον συναναστραφείς.
=> ειδικότερα παρακολουθώ τη διδασκαλία κάποιου: οὐκ ἀκηκόατε περὶ τῶν τοιούτωνΦιλολάῳ συγγεγονότες;
= δεν έχετε ακούσει γι’ αυτά τα ζητήματα εσείς που παρακολουθήσατε το Φιλόλαο;
[σύνθ. λ. σύν + γίγνομαι].
γλσΕλα'συγγιγνώσκω: συγγιγνώσκω::
* McsElln.ρήμα.συγγιγνώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγγιγνώσκω,
* McsElln.συγγιγνώσκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γιγνώσκω
1. συμφωνώ με κάποιον: ἐγὼ συνεγίγνωσκον αὐτοῖς, οἳ ἐνόμιζον μακαρίαν εἶναι ταύτην τὴν βιοτήν
= εγώ συμφωνούσα με αυτούς, οι οποίοι θεωρούσαν ευτυχισμένη αυτήν τη ζωή.
2. συγγιγνώσκω ἐμαυτῷ έχω τη συναίσθηση ότι..: συγγιγνώσκω ἐμαυτῷ ἡμαρτηκότι
= έχω τη συναίσθηση ότι έκανα λάθος.
3. παραδέχομαι, ομολογώ: οἱ δὲ ξυνεγίγνωσκον καὶ αὐτοὶ οὐχ ἧσσον ταῦτα ἐκείνου
= και αυτοί οι ίδιοι τα παραδέχονταν αυτά, όχι λιγότερο από εκείνον.
4. συγχωρώ: οὐ συγγιγνώσκεις τῷ κλέπτοντι,ἀλλὰ κολάζεις
= δε συγχωρείς τον κλέφτη, αλλά τον τιμωρείς.
:=> παράγ. συγγνώμη, συγγνώμων.
[σύνθ. λ. σύν + γιγνώσκω].
γλσΕλα'συγγνώμη: συγγνώμη & ξυγγνώμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.συγγνώμη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγγνώμη,
* McsElln.συγγνώμη@γλσΕλα,
1. παραδοχή, αναγνώριση: συγγνώμην ἔχω
= παραδέχομαι.
2. συγχώρηση, συγγνώμη: συγγνώμην ἔχω τινί
= συγχωρώ κάποιον. συγγνώμης τυγχάνω παρά τινος
= συγχωρούμαι από κάποιον.
ΝΕ συγγνώμη (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + γνώμη].συγγνώμων, -ων, σύγγνωμον & ξυγγνώμων, -
γλσΕλαῳν: ων, ξύγγνωμον::
* McsElln.επίθετο.ων@γλσΕλα,
1. αυτός που έχει την ίδια γνώμη με άλλον: ὑμᾶς δὲ ἡμῖν βουλόμεθα συγγνώμονας γίγνεσθαι
= θέλουμε να συμφωνήσετε με μας.
2. αυτός που συγχωρεί: παραιτοῦ τοὺς θεοὺς συγγνώμονάς σοι εἶναι
= να παρακαλείς τους θεούς να σε συγχωρήσουν.
[παράγ./σύνθ. συγγνώμη (σύν + γνώμη) +παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'συγγράφω: συγγράφω::
* McsElln.ρήμα.συγγράφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγγράφω,
* McsElln.συγγράφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. γράφω
1. καταγράφω κάτι.
=> μέση φωνή συγγράφομαι φροντίζω να καταγραφεί κάτι: συγγραψάμενοι ὅσα τὸ χρηστή-
μγ05.σ266
ριον ἐθέσπισε
= αφού φρόντισαν να καταγραφούν οι χρησμοί του μαντείου.
2. περιγράφω: ὁποῖον μὲν εἶδος ἔχει ἡ κάμηλος οὐ συγγράφω
= δεν περιγράφω τη μορφή που έχει η καμήλα.
3. γράφω ένα έργο, συγγράφω: Θουκυδίδης Ἀθηναῖος ξυνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων.
4. μέση φωνή συγγράφομαι κάνω γραπτή συμφωνία: συγγράφομαι εἰρήνην πρός τινα
= γράφω τους όρους της συνθήκης ειρήνης με κάποιον.
:=> παράγ. συγγραφεύς, συγγραφή.
ΝΕ συγγράφω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. σύν + γράφω].
γλσΕλα'συγγραφή: συγγραφή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.συγγραφή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγγραφή,
* McsElln.συγγραφή@γλσΕλα,
1. καταγραφή, σημείωση: θαύματα ἡ Λυδία ἐς συγγραφὴν οὐκ ἔχει
= η Λυδία δεν έχει αξιοπερίεργα πράγματα για καταγραφή.
2. διήγηση, ιστορία: Θουκυδίδου ξυγγραφή
= η ιστορία που έγραψε ο Θουκυδίδης.
3. γραπτή συμφωνία: κατὰ τὰς συγγραφάς
= σύμφωνα με τις συμφωνίες.
ΝΕ συγγραφή (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + γραφή, ως παράγ. του συγγράφω].
γλσΕλα'συγκαταβαίνω: συγκαταβαίνω::
* McsElln.ρήμα.συγκαταβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγκαταβαίνω,
* McsElln.συγκαταβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. κατεβαίνω μαζί με άλλον: ξυγκατέβη δὲ ἐς τὸν Πειραιᾶ καὶ ὁ ἄλλος ὅμιλος ἅπας
= και κατέβηκε μαζί τους στον Πειραιά και όλο το άλλο πλήθος.
2. δείχνω συγκατάβαση, κατανόηση.
:=> παράγ. συγκατάβασις.
[σύνθ. λ. σύν + καταβαίνω].
γλσΕλα'σύγκειμαι: σύγκειμαι::
* McsElln.ρήμα.σύγκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύγκειμαι,
* McsElln.σύγκειμαι@γλσΕλα,
λειτουργεί ως παθητικό του συντίθημιΓια τους χρόνους βλπ. κεῖμαι
1. αποτελούμαι: ἡ φύσις ἡμῶν ἔκ τε τοῦ σώματος σύγκειται καὶ τῆς ψυχῆς
= η ανθρώπινη φύση μας αποτελείται από το σώμα και από την ψυχή.
2. συμφωνούμαι από δύο μέρη: ταῦτα ἡμῖν οὕτω συγκείσθω
= ας συμφωνηθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο από εμάς αυτά τα ζητήματα.
=> ως απρόσ. σύγκειται: καθάπερ ξυνέκειτο
= όπως συμφωνήθηκε.
ΝΕ σύγκειμαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + κεῖμαι].
γλσΕλα'συγκεράννυμαι: συγκεράννυμαι::
* McsElln.ρήμα.συγκεράννυμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγκεράννυμαι,
* McsElln.συγκεράννυμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεράννυμι
1. συνενώνομαι: συγκέκραται αὐτῶν ἡ φύσις
= έχει συνενωθεί η φύση (του σκύλου και της αλεπούς).
2. συνδέομαι φιλικά με κάποιον: Κῦρος ταχὺ τοῖς ἡλικιώταις συνεκέκρατο
= ο Κύρος είχε συνδεθεί γρήγορα με τους συνομηλίκους του.
:=> παράγ. σύγκρασις, σύγκραμα.
[σύνθ. λ. σύν + κεράννυμαι].
γλσΕλα'συγκλείω: συγκλείω & ξυγκλ'ήω::
* McsElln.ρήμα.συγκλείω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγκλείω,
* McsElln.συγκλείω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κλείω
1. κλείνω μέσα: ξυνέκλῃσαν τὴν ἐκκλησίαν ἐς τὸ ἱερὸν Ποσειδῶνος
= συγκέντρωσαν την εκκλησία του δήμου μέσα στον περιφραγμένο ναό του Ποσειδώνα.
2. κλείνω καλά: συγκλείω τὰς πύλας.
3. αμετάβατο έρχομαι προς το τέλος μου: τῆς ὥρας ἤδη συγκλειούσης
= καθώς η προθεσμία πλησίαζε να τελειώσει.
:=> παράγ. σύγκλεισις, αττ. σύγκλῃσις, συγκλεισμός.
[σύνθ. λ. σύν + κλείω].
γλσΕλα'συγκροτέω: συγκροτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συγκροτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγκροτέω,
* McsElln.συγκροτέω@γλσΕλα,
1. χτυπώ δύο πράγματα μεταξύ τους: συνεκρότησε τὼ χεῖρε καὶ τῷ γέλωτι ηὐφραίνετο
= χτύπησε τα χέρια από χαρά και διασκέδαζε γελώντας.
2. χειροκροτώ, επιδοκιμάζω.
3. οργανώνω: συγκροτῶ στράτευμα.
ΝΕ συγκροτώ (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. σύν + κροτέω].
γλσΕλα'συγκρούω: συγκρούω::
* McsElln.ρήμα.συγκρούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγκρούω,
* McsElln.συγκρούω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κρούω1.
α. χτυπώ το ένα επάνω στο άλλο: τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συγκρούω
= χτυπώ με τα δόρατα τις ασπίδες.
β. αμετάβατο συγκρούομαι: νῆες ἀλλήλαις συγκρούουσαι
= πλοία συγκρουόμενα μεταξύ τους.
2. μεταφορικά προκαλώ αντιπαλότητα: ἐβούλοντο ξυγκρούειν αὐτοὺς ἀλλήλοις
= ήθελαν(οι Αθηναίοι) να προκαλέσουν αντιπαλότητα ανάμεσά τους (στους Κορινθίους και στους Κερκυραίους).
:=> παράγ. σύγκρουσις, συγκρουστικός.
ΝΕ συγκρούομαι (με τη σημ. 1β).
[σύνθ. λ. σύν + κρούω].
γλσΕλα'συγxωρέω: συγχωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συγxωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συγxωρέω,
* McsElln.συγxωρέω@γλσΕλα,
Παρατ. συνεχώρουν
Μέλλ. συγχωρήσω
Αόρ. συνεχώρησα
Παρακ. συγκεχώρηκα
1. υποχωρώ, συμβιβάζομαι: οἷς εἰ ξυγχωρήσετε, καὶ ἄλλο τι μεῖζον εὐθὺς ἐπιταχθήσεσθε
= αν υποχωρήσετε σε αυτά, θα διαταχθείτε αμέσως να υποχωρήσετε και σε κάτι άλλο μεγαλύτερο.
2. συμφωνώ, συναινώ: οὕτω συνεχώρησαν Αἰγύπτιοι τοὺς Φρύγας πρεσβυτέρους εἶναι ἑαυτῶν
= 267έτσι συμφώνησαν οι Αιγύπτιοι ότι οι Φρύγες είναι αρχαιότερος λαός από αυτούς.
:=> παράγ. συγχώρησις, συγχωρητέος.
ΝΕ συγχωρώ «δίνω άφεση, παραγράφω».
[σύνθ. λ. σύν + χωρέω].
γλσΕλα'συκέα: συκέα -ῆ, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.συκέα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συκέα,
* McsElln.συκέα@γλσΕλα,
συκιά.
:=> παράγ. συκίδιον, συκεών, συκίτης (οἶνος).
ΝΕ συκιά.
[παράγ. λ. σῦκον + -έα].
γλσΕλα'συλάω: συλάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συλάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συλάω,
* McsElln.συλάω@γλσΕλα,
αφαιρώ τα όπλα νεκρού, και κατ’ επέκταση, αρπάζω, ληστεύω: ἀνελεύθερον οὐ δοκεῖ νεκρὸν συλᾶν;
= δε νομίζεις ότι είναι χυδαίο να ληστεύεις ένα νεκρό;
:=> παράγ. σύλησις, σύνθ. ἄσυλον, ἀσυλία, ἱερόσυλος, ἱεροσυλέω, ἱεροσυλία.
ΝΕ συλώ.
[παράγ. λ. σύλα/σύλη, ἡ και σῦλον, τὸ «το δικαίωμα της κατάσχεσης πλοίου ή του φορτίου του ως αντιστάθμισμα ζημιών εκ μέρους εμπόρου» + παρ. επίθ. -άω· αβέβ. ετυμ., ίσως συγγεν. με βλπ. σκῦλον].
γλσΕλα'συλλαμβάνω: συλλαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.συλλαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συλλαμβάνω,
* McsElln.συλλαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. συναθροίζω: συλλαβὼν τὸ στράτευμα ἀπ'ήει
= αφού συγκέντρωσε το στράτευμα, έφυγε.
2. πιάνω, συλλαμβάνω: συλλαμβάνω ὅμηρον.
3. βοηθώ: οὔτε χρήμασιν οὔτε σώμασι συνελάμβανον ἡμῖν
= δε μας βοήθησαν ούτε με υλική βοήθεια ούτε με τα σώματά τους (με τη συστράτευσή τους).
4. αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: συνέλαβε τὸ χρηστήριον
= κατάλαβε το νόημα του χρησμού.
:=> παράγ. συλλαβή, συλλαβίζω, συλλήβδην, σύλληψις.
ΝΕ συλλαμβάνω (με τις σημ. 2, 4).
[σύνθ. λ. σύν + λαμβάνω].
γλσΕλα'συλλέγω: συλλέγω::
* McsElln.ρήμα.συλλέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συλλέγω,
* McsElln.συλλέγω@γλσΕλα,
Παρατ. συν-έλεγον
Μέλλ. συλ-λέξω
Αόρ. συν-έλεξα
Παρακ. συν-είλοχα
Παθ. μέλλ. συλ-λεγήσομαι
Μέσ. αόρ. συν-ελεξάμην
Παθ. αόρ. συν-ελέγην & συν-ελέχθην
Παθ. παρακ. συν-είλεγμαι
Παθ. υπερσ. συν-ειλέγμην συλλέγω.
ΝΕ συλλέγω.
[σύνθ. λ. σύν + βλπ. λέγω].
γλσΕλα'συμβαίνω: συμβαίνω::
* McsElln.ρήμα.συμβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμβαίνω,
* McsElln.συμβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. έρχομαι σε συμφωνία με κάποιον: λόγων πρῶτον γενομένων, ἤν τι ξυμβαίνωσι
= αφού γίνουν πρώτα διαπραγματεύσεις, για να δουν μήπως έρθουν σε κάποια συμφωνία.
2. για πράγματα συμβαδίζω, ταιριάζω, συμφωνώ με κάτι.
3. για γεγονότα γίνομαι, συμβαίνω: χρηστόν τι συμβαίνει
= συμβαίνει κάτι καλό.
=> ως απρόσ. ὅσα ξυμβαίνει γίγνεσθαι
= όσα συμβαίνει να γίνονται (όσα συμβαίνουν).
4. αποβαίνω, καταλήγω: πόλεμος κακῶς συμβάς
= πόλεμος που κατέληξε σε ήττα.
=> πετυχαίνω: ἢν ξυμβῇ ἡ πεῖρα
= αν πετύχει η απόπειρα.
5. μετοχή ως ουσιαστ. τὸ συμβεβηκὸς το τυχαίο γεγονός.
:=> παράγ. σύμβασις, συμβατικός, συμβατός.
ΝΕ συμβαίνω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. σύν + βαίνω].
γλσΕλα'συμβάλλω: συμβάλλω::
* McsElln.ρήμα.συμβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμβάλλω,
* McsElln.συμβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. βάζω μαζί: ταῦτα συμβάλλουσιν εἰς ταὐτὸν ὅμοια νομίσαντες
= τα βάζουν όλα μαζί στο ίδιο μέρος, γιατί τα θεώρησαν όμοια.
2. μέση φωνή συμβάλλομαι
α. συνεισφέρω: καὶ χρήματα συνεβάλλοντο αὐτῷ εἰς τὴν τροφὴν τῶν στρατιωτῶν
= και χρήματα έδιναν σε αυτόν ως συνεισφορά για την τροφή των στρατιωτών.
β. συντελώ: μέγα συμβάλλεταί τι εἰς τὸ κρατεῖν
= κάτι συντελεί πολύ στη νίκη.
3. βάζω τον έναν εναντίον του άλλου: συνέβαλον ἄνδρα ἀνδρί.
=> ως αμετάβ. συμπλέκομαι: συμβάλλω πρός τινα
= συμπλέκομαι με κάποιον.
4. παραβάλλω, συγκρίνω: Κύρῳ οὐδεὶς Περσῶν ἠξίωσε ἑαυτὸν συμβαλεῖν
= κανέναςΠέρσης δε θεώρησε σωστό να συγκρίνει τον εαυτό του με τον Κύρο.
:=> παράγ. συμβόλαιον, συμβολή, σύμβολον, συμβολικός.
ΝΕ συμβάλλω (με τις σημ. 2α και 2β).
[σύνθ. λ. σύν + βάλλω].
γλσΕλα'συμμείγνυμι: συμμείγνυμι & συμμειγνύω::
* McsElln.ρήμα.συμμείγνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμμείγνυμι,
* McsElln.συμμείγνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μείγνυμι
1. ανακατεύω: χρώματα συμμείγνυμι.
=> συνενώνω: συνέμειξαν τὰ στρατόπεδα
= συνένωσαν τα στρατεύματα.
2. ως αμετάβ., στην ενεργ. και παθ. φωνή
α. συναναστρέφομαι κάποιον: συμμείγνυται πονηροῖς ἀνθρώποις
= κάνει παρέα με κακούς ανθρώπους.
β. συμπλέκομαι με κάποιον: συμμείγνυμι τοῖς πολεμίοις
= συμπλέκομαι με τους εχθρούς.
:=> παράγ. σύμμεικτος, σύμμειξις, σύμμιγα (επίρρ.), συμμιγής.
μγ05.σ268
[σύνθ. λ. σύν + μείγνυμι].
γλσΕλα'συμμορία: συμμορία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.συμμορία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμμορία,
* McsElln.συμμορία@γλσΕλα,
στην Αθήνα καθεμία από τις είκοσι ομάδες στις οποίες είχαν διαιρεθεί οι πλουσιότεροι πολίτες για σκοπούς φορολογίας.
ΝΕ συμμορία «ομάδα ανθρώπων παράνομων».
[σύνθ./παράγ. σύν + *μορ- (ἔ-μορ-ον < μείρομαι, από όπου μόρα, ἡ «ομάδα») + παρ. επίθ.-ία].σύμπας, σύμπασα, σύμπαν & αττ. ξύμπας,
γλσΕλα'ξύμπασα: ξύμπασα, ξύμπαν::
* McsElln.επίθετο.ξύμπασα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ξύμπασα,
* McsElln.ξύμπασα@γλσΕλα,
συνήθως στον πληθυντικό όλοι μαζί, συνολικά:ξύμπαντες ἐγένοντο τετρακισχίλιοι
= όλοι μαζί ήταν τέσσερις χιλιάδες. ξύμπαντες θεοί τε καὶ ἄνθρωποι.
=> στον ενικό με περιληπτική σημασία σύμπασα ἡ πόλις
= η πόλη ως ένα σώμα και όχι ως άθροισμα ξεχωριστών πολιτών.
ΝΕ το σύμπαν «το σύνολο του ορατού και αόρατου κόσμου».
[σύνθ. λ. σύν + πᾶς].
γλσΕλα'συμπεραίνω: συμπεραίνω::
* McsElln.ρήμα.συμπεραίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμπεραίνω,
* McsElln.συμπεραίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. περαίνω
1. βοηθώ στην εκτέλεση ενός έργου.
2. αποτελειώνω, αποπερατώνω: καὶ ταῦτα οὕτω συνεπεραίνετο
= και αυτά (οι πολεμικές προετοιμασίες) με αυτό τον τρόπο αποπερατώθηκαν.
3. συμπεραίνω.
ΝΕ συμπεραίνω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. σύν + περαίνω].
γλσΕλα'συμπεριφέρω: συμπεριφέρω::
* McsElln.ρήμα.συμπεριφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμπεριφέρω,
* McsElln.συμπεριφέρω@γλσΕλα,
περιφέρω, μεταφέρω εδώ και εκεί διάφορα πράγματα μαζί.
=> παθ. φωνή συμπεριφέρομαι περιφέρομαι μαζί με άλλον ή άλλα: συμπεριφερόμενοι ἀστέρες.
ΝΕ συμπεριφέρομαι «έχω μια συγκεκριμένη αγωγή».
[σύνθ. λ. σύν + περιφέρω].
γλσΕλα'συμπίπτω: συμπίπτω::
* McsElln.ρήμα.συμπίπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμπίπτω,
* McsElln.συμπίπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. πίπτω
1. συγκρούομαι: ἔδεισα μὴ συμπίπτοντες πολεμίοις πολλοῖς πάθοιτέ τι
= φοβήθηκα μήπως, αν συγκρουστείτε με πολυάριθμους εχθρούς, σας συμβεί κάτι κακό. ξυμπίπτει ναῦς νηί
= συγκρούεται το ένα πλοίο με το άλλο.
2. συμβαίνω τυχαία συγχρόνως με κάτι άλλο:τοιούτων καιρῶν συμπεσόντων
= αν και υπήρχε σύμπτωση τέτοιων ευκαιριών.
=> ως απρόσ. συμπίπτει συμβαίνει κατά τύχη:ξυνέπεσεν εἰς τοῦτο ἀνάγκης ὥστε...
= τα πράγματα έφτασαν τυχαίως σε τέτοια δύσκολη κατάσταση, ώστε...
3. συμφωνώ: ἐμοὶ σὺ συμπέπτωκας εἰς ταὐτόν
= εσύ συμφωνείς με μένα.
4. γκρεμίζομαι: πόλις ὑπὸ σεισμοῦ ξυμπεπτωκυῖα
= πόλη που έχει γκρεμιστεί από σεισμό.
:=> παράγ. σύμπτωμα, σύμπτωσις.
ΝΕ συμπίπτω (με τις σημ. 2, 3).
[σύνθ. λ. σύν + πίπτω].
γλσΕλα'συμπολιτεύω: συμπολιτεύω::
* McsElln.ρήμα.συμπολιτεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμπολιτεύω,
* McsElln.συμπολιτεύω@γλσΕλα,
είμαι πολίτης της ίδιας πόλης με κάποιον άλλον/ άλλους: νόμοις τοῖς αὐτοῖς χρῶνται καὶ συμπολιτεύουσι
= έχουν τους ίδιους νόμους και ζουν ως συμπολίτες.
=> μέση φωνή, με τη σημασία της ενεργητικής συμπολιτεύομαι: οἱ συμπολιτευόμενοι
= οι συμπολίτες.
:=> παράγ. συμπολιτεία, συμπολίτης.
[σύνθ. λ. σύν + πολιτεύω].
γλσΕλα'συμφέρω: συμφέρω::
* McsElln.ρήμα.συμφέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμφέρω,
* McsElln.συμφέρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φέρω
1. φέρνω, βάζω μαζί: συνενεγκὼν εἰς ταὐτὸ τὰ μὴ δῆλα τοῖς φανεροῖς...
= αφού έβαλε μαζί τα άγνωστα με τα φανερά...
=> συνεισφέρω: ἡ δαπάνη ἣν ἐκεῖνοι ξυνέφερον
= τα χρήματα που συνεισέφεραν εκείνοι.
2. ως αμετάβ. είμαι χρήσιμος, συμφέρω: προπαρασκευάζει ὅσα ἂν οἴηται συνοίσειν αὐτοῖς πρὸς τὸν βίον
= προετοιμάζει όσα νομίζει ότι θα τους είναι χρήσιμα για τη ζωή τους.
=> ως απρόσ. συμφέρει ωφελεί, συμφέρει.
3. παθ. φωνή συμφέρομαι
α. συγκρούομαι: πεζῇ συμφέρομαί τινι
= συγκρούομαι με κάποιον ως πεζός.
β. συμφωνώ ή έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον:συμφέρονται δὲ καὶ τόδε Αἰγύπτιοι Λακεδαιμονίοις
= συμφωνούν και σε τούτο οι Αιγύπτιοι με τους Λακεδαιμονίους.
γ. συμβαίνω: οὐδὲ πυθέσθαι ‘ρ'άδιον ἦν, ὅτῳ τρόπῳ ἕκαστα ξυνηνέχθη
= ούτε ήταν εύκολο να μάθει κανείς πώς συνέβη καθένα από τα γεγονότα.
:=> παράγ. συμφορά, σύμφορος, συμφορέω, συμφόρησις.
ΝΕ συμφέρω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. σύν + φέρω].
γλσΕλα'σύμφημι: σύμφημι::
* McsElln.ρήμα.σύμφημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύμφημι,
* McsElln.σύμφημι@γλσΕλα,
Μέλλ. συμφήσω
Αόρ. συνέφησα
Αόρ. β΄ συνέφην συμφωνώ απολύτως: ταῦτα καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ξυνέφασαν
= σ’ αυτά συμφώνησαν και όλοι οι άλλοι. σύμφαθι ἢ ἄπειπε
= συμφώνησε ή διαφώνησε.
:=> παράγ. συμφάσκω, συμφατικός.
μγ05.σ269
[σύνθ. λ. σύν + φημί].
γλσΕλα'συμφορά: συμφορά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.συμφορά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμφορά,
* McsElln.συμφορά@γλσΕλα,
1. συμβάν, περίσταση: οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὰς ξυμφορὰς καὶ τὰς γνώμας τρέπονται
= οι άνθρωποι ανάλογα με τις περιστάσεις αλλάζουν και τις αποφάσεις τους.
2. άτυχη περίσταση, συμφορά: ὑπὸ τῆς συμφορᾶς ἐκπεπληγμένος
= ταραγμένος από το κακό που τον βρήκε.
ΝΕ συμφορά (με τη σημ. 2).
[παράγ./σύνθ. συμφέρ-ω (σύν + φέρω) + παρ.επίθ. -ά, πβ. φορά < φέρω].
γλσΕλα'σύμφορος: σύμφορος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.σύμφορος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύμφορος,
* McsElln.σύμφορος@γλσΕλα,
Συγκριτικός συμφορώτερος
Υπερθετικός συμφορώτατος χρήσιμος, ωφέλιμος.
ΝΕ σύμφορος.
[παράγ./σύνθ. συμφέρ-ω + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'συμφωνέω: συμφωνέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συμφωνέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμφωνέω,
* McsElln.συμφωνέω@γλσΕλα,
1. ηχώ όμοια με κάτι άλλο.
2. μεταφορικά συμφωνώ: συμφωνεῖς τοῖς προειρημένοις;
= συμφωνείς με όσα έχουν λεχθεί προηγουμένως;
=> κάνω συμφωνία: οὐ δηναρίου συνεφώνησάς μοι;
= δεν έκανες συμφωνία μαζί μου να σου δώσω (για το αντικείμενο αυτό) ένα δηνάριο;
ΝΕ συμφωνώ (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. σύν + φωνέω].
γλσΕλα'συμφωνία: συμφωνία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.συμφωνία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συμφωνία,
* McsElln.συμφωνία@γλσΕλα,
1. για ήχους αρμονία.
2. συμφωνία.
ΝΕ συμφωνία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. σύμφωνος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'σύμφωνος: σύμφωνος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.σύμφωνος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύμφωνος,
* McsElln.σύμφωνος@γλσΕλα,
1. για ήχους αρμονικός.
2. αυτός που βρίσκεται σε συμφωνία, σε αρμονία με κάτι άλλο: τὰ λεγόμενα οὔτε σύμφορα ἡμῖν οὔτε σύμφωνα αὐτὰ ἑαυτοῖς
= αυτά τα λόγια δεν είναι ούτε προς το συμφέρον μας ούτε σε συμφωνία με το ίδιο το νόημά τους.
ΝΕ σύμφωνος (με τη σημ. 2).
[παράγ./σύνθ. λ. *συμφων- (σύν + φωνέω) +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'σύν: σὺν::
* McsElln.πρόθεση.σύν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύν,
* McsElln.σύν@γλσΕλα,
στην αρχαιότερη αττ. διάλεκτο ξὺνΑ. με δοτική
1. μαζί: ἐπαιδεύετο σὺν τῷ ἀδελφῷ
= εκπαιδευόταν μαζί με τον αδερφό του.
=> δηλώνει βοήθεια σὺν θεῷ
= με τη βοήθεια του θεού. μάχομαι σύν τινι
= μάχομαι ως σύμμαχος μαζί με κάποιον.
2. με κάτι (ως εφόδιο): σὺν ναυσὶ προσέπλεον
= έπλεαν με πλοία εναντίον (του εχθρού). σὺν ὅπλοις
= οπλισμένοι.
3. σύμφωνα με: σὺν τοῖς νόμοις
= σύμφωνα με τους νόμους, νόμιμα.
Β. ως β΄ συνθετικό η συν- δηλώνει
1. μαζί με κάποιον ή συγχρόνως, π.χ. συμβιῶ (=συζώ), συγκρούω.
2. εντελώς, πλήρως, π.χ. συγκόπτω. [αρχικά ξύν [ksin] και με έκπτωση του κ στην πρόκλιση > σύν [sin], όπου το -ν δεν είναι πρωτογενές (πβ. μεταξ-ύ), ίσως συγγεν. με το ξύω«ψαύω, ακουμπώ»].
γλσΕλα'συναγείρω: συναγείρω::
* McsElln.ρήμα.συναγείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συναγείρω,
* McsElln.συναγείρω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀγείρω συναθροίζω, συγκεντρώνω, κυρίως, στρατιώτες: Ἕλληνες στόλον μέγαν συνήγειραν καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν ἦλθον
= οι Έλληνες συγκέντρωσαν μεγάλο στόλο και πήγαν στην Ασία.
:=> παράγ. συναγερμός.
[σύνθ. λ. σύν + ἀγείρω].
γλσΕλα'συναγορεύω: συναγορεύω::
* McsElln.ρήμα.συναγορεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συναγορεύω,
* McsElln.συναγορεύω@γλσΕλα,
Παρατ. συνηγόρευον
Μέλλ. συνερῶ
Αόρ. συνεῖπον
Παρακ. συνείρηκα υποστηρίζω μια άποψη, συνηγορώ: πολλοὶ συνηγόρευον στρατιὰν ποιεῖν
= πολλοί υποστήριζαν την άποψη να κάνουν εκστρατεία.ἤκουσαν οἱ Ἀθηναῖοι τῶν Ἐγεσταίων καὶ τῶν ξυναγορευόντων αὐτοῖς
= οι Αθηναίοι άκουσαν τους Εγεσταίους και όσους τους υποστήριζαν.
:=> παράγ. συναγόρευσις.
[σύνθ. λ. σύν + ἀγορεύω].
γλσΕλα'συνάγω: συνάγω::
* McsElln.ρήμα.συνάγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνάγω,
* McsElln.συνάγω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἄγω
1. οδηγώ σε έναν τόπο συγκέντρωσης, και γενικά, συναθροίζω, συγκαλώ: συνήγαγον ἐκκλησίαν
= συγκάλεσαν την εκκλησία του δήμου. συνήγαγε στρατιώτας ἐκ τῶν ἐν τῇ ἠπείρῳ ἑλληνίδων πόλεων
= συνάθροισε στρατιώτες από τις ελληνικές ηπειρωτικές πόλεις.
=> για πράγματα συγκεντρώνω: συνάγω εἰς τὰς ἀποθήκας τοὺς καρπούς.
2. συμπεραίνω, συνάγω.
:=> παράγ. συναγωγή, συναγωγός, συναγωγεύς.
ΝΕ συνάγω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. σύν + ἄγω].
γλσΕλα'συναγωγή: συναγωγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.συναγωγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συναγωγή,
* McsElln.συναγωγή@γλσΕλα,
1. συνάθροιση: συναγωγὴ ἀνδρῶν.
=> συγκέντρωση: συναγωγὴ σίτου.
2. συμπέρασμα.
ΝΕ συναγωγή (και με τις δύο σημ.).
[παράγ./σύνθ. λ. *συναγωγ- (σύν + *ἀγωγ- <ἄγω) + παρ. επίθ. -ή].
μγ05.σ270
γλσΕλα'συναιρέω: συναιρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συναιρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συναιρέω,
* McsElln.συναιρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. αἱρέω -ῶ για ομιλία περιορίζω, συνοψίζω: ξυνελὼν λέγω
= συνοψίζοντας λέω, με δυο λόγια λέω. ἄνευ ἀρχόντων οὐδὲν ἂν οὔτε καλὸν οὔτε ἀγαθὸν γένοιτο ὡς συνελόντι εἰπεῖν οὐδαμοῦ
= χωρίς αρχηγούς δεν μπορεί να γίνει τίποτε, ούτε καλό ούτε χρήσιμο, γενικώς μπορώ να πω, πουθενά.
:=> παράγ. συναίρεσις.
ΝΕ συναίρεση «συνένωση δύο συλλαβών»(γραμματική).
[σύνθ. λ. σύν + αἱρέω].
γλσΕλα'συναλλάττω: συναλλάττω::
* McsElln.ρήμα.συναλλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συναλλάττω,
* McsElln.συναλλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι συναλλάσσω συμφιλιώνω: συναλλάττω τινά τινι
= συμφιλιώνω κάποιον με κάποιον άλλο.
=> μέση και παθ. φωνή συναλλάττομαι συμφιλιώνομαι ή συμμαχώ με κάποιον.
:=> παράγ. συναλλαγή, συνάλλαγμα.
ΝΕ συναλλάσσομαι «έχω σχέσεις με κάποιον».
[σύνθ. λ. σύν + ἀλλάτω].
γλσΕλα'συνάπτω: συνάπτω::
* McsElln.ρήμα.συνάπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνάπτω,
* McsElln.συνάπτω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἅπτω
1. συνδέω: συνῆψαν τὰς χεῖρας
= έδωσαν τα χέρια.
2. συνάπτω μάχην
= μάχομαι.
ΝΕ συνάπτω (λόγ., π.χ. συνάπτω φιλία, σχέσεις).
[σύνθ. λ. σύν + ἅπτω].
γλσΕλα'συναρμόττω: συναρμόττω::
* McsElln.ρήμα.συναρμόττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συναρμόττω,
* McsElln.συναρμόττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι συναρμόζωΓια τους χρόνους βλπ. ἁρμόττω
1. ενώνω, συναρμόζω.
2. μεταφορικά συμφωνώ: οὗτοι οι λόγοι οὐ συναρμόττουσιν ἀλλήλοις
= αυτά τα λόγια δε συμφωνούν μεταξύ τους.
ΝΕ συναρμόζω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + ἁρμόττω].
γλσΕλα'συνδυάζω: συνδυάζω::
* McsElln.ρήμα.συνδυάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνδυάζω,
* McsElln.συνδυάζω@γλσΕλα,
Παρατ. συνεδύαζον
Μέλλ. συνδυάσω
Παθ. Αόρ. συνεδυάσθην
Παθ. παρακ. συνδεδύασμαι συνδέω δύο πράγματα, τα ζευγαρώνω.
=> παθ. φωνή συνδυάζομαι συνδέομαι, και ειδικότερα, ενώνομαι με γάμο.
[σύνθ. λ. σύν + δυάζω (παράγ. λ. δύο + -άζω)«είμαι διπλός»].
γλσΕλα'σύνεγγυς: σύνεγγυς::
* McsElln.επίρρημα.σύνεγγυς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνεγγυς,
* McsElln.σύνεγγυς@γλσΕλα,
πολύ κοντά: ἡ πόλις ἔχει μάλα σύνεγγυς ὄρη
= η πόλη έχει πολύ κοντά της βουνά.
ΝΕ στη φρ. εκ του σύνεγγυς «από πολύ κοντά».
[σύνθ. λ. σύν + ἐγγύς].
γλσΕλα'σύνειμι: σύνειμι (Α)::
* McsElln.ρήμα.σύνειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνειμι,
* McsElln.σύνειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἰμὶ
1. είμαι μαζί, συνυπάρχω: οἱ τῆς ἀρετῆς ἄπειροι, εὐτυχίαις ἀεὶ συνόντες, διὰ βίου πλανῶνται
= όσοι δεν ξέρουν τι είναι αρετή, ζώντας συνεχώς με γλέντια, σ’ όλη τους τη ζωή δεν μπορούν να βρουν το σωστό δρόμο.
2. για πρόσωπα ζω ή έχω σχέσεις με κάποιον:φιλικῶς σύνειμί τινι
= έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον.
=> μετοχή οἱ συνόντες οι μαθητές ή οι ακόλουθοι.
[σύνθ. λ. σύν + εἰμί].
γλσΕλα'σύνειμι: σύνειμι (Β)::
* McsElln.ρήμα.σύνειμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνειμι,
* McsElln.σύνειμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἶμι
1. συνέρχομαι, συναντιέμαι: κατὰ τὸν χρόνον τὸν εἰρημένον ξυνῇσαν τὰ δύο μέρη ἐς τὸν Ἰσθμόν
= στο χρόνο που είχε συμφωνηθεί συναντήθηκαν τα δύο τμήματα του στρατού στον Ισθμό.
2. προχωρώ σε πόλεμο: ἥ τε ἄλλη Ἑλλὰς ἅπασα μετέωρος ἦν ξυνιουσῶν τῶν πρώτων πόλεων
= και ολόκληρη η υπόλοιπη Ελλάδα βρισκόταν σε κατάσταση αβεβαιότητας, καθώς οι μεγαλύτερες πόλεις (Αθήνα και Σπάρτη)επρόκειτο να πολεμήσουν.
[σύνθ. λ. σύν + εἶμι].
γλσΕλα'συνεργέω: συνεργέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συνεργέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνεργέω,
* McsElln.συνεργέω@γλσΕλα,
Παρατ. συνήργουν συνεργάζομαι: ὁ τοῖς πονηροῖς συνεργῶν
= αυτός που συνεργάζεται με τους κακούς.
ΝΕ συνεργώ.
[παράγ. λ./σύνθ. λ. συνεργός (σύν + *ἐργ- <ἔργον) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'συνέρxομαι: συνέρχομαι::
* McsElln.ρήμα.συνέρxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνέρxομαι,
* McsElln.συνέρxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔρχομαι
1. έρχομαι, συγκεντρώνομαι στο ίδιο μέρος μαζί με άλλους: ἐς Μαντίνειαν πρεσβεῖαι ἀπὸ τῶν πόλεων ξυνῆλθον
= απεσταλμένοι από τις πόλεις συγκεντρώθηκαν στη Μαντίνεια.
2. για πρόσωπα συνδέομαι φιλικά: δύο οἰκίαι συνελθοῦσαι εἰς ταὐτόν
= δύο οικογένειες που συνδέθηκαν μεταξύ τους.
3. συμπλέκομαι: συνέρχομαι εἰς μάχην.
ΝΕ συνέρχομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + ἔρχομαι].
γλσΕλα'σύνεσις: σύνεσις & ξύνεσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.σύνεσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνεσις,
* McsElln.σύνεσις@γλσΕλα,
γρήγορη αντίληψη, εξυπνάδα.
ΝΕ σύνεση «φρονιμάδα».
[παράγ./σύνθ. συνίημι (σύν + ἵημι) + παρ. επίθ. -σις, πβ. ἀφίη-μι/ἄφε-σις].
γλσΕλα'συνέxω: συνέχω::
* McsElln.ρήμα.συνέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνέxω,
* McsElln.συνέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀλλάττω
μγ05.σ271
Παθ. αόρ. συνεσχέθηνΓια τους άλλους χρόνους βλπ. ἔχω
1. συγκρατώ: συνέχω ἐντὸς τοῦ τείχους.
2. παθ. φωνή συνέχομαι πιέζομαι, βασανίζομαι από κάτι: δίψῃ ἀπαύστῳ ξυνείχοντο
= βασανίζονταν από συνεχή δίψα.
ΝΕ συνέχω (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + ἔχω].
γλσΕλα'συνήθεια: συνήθεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.συνήθεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνήθεια,
* McsElln.συνήθεια@γλσΕλα,
1. γνωριμία, σχέση φιλική: τὴν τῶν φαύλων συνήθειαν ὀλίγος χρόνος διέλυσε
= τη φιλία με τιποτένιους ανθρώπους τη διαλύει και λίγος χρόνος.
2. συνήθεια.
ΝΕ συνήθεια (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. συνήθης + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'συνήθης: συνήθης, -ης, σύνηθες::
* McsElln.επίθετο.συνήθης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνήθης,
* McsElln.συνήθης@γλσΕλα,
1. συγγενής ή φίλος.
2. συνηθισμένος σε κάτι: πρὶν αὐτὸν συνήθη γενέσθαι τῷ σκότῳ
= προτού συνηθίσει αυτός στο σκοτάδι.
3. για πράγματα αυτός που γίνεται συχνά, συνηθισμένος, συνήθης.
=> τὸ σύνηθες το έθιμο.
ΝΕ συνήθης (με τις σημ. 2 και 3).
[παράγ. λ./σύνθ. λ. *συνηθ- (< σύν + ἦθος) +παρ. επίθ. -ης].
γλσΕλα'συνθήκη: συνθήκη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.συνθήκη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνθήκη,
* McsElln.συνθήκη@γλσΕλα,
συμφωνία.
=> πληθυντικός συνθῆκαι τα άρθρα μιας συμφωνίας ή η συμφωνία μεταξύ προσώπων ή πόλεων:συνθῆκαι περὶ εἰρήνης
= συμφωνία για ειρήνη.συνθήκας ποιοῦμαί τινι
= κάνω (υπογράφω)συμφωνία με κάποιον. συνθήκας λύω
= ακυρώνω τη συμφωνία.
ΝΕ συνθήκη.
[παράγ. λ./σύνθ. λ. *συνθηκ- (< σύν + *θηκ- <τίθημι, ἔ-θηκ-α) + παρ. επίθ. -η].
γλσΕλα'σύνθημα: σύνθημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.σύνθημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνθημα,
* McsElln.σύνθημα@γλσΕλα,
1. σημάδι ή λέξη που έχει συμφωνηθεί για να χρησιμεύει ως μέσο μυστικής συνεννόησης ή αναγνώρισης, σύνθημα:τοῖς ἐρωτήμασι τοῦ ξυνθήματος πυκνοῖς ἐχρῶντο
= χρησιμοποιούσαν συχνά τις ερωτήσεις του συνθήματος (για να αναγνωρι-στούν μεταξύ τους).
2. συμφωνία, συνθήκη: σύνθημα ποιοῦμαι
= κάνω συμφωνία.
ΝΕ σύνθημα (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ./σύνθ. λ. *συνθη- (σύν + θη- < τίθημι, ἔ-θη-κα) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'συνίημι: συνίημι & ξυνίημι::
* McsElln.ρήμα.συνίημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνίημι,
* McsElln.συνίημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵημι αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: ξυνίει δὲ καὶ αὐτὸς ἑλληνιστὶ τὰ πλεῖστα
= καταλάβαινε και αυτός τα περισσότερα από όσα λέγονταν στα ελληνικά. συνίης;
= καταλαβαίνεις (τι θέλω να πω);
:=> παράγ. σύνεσις, συνετός.
[σύνθ. λ. σύν + ἵημι].
γλσΕλα'συνίστημι: συνίστημι::
* McsElln.ρήμα.συνίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνίστημι,
* McsElln.συνίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. συνενώνω: ξυνίστασαν τῶν ἀνθρώπων τοὺς ἐπιτηδείους ἐς ξυνωμοσίαν
= συνένωναν(και οργάνωναν) αυτούς που ήταν κατάλληλοι για να πάρουν μέρος στη συνωμοσία.
=> μέση φωνή συνίσταμαι συνθέτω: συνίσταμαι τὸ ὅλον
= συνθέτω το όλο (από τα μέρη).
2. συστήνω κάποιον (ως κατάλληλο): ἥκω, ἵνα τῳ τούτων τῶν σοφιστῶν συστήσω τουτονί
= έρχομαι για να συστήσω αυτόν εδώ σε κάποιον από αυτούς τους σοφιστές.
3. παθητική φωνή (με ενεργ. αόρ. β΄ συνέστην και παρακ. συνέστηκα) συνίσταμαι
α. στέκομαι μαζί με άλλους και, ειδικότερα για στρατιώτες, παρατάσσομαι: τὸ δεξιὸν κέρας ἐπὶ λόφου συνέστη
= το δεξιό τμήμα του στρατού παρατάχθηκε σε λόφο.
=> για εχθρική συνάντηση αντιπάλων χρόνον πολὺν συνέστησαν μαχόμενοι
= για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν παραταγμένοι και πολεμούσαν.
β. ενώνομαι για συνεργασία ή συμμαχία: συνίσταντο ἀλλήλοις καὶ συνετίθεντο ὡς ἐπιθησόμενοι τῇ Χίῳ
= ενώθηκαν και συμφώνησαν να επιτεθούν στη Χίο.
γ. σχηματίζομαι: ἡ πόλις ἐξ οἰκιῶν συνίσταται
= η πόλη σχηματίζεται από σπίτια.
=> συγκροτούμαι: πόλις οὕτως συστᾶσα
= πόλη συγκροτημένη με αυτόν τον τρόπο. ἱππικὸν συνεστηκός
= συγκροτημένο ιππικό.
:=> παράγ. σύστασις, σύστημα, συστηματικός.
ΝΕ συνιστώ «συμβουλεύω» & συνίσταμαι (με τη σημ. 3γ) & συστήνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. σύν + ἵστημι].
γλσΕλα'συννοέω: συννοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συννοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συννοέω,
* McsElln.συννοέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. νοέω
1. σκέπτομαι: ταῦτα χρὴ συννοεῖν καὶ εἰδέναι...
= αυτά πρέπει να σκέφτεσαι και να γνωρίζεις πως...
2. καταλαβαίνω: ὑποπτεύω, οὐ μὴν ἱκανῶς γε συννοῶ
= το υποψιάζομαι, όμως δεν το καταλαβαίνω αρκετά.
[σύνθ. λ. σύν + νοέω].
γλσΕλα'σύνοδος: σύνοδος, -όδου::
* McsElln.ουσιαστικό.σύνοδος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνοδος,
* McsElln.σύνοδος@γλσΕλα,
1. συνέλευση: ἐλθόντων τῶν πρέσβεων ἀπὸ τῆς ξυμμαχίας καὶ ξυνόδου γενομένης...
= και αφού ήρθαν οι απεσταλμένοι των συμμάχων και έγινε η συνέλευση...
μγ05.σ272
2. για πράγματα συνάθροιση, συγκέντρωση:χρημάτων σύνοδοι.
ΝΕ σύνοδος (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + ὁδός].
γλσΕλα'σύνοιδα: σύνοιδα::
* McsElln.ρήμα.σύνοιδα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνοιδα,
* McsElln.σύνοιδα@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἶδα
1. γνωρίζω κάτι, έχω συναίσθηση ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης: ξύνοιδα ἐμαυτῷ οὐδ’ ὁτιοῦν σοφὸς ὤν
= έχω συναίσθηση ότι δεν είμαι καθόλου σοφός.
2. μετοχή
α. ὁ συνειδώς
= ο συνεργός.
β. τὸ συνειδός
= η συνείδηση, η συναίσθηση.
:=> παράγ. συνείδησις.
[σύνθ. λ. σύν + οἶδα].
γλσΕλα'συνοικέω: συνοικέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συνοικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνοικέω,
* McsElln.συνοικέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἰκέω -ῶ
1. κατοικώ ή ζω μαζί με άλλον ή άλλους.
=> συζώ ως σύζυγος: γυναικὶ συνοικῶ Λευκίππῃ
= είμαι παντρεμένος με τη Λευκίππη.
2. καταλαμβάνω μια χώρα και την κατοικώ μαζί με άλλους.
[σύνθ. λ. σύν + οἰκέω].
γλσΕλα'συνοικίζω: συνοικίζω::
* McsElln.ρήμα.συνοικίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνοικίζω,
* McsElln.συνοικίζω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. οἰκίζω
1. συνενώνω οικισμούς σε μία πόλη: Θησεὺς τὰς δώδεκα πόλεις εἰς τὸ αὐτὸ συν'ώκισε
= οΘησέας συνένωσε τις δώδεκα πόλεις (της Αττικής) σε μία πόλη (την Αθήνα).
2. ιδρύω μια πόλη ή μια αποικία μαζί με άλλους: Ἐπίδαμνον ἀπ'ώκισαν μὲν Κερκυραῖοι, ξυν'ώκισαν δὲ καὶ Κορινθίων τινές
= την Επίδαμνον την ίδρυσαν ως αποικία οι Κερκυραίοι και στην ίδρυση συμμετείχαν και μερικοίΚορίνθιοι.
:=> παράγ. συνοίκισις, συνοικισμός.
[σύνθ. λ. σύν + οἰκίζω].
γλσΕλα'συνοικία: συνοικία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.συνοικία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνοικία,
* McsElln.συνοικία@γλσΕλα,
1.
α. ομάδα ανθρώπων που κατοικούν στον ίδιο τόπο: ταύτῃ τῇ συνοικί'α ἐθέμεθα πόλιν ὄνομα
= σ’ αυτήν τη συνάθροιση στον ίδιο τόπο δώσαμε την ονομασία «πόλη».
β. γειτονιά, συνοικία.
2. κτίριο που στεγάζει πολλές οικογένειες.
ΝΕ συνοικία (με τη σημ. 1β).
[παράγ. λ./σύνθ. λ. συνοικῶ (σύν + οἰκέω) +παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'σύνοικος: σύνοικος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.σύνοικος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνοικος,
* McsElln.σύνοικος@γλσΕλα,
1. συγκάτοικος.
2. συμπολίτης.
ΝΕ σύνοικος (λόγ., με τη σημ. 1).
[παράγ. λ./σύνθ. λ. συνοικῶ (σύν + οἰκέω) +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'συνόμνυμι: συνόμνυμι & συνομνύω::
* McsElln.ρήμα.συνόμνυμι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνόμνυμι,
* McsElln.συνόμνυμι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὄμνυμι
1. ορκίζομαι μαζί με άλλον ή άλλους.
2. συμμαχώ με κάποιον: λύουσι σπονδὰς οἱ μὴ βοηθοῦντες οἷς ἂν ξυνομόσωσιν
= παραβιάζουν τις συμφωνίες αυτοί που δε βοηθούν αυτούς με τους οποίους συμμάχησαν.
3. συνωμοτώ: συνώμοσαν ἀποκτενεῖν αὐτόν
= συνωμότησαν να τον σκοτώσουν.
:=> παράγ. συνωμότης, συνωμοσία.
[σύνθ. λ. σύν + ὄμνυμι].
γλσΕλα'συνομολογέω: συνομολογέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συνομολογέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνομολογέω,
* McsElln.συνομολογέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ὁμολογέω -ῶ
1. συμφωνώ, έχω την ίδια γνώμη με κάποιον: μὴ ὀκνεῖτε ἀποκρίνεσθαι, ἵνα εἰδῶμεν ὅσα ἂν συνομολογῶμεν
= μη διστάζετε να δίνετε απαντήσεις, για να μάθουμε ποια είναι αυτά στα οποία συμφωνούμε. τὰ ἄλλα συνωμολόγηται
= τα άλλα έχουν συμφωνηθεί (και μένει μόνο τούτο).
2. υπόσχομαι: συνωμολόγησε δασμὸν οἴσειν
= υποσχέθηκε να πληρώσει φόρο.
ΝΕ συνομολογώ (με σημ. 1).
[σύνθ. λ. σύν + ὁμολογέω].
γλσΕλα'συνουσία: συνουσία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.συνουσία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συνουσία,
* McsElln.συνουσία@γλσΕλα,
σχέση, συναναστροφή: ἡ πρὸς Σωκράτην συνουσία αὐτῶν
= η συναναστροφή τους με τοΣωκράτη.
ΝΕ συνουσία «συνεύρεση».
[σύνθ. λ. σύν + οὐσία ως παράγ. του σύνειμι(σύν + εἰμί): *συνοντία > *συνονσία > συνουσία].
γλσΕλα'σύνταξις: σύνταξις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.σύνταξις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύνταξις,
* McsElln.σύνταξις@γλσΕλα,
τακτοποίηση, ειδικότερα παράταξη στρατιωτών: οἱ στρατηγοὶ ἐποιήσαντο σύνταξιν τοῦ στρατεύματος
= οι στρατηγοί τακτοποίησαν σε παράταξη τους στρατιώτες.
ΝΕ σύνταξη (με την ίδια σημ.).
[σύνθ. λ. σύν + τάξις].
γλσΕλα'συντάττω: συντάττω::
* McsElln.ρήμα.συντάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντάττω,
* McsElln.συντάττω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τάττω ο κοινός τύπος είναι συντάσσω
1. παρατάσσω στρατιώτες: συντάττω πεζοὺς τῷ ἱππικῷ
= παρατάσσω τους πεζούς στην ίδια γραμμή με τους ιππείς. οὗτοι δὲ ξυντεταγμένοι ἀνεχώρησαν
= και αυτοί έφυγαν παραταγμένοι (και όχι άτακτα).
2. οργανώνω: συντεταγμένη πολιτεία.
3. μέση φωνή συντάττομαι συμφωνώ: συνετάξαντο πρὸς ἀλλήλους
= συμφώνησαν μεταξύ τους.
4. διατυπώνω κάτι γραπτά, συντάσσω.
:=> παράγ. σύνταγμα, σύνταξις.
ΝΕ συντάσσω (με τις σημ. 1, 4).
[σύνθ. λ. σύν + τάττω].
γλσΕλα'συντέλεια: συντέλεια, -είας::
* McsElln.ουσιαστικό.συντέλεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντέλεια,
* McsElln.συντέλεια@γλσΕλα,
1. συνεισφορά για δημόσιες δαπάνες: συντέλεια χρημάτων
= συνεισφορά χρημάτων υπέρ του δημοσίου.
μγ05.σ273
2. συμπλήρωση, τερματισμός: ἡ συντέλεια τοῦ ἀγῶνος.
ΝΕ συντέλεια του κόσμου «τέλος, καταστροφή του κόσμου».
[παράγ. λ. συντελέω + παρ. επίθ. -εια].
γλσΕλα'συντελέω: συντελέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.συντελέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντελέω,
* McsElln.συντελέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τελέω -ῶ
1. συνεισφέρω στις δημόσιες δαπάνες: συντελῶ ἑξήκοντα τάλαντα
= δίνω ως συνεισφορά εξήντα τάλαντα. συντελῶ εἰς τὸν πόλεμον
= συνεισφέρω στις πολεμικές δαπάνες.
2. συμπληρώνω, τελειώνω κάτι.
ΝΕ συντελώ «συνεισφέρω, στέκομαι ως αιτία».
[σύνθ. λ. σύν + τελέω].
γλσΕλα'συντίθημι: συντίθημι::
* McsElln.ρήμα.συντίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντίθημι,
* McsElln.συντίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι ως παθ. χρησιμεύει και το σύγκειμαι
1. τοποθετώ πράγματα μαζί: συνέθεσαν τὰ ὅπλα ἐν τῷ ναῷ
= τοποθέτησαν τα όπλα στο ναό.
2. κατασκευάζω: συντίθημι τριήρεις.
3. σχηματίζω.
=> παθ. φωνή συντίθεμαι σχηματίζομαι: ἐκ συλλαβῶν τὰ ὀνόματα συντίθεται
= οι λέξεις σχηματίζονται από συλλαβές.
4. επινοώ, μηχανεύομαι: ψευδεῖς αἰτίας συντίθησι
= επινοεί ψεύτικες κατηγορίες.
5. μέση φωνή συντίθεμαι κάνω συμφωνία, συμφωνώ: συνέθεντο ἀλλήλοις μήτε ἀδικεῖν μήτε ἀδικεῖσθαι
= συμφώνησαν μεταξύ τους ούτε να αδικούν ούτε να αδικούνται.
:=> παράγ. σύνθεσις, συνθέτης, συνθετικός, σύνθετος, συνθήκη, σύνθημα.
ΝΕ συνθέτω (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. σύν + τίθημι].
γλσΕλα'συντρέxω: συντρέχω::
* McsElln.ρήμα.συντρέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντρέxω,
* McsElln.συντρέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρέχω
1. συνέρχομαι, συγκεντρώνομαι.
2. συμφωνώ με κάποιον, συμπίπτουν οι γνώμες μας: ἀμφοτέρων τῶν μαντείων ἐς τὸ αὐτὸ αἱ γνῶμαι συνέδραμον
= και των δύο μαντείων οι απαντήσεις συμφώνησαν στο ίδιο πράγμα.
3. συμπίπτω χρονικά με κάτι άλλο: εἰς ταὐτὸν τὸ δίκαιον ἅμα καὶ ὁ καιρὸς καὶ τὸ συμφέρον συνδεδράμηκε
= το δίκαιο μαζί και οι ευνοϊκές περιστάσεις και το συμφέρον έχουν συμπέσει.
ΝΕ συντρέχω «βοηθώ».
[σύνθ. λ. σύν + τρέχω].
γλσΕλα'συντρίβω: συντρίβω::
* McsElln.ρήμα.συντρίβω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντρίβω,
* McsElln.συντρίβω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τρίβω
1. τρίβω το ένα με το άλλο: συντρίβω τὰ πυρεῖα
= τρίβω ξυλαράκια μεταξύ τους, για να ανάψω φωτιά.
2. συντρίβω.
ΝΕ συντρίβω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. σύν + τρίβω].
γλσΕλα'συντυγxάνω: συντυγχάνω::
* McsElln.ρήμα.συντυγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συντυγxάνω,
* McsElln.συντυγxάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τυγχάνω
1. συναντώ τυχαία κάποιον.
2. μετοχή ὁ συντυχών
= ο οποιοσδήποτε, ο πρώτος τυχών. τὸ συντυχόν
= το οτιδήποτε ασήμαντο: οὐ γὰρ τοῦτο συντυχὸν φαίνεταί μοι ἔργον εἶναι
= γιατί αυτό (ο αμφορέας) δε μου φαίνεται να είναι ένα τυχαίο έργο.
3. για τυχαία γεγονότα συμβαίνω.
=> ως απρόσ. συνετύγχανε / συνέτυχε συνέβαινε / συνέβη ώστε...
[σύνθ. λ. σύν + τυγχάνω].
γλσΕλα'σύριγξ: σῦριγξ, -ιγγος::
* McsElln.ουσιαστικό.σύριγξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύριγξ,
* McsElln.σύριγξ@γλσΕλα,
ποιμενικός αυλός.
:=> παράγ. συρίγγιον, συρίζω, σύριγμα, συριστικός, σύνθ. συριγγοποιός.
ΝΕ σύριγγα.
[δάν. μεσογειακό ή ανατολικό, όπως και το ταυτόσημο αρμ. sring «αυλός»].σῦς βλπ. ὗς.
γλσΕλα'συσταδόν: συσταδὸν & συστάδην::
* McsElln.επίρρημα.συσταδόν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'συσταδόν,
* McsElln.συσταδόν@γλσΕλα,
για μάχη σώμα με σώμα, εκ του συστάδην: συσταδὸν μάχαις ἐχρῶντο
= πολεμούσαν σώμα με σώμα.
[σύνθ. λ./παράγ. λ. *συ-στα-δ (συν-στα- < ἵστα-μαι) + παρ. επίθ. -ην].
γλσΕλα'σύστασις: σύστασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.σύστασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σύστασις,
* McsElln.σύστασις@γλσΕλα,
1. μάχη σώμα με σώμα: ἐν τῇ συστάσει ἐμάχετο.
2. συνάθροιση ή ομάδα ανθρώπων: κατὰ ξυστάσεις τε γιγνόμενοι ἐν πολλῇ ἔριδι ἦσαν
= και αφού χωρίστηκαν σε ομάδες, βρίσκονταν σε μεγάλη διαμάχη.
3. σύνθεση στοιχείων που αποτελούν κάτι: ἡ τοῦ κόσμου σύστασις ἐκ πυρός, ὕδατος, ἀέρος καὶ γῆς
= η σύνθεση (κατασκευή) του σύμπαντος από φωτιά, νερό, αέρα και χώμα.
ΝΕ σύσταση (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. *συ-στα- (< συν-στα- < ἵ-σταμαι) +παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'σφάλλω: σφάλλω::
* McsElln.ρήμα.σφάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφάλλω,
* McsElln.σφάλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσφαλλον
Μέλλ. σφαλῶ
Αόρ. ἔσφηλα, ἔσφαλα
Παρακ. ἔσφαλκα
Παθ. μέλλ. σφαλήσομαι & σφαλοῦμαι(με παθ. σημ.)
Παθ. αόρ. β΄ ἐσφάλην
Παθ. παρακ. ἔσφαλμαι
Παθ. υπερσ. ἐσφάλμην
1. ρίχνω κάποιον κάτω, τον κάνω να πέσει, τον ανατρέπω: ὁ ἵππος σφάλλει τὸν ἀναβάτην
= το άλογο ανατρέπει τον αναβάτη.
μγ05.σ274
2. μεταφορικά ανατρέπω, καταστρέφω: ἀνθρώπων κακῶν ὁμιλίαι σφάλλουσιν
= οι σχέσεις με κακούς ανθρώπους καταστρέφουν.
3. παθητική φωνή σφάλλομαι
α. πέφτω σε ατυχία ή καταστρέφομαι: ταῖς τύχαις ἐνδέχεται σφάλλεσθαι τοὺς ἀνθρώπους
= είναι ενδεχόμενο να καταστρέφονται οι άνθρωποι από τις δυστυχίες.
β. κάνω λάθος, σφάλλω: σφαλέντες γνώμῃ
= κάνουν λάθος στην κρίση τους.
:=> παράγ. σφάλμα, σφαλερός, σύνθ. ἀσφαλής, ἀσφάλεια.
ΝΕ σφάλλω (με τη σημ. 3β).
[σφάλ- + παρ. επίθ. -jω, αβέβ.].
γλσΕλα'σφείς: σφεῖς::
* McsElln.αντωνυμία.σφείς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφείς,
* McsElln.σφείς@γλσΕλα,
ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού και θηλυκού, της προσωπικής αντωνυμίας γ΄ προσώπου αυτοί, αυτές.
[ΙΕ *swe- > *σφε- + -εῖς (κατά το ἡμ-εῖς) >σφεῖς, πβ. λατ. sibi < *swe-bhei].
γλσΕλα'σφέτερος: σφέτερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.αντωνυμία.σφέτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφέτερος,
* McsElln.σφέτερος@γλσΕλα,
κτητική, που συσχετίζεται με τη σφεῖς ο δικός τους: αἱ σφέτεραι νῆες
= τα καράβια τους.
:=> παράγ. σφετερίζω.
[*σφε- (σφεῖς) + παρ. επίθ. -τερος].
γλσΕλα'σφήξ: σφήξ, σφηκός::
* McsElln.ουσιαστικό.σφήξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφήξ,
* McsElln.σφήξ@γλσΕλα,
η σφήκα.
ΝΕ σφήκα.
:=> παράγ. ἡ σφηκιὰ «φωλιά σφηκών», σύνθ.σφηκοειδής.
[αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'Σφίγξ: Σφίγξ, Σφιγγός::
* McsElln.ουσιαστικό.Σφίγξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Σφίγξ,
* McsElln.Σφίγξ@γλσΕλα,
μυθολογικό τέρας με πρόσωπο και στήθος γυναίκας και με φτερωτό σώμα λέαινας. ΝΕΣφίγγα.
[αιγυπτ. δάν.].
γλσΕλα'σφόδρα: σφόδρα::
* McsElln.επίρρημα.σφόδρα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφόδρα,
* McsElln.σφόδρα@γλσΕλα,
πάρα πολύ, υπερβολικά: κολάζει σφόδρα
= τιμωρεί πολύ αυστηρά. σφόδρα ἄδικος.
ΝΕ σφόδρα (λόγ.).
[παράγ. λ. σφοδρός + παρ. επίθ. -α, με μετάθεση τόνου].
γλσΕλα'σφοδρός: σφοδρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σφοδρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφοδρός,
* McsElln.σφοδρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός σφοδρότερος
Υπερθετικός σφοδρότατος ορμητικός ή υπερβολικός: σφοδρὸν μῖσος.
=> παράφορος: σφοδρὸς νέος.
ΝΕ σφοδρός.
[*σφοδ- + παρ. επίθ. -ρός, συγγεν. με σφεδ-ανὸς «βίαιος, ορμητικός», πβ. σφεδανῶν· φονεύων, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'σφύρα: σφῦρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.σφύρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σφύρα,
* McsElln.σφύρα@γλσΕλα,
σφυρί.
:=> παράγ. σφυρόν, σφυράς, σύνθ. σφυρήλατος, σφυρηλατέω, σφυροκόπος, σφυροκοπέω.
[*σφ^υρ- + παρ. επίθ. -j^α > σφῦρα, συγγεν. με σφαῖρα, ομόρρ. με αρχ. ινδ. sphur'ati «αναπηδώ, πάλλομαι»].
γλσΕλα'σxέσις: σχέσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.σxέσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σxέσις,
* McsElln.σxέσις@γλσΕλα,
1. το είδος ενός πράγματος, η φύση του, η ποιότητά του: ἡ τοῦ βίου σχέσις
= το είδος ζωής.
2. σχέση: σχέσις ἀνδρὸς πρὸς γυναῖκα
= η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα.
ΝΕ σχέση (με τη σημ. 2).
[*σεχ- (ἔχω), *σχέ- + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'σxήμα: σχῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.σxήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σxήμα,
* McsElln.σxήμα@γλσΕλα,
1. μορφή, σχήμα: τὸ σχῆμα τῆς φάλαγγος
= η μορφή της στρατιωτικής παράταξης.
2. πρόσχημα: σχήματι ξενίας
= με το πρόσχημα της φιλοξενίας.
3. η έκφραση του προσώπου: σχήματι φαιδρός
= με χαρούμενη έκφραση.
4. ενδυμασία: τὸ σχῆμα ὃ σὺ περιβέβλησαι
= η ενδυμασία που φοράς (πβ. ιερατικό σχήμα).
ΝΕ σχήμα (με τις σημ. 1, 4).
[*σχη- (σχή-σω < ἔχω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'σxηματίζω: σχηματίζω::
* McsElln.ρήμα.σxηματίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σxηματίζω,
* McsElln.σxηματίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐσχημάτιζον
Μέλλ. σχηματίσω / σχηματιῶ
Παθ. παρακ.και με μέση σημ.ἐσχημάτισμαι
1. αμετάβατο παίρνω μια μορφή ή μια θέση: ὅσα σχηματίζουσι τὰ στρατόπεδα ἐν ταῖς μάχαις
= όποια θέση (διάταξη) παίρνει ο στρατός στη μάχη.
2. ως μεταβατικό δίνω σχήμα, σχηματίζω.
3. μέση φωνή σχηματίζομαι προσποιούμαι:σχηματίζονται ἀμαθεῖς εἶναι
= προσποιούνται (κάνουν) πως είναι αμόρφωτοι.
ΝΕ σχηματίζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. σχῆμα, -ατος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'σxολάζω: σχολάζω::
* McsElln.ρήμα.σxολάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σxολάζω,
* McsElln.σxολάζω@γλσΕλα,
1. δεν έχω καμιά ασχολία, ξεκουράζομαι:σχολάζω ἀπό τινος
= σταματώ να κάνω κάτι και ξεκουράζομαι.
=/ ἀσχολοῦμαι.
2. αφιερώνω τον ελεύθερο χρόνο μου σε κάτι:σχολάζω φιλοσοφί'α
= επιδίδομαι στη φιλοσοφία κατά τον ελεύθερό μου χρόνο. οὔπω πρὸς ταῦτα ἐσχόλασα
= δε βρήκα ακόμη καιρό να ασχοληθώ με αυτά.
:=> παράγ. σχολαστής, σχολαστικός.
[παράγ. λ. σχολή + παρ. επίθ. -άζω].
γλσΕλα'σxολαστικός: σχολαστικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.σxολαστικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σxολαστικός,
* McsElln.σxολαστικός@γλσΕλα,
1. αυτός που δεν ασχολείται με κάτι, που ξεκουράζεται.
μγ05.σ275
2. αυτός που αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του στη μόρφωση.
=> μορφωμένος άνθρωπος που ασχολείται όμως με ασήμαντες λεπτομέρειες.
ΝΕ σχολαστικός «που ασχολείται με λεπτομέρειες».
[παράγ. λ. σχολαστής (παράγ. λ. σχολάζω +παρ. επίθ. -τής) + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'σxολή: σχολή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.σxολή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σxολή,
* McsElln.σxολή@γλσΕλα,
1. η έλλειψη ασχολίας, ο ελεύθερος χρόνος: σχολὴν ἄγω
= δεν κάνω τίποτε, ξεκουράζομαι. ἔστι σοι σχολὴ ἀκούειν;
= έχεις καιρό να ακούσεις (τι θα πω); οὐ σχολή μοι
= δεν έχω καιρό.
2. η μελέτη, η μόρφωση στην οποία αφιερώνει κανείς το χρόνο του.
3. ο τόπος όπου μελετούν και διδάσκονται, η σχολή.
4. ως επίρρημα σχολῇ
α. αργά, με βραδύτητα. β.μόλις και μετά βίας ή καθόλου: μὴ γιγνώσκων τὴν οὐσίαν σχολῇ τήν γε ὀρθότητα διαγνώσεται
= ένας άνθρωπος που δεν ξέρει τι πραγματικά είναι κάτι, με πολλή δυσκολία θα διακρίνει αν είναι σωστό ή όχι.
ΝΕ σχολή (με τη σημ. 3).
:=> παράγ. σχολαῖος, σχόλιον, σχολάζω, σύνθ.ἀσχολία, ἀσχολέω, ἀσχολέομαι.
[*σεχ- (ἔχω), *σχ-ο- (σχ-εῖν), όπου όμως το -οδεν ερμηνεύτηκε ικανοποιητικά, πβ. βολ-ή <βάλ-λω, στολ-ή < στέλ-λω].
γλσΕλα'σώζω: σ'ώζω::
* McsElln.ρήμα.σώζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σώζω,
* McsElln.σώζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔσῳζον
Μέλλ. σώσω
Παρακ. σέσωκα
Μέσ. μέλλ. σώσομαι
Παθ. μέλλ. σωθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐσωσάμην
Παθ. αόρ. ἐσώθην
Παθ. παρακ. σέσωσμαι
1. σώζω κάποιον από το θάνατο.
2. διατηρώ κάτι, το προστατεύω από τη φθορά: σ'ώζω τὴν δημοκρατίαν.
3. μέση φωνή σ'ώζομαι διατηρώ κάτι στη μνήμη μου, δεν το ξεχνώ: μηδὲν ὧν ἔμαθε σ'ώζεσθαι δύναται
= δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτε από όσα έμαθε.
:=> παράγ. σωστός, σωστέος, σωστικός, σῶστρα (τά), σύνθ. ἄσωστος, θεόσωστος, ἀνασ'ώζω, διασ'ώζω.
ΝΕ σώζω (με τη σημ. 1).
[επίθετο σῶ-ς (και σῶος) «ζωντανός, εν ζωή»+ παρ. επίθ. -ίζω > σωΐζω και σ'ώζω, βλπ. σῶς].
γλσΕλα'σωμασκέω: σωμασκέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σωμασκέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σωμασκέω,
* McsElln.σωμασκέω@γλσΕλα,
γυμνάζω το σώμα μου.
[σύνθ. λ. σῶμα + ἀσκέω].
γλσΕλα'σώς: σῶς, σῶς, σῶν::
* McsElln.επίθετο.σώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σώς,
* McsElln.σώς@γλσΕλα,
σώος.
[σῶς και σῶος από *σαF-ος ομόρρ. με αρχ.ινδ. tavas «ισχυρός»].
γλσΕλα'σώτειρα: σώτειρα, -είρας::
* McsElln.ουσιαστικό.σώτειρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σώτειρα,
* McsElln.σώτειρα@γλσΕλα,
θηλυκό του σωτὴρ αυτή που σώζει ή ελευθερώνει.
ΝΕ σώτειρα (λόγιο).
[παράγ. λ. *σώτερ- + παρ. επίθ. -jα].
γλσΕλα'σωτήρ: σωτήρ, -ῆρος::
* McsElln.ουσιαστικό.σωτήρ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σωτήρ,
* McsElln.σωτήρ@γλσΕλα,
1. αυτός που σώζει, ελευθερώνει ή απαλλάσσει από κάτι κακό, ο σωτήρας.
=> ως επίθετο του Δία Ζεὺς Σωτήρ.
:=> παράγ. σωτηρία, σωτήριος.
ΝΕ σωτήρας.
[παράγ. λ. *σώ- (σῶ-ς/σῶ-ος/σ'ώ-ζω) + παρ. επίθ. -τήρ].
γλσΕλα'σωτηρία: σωτηρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.σωτηρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σωτηρία,
* McsElln.σωτηρία@γλσΕλα,
1. σωτηρία.
2. η ασφαλής επιστροφή: ἡ ἐς τὴν πατρίδα σωτηρία.
3. για πράγματα διατήρηση: τῶν νόμων σωτηρία.
ΝΕ σωτηρία (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. σωτήρ + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'σωφρονέω: σωφρονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.σωφρονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'σωφρονέω,
* McsElln.σωφρονέω@γλσΕλα,
1. είμαι συνετός, σώφρων (στο μυαλό).
2. είμαι μετρημένος, δείχνω εγκράτεια: ὁ μὲν μαίνεται, ὁ δὲ σωφρονεῖ.
:=> παράγ. σωφροσύνη.
[παράγ. λ. σώφρων, -ονος + παρ. επίθ. -έω· ακριβέστερα σῶος + φρήν > σώφρων (στον Όμηρο σαόφρων < *σοόφρων, σόος - σῶος)].
γλσΕλα'Τ: Τ, τ, ταῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.Τ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Τ,
* McsElln.Τ@γλσΕλα,
το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως σύμβολο αριθμού τ΄
= 300, αλλά ,τ
= 300.000.
γλσΕλα'τάλαντον: τάλαντον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τάλαντον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάλαντον,
* McsElln.τάλαντον@γλσΕλα,
μονάδα βάρους: χίλια τάλαντα ἀνηνέγκαμεν νομίσματος εἰς τὴν Ἀκρόπολιν
= ανεβάσαμε στην Ακρόπολη χίλια τάλαντα χρήματος.Το τάλαντον είχε ανταλλακτική αξία και το χρησιμοποιούσαν ως χρήμα. Στην Αθήνα 1 τάλαντον ισοδυναμούσε με 60 μνᾶς και κάθε μνᾶ με 100δραχμάς. 1 δραχμὴ ισοδυναμούσε με 6 ὀβολούς.
:=> παράγ. ταλαντεύω, σύνθ. ταλαντοῦχος, ἡμιτάλαντον, ἀτάλαντος «ισοβαρής».
ΝΕ τάλαντο.
[*ταλα- «βάρος που ζυγίζεται» + παρ. επίθ.-ντ-ον, ομόρρ. με ταλαντ-εύομαι «ισορροπώ
μγ05.σ276
στη ζυγαριά», συγγενικό του επιθέτου βλπ. τάλας, αινα, -αν].
γλσΕλα'τάλας: τάλας, τάλαινα, τάλαν::
* McsElln.επίθετο.τάλας@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάλας,
* McsElln.τάλας@γλσΕλα,
δύστυχος: ὦ τάλας ἐγώ
= εγώ ο δύστυχος!
[*ταλα- «υποφέρω» + παρ. επίθ. -ν-ς > τάλας,*τάλαν-jα > τάλαινα, τάλα-ν].
γλσΕλα'τάξις: τάξις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.τάξις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάξις,
* McsElln.τάξις@γλσΕλα,
1. διάταξη, τάξη: συνέχουσιν τὴν τῶν ὅλων τάξιν ἀγήρατον καὶ ἀναμάρτητον
= συγκρατούν τη διάταξη του σύμπαντος έτσι, ώστε να είναι αγέραστη και χωρίς σφάλματα.
=/ ἀταξία.
2. στρατιωτική παράταξη (και ιδιαίτερα της μάχης): εἰς τάξιν καθίσταμαι
= μπαίνω στην παράταξη για μάχη.
ΝΕ τάξη (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. *τάγ- (τάττω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'ταπεινός: ταπεινός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ταπεινός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ταπεινός,
* McsElln.ταπεινός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ταπεινότερος
Υπερθετικός ταπεινότατος
1. χαμηλός: ταπεινὰ χωρία
= χαμηλοί τόποι.
=/ ὑψηλός.
2. για πρόσωπα ταπεινωμένος, υποταγμένος:ταπεινοὺς ὑμῖν παρέχω τοὺς Μυσούς
= κάνω τους Μυσούς να υποταχθούν σε σας.
3. με αρνητική ηθική σημ. πρόστυχος, ευτελής:ταπεινὸς φαίνεται
= φαίνεται ευτελής.
4. με θετική ηθική σημ. ταπεινόφρων: πραΰς εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδί'α
= είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά.
:=> παράγ. ταπεινότης, ταπεινόω, ταπείνωσις, σύνθ. ταπεινόφρων, ταπεινοφροσύνη.
ΝΕ ταπεινός (με τη σημ. 3, π.χ. ταπεινά ελατήρια, και τη σημ. 4).
[πιθ. *ταπ- «χαμηλός»].
γλσΕλα'ταράττω: ταράττω::
* McsElln.ρήμα.ταράττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ταράττω,
* McsElln.ταράττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι ταράσσω
Παρατ. ἐτάραττον
Μέλλ. ταράξω
Αόρ. ἐτάραξα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.ταράξομαι«θα ταραχθώ»
Παθ. μέλλ. ταραχθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐταράχθην
Παθ. παρακ. τετάραγμαι ταράσσω, αναστατώνω: ἄνεμοι ταράττουσι θάλατταν. φόβος ταράττει τὴν ψυχήν
= ο φόβος αναστατώνει την ψυχή.
:=> παράγ. ταραχή, τάραχος, ταραχώδης, σύνθ. ἀτάραχος, πολυτάραχος.
ΝΕ ταράζω.
[*ταραχ- (πβ. ταραχ-ή) + παρ. επίθ. -jω, αβέβ.ετυμ.].
γλσΕλα'τάττω: τάττω::
* McsElln.ρήμα.τάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάττω,
* McsElln.τάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι τάσσω
Παρατ. ἔταττον
Μέλλ. τάξω
Αόρ. ἔταξα
Παρακ. τέταχα
Μέσ. μέλλ. τάξομαι
Παθ. μέλλ. ταχθήσομαι & ταγήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐταξάμην
Παθ. αόρ. ἐτάχθην & ἐτάγην
Παθ. παρακ. τέταγμαι
1. παρατάσσω: τοὺς ὁπλίτας τάττω.
2. διατάζω: τοὺς μὲν αὐτῶν ἔταξε τοὺς θησαυροὺς παραλαμβάνειν
= διέταξε μερικούς από αυτούς να παραλάβουν τους θησαυρούς.
3. τοποθετώ: ἀργύριον τὸ κάλλιστον πρῶτον τάττω
= τοποθετώ πρώτο το πιο όμορφο χρήμα.
:=> παράγ. τάγμα, τάξις, τακτικός, σύνθ. ταγματάρχης, ταξίαρχος, διάταξις, ἐπίταξις.
ΝΕ τάσσω (με σημ. 3) & τάζω «υπόσχομαι».
[*ταγ- (πβ. ταγ-ὸς «αρχηγός») + παρ. επίθ. -jω, αβέβ. ετυμ.].ταῦτα ΕΠΙΡΡΗΜΑ βλπ. οὗτος.ταύτῃ ΕΠΙΡΡΗΜΑ βλπ. οὗτος.
γλσΕλα'ταυτός: ταὐτός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ταυτός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ταυτός,
* McsElln.ταυτός@γλσΕλα,
ο ίδιος.
:=> παράγ. ταὐτότης, ταὐτίζω, σύνθ. ταὐτολόγος, ταὐτολογία.
[από το ουδ. τὸ αὐτόν (όπου το -ν δεν είναι οργανικό, πβ. ουδ. αὐτό) > ταὐτόν (κράση), που επεκτάθηκε και στο αρσ. και θηλ.].
γλσΕλα'τάφος: τάφος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τάφος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάφος,
* McsElln.τάφος@γλσΕλα,
1. τάφος, μνήμα.
2. οι τελετές της κηδείας: τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο
= τέτοιες υπήρξαν οι τελετές της κηδείας τους.
:=> παράγ. τάφρος, σύνθ. ἐνταφιάζω, ἐνταφιασμός, ἐπιτάφιος.
ΝΕ τάφος (με τη σημ. 1).
[*ταφ- (< *θάπ-τω) + παρ. επίθ. -ος, ΙΕ*dhmοbh-, πβ. αρμ. dambam «τάφρος»].
γλσΕλα'τάxα: τάχα::
* McsElln.επίρρημα.τάxα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάxα,
* McsElln.τάxα@γλσΕλα,
συνήθως συνδυάζεται με τα ἄν, τάχ’ ἂν και ακολουθείται κυρίως από ευκτική ίσως, πιθανώς: τάχ’ ἄν τις θαρσοίη ὅτι τοῖς ὅπλοις αὐτῶν ὑπερφέρομεν
= ίσως παίρνει κανείς θάρρος, επειδή είμαστε στα όπλα υπέρτεροι από αυτούς.
ΝΕ τάχα «δήθεν».
[παράγ. λ. ταχ-ύς + παρ. επίθ. -α].
γλσΕλα'ταxέως:::
* McsElln.επίρρημα.ταxέως@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ταxέως,
* McsElln.ταxέως@γλσΕλα,
===
γλσΕλα:θάττον: θᾶττον συγκριτικός βαθμός του επιρρ. ταχέως
γλσΕλα'τάxος: τάχος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.τάxος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τάxος,
* McsElln.τάxος@γλσΕλα,
ταχύτητα.
=> χρησιμοποιείται συχνά σε επιρρηματικές φράσεις που ισοδυναμούν με το «ταχέως» ἐν τάχει, κατὰ τάχος γρήγορα, ταχέως: κατὰ τάχος
μγ05.σ277
τῷ στρατῷ ἀνεχώρησεν
= αποσύρθηκε γρήγορα με το στρατό του.
ΝΕ στη φρ. εν τάχει.
[ταχ-ύς + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'ταxύς: ταχύς, -εῖα, -ὺ::
* McsElln.επίθετο.ταxύς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ταxύς,
* McsElln.ταxύς@γλσΕλα,
Συγκριτικός θάττων / θάσσων, θᾶττον / θᾶσσον
Υπερθετικός τάχιστος
1. ταχύς, γρήγορος: πτέρωσόν με ταχέσι καὶ κούφοις πτεροῖς
= φτέρωσέ με με γρήγορα και ελαφρά φτερά.
=/ βραδύς.
2. ο συγκριτικός βαθμός του επιρρήματος θᾶττον συνδυάζεται με συνδέσμους ἐπειδὴ θᾶττον & ἐ-ὰν θᾶττον & ἢν θᾶττον μόλις: ἐπειδὴ θᾶττον συνεσκότασεν, εὐθὺς ὡς ἡμᾶς εἰσεπήδησαν
= μόλις έπεσε το σκοτάδι, αμέσως πήδησαν προς το μέρος μας. ἢν τὰ τῶν θεῶν ἡμῖν θᾶττον συγκαταινῇ...
= μόλις οι θεοί μας δώσουν τη συγκατάθεσή τους...
3. Ο υπερθετικός βαθμός του επιρρήματος τάχιστα συνδυάζεται με συνδέσμους ὅτι τάχιστα
= ὅπως τάχιστα
= ὡς τάχιστα όσο το δυνατόν συντομότερα: οὗτος τὸ πλεῖστον τῆς γνώμης εἶχεν ὅτι τάχιστα τῇ Πελοποννήσῳ πάλιν προσμεῖξαι
= αυτός έκλινε κυρίως προς τη γνώμη να επιστρέψει στην Πελοπόννησο όσο το δυνατόν συντομότερα. 4. ὅταν τάχιστα μόλις: ἡμεῖς δὲ πειρασόμεθα παρεῖναι, ὅταν τάχιστα διαπραξώμεθα τἀγαθὰ ἅ...
= εμείς όμως θα προσπαθήσουμε να έρθουμε σε σένα, μόλις πραγματοποιήσουμε τα καλά που...
5. τὴν ταχίστην (ενν. ὁδόν) από το συντομότερο δρόμο, πολύ γρήγορα: εἰς τὴν Κιλικίαν ἀποπέμπει αὐτὴν τὴν ταχίστην ὁδόν
= τη στέλνει στηνΚιλικία από το συντομότερο δρόμο.
:=> παράγ. τάχος, ταχυτής (και ταχύτης), ταχύνω, σύνθ. ἐπιταχύνω, Τάχιππος.
ΝΕ ταχύς (με τη σημ. 1).
[*ταχ- + παρ. επίθ. -ύς > ταχύς, και *θ_αχ- +παρ. επίθ. -jων > θάσσων/θάττων (το *ταχ- από *θαχ- με ανομοίωση του πρώτου από τα δύο δασέα)].
γλσΕλα'ταώς: ταὼς & ταῶς::
* McsElln.ουσιαστικό.ταώς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ταώς,
* McsElln.ταώς@γλσΕλα,
παγόνι. Το πτηνό ήρθε από την Ινδία μέσω τηςΠερσίας.
[ανατολικό δάν.].
γλσΕλα'τε: τε::
* McsElln.μόριο.τε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τε,
* McsElln.τε@γλσΕλα,
χρησιμοποιείται ως συμπλεκτικός σύνδεσμος
1. τε... τε... και... και...: ἥ τε νῆσος πολεμία τοῖς Ἀθηναίοις ἔσται ἥ τε ἤπειρος
= και το νησί θα είναι εχθρικό στους Αθηναίους και η ηπειρωτική χώρα.
2. τε... καί... (το τε προαναγγέλλει το καὶ και δε χρειάζεται να μεταφραστεί) και: βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται
= επιθυμεί και γνωρίζει.
[μυκην. qe
= kwe > τε, πβ. λατ. que].
γλσΕλα'τέγγω: τέγγω::
* McsElln.ρήμα.τέγγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέγγω,
* McsElln.τέγγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτεγγον
Μέλλ. τέγξω
Αόρ. ἔτεγξα
Παθ. αόρ. ἐτέγχθην
1. βρέχω, υγραίνω: τέγγω ἐν θαλάττῃ τοὺς πόδας.
2. χύνω υγρό και ιδίως δάκρυα: τέγγω δάκρυα.
:=> παράγ. τέγξις «βούτηγμα στο νερό», σύνθ.ἄτεγκτος.
[*τέγγ- + παρ. επίθ. -ω, ομόρρ. με λατ. ting-o«εμποτίζω»].
γλσΕλα'τείνω: τείνω::
* McsElln.ρήμα.τείνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τείνω,
* McsElln.τείνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτεινον
Μέλλ. τενῶ
Αόρ. ἔτεινα
Παρακ. τέτακα
Μέσ. μέλλ. τενοῦμαι
Παθ. μέλλ. ταθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐτεινάμην
Παθ. αόρ. ἐτάθην
Παθ. παρακ. τέταμαι τεντώνω: κυκλοτερὲς μέγα τόξον ἔτεινε
= τέντωνε το μεγάλο κυκλικό τόξο.
:=> παράγ. τένων, τόνος, τονωτικός, τονίζω, τάσις, τετανός «τεντωμένος» (και τέτανος«αρρώστια»), σύνθ. ἀνα-, ἐπι-, παρα-, προτείνω, εὐθυτενής, ἄτονος, βαρύτονος, χειροτονέω, συντονίζω, παράτασις, πρότασις.
ΝΕ τείνω (με την ίδια σημ. και στη φρ. τείνω ευήκοον ους «τεντώνω τα αφτιά για να ακούσω καθαρά»).
[*τέν- + παρ. επίθ. -jω > τείνω, ομόρρ. με λατ.tenus, -oris «τεντωμένος ιμάντας»].
γλσΕλα'τεκμαίρομαι: τεκμαίρομαι::
* McsElln.ρήμα.τεκμαίρομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τεκμαίρομαι,
* McsElln.τεκμαίρομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτεκμαιρόμην
Μέλλ. τεκμαροῦμαι
Αόρ. β΄ ἐτεκμηράμην συμπεραίνω με βάση κάποιες ενδείξεις, υπολογίζω: τὰ μέλλοντα τοῖς γεγενημένοις τεκμαίρομαι
= συμπεραίνω το μέλλον με βάση όσα έγιναν στο παρελθόν.
:=> παράγ. τέκμαρσις, τεκμαρτός, τεκμήριον, τεκμηριόω, σύνθ. ἀτέκμαρτος.
ΝΕ τεκμαίρομαι (λόγ.).
[παράγ. λ. τέκμαρ- «σημείο, όριο, τέλος» +παρ. επίθ. -jομαι].
γλσΕλα'τεκμήριον: τεκμήριον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.τεκμήριον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τεκμήριον,
* McsElln.τεκμήριον@γλσΕλα,
απόδειξη: τεκμήρια ἀνδρείας παρέχομαι
= δίνω αποδείξεις για την ανδρεία μου.
:=> παράγ. τεκμηριόω.
ΝΕ τεκμήριο.
μγ05.σ278
[παράγ. λ. τεκμαρ- «σημείο, όριο» / *τεκμηρ-+ παρ. επίθ. -ιον].
γλσΕλα'τέκνον: τέκνον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τέκνον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέκνον,
* McsElln.τέκνον@γλσΕλα,
παιδί.
= παῖς, ὁ/ἡ.
:=> παράγ. τεκνίδιον, τεκνίον.
ΝΕ τέκνο (λόγιο αντί του παιδί).
[*τεκ- (ἔ-τεκ-ον < τίκτω) + παρ. επίθ. -νον].
γλσΕλα'τεκταίνομαι: τεκταίνομαι::
* McsElln.ρήμα.τεκταίνομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τεκταίνομαι,
* McsElln.τεκταίνομαι@γλσΕλα,
1. εκτελώ την εργασία του ξυλουργού, κάνω κατασκευές από ξύλο: τεκταίνομαι ναῦς
= κατασκευάζω πλοία.
2. μεταφορικά γενικά δημιουργώ: τεκταίνομαι ἔπη / μαθήματα.
ΝΕ η μτχ. τα τεκταινόμενα «αυτά που συμβαίνουν, κατασκευάζονται».
[*τεκτ- (τέκτ-ων) + παρ. επίθ. -αν-jομαι ].
γλσΕλα'τέκτων: τέκτων, -ονος::
* McsElln.ουσιαστικό.τέκτων-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέκτων,
* McsElln.τέκτων@γλσΕλα,
ξυλουργός: τέκτονες ἄνδρες ἐποίησαν θάλαμον.
:=> παράγ. τεκτονικός.
ΝΕ τέκτονας και συνήθως αρχιτέκτονας.
[*τεκτ- «κατασκευάζω με ξύλινα υλικά» +παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'τέλειος: τέλειος & τέλεος, -α & -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.τέλειος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέλειος,
* McsElln.τέλειος@γλσΕλα,
Συγκριτικός τελειότερος & τελεώτερος
Υπερθετικός τελειότατος & τελεώτατος
1. για σφάγια ακέραιος, που βρίσκεται στην πλήρη ανάπτυξή του: ἱερὰ τέλεια
= σφάγια στην πλήρη ανάπτυξή τους.
2. για ανθρώπους ενήλικος: ὁπόσοιπερ ἂν ὦσιν γυναικῶν εἴτε ἀνδρῶν τέλειοι
= όσοι τυχόν από τις γυναίκες ή τους άνδρες είναι ενήλικοι.
3. τέλειος στο είδος του, καλά καταρτισμένος:τούτους φημὶ καὶ φρονίμους εἶναι καὶ τελέους ἄνδρας
= λέγω ότι αυτοί είναι και σοφοί και τέλειοι άνδρες.
4. για προσευχές, τάματα εκπληρωμένος: τέλεον ἄρα ἡμῖν τὸ ἐνύπνιον ἀποτετέλεσται
= το όνειρό μας βγήκε αληθινό.
:=> παράγ. τελειότης, τελειόω.
ΝΕ τέλειος (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. *τελεσ- (τέλος) + παρ. επίθ. -ιος >*τελεσιος > τέλειος].
γλσΕλα'τελειόω: τελειόω & τελεόω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τελειόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τελειόω,
* McsElln.τελειόω@γλσΕλα,
1. τελειώνω, περατώνω, εκτελώ, συμπληρώνω: ἐτελέωσαν τὰς σπονδάς
= τέλειωσαν τη συνθήκη
2. τελειοποιώ.
ΝΕ τελειώνω (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. τέλει-ος + παρ. επίθ. -όω].
γλσΕλα'τελευτάω: τελευτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τελευτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τελευτάω,
* McsElln.τελευτάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτελεύτων
Μέλλ. τελευτήσω
Παρακ. τετελεύτηκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.τελευτήσομαι«θα τερματιστώ, θα τελειώσω»
Παθ. αόρ. ἐτελευτήθην
1. μεταβατικό τερματίζω, τελειώνω κάτι: λόγου τελευτῶ.
2. απολύτως πεθαίνω: ἐκ τῆς πληγῆς τοῦ τραύματος ἐτελεύτησεν.
3. αμετάβατο έρχομαι στο τέλος μου, τελειώνω: ὅταν ὁ χειμὼν τελευτήσῃ
= όταν τελειώσει ο χειμώνας.
4. τελευτῶν, -ῶσα, -ῶν η μετοχή χρησιμοποιείται με ρήματα ως επίρρημα τελικά, εν τέλει: καὶ πόλεις ἐκάλουν καὶ τελευτῶντες Λακεδαιμονίους
= και πόλεις παρακαλούσαν (για να τους βοηθήσουν) και τελικά τους Λακεδαιμονίους.
[παράγ. λ. τελευτή + παρ. επίθ. -άω].
===
_stxElla: τελευτῶ τι. == τελειώνω κάτι.
γλσΕλα'τελευτή: τελευτή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.τελευτή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τελευτή,
* McsElln.τελευτή@γλσΕλα,
1. τέλος, τερματισμός: ἡ τελευτὴ τοῦ πολέμου.
2. θάνατος: τῆς εὐπρεπεστάτης λαγχάνω τελευτῆς
= μου λαχαίνει ο πιο ένδοξος θάνατος.
:=> παράγ. τελευτάω, τελευταῖος.
[*τελεσ- (*τέλεσ-ος > τέλους) + παρ. επίθ. -jω >τελέω, τελείω > *τελέFω > *τελεύ-ω + παρ. επίθ. τή > τελευτή (ενν. ὥρα
= η τελευταία ώρα) κατά τα ρηματικά επίθετα σε -τός, -τή, -τόν].
γλσΕλα'τελέω: τελέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τελέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τελέω,
* McsElln.τελέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτέλουν
Μέλλ. τελῶ
Αόρ. ἐτέλεσα
Παρακ. τετέλεκα
Υπερσ. ἐτετελέκειν
Παθ. μέλλ. τελεσθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐτελεσάμην
Παθ. αόρ. ἐτελέσθην
Μέσ. & παθ. παρακ. τετέλεσμαι
Παθ. υπερσ. ἐτετελέσμην
1. πληρώνω (τέλος, μισθόν).
2. ειδικότερα πληρώνω το φόρο: τελῶ μετοίκιον
= πληρώνω το φόρο του μετοίκου.
3. γενικά ξοδεύω: ἐς τὸ δεῖπνον τετρακόσια τάλαντα τετελεσμένα εἰσί
= ξοδεύτηκαν στο δείπνο τετρακόσια τάλαντα.
4. εκτελώ, πραγματοποιώ.
:=> παράγ. τελέω, τέλειος, τελευτή, τέλεσις, τελεστικός, σύνθ. διατελέω, ἐκτελέω, ἐκτέλεσις, ἀποτέλεσμα, ἀτέλεια, ἀτέλεστος.
ΝΕ τελώ (με τη σημ. 4, π.χ. τελώ μνημόσυνο).
[παράγ. λ. τέλος + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'τέλος: τέλος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.τέλος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέλος,
* McsElln.τέλος@γλσΕλα,
1. εκπλήρωση: ἢν θεὸς ἀγαθὸν τέλος διδῷ αὐτῷ
= αν ο θεός του δώσει καλή εκπλήρωση.
2. σκοπός: τέλος ἐστὶν ἁπασῶν τῶν πράξεων τὸ ἀγαθόν
= σκοπός όλων των πράξεων είναι το καλό.
μγ05.σ279
[*τελ- «ανυψώνω» (πβ. τέλλω «ανατέλλω», ανατολή) + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'τελώνης: τελώνης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τελώνης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τελώνης,
* McsElln.τελώνης@γλσΕλα,
φοροεισπράκτορας: οἱ τελῶναι τέλη ἐκλέγουσι
= οι φοροεισπράκτορες συλλέγουν φόρους.
:=> παράγ. τελωνέω, τελωνία.
ΝΕ τελώνης.
[σύνθ. λ. τέλος + -ων (< ὠνέομαι «αγοράζω, εισπράττω») + -ης].
γλσΕλα'τέμενος: τέμενος, -ους::
* McsElln.ουσιαστικό.τέμενος-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέμενος,
* McsElln.τέμενος@γλσΕλα,
τεμάχιο γης περιφραγμένο και αφιερωμένο σε ένα θεό, περίβολος.
:=> παράγ. τεμενίζω, τεμένιος, τεμενίτης.
ΝΕ τέμενος (λόγ.).
[*τεμε- (< τέμνω) + παρ. επίθ. -νος].
γλσΕλα'τέμνω: τέμνω::
* McsElln.ρήμα.τέμνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέμνω,
* McsElln.τέμνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτεμνον
Μέλλ. τεμῶ
Αόρ. β΄ ἔτεμον
Παρακ. τέτμηκα
Μέσ. μέλλ. τεμοῦμαι
Παθ. μέλλ. τμηθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἐτεμόμην
Παθ. αόρ. ἐτμήθην
Παθ. παρακ. τέτμημαι
Παθ. συντ. μέλλ. τετμήσομαι1.κόβω: ὁδὸν ἐποιήσατο τεμὼν τὴν ὕλην
= έκανε δρόμο κόβοντας το δάσος.
2. κόβω σε κομματάκια: τέμνω ἰχθῦς.
3. διαιρώ: ὁ ποταμὸς μέσην τέμνει Λιβύην
= ο ποταμός διαιρεί στα δύο τη Λιβύη.
4. στην αριθμητική διαιρώ: τέμνω ἀριθμὸν ἀρτίῳ καὶ περιττῷ
= διαιρώ τον αριθμό σε άρτιο και περιττό.
:=> παράγ. τέμενος, τμῆμα, τμῆσις, τμητός, τομή, τόμος, τεμάχιον, σύνθ. ἄτομος, ἄτμητος,ἐπίτομος, ἀπότομος.
ΝΕ τέμνω (με τη σημ. 1, στη γεωμετρία).
[*τεμ- «κόβω», πβ. ιρλ. tamnaid «κόβει»].τέρας, -ατος (παλαιότερα -αος/-ως), τὸΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟθεϊκό σημείο, θαυματουργικό σημάδι: τοῖς Ἕλλησι τέρατα πέμπουσιν οἱ θεοί
= οι θεοί στέλνουν σημάδια στους Έλληνες.
:=> παράγ. τερατώδης, τεράστιος, σύνθ. τερατολόγος, τερατοσκόπος, τερατουργός.
ΝΕ τέρας «αλλόκοτο, μη φυσικό ον».
[*τερ- «ουράνιο σημείο, αστέρι», πβ. αρχ. ινδ.t'arah «αστέρια»].
γλσΕλα'τερπνός: τερπνός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.τερπνός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τερπνός,
* McsElln.τερπνός@γλσΕλα,
Συγκριτικός τερπνότερος
Υπερθετικός τερπνότατος ευχάριστος: τερπνὴ ἀκοή
= ευχάριστο άκουσμα.
ΝΕ τερπνός.
[παράγ. λ. τέρπ-ω + παρ. επίθ. -νός, πβ. αρχ.ινδ. tropyati «είμαι ικανοποιημένος»].
γλσΕλα'τέρπω: τέρπω::
* McsElln.ρήμα.τέρπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέρπω,
* McsElln.τέρπω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτερπον
Μέλλ. τέρψω
Αόρ. ἔτερψα
Παθ. αόρ. ἐτέρφθην ευχαριστώ κάποιον: ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα ἡμᾶς τέρψει
= με τα έπη του για την παρούσα στιγμή θα μας ευχαριστήσει.
= εὐφραίνω.
:=> παράγ. τερπνός, τέρψις, σύνθ. Τερψιχόρη,Εὐτέρπη.
ΝΕ τέρπω.
[*τερπ-, βλπ. τερπνός].
γλσΕλα'τέρψις: τέρψις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.τέρψις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέρψις,
* McsElln.τέρψις@γλσΕλα,
απόλαυση, ευχαρίστηση: τέρψιν παρέχω τινί
= δίνω σε κάποιον ευχαρίστηση.
ΝΕ τέρψη.
[παράγ. λ. τέρπ-ω + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'τετταράκοντα: τετταράκοντα, οἱ, αἱ, τὰ::
* McsElln.επίθετο.τετταράκοντα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τετταράκοντα,
* McsElln.τετταράκοντα@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι τεσσαράκοντα σαράντα.
:=> παράγ. τετταρακοστός, σύνθ. τετταρακονταετής.
ΝΕ σαράντα.
[*τετFορ- + παρ. επίθ. -άκοντα].
γλσΕλα'τέτταρες: τέτταρες, οἱ, αἱ, τέτταρα, τὰ::
* McsElln.επίθετο.τέτταρες@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέτταρες,
* McsElln.τέτταρες@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι τέσσαρες, τέσσαρα τέσσερις, τέσσερα.
ΝΕ τέσσερις, τέσσερα.
[*τετFορ- + παρ. επίθ. -ες, πβ. λατ. quattuor, ομόρρ. με αρχ. ινδ. catr'avas].
γλσΕλα'τετταρεσκαίδεκα: τετταρεσκαίδεκα, οἱ, αἱ, τὰ::
* McsElln.επίθετο.τετταρεσκαίδεκα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τετταρεσκαίδεκα,
* McsElln.τετταρεσκαίδεκα@γλσΕλα,
δεκατέσσερις, δεκατέσσερα.
:=> παράγ. τετταρεσκαιδέκατος.
[σύνθ. λ. τέτταρες + καί + δέκα].
γλσΕλα'τέττιξ: τέττιξ, -ιγος::
* McsElln.ουσιαστικό.τέττιξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέττιξ,
* McsElln.τέττιξ@γλσΕλα,
τζίτζικας.
[ηχομιμ., με εμφατικό διπλασιασμό του τ].
γλσΕλα'τέφρα: τέφρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.τέφρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέφρα,
* McsElln.τέφρα@γλσΕλα,
στάχτη.
:=> παράγ. τεφρός, τεφρόω.
ΝΕ τέφρα (λόγ.).
[*θεχ- «καίω», *τεφ- + παρ. επίθ. -ρα, ομόρρ.με αρχ. ινδ. d'ahati «καίω»].
γλσΕλα'τέxνη: τέχνη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.τέxνη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τέxνη,
* McsElln.τέxνη@γλσΕλα,
1. ο τρόπος ή τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται κάτι: ἐδεῖτο αὐτῶν πάσῃ τέχνῃ μὴ ἀπολείπεσθαι
= τους παρακαλούσε με κάθε τρόπο να μη μένουν πίσω.
2. τέχνη, μαστορική: τῆς τέχνης ἔμπειρος ἦν.
3. σύνολο κανόνων για την κατασκευή κάποιου πράγματος ή μέθοδος για την επίτευξη κάποιου στόχου: ἡ περὶ τοὺς λόγους τέχνη
= 280η μέθοδος για την επίτευξη της πειστικότητας στο λόγο, η ρητορική τέχνη.
:=> παράγ. τεχνικός, σύνθ. ἄτεχνος, κακότεχνος, τεχνολόγος.
ΝΕ τέχνη (με τη σημ. 2).
[*τεκτ- (πβ. τέκτ-ων) + παρ. επίθ. -σν_α > τέχν_α, τέχνη].
γλσΕλα'τήδε: τῇδε::
* McsElln.επίρρημα.τήδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τήδε,
* McsElln.τήδε@γλσΕλα,
με αυτόν τον τρόπο: ἐννοήσωμεν καὶ τῇδε
= ας σκεφθούμε και με αυτόν τον τρόπο.
[σύνθ. λ. δεικτ. αντων. τῇ + παρ. επίθ. -δε].
γλσΕλα'τήκω: τήκω::
* McsElln.ρήμα.τήκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τήκω,
* McsElln.τήκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτηκον
Μέλλ. τήξω
Αόρ. ἔτηξαΠαρακ.με αμετάβ. σημ.τέτηκα«είμαι λιωμένος, έχω λιώσει»Υπερσ.με αμετάβ. σημ.ἐτετήκειν«είχα λιώσει»
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.τήξομαι
Παθ. αόρ. α΄ ἐτήχθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐτάκην
Παθ. παρακ. τέτηγμαι λιώνω.
[ΙΕ *t-e, ελλ. *τηκ- (προέκταση με κ-), ομόρρ.με οσετικό ta-in «λιώνω», λατ. t-a-b-es (προέκταση με b-) «ρευστοποίηση»].
γλσΕλα'τηλικόσδε: τηλικόσδε, -ήδε, -όνδε::
* McsElln.αντωνυμία.τηλικόσδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τηλικόσδε,
* McsElln.τηλικόσδε@γλσΕλα,
τέτοιας ηλικίας: τούτων οὐδὲν ποιῶ καὶ τηλικόσδε ὤν
= από αυτά τίποτε δεν κάνω, έστω και αν είμαι τέτοιας ηλικίας.
[παράγ. λ. τηλίκος + παρ. επίθ. -δε].
γλσΕλα'τηλικούτος: τηλικοῦτος, -αύτη, -οῦτο(ν)::
* McsElln.αντωνυμία.τηλικούτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τηλικούτος,
* McsElln.τηλικούτος@γλσΕλα,
1. σημαίνει ό,τι το τηλικόσδε.
2. τόσο μεγάλος: τὸ γεγενημένον ἀδίκημα τηλικοῦτον ἔχει τὸ μέγεθος
= το αδίκημα που έχει γίνει έχει τόσο μεγάλο μέγεθος.
[σύνθ. λ. τηλίκος + -ουτος κατά την αντων.οὗτος].
γλσΕλα'τηνικάδε: τηνικάδε::
* McsElln.επίρρημα.τηνικάδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τηνικάδε,
* McsElln.τηνικάδε@γλσΕλα,
τέτοια ώρα, τόσο νωρίς: τί τηνικάδε ἀφῖξαι;
= γιατί ήρθες τόσο νωρίς;
[παράγ. λ. τηνίκα «αυτή την ώρα» + παρ. επίθ. -δε].
γλσΕλα'τηνικαύτα: τηνικαῦτα::
* McsElln.επίρρημα.τηνικαύτα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τηνικαύτα,
* McsElln.τηνικαύτα@γλσΕλα,
εκείνη τη στιγμή, τότε ακριβώς: ἡνίκα ἂν ἐγχειρῶμεν τοῖς πολεμίοις, τηνικαῦτα ὁρμήσεται Ἀβραδάτας σὺν τοῖς ἅρμασιν εἰς τοὺς ἐναντίους
= όταν πλησιάσουμε τους εχθρούς, εκείνη τη στιγμή θα ορμήσει ο Αβραδάτας με τα άρματά του κατά των εχθρών.
[παράγ. λ. τηνίκα (δεικτ. αντων. τήν + -ίκα) +-αύτα κατά το αὐτά].
γλσΕλα'τηρέω: τηρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τηρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τηρέω,
* McsElln.τηρέω@γλσΕλα,
1. προσέχω, λαμβάνω τα μέτρα μου: τηρῶ ὅπως κρεῖττον ἔσται τοῦτο τοῦ ἄλλου
= λαμβάνω τα μέτρα μου, ώστε τούτο να είναι ισχυρότερο από το άλλο.
2. παραφυλάω: ἔνδον ὄντα ἐτήρησαν αὐτόν
= παραφύλαξαν, ώστε να είναι μέσα αυτός.
:=> παράγ. τήρησις, τηρητής, σύνθ. ἀτήρητος, παρατήρησις, ἐπιτήρησις.
ΝΕ τηρώ «φυλάσσω, δεν παραβαίνω».
[*τηρ- «παρατηρώ», συγγεν. με αρχ. ινδ. c-ara-«κατάσκοπος»].
γλσΕλα'τήτες: τῆτες::
* McsElln.επίρρημα.τήτες@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τήτες,
* McsElln.τήτες@γλσΕλα,
αυτήν τη χρονιά, φέτος.
:=> παράγ. τητινὸς «φετινός».
[*τη- (πβ. τή-μερον
= σήμερον) + *-Fετες < *Fέτος
= ἔτος ].
γλσΕλα'τίθημι: τίθημι::
* McsElln.ρήμα.τίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίθημι,
* McsElln.τίθημι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτίθην
Μέλλ. θήσω
Αόρ. β΄ ἔθηκα
Παρακ. τέθηκα ή τέθεικα
Μέσ. & παθ. ενεστ. τίθεμαι
Μέσ. & παθ. παρατ. ἐτιθέμην
Μέσ. μέλλ. θήσομαι
Παθ. μέλλ. τεθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἐθέμην
Παθ. αόρ. ἐτέθην
Παθ. παρακ. τέθειμαι
1. τοποθετώ, βάζω: οὐκ ἔχω ὅποι ταῦτα θήσω
= δεν ξέρω πού να τα τοποθετήσω αυτά.
2. ειδικές χρήσεις
α. τίθεμαι τὴν ψῆφον ρίχνω την ψήφο μου.
β. καταθέτω: θεὶς ἐπὶ τὴν τράπεζαν τὰς τετταράκοντα μνᾶς
= αφού κατέθεσε στην τράπεζα τις 40 μνες.
γ. καταβάλλω, πληρώνω: τόκον τίθημι.
δ. η φράση τίθεμαι τὰ ὅπλα σημαίνει α) αποθέτω τα όπλα χωρίς όμως να χάσω την ετοιμότητά μου να τα ξαναπάρω, ώστε να πολεμήσω, β) παίρνω τα όπλα, πολεμώ, γ) παραδίδομαι, καταθέτω τα όπλα.
ε. για το νομοθέτη τίθημι νόμον θεσπίζω νόμο. στ. για το λαό τίθεμαι νόμον βάζω να μου κάνουν ένα νόμο για δική μου χρήση.
3. θεωρώ, υποθέτω.
:=> παράγ. θέσις, θήκη, θέμα, θετός, θετικός, σύνθ. ἀνάθεσις, διάθεσις, ἐπίθημα, ἀγωνοθέτης, νομοθέτης, ἀντίθετος.
ΝΕ θέτω (με τη σημ. 1).
[*θη- με αναδιπλασιασμό (*θί-θη-μι)].
γλσΕλα'τίκτω: τίκτω::
* McsElln.ρήμα.τίκτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίκτω,
* McsElln.τίκτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτικτον
Μέλλ. τέξομαι
Αόρ. β΄ ἔτεκον
Παρακ. τέτοκα
Παθ. μέλλ. τεχθήσομαι
μγ05.σ281
Παθ. αόρ. ἐτέχθην
Παθ. παρακ. τέτεγμαι γεννώ: ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον σωτήρ
= γεννήθηκε σήμερα ο σωτήρας μας (για το Χριστό).
:=> παράγ. τέκνον, τεκνόω, τοκεύς, τόκος, σύνθ. ἐπίτοκος, πρωτότοκος, τοκογλύφος.
[τίκ-τω, αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'τίλλω: τίλλω::
* McsElln.ρήμα.τίλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίλλω,
* McsElln.τίλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτιλλον
Μέλλ. τιλῶ
Αόρ. ἔτιλα
Παρακ. τέτιλκα μαδώ, ξεπουπουλίζω.
:=> παράγ. τίλσις, τίλμα.
[ίσως πτιλ- (< πτίλον «πούπουλο») + παρ. επίθ. -jω > *πτίλλω > τίλλω με ανομοιωτική έκπτωση του π- σε σύνθετα με ἀπό, παρά, περί,*ἀποπτίλλω > *ἀποτίλλω κτλ.].
γλσΕλα'τιμάω: τιμάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τιμάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τιμάω,
* McsElln.τιμάω@γλσΕλα,
Μέλλ. τιμήσω
Αόρ. ἐτίμησα
Παρακ. τετίμηκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.τιμήσομαι«θα τιμηθώ κτλ.»
Μέσ. αόρ. ἐτιμησάμην
Παθ. μέλλ. τιμηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐτιμήθην
Παθ. παρακ. τετίμημαι
1. τιμώ, σέβομαι: τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου.
2. μέση φωνή τιμῶμαι υπολογίζω την αξία ενός αγαθού: διακοσίων ταλάντων ἐτιμήσατο τὰ αὑτοῦ (= την περιουσία του).
3. καθορίζω ποινή.
:=> παράγ. τίμιος, τιμητής, τιμητικός, σύνθ.προτιμάω, ὑποτιμάω, ἄτιμος, φιλότιμος, ἐπιτιμάω.
ΝΕ τιμώ (με τη σημ. 1).
[παράγ. λ. τιμή + παρ. επίθ. -άω, πβ. τί-ω «τιμώ, σέβομαι» + -μή > τιμή].
γλσΕλα'τίμιος: τίμιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.τίμιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίμιος,
* McsElln.τίμιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός τιμιώτερος
Υπερθετικός τιμιώτατος ακριβός, που έχει ψηλή τιμή, πολύτιμος: τίμιος ἦν ὁ σῖτος
= το σιτάρι ήταν ακριβό.
ΝΕ τίμιος «που έχει τιμή, υπόληψη».
[παράγ. λ. τιμή + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'τιμωρέω: τιμωρέω::
* McsElln.ρήμα.τιμωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τιμωρέω,
* McsElln.τιμωρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτιμώρουν
Μέλλ. τιμωρήσω
Μέσ. μέλλ. τιμωρήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐτιμωρησάμην
Παθ. αόρ. ἐτιμωρήθην
Παθ. παρακ. τετιμώρημαι
1. παίρνω εκδίκηση για κάτι υπέρ κάποιου:εἰ τιμωρήσεις Πατρόκλῳ τῷ ἑταίρῳ τὸν φόνον
= αν πάρεις εκδίκηση υπέρ του συντρόφου σου Πατρόκλου, για το φόνο του.
=> μέση φωνή τιμωροῦμαι εκδικούμαι: τιμωρεῖσθε τὸν ἀποκτείναντα
= εκδικηθείτε το φονιά. «Ἑαυτὸν τιμωρούμενος» κωμωδία τουΜενάνδρου.
2. βοηθώ, συμπαρίσταμαι: τοῖς ξυμμάχοις τιμωρῶ
= συμπαρίσταμαι στους συμμάχους μου.
= ἐπικουρέω.
:=> παράγ. τιμώρησις, τιμωρητέος, τιμωρία, τιμωρητικός.
ΝΕ τιμωρώ «επιβάλλω ποινή» (με εξέλιξη της σημ. 1).
[παράγ. λ. τιμωρός + παρ. επίθ. -έω, όπου τιμωρός < τιμή + ὁράω, δωρ. τιμάορος].
γλσΕλα'τιμωρία: τιμωρία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.τιμωρία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τιμωρία,
* McsElln.τιμωρία@γλσΕλα,
1. εκδίκηση: τιμωρίαν ποιοῦμαι
= παίρνω εκδίκηση.
2. βοήθεια, συμπαράσταση: περιγιγνόμεθα τῇ ἀφ’ ὑμῶν τιμωρί'α
= διασωζόμαστε εξαιτίας της βοήθειάς σας.
ΝΕ τιμωρία «επιβολή ποινής» (από σημ. 1).
[παράγ. λ. τιμωρός + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'τίνω: τίνω::
* McsElln.ρήμα.τίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίνω,
* McsElln.τίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτινον
Μέλλ. τείσω & τίσω
Αόρ. ἔτεισα & ἔτισα
Παρακ. τέτεικα
Μέσ. αόρ. ἐτεισάμην
Παθ. αόρ. ἐτείσθην
Παθ. παρακ. τέτεισμαι πληρώνω την τιμή ενός αντικειμένου (συνήθως ως πρόστιμο ή τιμωρία): τίνω τιμήν τινι
= πληρώνω σε κάποιον την τιμή (ενός αντικειμένου).
[*τί-νFω, *τεί-νFω, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'τίς: τίς, τίς, τὶ::
* McsElln.αντωνυμία.τίς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίς,
* McsElln.τίς@γλσΕλα,
ερωτηματική
1. σε ερωτηματικές προτάσεις ποιος; ποια; ποιο; / τι;: ὦ ξένοι, τίνες ἐστέ;
= ξένοι, ποιοι είστε;
2. το ουδέτερο τί; χρησιμοποιείται ως επίρρημα με ποικίλους τρόπους
α. τί μοι/σοι; τι με ενδιαφέρει εμένα; τι σε ενδιαφέρει εσένα;: τί σοι ταῦτα;
= τι σε νοιάζουν εσένα αυτά; (κοίτα τη δουλειά σου!).
β. γιατί; για ποιο λόγο;: τί δὴ οὕτω πρ`ῳ ἀφῖξαι;
= γιατί έχεις φτάσει τόσο πρωί;
ΝΕ στη στρατιωτική φρ. αλτ! τις ει; (με τη σημ. 1).
[*kwis, θεσσαλ. κις, κυπρ. σις, λατ. quis].
γλσΕλα'τις: τις, τις, τι::
* McsElln.αντωνυμία./@γλσΕλα,
* McsElln.επίθετο.τις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τις,
* McsElln.τις@γλσΕλα,
1. ως αόριστη αντωνυμία κάποιος, κάποια, κάποιο πράγμα: ἤν τις παραβαίνῃ, ζημίαν αὐτῷ
μγ05.σ282
ἐπέθεσαν
= αν κάποιος έκανε παρανομία, του επέβαλαν ποινή.
2. ως επίθετο κάποιος, κάποια, κάποιο: ἄνθρωπός τις εἶχεν δύο υἱούς
= κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους.
[βλπ. το προηγούμενο λήμμα].
γλσΕλα'τίσις: τίσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.τίσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τίσις,
* McsElln.τίσις@γλσΕλα,
ανταπόδοση, εκδίκηση: τίσις τῶν τοιούτων ἐν Ἅιδου γίγνεται
= στον Άδη λαμβάνεται εκδίκηση για τέτοιου είδους πράξεις.
[παράγ. λ. τί-νω «πληρώνω» + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'τιτρώσκω: τιτρώσκω::
* McsElln.ρήμα.τιτρώσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τιτρώσκω,
* McsElln.τιτρώσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτίτρωσκον
Μέλλ. τρώσω
Αόρ. ἔτρωσα
Παρακ. τέτρωκα
Υπερσ. ἐτετρώκειν
Παθ. μέλλ. τρωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐτρώθην
Παθ. παρακ. τέτρωμαι
Παθ. υπερσ. ἐτετρώμην πληγώνω.
[*τρω- (πβ. τρω-τός) με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό τι- + παρ. επίθ. -σκω: τι-τρώ-σκω].
γλσΕλα'τλήμων: τλήμων, -ονος, ὁ, ἡ::
* McsElln.επίθετο.τλήμων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τλήμων,
* McsElln.τλήμων@γλσΕλα,
κλητ. τλῆμον
1. υπομονετικός, ανεκτικός: θαρσαλέοι καὶ τλήμονες ἄνδρες.
2. δύστυχος, κακόμοιρος: οὐδὲ ἀποθανεῖν οἱ τλήμονες δύνανται
= ούτε να πεθάνουν οι δύστυχοι δεν μπορούν.
:=> παράγ. τλημοσύνη.
[παράγ. λ. τλάω «τολμώ» (< *τλα-, τελα- (τάλας«δυστυχισμένος») + παρ. επίθ. -ήμων].
γλσΕλα'τοίνυν: τοίνυν::
* McsElln.μόριο.τοίνυν@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοίνυν,
* McsElln.τοίνυν@γλσΕλα,
συμπερασματικό επομένως, ως εκ τούτου, άρα: φανερὸν τοίνυν ὅτι...
= είναι επομένως φανερό ότι...
[σύνθ. λ. βεβαιωτ. τοι + εγκλιτ. μόριο νυν].
γλσΕλα'τοιόσδε: τοιόσδε, -άδε, -όνδε::
* McsElln.αντωνυμία.τοιόσδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοιόσδε,
* McsElln.τοιόσδε@γλσΕλα,
δεικτική αντωνυμία που συνήθως συσχετίζεται με την αντωνυμία οἷος τέτοιος: τοσόσδε καὶ τοιόσδε
= τόσος και τέτοιος. τοιόνδε τελευτὴν λέγω, οἷον πέρας καὶ ἔσχατον
= ως θάνατο εννοώ κάτι τέτοιο, όπως είναι το πέρας και το έσχατο σημείο.
=> ουδέτερο πληθυντικού (στις αφηγήσεις του πεζού λόγου) τοιάδε τα εξής, τα ακόλουθα.
[παράγ. λ. το_ιος + δεικτ. μόρ. -δε· ακριβέστερα η δεικτική αντων. τοῖος προέρχεται από τη γεν. πληθ. (και για τα τρία γένη ὁ, ἡ, το)τοίων, που αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ. t'es-an,ΙΕ *tois-om].
γλσΕλα'τοιούτος: τοιοῦτος, -αύτη, -οῦτο(ν)::
* McsElln.αντωνυμία.τοιούτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοιούτος,
* McsElln.τοιούτος@γλσΕλα,
δεικτική, που συσχετίζεται με την αντωνυμία οἷος τέτοιος, τέτοιου είδους: τοιοῦτός ἐστι ὁ ἔρως, οἷος τῆς μητρὸς πρὸς τὰ τέκνα
= ο έρωτας είναι τέτοιος, όπως της μητέρας προς τα παιδιά της.
[σύνθ. λ. το_ιος + -ουτος κατά την αντων. οὗτος].
γλσΕλα'τόλμα: τόλμα & τόλμη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.τόλμα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τόλμα,
* McsElln.τόλμα@γλσΕλα,
1. θάρρος, τόλμη: τόλμα καλῶν
= θάρρος για τα καλά πράγματα.
=/ δειλία.
2. με κακή σημ. θράσος, ιταμότητα: εἰς τοῦτο τόλμης καὶ ἀναιδείας ἥκει, ὥστε...
= έφτασε σε τέτοιο σημείο θράσους και αναίδειας, ώστε...
ΝΕ τόλμη (με τη σημ. 1).
[*τολ- (τλῆναι, τάλας, τλήμων) + παρ. επίθ. μα / -μη].
γλσΕλα'τόμος: τόμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τόμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τόμος,
* McsElln.τόμος@γλσΕλα,
1. κομμάτι, φέτα: τόμος ἀλλάντων / τυροῦ
= κομμάτι από σαλάμι / τυρί.
2. κύλινδρος παπύρου, αργότερα τόμος ενός έργου.
[*τομ- (τέμ-νω) + -ος].
γλσΕλα'τόνος: τόνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τόνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τόνος,
* McsElln.τόνος@γλσΕλα,
1. τέντωμα.
2. για ήχους ένταση, ύψωση: τὰ δάκρυα καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς
= τα δάκρυα και η ύψωση της φωνής.
3. στη γραμματική τόνος λέξης ή συλλαβής.
:=> παράγ. τοναῖος, τονόω.
ΝΕ τόνος (με τις σημ. 2, 3).
[*τον- (τείνω) + -ος].
γλσΕλα'τοξεύω: τοξεύω::
* McsElln.ρήμα.τοξεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοξεύω,
* McsElln.τοξεύω@γλσΕλα,
τοξεύω.
ΝΕ τοξεύω.
[παράγ. λ. τόξον + παρ. επίθ. -εύω· το τόξον είναι δάν. από τη γλώσσα των Σκυθών, πβ. σκυθικό κύρ. όν. Τόξαρις και περσ. taχ^s «τόξο»].
γλσΕλα'τοξότης: τοξότης, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τοξότης-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοξότης,
* McsElln.τοξότης@γλσΕλα,
τοξότης.
=> στον πληθυντικό οἱ τοξόται η αστυνομία της αρχαίας Αθήνας (την οποία αποτελούσαν κυρίως Σκύθες μετανάστες, ένας βάρβαρος λαός του βόρειου Εύξεινου Πόντου): τοξότας τριακοσίους Σκύθας ἐπριάμεθα
= αγοράσαμε300 Σκύθες αστυνομικούς.
ΝΕ τοξότης.
[παράγ. λ. τόξον (περσ. δάν.) + παρ. επίθ. -της].
γλσΕλα'τοσόσδε: τοσόσδε, -ήδε, -όνδε::
* McsElln.αντωνυμία.τοσόσδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοσόσδε,
* McsElln.τοσόσδε@γλσΕλα,
τόσος δα: τοσόνδε μέντοι χάρισαί μοι
= κάνε μου όμως τόση δα χάρη.
[σύνθ. λ. τόσος + δεικτ. μόρ. -δε].
γλσΕλα'τοσούτος: τοσοῦτος, -αύτη, -οῦτο(ν)::
* McsElln.αντωνυμία.τοσούτος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοσούτος,
* McsElln.τοσούτος@γλσΕλα,
δεικτική, που συσχετίζεται με την αντωνυμία ὅσος
1. τόσο μεγάλος: πόλις ἑτέρα ἐστὶν τοσαύτη ὅσαι αἱ Συρακοῦσαί εἰσιν
= υπάρχει άλλη πόλη τόσο μεγάλη όσο οι Συρακούσες.
μγ05.σ283
2. το ουδέτερο γένος ως ουσιαστ. (και συχνά με προθέσεις) τοσοῦτον: παρὰ τοσοῦτον ἡ Μυτιλήνη ἦλθε κινδύνου
= σε τέτοιο βαθμό κινδύνου έφτασε η Μυτιλήνη.
3. το ουδέτερο γένος ως επίρρημα τοσοῦτον κατά τόσο, τόσο: ἡ ναῦς τοσοῦτον ἔφτασε ὅσονΠάχητα ἀνεγνωκέναι τὸ ψήφισμα
= το καράβι έφθασε πριν από αυτούς τόσο όσο ο Πάχης να προλάβει να διαβάσει το ψήφισμα.
[σύνθ. λ. τόσος + -ουτος κατά την οὗτος].
γλσΕλα'τοτέ: τοτὲ::
* McsElln.επίρρημα.τοτέ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τοτέ,
* McsElln.τοτέ@γλσΕλα,
=> τοτὲ μέν... τοτὲ δέ...
= άλλοτε... άλλοτε.
[δεικτ. αντων. *το- + παρ. επίθ. -τε, όπως ὅτε, πότε].
γλσΕλα'τουτέστι: τουτέστι::
* McsElln.επίρρημα.τουτέστι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τουτέστι,
* McsElln.τουτέστι@γλσΕλα,
= τοῦτ’ ἔστι.δηλαδή: εἶδόν τινας κοιναῖς χερσὶ τοῦτ’ ἔστι ἀνίπτοις ἐσθίοντας ἄρτους
= είδαν κάποιους να τρώνε ψωμί με τα χέρια τους όπως ήταν, δηλαδή άπλυτα.
ΝΕ τουτέστι (λόγ.).
[σύνθ. λ. τοῦτον + ἐστίν].
γλσΕλα'τράγος: τράγος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τράγος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τράγος,
* McsElln.τράγος@γλσΕλα,
αρσενικό κατσίκι.
=/ ἡ αἴξ «το θηλυκό κατσίκι».
:=> παράγ. τραγίσκος, σύνθ. τραγέλαφος, τραγοπώγων.
ΝΕ τράγος.
[*τραγ- (τραγε_ιν «τραγανίζω», ἔ-τραγ-ον <τρώγω)].
γλσΕλα'τραγωδία: τραγῳδία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.τραγωδία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τραγωδία,
* McsElln.τραγωδία@γλσΕλα,
τραγωδία: oἱ κωμῳδίαν καὶ τραγῳδίαν ποιοῦντες
= αυτοί που συνθέτουν κωμωδίες και τραγωδίες (οι ποιητές).
ΝΕ τραγωδία & τραγούδι (< *τραγ'ώδιον).
[παράγ. λ. τραγῳδός + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'τραγωδός: τραγῳδός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.τραγωδός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τραγωδός,
* McsElln.τραγωδός@γλσΕλα,
1. μέλος της ομάδας χορευτών μιας τραγωδίας: οὐ καλῶς ὀρχεῖται ὁ τραγῳδὸς οὑτοσί
= δε χορεύει καλά αυτός ο χορευτής.
2. στον πληθ. τραγῳδοί τραγωδία ή παράσταση τραγωδίας: τραγῳδοῖς
= στη διάρκεια των παραστάσεων τραγωδίας. τυγχάνω τραγῳδοῖς νενικηκώς
= έχω νικήσει σε παράσταση τραγωδίας.
3. εκτελεστής, δηλ. υποκριτής ή τραγουδιστής τραγωδίας.
4. τραγικός ποιητής.
:=> παράγ. τραγῳδία, τραγῳδέω, τραγ'ώδημα, σύνθ. τραγῳδιογράφος.
[σύνθ. λ. τράγων + ’ῳδή + -ός].
γλσΕλα'τράπεζα: τράπεζα, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.τράπεζα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τράπεζα,
* McsElln.τράπεζα@γλσΕλα,
1. τραπέζι.
2. πάγκος των τραπεζιτών: εἴωθα λέγειν ἐν ἀγορᾷ ἐπὶ τῶν τραπεζῶν
= συνηθίζω να μιλώ στην αγορά στους πάγκους των τραπεζιτών.
ΝΕ στη φρ. Αγία Τράπεζα (με τη σημ. 1).
[μυκην. torpeza
= τόρπεζα
= τρά-πεζα, όπου το πεζα- από πεδ- (πβ. πέδον «έδαφος», πούς) + -ja· το έπιπλο που στηρίζεται σε τέσσερα πόδια].
γλσΕλα'τρείς: τρεῖς, οἱ, αἱ, τρία, τὰ::
* McsElln.επίθετο.τρείς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρείς,
* McsElln.τρείς@γλσΕλα,
τρεις, τρία.
ΝΕ τρεις, τρία.
[*τρεj-ες, πβ. λατ. tres].
γλσΕλα'τρέπω: τρέπω::
* McsElln.ρήμα.τρέπω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρέπω,
* McsElln.τρέπω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτρεπον
Μέλλ. τρέψω
Αόρ. ἔτρεψα
Παρακ. τέτροφα
Μέσ. μέλλ. τρέψομαι
Παθ. μέλλ. β΄ τραπήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐτρεψάμην
Παθ. αόρ. α΄ ἐτρέφθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐτράπην
Παθ. παρακ. τέτραμμαι
Παθ. υπερσ. ἐτετράμμην στρέφω, κατευθύνω κάτι προς κάτι: τὴν διάνοιάν τινος ἄλλοσε τρέπω
= στρέφω το μυαλό κάποιου προς άλλο σημείο.
:=> παράγ. τροπή, τρόπος, σύνθ. ἀνατρέπω, μετατρέπω κτλ.
ΝΕ τρέπω.
[*τρεπ- «στρέφω», αρχ. ινδ. tr'apate «ντρέπομαι»].
γλσΕλα'τρέφω: τρέφω::
* McsElln.ρήμα.τρέφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρέφω,
* McsElln.τρέφω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτρεφον
Μέλλ. θρέψω
Αόρ. ἔθρεψα
Παρακ. τέτροφα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.θρέψομαι«θα τραφώ από άλλον»
Παθ. μέλλ. τραφήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐθρεψάμην
Παθ. αόρ. α΄ ἐθρέφθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐτράφην
Παθ. παρακ. τέθραμμαι
Παθ. υπερσ. ἐτεθράμμην ανατρέφω: τοὺς παῖδας αὐτῶν ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει
= τα παιδιά τους θα τα αναθρέψει η πόλη μέχρι την εφηβική ηλικία.
:=> παράγ. τροφή, τροφός, τρόφιμος, τροφεῖα(τά), θρεπτός, θρεπτικός, θρέμμα, θρέψις, σύνθ. εὐτροφία, γηροτρόφος.
ΝΕ τρέφω.
[*θρεφ- «ενεργώ να αυξηθεί κάτι, λ.χ. το τυρί», ρωσ. drob'a «μαγιά της μπίρας»].
γλσΕλα'τρέxω: τρέχω::
* McsElln.ρήμα.τρέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρέxω,
* McsElln.τρέxω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτρεχον
Μέλλ. δραμοῦμαι
μγ05.σ284
Αόρ. β΄ ἔδραμον
Παρακ. δεδράμηκα
Υπερσ. ἐδεδραμήκειν τρέχω.
ΝΕ τρέχω.
[ΙΕ *dhregh-, ομόρρ. με αρχ. ιρλ. droch (=τροχός) αρμ. durgn «τροχός του αγγειοπλάστη»].
γλσΕλα'τριάκοντα: τριάκοντα, οἱ, αἱ, τὰ::
* McsElln.επίθετο.τριάκοντα@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τριάκοντα,
* McsElln.τριάκοντα@γλσΕλα,
τριάντα.
:=> παράγ. τριακοστός, σύνθ. τριακονταέτης(και τριακοντούτης), τριακονθήμερος.
ΝΕ τριάντα.
[τρία + κοντα- (*(δ)κμοτ-, *δεκομ- του δέκα),ΙΕ *'akomt > *κοντα, όπου το α ανερμήνευτο].
γλσΕλα'τρίβος: τρίβος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τρίβος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρίβος,
* McsElln.τρίβος@γλσΕλα,
1. μονοπάτι.
2. μεταφορικά βιότου τρίβον ὁδεύω
= περπατώ το δρόμο της ζωής.
[παράγ. λ. τρίβω + -ος].τρίβω
Παρατ. ἔτριβον
Μέλλ. τρίψω
Αόρ. ἔτριψα
Παρακ. τέτριφα
Μέσ. μέλλ. τρίψομαι
Παθ. μέλλ. α΄ και β΄ τριφθήσομαι & τριβήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐτριψάμην
Παθ. αόρ. α΄ και β΄ ἐτρίφθην & ἐτρίβην
Παθ. παρακ. τέτριμμαι
1. τρίβω: τόν πόδα μύροις τρίβω.
2. παθ. τρίβομαι
α. για το χρόνο ξοδεύομαι, δαπανώμαι: ἐν τούτοις τρίβεται χρόνος ἐνίοτε μακρός.
β. ενδιατρίβω σε κάτι, αποκτώ πείρα σε κάτι: τρίβομαι ἐν πολέμῳ. οἱ ἐν ποιήμασι τριβόμενοι.
ΝΕ τρίβω (με τη σημ. 1).
[*τριβ- < *τερ(ε)ι- ή από *τερ- (τείρω), ΙΕ*terbh-].
γλσΕλα'τρίβων: τρίβων, -ωνος, ὁ (Α) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ.τρίβων::
* McsElln.γλσΕλα'τρίβων,
* McsElln.τρίβων@γλσΕλα,
πανωφόρι, παλτό, που φορούσαν οι Σπαρτιάτες: λακωνίζειν καὶ τρίβωνας ἔχειν.
[παράγ. λ. τρίβω + παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'τρίβων: τρίβων, -ωνος, ὁ, ἡ (Β)::
* McsElln.επίθετο.τρίβων@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρίβων,
* McsElln.τρίβων@γλσΕλα,
έμπειρος, πεπειραμένος: τρίβων τῆς ἱππικῆς / τῶν λόγων.
[παράγ. λ. τρίβω + παρ. επίθ. -ων].
γλσΕλα'τριηραρxέω: τριηραρχέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τριηραρxέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τριηραρxέω,
* McsElln.τριηραρxέω@γλσΕλα,
1. διοικώ τριήρη.
2. στην αρχαία Αθήνα εξοπλίζω με δικά μου έξοδα μια τριήρη (η οποία ανήκε στο κράτος. Τα έξοδα αυτά θεωρούνταν λειτουργία, δηλ. συνεισφορά ενός πολίτη από το δικό του βαλάντιο σε έναν κοινωφελή σκοπό): πολλὰ τριηραρχεῖ καὶ λαμπρῶς χορηγεῖ
= εξοπλίζει συχνά τριήρεις και υποστηρίζει οικονομικά ομάδες χορευτών.
[παράγ. λ. τριήραρχος (σύνθ. τριήρης + ἄρχω) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'τριήρης: τριήρης, -ους, ἡ::
* McsElln.επίθετο.τριήρης@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τριήρης,
* McsElln.τριήρης@γλσΕλα,
υπονοείται το ουσιαστικό ἡ ναῦς «το πλοίο»πολεμικό πλοίο (που είχε σε κάθε μακριά πλευρά του τρεις σειρές καθισμάτων τοποθετημένες σε τρία επίπεδα διαφορετικού ύψους. Στην καθεμία καθόταν μία σειρά κωπηλατών): τριήρεις ναυπηγῶ.
:=> παράγ. τριηρικός, σύνθ. τριήραρχος. [τρι-(τρία, τρε_ις) + *-ηρη (ἐρέτης «κωπηλάτης»)].
γλσΕλα'τρίπους: τρίπους, -ποδος::
* McsElln.ουσιαστικό.τρίπους-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρίπους,
* McsElln.τρίπους@γλσΕλα,
τρίποδας, δηλ. λέβητας με τρία πόδια (που τον πρόσφεραν ως βραβείο σε διαγωνισμούς, ως τιμητικό δώρο ή ως ανάθημα σε ναούς και κυρίως στον Απόλλωνα των Δελφών. Υπήρχε στην Αθήνα μια οδός που ήταν στολισμένη με αναθηματικούς τρίποδες και γι’ αυτό λεγόταν οἱ Τρίποδες.Από έναν τρίποδα επίσης η ιέρεια των Δελφών εκφωνούσε τους χρησμούς).
ΝΕ τρίποδας.
[σύνθ. λ. τρι- (τρία, τρε_ις) + πούς].
γλσΕλα'τριττύς: τριττύς, -ύος::
* McsElln.ουσιαστικό.τριττύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τριττύς,
* McsElln.τριττύς@γλσΕλα,
στην Αθήνα το 1/3 της φυλής.
[παράγ. λ. τριττός, τρισσός (< *τριχ-jος, ομόρρ. με τρίς, τρε_ις) + παρ. επίθ. -ύς].
γλσΕλα'τρόπαιον: τρόπαιον & τροπαῖον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τρόπαιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρόπαιον,
* McsElln.τρόπαιον@γλσΕλα,
τρόπαιο (δηλ. μνημείο που διακηρύσσει την ήττα του αντιπάλου· συνήθως το κατασκεύαζαν από ξύλο αλλά κάποτε και από χαλκό ή πέτρα): τροπαῖον ἵστημι
= στήνω τρόπαιο.
:=> σύνθ. τροπαιοφόρος.
ΝΕ τρόπαιο.
[παραγ. λ. ουσιαστικοπ. του ουδ. του επιθέτου τροπαῖος < τρέπω + παρ. επίθ. -α_ιος].
γλσΕλα'τρύξ: τρύξ, τρυγός::
* McsElln.ουσιαστικό.τρύξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρύξ,
* McsElln.τρύξ@γλσΕλα,
φρέσκο κρασί που δεν έχει ακόμη ζυμωθεί και στραγγιστεί, μούστος: τρυγὸς ὄζεις
= μυρίζεις κρασί (τα χνώτα σου!).
:=> παράγ. τρυγία, τρυγικός.
[*τρυγ- συγγεν. με τρυγ-άω, που είναι από τις δάνειες λέξεις του υποστρώματος].
γλσΕλα'τρυφάω: τρυφάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.τρυφάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρυφάω,
* McsElln.τρυφάω@γλσΕλα,
ζω πολυτελώς: ἐῶσι τοὺς δούλους τρυφᾶν αὐτόθι
= αφήνουν τους δούλους να ζουν πολυτελώς εκεί.
:=> παράγ. τρύφημα, τρυφερός, τρυφηλός, σύνθ. ἐντρυφής, ἐντρύφημα.
[παράγ. λ. τρυφή + παρ. επίθ. -άω].
γλσΕλα'τρυφερός: τρυφερός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.τρυφερός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρυφερός,
* McsElln.τρυφερός@γλσΕλα,
για πρόσωπα, για τον τρόπο ζωής τους και τις συνήθειές τους λεπτός, απαλός, αβρός.
μγ05.σ285
:=> παράγ. τρυφερότης.
ΝΕ τρυφερός.
[παράγ. λ. τρυφή + παρ. επίθ. -ερός].
γλσΕλα'τρυφή: τρυφή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.τρυφή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρυφή,
* McsElln.τρυφή@γλσΕλα,
πολυτέλεια.
[παράγ. λ. *θρευφ- (θρύπτω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'τρώγω: τρώγω::
* McsElln.ρήμα.τρώγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τρώγω,
* McsElln.τρώγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτρωγον
Μέλλ. τρώξομαι
Αόρ. β΄ ἔτραγον
Παθ. παρακ. τέτρωγμαι τρώω τραγανίζοντας, ροκανίζω.
:=> παράγ. τραγανός, τράγος, τρωκτικός.
ΝΕ τρώγω, τρώω, που αντιστοιχεί στο αρχ. ἐσθίω.
[*τρωγ-/*τραγ-, ΙΕ *tr-og- «τρώγω»].
γλσΕλα'τυγxάνω: τυγχάνω::
* McsElln.ρήμα.τυγxάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τυγxάνω,
* McsElln.τυγxάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐτύγχανον
Μέλλ. τεύξομαι
Αόρ. β΄ ἔτυχον
Παρακ. τετύχηκα
Υπερσ. ἐτετυχήκειν
1. για γεγονότα και αντικείμενα συμβαίνω σε κάποιον.
=> μετοχή αορίστου ὁ τυχὼν ο πρώτος τυχών, ο οποιοσδήποτε: ὁ τυχὼν ἔρχεται ἐπ’ αὐτό
= καταπιάνεται με αυτό ο πρώτος τυχών.
=> το ουδέτερο μετοχής αορ. ως επίρρημα τυχὸν κατά τύχη, ίσως: τυχὸν ἄν τι συνεπέραιναν
= ίσως θα μας βοηθούσαν να επιτελέσουμε κάτι.
2. συνδέεται συνήθως με μετοχή άλλου ρήματος, για να δηλώσει σύμπτωση ἔτυχον ἐς Κύπρον στρατευόμενοι
= έτυχε να βρίσκονται σε εκστρατεία στην Κύπρο.
3. πετυχαίνω το σκοπό μου, πετυχαίνω: τυγχάνουσιν καὶ ἀποτυγχάνουσιν
= πετυχαίνουν το σκοπό τους και αποτυγχάνουν.
=/ ἁμαρτάνω «αστοχώ».
4. συναντώ: ἔτυχον ἀγαθῶν ἀνδρῶν
= συνάντησαν γενναίους άντρες.
5. αποκτώ κάτι, τυγχάνω κάποιου πράγματος: ἀξιῶ ὑμῶν ξυγγνώμης τυγχάνειν
= έχω την αξίωση να τύχω της συγγνώμης σας.
ΝΕ τυγχάνω «συμβαίνει να είμαι» & τυχαίνω«αποκτώ κατά τύχη».
[*τευχ- (τεύχ-ω) + -άν-ω, ΙΕ *dheugh-].
===
_stxElla: _stxVrb:Ἐτύγxανε _stxArg:ἐφ' ἁμάξης πορευόμενος, _stxCause:διότι ἐτέτρωτο. == τύxαινε να φέρεται σε άμαξα, διότι ήταν πληγωμένος. [Ξ.Κ.Αν.ΙΙ.2.14]
γλσΕλα'τύμβος: τύμβος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τύμβος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τύμβος,
* McsElln.τύμβος@γλσΕλα,
ο τόπος όπου θάβεται το σώμα του νεκρού και το χώμα που σωρεύεται πάνω από αυτό σχηματίζοντας μικρό λόφο, τάφος.
ΝΕ τύμβος.
[πβ. λατ. tum-ulus «λοφίσκος» και tum-e-o «διογκώνομαι», που φαίνεται να συγγενεύουν με το τύμβος, το οποίο θεωρείται κατ’ άλλους παράλληλος τύπος του τάφος, που οφείλεται σε ξένη ΙΕ γλώσσα. Η λ. η τούμπα, προέρχεται απευθείας από το λατ. tumba < αρχ. ελλ.τύμβη, ἡ].
γλσΕλα'τύπος: τύπος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.τύπος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τύπος,
* McsElln.τύπος@γλσΕλα,
1. εντύπωμα (σφραγίδας).
2. κεντρική ιδέα: ἔχεις τὸν τύπον ὧν λέγω;
= συλλαμβάνεις την κεντρική ιδέα των όσων λέω;
3. υπόδειγμα: περὶ πάντα παρεχόμενος σεαυτὸν τύπον καλῶν ἔργων
= παρουσιάζοντας σε όλα τον εαυτό σου ως υπόδειγμα καλών έργων.
:=> παράγ. τυπόω, τύπωμα.
ΝΕ τύπος (και στη φρ. τύπος και υπογραμμός με τη σημ. 3).
[τύπ-τω + -ος].
γλσΕλα'τύπτω: τύπτω::
* McsElln.ρήμα.τύπτω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τύπτω,
* McsElln.τύπτω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔτυπτον
Μέλλ. τυπτήσωΟι λοιποί χρόνοι αναπληρώνονται από τα πατάσσω, παίω, πλήττω χτυπώ, χαστουκίζω: ἐπὶ κόρρης τύπτω τινά
= χαστουκίζω κάποιον στον κρόταφο.
= πατάσσω, παίω, πλήττω.
:=> παράγ. τύψις, τύπος, σύνθ. ἀποτύπωσις,ἀνατύπωσις, ἀντίτυπος, ζηλότυπος.
ΝΕ μόνο στη φρ. με τύπτει η συνείδησή μου.
[*τυπ- «κτυπώ» + -τ-ω, πβ. αρχ. ινδ. tup'ati«πληγώνω», αρχ. σλαβ. t'upati «κτύπος της καρδιάς»].
γλσΕλα'τυραννεύω: τυραννεύω & τυραννέω::
* McsElln.ρήμα.τυραννεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τυραννεύω,
* McsElln.τυραννεύω@γλσΕλα,
Μέλλ. τυραννεύσω & τυραννήσω
Αόρ. ἐτυράννευσα & ἐτυράννησα
Παρακ. τετυράννευκα & τετυράννηκα
Παθ. μέλλ. τυραννηθήσομαι
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.τυραννήσομαι«θα διακυβερνώμαι δεσποτικά»
Παθ. αόρ. ἐτυραννεύθην είμαι απόλυτος άρχοντας, μονάρχης: Πολυκράτης Σάμου τυραννῶν ἦν
= ο Πολυκράτης ήταν ο απόλυτος άρχοντας της Σάμου.
ΝΕ τυραννώ «βασανίζω».
[παράγ. λ. τύραννος + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'τύραννος: τύραννος, τυράννου::
* McsElln.ουσιαστικό.τύραννος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'τύραννος,
* McsElln.τύραννος@γλσΕλα,
1. απόλυτος άρχοντας, απόλυτος μονάρχης(του οποίου η εξουσία δε στηριζόταν σε κληρονομικό δικαίωμα ούτε περιοριζόταν από σύνταγμα ή νομοθεσία).
2. με αρνητ. σημ. τυραννικός άρχοντας, τύραννος.
:=> παράγ. τυραννεύω, τυραννέω, τυραννίζω, τυραννικός, τυραννίς.
ΝΕ τύραννος (με τη σημ. 2).
[μικρασ. δάν. όπως και τα ἄναξ, βασιλεύς].
μγ05.σ286
γλσΕλα'Υ: Υ, υ, ὗ ψιλόν::
* McsElln.ουσιαστικό.Υ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Υ,
* McsElln.Υ@γλσΕλα,
το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στην αττική διάλεκτο της κλασικής περιόδου προφερόταν ως [¨u], όπως δηλ. το u στο γαλλικό lune. Η αρχαία ονομασία του είναι ὗ. Στα βυζαντινά χρόνια ονόμασαν το γράμμα αυτό ὗ ψιλόν, που σημαίνει «ὗ λιτό, που γράφεται δηλ. με ένα μόνο γράμμα», για να το διακρίνουν από τη δίφθογγο οι, η oποία από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 11ο αι. μ.Χ. προφερόταν με τον ίδιο τρόπο, δηλ. ως [¨u], αλλά γραφόταν με δύο γράμματα.
=> ως αριθμητικό σύμβολο υ΄
= 400, αλλά ,υ
= 400.000.
γλσΕλα'υβρίζω: ὑβρίζω::
* McsElln.ρήμα.υβρίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υβρίζω,
* McsElln.υβρίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ὕβριζον
Μέλλ. ὑβριῶ
Αόρ. ὕβρισα
Παρακ. ὕβρικα
Υπερσ. ὑβρίκειν
Μέσ. μέλλ. ὑβριοῦμαι
Παθ. μέλλ. ὑβρισθήσομαι
Παθ. αόρ. ὑβρίσθην
Παθ. παρακ. ὕβρισμαι
1. συμπεριφέρομαι με αυθάδεια και προκλητικότητα, ξεπερνώ τα όρια (στη χρήση δύναμης, εξουσίας ή στην εντρύφηση σε ηδονές).
2. με νομική σημ. προκαλώ σωματική βλάβη σε κάποιον, τον κακοποιώ.
:=> παράγ. ὕβρισμα, ὑβρισμός, ὑβριστής, ὑβριστικός, σύνθ. ἐξυβρίζω, περιυβρίζω.
ΝΕ υβρίζω (λόγ.) & βρίζω.
[παράγ. λ. ὕβρις + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'ύβρις: ὕβρις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.ύβρις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύβρις,
* McsElln.ύβρις@γλσΕλα,
1. αλαζονεία, αυθάδεια, θράσος (κυρίως απέναντι στους θεούς): ὕβρις τάδ’ ἐστί, κρείσσω δαιμόνων εἶναι θέλειν
= αλαζονεία είναι αυτό, το να θέλεις να είσαι ανώτερος από τους θεούς.
2. με νομική σημ. σωματική βλάβη, κακοποίηση.
:=> παράγ. ὑβρίζω, ὑβριστής.
ΝΕ ύβρις (με τη σημ. 1).
[αβέβ. ετυμ., καθώς η παραδοσιακή ανάλυση ὑ/ὐ + βρι-αρὸς δεν είναι τεκμηριωμένη].
γλσΕλα'υγίεια: ὑγίεια, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.υγίεια-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υγίεια,
* McsElln.υγίεια@γλσΕλα,
υγεία.
ΝΕ υγεία (μεταγεν. ὑγεία).
[παράγ. λ. ὑγιής + παρ. επίθ. -εια, ὑγιής < ΙΕ*su-gwiy-es, όπου το *su ταυτίζεται σημασιολογικά με το εὖ, ενώ το *gwiy- έδωσε τα ζῆν/βίος, πβ. αρχ. ινδ. hu-^jya-ti
= εὖ ζῆν].
γλσΕλα'ύδωρ: ὕδωρ, ὕδατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ύδωρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύδωρ,
* McsElln.ύδωρ@γλσΕλα,
1. νερό: πότιμον ὕδωρ
= πόσιμο νερό.
2. βροχή: ξυνέβη γενέσθαι ὕδωρ πολύ
= συνέβη να πέσουν πολλές βροχές.
3. ο χρόνος που απαιτείται μέχρι να εξαντληθεί το νερό της κλεψύδρας (στα δικαστήρια):οὐκ ἱκανόν μοι τὸ ὕδωρ
= δεν έχω αρκετό χρόνο (για να σας πω και τα υπόλοιπα).
:=> παράγ. ὑδρία, ὑδρεύομαι, σύνθ. ἄνυδρος,ὑδραγωγός, ὑδράργυρος.
ΝΕ ύδωρ ως λόγιο αντί του νερό (με σημ. 1)και σε σύνθετα, όπως υδρ-αγωγός κτλ.
[*ud-, ΙΕ u(e)d- + επίθ. r, που εναλλάσσεται με το no (*ὕδ-no-τος), ομόρρ. με αρχ. ινδ.udan-yati
= ὑδαίνω > ὑδραίνω].
γλσΕλα'υετός: ὑετός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.υετός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υετός,
* McsElln.υετός@γλσΕλα,
βροχή, ιδιαίτερα η καταρρακτώδης βροχή, η μπόρα (βλπ. ὄμβρος).
[*ὑ- (ὕει «βρέχει» + παρ. επίθ. -ετός (πβ. παγετός, νιφ-ετός), όπου το ὕει ομόρρ. με τοχαρικό swese «βροχή»].
γλσΕλα'υιός: υἱός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.υιός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υιός,
* McsElln.υιός@γλσΕλα,
στην αττική διάλεκτο αρχικά χρησιμοποιούσαν τους τύπους υἱέος και υἱεῖ για τη γεν. και δοτ. ενικού και για τον πληθ. τους τύπους υἱεῖς, υἱέων, υἱέσι, υἱεῖς. Από το 350 π.Χ. άρχισαν να επικρατούν οι δευτερόκλιτοι τύποι του ουσιαστικού.γιος.
ΝΕ γιος.
[< αρχαιότερο ὑύς, ὁ «γιος» < ΙΕ *s-u-y'us, πβ.αρχ. ινδ. sute «γεννώ», τοχαρικό se (γεν.soy-a) «γιος»].
γλσΕλα'υλακή: ὑλακή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.υλακή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υλακή,
* McsElln.υλακή@γλσΕλα,
γάβγισμα.
ΝΕ υλακή (λόγ.).
[παράγ. λ. ὑλά-ω «γαβγίζω» + παρ. επίθ. -κ-ή, ηχομιμ. λ.].
γλσΕλα'υλακτέω: ὑλακτέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υλακτέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υλακτέω,
* McsElln.υλακτέω@γλσΕλα,
γαβγίζω: κύων ὑλακτῶν οὐ δάκνει
= σκυλί που γαβγίζει δε δαγκώνει.
:=> παράγ. ὑλακτικός.
[παράγ. λ. *ὑλάκτης + -ακτέω, πβ. πυρ-ακτέω].
γλσΕλα'ύλη: ὕλη, -ης::
* McsElln.ουσιαστικό.ύλη-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύλη,
* McsElln.ύλη@γλσΕλα,
1. δάσος: τὰ δένδρα καὶ ἡ ὕλη
= τα οπωροφόρα δέντρα και το δάσος (= τα δέντρα του δάσους).
2. το υλικό (αρχικά από ξύλο) από το οποίο κατασκευάζεται κάτι, ύλη.
:=> παράγ. ὑλικός, ὑλώδης, σύνθ. ὑλοκόμος,ὑλοτόμος, ὑλοτομία, ὑλουργός, ὑλαγωγός.
ΝΕ ύλη (με τη σημ. 2).
[άγνωστης αρχής, καμιά σχέση με το λατ.silva «δάσος»].
γλσΕλα'υλοτόμος: ὑλοτόμος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.υλοτόμος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υλοτόμος,
* McsElln.υλοτόμος@γλσΕλα,
ξυλοκόπος.
μγ05.σ287
ΝΕ υλοτόμος.
[παράγ. λ. ὑλοτομ-έω (σύνθ. ὕλη + τέμνω) +παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'υμείς: ὑμεῖς::
* McsElln.αντωνυμία.υμείς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υμείς,
* McsElln.υμείς@γλσΕλα,
εσείς.
[ΙΕ αρχής, πβ. αρχ. ινδ. yusm-an
= ὑμᾶς, λατ.vos].
γλσΕλα'υμέναιος: ὑμέναιος, -αίου::
* McsElln.ουσιαστικό.υμέναιος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υμέναιος,
* McsElln.υμέναιος@γλσΕλα,
το γαμήλιο εμβατήριο ή το τραγούδι της νύμφης (το τραγουδούσαν οι παράνυμφες, καθώς την οδηγούσαν στο σπίτι του γαμπρού): ἰαχὴ ὑμεναίων
= χαρούμενες φωνές γαμήλιων τραγουδιών.
[ὑμήν, -ένος, ὁ «γαμήλια κραυγή στην ιεροτελεστία του γάμου» + παρ. επίθ. -αιος, ίσως από το όνομα προελληνικού θεού που προστάτευε το γάμο].
γλσΕλα'υμέτερος: ὑμέτερος, -τέρα, -τερον::
* McsElln.αντωνυμία.υμέτερος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υμέτερος,
* McsElln.υμέτερος@γλσΕλα,
κτητική δικός σας: ἡ ὑμετέρα πόλις
= η δική σας πόλη, η πόλη σας.
[*ὑμε- (από όπου ὑμέ-ες > ὑμεῖς) + επίθ. -τερος].
γλσΕλα'υπαίθριος: ὑπαίθριος, -ιος & -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.υπαίθριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπαίθριος,
* McsElln.υπαίθριος@γλσΕλα,
αυτός που συμβαίνει ή υπάρχει σε ανοικτό, όχι σε στεγασμένο χώρο, στο ύπαιθρο: σκηνοῦμεν ὑπαίθριοι
= κατασκηνώνουμε στο ύπαιθρο.
ΝΕ υπαίθριος.
[σύνθ. λ. ὑπό + αἴθριος «καθαρός, διαυγής(για τον ουρανό)» < αἴθρα, ἡ «καθαρός ουρανός» < αἴθω «καίω, λάμπω» + -ρα].
γλσΕλα'υπακούω: ὑπακούω::
* McsElln.ρήμα.υπακούω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπακούω,
* McsElln.υπακούω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἀκούω
1. απαντώ: τῷ παιδίῳ ὑπάκουσον
= απάντησε στο παιδί.
2. ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή: ὑπακούω τῶν νόμων
= δίνω προσοχή στους νόμους.
ΝΕ υπακούω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ὑπό + ἀκούω].
γλσΕλα'υπαντάω: ὑπαντάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υπαντάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπαντάω,
* McsElln.υπαντάω@γλσΕλα,
Μέλλ. ὑπαντήσομαι
Αόρ. ὑπήντησα έρχομαι ή πηγαίνω να συναντήσω κάποιον:ὑπήντησαν τῷ Ἰησοῦ δύο δαιμονιζόμενοι
= πήγαν να συναντήσουν τον Ιησού δύο δαιμονισμένοι.
:=> παράγ. ὑπάντησις.
[σύνθ. λ. ὑπό + ἀντάω].
γλσΕλα'ύπαρ: ὕπαρ::
* McsElln.ουσιαστικό.ύπαρ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύπαρ,
* McsElln.ύπαρ@γλσΕλα,
πραγματική οπτασία που βλέπει κανείς ξύπνιος.
=/ ὄναρ «όνειρο».
=> ως επίρρημα σε κατάσταση ξύπνιου: ὄναρ ἢ ὕπαρ δοκεῖ σοι αὐτὸν ζῆν;
= στον ύπνο σου ή στον ξύπνιο σου σου φαίνεται ότι αυτός ζει;
[ίσως παράγ. λ. *ὕπ- (< ὕπ-νος) + -αρ (< ὄναρ), καθώς ο ύπνος και το όνειρο ταυτίζονται σε ορισμένες γλώσσες, πβ. ρωσ. son «ύπνος και όνειρο»].
γλσΕλα'υπάρxω: ὑπάρχω::
* McsElln.ρήμα.υπάρxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπάρxω,
* McsElln.υπάρxω@γλσΕλα,
Παρατ. ὑπῆρχον
Μέλλ. ὑπάρξω
Αόρ. ὑπῆρξα
Παθ. μέλλ. ὑπαρχθήσομαι
Παθ. παρακ. ὑπῆργμαι
1. κάνω την αρχή, εγκαινιάζω: ὑπῆρξαν τῆς ἐλευθερίας ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι
= εγκαινίασαν την ελευθερία για όλη την Ελλάδα.
2. είμαι: τὸ χωρίον καρτερὸν ὑπῆρχε
= ο τόπος ήταν ισχυρός.
3. ανήκω σε κάποιον, πέφτω στο μερίδιό του:τὸ μισεῖσθαι πᾶσι ὑπάρχει ὅσοι ἕτεροι ἑτέρων ἠξίωσαν ἄρχειν
= το να επισύρουν εις βάρος τους το μίσος είναι η μοίρα όλων όσοι φιλοδόξησαν να εξουσιάσουν άλλους.
ΝΕ υπάρχω (με σημ. παραπλήσιες των 2, 3).
:=> παράγ. ὕπαρξις.
[σύνθ. λ. ὑπό + ἄρχω].
γλσΕλα'ύπατος: ὕπατος, -άτη, -ατον::
* McsElln.επίθετο.ύπατος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύπατος,
* McsElln.ύπατος@γλσΕλα,
ύψιστος, υψηλότατος: βωμὸς Διὸς Ὑπάτου
= βωμός του Διός του Υψίστου.
= ὕψιστος.
:=> παράγ. ὑπατεύω, ὑπατεία, ὑπατικός.
ΝΕ ύπατος.
[παράγ. λ. ὑπ- (< ὑπ-έρ) + επίθ. υπερθετ. -ατος, πβ. και ἔσχ-ατος].
γλσΕλα'υπείκω: ὑπείκω::
* McsElln.ρήμα.υπείκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπείκω,
* McsElln.υπείκω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. εἴκω υποκύπτω: οἱ ἀδύνατοι τοῖς ἰσχυροῖς ὑπείκουσι
= οι αδύνατοι υποκύπτουν στους ισχυρούς.
[σύνθ. λ. ὑπό + εἴκω «υποχωρώ»].
γλσΕλα'υπέρ: ὑπὲρ::
* McsElln.πρόθεση.υπέρ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπέρ,
* McsElln.υπέρ@γλσΕλα,
Α. με γενική
1. για τόπο πάνω από κάτι, πέρα από κάτι: λιμὴν καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ πόλις κεῖται
= υπάρχει ένα λιμάνι και πέρα από αυτό βρίσκεται μια πόλη.
2. για χάρη, για το καλό κάποιου προσώπου ή πράγματος: ἱερὰ ὑπὲρ τῆς πόλεως θυόμενα
= θυσίες προσφερόμενες για το καλό της πόλης.
3. στο όνομα κάποιου, εκ μέρους κάποιου: ἐγώ σοι ὑπὲρ ἐκείνου ἀποκρινοῦμαι
= εγώ θα σου απαντήσω εκ μέρους εκείνου.
4. για παράπτωμα ή καλή πράξη εξαιτίας, για:ὑπὲρ τούτων μεγάλας τὰς τιμωρίας ἐποιήσασθε
= για τα παραπτώματα αυτά ορίσατε σοβαρές τιμωρίες.
Β. με αιτιατική
μγ05.σ288
1. πάνω από κάτι, έξω από κάτι: ὑπὲρ Ἡρακλείας στήλας οἰκοῦσι
= κατοικούν έξω από τις Ηράκλειες στήλες (το σημερινό Γιβραλτάρ).
2. πάνω από ένα μέτρο: ὑπὲρ δύναμιν
= πάνω από τις δυνάμεις κάποιου. ὑπὲρ ἡμᾶς
= πάνω από τις δυνάμεις μας. ὑπὲρ δέκα μνᾶς
= (συμβόλαιο) πάνω από δέκα μνες.
3. για χρόνο πέρα από, πριν από: ὁ ὑπὲρ τὰΜηδικὰ πόλεμος
= ο πόλεμος πριν από τουςΠερσικούς πολέμους.
Γ. στη σύνθεση η ὑπὲρ σημαίνει 1. για τόπο πάνω από κάτι: ὑπέργειος. 2. προς υπεράσπιση κάποιου: ὑπερμαχῶ. 3. πάνω από το σωστό μέτρο: ὑπέργηρως.
:=> σύνθ. ὑπερβαίνω, ὑπερτίθημι, ὑπερφρονέω.
[ομόρρ. με λατ. super, ενώ οι άλλες ΙΕ γλώσσες δεν έχουν αρκτικό s-, πβ. αρχ. ινδ. up'ari
= ὑπέρ].
γλσΕλα'υπερβαίνω: ὑπερβαίνω::
* McsElln.ρήμα.υπερβαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερβαίνω,
* McsElln.υπερβαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βαίνω
1. περνώ πάνω από κάτι: ἐπιβουλεύουσιν ὑπερβῆναι τὰ τείχη τῶν πολεμίων
= καταστρώνουν σχέδιο να περάσουν πάνω από τα τείχη των εχθρών.
2. μεταφορικά για ηλικία ὑπερέβη τὰ ἑβδομήκοντα ἔτη.
:=> παράγ. ὑπέρβασις, ὑπερβατός.
ΝΕ υπερβαίνω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ὑπὲρ + βαίνω].
γλσΕλα'υπερβάλλω: ὑπερβάλλω::
* McsElln.ρήμα.υπερβάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερβάλλω,
* McsElln.υπερβάλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. βάλλω
1. τοπικά και χρονικά υπερβαίνω, ξεπερνώ: ὁ ‘ριφθείς λίθος λόφον ὑπερέβαλεν
= η πέτρα που πέταξαν ξεπέρασε το λόφο. ἡ νόσος ὑπερβάλλει τὰς τρεῖς ἡμέρας
= η αρρώστια ξεπερνά τις τρεις μέρες.
2. μεταφορ. ξεπερνώ το σωστό μέτρο: ἅπαντας ἀνθρώπους ὠμότητι ὑπερέβαλεν
= ξεπέρασε στην αγριότητα όλους τους ανθρώπους.
:=> παράγ. ὑπερβολή.
ΝΕ υπερβάλλω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ὑπὲρ + βάλλω].
γλσΕλα'υπερέxω: ὑπερέχω::
* McsElln.ρήμα.υπερέxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερέxω,
* McsElln.υπερέxω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἔχω
1. ως αμετάβατο προεξέχω, εξέχω: σκεύη ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου
= σκεύη που προεξέχουν από το τοιχάκι.
2. ως μεταβατικό είμαι ανώτερος, υπερέχω: σωφροσύνῃ πάντων ὑπερέχει
= όλους τους ξεπερνά στη σωφροσύνη.
:=> παράγ. ὑπεροχή, ὑπέροχος.
ΝΕ υπερέχω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ὑπέρ + ἔχω].
γλσΕλα'υπερηφανία: ὑπερηφανία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.υπερηφανία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερηφανία,
* McsElln.υπερηφανία@γλσΕλα,
αλαζονεία, υπεροψία.
ΝΕ (υ)περηφάνια.
[παράγ. λ. ὑπερήφανος + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'υπερτίθημι: ὑπερτίθημι::
* McsElln.ρήμα.υπερτίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερτίθημι,
* McsElln.υπερτίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. ως μέσο ὑπερτίθεμαι
α. τοπικά τοποθετώ πέρα:ὑπερτίθεμαί τινα πέραν ποταμοῦ
= περνώ κάποιον πέρα από το ποτάμι.
β. χρονικά αναβάλλω: ὑπερτίθεμαι τὴν ἐπὶ τὸ ‘Ρίον ταχθεῖσαν ἡμέραν
= αναβάλλω τη μέρα που καθορίστηκε για τη συνάντηση στο Ρίο.
[σύνθ. λ. ὑπέρ + τίθημι].
γλσΕλα'υπερφρονέω: ὑπερφρονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υπερφρονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερφρονέω,
* McsElln.υπερφρονέω@γλσΕλα,
1. ως αμετάβατο είμαι υπερήφανος, αλαζόνας:μὴ ὑπερφρονεῖν, ἀλλὰ σωφρονεῖν χρή
= ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι αλαζόνας, αλλά να είναι μετρημένος.
2. ως μεταβατικό περιφρονώ: πέφυκεν ἄνθρωπος τὸ θεραπεῦον ὑπερφρονεῖν
= ο άνθρωπος από τη φύση του περιφρονεί αυτούς που τον υπηρετούν.
[σύνθ. λ. ὑπέρ + φρονέω].
γλσΕλα'υπερώον: ὑπερῷον, -'ώου::
* McsElln.ουσιαστικό.υπερώον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπερώον,
* McsElln.υπερώον@γλσΕλα,
δωμάτιο στον πάνω όροφο: ἀνέβησαν εἰς τὸ ὑπερῷον.
ΝΕ υπερώο (ενός θεάτρου κτλ.).
[επίθ. ὑπερῷος, -α, -ον < ὑπερ'ώα, ἡ «το υψηλότερο σημείο του σπιτιού» < επίρρ. *ὑπέρ-ω κατά τα ἄν-ω, κάτ-ω, πβ. ὑπερώτατος].
γλσΕλα'υπηρεσία: ὑπηρεσία, -ίας::
* McsElln.ουσιαστικό.υπηρεσία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπηρεσία,
* McsElln.υπηρεσία@γλσΕλα,
1. σώμα από κωπηλάτες, πλήρωμα πλοίου: ὑπηρεσίαν ἐμισθωσάμην
= μίσθωσα κωπηλάτες.
2. γενικά υπηρεσία: αἱ πρὸς τὴν πόλιν ὑπηρεσίαι.
ΝΕ υπηρεσία (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ὑπηρέτης (σύνθ. ὑπό + ἐρέτης «κωπηλάτης») + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'υπισxνέομαι: ὑπισχνέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.υπισxνέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπισxνέομαι,
* McsElln.υπισxνέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ὑπισχνούμην
Μέλλ. ὑποσχήσομαι
Αόρ. β΄ ὑπεσχόμην
Παρακ. ὑπέσχημαι
Υπερσ. ὑπεσχήμην
1. υπόσχομαι: ὑπισχνοῦμαι χρυσῆν εἰκόνα εἰς Δελφοὺς ἀναθήσειν
= υπόσχομαι να αφιερώσω χρυσό άγαλμα στους Δελφούς.
2. ισχυρίζομαι: οὐδεὶς ὑπέσχετο εἰδέναι τοῦΝείλου τὰς πηγάς
= κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τις πηγές του Νείλου.
:=> παράγ. ὑπόσχεσις.
ΝΕ υπόσχομαι.
[ὑπίσχ-ομαι (σύνθ. λ. ὑπό + *ἴσχομαι) κατά το αντώνυμο ἀρ-νέομαι].
γλσΕλα'υπό: ὑπὸ::
* McsElln.πρόθεση.υπό@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπό,
* McsElln.υπό@γλσΕλα,
μγ05.σ289
Α. με γενική, συνήθως κοντά σε ρήματα παθ. φωνής από κάποιον, από κάτι: ὑπὸ τῶν πολεμίων ἡ πόλις πολιορκεῖται
= η πόλη πολιορκείται από τους εχθρούς.
Β. με δοτική 1. κάτω από κάτι/κάποιον: ὑπὸ τοῖς χιτωνίσκοις περιζώματα φοροῦσιν
= κάτω από τους χιτώνες φορούν πουκάμισα.
2. δηλώνει εξάρτηση υπό την εξουσία κάποιου:μέγας ὁ κίνδυνος εἰ ἐσόμεθα ὑπ’ αὐτοῖς
= ο κίνδυνος θα είναι μεγάλος, αν θα είμαστε υπό την εξουσία τους.
Γ. με αιτιατική κάτω από κάτι/κάποιον: ὑπὸ τὴν ἀκρόπολιν
= κάτω από την ακρόπολη.
Δ. στη σύνθεση δηλώνει 1. κάτω από κάτι/κάποιον: ὕπειμι
= βρίσκομαι κάτω από κάποιον. 2. μείξη κάποιας ύλης με άλλη: ὑπάργυρος.
3. υποταγή ή εξάρτηση: ὑπόκειμαι (τῷ ἄρχοντι)
= υποτάσσομαι (στον άρχοντα). 4. αυτό που παρουσιάζεται σε μικρό βαθμό ή συμβαίνει βαθμιαία, κάπως, λίγο λίγο: ὑπόλευκος. 5. αυτό που συμβαίνει στα κρυφά: ὑπεισέρχομαι
= μπαίνω στα κρυφά, χωρίς να γίνω αντιληπτός.
[μυκην. upo, πβ. αρχ. ινδ. 'upa, αρχ. περσ. upa«κοντά, προς»].
γλσΕλα'υπόγυιος: ὑπόγυιος & ὑπόγυος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.υπόγυιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπόγυιος,
* McsElln.υπόγυιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὑπογυιότερος
Υπερθετικός ὑπογυιότατος
1. άμεσος, πρόχειρος, επικείμενος: ὑπόγυιος ἡ τελευτὴ τοῦ βίου
= το τέλος της ζωής πλησιάζει.
2. πρόσφατος: ὁ πόλεμος ὁ ὑπογυιότατος
= ο πρόσφατος πόλεμος.
[σύνθ. λ. ὑπό + γυῖα, τὰ «τα μέλη του ανθρώπινου σώματος» + παρ. επίθ. -ος].
γλσΕλα'υποδέxομαι: ὑποδέχομαι::
* McsElln.ρήμα.υποδέxομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποδέxομαι,
* McsElln.υποδέxομαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δέχομαι
1. καλωσωρίζω: ὑποδέχομαί τινα
= καλωσωρίζω κάποιον.
2. αναλαμβάνω, υπόσχομαι: ἃ ὑπεδέξατο οὐκ ἐπετέλει
= αυτά που ανέλαβε δεν ήταν πρόθυμος να τα υλοποιήσει.
:=> παράγ. ὑποδοχή.
ΝΕ υποδέχομαι (με τη σημ. 1).
[σύνθ. λ. ὑπό + δέχομαι].
γλσΕλα'υποδέω: ὑποδέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υποδέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποδέω,
* McsElln.υποδέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. δέω (Β)μέση φωνή ὑποδοῦμαι δένω κάτω από τα πόδια μου, φορώ τα παπούτσια μου: ὑποδεδεμένοι ἐκοιμῶντο
= κοιμούνταν με τα παπούτσια.
:=> παράγ. ὑπόδεσις, ὑπόδημα.
[σύνθ. λ. ὑπό + δέω].
γλσΕλα'υπόδημα: ὑπόδημα, ὑποδήματος::
* McsElln.ουσιαστικό.υπόδημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπόδημα,
* McsElln.υπόδημα@γλσΕλα,
σόλα δεμένη κάτω από το πόδι, σανδάλι.
:=> σύνθ. ὑποδηματοποιός, ὑποδηματορράφος.
ΝΕ υπόδημα ως λόγιο αντί του παπούτσι.
[παράγ. λ. *ὑπόδε-τον (< ὑποδέω) + παρ. επίθ.-μα].
γλσΕλα'υποζύγιον: ὑποζύγιον, -ίου::
* McsElln.ουσιαστικό.υποζύγιον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποζύγιον,
* McsElln.υποζύγιον@γλσΕλα,
ζώο για ζεύγμα ή μεταφορά αντικειμένων: ἡμίονοι καὶ βόες ὑποζύγιά εἰσιν
= τα μουλάρια και τα βόδια είναι φορτηγά ζώα.
ΝΕ υποζύγιο.
[παράγ. λ. ὑπόζυγος (< ζευγνύω) + παρ. επίθ.-ιον].
γλσΕλα'υπόκειμαι: ὑπόκειμαι::
* McsElln.ρήμα.υπόκειμαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπόκειμαι,
* McsElln.υπόκειμαι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. κεῖμαι
1. βρίσκομαι από κάτω: οἱ θεμέλιοι παντοίων λίθων ὑπόκεινται
= οι πέτρες των θεμελίων βρίσκονται κάτω από κάθε λογής πέτρες.
2. λαμβάνομαι ως υπόθεση: ὀρθῶς ἡ ἀρχὴ ὑπόκειται αὕτη;
= ορθά λαμβάνεται ως υπόθεση η αρχή αυτή;
3. υποτάσσομαι: ὑπόκειμαι τῷ ἄρχοντι
= υποτάσσομαι στον κυβερνήτη.
ΝΕ υπόκειμαι (με σημ. 1, αλλά μεταφορικά).
[σύνθ. λ. ὑπό + κεῖμαι].
γλσΕλα'υπολαμβάνω: ὑπολαμβάνω::
* McsElln.ρήμα.υπολαμβάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπολαμβάνω,
* McsElln.υπολαμβάνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. λαμβάνω
1. καταλαμβάνω, πιάνω: πυρετὸς ὑπολαμβάνει αὐτούς
= τους πιάνει πυρετός.
2. καταλαβαίνω, κατανοώ: εἰ μὴ σὺ φράζεις, πῶς ὑπολάβοιμ’ ἂν λόγον;
= αν εσύ δε μιλάς, πώς θα μπορούσα να καταλάβω τι εννοείς;
3. παραλαμβάνω, προστατεύω: ὁ Κῦρος ὑπέλαβεν τοὺς φεύγοντας
= ο Κύρος προστάτεψε τους εξόριστους.
4. απαντώ: οἱ Λακεδαιμόνιοι ὑπελάμβανον οὐ χρεὼν εἶναι...
= οι Σπαρτιάτες απαντούσαν ότι δεν είναι αναγκαίο...
:=> παράγ. ὑπόλημμα, ὑπόληψις.
[σύνθ. λ. ὑπό + λαμβάνω].
γλσΕλα'υπομένω: ὑπομένω::
* McsElln.ρήμα.υπομένω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπομένω,
* McsElln.υπομένω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. μένω
1. περιμένω: διὰ τοῦτό σε οὐχ ὑπέμενον
= γιἀυτό δε σε περίμενα.
2. υπομένω: δουλείαν ὑπομένω.
:=> παράγ. ὑπομονή.
ΝΕ υπομένω (με τη σημ. 2).
[σύνθ. λ. ὑπό + μένω].
γλσΕλα'υπομιμνήσκω: ὑπομιμνήσκω::
* McsElln.ρήμα.υπομιμνήσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπομιμνήσκω,
* McsElln.υπομιμνήσκω@γλσΕλα,
Μέλλ. ὑπομνήσω
Αόρ. ὑπέμνησα υπενθυμίζω, θυμίζω κάτι σε κάποιον: ὑπέμνησαν αὐτοὺς τῶν ὁρκίων
= τους θύμισαν τους όρκους.
:=> παράγ. ὑπόμνησις, ὑπόμνημα.
[σύνθ. λ. ὑπό + μιμνήσκω].
γλσΕλα'υπόμνημα: ὑπόμνημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.υπόμνημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπόμνημα,
* McsElln.υπόμνημα@γλσΕλα,
μγ05.σ290
1. υπενθύμιση: ἵν’ ὑπομνήματα τοῖς ἐπιγιγνομένοις ’ῇ τῆς τῶν βαρβάρων ἀσεβείας
= για να είναι υπενθύμιση της ασέβειας των βαρβάρων στις μελλοντικές γενιές.
2. στον πληθ. ὑπομνήματα σημειώσεις.
ΝΕ υπόμνημα.
[σύνθ. λ. ὑπό + *μνη- (< μι-μνή-σκω) + παρ. επίθ. -μα].
γλσΕλα'υπόμνησις: ὑπόμνησις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.υπόμνησις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπόμνησις,
* McsElln.υπόμνησις@γλσΕλα,
υπενθύμιση: τοῦτο ὑπόμνησίς ἐστι τοῦ φθαρτὸν εἶναι τὸ γεννητόν
= αυτό είναι υπενθύμιση για το ότι ό,τι γεννιέται είναι φθαρτό.
ΝΕ υπόμνηση.
[σύνθ. λ. ὑπό + *μνη- (< μι-μνή-σκω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'υπονοέω: ὑπονοέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υπονοέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπονοέω,
* McsElln.υπονοέω@γλσΕλα,
υποψιάζομαι: ὑπενόησεν αὐτῶν τὴν διάνοιαν
= υποψιάστηκε την πρόθεσή τους.
= ὑποπτεύω.
:=> παράγ. ὑπόνοια.
ΝΕ υπονοώ «υποδεικνύω με έμμεσο τρόπο».
[σύνθ. λ. ὑπό + νοέω].
γλσΕλα'υποπτεύω: ὑποπτεύω::
* McsElln.ρήμα.υποπτεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποπτεύω,
* McsElln.υποπτεύω@γλσΕλα,
βλέπω με υποψία, υποψιάζομαι: πρὸς τὰς τοῦΠεδαρίτου ἐπιστολὰς ὑπώπτευον αὐτόν
= εξαιτίας των επιστολών του Πεδαρίτου τον έβλεπαν με υποψία. ὑπώπτευον ὑμᾶς ἔκπληξιν ἔχειν
= υποψιαζόμουν ότι έχετε κυριευτεί από τρόμο.
= ὑπονοέω.
ΝΕ υποπτεύομαι.
[παράγ. λ. ὕποπτ-ος (< ὑφοράω, μέλλ. ὑπόψομαι) + παρ. επίθ. -εύω].
γλσΕλα'υποστέλλω: ὑποστέλλω::
* McsElln.ρήμα.υποστέλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποστέλλω,
* McsElln.υποστέλλω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. στέλλω
1. χαμηλώνω, κατεβάζω: ὑποστέλλω ἱστίον
= κατεβάζω τα πανιά. ὑποστέλλω τὴν οὐράν
= κατεβάζω την ουρά (για τα σκυλιά).
2. παθητικό ὑποστέλλομαι συμμαζεύομαι: ὑποστέλλεται τὸ πλῆθος
= ελαττώνεται το πλήθος.
:=> παράγ. ὑποστολή.
ΝΕ υποστέλλω (με τη σημ. 1, λ.χ. υποστέλλω τη σημαία).
[σύνθ. λ. ὑπό + στέλλω].
γλσΕλα'υποστρέφω: ὑποστρέφω::
* McsElln.ρήμα.υποστρέφω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποστρέφω,
* McsElln.υποστρέφω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. στρέφω αμετάβατο γυρίζω πίσω, επιστρέφω: ὑποστρέψαντες ’ῇσαν τὴν πρὸς τὸ ὄρος ὁδὸν τὴν φέρουσαν εἰς Ἐρύθρας
= αφού γύρισαν πίσω, βάδιζαν το δρόμο για το βουνό που οδηγεί στις Ερυθρές.
:=> παράγ. ὑποστροφή.
[σύνθ. λ. ὑπό + στρέφω].
γλσΕλα'υποτίθημι: ὑποτίθημι::
* McsElln.ρήμα.υποτίθημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποτίθημι,
* McsElln.υποτίθημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. τίθημι
1. τοποθετώ από κάτω.
2. θέτω ενώπιον κάποιου, εισηγούμαι: καὶ τὴν δικαιοτάτην ὑπόθεσιν ἔχω ὑποτιθέναι
= μπορώ να εισηγηθώ την πιο δίκαιη εισήγηση.
3. μέση φωνή ὑποτίθεμαι συμβουλεύω: εἶπεν αὐτοῖς ὑποτιθέμενος...
= είπε συμβουλεύοντάς τους.
4. μέση φωνή ὑποτίθεμαι υιοθετώ ως πολιτική μου: τοῦτο ὑπέθετο, ὅπως ἐν ἐκείνῳ εἴη φάναι...
= αυτό το υιοθέτησε ως πολιτική του, για να είναι στο χέρι του να λέει...
5. μέση φωνή ὑποτίθεμαι υποθέτω: τὴν ἀρετὴν διδακτὸν ὑπεθέμεθα
= υποθέσαμε ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί.
6. υποθηκεύω: τὴν οἰκίαν ὑπέθηκεν
= υποθήκευσε το σπίτι του.
:=> παράγ. ὑπόθεσις, ὑποθήκη.
ΝΕ υποθέτω (με τη σημ. 5).
[σύνθ. λ. ὑπό + τίθημι].
γλσΕλα'υπουργέω: ὑπουργέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υπουργέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υπουργέω,
* McsElln.υπουργέω@γλσΕλα,
προσφέρω υπηρεσία σε κάποιον, τον βοηθώ:ἐδόκει αὐτοῖς ὑπουργεῖν τοῖς Συρακουσίοις
= αποφάσισαν να βοηθούν τους Συρακουσίους.
[παράγ. λ. ὑπουργ-ός < ὑποεργός (< ὑπό +ἐργ-άζομαι, ἔργον) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'υποφαίνω: ὑποφαίνω::
* McsElln.ρήμα.υποφαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποφαίνω,
* McsElln.υποφαίνω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. φαίνω αμετάβατο, για την αυγή, την ημέρα κτλ. αρχίζω να χαράζω: ἡμέρα σχεδὸν ὑπέφαινεν
= η ημέρα σχεδόν άρχισε να χαράζει.
:=> παράγ. ὑπόφασις.
ΝΕ ο υποφαινόμενος.
[σύνθ. λ. ὑπό + φαίνω].
γλσΕλα'υποxείριος: ὑποχείριος, -ιος & -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.υποxείριος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποxείριος,
* McsElln.υποxείριος@γλσΕλα,
αυτός που βρίσκεται υπό τον έλεγχο κάποιου, υποχείριος: μηδέποτε γενώμεθα ὑποχείριοι τοῖς πολεμίοις
= ας μη γίνουμε ποτέ υποχείριοι στους εχθρούς.
ΝΕ υποχείριος.
[σύνθ. λ. ὑπό + *χείρ-ιος (χείρ, χειρός)].
γλσΕλα'υποxωρέω: ὑποχωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υποxωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υποxωρέω,
* McsElln.υποxωρέω@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. χωρέω -ῶ
1. οπισθοχωρώ, αποσύρομαι: ὑπεχώρησαν ἐς τὴν Σάμον.
2. με αιτιατική υποχωρώ μπροστά σε κάτι: ὄχλον Πελοποννησίων νεῶν ὑποχωρῶ
= υποχωρώ μπροστά στο πλήθος των πελοποννησιακών πλοίων.
3. με δοτική υποχωρώ σε κάποιον: τὸ δημοκρατικὸν ὑπεχώρησε τῷ ὀλιγαρχικῷ
= οι δημοκρατικοί υποχώρησαν στους ολιγαρχικούς.
:=> παράγ. ὑποχώρησις.
ΝΕ υποχωρώ (με όλες τις σημ).
[σύνθ. λ. ὑπό + χωρέω].
μγ05.σ291
γλσΕλα'ύς: ὗς, ὑὸς & σῦς, συός, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.ύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύς,
* McsElln.ύς@γλσΕλα,
γουρούνι: ὗς ἀγρίους πλέγμασι δολῶ
= παγιδεύω αγριογούρουνα με δίκτυα.
[*sus, λατ. sus, suris, γερμ. Sau, αγγλ. sow].
γλσΕλα'υστεραίος: ὑστεραῖος, -αία, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.υστεραίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υστεραίος,
* McsElln.υστεραίος@γλσΕλα,
επόμενος: τῇ ὑστεραί'α (ενν. ἡμέρ'α)
= κατά την επόμενη ημέρα.
=/ προτεραῖος «προηγούμενος».
[παράγ. λ. ὕστερος + παρ. επίθ. -α_ιος].
γλσΕλα'υστερέω: ὑστερέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.υστερέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υστερέω,
* McsElln.υστερέω@γλσΕλα,
Παρατ. ὑστέρουν
Μέλλ. ὑστερήσω
Αόρ. ὑστέρησα
Παρακ. ὑστέρηκα
Υπερσ. ὑστερήκειν
Παθ. αόρ. ὑστερήθην
1. μένω πίσω, έρχομαι αργότερα, καθυστερώ:ὑστέρησαν οὐ πολλῷ
= καθυστέρησαν λίγο.
=/ προτερέω.
2. υστερώ σε σχέση με κάποιον, είμαι υποδεέστερός του: ἐμπειρί'α τῶν ἄλλων ὑστεροῦσιν
= υστερούν σε εμπειρία σε σχέση με τους άλλους.
ΝΕ υστερώ (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. ὕστερος + παρ. επίθ. -έω, ακριβές αντίστοιχο του αρχ. ινδ. 'uttara].
γλσΕλα'υφίστημι: ὑφίστημι::
* McsElln.ρήμα.υφίστημι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υφίστημι,
* McsElln.υφίστημι@γλσΕλα,
Για τους χρόνους βλπ. ἵστημι
1. παθ. φωνή ὑφίσταμαι δεσμεύομαι, υπόσχομαι: ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη
= μετέφερε τους άντρες (στην Αθήνα), όπως υποσχέθηκε.
2. παθ. φωνή ὑφίσταμαι υφίσταμαι, συγκατατίθεμαι: τὸν κίνδυνον ὑφίσταμαι καὶ οὐ φεύγω
= υφίσταμαι τον κίνδυνο και δεν τον αποφεύγω.
:=> παράγ. ὑπόστασις, ὑποστατικός.
ΝΕ υφίσταμαι (με τη σημ. 2, «υπομένω»).
[σύνθ. λ. ὑπό + ἵσταμαι].
γλσΕλα'υψηλός: ὑψηλός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.υψηλός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'υψηλός,
* McsElln.υψηλός@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὑψηλότερος
Υπερθετικός ὑψηλότατος υψηλός: ἡ πόλις ἐφ’ ὑψηλῶν χωρίων ἦν
= η πόλη βρισκόταν πάνω σε υψηλό τόπο.
ΝΕ (υ)ψηλός.
[παράγ. λ. επίρρ. ὕψι «υψηλά» + παρ. επίθ. -ηλός].
γλσΕλα'ύψιστος: ὕψιστος, -ίστη, -ιστον::
* McsElln.επίθετο.ύψιστος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύψιστος,
* McsElln.ύψιστος@γλσΕλα,
υψηλότατος
= ὕπατος.
ΝΕ ύψιστος.
[επίρρ. ὕψι «υψηλά» + παρ. επίθ. -σ-τος].
γλσΕλα'ύω: ὕω::
* McsElln.ρήμα.ύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ύω,
* McsElln.ύω@γλσΕλα,
Παρατ. ὗον
Μέλλ. ὕσω
Αόρ. β΄ ὗσα
Μέσ. μέλλ. ὕσομαι
Παθ. αόρ. ὕσθην ρίχνω βροχή, βρέχω: ἀνηγάγετο ἐπὶ τὴν Κύζικον ὕοντος πολλῷ
= απέπλευσε για την Κύζικο, ενώ έριχνε πολλή βροχή.
=> συνήθως στο γ΄ ενικό ὕει
= βρέχει.
[*seu-/su «πιέζω, φιλτράρω» > *ὕyω > ὕω].
γλσΕλα'Φ: Φ, φ, φεῖ::
* McsElln.ουσιαστικό.Φ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Φ,
* McsElln.Φ@γλσΕλα,
το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Κατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.) προφερόταν ως [p] με δασύτητα, δηλ. ως [p], κατά την προφορά του οποίου εκβαλλόταν από το στόμα ελαφρό ρεύμα αέρα, όπως περίπου προφέρεται το p στο αγγλικό pen.
=> ως αριθμητικό σύμβολο φ΄
= 500, αλλά ,φ
= 500.000.φαγεῖν απαρέμφατο του ἔφαγον που χρησιμοποιείται ως αόρ. β΄ του ἐσθίω
=> ἔφαγον έφαγα, καταβρόχθισα: ἔχει δύναμιν τοῦ φαγεῖν παντοδαπά
= έχει την ικανότητα να φάει κάθε είδους τροφή.
ΝΕ έφαγα.
[*φαγ-, πβ. αρχ. ινδ. bhajati «διανέμω, διαμοιράζω»].
γλσΕλα'φαιδρός: φαιδρός, -ά, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.φαιδρός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φαιδρός,
* McsElln.φαιδρός@γλσΕλα,
Συγκριτικός φαιδρότερος
Υπερθετικός φαιδρότατος αυτός που λάμπει, λαμπερός: φαιδρὸς κρατήρ
= λαμπερός κρατήρας.
:=> παράγ. φαιδρότης, φαιδρύνω, Φαῖδρος,Φαίδρα, σύνθ. φαιδρωπός.
ΝΕ φαιδρός «γελαστός, χαρούμενος» ή «χαζοχαρούμενος, γελοίος».
[*φαιδ- (πβ. φαίδ-ιμος «λαμπρός, ένδοξος») +παρ. επίθ. -ρός, πβ. λιθ. gaidr`a «καθαρός ουρανός χωρίς σύννεφα»].
γλσΕλα'φαίνω: φαίνω::
* McsElln.ρήμα.φαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φαίνω,
* McsElln.φαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφαινον
Μέλλ. φανῶ
Αόρ. ἔφηναΠαρακ.(σε σύνθ.) -πέφαγκα«έχω φανερώσει»& με αμετάβ. σημ. πέφηνα
μγ05.σ292
«έχω φανερωθεί, έχω παρουσιαστεί»
Μέσ. μέλλ.κάποτε και με αμετάβ. σημ.φανοῦμαι«θα φανερώσω ή θα φανερωθώ (από μόνος μου)»
Μέσ. αόρ. ἐφηνάμην«φανέρωσα»
Παθ. μέλλ.με αμετάβ. σημ.φανήσομαι«θα φανώ, θα φανερωθώ (από μόνος μου)»
Παθ. αόρ.με αμετάβ. σημ.ἐφάνην«φάνηκα, φανερώθηκα (από μόνος μου)»
Παθ. παρακ. πέφασμαι
Παθ. υπερσ. ἐπεφάσμην
1. φέρνω στο φως, φανερώνω: φαίνω θησαυρόν
= αποκαλύπτω θησαυρό.
2. καταγγέλλω: φανῶ σε τοῖς πρυτάνεσι
= θα σε καταγγείλω στους πρυτάνεις.
3. στην παθ. φωνή φαίνομαι
α. έρχομαι στο φως, αποκαλύπτομαι, φαίνομαι.
β. με μετοχή είμαι ολοφάνερα κάτι: φαίνεται εὔνους ἡμῖν ὤν
= είναι ολοφάνερα ευνοϊκός προς εμάς. γ.με απαρέμφατο δίνω την εντύπωση ότι, φαίνομαι να...: σὺ μέγα πλουτεῖν φαίνει
= φαίνεσαι να είσαι πολύ πλούσιος.
ΝΕ φαίνομαι (με τις σημ. 3α, 3β).
[*φαν-, *φάν-jω > φαίνω «φέρνω στο φως της ημέρας», ομόρρ. με αρχ. ινδ. bha-ti «φωτίζω»].
γλσΕλα'φάλαγξ: φάλαγξ, -αγγος::
* McsElln.ουσιαστικό.φάλαγξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φάλαγξ,
* McsElln.φάλαγξ@γλσΕλα,
παράταξη ὁπλιτῶν, δηλ. βαριά οπλισμένων στρατιωτών, σε ετοιμότητα για μάχη: αἱ φάλαγγες τέτταρα στάδια ἀπ’ ἀλλήλων διέχουσιν
= οι παρατάξεις των οπλιτών χωρίζονται η μια από την άλλη με τέσσερα στάδια.
ΝΕ φάλαγγα.
[φαλαγγ- «δοκός, δοκάρι», συγγεν. με γερμ.*belkan-, *balkan- «δοκάρι»].
γλσΕλα'φάραγξ: φάραγξ, -αγγος::
* McsElln.ουσιαστικό.φάραγξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φάραγξ,
* McsElln.φάραγξ@γλσΕλα,
φαράγγι.
ΝΕ φαράγγι.
[φάραγξ «γη που έχει διακοπεί» < *φαρ-«τρυπώ, κόβω» (πβ. φάρος, το «άροτρο, αλέτρι, δηλ. όργανο που τρυπάει τη γη») + επίθ. αγγ-, όπως σῆρ-αγξ].
γλσΕλα'φαύλος: φαῦλος, φαύλη & φαῦλος, φαῦλον::
* McsElln.επίθετο.φαύλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φαύλος,
* McsElln.φαύλος@γλσΕλα,
Συγκριτικός φαυλότερος
Υπερθετικός φαυλότατος
1. για πράγματα
α. εύκολος, ασήμαντος: τὸ ζήτημα ‘ῷ ἐπιχειροῦμεν οὐ φαῦλον
= η έρευνα που αναλαμβάνουμε δεν είναι εύκολη.
β. απλός, συνηθισμένος: ποτὰ πίνεις τὰ φαυλότατα
= πίνεις τα πιο απλά ποτά.
γ. ευτελής, κακός: φαῦλοι λόγοι
= κακά λόγια.
2. για πρόσωπα
α. χαμηλής κοινωνικής τάξεως.
β. ανίκανος, κακός: φαῦλος αὐλητής.
γ. απαίδευτος, αμόρφωτος.
ΝΕ φαύλος (με τις σημ. 1γ, 2α).
:=> παράγ. φαυλότης.
[*φλαῦ-λος > φλαῦρος > φαῦλος ή ενδεχομένως φλαῦ-ρος, καθώς τα -λος/-ρος εναλλάσσονται, φλαυ- αβέβ. ετυμ.].
γλσΕλα'φέρω: φέρω::
* McsElln.ρήμα.φέρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φέρω,
* McsElln.φέρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφερον
Μέλλ. οἴσω
Αόρ. α΄& β΄ ἤνεγκα & ἤνεγκον
Παρακ. ἐνήνοχα
Υπερσ. ἐνηνόχειν
Μέσ. μέλλ. οἴσομαι
Παθ. μέλλ. οἰσθήσομαι & ἐνεχθήσομαι
Μέσ. αόρ. α΄ ἠνεγκάμην
Παθ. αόρ. ἠνέχθην
Παθ. παρακ. ἐνήνεγμαι
Παθ. υπερ. ἐνηνέγμην
1. μεταφέρω.
2. υποφέρω, υφίσταμαι, πάσχω: τὰς συμφορὰς οἷός τ’ ἐστι φέρειν
= είναι ικανός να υποφέρει τις συμφορές.
3. πληρώνω, καταβάλλω: δασμὸν ἡμῖν φέρουσιν τεταγμένον
= μας πληρώνουν καθορισμένο δασμό.
4. παράγω αποφέρω: γῆ καρπὸν φέρει
= η γη παράγει καρπό.
5. στην ενεργ. ή μέση φωνή φέρω ή φέρομαι κερδίζω: τὰ νικητήρια φέρω
= κερδίζω το βραβείο της νίκης.
:=> παράγ. φορά, φόρος, φορέω, σύνθ. ἀναφέρω, ἀποφέρω, φερέγγυος, φερέοικος (για το σαλιγκάρι που κουβαλάει το σπίτι του), περιφερής, θεοφόρος, λεωφόρος, κυοφορέω, οἰσοφάγος.
ΝΕ φέρνω (με τη σημ. 1 και φέρω με τη σημ. 2στη φρ. φέρω κάτι βαρέως).
[φέρ-ω, πβ. αρχ. ινδ. bh'arati «μεταφέρει», λατ. fer-o, γοτθ. baira (ai
= e) «μεταφέρω»].
γλσΕλα'φεύγω: φεύγω::
* McsElln.ρήμα.φεύγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φεύγω,
* McsElln.φεύγω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφευγον
Μέλλ. φεύξομαι & φευξοῦμαι
Αόρ. β΄ ἔφυγον
Παρακ. πέφευγα
Υπερσ. ἐπεφεύγειν
1. καταφεύγω (γιατί με καταδιώκουν): Κροῖσος ἐπὶ Σάρδεις ἔφευγεν
= ο Κροίσος κατέφευγε προς τις Σάρδεις.
2. αποφεύγω: χρὴ φεύγειν τὰ παχύνοντα
= πρέπει κανείς να αποφεύγει όσα παχαίνουν.
3. εξορίζομαι: οἱ φεύγοντες
= οι εξόριστοι.φεύγω ἐξ Ἀρείου πάγου
= εξορίζομαι από τον Άρειο πάγο.
μγ05.σ293
4. ως δικανικός όρος κατηγορούμαι, ενάγομαι:φεύγω δίκην φόνου
= κατηγορούμαι για φόνο. ὁ φεύγων
= ο κατηγορούμενος. ἀσεβείας φεύγω ὑπὸ Μελήτου
= κατηγορούμαι για ασέβεια από το Μέλητο. παρανόμων (γεν.πληθ. ουδ.) φεύγω
= κατηγορούμαι για πρόταση ψηφίσματος που αντίκειται στους κειμένους νόμους.
=/ διώκω «κατηγορώ, ενάγω».
:=> παράγ. φυγή, φυγάς, φυγαδεύω, φευκτέος, σύνθ. ἀποφεύγω, διαφεύγω, φυγόδικος, φυγόπονος, πρόσφυξ, κρησφύγετον.
ΝΕ φεύγω, που αντιστοιχεί στο αρχ. ἄπειμι.
[*bheu-g- > φεύγ-ω (πβ. λιθ. baug`us «που φεύγει, δειλός»), *bhu-g- > φυγεῖν (πβ. λατ. fuga)].
===
φεύγω: φεύγω 1) φεύγω, 2) εξορίζομαι, βρίσκομαι σε εξορία, 3) κατηγορούμαι, διώκομαι δικαστικά
===
_stxElla: φεύγω τινά. == αποφεύγω κάποιον-κάτι.
γλσΕλα'φημί: φημὶ::
* McsElln.ρήμα.φημί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φημί,
* McsElln.φημί@γλσΕλα,
Μέλλ. φήσω
Αόρ. α΄ ἔφησα
Αόρ. β΄ ἔφην
1. λέγω, ισχυρίζομαι: ὅτι οἷος μὴ αἰσχύνεσθαι καὶ αὐτὸς φ'ής
= ότι μπορείς να μην ντρέπεσαι και ο ίδιος το λες.
2. οὔ φημι + απαρέμφατο αρνούμαι, λέγω ότι δεν...: οὐκ ἔφασαν ἐπιτρέψειν ταῦτα γενέσθαι
= είπαν ότι δε θα επιτρέψουν να γίνουν αυτά τα πράγματα.
3. σε απαντήσεις
α. φημὶ ή οὕτως φημὶ ναι: Σωκράτης: Χρὴ τὸν λόγον ἐξετάζοντα σκοπεῖν εἰ συμφωνεῖ. - Φαῖδρος: Φημί
= Σ.: Πρέπει εξετάζοντας κανείς τη λογική να παρατηρήσει αν αυτή συμφωνεί (με τον Ιπποκράτη). - Φ.: Ναι.
β. οὔ φημι λέω όχι: ἤρετο εἰ αἰσθάνοιτο, ὁ δὀὐκ ἔφη
= τον ρώτησε αν το έμαθε και εκείνος είπε όχι.
4. προστάζω: ἔφην τῷ Ὀρθοβούλῳ ἐξαλεῖψαί με ἐκ τοῦ καταλόγου
= πρόσταξα τον Ορθόβουλο να με σβήσει από τον κατάλογο.
:=> παράγ. φήμη, φάσις, φατὸς «που μπορεί να ειπωθεί», σύνθ. ἀπόφημι «αρνούμαι», σύμφημι«συμφωνώ», ἐπευφημία, περίφημος, εὐφημέω, κακόφημος, προφήτης, ἀντίφασις, θέσφατος «εκφρασμένος από το θεό», ἀφασία.
[φημί, δωρ. φ_αμί, πβ. αρμ. bam
= φημί, για το φήμη/φάμ_α πβ. λατ. f-ama, fabula «διήγηση, μύθος»].
γλσΕλα'φθάνω: φθάνω::
* McsElln.ρήμα.φθάνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φθάνω,
* McsElln.φθάνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφθανον
Μέλλ. φθήσομαι & φθάσω
Αόρ. ἔφθασα & ἔφθην
Παρακ. ἔφθακα
Υπερσ. ἐφθάκειν
1. έρχομαι πρώτος, ενεργώ πρώτος, προφθάνω κάποιον: πρὶν ἐλθεῖν αὐτοὺς φθάσαι ἐβούλοντο
= ήθελαν να ενεργήσουν πρώτοι, πριν έρθουν αυτοί.
2. με μετοχή προφθάνω, πρώτος κάνω κάτι: ἔφθασε ὁ Ἡρακλῆς τοξεύσας καὶ ἀνελὼν αὐτόν
= πρόφθασε ο Ηρακλής να τον τοξεύσει και να τον σκοτώσει.
:=> σύνθ. καταφθάνω, προφθάνω.
ΝΕ φθάνω & φτάνω. Οι αρχαίοι για το σημερινό φτάνω χρησιμοποιούσαν το ἀφικνοῦμαι.
[φθάνω < *φθάνFω < *φθάνευμι/*φθάνυμι, χωρίς αντιστοιχία στις λοιπές ΙΕ γλώσσες].
γλσΕλα'φθείρω: φθείρω::
* McsElln.ρήμα.φθείρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φθείρω,
* McsElln.φθείρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφθειρον
Μέλλ. φθερῶ
Αόρ. ἔφθειρα
Παρακ. ἔφθαρκα
Υπερσ. ἐφθάρκεινΜεσ. μέλλ.με παθ. σημ.φθεροῦμαι«θα φθαρώ»
Παθ. μέλλ. φθαρήσομαι
Παθ. αόρ. ἐφθάρην
Παθ. παρακ. ἔφθαρμαι
Παθ. υπερσ. ἐφθάρμην φθείρω.
ΝΕ φθείρω.
[*φθέρ- + παρ. επίθ. -jω > φθείρω, ΙΕ αρχής με αρχική σημ. «προκαλώ τη ρευστοποίηση, εξαφανίζω»].
γλσΕλα'φθίνω: φθίνω & φθίω::
* McsElln.ρήμα.φθίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φθίνω,
* McsElln.φθίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφθινονΜέλλ φθ(ε)ίσω
Αόρ. ἔφθ(ε)ισα
Παρακ. ἔφθ(ε)ικα
1. για χρόνο τελειώνω, λήγω μὴν φθίνων
= το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα. ἄρχει τῶν σπονδῶν ἄρχων Ἀλκαῖος Ἐλαφηβολιῶνος μηνὸς ἕκτῃ φθίνοντος
= θα εγκαινιάσει τη συνθήκη ο άρχοντας Αλκαίος, έξι μέρες πριν τελειώσει ο μήνας Ελαφηβολιών.
=/ μὴν ἱστάμενος «το πρώτο δεκαήμερο του μήνα», μὴν μεσῶν «το μεσαίο δεκαήμερο του μήνα».
2. φθίνω, παρακμάζω.
:=> παράγ. φθίσις, φθισικός, φθιτός. σύνθ. ἀποφθίνω, φθινόπωρον, ἄφθιτος «αθάνατος».
ΝΕ φθίνω (με τη σημ. 2).
[φθίνω < *φθίνFω < *φθίνυμι (από όπου φθινύω), χωρίς βέβαιη αντιστοιχία στις λοιπέςΙΕ γλώσσες].
γλσΕλα'φιλέω: φιλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.φιλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλέω,
* McsElln.φιλέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐφίλουν
Μέλλ. φιλήσω
Αόρ. ἐφίλησα
Παρακ. πεφίληκα
Μέσ. μέλλ.με παθ. σημ.φιλήσομαι«θα αγαπηθώ κτλ.»
μγ05.σ294
Παθ. αόρ. ἐφιλήθην
Παθ. παρακ. πεφίλημαι
1. μεταβατικό αγαπώ: εἰκὸς οὓς ἄν τις ἡγῆται χρηστοὺς φιλεῖν
= είναι λογικό να αγαπά κανείς εκείνους που θεωρεί καλούς.
=/ μισέω.
2. φιλώ.
3. αμετάβατο συμβαίνω συνήθως, συνηθίζω:φιλεῖ τὸ πλῆθος ἐν τούτοις τὸν βίον διάγειν
= συνηθίζουν οι απλοί πολίτες να περνούν τη ζωή τους με αυτά.
:=> παράγ. φίλημα, φιλία, φίλτρον.
ΝΕ φιλώ (με σημ. 2).
[παράγ. λ. φίλος + παρ. επίθ. -έω, βλπ. φίλος].
γλσΕλα'φιλία: φιλία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.φιλία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλία,
* McsElln.φιλία@γλσΕλα,
1. φιλία.
2. αγάπη.
[ουσιαστικοποίηση του θηλ. του επιθ. βλπ. φίλιος].
γλσΕλα'φίλιος: φίλιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.φίλιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φίλιος,
* McsElln.φίλιος@γλσΕλα,
Συγκριτικός φιλιώτερος φιλικός: ἦν τὸ ‘Ρίον φίλιον τοῖς Ἀθηναίοις
= ήταν το Ρίο φιλικό προς τους Αθηναίους.
ΝΕ φίλιος (στη στρατιωτική φρ. φίλιες δυνάμεις).
[παράγ. λ. φίλος + παρ. επίθ. -ιος, βλπ. φίλος].
γλσΕλα'φιλοκαλέω: φιλοκαλέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.φιλοκαλέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλοκαλέω,
* McsElln.φιλοκαλέω@γλσΕλα,
αγαπώ το ωραίο: φιλοκαλοῦμεν μετ’ εὐτελείας
= αγαπούμε το ωραίο με απλότητα.
[παράγ. λ. φιλόκαλος (σύνθ. φίλος/φιλέω +καλόν) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'φιλόλογος: φιλόλογος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.φιλόλογος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλόλογος,
* McsElln.φιλόλογος@γλσΕλα,
1. αυτός που αγαπά τα πολλά λόγια, φλύαρος: ἡ πόλις ἡμῶν (αἱ Ἀθῆναι) φιλόλογός ἐστι καὶ πολύλογος.
=/ βραχύλογος.
2. φίλος της φιλοσοφικής συζήτησης.
=/ μισόλογος.
3. φίλος των γραμμάτων: Λακεδαιμόνιοι Χίλωνα τῶν γερόντων ἐποίησαν ἥκιστα φιλόλογοι ὄντες
= οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν τοΧίλωνα μέλος της γερουσίας, αν και ήταν ελάχιστα φίλοι των γραμμάτων.
4. μελετητής, λόγιος.
:=> παράγ. φιλολογία.
ΝΕ φιλόλογος (ουσιαστικοπ., κυρίως με τη σημ. 4).
[σύνθ. λ. φίλος/φιλέω + λόγος, πβ. φιλόλογος
= ὁ φιλῶν λόγους].
γλσΕλα'φιλονικέω: φιλονικέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.φιλονικέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλονικέω,
* McsElln.φιλονικέω@γλσΕλα,
1. αγαπώ τη νίκη, επιδιώκω να υπερισχύσω ανταγωνιζόμενος τους άλλους, λογομαχώ: φιλονικοῦσιν καὶ οὐ τὸ προκείμενον ζητοῦσιν
= επιδιώκει ο καθένας τους να υπερισχύσει και δε διερευνούν το προκείμενο θέμα.
2. με θετική σημ. συναγωνίζομαι, εκδηλώνω άμιλλα: περὶ καλλίστων ἐφιλονίκουν
= συναγωνίζονταν για τα πιο ωραία πράγματα.
ΝΕ φιλονικώ «λογομαχώ».
[παράγ. λ. φιλόνικος (σύνθ. λ. φιλέω + νίκη)+ παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'φιλοπονέω: φιλοπονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.φιλοπονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλοπονέω,
* McsElln.φιλοπονέω@γλσΕλα,
εκδηλώνω μεγάλη εργατικότητα: τῇ ἑαυτοῦ γνώμῃ φιλοπονεῖ
= εκδηλώνει μεγάλη εργατικότητα με δική του θέληση.
[παράγ. λ. φιλόπονος (σύνθ. λ. φίλος / φιλέω+ πόνος) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'φίλος: φίλος, -η, -ον::
* McsElln.επίθετο.φίλος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φίλος,
* McsElln.φίλος@γλσΕλα,
Συγκριτικός 1. φίλτερος / 2. φιλαίτερος/ 3. φιλώτερος
Υπερθετικός 1. φίλτατος / 2. φιλαίτατος/ 3. ―
1. για πρόσωπα αγαπητός.
=/ ἐχθρὸς «μισητός».
=> στην αττική διάλεκτο η κλητική του ενικού φίλε σχηματίζεται και ως φίλος: ὦ φίλος, ὦ φίλος
= αγαπητέ μου, αγαπητέ μου.
2. ως ουσιαστικό ὁ φίλος φίλος.
:=> παράγ. φιλία, φιλότης, φιλέω, φίλημα, φιλικός, φίλ-τρον «ο τρόπος να είσαι αγαπητός», φίλιος, σύνθ. ἄφιλος, θεοφιλής, φιλόσοφος, φιλοσοφία.
ΝΕ φίλος (με τη σημ. 2).
[άγνωστης ετυμ., φίλ-ος, χωρίς αντιστοιχία στις λοιπές ΙΕ γλώσσες].
Invalid fif was read from the infobase.
γλσΕλα'φιλοτησία: φιλοτησία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.φιλοτησία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλοτησία,
* McsElln.φιλοτησία@γλσΕλα,
με ή χωρίς το κύλιξ (= ποτήρι) το ποτήρι της φιλίας ή της αγάπης: συνεστεφανοῦτο Φιλίππῳ καὶ φιλοτησίας προύπινεν
= φορούσε μαζί με το Φίλιππο στεφάνια και έπινε στην υγειά της φιλίας τους.
[παράγ. λ. φιλότης + παρ. επίθ. -ήσιος, με ουσιαστικοπ.].
γλσΕλα'φιλοτιμέομαι: φιλοτιμέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.φιλοτιμέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλοτιμέομαι,
* McsElln.φιλοτιμέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐφιλοτιμούμην
Μέλλ. φιλοτιμήσομαι & μεταγεν. φιλοτιμηθήσομαι
Αόρ. ἐφιλοτιμήθην
μγ05.σ295
& μεταγεν. ἐφιλοτιμησάμην
Παρακ. πεφιλοτίμημαι
1. αγαπώ ή επιζητώ την τιμή ή τη δόξα: ἐφιλοτιμήθην ὡς ὑὸς ὢν ἐκείνου
= επιζητούσα τις τιμές, καθώς ήμουν γιος εκείνου.
2. είμαι περήφανος: οὐ φιλοτιμοῦμαι ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις
= δεν είμαι περήφανος για αυτά που έχουν γίνει.
3. αγωνίζομαι με ζήλο: φιλοτιμοῦμαί σοι φίλῳ χρῆσθαι
= αγωνίζομαι να σε κάνω φίλο μου.
ΝΕ φιλοτιμούμαι «ενεργώ με ελατήριο τη φιλοτιμία».
[παράγ. λ. φιλότιμος (σύνθ. λ. φίλος/φιλέω +τιμή) + παρ. επίθ. -έομαι].
γλσΕλα'φιλότιμος: φιλότιμος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.φιλότιμος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλότιμος,
* McsElln.φιλότιμος@γλσΕλα,
Συγκριτικός φιλοτιμότερος
Υπερθετικός φιλοτιμότατος
1. με θετική ή αρνητική σημ. αυτός που αγαπά τις τιμές και διακρίσεις, ο φιλόδοξος, ο κενόδοξος.
2. φιλότιμος ἐπί τινι αυτός που επιδιώκει να διακρίνεται σε κάτι.
ΝΕ φιλότιμος «που ενεργεί από ηθική υποχρέωση».
γλσΕλα'φιλοφρονέομαι: φιλοφρονέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.φιλοφρονέομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φιλοφρονέομαι,
* McsElln.φιλοφρονέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐφιλοφρονούμην
Μέλλ. φιλοφρονήσομαι
Αόρ. ἐφιλοφρονησάμην & ἐφιλοφρονήθην
1. με αιτιατική προσώπου ως αντικείμενο συμπεριφέρομαι με ευμένεια προς κάποιον: φιλοφρονοῦνται ἀλλήλους
= συμπεριφέρεται ο ένας προς τον άλλο με ευμένεια.
2. με δοτική προσώπου ως αντικείμενο συμπεριφέρομαι φιλικά σε κάποιον: φιλοφρονοῦμαί τινι.
[παράγ. λ. φιλόφρων + παρ. επίθ. -εόμαι].
γλσΕλα'φίλτρον: φίλτρον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.φίλτρον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φίλτρον,
* McsElln.φίλτρον@γλσΕλα,
1. μέσο για να γίνεις αγαπητός σε κάποιον, ερωτικά μάγια: φίλτρα καὶ θελκτήρια ἔρωτος
= ελκυστικά και θελκτικά μέσα για τον έρωτα.
2. αγάπη, αφοσίωση: τὸ πρὸς τὴν πατρίδα φίλτρον.
ΝΕ φίλτρο (και με τις δύο σημ.).
[παράγ. λ. φίλ- (φίλος, φιλέω) + παρ. επίθ. τρον, βλπ. φίλος].
γλσΕλα'φλόξ: φλόξ, φλογός::
* McsElln.ουσιαστικό.φλόξ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φλόξ,
* McsElln.φλόξ@γλσΕλα,
φλόγα.
:=> παράγ. φλογίζω, φλογισμός, φλογερός, σύνθ. φλογοειδής, ἀφλόγιστος.
ΝΕ φλόγα.
[φλόξ < *φλόγ-ς < φλέγ-ω, *bhel- «καίω»].
γλσΕλα'φοιτάω: φοιτάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.φοιτάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φοιτάω,
* McsElln.φοιτάω@γλσΕλα,
αμετάβατο, για πρόσωπα συχνά πηγαίνω κάπου, συχνάζω (σε φίλο για επίσκεψη ή σε δάσκαλο για μάθηση): εἰώθαμεν φοιτᾶν παρὰ τὸνΣωκράτη
= συνηθίσαμε να συχνάζουμε στοΣωκράτη. παῖς ὢν ἐφοίτας ἐς τίνος διδασκάλου (ενν.: οἶκον);
= όταν ήσουν παιδί σε ποιο δάσκαλο σύχναζες;
:=> παράγ. φοίτησις, φοιτητής, σύνθ. ἀποφοιτάω, ἐπιφοίτησις.
ΝΕ φοιτώ (με την ίδια σημ. και «είμαι φοιτητής»).
[*φοι- + -*ιτάω, άγνωστης αρχής, πιθανόν*gwh-].
γλσΕλα'φορά: φορά, -ᾶς::
* McsElln.ουσιαστικό.φορά-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φορά,
* McsElln.φορά@γλσΕλα,
1. καταβολή, πληρωμή: χρημάτων φορά
= καταβολή χρημάτων.
2. κίνηση, κατεύθυνση: ἄστρων φοραί
= κινήσεις των άστρων.
3. δημιουργία, παραγωγή: φορὰ καρποῦ, φορά πτηνῶν.
ΝΕ φορά (με τη σημ. 2).
[φέρ-ω + παρ. επίθ. -ά, με τροπή του ε σε ο, βλπ. φέρω].
γλσΕλα'φορτικός: φορτικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.φορτικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φορτικός,
* McsElln.φορτικός@γλσΕλα,
Συγκριτικός φορτικώτερος
Υπερθετικός φορτικώτατος
1. φορτηγός, μεταφορικός: φορτικὸν πλοῖον
= μεταφορικό πλοίο. 2. κουραστικός: ἡ λειτουργία ἦν φορτικωτάτη. 3. κοινός, της μάζας, του όχλου: οἱ πολλοὶ καὶ φορτικώτατοι
= οι κοινοί άνθρωποι που είναι και ο όχλος.
:=> παράγ. φορτηγός, φορτίζω, φορτόω, σύνθ.κατάφορτος.
ΝΕ φορτικός (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. φόρτ-ος (< φέρω + -τος) + παρ. επίθ. -ικός, βλπ. φέρω].
γλσΕλα'φρίττω: φρίττω::
* McsElln.ρήμα.φρίττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φρίττω,
* McsElln.φρίττω@γλσΕλα,
o κοινός τύπος είναι φρίσσω
Παρατ. ἔφριττον
Μέλλ. φρίξω
Αόρ. ἔφριξα
Παρακ. πέφρικα
Μέσ. αόρ. ἐφριξάμην ανατριχιάζω: τοῦτο τίς οὐκ ἂν ἔφριξε ποιῆσαι;
= αυτό ποιος δε θα ανατρίχιαζε να το κάνει;
:=> παράγ. φρίκη, φρικαλέος, φρικώδης, φρικτός, Φρῖξος.
ΝΕ φρίττω (με την ίδια σημ.).
[αβέβ. ετυμ., ίσως *bhreg-, πβ. γαλατ. brig«κορυφή (δέντρου)», *φρίκ- (φρίξ, φρικός, ἡ«φρικίαση, ελαφρός κυματισμός της θάλασσας») + παρ. επίθ. -jω > φρίττω].φρήν, φρενός, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
μγ05.σ296
ο νους (ως έδρα της λογικής και των διανοητικών διεργασιών του ανθρώπου), αντίληψη, σκέψη.
=> στον πληθυντικό αἱ φρένες τα λογικά: ἐξέστην φρενῶν
= έχασα τα λογικά μου.
:=> παράγ. φρονέω, φρόνημα, φροντίζω, φροντίς, σύνθ. φρενήρης, φρενοβλαβής, εὔφρων,ἐχέφρων, παράφρων.
ΝΕ στις φρ. έξω φρενών, έχω σώας τας φρένας.
[ομόρρ. του φράζω «δίνω στον άλλο να καταλάβει», *φραδ-, *φρνο-δ-, για το επίθ. -ὴν πβ. ἀδήν, αὐχήν, σπλήν, που είναι όλα όργανα του σώματος].
γλσΕλα'φρονέω: φρονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.φρονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φρονέω,
* McsElln.φρονέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐφρόνουν
Μέλλ. φρονήσω
Αόρ. ἐφρόνησα
Παρακ. πεφρόνηκα
1. σκέπτομαι, είμαι συνετός: ἐν τούτῳ τῆς ἡλικίας καθέστηκα ἐν ‘ῷ κράτιστός εἰμι φρονεῖν
= έχω φτάσει σε τέτοια ηλικία που μπορώ να σκέπτομαι άριστα.
2. με επιρρήματα εὖ φρονῶ
α. σκέπτομαι ορθά, είμαι στα λογικά μου: αὐτὸς εὖ φρονῶν διέθετο
= ο ίδιος συνέταξε τη διαθήκη του, όταν ήταν στα λογικά του.
β. έχω συγκεκριμένη διάθεση απέναντι σε κάποιον: εὖ φρονοῦντες εἰς ὑμᾶς τυγχάνουσιν
= τυχαίνει να έχουν απέναντί σας θετική διάθεση.
3. μέγα φρονῶ
α. έχω μεγάλη ιδέα για κάτι, υπερηφανεύομαι: ἐφ’ ἑαυτῷ μέγα φρονεῖ
= έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
β. μικρὸν φρονῶ έχω δουλικό φρόνημα: μελετῶντες πάντα τρόπον μικρὸν φρονεῖν
= εκπαιδεύοντας με κάθε τρόπο τον εαυτό τους να έχουν δουλικό φρόνημα.
4. τά τινος φρονῶ είμαι υποστηρικτής κάποιου: φρονεῖ τὰ Βρασίδου
= είναι υποστηρικτής του Βρασίδα.
ΝΕ φρονώ «πιστεύω ακράδαντα».
[*φρεν- (φρήν, φρενός) + παρ. επίθ. -έω, με τροπή του ε σε ο, βλπ. φρήν].
γλσΕλα'φρόνημα: φρόνημα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.φρόνημα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φρόνημα,
* McsElln.φρόνημα@γλσΕλα,
1. γνώμη, πεποίθηση, φρόνημα: ἐν ἐλευθέρῳ φρονήματι βεβίωκα
= έχω ζήσει με ελεύθερο φρόνημα.
α. με θετική σημ. μεγαλοφροσύνη, υψηλό φρόνημα: ἀνὴρ φρόνημα ἔχων
= άντρας με υψηλό φρόνημα.
β. με αρνητική σημ. αλαζονεία, έπαρση: τὸ τῶν μάντεων σχῆμα φρονήματος πληροῦται
= η συντεχνία των μάντεων είναι γεμάτη αλαζονεία.
ΝΕ φρόνημα (με τη σημ. 1).
[φρον-έω + παρ. επίθ. -η-μα, βλπ. φρονέω, φρήν].
γλσΕλα'φροντίζω: φροντίζω::
* McsElln.ρήμα.φροντίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φροντίζω,
* McsElln.φροντίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐφρόντιζον
Μέλλ. φροντιῶ
Αόρ. ἐφρόντισα
Παρακ. πεφρόντικα
Μέσ. μέλλ. φροντιοῦμαι
Παθ. παρακ. πεφρόντισμαι
1. με γενική περιποιούμαι: φροντίζω τῶν οἰκετῶν
= περιποιούμαι τους δούλους.
2. με πλάγια ερωτηματική πρόταση εξετάζω, μεριμνώ: οὐ φροντίζω ὅ τι βούλεται ἑαυτὸν καλεῖν
= δε μεριμνώ για το πώς θέλει να ονομάζει τον εαυτό του. οὐ φροντίζουσιν ὅπως φίλους κτήσωνται
= δε μεριμνούν πώς να αποκτήσουν φίλους.
3. με τελική μετοχή ετοιμάζομαι, παίρνω τα μέτρα μου: φροντίζεθ’ ὡς μαχούμενοι
= ετοιμαστείτε να πολεμήσετε.
ΝΕ φροντίζω (με τη σημ. 1).
[φροντίς (βλπ. φρήν) + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'φυγή: φυγή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.φυγή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φυγή,
* McsElln.φυγή@γλσΕλα,
1. φυγή (στη μάχη): οἱ δὲ πλεῖστοι εἰς φυγὴν ὥρμων
= οι περισσότεροι ορμούσαν σε φυγή.
2. αποφυγή: νόσων ἀμηχάνων φυγή
= η δυνατότητα αποφυγής των ακαταπολέμητων ασθενειών.
3. εξορία: φυγὴν κατέγνωσαν αὐτῶν
= τους καταδίκασαν σε εξορία.
ΝΕ φυγή (με τις σημ. 1, 2).
[φυγ- (ἔ-φυγ-ον) + παρ. επίθ. -ή, βλπ. φεύγω].
γλσΕλα'φυλακή: φυλακή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.φυλακή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φυλακή,
* McsElln.φυλακή@γλσΕλα,
1. φύλαξη, φρούρηση: φυλακὴν εἶχεν μὴ ἐκ Κορίνθου ἐκπλεῖν μηδένα
= φρουρούσε, ώστε κανείς να μην εκπλεύσει από την Κόρινθο. ἐν φυλακῇ ἔχω τινά
= φυλάσσω κάποιον.
2. στρατιωτικός σταθμός: φυλακὴ ἀνδρῶν.
3. ημερήσια ή νυκτερινή βάρδια: φυλακαὶ νυκτεριναὶ καὶ ἡμεριναί.
ΝΕ φυλακή «τόπος τιμωρημένων».
[*φυλακ- (πβ. φυλάττω/φυλάσσω < *φυλάκ-jω) + παρ. επίθ. -ή].
γλσΕλα'φύλαξ: φύλαξ, -ακος::
* McsElln.ουσιαστικό.φύλαξ-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φύλαξ,
* McsElln.φύλαξ@γλσΕλα,
φύλακας, φρουρός: φύλακας τοῦ ἡμίσεος τείχους κατέλιπον
= άφησαν φρουρούς αρκετούς για το μισό τείχος.
ΝΕ φύλακας.
[άγνωστης αρχής, *φύλακ-ς < αρχαιότερο φυλακός].
γλσΕλα'φυλάττω: φυλάττω::
* McsElln.ρήμα.φυλάττω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φυλάττω,
* McsElln.φυλάττω@γλσΕλα,
ο κοινός τύπος είναι φυλάσσω
Παρατ. ἐφύλαττον
Μέλλ. φυλάξω
Αόρ. ἐφύλαξα
μγ05.σ297
Παρακ. πεφύλαχα
Μέσ. μέλλ. φυλάξομαι
Παθ. μέλλ. φυλαχθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐφυλαξάμην
Παθ. αόρ. ἐφυλάχθην
Παθ. παρακ. πεφύλαγμαι
1. φρουρώ: ἐφύλαττον τὰ βασίλεια
= φρουρούσαν τα ανάκτορα.
2. μεταφορ. τηρώ, εφαρμόζω: τοὺς νόμους, τὰς συνθήκας.
3. ως μέσο φυλάττομαι
α. αμετάβατο προφυλάγομαι: πορεύονται φυλαττόμενοι
= προχωρούν προσέχοντας τον εαυτό τους.
β. μεταβατικό με αιτιατική προφυλάγομαι από κάτι/κάποιον: φυλάττομαί τι/τινα.
:=> παράγ. φυλακή, φύλαξ, φύλαξις.
ΝΕ φυλάω, φυλάσσω (με τη σημ. 1).
[*φυλάκ-jω (φύλαξ, -ακ-ος) > φυλάττω / φυλάσσω].
γλσΕλα'φύλον: φῦλον, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.φύλον-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φύλον,
* McsElln.φύλον@γλσΕλα,
1. φυλή, τάξη: ἡρωικὸν φῦλον
= η τάξη των ηρώων. τὸ τῶν σοφιστῶν φῦλον
= η τάξη των σοφιστών.
2. φύλο: τὸ θῆλυ φῦλον, τὸ ἄρρεν φῦλον.
3. εθνότητα: φῦλα Πελασγῶν
= οι εθνότητες των Πελασγών.
:=> παράγ. φυλετικός, σύνθ. φύλαρχος, ἀλλόφυλος, ὁμόφυλος.
ΝΕ φύλο (με τις σημ. 2, 3).
[φῦλον, φυλή < *φυ- (φύ-ομαι) + παρ. επίθ. λον/-λη με αρχική σημ. «αυτός που έχει αναπτυχθεί μέσα σε μια ομάδα», πβ. φυτόν
= αρχ.σλαβ. byl)ije «φυτό»].
γλσΕλα'φύρω: φύρω::
* McsElln.ρήμα.φύρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φύρω,
* McsElln.φύρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφυρον
Μέλλ. φύρσω
Αόρ. ἔφυρα
Παθ. αόρ. ἐφύρθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐφύρην
Παθ. παρακ. πέφυρμαι αναμειγνύω: γῆ αἵματι πεφυρμένη
= χώμα ανακατωμένο με αίμα.
:=> παράγ. φυράω, φύραμα, φύρδην.
[αβέβ. ετυμ., ίσως ομόρρ. με λατ. ferve-o «κοχλάζω», fermentum «προζύμι», *φύρ-jω > φύρω].
γλσΕλα'φύσις: φύσις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.φύσις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φύσις,
* McsElln.φύσις@γλσΕλα,
1. ο χαρακτήρας κάποιου, η ιδιοσυγκρασία του: οὐ δημοτικὸς τὴν φύσιν ἐστίν
= δεν είναι δημοκρατικός στην ιδιοσυγκρασία.
2. η κανονική τάξη της φύσης, ο νόμος της φύσης: ἄνοια παρὰ φύσιν δοκοῦσα εἶναι
= τρέλα που φαίνεται να είναι παρά φύσιν.
=> σε δοτική ως επίρρ. φύσει εκ φύσεως: ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷόν ἐστιν.
3. είδος: ἐκλέγονται ἐκ τοσούτων χρωμάτων μίαν φύσιν τὴν τῶν λευκῶν
= διαλέγουν από τα τόσα χρώματα ένα είδος, το είδος του λευκού.
:=> παράγ. φυσικός, σύνθ. φυσιογνώμων, φυσιολόγος.
ΝΕ φύση (με τις σημ. 1, 2).
[*φυ- (φύ-ομαι) + παρ. επίθ. -σις > φύσις «ό,τι αποτελεί τη φυσική πραγματικότητα, φύση», βλπ. φύω].
γλσΕλα'φυτεύω: φυτεύω::
* McsElln.ρήμα.φυτεύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φυτεύω,
* McsElln.φυτεύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐφύτευον
Μέλλ. φυτεύσω
Αόρ. ἐφύτευσα
Παρακ. πεφύτευκα
Μέσ. μέλλ. φυτεύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐφυτευσάμην
Παθ. μέλλ. φυτευθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐφυτεύθην φυτεύω.
ΝΕ φυτεύω.
[παράγ. λ. φυτός (< φύ-ομαι + -τός) «καμωμένος από τη φύση» + παρ. επίθ. -εύω, βλπ. φύω].
γλσΕλα'φύω: φύω::
* McsElln.ρήμα.φύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φύω,
* McsElln.φύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔφυον
Μέλλ. φύσω
Αόρ. α΄ ἔφυσα
Αόρ. β΄ αμετάβατος ἔφυν(βλ. σημ. 3, 4)
Παρακ. αμετάβατος πέφυκα(βλ. σημ. 3, 4, 5)
Υπερσ. αμετάβατος ἐπεφύκειν
Μέσ. και παθ. μέλλ. φύσομαι
1. κάνω κάτι να φυτρώσει: ὅσα ἡ γῆ φύει
= όσα κάνει η γη να φυτρώσουν.
2. στον ενεστ. παθ. φωνής φύομαι είμαι γεννημένος από τη φύση, γίνομαι: πιστοὺς μὴ νόμιζε φύσει φύεσθαι ἀνθρώπους
= μη θεωρείς ότι οι άνθρωποι εκ φύσεως γίνονται πιστοί.
3. με σημ. ενεστ. πέφυκα και ἔφυν είμαι εκ φύσεως, έχω φυσική κλίση: οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὸ ἀληθὲς πεφύκασιν ἱκανῶς
= οι άνθρωποι έχουν επαρκή φυσική κλίση προς την αλήθεια.
4. με απαρέμφατο πέφυκα και ἔφυν είμαι εκ φύσεως διαμορφωμένος έτσι, ώστε...: πεφύκασι δ’ ἅπαντες καὶ ἰδί'α καὶ δημοσί'α ἁμαρτάνειν
= όλοι είναι έτσι εκ φύσεως διαμορφωμένοι, ώστε να κάνουν λάθη και στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα.
5. ως απρόσωπο πέφυκε είναι φυσικό, συμβαίνει κατά φυσικό τρόπο: καὶ τὰς κρήνας ἐπι-
μγ05.σ298
λείπειν πέφυκεν, ἄν τις αὐτῶν ἁθρόα πολλὰ λαμβάνῃ
= και οι κρήνες είναι φυσικό να στερεύουν, αν κανείς αντλεί από αυτές διαρκώς.
:=> παράγ. φυτόν, φυτεύω, φύσις, φυσικός, σύνθ. εὐφυής, εὐφυΐα, μεγαλοφυής, αὐτόφυτος, διφυής.
ΝΕ φύομαι «βλαστάνω, βλασταίνω» (πβ. σημ.1).
[*bh-u- «αναπτύσσομαι», πβ. αρχ. ινδ. bh-um-i-«γη, έδαφος», αρχ. σλαβ. byl)ije «φυτό», αλβ.bim-e «φυτό», φύ-ω / φύ-ομαι, αόρ. ἔ-φυ-ν
= λατ. fui].
γλσΕλα'φωνή: φωνή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.φωνή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φωνή,
* McsElln.φωνή@γλσΕλα,
1. γλώσσα: καὶ φωνὴ μεταξὺ τῆς τε Χαλκιδέων καὶ Δωρίδος ἐκράθη
= και η γλώσσα (τηςΙμέρας) ήταν μείγμα μεταξύ της γλώσσας τωνΧαλκιδέων και της δωρικής.
2. φράση: ἐρώμεθα οὖν Πρόδικον· δίκαιον γὰρ τὴν Σιμωνίδου φωνὴν τοῦτον ἐρωτᾶν
= ας ρωτήσουμε τον Πρόδικο· γιατί είναι ορθό αυτόν να ρωτήσουμε για τη φράση του Σιμωνίδη.
:=> παράγ. φωνέω, φώνημα, φώνησις, σύνθ.φωνασκέω, διαφωνέω, βαρβαρόφωνος, ὁμόφωνος, συμφωνέω.
ΝΕ φωνή «έναρθροι ήχοι ως μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων».
[*φω- (συγγεν. με φη-μί) + παρ. επίθ. -νή >φωνή, δωρ. φωνά].
γλσΕλα'φώς: φῶς, φωτός::
* McsElln.ουσιαστικό.φώς-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'φώς,
* McsElln.φώς@γλσΕλα,
1. φυσικό φως: oὐράνιον φῶς, αἰθέρος φῶς,ἡλίου φῶς, σελήνης φῶς.
2. τεχνητό φως (με δάδα, ξύλα κτλ.): φῶς ποιεῖν
= κάνω τεχνητό φως. πρὸς φῶς πίνειν
= πίνω κρασί στο φως του τζακιού.
3. το φως των ματιών: φῶς ὀμμάτων.
4. μεταφορικά φῶς καὶ ζωή ἐστιν ὁ θεός.
:=> παράγ. φαεινός (φαεινότερος), Φα-έθων, φανός «φωτεινὸς, λαμπρός» (> αττ. ουσ. φανός, ὁ «πυρσός», μεσν. φαν-άριον), φωτεινός, φωτισμός, σύνθ. διαφαύσκω
= διαφώσκω
= διαφωτίζω, ὑποφαύσκω
= ὑποφώσκω.
ΝΕ φως (με όλες τις σημ.).
[φῶς συνηρημένο από φάος < *φ^αF-, πβ. αρχ.ινδ. bh'a-ti «φέγγει», του οποίου η βάση *bhaεπανεμφανίζεται στο ομηρικό πε-φή-σεται(φαίνω) «θα φανερώσει», πβ. φάντα· λάμποντα < *φ_αμὶ «λάμπω»· πρόκειται για την ίδια ρίζα που υπάρχει και στο φημί, βλπ. και φαίνω]
γλσΕλα'Χ: Χ, χ, χεῖ::
* McsElln.ουσιαστικό.X-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Χ,
* McsElln.Χ@γλσΕλα,
το εικοστό δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Κατά την κλασική περίοδο (5ος-4ος αι. π.Χ.) προφερόταν ως [k] με δασύτητα, δηλ. ως [k], κατά την προφορά του οποίου εκβαλλόταν από το στόμα ελαφρό ρεύμα αέρα, όπως περίπου προφέρεται το c στο αγγλικό cat.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: χ΄
= 600, αλλά ,χ
= 600.000.
γλσΕλα'χαίρω: χαίρω::
* McsElln.ρήμα.χαίρω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαίρω,
* McsElln.χαίρω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔχαιρον
Μέλλ. χαιρήσω
Αόρ. ἐχαίρησα
Παρακ. κεχάρηκα
Μέσ. μέλλ.με τη σημ. του ενεργ.χαρήσομαι«θα χαρώ»
Παθ. αόρ. β΄με τη σημ. του ενεργ.ἐχάρην«χάρηκα»
Παθ. παρακ.με τη σημ. του ενεργ.κεχάρημαι«έχω χαρεί»
1. χαίρομαι: ἐπὶ φαύλοις χαίρει
= χαίρεται με ασήμαντα πράγματα.
2. συχνά στην προστακτική β΄ προσ. χαῖρε/χαίρετε
α. κατά τη συνάντηση φίλων χαίρε/χαίρετε, γεια σου/γεια σας: χαῖρ’ ὡς μέγιστα, χαῖρε
= γεια σου και χαρά σου!
β. κατά τον αποχωρισμό τους αφήνω γεια: καὶ χαῖρε πόλλ’ ὦδελφέ
= αφήνω γεια, αδελφέ μου.
3. στην προστακτική γ΄ προσ. χαιρέτω / χαιρόντων ας πάει στο καλό / ας πάνε στο καλό: εἴτ’ἐγένετο ἄνθρωπος εἴτ’ ἐστὶ δαίμων, χαιρέτω
= είτε άνθρωπος ήταν είτε είναι θεός, ας πάει στο καλό (έννοια που μας έπιασε!).
4. στην αρχή επιστολών χρησιμοποιείται το απαρέμφατο Κῦρος Κυαξάρῃ χαίρειν (ενν. εὔχεται, λέγει)
= Κυαξάρη, εγώ ο Κύρος σε χαιρετώ!
5. ἐῶ τινα/τι χαίρειν (ή παρόμοιες εκφράσεις)δεν ασχολούμαι με κάποιον/κάτι: ἔα αὐτὸν χαίρειν
= μην ασχολείσαι μαζί του.
6. η μετοχή χαίρων σε συνδυασμό με ρήμα με το αζημίωτο (σε αρνητικές προτάσεις): τοῦτον οὐδεὶς χαίρων ἀδικήσει
= αυτόν κανένας δε θα τον αδικήσει με το αζημίωτο (αντίθετα, θα υποστεί τη δέουσα τιμωρία).
:=> παράγ. χάρις, χαρά, χάρμα (τό), χαρμονή,Χάρων, χαιρετίζω, χαιρετισμός, σύνθ. περιχαρής, χαιρέκακος.
ΝΕ χαίρομαι & χαίρω (λόγ.) με τη σημ. 1.
[*χάρ-jω > χαίρω, *gher- «χαίρομαι», πβ. αρχ.ινδ. h'aryati «αγαπώ, χαίρομαι», γερμ. begehren«επιθυμώ», γοτθ. gairnei «ευχή, επιθυμία»].
μγ05.σ299
===
_stxElla: _stxVrb:Χαίρω, _stxCause:ὅτι εὐδοκιμεῖς. == xαίρω, διότι έxεις καλή φήμη. [Π.Λάx.181b]
γλσΕλα'χάλασις: χάλασις, -εως::
* McsElln.ουσιαστικό.xάλασις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χάλασις,
* McsElln.χάλασις@γλσΕλα,
κυριολεκτικά και μεταφορικά χαλάρωση: ψέγεται ἐπὶ τῇ χαλάσει αὐτοῦ
= κατηγορείται για τη χαλάρωση αυτού του στοιχείου.
= ἄνεσις«χαλάρωση».
=/ ἐπίτασις «τέντωμα».
[*χαλα- (< χαλάω) + παρ. επίθ. -σις].
γλσΕλα'χαλάω: χαλάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.χαλάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαλάω,
* McsElln.χαλάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐχάλων
Μέλλ. χαλάσω
Αόρ. ἐχάλασα
Μέσ. αόρ. ἐχαλασάμην
Παθ. αόρ. ἐχαλάσθην χαλαρώνω: χαλῶ τόξα
= χαλαρώνω τα τόξα.χαλῶ τὰ νεῦρα
= χαλαρώνω τους τένοντές μου.
= ἀνίημι «χαλαρώνω».
=/ συντείνω «τεντώνω».
:=> παράγ. χάλασις, χαλασμός, χαλαρός, χαλαρότης, χαλαρόομαι.
ΝΕ χαλάω «δίνω τέλος, καταστρέφω κτλ.».
[αβέβ. ετυμ., *χαλά-ω].
γλσΕλα'χαλεπαίνω: χαλεπαίνω::
* McsElln.ρήμα.χαλεπαίνω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαλεπαίνω,
* McsElln.χαλεπαίνω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐχαλέπαινον
Μέλλ. χαλεπανῶ
Αόρ. ἐχαλέπηνα
Παθ. αόρ. ἐχαλεπάνθην είμαι βίαιος απέναντι σε κάποιον, οργίζομαι πάρα πολύ: πρὸς τὴν μητέρα χαλεπαίνει
= είναι βίαιος απέναντι στη μητέρα του.
[παράγ. λ. *χαλεπ- (χαλεπ-ός) + παρ. επίθ. -αίνω(< *-ανjω) > χαλεπαίνω].
γλσΕλα'χαλεπός: χαλεπός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.xαλεπός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαλεπός,
* McsElln.χαλεπός@γλσΕλα,
Συγκριτικός χαλεπώτερος
Υπερθετικός χαλεπώτατος
1. δύσκολος: χαλεπὰ τὰ καλά
= δύσκολα είναι τα όμορφα πράγματα.
=/ ‘ρ'άδιος «εύκολος».
2. επικίνδυνος: χαλεποὶ λιμένες. χαλεπὴ θάλαττα.
3. για πρόσωπα δύσκολος, σκληρός, άγριος:χαλεπός τε καὶ ἄγριος
= είναι δύσκολος και άγριος.
ΝΕ χαλεπός (λόγ., με τη σημ. 1 σε φρ. όπως χαλεποί καιροί).
[μεμονωμένο επίθετο χωρίς αρχαία ετυμολογική παράδοση· είναι εξεζητημένη η ερμηνεία από χωλός + προελληνικό επίθ. *-πο-ς].
γλσΕλα'χαλεπώς: χαλεπῶς::
* McsElln.επίρρημα.xαλεπώς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαλεπώς,
* McsElln.χαλεπώς@γλσΕλα,
1. δύσκολα: τῶν πραγμάτων τούτων τὴν ἀκρίβειαν χαλεπῶς ἔγνων
= δύσκολα κατάλαβα την ακριβή αλήθεια για τα πράγματα αυτά. 2. για πρόσωπα με οργή, με σκληρότητα:χαλεπῶς τινα τιμωροῦμαι
= τιμωρώ κάποιον με σκληρότητα.
=> χαλεπῶς ἔχω είμαι οργισμένος: πρὸς τοὺς λόγους χαλεπῶς ἔχει
= είναι εχθρικός προς τη ρητορική.
[παράγ. λ. χαλεπ-ός + παρ. επίθ. -ῶς].
γλσΕλα'χαλκεύς: χαλκεύς, -έως::
* McsElln.ουσιαστικό.xαλκεύς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαλκεύς,
* McsElln.χαλκεύς@γλσΕλα,
αυτός που κατεργάζεται το χαλκό, χαλκουργός.
[παράγ. λ. χαλκ-ός + παρ. επίθ. -εύς].
γλσΕλα'χαλκούς: χαλκοῦς, -ῆ, -οῦν::
* McsElln.επίθετο.xαλκούς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαλκούς,
* McsElln.χαλκούς@γλσΕλα,
ο ασυναίρετος τύπος είναι χάλκεος, -έα, -εον χάλκινος.
ΝΕ χάλκινος.
[χαλκ-ός + παρ. επίθ. -εος > χαλκοῦς· η συναίρεση στα αττικά έγινε στις πλάγιες πτώσεις, χαλκέου -οῦ, χαλκέῳ -ῷ κτλ., δάνεια λ., πβ.σουμερ. kalga «χαλκός»].
γλσΕλα'χαμαί: χαμαὶ::
* McsElln.επίρρημα.xαμαί@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαμαί,
* McsElln.χαμαί@γλσΕλα,
χάμω, στο δάπεδο, στο έδαφος: ποιῶ νεοττι-ὰν χαμαί
= (για πουλιά) κάνω τη φωλιά μου στο έδαφος.
ΝΕ χάμω.
[αρχικά τοπική πτώση ενός ουσ. *χαμὰ «έδαφος», πβ. λατ. hum-i «χαμηλά», που είναι τοπική πτώση του ουσ. humus «γη, έδαφος», για το ληκτικό -αι πβ. αρχ. πρωσ. semmai «στο έδαφος» και την πρόθεση παραί
= παρά].
γλσΕλα'χαρίεις: χαρίεις, χαρίεσσα, χαρίεν::
* McsElln.επίθετο.xαρίεις@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαρίεις,
* McsElln.χαρίεις@γλσΕλα,
Συγκριτικός χαριέστερος
Υπερθετικός χαριέστατος χαριτωμένος, όμορφος: ὡς χαρίεν ἅνθρωπος(= ὁ ἄνθρωπος), ὅταν ἄνθρωπος ’ῇ
= πόσο χαριτωμένη ύπαρξη είναι ο άνθρωπος, όταν είναι πραγματικά άνθρωπος.
[χάρις, *χαρίFεντ-ς > χαρίεις, *χαρίFεντ-jα >χαρίεσσα, *χαρίFεντ > χαρίεν].
γλσΕλα'χαρίζομαι: χαρίζομαι::
* McsElln.ρήμα.χαρίζομαι@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χαρίζομαι,
* McsElln.χαρίζομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐχαριζόμην
Μέλλ. χαριοῦμαι
Αόρ. ἐχαρισάμηνΠαρακ.με ενεργ. σημ.κεχάρισμαι«έχω κάνει το χατίρι»κάνω το χατίρι κάποιου, κάνω χάρη σε κάποιον: ἐγὼ τῷ Καλλί'α χαριζόμενος παρέμεινα
= εγώ έμεινα κάνοντας το χατίρι του Καλλία.
ΝΕ χαρίζομαι.
[παράγ. λ. χάρις + παρ. επίθ. -ίζομαι, βλπ. χάρις].
γλσΕλα'χάρις: χάρις, χάριτος::
* McsElln.ουσιαστικό.xάρις-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χάρις,
* McsElln.χάρις@γλσΕλα,
1. ευνοϊκή διάθεση προς κάποιον: τῶν Μεσσηνίων χάριτι ἐπείσθη
= πείστηκε από ευνοϊκή διάθεση προς τους Μεσσηνίους.
2. ευγνωμοσύνη: πολλὴν Μενελάῳ χάριν ἀπέδωκεν ὑπὲρ τῶν πόνων οὓς δι’ ἐκείνην ὑπέμεινεν
= έδειξε μεγάλη ευγνωμοσύνη στο Μενέλαο για τους κόπους που υπέμεινε εξαιτίας της. χάριν οἶδά τινι
= δείχνω ευγνωμοσύνη σε κάποιον.
μγ05.σ300
3. χατίρι.
ΝΕ χάρη (με τις σημ. 1, 2, 3).
[*χάρ- (χαίρω < *χάρ-jω) + παρ. επίθ. -ις ή παλιό θέμα σε -ι, χαρι- (: χαίρω) + -ς].
γλσΕλα'χάσκω: χάσκω::
* McsElln.ρήμα.χάσκω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χάσκω,
* McsElln.χάσκω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔχασκον
Μέλλ. χανοῦμαι
Αόρ. β΄ ἔχανον
Παρακ. κέχηνα
Υπερσ. ἐκεχήνειν
1. ανοίγω το στόμα: λύκος ἔχανεν
= ο λύκος άνοιξε το στόμα.
2. χαζεύω, βλέπω κάτι έκπληκτος με ανοιχτό το στόμα: πρὸς ταῦτα ἦν κεχηνώς
= έμεινε κατάπληκτος για αυτά (που άκουσε).
:=> παράγ. χάσμα, χασμάομαι, χασμωδία, σύνθ. ἀχανής.
ΝΕ χάσκω (με τις σημ. 1, 2).
[χά-σκω (πβ. φά-σκω < φαμί, φημί), που είναι αρχαιότερος τύπος του χαίνω (< *χάνjω),*ghno- , αρχ. ισλανδ. gan «κραυγή»].
γλσΕλα'χειμάζω: χειμάζω::
* McsElln.ρήμα.χειμάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χειμάζω,
* McsElln.χειμάζω@γλσΕλα,
αμετάβ. περνώ το χειμώνα μου, διαχειμάζω.
:=> παράγ. χειμάδιον «κατάλυμα για το χειμώνα», σύνθ. διαχειμάζω, παραχειμάζω.
ΝΕ σύνθ. διαχειμάζω.
[χεῖμα, τὸ «κρύο, χειμώνας, θύελλα» + παρ.επίθ. -άζω > χειμάζω, *gheim- (+ -en/-on): αρχ.ινδ. h'eman «κατά το χειμώνα», που αντιστοιχεί στο χειμερινός, λατ. h-ibernus].
γλσΕλα'χειμών: χειμών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.xειμών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χειμών,
* McsElln.χειμών@γλσΕλα,
1. χειμώνας: χειμῶνος ὥρ'α
= στην εποχή του χειμώνα.
=/ θέρος.
2. καταιγίδα: μέγας χειμὼν ἐπέπεσε
= ενέσκηψε μεγάλη καταιγίδα.
ΝΕ χειμώνας (με τη σημ. 1).
[χεῖμα, τὸ «χειμώνας, κρύο» + παρ. επίθ. -ών >χειμών, *gheim-, βλπ. χειμάζω].
γλσΕλα'χείρ: χείρ, χειρός::
* McsElln.ουσιαστικό.xείρ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χείρ,
* McsElln.χείρ@γλσΕλα,
χέρι: γέροντα χειρὸς ἀνίστημι
= σηκώνω το γέροντα πιάνοντάς τον από το χέρι. ἐπὶ δεξιὰ χειρός
= στα δεξιά του χεριού. ἐπ’ ἀριστερὰ χειρός
= στα αριστερά του χεριού.
:=> παράγ. χειρόω, σύνθ. χειρῶναξ, χειροτεχνία, χειροτονία, χειρουργός, αὐτόχειρ, ἐπίχειρα (τά), ἐπιχειρέω, ἐγχειρέω, ἐγχειρίδιον.
ΝΕ χέρι.
[*χερσ- (πβ. αιολ. χέρρας αιτιατ. πληθ., δωρ.χήρ, αιτιατ. χῆρα), από όπου ονομ. χείρ, πληθ. χεῖρες, *gher-s ή προτιμότερο *ghesr-].
γλσΕλα'χειροτονέω: χειροτονέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.χειροτονέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χειροτονέω,
* McsElln.χειροτονέω@γλσΕλα,
1. εκλέγω κάποιον σηκώνοντας το χέρι μου:ἐχειροτονεῖτε στρατηγούς
= εκλέγατε στρατηγούς. ἐπὶ τοῦτο ἐχειροτονήθησαν, ἵνα...
= εξελέγησαν για τούτο, για να...
=/ κληρόω «αναδεικνύω κάποιον σε ένα αξίωμα με τη μέθοδο της κλήρωσης».
2. ψηφίζω κάποιο πράγμα: χειροτονῶ ὅ τι ἂν ἐμοὶ δοκῇ συμφέρειν τῇ πόλει
= ψηφίζω οτιδήποτε μου φαίνεται ότι συμφέρει την πόλη.
ΝΕ χειροτονώ «απονέμω εκκλησιαστικό αξίωμα».
[επίθετο χειροτόνος «που σηκώνει το χέρι»(χείρ + τείνω) + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'χέρνιψ: χέρνιψ, χέρνιβος::
* McsElln.ουσιαστικό.xέρνιψ-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χέρνιψ,
* McsElln.χέρνιψ@γλσΕλα,
το εξαγιασμένο νερό που χρησιμοποιούσαν για να πλένουν τα χέρια τους πριν από θυσίες: τὸ κανοῦν αἴρεσθε καὶ τὴν χέρνιβα
= φέρτε το καλάθι και το εξαγιασμένο νερό.
[σύνθ. λ. *χερ- (< χερρ-, βλπ. χείρ) + νίζω «νίβω, πλένω» (< *nigw-, για την εξέλιξη του υπερωικοχειλικού *gw πβ. νίζω «πλύνω» αλλά ἄ-νιπ-τος «άπλυτος»].
γλσΕλα'χέω: χέω::
* McsElln.ρήμα.χέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χέω,
* McsElln.χέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔχεον
Μέλλ. χέω
Αόρ. ἔχεα
Παρακ. κέχυκα
Μέσ. αόρ. ἐχεάμην
Παθ. μέλλ. χυθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐχύθην
Παθ. παρακ. κέχυμαι
Παθ. υπερσ. ἐκεχύμην μεταβατικό χύνω: δάκρυα χέω
= χύνω δάκρυα.
:=> παράγ. χοή, χοῦς (< χόος) «σωρός χώματος», χοάνη, χυτός, χύτρα (ἡ), χύδην, χυδαῖος, σύνθ. οἰνοχόη «κανάτι κρασιού», ὑδροχόος.
ΝΕ χύνω.
[χέω < *χέFω, *χευ-: *ghew-, πβ. γερμ. giessen«χύνω», λατ. fundo «χέω, χύνω» < *gheu-d-].
γλσΕλα'χθόνιος: χθόνιος, -ία, -ιον::
* McsElln.επίθετο.xθόνιος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χθόνιος,
* McsElln.χθόνιος@γλσΕλα,
αυτός που βρίσκεται στη γη ή κάτω από τη γη: χθόνιος θεός
= θεός του Κάτω Κόσμου.
=/ οὐράνιος.
ΝΕ χθόνιος (και στο σύνθ. καταχθόνιος κτλ.).
[παράγ. λ. χθών + παρ. επίθ. -ιος].
γλσΕλα'χθών: χθών, χθονός::
* McsElln.ουσιαστικό.xθών-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χθών,
* McsElln.χθών@γλσΕλα,
λέξη ποιητική γη.
:=> παράγ. χθόν-ιος, χθαμ-αλός, χαμ-ηλός, σύνθ. καταχθόνιος, ὑποχθόνιος, αὐτόχθων.
[*χθώμ (πβ. χθαμ-αλὸς «ίσος με το έδαφος, χαμηλός»), λατ. humus].
γλσΕλα'χίμαιρα: χίμαιρα, χιμαίρας::
* McsElln.ουσιαστικό.xίμαιρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χίμαιρα,
* McsElln.χίμαιρα@γλσΕλα,
κατσίκα: χιμαίρας καταθύω τῇ θεῷ
= θυσιάζω κατσίκες στη θεά.
ΝΕ χίμαιρα «μυθικό όν με μορφή κατσίκας».
[χίμαιρα < *χίμα-ρjα < χεῖμα, τό + παρ. επίθ.-ρjα, βλπ. χειμὼν και πβ. χίμαροι· αἶγες χειμέριαι και χίμαιρα· ἡ ἐν χειμῶνι τεχθεῖσα, οἷον
μγ05.σ301
ἕνα χειμῶνα ἔχουσα· το χίμαρος, ὁ «κατσικάκι» πρέπει να είναι νεότερος σχηματισμός].
γλσΕλα'χιτών: χιτών, -ῶνος::
* McsElln.ουσιαστικό.xιτών-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χιτών,
* McsElln.χιτών@γλσΕλα,
χιτώνας (το κυριότερο ρούχο των αρχαίων Ελλήνων, το οποίο φορούσαν κατάσαρκα. Πάνω από το χιτώνα φορούσαν, αν ήταν κρύο, το ἱμάτιον).
:=> παράγ. χιτώνιον, χιτωνίσκος, σύνθ. ἀχίτων, φαιοχίτων.
ΝΕ χιτώνας.
[σημιτικό δάνειο χιτὼν και κιθών (με αντιμετάθεση δασύτητας) < *χιτ- + παρ. επίθ. -ών, πβ.φοινικικό k-in «ρούχο από λινάρι»].
γλσΕλα'χιών: χιών, -όνος::
* McsElln.ουσιαστικό.xιών-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χιών,
* McsElln.χιών@γλσΕλα,
χιόνι.
:=> παράγ. χιονίζω, χιονώδης, σύνθ. χιονοβόλος, χιονόβλητος «σκεπασμένος με χιόνι».
ΝΕ χιόνι.
[χιών < *χιώμ, λατ. hiems «χειμώνας», αρμ.jiwn «χιόνι», *gh(i)yem-/* gh(i)yom-, ομόρρ.του βλπ. χειμών].
γλσΕλα'χλαίνα: χλαῖνα, χλαίνης::
* McsElln.ουσιαστικό.xλαίνα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χλαίνα,
* McsElln.χλαίνα@γλσΕλα,
πανωφόρι που φορούσαν πάνω από το χιτῶνα το χειμώνα.
ΝΕ χλαίνη.
[*χλάμ-j^α > *χλάν-j^α > χλαῖνα, *χλαμ- (από όπου χλαμ-ύς), άγνωστης αρχής].
γλσΕλα'χλαμύς: χλαμύς, -ύδος::
* McsElln.ουσιαστικό.xλαμύς-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χλαμύς,
* McsElln.χλαμύς@γλσΕλα,
κοντός μανδύας που φορούσαν κυρίως οι ιππείς.
ΝΕ χλαμύδα.
[*χλαμ- + παρ. επίθ. -ύς, βλ χλαῖνα].
γλσΕλα'χλευάζω: χλευάζω::
* McsElln.ρήμα.χλευάζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χλευάζω,
* McsElln.χλευάζω@γλσΕλα,
εμπαίζω: διασύρω τινὰ χλευάζων
= διασύρω κάποιον εμπαίζοντάς τον.
:=> παράγ. χλευασμός, χλευαστής, χλευαστικός.
ΝΕ χλευάζω (λόγ.).
[παράγ. λ. χλεύη «κοροϊδία» + παρ. επίθ. -άζω > χλευάζω, IE αρχής].
γλσΕλα'χορηγέω: χορηγέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.χορηγέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χορηγέω,
* McsElln.χορηγέω@γλσΕλα,
1. είμαι ο κορυφαίος μιας ομάδας χορευτών.
2. αναλαμβάνω τα έξοδα για την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό μιας ομάδας χορευτών που θα συμμετάσχει σε δημόσια γιορτή, είμαι χορηγός (βλπ. χορηγός): χορηγεῖ παισὶ Διονύσια
= είναι χορηγός σε χορό αγοριών στα Διονύσια.
3. χορηγώ.
ΝΕ χορηγώ (με τη σημ. 3).
[παράγ. λ. χορηγός + παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'χορηγία: χορηγία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.xορηγία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χορηγία,
* McsElln.χορηγία@γλσΕλα,
οι υπηρεσίες του χορηγού (βλπ. χορηγός)στην Αθήνα: αἱ χορηγίαι εὐδαιμονίας ἱκανὸν σημεῖόν εἰσι
= οι χορηγίες (που ανέλαβε) είναι επαρκής απόδειξη του πλούτου του.
ΝΕ χορηγία «οικονομική στήριξη για κοινωφελείς σκοπούς».
[παράγ. λ. χορηγὸς + παρ. επίθ. -ία].
γλσΕλα'χορηγικός: χορηγικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.xορηγικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χορηγικός,
* McsElln.χορηγικός@γλσΕλα,
αυτός που ανήκει σε χορηγό: χορηγικοὶ τρίποδες (τους αφιέρωνε σε κάποιο θεό ο βλπ. χορηγός, εάν η ομάδα των χορευτών που χρηματοδότησε νικούσε στο διαγωνισμό).
[παράγ. λ. χορηγός + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'χορηγός: χορηγός, -οῦ, ὁ::
* McsElln.ουσιαστικό.xορηγός-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χορηγός,
* McsElln.χορηγός@γλσΕλα,
1. ο αρχηγός, ο κορυφαίος, σε μια ομάδα χορευτών.
2. στην Αθήνα και αλλού ο πολίτης που κάλυπτε τις δαπάνες που απαιτούνταν για την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό μιας ομάδας χορευτών που θα συμμετείχε σε δημόσια γιορτή: καταστὰς χορηγὸς τραγῳδοῖς ἀνήλωσα τριάκοντα μνᾶς
= αφού ορίστηκα χορηγός σε παράσταση τραγωδίας, δαπάνησα τριάντα μνες.
3. γενικά άτομο που αναλαμβάνει τα έξοδα για οποιαδήποτε δημόσια εκδήλωση.
:=> παράγ. χορηγέω, χορηγία, χορήγημα, χορήγησις.
ΝΕ χορηγός (με τη σημ. 3).
[σύνθ. λ. χορηγός «ο αρχηγός του χορού», δωρ. χορ_αγὸς < χορός + ἡγέομαι/δωρ. *ἁγέομαι, πβ. λοχ_αγός].
γλσΕλα'χορικός: χορικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.xορικός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χορικός,
* McsElln.χορικός@γλσΕλα,
ο σχετιζόμενος με το χορό, την ομάδα χορευτών.
=> τὸ χορικὸν ως ουσιαστικό το μέρος εκείνο του δράματος που ανήκει στην ομάδα των χορευτών (όχι στους ηθοποιούς).
[παράγ. λ. χορός + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλα'χορός: χορός, -οῦ::
* McsElln.ουσιαστικό.xορός-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χορός,
* McsElln.χορός@γλσΕλα,
1. χορός (ως μορφή ψυχαγωγίας ή δημόσιας θρησκευτικής εκδήλωσης).
2. ομάδα χορευτών.
:=> παράγ. χορικός, χορευτής, χορευτικός, σύνθ. φιλόχορος, Στησίχορος, χορίαμβος. ΝΕχορός (και με τις δύο σημ.).
[άγνωστης αρχής, ατεκμηρίωτη η συσχέτιση με τα χῶρος (ὁ) και χόρτος (ὁ), ίσως *gher-«πιάνομαι από το χέρι»].
γλσΕλα'χόω: χόω::
* McsElln.ρήμα.χόω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χόω,
* McsElln.χόω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔχουν
Μέλλ. χώσω
Αόρ. ἔχωσα
Παρακ. κέχωκα
Παθ. μέλλ. χωσθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐχωσάμην
Παθ. αόρ. ἐχώσθην
μγ05.σ302
Παθ. παρακ. κέχωσμαι
1. για χώμα στοιβάζω, συσσωρεύω: χῶμα ἔχουν πρὸς τὴν πόλιν
= στοίβαζαν σωρό χώματος προς τα τείχη της πόλης.
2. παθητικό σκεπάζομαι με χώμα ή με άλλο υλικό: πορθμὸς χωσθείς
= πορθμός που σκεπάστηκε με χώμα (βλπ. χῶμα).
[*χό- (< χό-ος/χοῦς < χέω) + παρ. επίθ. -ω >χόω, βλπ. χέω].χράομαι -ῶμαι ΡΗΜΑ βλπ. χράω.
γλσΕλα'χράω: χράω::
* McsElln.ρήμα.χράω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χράω,
* McsElln.χράω@γλσΕλα,
Μέλλ. χρήσω
Αόρ. ἔχρησα
Μέσ. παρατ. ἐχρώμην
Μέσ. μέλλ. χρήσομαι
Παθ. αόρ. με τη σημ. 2 ἐχρήσθην
Μέσ. αόρ. ἐχρησάμην
Μέσ. παρακ. κέχρημαι
Παθ. παρακ.με τη σημ. 2κέχρησμαι
Μέσ. υπερσ. ἐκεχρήμην
1. στην ενεργητική φωνή, για τους θεούς και τους χρησμούς τους καθοδηγώ με χρησμό, χρησμοδοτώ: λέγεται Ἀλκμέωνι τὸν Ἀπόλλω ταύτην τὴν γῆν χρῆσαι οἰκεῖν
= λέγεται ότι ο Απόλλωνας χρησμοδότησε στον Αλκμέωνα να κατοικήσει σε αυτό το μέρος.
2. στη μέση φωνή, για ανθρώπους χρῶμαι συμβουλεύομαι (θεό ή μαντείο): οἱ θύοντες και οἱ χρώμενοι τῷ θεῷ
= όσοι προσφέρουν θυσίες και όσοι συμβουλεύονται το θεό.
3. στη μέση φωνή χρῶμαι
α. με δοτική χρησιμοποιώ: χρῶμαι ἀργυρίῳ
= χρησιμοποιώ χρήματα.
β. για εξωτερικά γεγονότα υφίσταμαι, υπόκειμαι σε: ἐτύχομεν χειμῶνί τινι χρησάμενοι
= συνέβη να υποστούμε καταιγίδα.
[χράω (γ΄ εν. χρῇ και χρᾷ, απαρέμφ. χρᾶν), προβληματική η συσχέτιση με χρὴ «είναι ανάγκη» και *gher- (> λατ. hortor)].
γλσΕλα'χρεία: χρεία, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.xρεία-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρεία,
* McsElln.χρεία@γλσΕλα,
έλλειψη, ανάγκη: ἵππων χρεία οὐκ ἔστι
= δεν υπάρχει ανάγκη για άλογα.
:=> παράγ. χρειώδης «αναγκαίος», ἀχρεῖος(και ἄχρειος) «μη ωφέλιμος», ἀχρειόω.
ΝΕ χρεία (με την ίδια σημ.).
[χρεία, ιων. χρείη, *χρα- (χρά-ομαι), *χρη-(κέ-χρη-μαι), βλπ. χράομαι].χρεὼν ή χρεών ἐστι απρόσωπη έκφραση που ακολουθείται από απαρέμφατο είναι αναγκαίο: οὐ χρεών ἐστι ἐπαγγεῖλαι τοῦτο εἰς τὴν Λακεδαίμονα
= δεν είναι αναγκαίο να το αναγγείλουν αυτό στη Σπάρτη.
[χρὴ ὄν > χρεὼν ή ενδεχομένως χρεώ, ἡ/τό + ν κατά το δέο-ν].
γλσΕλα'χρή: χρὴ::
* McsElln.ρήμα.χρή@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρή,
* McsElln.χρή@γλσΕλα,
Παρατ. χρῆν & ἐχρῆν
Μέλλ. χρἤσται, χρῆσται είναι αναγκαίο, πρέπει: χρὴ ἐλαύνειν τινὰς ἡμῶν ἐπ’ αὐτούς
= πρέπει κάποιοι από εμάς να επιτεθούν σε αυτούς.
= δεῖ.
:=> παράγ. χρεί_α (ἡ) σύνθ. ἀξιόχρεως, ὑπόχρεως (και ὑπόχρεος), χρεωκοπέω, χρεωφειλέτης.
[χρὴ «(είναι) ανάγκη» (αρχικά ουδ. ουσ.), που συνδυάζεται με το εἰμὶ για να σχηματίσει ένα είδος κλίσης, π.χ. χρὴ ἦν > χρῆν, ἐχρῆν, χρὴ ἔσται > χρἤσται, χρὴ εἶναι > χρῆναι, χρὴ ὄν >χρεών, ιων. χρεόν· το χρὴ θεωρείται η βάση για το χρῆσθαι, βλπ. χράω].
γλσΕλα'χρήμα: χρῆμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.xρήμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρήμα,
* McsElln.χρήμα@γλσΕλα,
ό,τι κανείς χρειάζεται ή χρησιμοποιεί.
1. στον πληθ. χρήματα
α. αγαθά, περιουσία:τοῖς σκεύεσι καὶ τοῖς χρήμασι ἀποθήκη
= αποθήκη για τα σκεύη και τα αγαθά τους. β.χρήματα, λεφτά: ζημιοῦμαι χρήμασιν
= μου επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο.
2. πράγμα, υπόθεση, κατάσταση: πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος
= μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος.
:=> παράγ. χρηματίζω, χρηματισμὸς «ευεργεσία», χρηματιστὴς «έμπορος», χρηματιστήριον «χώρος αγοραπωλησιών», σύνθ. παραχρῆμα «αμέσως», ἀχρήματος, φιλοχρήματος.
ΝΕ χρήμα (με τη σημ. 1β).
[χρή + παρ. επίθ. -μα > χρῆμα (αρχικά «τα αγαθά, ο πλούτος», κατόπιν «το νόμισμα», οπότε αντιτέθηκε προς το κτῆμα «κτηματική περιουσία»)].
γλσΕλα'χρηματίζω: χρηματίζω::
* McsElln.ρήμα.χρηματίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρηματίζω,
* McsElln.χρηματίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐχρημάτιζον
Μέλλ. χρηματιῶ
Παρακ. κεχρημάτικα
Μέσ. μέλλ. χρηματιοῦμαι
Μέσ. παρακ. κεχρημάτισμαι
1. διαπραγματεύομαι (ιδιαίτερα χρηματικές υποθέσεις).
2. συνήθως στη μέση φωνή χρηματίζομαι διαπραγματεύομαι ή διεξάγω εμπορικές συναλλαγές με στόχο το κέρδος, κερδίζω χρήματα:οἴονται χρηματιεῖσθαι μᾶλλον ἢ μαχεῖσθαι
= φαντάζονται ότι θα κερδίσουν χρήματα μάλλον παρά ότι θα πολεμήσουν.
:=> παράγ. χρηματισμός, χρηματιστής.
ΝΕ χρηματίζω «υπηρετώ σε μια θέση» & χρηματιζομαι «επιδιώκω το χρήμα, δωροδοκούμαι».
[παράγ. λ. χρῆμα, -ατος + παρ. επίθ. -ίζω >χρηματίζω, βλπ. χρῆμα].
μγ05.σ303
γλσΕλα'χρηστός: χρηστός,-ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.xρηστός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρηστός,
* McsElln.χρηστός@γλσΕλα,
χρήσιμος, καλός για κάτι: χρηστόν/πονηρὸν περὶ τὸ σῶμα
= χρήσιμο/κακό για το σώμα.
:=> παράγ. χρηστικός, σύνθ. ἄχρηστος, δύσχρηστος, καταχρηστικός.
ΝΕ χρηστός «αγαθός».
[χρή- (< χράομαι «μεταχειρίζομαι») + παρ. επίθ. -σ-τός > χρηστός, καθώς οι λέξεις χρηστήρ, χρήστης συνδέονται ετυμολογικά με το χρη-σμός, που εδώ αναλύθηκε ως χρησ-μός].
γλσΕλα'χρίω: χρίω::
* McsElln.ρήμα.χρίω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρίω,
* McsElln.χρίω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔχριον
Μέλλ. χρίσω
Αόρ. ἔχρισα
Παρακ. κέχρικα
Μέσ. μέλλ. χρίσομαι
Παθ. μέλλ. χρισθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐχρίσθην
Παθ. παρακ. κέχρι(σ)μαι
Παθ. υπερσ. ἐκεχρίσμην αλείφω, χρίω.
ΝΕ χρίω.
[*χρισ- (πβ. χρῖσ-μα) + παρ. επίθ. -jω, ΙΕ αρχής].
γλσΕλα'χρόνος: χρόνος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.xρόνος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρόνος,
* McsElln.χρόνος@γλσΕλα,
1. χρονικό διάστημα.
2. καθυστέρηση: οὐκ ἀνέμενον τὸν κήρυκα οὐδ’ ἐνεποίησαν χρόνον οὐδένα
= δεν περίμεναν τον κήρυκα ούτε σημείωσαν καμιά καθυστέρηση.
3. επιρρηματικές και άλλες χρήσεις: πολὺν χρόνον. ὀλίγον χρόνον. οὐκ ὀλίγον χρόνον. τοῦτον τὸν χρόνον. οὐ πολὺς χρόνος ἐξ οὗ
= δεν πέρασε πολύς χρόνος από τότε που.
ΝΕ χρόνος (με τη σημ. 1). Για τη σημ. «έτος»οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα ἔτος, ἐνιαυτός.
[άγν. ετυμ., καθώς η σύνδεση του χρόνος με το κείρω «κόβω» ως «τμήμα χρονικής διάρκειας» ή το γέρων είναι ατεκμηρίωτη].
γλσΕλα'χρυσούς: χρυσοῦς, -ῆ, -οῦν::
* McsElln.επίθετο.xρυσούς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρυσούς,
* McsElln.χρυσούς@γλσΕλα,
καμωμένος από χρυσό, χρυσός: χρυσᾶ τάλαντα. χρυσῆ Ἀφροδίτη
= χρυσό άγαλμα της Αφροδίτης.
ΝΕ χρυσός.
[χρύσεος > χρυσοῦς, χρυσέη > χρυσῆ, χρύσεον > χρυσοῦν (η συναίρεση έγινε με το κατέβασμα του τόνου στις πλάγιες πτώσεις, π.χ.χρυσέου > χρυσοῦ), σημιτ. δάνειο, πβ. ακκαδ.hur-asu «χρυσός», εβρ. h-arus, φοινικικό hrs, ενώ οι λοιπές ΙΕ γλώσσες είχαν άλλη λ. για τον χρυσό, π.χ. λατ. aurum].
γλσΕλα'χρώμα: χρῶμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.xρώμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρώμα,
* McsElln.χρώμα@γλσΕλα,
1. δέρμα (ιδιαίτερα του ανθρώπου).
2. χρώμα του δέρματος: χρῶμα μέλας
= μαύρος ως προς το χρώμα του δέρματος.
3. γενικά χρώμα.
ΝΕ χρώμα (με τη σημ. 3).
[*χρω- (< χρῶ-σις «χρωματισμός» < χρώς, χρωτός, ὁ «το δέρμα του ανθρώπου») + παρ.επίθ. -μα > χρῶμα, βλπ. χρώς].
γλσΕλα'χρώς: χρώς, χρωτός::
* McsElln.ουσιαστικό.xρώς-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χρώς,
* McsElln.χρώς@γλσΕλα,
το δέρμα του ανθρώπου.
=> ἐν χρῷ πολύ κοντά στο δέρμα: ἐν χρῷ κεκαρμένος
= κουρεμένος σύρριζα.
:=> παράγ. χροιά, χρῶμα, χρώννυμι «χρωματίζω» (*χρώσ-νυ-μι), χρῶμα, σύνθ. μελανόχροος, συγχρωτίζομαι.
[χρώς, γεν. χροὸς και χρωτός, αρχικά *χροFοσός > (συναίρεση) *χροFώς > (συναίρεση)χρώς, συγγεν. με χραύω/-ομαι «εφάπτομαι»].
γλσΕλα'χυδαίος: χυδαῖος, -ος, -ον::
* McsElln.επίθετο.xυδαίος@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χυδαίος,
* McsElln.χυδαίος@γλσΕλα,
Συγκριτικός χυδαιότερος
Υπερθετικός χυδαιότατος
1. συνηθισμένος, συνήθης, κοινός: χυδαῖοι φοίνικες.
2. για πρόσωπα της μάζας, του όχλου: χυδαῖος ὄχλος
= ο κοινός όχλος, η μάζα.
ΝΕ χυδαίος (με τη σημ. 2).
[επίρρ. χύδ-ην «χύμα, σε σκόρπια κατάσταση» (< χέω, χεῦ-μα) + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλα'χωλός: χωλός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.xωλός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χωλός,
* McsElln.χωλός@γλσΕλα,
κουτσός.
:=> παράγ. χωλότης, χωλαίνω, σύνθ. χωλόπους, χωλίαμβος.
ΝΕ χωλός.
[*χω- «χωλαίνω, κουτσαίνω» + παρ. επίθ. -λός, που συνήθως συνοδεύει επίθετα που δηλώνουν αναπηρία (στρεβλός, σιφλός, τραυλός, τυφλός κτλ.), ανετυμολόγητο· η συσχέτιση με χαλάω είναι εξεζητημένη].
γλσΕλα'χώμα: χῶμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.xώμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χώμα,
* McsElln.χώμα@γλσΕλα,
σωρός χώματος (που στοίβαζαν οι εχθροί δίπλα στα τείχη μιας πόλης, για να μπορέσουν να ανέβουν σε αυτά και να την καταλάβουν): χῶμα ἔχουν πρὸς τὴν πόλιν
= στοίβαζαν σωρό χώματος κοντά στα τείχη της πόλης.
:=> παράγ. χωματισμός, χωματικός, σύνθ. ἀνάχωμα, περίχωμα.
ΝΕ χώμα. Το σημερινό χώμα οι αρχαίοι το δήλωναν με τη λέξη γῆ.
[*χω- (πβ. χῶσαι, αόρ. του χώννυμι και χωννύω «συσσωρεύω») + παρ. επίθ. -μα > χῶμα, βλπ. χέω].
γλσΕλα'χώρα: χώρα, -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.xώρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χώρα,
* McsElln.χώρα@γλσΕλα,
1. χώρα.
2. χώρος: τοῦτο χώρας μεγάλης δεῖται
= αυτό χρειάζεται μεγάλο χώρο.
μγ05.σ304
3. η κοινωνική θέση κάποιου: ἐν ἀνδραπόδων χώρ'α ἐσόμεθα
= θα έχουμε το status των δούλων.
:=> παράγ. χωρίον, χωρικός, χωρέω, χωρίζω, χωρίς, σύνθ. καταχωρίζω «βάζω στον τόπο», πλησιόχωρος, στενόχωρος, εὐρύχωρος, ἐγχώριος.
ΝΕ χώρα (με τη σημ. 1).
[ίσως χώρ-α, που θα μπορούσε να συσχετίζεται με το χορός, ὁ «οριοθετημένο έδαφος για χορό»].
γλσΕλα'χωρέω: χωρέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.χωρέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χωρέω,
* McsElln.χωρέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐχώρουν
Μέλλ. χωρήσομαι & (σε κάποια σύνθετα)-χωρήσω
Αόρ. ἐχώρησα
Παρακ. κεχώρηκα
Παθ. μέλλ. χωρηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐχωρήθην
Παθ. παρακ. κεχώρημαι
1. προχωρώ, πηγαίνω, έρχομαι.
2. χωράω: οὐκ ἐχώρησεν αὐτοὺς ἡ πόλις.
ΝΕ χωρώ (με τη σημ. 2).
[*χωρ- (πβ. χώρα) + παρ. επίθ. -έω > χωρ-έω, ίσως συγγεν. με χορός, ὁ που δηλώνει «περιορισμένο χώρο»].
γλσΕλα'χωρίς: χωρὶς::
* McsElln.επίρρημα./ ΠΡΟΘΕΣΗ.xωρίς@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'χωρίς,
* McsElln.χωρίς@γλσΕλα,
1. ως επίρρημα χωριστά, χώρια: ἔθεντο χίλια τάλαντα χωρίς
= έβαλαν χώρια χίλια τάλαντα.
2. ως πρόθεση με γενική
α. χωρίς.
β. χωριστά από κάτι, μακριά από κάτι: αὐτὴ καθ’ αὑτὴν ἡ ψυχὴ ἔσται χωρὶς τοῦ σώματος
= η ψυχή θα είναι μόνη της χωριστά από το σώμα.
ΝΕ χωρίς (με τη σημ. 2α).
[επίρρ. και πρόθεση χωρίς, δωρ. χῶρι < χώρα στη σημ. «σε ξεχωριστό χώρο, εκτός, άνευ», βλπ. χώρα].
γλσΕλα'Ψ: Ψ, ψ, ψεῖ::
* McsElln.ουσιαστικό.Ψ-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ψ,
* McsElln.Ψ@γλσΕλα,
το εικοστό τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
=> ως σύμβολο αριθμού ψ΄= 700, αλλά ,ψ
= 700.000.
γλσΕλα'ψάλλω: ψάλλω::
* McsElln.ρήμα.ψάλλω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψάλλω,
* McsElln.ψάλλω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔψαλλον
Μέλλ. ψαλῶ
Αόρ. ἔψηλα πάλλω (τις χορδές μουσικού οργάνου με τα δάκτυλά μου και όχι με το πλήκτρο): τὰς χορδὰς ψάλλω, οὐ πλήκτρῳ κρούω
= πάλλω τις χορδές με τα δάκτυλά μου, δεν τις κτυπώ με το πλήκτρο.
=> παροιμία ‘ρᾷον ἤ τις ἂν χορδὴν ψήλειε
= ευκολότερο από αν έψαυε κανείς μια χορδή.
:=> παράγ. ψαλμός, ψάλτης, ψαλτήριον, σύνθ.ψαλμῳδός.
ΝΕ ψάλλω, ψέλνω (λ.χ. στην εκκλησία).
[*ψήλ-/*ψάλ- + παρ. επίθ. -jω > *ψάλ-jω >ψάλλω, ομόρρ. του *ψήω «ξύνω» (απαρέμφ.ψῆν, ψήσω, ἔψησα), που δεν έχει, όπως και το ψάλλω, ασφαλή ετυμολογία].
γλσΕλα'ψαύω: ψαύω::
* McsElln.ρήμα.ψαύω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψαύω,
* McsElln.ψαύω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔψαυον
Μέλλ. ψαύσω
Αόρ. ἔψαυσα
Παρακ. ἔψαυκα
Παθ. αόρ. ἐψαύσθην
Παθ. παρακ. ἔψαυσμαι πιάνω με το χέρι, ψαύω, ακουμπώ: μὴ ψαῦε ἀδικίας ὃν τρόπον οὐδὲ πυρός
= μην ακουμπάς την αδικία όπως δεν ακουμπάς ούτε τη φωτιά.
:=> παράγ. ψαῦσις, ψαῦσμα, σύνθ. ἐπιψαύω, προσψαύω.
ΝΕ ψαύω (λόγ., με την ίδια σημ.).
[ψαύ-ω, ομόρρ. με ψῆν < *ψάω «ξέω, ξύνω», βλπ. ψάλλω].
γλσΕλα'ψέγω: ψέγω::
* McsElln.ρήμα.ψέγω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψέγω,
* McsElln.ψέγω@γλσΕλα,
Μέλλ. ψέξω
Αόρ. β΄ ἔψεξα
Παθ. παρακ. ἔψεγμαι κατηγορώ: λόγον δίδωμι περὶ ὧν με ψέγουσιν
= λογοδοτώ για όσα με κατηγορούν.
= αἰτιάομαι.
=/ ἐπαινέω.
:=> παράγ. ψόγος, ψογερός, σύνθ. ἐπίψογος, φιλόψογος.
ΝΕ ψέγω.
[*ψεγ-, *ψογ-, αβέβ. ετυμ., όπως άλυτο παραμένει και το ερώτημα ποια από τις λέξεις ψέγω και ψόγος προϋποθέτει την άλλη στο σχήμα ε-ο].
γλσΕλα'ψελλός: ψελλός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ψελλός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψελλός,
* McsElln.ψελλός@γλσΕλα,
αυτός που κάνει λάθη στην ομιλία, τραυλός:ψελλός ἐστι καὶ καλεῖ τὴν ἄρκτον ἄρτον
= είναι τραυλός και λέγει την άρκτον («αρκούδα») άρτον («ψωμί»).
= τραυλός.
:=> παράγ. ψελλισμός.
ΝΕ ψελλός.
[*ψελ- «τραυλίζω» + παρ. επίθ. -λός, ηχομιμητικό].
γλσΕλα'ψεύδω: ψεύδω::
* McsElln.ρήμα.ψεύδω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψεύδω,
* McsElln.ψεύδω@γλσΕλα,
Μέσ. μέλλ. ψεύσομαι
μγ05.σ305
Μέσ. αόρ. ἐψευσάμην
Μέσ. παρακ. ἔψευσμαι
1. μέση φωνή, απόλ. ψεύδομαι ψεύδομαι.
=/ ἀληθεύω «λέω την αλήθεια».
2. μέση φωνή ψεύδομαι παραβαίνω, αθετώ:συνθήκας ψεύδομαι
= παραβαίνω τις συμφωνίες.
3. παθ. φωνή ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος
= διαψεύδομαι ως προς την ελπίδα μου.
:=> παράγ. ψεῦδος, ψεύστης, ψεῦσμα, ψευδής, σύνθ. διάψευσις, φιλοψευδής, ψεδομαρτυρέω.NE ψεύδομαι (με τη σημ. 1).
[ψεύδ-ομαι, *bhseu- «φυσώ, ψεύδομα», πβ.αρχ. ινδ. bh'astra «ασκός, φυσητήρι», για τη σημασιολογική εξέλιξη «φυσώ, φυσώ αέρα»> «ψεύδομαι» πβ. ομηρικό ἀνεμώλια βάζεις«λέγεις λόγια του αέρα»].
γλσΕλα'ψήγμα: ψῆγμα, -ατος::
* McsElln.ουσιαστικό.ψήγμα-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψήγμα,
* McsElln.ψήγμα@γλσΕλα,
ρίνισμα, ροκάνισμα, ελάχιστο μέρος ενός υλικού: ψῆγμα χρυσοῦ, ψῆγμα σιδήρου.
ΝΕ ψήγμα.
[*ψηγ- (ψήχ-ω «ρινίζω, κόβω σε πολύ μικρά κομματάκια» + παρ. επίθ. -μα > ψῆγμα].
γλσΕλα'ψηλαφάω: ψηλαφάω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ψηλαφάω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψηλαφάω,
* McsElln.ψηλαφάω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐψηλάφων
Μέλλ. ψηλαφήσω
Αόρ. β΄ ἐψηλάφησα
Παθ. μέλλ. ψηλαφηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἐψηλαφήθην ψαχουλεύω, αισθάνομαι με την αφή: ἐψηλαφῶμεν ἐν σκότει τὰ πράγματα
= ψάχναμε στο σκοτάδι τα πράγματα.
:=> παράγ. ψηλάφημα, ψηλάφησις, σύνθ. ἀναψηλαφάω.NE ψηλαφώ & ψηλαφίζω.
[ίσως σύνθ. από ψάλλω + ἁφάω (ἁφή) «πιάνω με το χέρι»].
γλσΕλα'ψηφίζω: ψηφίζω::
* McsElln.ρήμα.ψηφίζω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψηφίζω,
* McsElln.ψηφίζω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐψήφιζον
Μέλλ. ψηφιῶ
Αόρ. ἐψήφισα
Παρακ. ἐψήφικα
Μέσ. μέλλ. ψηφιοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἐψηφισάμην
Μέσ. παρακ. ἐψήφισμαι
1. μετρώ κάτι χρησιμοποιώντας ψήφους, δηλ.πετραδάκια.
2. μέση φωνή ψηφίζομαι ψηφίζω υπέρ κάποιου πράγματος: ψηφίζεσθε τὸν πόλεμον
= ψηφίστε υπέρ του πολέμου.
3. παθ. φωνή ψηφίζομαι αποφασίζομαι με ψηφοφορία: τὰ ἐνθάδε ψηφισθησόμενα
= όσα θα αποφασιστούν με ψηφοφορία εδώ.NE ψηφίζω (με τη σημ. 2).
[παράγ. λ. φῆφος + παρ. επίθ. -ίζω].
γλσΕλα'ψήφος: ψῆφος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ψήφος-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψήφος,
* McsElln.ψήφος@γλσΕλα,
1. μικρή στρογγυλή πέτρα, πετραδάκι, χαλίκι.
2. πετραδάκι, χαλίκι, που το χρησιμοποιούσαν στην ψηφοφορία, ψήφος: ψῆφον φέρω
= ρίχνω την ψήφο μου.
:=> παράγ. ψηφίς, -ῖδος «πετραδάκι», ψηφίζω, ψήφισμα, σύνθ. ψηφοκλέπτης, ψηφοφορέω.NE ψήφος (από τη σημ. 2).
[*ψ_αφ-, *ψ^αφ-, δωρ. ψᾶφος, ομόρρ. του *ψάω(ψῆν), βλπ. ψάλλω].
γλσΕλα'ψιλός: ψιλός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ψιλός@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψιλός,
* McsElln.ψιλός@γλσΕλα,
ως στρατιωτικός όρος ελαφρά οπλισμένος.
=/ ὁπλίτης «βαριά οπλισμένος».
2. για φθόγγους αυτός που προφέρεται λιτά και απέριττα, δηλ. χωρίς δασεία, δασύτητα, λ.χ. τα σύμφωνα τ, π, κ.
=/ δασύς.
ΝΕ ψιλός, και με τις δύο σημ.
[*ψι- (ομόρρ. του ψῆ), βλπ. ψάλλω) + παρ. επίθ. -λός].
γλσΕλα'ψόγος: ψόγος, -ου::
* McsElln.ουσιαστικό.ψόγος-ὁ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψόγος,
* McsElln.ψόγος@γλσΕλα,
επίκριση: ψόγον ἐπιφέρω τινί
= διατυπώνω επικρίσεις εις βάρος κάποιου.
ΝΕ ψόγος.
[*ψεγ-, *ψογ- (< ψέγω) + παρ. επίθ. -ος > ψόγος, βλπ. ψέγω].
γλσΕλα'ψοφέω: ψοφέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ψοφέω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψοφέω,
* McsElln.ψοφέω@γλσΕλα,
Παρακ. ἐψόφηκα
1. κτυπώ, κάνω θόρυβο: ψοφοῦντες ποταμοί.ψοφῶ τὴν θύραν
= κάνω θόρυβο στην πόρτα(κλείνοντάς την καθώς βγαίνω από το σπίτι). Το«κτυπώ την πόρτα από έξω, ώστε να μου ανοίξουν, για να μπω μέσα στο σπίτι» λεγόταν κόπτω ή πατάσσω ή κρούω τὴν θύραν.
ΝΕ ψοφώ «πεθαίνω (για ζώο)».
[παράγ. λ. ψόφος «θόρυβος»+ παρ. επίθ. -έω].
γλσΕλα'ψυxή: ψυχή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ψυxή-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψυxή,
* McsElln.ψυxή@γλσΕλα,
1. το άυλο και αθάνατο μέρος της ύπαρξης του ανθρώπου: ἀθάνατος ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ οὐδέποτε ἀπόλλυται
= αθάνατη είναι η ψυχή μας και ποτέ δε χάνεται.
2. η ψυχή ως έδρα των επιθυμιών και συναισθημάτων.
3. η ζωή: ἀγωνίζονται περὶ τῆς ψυχῆς.
:=> παράγ. ψυχικός, ψύχωσις, σύνθ. ἄψυχος,ἔμψυχος, μετεμψύχωσις, μεγαλόψυχος, ψυχοπομπός, ψυχαγωγέω.
ΝΕ ψυχή (με όλες τις σημ.).
[ψ_υχ-ή μεταρρημ. ουσ. από ψύχω «βγάζω πνοή», *bhes- «πνέω, φυσώ», πβ. αρχ. ινδ.bh'as-tr-a- «πνοή»].
γλσΕλα'ψύxω: ψύχω::
* McsElln.ρήμα.ψύxω@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ψύxω,
* McsElln.ψύxω@γλσΕλα,
Παρατ. ἔψυχον
Μέλλ. ψύξω
Αόρ. ἔψυξα
μγ05.σ306
Παρακ. ἔψυχα
Παθ. μέλλ. ψυχθήσομαι
Παθ. μέλλ. β΄ ψυγήσομαι
Παθ. αόρ. ἐψύχθην
Παθ. αόρ. β΄ ἐψύχην/ ἐψύγην
Παθ. παρακ. ἔψυγμαι κάνω κάτι κρύο, του ρίχνω τη θερμοκρασία:θερμαίνω καὶ ψύχω τὰ σώματα.
=/ θερμαίνω.
ΝΕ ψύχω.
[ψύχω, άγν. ετυμ. αλλά διαφορετικό από το ψ_υχ-ή· τα ψ_υχ-ρὸς και ψ_υχος εναλλάσσονται συμπληρωματικά, όπως τα κυδ-ρὸς και κ_υδος].
γλσΕλα'Ω: Ω, ω, ὦ μέγα::
* McsElln.ουσιαστικό.Ω-τὸ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'Ω,
* McsElln.Ω@γλσΕλα,
το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Για την προφορά και ονομασία του, βλπ. Ο, ο, ὂ μικρόν, τό.
=> ως αριθμητικό σύμβολο: ω΄
= 800, αλλά ,ω
= 800 000.
γλσΕλα'ώδε: ὧδε::
* McsElln.επίρρημα.ώδε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ώδε,
* McsElln.ώδε@γλσΕλα,
ως εξής, με αυτόν τον τρόπο.
[δεικτικό επίρρ. ὥς «έτσι» + εγκλιτικό μόριο δε].
γλσΕλαῳδή: ’ῳδή, -ῆς::
* McsElln.ουσιαστικό.ωδή-ἡ@γλσΕλα,
τραγούδι.
:=> παράγ. ’ῳδικός, Ὠδεῖον, ἀοίδιμος «τραγουδισμένος, φημισμένος», σύνθ. ἐπῳδή.
ΝΕ ωδή.
[’ῳδή συνηρημένο από ἀοιδή < ἀείδω «τραγουδώ» < ἀFείδω, συγγεν. με αὐδή «φωνή»].
γλσΕλαῳδικός: ’ῳδικός, -ή, -ὸν::
* McsElln.επίθετο.ωδικός@γλσΕλα,
αυτός που τραγουδά.
=/ ὀρχηστικὸς «που χορεύει».
ΝΕ στη φρ. ωδικά πτηνά.
[παράγ. λ. ’ῳδή + παρ. επίθ. -ικός].
γλσΕλαῳδίς: ὠδίς, -ῖνος::
* McsElln.ουσιαστικό.ωδίς-ἡ@γλσΕλα,
στον πληθ. κυρίως αἱ ὠδῖνες οι πόνοι του τοκετού, της γέννας.
:=> παράγ. ὠδίνω, σύνθ. δυσώδινος.
ΝΕ ωδίνες.
[αβέβ. ετυμ., ίσως συγγενικό με ὀδύνη < *ἐδ- (ἔδω «τρώγω») + παρ. επίθ. -ύνη, για την αλλαγή ε σε ο πβ. ἔδοντες > ὀδόντες και για τη σημασιολογική εξέλιξη «τρώγω» > «κατατρώγω, λυπώ» πβ. λατ. curae edaces «φροντίδες που κατατρώγουν, που προξενούν λύπη»].
γλσΕλαῳθέω: ὠθέω -ῶ::
* McsElln.ρήμα.ωθέω@γλσΕλα,
Παρατ. ἐώθουν
Μέλλ. ὤσω
Αόρ. ἔωσα
Παρακ. ἔωκα
Υπερσ. ἐώκειν
Μέσ. μέλλ. ὤσομαι
Παθ. μέλλ. ὠσθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐωσάμην
Παθ. αόρ. ἐώσθην
Παθ. παρακ. ἔωσμαι συνήθως για την ανθρώπινη δύναμη
1. ωθώ, σπρώχνω: χερσὶν καὶ ποσὶν τὸν λίθον ὠθῶ. ἐπὶ κεφαλὴν ὠθῶ τινα
= σπρώχνω κάποιον, ώστε να πέσει κατακέφαλα.
=/ ἕλκω.
2. μέση φωνή ὠθοῦμαι απωθώ, αποκρούω: ἐώσαντο τὸ εὐώνυμον κέρας
= απέκρουσαν το αριστερό κέρας.
:=> παράγ. ὦσις, ὤθησις, ὠσμός, ὠστισμός, σύνθ. προωθέω, παρωθέω, ἀπωθέω, ἐξωθέω, ἀπωστικός, προωστικός.
ΝΕ ωθώ (με τη σημ. 1).
[το ὠθέω εμφανίζεται ως θαμιστικός τύπος ενός ρήματος *ἔθω (*ἔθω/ὠθέω, πβ. πέλομαι/πωλέομαι), πβ. ἔθων
= βλάπτων, χωρίς σαφή ετυμολογία].
γλσΕλαῳνέομαι: ὠνέομαι -οῦμαι::
* McsElln.ρήμα.ωνέομαι@γλσΕλα,
Παρατ. ἐωνούμην
Μέλλ. ὠνήσομαι
Παθ. μέλλ. ὠνηθήσομαι
Αόρ. ἐωνησάμην & ἐπριάμηνΥπερσ.με ενεργ. και παθ.σημ.ἐωνήμην«είχα αγοράσει ή είχα αγοραστεί»
Παθ. αόρ. ἐωνήθηνΠαρακ.με ενεργ. και παθ.σημ.ἐώνημαι«έχω αγοράσει ή έχω αγοραστεί»αγοράζω: ὠνοῦμαί τι παρά τινος
= αγοράζω κάτι από κάποιον.
=/ πωλέω.
= ἀγοράζω.
:=> παράγ. ὤνιος, ὤνησις, ὠνήσιμος, ὠνητής, σύνθ. ὀψώνιον, τελώνης.
[*ων- «αγοράζω» (από όπου ὦν-ος «τιμή αγοράς», ὠν-έομαι, ὠν-ὴ «αγορά», χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα προσδιορισμού της αρχικής λέξης), *wes-no, αρχ. ινδ. vasn'a «τιμή», αιολ. ὄννα
= ὠνή].
γλσΕλα'ώρα: ὥρα (Α), -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ώρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ώρα,
* McsElln.ώρα@γλσΕλα,
1. εποχή: ἦρος ὥρα
= εποχή της άνοιξης. ὥρα θερινή
= καλοκαιρινή εποχή. χειμῶνος ὥρ'α
= στην εποχή του χειμώνα.
2. στους ιστορικούς η εποχή των εκστρατειών, το καλοκαίρι: ἐν καλύβαις πνιγηραῖς ὥρ'α ἔτους διαιτωμένων...
= καθώς διέμεναν σε αποπνικτικές καλύβες κατά το καλοκαίρι...
μγ05.σ307
3.
α. η ώρα, χρονική υποδιαίρεση του εικοσιτετραώρου: νυκτὸς ἐν ὥρ'α
= τη νύκτα.
β. το έτος γενικά:
=> ἐν τῇ πέρυσιν ὥρ'α
= πέρυσι.
=> εἰς ὥρας/εἰς ἄλλας ὥρας
= το επόμενο έτος, του χρόνου.
4. ο κατάλληλος χρόνος ή εποχή για κάτι: ὅταν ὥρ'α ἥκῃ
= όταν φτάσει ο κατάλληλος χρόνος. ἐμοὶ δοκεῖ οὐχ ὥρα εἶναι καθεύδειν
= μου φαίνεται ότι δεν είναι ο κατάλληλος χρόνος να κοιμάται κανείς.
5. η ακμή της νιότης, η νεότητα: πάντες οἱ ἐν ὥρ'α
= όλοι όσοι βρίσκονται στην ακμή της νιότης τους.
:=> παράγ. ὡραῖος, ὥριμος, σύνθ. ἄωρος «ο εκτός εποχής», δωδεκάωρος, ὡρολόγιον, ὡροσκόπιον.NE ώρα (με τις σημ. 3α, 4).
[ὥρ-α, ΙΕ *y-or-a, λατ. hornus «αυτού του έτους», αρχ. γερμ. j-ar «έτος, χρόνος» (σύγχρονο γερμ.Jahr), αρχ. ισλανδικό -ar «έτος»].
γλσΕλα'ώρα: ὤρα (Β), -ας::
* McsElln.ουσιαστικό.ώρα-ἡ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ώρα,
* McsElln.ώρα@γλσΕλα,
φροντίδα.
:=> παράγ. ὀλίγωρος, ὀλιγωρέω, τιμωρός, θεωρός.
ΝΕ στα σύνθ. ολιγωρώ, ολιγωρία.
[ὤρα, ιων. ὤρη < *Fώρ_α, *wer-, *wor- «παρατηρώ, επαγρυπνώ», ομόρρ. του ὁράω < *Fοράω· η ψίλωση οφείλεται καταρχήν στην ανατολική ιωνική (και τις άλλες ψιλωτικές διαλέκτους)].
γλσΕλαῳραίος: ὡραῖος, -αία, -αῖον::
* McsElln.επίθετο.ωραίος@γλσΕλα,
Συγκριτικός ὡραιότερος
Υπερθετικός ὡραιότατος αυτός που βρίσκεται στην κατάλληλη ώρα, έγκαιρος: ἔστι μοι θυγάτηρ γάμου ὡραία
= έχω κόρη που είναι στην ώρα της για γάμο.NE ωραίος «όμορφος».
[παράγ. λ. ὥρα + παρ. επίθ. -αῖος].
γλσΕλαῳς: ὡς::
* McsElln.επίρρημα./ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ / ΠΡΟΘΕΣΗ.ως@γλσΕλα,
Α. ΩΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑ
1. αναφορικό επίρρημα (συχνά αλλά όχι πάντοτε προηγείται δεικτικό επίρρημα) όπως: οὕτως,ὡς...
= έτσι, όπως...
=> ὡς + υπερθετικός επιρρήματος ή επιθέτου όσο το δυνατόν πιο...: ὡς ρᾷστα
= όσο το δυνατόν πιο εύκολα. ὡς βέλτιστοι
= όσο το δυνατόν πιο καλοί.
Β. ΩΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
1. ειδικός σύνδεσμος ότι: λέγει ὡς ἄδικός εἰμι
= λέει ότι είμαι άδικος.
2. τελικός σύνδεσμος για να, να.
= ἵνα, ὅπως.
=> ὡς + απαρέμφατο χρησιμοποιείται για να περιορίσει ισχυρισμό: ὡς δὲ συντόμως εἰπεῖν...
= και για να μιλήσω με συντομία...
3. συμπερασματικός σύνδεσμος, όπως ο ὥστε ώστε, με αποτέλεσμα: ὁ ποταμὸς τοσοῦτος τὸ βάθος ὡς μηδὲ τὰ δόρατα ὑπερέχειν
= ο ποταμός ήταν τόσος στο βάθος, ώστε ούτε καν τα δόρατα να υπερέχουν.
4. αιτιολογικός σύνδεσμος επειδή, γιατί, διότι:τί ποτε λέγεις, ὦ τέκνον; ὡς οὐ μανθάνω
= τι λες τέλος πάντων, παιδί μου; γιατί δεν καταλαβαίνω.
5. χρονικός σύνδεσμος όταν: ὡς γὰρ ὁ θροῦς δι-ῆλθε τῆς ἐμῆς συμφορᾶς
= όταν διαδόθηκε η είδηση για τη συμφορά μου...
Γ. ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΕΣτο ὡς όταν τάσσεται μπροστά από μετοχές δηλώνει την αιτία ή το σκοπό της ενέργειας που εκφράζει το ρήμα: οἱ Ἀθηναῖοι παρεσκευάζοντο ὡς πολεμήσοντες
= οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν να πολεμήσουν. ἀγανακτοῦσιν ὡς ἀδικούμενοι
= αγανακτούν με την ιδέα ότι αδικούνται.
Δ. ΩΣ ΠΡΟΘΕΣΗτο ὡς όταν λειτουργεί ως πρόθεση συντάσσεται με αιτιατική και δηλώνει κίνηση σε πρόσωπο: ἀφίκετο ὡς Περδίκκαν
= έφθασε στον Περδίκκα.
=> το ὡς σε ανεξάρτητες προτάσεις χρησιμοποιείται ως επιφώνημα που συνήθως συνοδεύει επιρρήματα ή επίθετα πώς! πόσο!, τι!: ὡς ἀστεῖος ὁ ἄνθρωπος
= τι ευγενικός αυτός ο άνθρωπος!
[επίρρ. και πρόθεση ὡς, παλιά οργανική πτώση *y-o ενός θέματος *yo + -ς των επιρρημάτων (π.χ. οὕτω-ς)].ὡσὰν ή ορθότερα ὡς ἂν σαν να, σαν: προπετῶς ἐπερωτᾷ ὡσὰν παῖς
= με απερισκεψία ρωτά σαν παιδί.
[επίρρ. της σύγκρισης ὡς + ἄν, βλπ. ὡς].
γλσΕλαῳσαύτως: ὡσαύτως::
* McsElln.επίρρημα.ωσαύτως@γλσΕλα,
κατά τον ίδιο τρόπο: ὡσαύτως καὶ τὸ σμικρὸν τὸ ἐν ἡμῖν οὐκ ἐθέλει ποτὲ μέγα γίγνεσθαι
= κατά τον ίδιο τρόπο και το μικρό που βρίσκεται μέσα μας δεν μπορεί να γίνει μεγάλο.
[επίρρ. της σύγκρισης ὡς + αὔτως, βλπ. ὡς].
γλσΕλα'ώσπερ: ὥσπερ::
* McsElln.επίρρημα.ώσπερ@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ώσπερ,
* McsElln.ώσπερ@γλσΕλα,
1. όπως: μέγα ἠτύχησαν οὗτοι, ὥσπερ ἐγώ
= μεγάλη συμφορά έπαθαν αυτοί, όπως εγώ.
2. χρησιμοποείται για να περιορίσει ή να τροποποιήσει κάποιον ισχυρισμό σαν να, κατά κάποιον τρόπο, τρόπον τινά: ὥσπερ ὑπεφθόνει
= τους ζήλευε τρόπον τινά (σαν να τους ζήλευε).
[επίρρ. σύγκρισης ὡς + βεβαιωτικό μόριο περ, βλπ. ὡς].
γλσΕλα'ώστε: ὥστε::
* McsElln.σύνδεσμος.ώστε@γλσΕλα,
* McsElln.γλσΕλα'ώστε,
* McsElln.ώστε@γλσΕλα,
σύνδεσμος συμπερασματικός, που εκφράζει το πραγματικό ή το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος της κύριας πρότασης
μγ05.σ308
1. συχνά με απαρέμφατο ώστε να, με αποτέλεσμα να: καὶ τὸν προοφειλόμενον μισθὸν ἀπέδωκεν, ὥστε τὸ στράτευμα πολὺ προθυμότερον εἶναι
= τους πλήρωσε και το μισθό τον καθυστερημένο, ώστε να είναι το στράτευμα πολύ προθυμότερο.
2. με οριστική, όταν δηλώνει το πραγματικό αποτέλεσμα ἃ δὴ παντὸς ἄξια δοκεῖ εἶναι, ὥστε πάντες τὸ καταλιπεῖν αὐτὰ φεύγομεν
= αυτά φαίνονται ότι είναι πιο αξιόλογα από το καθετί, ώστε όλοι αποφεύγουμε να τα εγκαταλείπουμε.
ΝΕ ώστε.
[επίρρ. ὥς (ή ὡς) + συμπλεκτικός σύνδεσμος τε].
Με απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης τα διδακτικά βιβλία του Δημοτικού,
του Γυμνασίου και του Λυκείου τυπώνονται από τον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων και διανέμονται δωρεάν στα Δημόσια Σχολεία.
Τα βιβλία μπορεί να διατίθενται προς πώληση, όταν φέρουν βιβλιόσημο
προς απόδειξη της γνησιότητάς τους. Κάθε αντίτυπο που διατίθεται προς
πώληση και δε φέρει βιβλιόσημο θεωρείται κλεψίτυπο και ο παραβάτης
διώκεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Νόμου 1129 της
15/21 Μαρτίου 1946 (ΦΕΚ 1946, 108, Α’).
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή οποιουδήποτε τμήματος αυτού του βιβλίου,
που καλύπτεται από δικαιώματα (copyright), ή η χρήση του σε οποιαδήποτε
μορφή, χωρίς τη γραπτή άδεια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.
μλ09.ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:
[http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A108/225/1647,5209//]
γλσΕλα'Α: Α
* McsElln.γλσΕλα'Α,
* McsElln.Α@γλσΕλα,
γλσΕλα'αγαθός: ἀγαθὸς 1) γενναίος, 2) ευγενής, 3) καλός, ενάρετος
* McsElln.γλσΕλα'αγαθός,
* McsElln.αγαθός@γλσΕλα,
γλσΕλα'άγαμαι: ἄγαμαι θαυμάζω
* McsElln.γλσΕλα'άγαμαι,
* McsElln.άγαμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'άγαν: ἄγαν (επίρρ.) πάρα πολύ, υπερβολικά
* McsElln.γλσΕλα'άγαν,
* McsElln.άγαν@γλσΕλα,
γλσΕλα'αγαστός: ἀγαστός θαυμαστός
* McsElln.γλσΕλα'αγαστός,
* McsElln.αγαστός@γλσΕλα,
γλσΕλα'αγείρω: ἀγείρω συγκεντρώνω, συναθροίζω
* McsElln.γλσΕλα'αγείρω,
* McsElln.αγείρω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αγοράζω: ἀγοράζω βρίσκομαι στην αγορά
* McsElln.γλσΕλα'αγοράζω,
* McsElln.αγοράζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αγώγιμος: ἀγώγιμός εἰμι οδηγούμαι
* McsElln.γλσΕλα'αγώγιμος,
* McsElln.αγώγιμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αδεώς: ἀδεῶς άφοβα
* McsElln.γλσΕλα'αδεώς,
* McsElln.αδεώς@γλσΕλα,
γλσΕλα'αέναος: ἀέναος συνεχής, αιώνιος
* McsElln.γλσΕλα'αέναος,
* McsElln.αέναος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αθρόος·: ἁθρόος· ἁθρόοι συγκεντρωμένος· όλοι μαζί
* McsElln.γλσΕλα'αθρόος,
* McsElln.αθρόος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αθυμώ: ἀθυμῶ (-έω) είμαι άθυμος, βαρύθυμος, αποκαρδιωμένος
* McsElln.γλσΕλα'αθυμώ,
* McsElln.αθυμώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'αιγιαλός: αἰγιαλὸς ανοιχτή, αμμώδης παραλία
* McsElln.γλσΕλα'αιγιαλός,
* McsElln.αιγιαλός@γλσΕλα,
γλσΕλα'αίδιος: ἀίδιος αιώνιος
* McsElln.γλσΕλα'αίδιος,
* McsElln.αίδιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αιδούμαι: αἰδοῦμαι (-έομαι) σέβομαι, ντρέπομαι
* McsElln.γλσΕλα'αιδούμαι,
* McsElln.αιδούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αικία: αἰκία εξαθλίωση, δυστυχία
* McsElln.γλσΕλα'αικία,
* McsElln.αικία@γλσΕλα,
γλσΕλα'αιρώ: αἱρῶ (-έω) 1) συλλαμβάνω (για έμψυχα), κυριεύω (για άψυχα)· για την παθητική σημασία: ἁλίσκομαι. 2) αἱροῦμαι (μέση διάθεση): εκλέγω, προτιμώ· για την παθητική σημασία: αἱροῦμαι
* McsElln.γλσΕλα'αιρώ,
* McsElln.αιρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'αίρω: αἴρω ναῦς απομακρύνω τα πλοία από τη στεριά
* McsElln.γλσΕλα'αίρω,
* McsElln.αίρω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αίσχιστος: αἴσχιστος υπερθετικός βαθμός του αισχρός 1) άσχημος, 2) κακοήθης
* McsElln.γλσΕλα'αίσχιστος,
* McsElln.αίσχιστος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αίτιος: αἴτιος υπαίτιος
* McsElln.γλσΕλα'αίτιος,
* McsElln.αίτιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αιών: αἰὼν τό χρονικό διάστημα της ζωής κάποιου, ζωή, ηλικία
* McsElln.γλσΕλα'αιών,
* McsElln.αιών@γλσΕλα,
γλσΕλα'αιωρούμαι: αἰωροῦμαι (-έομαι) κινδυνεύω, είμαι εκτεθειμένος σε κίνδυνο
* McsElln.γλσΕλα'αιωρούμαι,
* McsElln.αιωρούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ακάτιον: ἀκάτιον μικρό πλοίο, λέμβος
* McsElln.γλσΕλα'ακάτιον,
* McsElln.ακάτιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'άκρα,: ἄκρα, ἡ το ακρωτήριο
* McsElln.γλσΕλα'άκρα,
* McsElln.άκρα@γλσΕλα,
γλσΕλα'ακροβολίζομαι: ἀκροβολίζομαι αψιμαχώ, κάνω μικροεπιθέσεις
* McsElln.γλσΕλα'ακροβολίζομαι,
* McsElln.ακροβολίζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'άκων: ἄκων, ὁ (άκοντος) χωρίς τη θέλησή του. Αντίθετο = ἑκών.
* McsElln.γλσΕλα'άκων,
* McsElln.άκων@γλσΕλα,
γλσΕλα'αλγεινός: ἀλγεινὸς οδυνηρός, λυπηρός
* McsElln.γλσΕλα'αλγεινός,
* McsElln.αλγεινός@γλσΕλα,
γλσΕλα'αλίσκομαι: ἁλίσκομαι παθητικός τύπος του αἱρῶ
* McsElln.γλσΕλα'αλίσκομαι,
* McsElln.αλίσκομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'άλλοθι: ἄλλοθι αλλού
* McsElln.γλσΕλα'άλλοθι,
* McsElln.άλλοθι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αμαρτάνω: ἁμαρτάνω τινός αστοχώ, δεν πετυχαίνω κάτι. Αντίθετο: τυγχάνω
* McsElln.γλσΕλα'αμαρτάνω,
* McsElln.αμαρτάνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αναγκαίος: ἀναγκαῖος 1) απαραίτητος, 2) συγγενής
* McsElln.γλσΕλα'αναγκαίος,
* McsElln.αναγκαίος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανάγω: ἀνάγω βγάζω στο πέλαγος
* McsElln.γλσΕλα'ανάγω,
* McsElln.ανάγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανάγομαι: ἀνάγομαι βγαίνω στο πέλαγος
* McsElln.γλσΕλα'ανάγομαι,
* McsElln.ανάγομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αναγωγή: ἀναγωγὴ αναχώρηση, απόπλους
* McsElln.γλσΕλα'αναγωγή,
* McsElln.αναγωγή@γλσΕλα,
γλσΕλα'αναιρούμαι: ἀναιροῦμαι τοὺς νεκροὺς σηκώνω τους νεκρούς (για ενταφιασμό), ενταφιάζω
* McsElln.γλσΕλα'αναιρούμαι,
* McsElln.αναιρούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αναιρώ: ἀναιρῶ αποκρίνομαι, δίδω χρησμό
* McsElln.γλσΕλα'αναιρώ,
* McsElln.αναιρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανάλωτος: ἀνάλωτος απόρθητος
* McsElln.γλσΕλα'ανάλωτος,
* McsElln.ανάλωτος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αναπείθω: ἀναπείθω μεταπείθω
* McsElln.γλσΕλα'αναπείθω,
* McsElln.αναπείθω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανάστασις: ἀνάστασις (του στρατεύματος) διάλυση και εγκατάλειψη του στρατοπέδου
* McsElln.γλσΕλα'ανάστασις,
* McsElln.ανάστασις@γλσΕλα,
γλσΕλα'αναστρέφομαι: ἀναστρέφομαι περιφέρομαι
* McsElln.γλσΕλα'αναστρέφομαι,
* McsElln.αναστρέφομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανδραποδίζω: ἀνδραποδίζω υποδουλώνω, πουλώ κάποιον ως δούλο
* McsElln.γλσΕλα'ανδραποδίζω,
* McsElln.ανδραποδίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανεπίκλητος: ἀνεπίκλητος ανεπίληπτος, άψογος
* McsElln.γλσΕλα'ανεπίκλητος,
* McsElln.ανεπίκλητος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανεπίφθονος: ἀνεπίφθονος άμεμπτος, αυτός που δεν προκαλεί το φθόνο
* McsElln.γλσΕλα'ανεπίφθονος,
* McsElln.ανεπίφθονος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανθυπάγω: ἀνθυπάγω καταγγέλλω και εγώ με τη σειρά μου στο δικαστήριο αυτόν που με οδήγησε σε δίκη και δεν πέτυχε την καταδίκη μου, κάνω αντιμήνυση
* McsElln.γλσΕλα'ανθυπάγω,
* McsElln.ανθυπάγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανίστημι: ἀνίστημί τι/τινα 1) στήνω κάτι όρθιο, εγείρω, ανεγείρω (τα τείχη), 2) κάνω τους ανθρώπους να μεταναστεύσουν, 3) ἀνίστημί τὴν ἐκκλησίαν: κλείνω τη συνεδρία, 4) ἀνίσταμαι (αμτβ.) σηκώνομαι
* McsElln.γλσΕλα'ανίστημι,
* McsElln.ανίστημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ανίσχω: ἀνίσχω σηκώνω ψηλά. Ὁ ἥλιος ἀνίσχει: ο ήλιος ανατέλλει άνοσος χωρίς αρρώστια
* McsElln.γλσΕλα'ανίσχω,
* McsElln.ανίσχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντανάγω: ἀντανάγω οδηγώ στο πέλαγος και εγώ εναντίον κάποιου, επιτίθεμαι και εγώ
* McsElln.γλσΕλα'αντανάγω,
* McsElln.αντανάγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντεμπίμπλημι: ἀντεμπίμπλημι γεμίζω και εγώ (για να αντιμετωπίσω)
* McsElln.γλσΕλα'αντεμπίμπλημι,
* McsElln.αντεμπίμπλημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντέχω: ἀντέχω 1) βαστώ, 2) επιμένω
* McsElln.γλσΕλα'αντέχω,
* McsElln.αντέχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντιβολία: ἀντιβολία παράκληση, δέηση, ικεσία
* McsElln.γλσΕλα'αντιβολία,
* McsElln.αντιβολία@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντικάθημαι: ἀντικάθημαι (ἀντικαθέζομαι) στρατοπεδεύω απέναντι
* McsElln.γλσΕλα'αντικάθημαι,
* McsElln.αντικάθημαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντικόπτω: ἀντικόπτω αντιδρώ
* McsElln.γλσΕλα'αντικόπτω,
* McsElln.αντικόπτω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντιλογία: ἀντιλογία αντιπαράθεση λόγων
* McsElln.γλσΕλα'αντιλογία,
* McsElln.αντιλογία@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντίον: ἀντίον απέναντι
* McsElln.γλσΕλα'αντίον,
* McsElln.αντίον@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντιποιούμαι: ἀντιποιοῦμαι 1) διεκδικώ, 2) ανταποδίδω
* McsElln.γλσΕλα'αντιποιούμαι,
* McsElln.αντιποιούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντίπροικα: ἀντίπροικα (επίρρημα) φτηνά
* McsElln.γλσΕλα'αντίπροικα,
* McsElln.αντίπροικα@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντιστρατοπεδεύομαι: ἀντιστρατοπεδεύομαι όπως το ἀντικάθημαι
* McsElln.γλσΕλα'αντιστρατοπεδεύομαι,
* McsElln.αντιστρατοπεδεύομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αντόμνυμι: ἀντόμνυμι ορκίζομαι και εγώ
* McsElln.γλσΕλα'αντόμνυμι,
* McsElln.αντόμνυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αξιόχρεως: ἀξιόχρεως αξιόλογος, μεγαλεπήβολος
* McsElln.γλσΕλα'αξιόχρεως,
* McsElln.αξιόχρεως@γλσΕλα,
γλσΕλα'αξιώ: ἀξιῶ (-όω) 1) αξιώνω, έχω την αξίωση, 2) θεωρώ) δίκαιο
* McsElln.γλσΕλα'αξιώ,
* McsElln.αξιώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'απαγγέλλω: ἀπαγγέλλω αναγγέλλω, αναφέρω
* McsElln.γλσΕλα'απαγγέλλω,
* McsElln.απαγγέλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'απάγχομαι: ἀπάγχομαι απαγχονίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'απάγχομαι,
* McsElln.απάγχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'απαθής: ἀπαθὴς 1) χωρίς αισθήματα, 2) ατιμώρητος, αβλαβής
* McsElln.γλσΕλα'απαθής,
* McsElln.απαθής@γλσΕλα,
γλσΕλα'απείπον: ἀπεῖπον του ρ. ἀπαγορεύω (εδώ) κουράζομαι
* McsElln.γλσΕλα'απείπον,
* McsElln.απείπον@γλσΕλα,
γλσΕλα'άπιστος: ἄπιστος απίστευτος
* McsElln.γλσΕλα'άπιστος,
* McsElln.άπιστος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποδείκνυμι: ἀποδείκνυμι νόμους δημοσιεύω νόμους
* McsElln.γλσΕλα'αποδείκνυμι,
* McsElln.αποδείκνυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποδίδομαι: ἀποδίδομαι πωλώ
* McsElln.γλσΕλα'αποδίδομαι,
* McsElln.αποδίδομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποκομίζομαι: ἀποκομίζομαι αποσύρομαι, αποχωρώ, απομακρύνομαι
* McsElln.γλσΕλα'αποκομίζομαι,
* McsElln.αποκομίζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποκτείνω: ἀποκτείνω σκοτώνω
* McsElln.γλσΕλα'αποκτείνω,
* McsElln.αποκτείνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'απολείπω: ἀπολείπω αποχωρίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'απολείπω,
* McsElln.απολείπω@γλσΕλα,
γλσΕλα'απόλειψις: ἀπόλειψις εγκατάλειψη
* McsElln.γλσΕλα'απόλειψις,
* McsElln.απόλειψις@γλσΕλα,
γλσΕλα'απόλλυμι: ἀπόλλυμι καταστρέφω, φονεύω, ἀπόλλυμαι (παθ.): χάνομαι, πεθαίνω
* McsElln.γλσΕλα'απόλλυμι,
* McsElln.απόλλυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποσημαίνομαι: ἀποσημαίνομαί τινα προγράφω κάποιον, καταδικάζω (χωρίς κρίση)
* McsElln.γλσΕλα'αποσημαίνομαι,
* McsElln.αποσημαίνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποσπώμαι: ἀποσπῶμαι (-άομαι) απομακρύνομαι
* McsElln.γλσΕλα'αποσπώμαι,
* McsElln.αποσπώμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποτειχίζω: ἀποτειχίζω αποκλείω με τείχος
* McsElln.γλσΕλα'αποτειχίζω,
* McsElln.αποτειχίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποφεύγω: ἀποφεύγω (ως δικανικός όρος) απαλλάσσομαι, αθωώνομαι
* McsElln.γλσΕλα'αποφεύγω,
* McsElln.αποφεύγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποχρώμαι: ἀποχρῶμαι τινα σκοτώνω
* McsElln.γλσΕλα'αποχρώμαι,
* McsElln.αποχρώμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποχρώντως: ἀποχρώντως αρκετά, ικανοποιητικά
* McsElln.γλσΕλα'αποχρώντως,
* McsElln.αποχρώντως@γλσΕλα,
γλσΕλα'αποχώννυμι: ἀποχώννυμι αποφράζω με επιχωμάτωση (μπαζώνω)
* McsElln.γλσΕλα'αποχώννυμι,
* McsElln.αποχώννυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'άραι: ἆραι (απαρ. αορίστου του αἴρω: σηκώνω)
* McsElln.γλσΕλα'άραι,
* McsElln.άραι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αριστοποιούμαι: ἀριστοποιοῦμαι προγευματίζω· ἄριστον: πρόγευμα, το πρωινό φαγητό
* McsElln.γλσΕλα'αριστοποιούμαι,
* McsElln.αριστοποιούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αρμοστής: ἁρμοστὴς Σπαρτιάτης διοικητής κατεχόμενης πόλης ή νήσου
* McsElln.γλσΕλα'αρμοστής,
* McsElln.αρμοστής@γλσΕλα,
γλσΕλα'άρχω: ἄρχω τινὸς 1) αρχίζω κάτι πρώτος, κάνω πρώτος την αρχή, ἄρχομαι (μέση διάθεση) = αρχίζω κάτι
* McsElln.γλσΕλα'άρχω,
* McsElln.άρχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'άστυ: ἄστυ (ἄστεως) Η πόλη της Αθήνας σε αντίθεση προς τη Μεσογαίαν - Μεσογείαν και την Παραλίαν της Αττικής
* McsElln.γλσΕλα'άστυ,
* McsElln.άστυ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ασφάλεια: ἀσφάλεια εγγύηση για ασφαλή πορεία
* McsElln.γλσΕλα'ασφάλεια,
* McsElln.ασφάλεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'αυλητρίς: αὐλητρὶς γυναίκα που παίζει αυλό
* McsElln.γλσΕλα'αυλητρίς,
* McsElln.αυλητρίς@γλσΕλα,
γλσΕλα'αυλώ: αὐλῶ παίζω αυλό
* McsElln.γλσΕλα'αυλώ,
* McsElln.αυλώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'αυτοβοεί: αὐτοβοεὶ με τον πρώτο αλαλαγμό, με αιφνιδιαστική έφοδο
* McsElln.γλσΕλα'αυτοβοεί,
* McsElln.αυτοβοεί@γλσΕλα,
γλσΕλα'αυτοκράτωρ: αὐτοκράτωρ (-ορος) με πλήρη/απόλυτη εξουσία
* McsElln.γλσΕλα'αυτοκράτωρ,
* McsElln.αυτοκράτωρ@γλσΕλα,
γλσΕλα'αυτόμολος: αὐτόμολος που έρχεται/αυτομολεί στις τάξεις του εχθρού
* McsElln.γλσΕλα'αυτόμολος,
* McsElln.αυτόμολος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αύχημα: αὔχημα καύχημα
* McsElln.γλσΕλα'αύχημα,
* McsElln.αύχημα@γλσΕλα,
γλσΕλα'αφηγούμαι: ἀφηγοῦμαι οδηγώ
* McsElln.γλσΕλα'αφηγούμαι,
* McsElln.αφηγούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'αφικνούμαι: ἀφικνοῦμαι (-έομαι) φτάνω
* McsElln.γλσΕλα'αφικνούμαι,
* McsElln.αφικνούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'άφιππος: ἄφιππος ακατάλληλος για ιππασία
* McsElln.γλσΕλα'άφιππος,
* McsElln.άφιππος@γλσΕλα,
γλσΕλα'αφίσταμαι: ἀφίσταμαί τινος απομακρύνομαι/αποστατώ από κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'αφίσταμαι,
* McsElln.αφίσταμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'άχθομαι: ἄχθομαι αγανακτώ
* McsElln.γλσΕλα'άχθομαι,
* McsElln.άχθομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'Β: Β
* McsElln.γλσΕλα'Β,
* McsElln.Β@γλσΕλα,
γλσΕλα'βάλλω: βάλλω κτυπώ
* McsElln.γλσΕλα'βάλλω,
* McsElln.βάλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'βαρύς: βαρὺς (-έος) ενοχλητικός
* McsElln.γλσΕλα'βαρύς,
* McsElln.βαρύς@γλσΕλα,
γλσΕλα'βοηθώ: βοηθῶ (-έω) 1) τρέχω εναντίον, επιτίθεμαι, 2) τρέχω να βοηθήσω
* McsElln.γλσΕλα'βοηθώ,
* McsElln.βοηθώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'βουλεύομαι: βουλεύομαι 1) συσκέπτομαι, 2) αποφασίζω
* McsElln.γλσΕλα'βουλεύομαι,
* McsElln.βουλεύομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'βούλομαι: βούλομαι θέλω
* McsElln.γλσΕλα'βούλομαι,
* McsElln.βούλομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'Γ: Γ
* McsElln.γλσΕλα'Γ,
* McsElln.Γ@γλσΕλα,
γλσΕλα'γέρας: γέρας βραβείο
* McsElln.γλσΕλα'γέρας,
* McsElln.γέρας@γλσΕλα,
γλσΕλα'γιγνώσκω: γιγνώσκω 1) γνωρίζω, αντιλαμβάνομαι, 2) σχηματίζω γνώμη, 3) αποφασίζω, ψηφίζω
* McsElln.γλσΕλα'γιγνώσκω,
* McsElln.γιγνώσκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'γνώμη: γνώμη 1) κρίση, εξυπνάδα, 2) πνευματική ικανότητα
* McsElln.γλσΕλα'γνώμη,
* McsElln.γνώμη@γλσΕλα,
γλσΕλα'γούν: γοῦν πραγματικά
* McsElln.γλσΕλα'γούν,
* McsElln.γούν@γλσΕλα,
γλσΕλα'γυμνοπαιδία: γυμνοπαιδία γιορτή στη Σπάρτη κατά την οποία οι νέοι χόρευαν γυμνοί
* McsElln.γλσΕλα'γυμνοπαιδία,
* McsElln.γυμνοπαιδία@γλσΕλα,
γλσΕλα'Δ: Δ
* McsElln.γλσΕλα'Δ,
* McsElln.Δ@γλσΕλα,
γλσΕλα'δάκνω: δάκνω δαγκώνω· δῆγμα = δάγκωμα
* McsElln.γλσΕλα'δάκνω,
* McsElln.δάκνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δεί: δεῖ πρέπει. Παρατ. ἔδει, μέλλ. δεήσει
* McsElln.γλσΕλα'δεί,
* McsElln.δεί@γλσΕλα,
γλσΕλα'δείδω: δείδω φοβούμαι
* McsElln.γλσΕλα'δείδω,
* McsElln.δείδω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δεκατεύω: δεκατεύω επιβάλλω το φόρο της δεκάτης
* McsElln.γλσΕλα'δεκατεύω,
* McsElln.δεκατεύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δέος: δέος φόβος
* McsElln.γλσΕλα'δέος,
* McsElln.δέος@γλσΕλα,
γλσΕλα'δέω_δώ: δέω-δῶ 1) δένω, 2) φυλακίζω
* McsElln.γλσΕλα'δέω_δώ,
* McsElln.δέω_δώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'δέω: δέω 1) έχω ανάγκη, 2) απέχω
* McsElln.γλσΕλα'δέω,
* McsElln.δέω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δέομαι: δέομαί τινος (μέσ.) 1) έχω ανάγκη, 2) παρακαλώ
* McsElln.γλσΕλα'δέομαι,
* McsElln.δέομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'δήμος: δῆμος οι δημοκρατικοί
* McsElln.γλσΕλα'δήμος,
* McsElln.δήμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'δημόσιον: δημόσιον η πολιτεία, το δημόσιο ταμείο
* McsElln.γλσΕλα'δημόσιον,
* McsElln.δημόσιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'δή: δὴ έτσι λοιπόν
* McsElln.γλσΕλα'δή,
* McsElln.δή@γλσΕλα,
γλσΕλα'δήσαντες: δήσαντες μετοχή αορίστου του δέω>δῶ = δένω
* McsElln.γλσΕλα'δήσαντες,
* McsElln.δήσαντες@γλσΕλα,
γλσΕλα'δήτα: δῆτα βέβαια
* McsElln.γλσΕλα'δήτα,
* McsElln.δήτα@γλσΕλα,
γλσΕλα'δηώ: δῃῶ (-όω) λεηλατώ, ερημώνω
* McsElln.γλσΕλα'δηώ,
* McsElln.δηώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'διαβάλλω: διαβάλλω διασχίζω
* McsElln.γλσΕλα'διαβάλλω,
* McsElln.διαβάλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'διαδιδράσκω: διαδιδράσκω διαφεύγω, δραπετεύω|
* McsElln.γλσΕλα'διαδιδράσκω,
* McsElln.διαδιδράσκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'διαθρύπτομαι: διαθρύπτομαι συντρίβομαι
* McsElln.γλσΕλα'διαθρύπτομαι,
* McsElln.διαθρύπτομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'διακομιδή: διακομιδὴ διαπεραίωση, μεταφορά
* McsElln.γλσΕλα'διακομιδή,
* McsElln.διακομιδή@γλσΕλα,
γλσΕλα'διαλλάσσω: διαλλάσσω συμφιλιώνω
* McsElln.γλσΕλα'διαλλάσσω,
* McsElln.διαλλάσσω@γλσΕλα,
γλσΕλα'διασκεδάννυμι: διασκεδάννυμι διασκορπίζω
* McsElln.γλσΕλα'διασκεδάννυμι,
* McsElln.διασκεδάννυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'διατρίβω: διατρίβω περνώ τον καιρό μου
* McsElln.γλσΕλα'διατρίβω,
* McsElln.διατρίβω@γλσΕλα,
γλσΕλα'διαφθείρω: διαφθείρω καταστρέφω
* McsElln.γλσΕλα'διαφθείρω,
* McsElln.διαφθείρω@γλσΕλα,
γλσΕλα'διδάσκω: διδάσκω εξηγώ
* McsElln.γλσΕλα'διδάσκω,
* McsElln.διδάσκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δίδωμι: δίδωμι δίκας 1) δέχομαι διαιτησία, 2) δικάζομαι
* McsElln.γλσΕλα'δίδωμι,
* McsElln.δίδωμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'διέχω: διέχω έχω πλάτος, είμαι σε απόσταση από κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'διέχω,
* McsElln.διέχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'διήκε: διῆκε αόρ. του διίημι = απολύω
* McsElln.γλσΕλα'διήκε,
* McsElln.διήκε@γλσΕλα,
γλσΕλα'διήκω: διήκω εκτείνομαι από... μέχρι...
* McsElln.γλσΕλα'διήκω,
* McsElln.διήκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δίκροτος: δίκροτος με δύο σειρές κωπηλατών
* McsElln.γλσΕλα'δίκροτος,
* McsElln.δίκροτος@γλσΕλα,
γλσΕλα'διώκω: διώκω 1) επιδιώκω, 2) καταδιώκω, 3) διώκω δικαστικά (αντίθ. φεύγω)
* McsElln.γλσΕλα'διώκω,
* McsElln.διώκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'δόγμα: δόγμα απόφαση
* McsElln.γλσΕλα'δόγμα,
* McsElln.δόγμα@γλσΕλα,
γλσΕλα'δοκώ: δοκῶ 1) νομίζω, υποθέτω, 2) φαίνομαι, θεωρούμαι, 3) δοκῶ μοι = μου φαίνεται, 4) (απρόσ.) δοκεῖ + δοτ. = φαίνεται καλό, ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ = φάνηκε καλό στη βουλή και το δήμο, αποφάσισε η βουλή και ο δήμος
* McsElln.γλσΕλα'δοκώ,
* McsElln.δοκώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'δόξα: δόξα 1) γνώμη, 2) φήμη, 3) δόξα
* McsElln.γλσΕλα'δόξα,
* McsElln.δόξα@γλσΕλα,
γλσΕλα'δρόμος: δρόμος τρέξιμο
* McsElln.γλσΕλα'δρόμος,
* McsElln.δρόμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'δύσιππος: δύσιππος δύσβατος στο ιππικό
* McsElln.γλσΕλα'δύσιππος,
* McsElln.δύσιππος@γλσΕλα,
γλσΕλα'δυνατοί: δυνατοὶ οι ολιγαρχικοί
* McsElln.γλσΕλα'δυνατοί,
* McsElln.δυνατοί@γλσΕλα,
γλσΕλα'Ε: Ε
* McsElln.γλσΕλα'Ε,
* McsElln.Ε@γλσΕλα,
γλσΕλα'έγκλημα: ἔγκλημα κατηγορία
* McsElln.γλσΕλα'έγκλημα,
* McsElln.έγκλημα@γλσΕλα,
γλσΕλα'εγχειρίδιον: ἐγχειρίδιον μαχαίρι
* McsElln.γλσΕλα'εγχειρίδιον,
* McsElln.εγχειρίδιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'εγχειρώ: ἐγχειρῶ (-έω) επιχειρώ κάτι, αρχίζω, κάνω επιχείρηση
* McsElln.γλσΕλα'εγχειρώ,
* McsElln.εγχειρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'εγχωρεί+: ἐγχωρεῖ+ απαρ. επιτρέπεται να
* McsElln.γλσΕλα'εγχωρεί,
* McsElln.εγχωρεί@γλσΕλα,
γλσΕλα'εθελοπρόξενος: ἐθελοπρόξενος αυτός που αναλαμβάνει από μόνος του το ρόλο του προξένου, χωρίς να έχει οριστεί από την πόλη ως εκπρόσωπος της, ο εθελοντής πρόξενος
* McsElln.γλσΕλα'εθελοπρόξενος,
* McsElln.εθελοπρόξενος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ειδώς: εἰδώς μετοχή του οἶδα
* McsElln.γλσΕλα'ειδώς,
* McsElln.ειδώς@γλσΕλα,
γλσΕλα'εικός_εστί: εἰκός ἐστί είναι φυσικό
* McsElln.γλσΕλα'εικός_εστί,
* McsElln.εικός_εστί@γλσΕλα,
γλσΕλα'είμι: εἶμι πηγαίνω, έρχομαι
* McsElln.γλσΕλα'είμι,
* McsElln.είμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ειρηναίον: εἰρηναῖον φιλειρηνική απάντηση
* McsElln.γλσΕλα'ειρηναίον,
* McsElln.ειρηναίον@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκβιβάζω: ἐκβιβάζω βγάζω, αποβιβάζω
* McsElln.γλσΕλα'εκβιβάζω,
* McsElln.εκβιβάζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκκλησία: ἐκκλησία 1) συγκέντρωση, συνέλευση των πολιτών, 2) το σώμα όλων των Αθηναίων ανδρών πολιτών που έπαιρνε τις οριστικές αποφάσεις για τα σοβαρά ζητήματα της πόλεως
* McsElln.γλσΕλα'εκκλησία,
* McsElln.εκκλησία@γλσΕλα,
γλσΕλα'έκκλητοι,: ἔκκλητοι, οἱ η επιτροπή, η μικρή συνέλευση στη Σπάρτη
* McsElln.γλσΕλα'έκκλητοι,
* McsElln.έκκλητοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκκρεμάννυμαι: ἐκκρεμάννυμαι κρέμομαι από κάποιον,πιάνομαι από τα χέρια του ή από τα ενδύματά του
* McsElln.γλσΕλα'εκκρεμάννυμαι,
* McsElln.εκκρεμάννυμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκκρίνομαι: ἐκκρίνομαι επιλέγομαι
* McsElln.γλσΕλα'εκκρίνομαι,
* McsElln.εκκρίνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκπλέω: ἐκπλέω φεύγω (με πλοίο)
* McsElln.γλσΕλα'εκπλέω,
* McsElln.εκπλέω@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκποδών: ἐκποδὼν (επίρρ.) έξω/μακριά από τα πόδια· ἐκποδὼν ποιοῦμαί τινα =διώχνω βγάζω από
* McsElln.γλσΕλα'εκποδών,
* McsElln.εκποδών@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκπολιορκώ: ἐκπολιορκῶ (-έω) κυριεύω (δια πολιορκίας)
* McsElln.γλσΕλα'εκπολιορκώ,
* McsElln.εκπολιορκώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'εκπονούμαι: ἐκπονοῦμαι εξοπλίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'εκπονούμαι,
* McsElln.εκπονούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'έκπωμα: ἔκπωμα το ποτήρι, το κύπελλο
* McsElln.γλσΕλα'έκπωμα,
* McsElln.έκπωμα@γλσΕλα,
γλσΕλα'έκσπονδος: ἔκσπονδος ο εκτός συνθηκών, ο αποκλειόμενος από τις συνθήκες
* McsElln.γλσΕλα'έκσπονδος,
* McsElln.έκσπονδος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ελεύθερος: ἐλεύθερος τὰ ἐλεύθερα σώματα: οι ελεύθεροι πολίτες
* McsElln.γλσΕλα'ελεύθερος,
* McsElln.ελεύθερος@γλσΕλα,
γλσΕλα'εμπεδορκώ: ἐμπεδορκῶ (-έω) μένω πιστός στον όρκο μου
* McsElln.γλσΕλα'εμπεδορκώ,
* McsElln.εμπεδορκώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'εμπεδώ: ἐμπεδῶ (-έω) εφαρμόζω
* McsElln.γλσΕλα'εμπεδώ,
* McsElln.εμπεδώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'εμπίπλημί: ἐμπίπλημί τί τινος γεμίζω κάτι με κάτι άλλο
* McsElln.γλσΕλα'εμπίπλημί,
* McsElln.εμπίπλημί@γλσΕλα,
γλσΕλα'εμπίμπρημι: ἐμπίμπρημι καίω
* McsElln.γλσΕλα'εμπίμπρημι,
* McsElln.εμπίμπρημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εμπλέοντες: ἐμπλέοντες οι επιβάτες
* McsElln.γλσΕλα'εμπλέοντες,
* McsElln.εμπλέοντες@γλσΕλα,
γλσΕλα'ενάλλομαι: ἐνάλλομαι ορμώ εναντίον
* McsElln.γλσΕλα'ενάλλομαι,
* McsElln.ενάλλομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ένδεια: ἔνδεια έλλειψη
* McsElln.γλσΕλα'ένδεια,
* McsElln.ένδεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'ένδον: ἔνδον εντός, μέσα
* McsElln.γλσΕλα'ένδον,
* McsElln.ένδον@γλσΕλα,
γλσΕλα'ενίσταμαι: ἐνίσταμαι αντιστέκομαι
* McsElln.γλσΕλα'ενίσταμαι,
* McsElln.ενίσταμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ένσπονδος: ἔνσπονδος ο σύμμαχος
* McsElln.γλσΕλα'ένσπονδος,
* McsElln.ένσπονδος@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξαιρώ: ἐξαιρῶ (-έω) αφανίζω
* McsElln.γλσΕλα'εξαιρώ,
* McsElln.εξαιρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξανδραποδίζω: ἐξανδραποδίζω ανδραποδίζω εντελώς, υποδουλώνω όλους τους κατοίκους
* McsElln.γλσΕλα'εξανδραποδίζω,
* McsElln.εξανδραποδίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξανίστημι: ἐξανίστημι μετακινώ, σηκώνω κάποιον από τη θέση του, διώχνω
* McsElln.γλσΕλα'εξανίστημι,
* McsElln.εξανίστημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξαπιναίως: ἐξαπιναίως (επίρρ.) ξαφνικά, αιφνιδιαστικά
* McsElln.γλσΕλα'εξαπιναίως,
* McsElln.εξαπιναίως@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξαρτύω: ἐξαρτύω ετοιμάζω, οργανώνω
* McsElln.γλσΕλα'εξαρτύω,
* McsElln.εξαρτύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξάρχω: ἐξάρχω αρχίζω
* McsElln.γλσΕλα'εξάρχω,
* McsElln.εξάρχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξελαύνω: ἐξελαύνω διώχνω
* McsElln.γλσΕλα'εξελαύνω,
* McsElln.εξελαύνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'έξεστι: ἔξεστι + απαρ. επιτρέπεται, είναι δυνατόν
* McsElln.γλσΕλα'έξεστι,
* McsElln.έξεστι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξικνούμαί: ἐξικνοῦμαί τινος φτάνω κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'εξικνούμαί,
* McsElln.εξικνούμαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξοικίζω: ἐξοικίζω διώχνω κάποιον από τον τόπο που μένει
* McsElln.γλσΕλα'εξοικίζω,
* McsElln.εξοικίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'εξόν: ἐξὸν μετοχή του ἔξεστι (= επιτρέπεται, είναι δυνατόν)
* McsElln.γλσΕλα'εξόν,
* McsElln.εξόν@γλσΕλα,
γλσΕλα'έοικα: ἔοικα μοιάζω
* McsElln.γλσΕλα'έοικα,
* McsElln.έοικα@γλσΕλα,
γλσΕλα'επαινώ: ἐπαινῶ (-έω) επιδοκιμάζω, εγκρίνω
* McsElln.γλσΕλα'επαινώ,
* McsElln.επαινώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'επαμύνω: ἐπαμύνω σπεύδω να βοηθήσω, βοηθώ
* McsElln.γλσΕλα'επαμύνω,
* McsElln.επαμύνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'επανάγομαι: ἐπανάγομαι ξαναβγαίνω στο πέλαγος
* McsElln.γλσΕλα'επανάγομαι,
* McsElln.επανάγομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'έπειμι: ἔπειμι επιτίθεμαι
* McsElln.γλσΕλα'έπειμι,
* McsElln.έπειμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'έπηλυς: ἔπηλυς ο ξένος, ο μη αυτόχθων
* McsElln.γλσΕλα'έπηλυς,
* McsElln.έπηλυς@γλσΕλα,
γλσΕλα'επήρεια: ἐπήρεια περιφρονητική συμπεριφορά, ύβρις· κατ' ἐπήρειαν =απειλητικά
* McsElln.γλσΕλα'επήρεια,
* McsElln.επήρεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιβοηθώ: ἐπιβοηθῶ (-έω) σπεύδω να βοηθήσω
* McsElln.γλσΕλα'επιβοηθώ,
* McsElln.επιβοηθώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιβοώμαι: ἐπιβοῶμαι (-άομαι) φωνάζω μεγαλόφωνα
* McsElln.γλσΕλα'επιβοώμαι,
* McsElln.επιβοώμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιγίγνομαι: ἐπιγίγνομαι ακολουθώ
* McsElln.γλσΕλα'επιγίγνομαι,
* McsElln.επιγίγνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιδημώ: ἐπιδημῶ βρίσκομαι/κατοικώ στην πόλη
* McsElln.γλσΕλα'επιδημώ,
* McsElln.επιδημώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιθειασμός: ἐπιθειασμὸς επίκληση των θεών
* McsElln.γλσΕλα'επιθειασμός,
* McsElln.επιθειασμός@γλσΕλα,
γλσΕλα'επικυρώ: ἐπικυρῶ (-όω) επικυρώνω
* McsElln.γλσΕλα'επικυρώ,
* McsElln.επικυρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιλανθάνομαι: ἐπιλανθάνομαι ξεχνώ
* McsElln.γλσΕλα'επιλανθάνομαι,
* McsElln.επιλανθάνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιούσα,: ἐπιοῦσα, ἡ (νύξ/ἡμέρα) η επόμενη <από το ἔπειμι: πλησιάζω, προσεγγίζω
* McsElln.γλσΕλα'επιούσα,
* McsElln.επιούσα@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιμαχία: ἐπιμαχία αμυντική συμμαχία
* McsElln.γλσΕλα'επιμαχία,
* McsElln.επιμαχία@γλσΕλα,
γλσΕλα'επίνειον: ἐπίνειον παραθαλάσσιος οικισμός
* McsElln.γλσΕλα'επίνειον,
* McsElln.επίνειον@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιπλέω: ἐπιπλέω πλέω/κινούμαι (με πλοίο) εναντίον
* McsElln.γλσΕλα'επιπλέω,
* McsElln.επιπλέω@γλσΕλα,
γλσΕλα'επίπλους: ἐπίπλους (-οος) επίθεση με πλοία
* McsElln.γλσΕλα'επίπλους,
* McsElln.επίπλους@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιρρώννυμαι: ἐπιρρώννυμαι παίρνω δύναμη, θάρρος
* McsElln.γλσΕλα'επιρρώννυμαι,
* McsElln.επιρρώννυμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'επισιτίζομαι: ἐπισιτίζομαι εφοδιάζομαι με τροφές
* McsElln.γλσΕλα'επισιτίζομαι,
* McsElln.επισιτίζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'επίσταμαι: ἐπίσταμαι γνωρίζω καλά
* McsElln.γλσΕλα'επίσταμαι,
* McsElln.επίσταμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιστέλλω: ἐπιστέλλω δίνω εντολή
* McsElln.γλσΕλα'επιστέλλω,
* McsElln.επιστέλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιτάσσω: ἐπιτάσσω δίνω εντολή
* McsElln.γλσΕλα'επιτάσσω,
* McsElln.επιτάσσω@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιτήδεια,: ἐπιτήδεια, τὰ τα εφόδια
* McsElln.γλσΕλα'επιτήδεια,
* McsElln.επιτήδεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιτηρώ: ἐπιτηρῶ (-έω) καιροφυλακτώ, περιμένω την ευκαιρία
* McsElln.γλσΕλα'επιτηρώ,
* McsElln.επιτηρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιτρέπω: ἐπιτρέπω τινὶ αφήνω την υπόθεση στην κρίση κάποιου
* McsElln.γλσΕλα'επιτρέπω,
* McsElln.επιτρέπω@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιτυγχάνω: ἐπιτυγχάνω τινὶ κατά τύχη συναντώ
* McsElln.γλσΕλα'επιτυγχάνω,
* McsElln.επιτυγχάνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιφήμισμα: ἐπιφήμισμα κακός οιωνός
* McsElln.γλσΕλα'επιφήμισμα,
* McsElln.επιφήμισμα@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιφορά: ἐπιφορὰ επίδομα, επιμίσθιο
* McsElln.γλσΕλα'επιφορά,
* McsElln.επιφορά@γλσΕλα,
γλσΕλα'επιχώριοι: ἐπιχώριοι οι ντόπιοι, οι ιθαγενείς, οι αυτόχθονες
* McsElln.γλσΕλα'επιχώριοι,
* McsElln.επιχώριοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'έπομαί: ἕπομαί τινι ακολουθώ κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'έπομαί,
* McsElln.έπομαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'επριάμην: ἐπριάμην αγόρασα (αόριστος του ρ. ὠνοῦμαι)
* McsElln.γλσΕλα'επριάμην,
* McsElln.επριάμην@γλσΕλα,
γλσΕλα'ερέτης: ἐρέτης κωπηλάτης
* McsElln.γλσΕλα'ερέτης,
* McsElln.ερέτης@γλσΕλα,
γλσΕλα'έρις: ἔρις διαμάχη
* McsElln.γλσΕλα'έρις,
* McsElln.έρις@γλσΕλα,
γλσΕλα'ερρωμένος: ἐρρωμένος δυνατός
* McsElln.γλσΕλα'ερρωμένος,
* McsElln.ερρωμένος@γλσΕλα,
γλσΕλα'εσπλέω: ἐσπλέω (εἰσπλέω) 1) μπαίνω (σε λιμάνι, κόλπο) με πλοίο, 2) ταξιδεύω δια θαλάσσης
* McsElln.γλσΕλα'εσπλέω,
* McsElln.εσπλέω@γλσΕλα,
γλσΕλα'έστε: ἔστε μέχρι που...
* McsElln.γλσΕλα'έστε,
* McsElln.έστε@γλσΕλα,
γλσΕλα'έστιν/εισίν: ἔστιν/εἰσὶν οἵ μερικοί· ἔστιν/εἰσὶν οὕς = μερικούς
* McsElln.γλσΕλα'έστιν,
* McsElln.έστιν@γλσΕλα,
γλσΕλα'εσχατιά,: ἐσχατιά, ἡ τα άκρα, τα σύνορα
* McsElln.γλσΕλα'εσχατιά,
* McsElln.εσχατιά@γλσΕλα,
γλσΕλα'εταιρία: ἑταιρία φιλία, δεσμοί φίλων και συντρόφων (από το ἑταῖρος)
* McsElln.γλσΕλα'εταιρία,
* McsElln.εταιρία@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευγένεια: εὐγένεια καλή, αριστοκρατική καταγωγή
* McsElln.γλσΕλα'ευγένεια,
* McsElln.ευγένεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευδία: εὐδία καλοκαιρία
* McsElln.γλσΕλα'ευδία,
* McsElln.ευδία@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευήθης: εὐήθης ανόητος
* McsElln.γλσΕλα'ευήθης,
* McsElln.ευήθης@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευημερία: εὐημερία καλοκαιρία
* McsElln.γλσΕλα'ευημερία,
* McsElln.ευημερία@γλσΕλα,
γλσΕλα'εύκλεια: εὔκλεια καλή φήμη, δόξα
* McsElln.γλσΕλα'εύκλεια,
* McsElln.εύκλεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευνή,: εὐνὴ, ἡ κρεβάτι
* McsElln.γλσΕλα'ευνή,
* McsElln.ευνή@γλσΕλα,
γλσΕλα'εύορκος: εὔορκος αυτός που τηρεί τον όρκο του
* McsElln.γλσΕλα'εύορκος,
* McsElln.εύορκος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευπραγία: εὐπραγία ευτυχία, ευημερία
* McsElln.γλσΕλα'ευπραγία,
* McsElln.ευπραγία@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευπρέπεια: εὐπρέπεια ευπρέπεια, ωραιοποίηση
* McsElln.γλσΕλα'ευπρέπεια,
* McsElln.ευπρέπεια@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευπρεπής: εὐπρεπὴς λαμπρός, πολυτελής
* McsElln.γλσΕλα'ευπρεπής,
* McsElln.ευπρεπής@γλσΕλα,
γλσΕλα'εύτακτος: εὔτακτος (ὁ, ή), τό εὔτακτον αυτός που τηρεί καλή τάξη, για στρατιώτες: ο πειθαρχημένος
* McsElln.γλσΕλα'εύτακτος,
* McsElln.εύτακτος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευτρεπίζω: εὐτρεπίζω διορθώνω, επισκευάζω
* McsElln.γλσΕλα'ευτρεπίζω,
* McsElln.ευτρεπίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ευώνυμος: εὐώνυμος αριστερός
* McsElln.γλσΕλα'ευώνυμος,
* McsElln.ευώνυμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'εφίεμαι: ἐφίεμαι επιθυμώ
* McsElln.γλσΕλα'εφίεμαι,
* McsElln.εφίεμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εφίστημι: ἐφίστημι τοποθετώ
* McsElln.γλσΕλα'εφίστημι,
* McsElln.εφίστημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'εφορείον: ἐφορεῖον τόπος συνεδριάσεων των εφόρων
* McsElln.γλσΕλα'εφορείον,
* McsElln.εφορείον@γλσΕλα,
γλσΕλα'εφ: ἐφ' ‘ῷ /ἐφ' ‘ῷτε + απαρ. με τον όρο να
* McsElln.γλσΕλα'εφ,
* McsElln.εφ@γλσΕλα,
γλσΕλα'έχθιστος: ἔχθιστος υπερθετικός βαθμός του εχθρός
* McsElln.γλσΕλα'έχθιστος,
* McsElln.έχθιστος@γλσΕλα,
γλσΕλα'εώ: ἐῶ (-άω) αφήνω
* McsElln.γλσΕλα'εώ,
* McsElln.εώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'έως: ἕως (ἠώς) αυγή
* McsElln.γλσΕλα'έως,
* McsElln.έως@γλσΕλα,
γλσΕλα'Ζ: Ζ
* McsElln.γλσΕλα'Ζ,
* McsElln.Ζ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ζευγνύω: ζευγνύω ναῦς ενισχύω με δοκάρια το κατάστρωμα του πλοίου
* McsElln.γλσΕλα'ζευγνύω,
* McsElln.ζευγνύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ζωγρώ: ζωγρῶ (-έω) πιάνω (κάποιον) ζωντανό
* McsElln.γλσΕλα'ζωγρώ,
* McsElln.ζωγρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'Η: Η
* McsElln.γλσΕλα'Η,
* McsElln.Η@γλσΕλα,
γλσΕλα'ηβώ: ἡβῶ (-άω) είμαι στην ακμή της (ανδρικής/νεανικής) ηλικίας μου
* McsElln.γλσΕλα'ηβώ,
* McsElln.ηβώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ηγούμαι: ἡγοῦμαι (-έομαι) 1) προηγούμαι· ἡγοῦμαί τινι = οδηγώ κάποιον, 2) ἡγοῦμαί τινος = διοικώ, είμαι αρχηγός, κυβερνάω κάποιον, 3) ἡγοῦμαι + απαρ. = νομίζω ότι, 4) ἡγοῦμαί τινα = θεωρώ κάποιον ως...
* McsElln.γλσΕλα'ηγούμαι,
* McsElln.ηγούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ήδομαι: ἥδομαι ευχαριστιέμαι
* McsElln.γλσΕλα'ήδομαι,
* McsElln.ήδομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ηδύς: ἡδὺς γλυκός
* McsElln.γλσΕλα'ηδύς,
* McsElln.ηδύς@γλσΕλα,
γλσΕλα'ήκω: ἥκω έχω έρθει, έρχομαι
* McsElln.γλσΕλα'ήκω,
* McsElln.ήκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ή: ἦ μὴν εισάγει εκφράσεις όρκων (δηλώνει επισημότητα)
* McsElln.γλσΕλα'ή,
* McsElln.ή@γλσΕλα,
γλσΕλα'ηνίκα: ἡνίκα όταν
* McsElln.γλσΕλα'ηνίκα,
* McsElln.ηνίκα@γλσΕλα,
γλσΕλα'ησυχάζω: ἡσυχάζω μένω ουδέτερος
* McsElln.γλσΕλα'ησυχάζω,
* McsElln.ησυχάζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'θάττον: θᾶττον συγκριτικός βαθμός του επιρρ. ταχέως
* McsElln.γλσΕλα'θάττον,
* McsElln.θάττον@γλσΕλα,
γλσΕλα'θέα: θέα θέαμα
* McsElln.γλσΕλα'θέα,
* McsElln.θέα@γλσΕλα,
γλσΕλα'θεοί: θεοί μητρῷοι καὶ πατρῷοι οι πατρογονικοί θεοί
* McsElln.γλσΕλα'θεοί,
* McsElln.θεοί@γλσΕλα,
γλσΕλα'θεραπεύω: θεραπεύω περιποιούμαι
* McsElln.γλσΕλα'θεραπεύω,
* McsElln.θεραπεύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'θόρυβος: θόρυβος ταραχή, αντάρα
* McsElln.γλσΕλα'θόρυβος,
* McsElln.θόρυβος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ίδιος: ἴδιος ιδιαίτερος, προσωπικός
* McsElln.γλσΕλα'ίδιος,
* McsElln.ίδιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ιδιώτης: ἰδιώτης απλός πολίτης, χωρίς επίσημο αξίωμα
* McsElln.γλσΕλα'ιδιώτης,
* McsElln.ιδιώτης@γλσΕλα,
γλσΕλα'ιδρύομαι: ἱδρύομαι εγκαθίσταμαι
* McsElln.γλσΕλα'ιδρύομαι,
* McsElln.ιδρύομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ιέναι: ἰέναι απαρ. του ρημ. εἶμι
* McsElln.γλσΕλα'ιέναι,
* McsElln.ιέναι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ίημι: ἵημι ρίχνω
* McsElln.γλσΕλα'ίημι,
* McsElln.ίημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ισομοιρία: ἰσομοιρία <ἴσος + μοῖρα το ίσο μερίδιο, η ίση συμμετοχή
* McsElln.γλσΕλα'ισομοιρία,
* McsElln.ισομοιρία@γλσΕλα,
γλσΕλα'ιστίον: ἱστίον πανί (του πλοίου)
* McsElln.γλσΕλα'ιστίον,
* McsElln.ιστίον@γλσΕλα,
γλσΕλα'καθαιρώ: καθαιρῶ (-έω) γκρεμίζω
* McsElln.γλσΕλα'καθαιρώ,
* McsElln.καθαιρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'καθεύδω: καθεύδω κοιμάμαι
* McsElln.γλσΕλα'καθεύδω,
* McsElln.καθεύδω@γλσΕλα,
γλσΕλα'καθίημι: καθίημι (τοὺς φυγάδας) επαναφέρω (τους εξόριστους)
* McsElln.γλσΕλα'καθίημι,
* McsElln.καθίημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'καθίσταμαι: καθίσταμαι εἰς πόλεμον πολεμώ, αρχίζω πόλεμο
* McsElln.γλσΕλα'καθίσταμαι,
* McsElln.καθίσταμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'καθίστημί: καθίστημί /καθίσταμαί τι/τινα εγκαθιστώ κάποιον, ιδρύω/τακτοποιώ κάτι
* McsElln.γλσΕλα'καθίστημί,
* McsElln.καθίστημί@γλσΕλα,
γλσΕλα'καλός: καλὸς κἀγαθὸς ωραίος (εξωτερικά) και γενναίος. Αριστοκρατικό ιδανικό· έτσι χαρακτηριζόταν ένας ευπατρίδης
* McsElln.γλσΕλα'καλός,
* McsElln.καλός@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατάγω: κατάγω επαναφέρω από εξορία
* McsElln.γλσΕλα'κατάγω,
* McsElln.κατάγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταδύω: καταδύω καταβυθίζω
* McsElln.γλσΕλα'καταδύω,
* McsElln.καταδύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατακαλώ: κατακαλῶ (-έω) προσκαλώ
* McsElln.γλσΕλα'κατακαλώ,
* McsElln.κατακαλώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατακοντίζω: κατακοντίζω καταβάλλω (τον αντίπαλο) ακοντίζοντας, ρίχνω ακόντια
* McsElln.γλσΕλα'κατακοντίζω,
* McsElln.κατακοντίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατά: κατὰ κράτος με όλες τις δυνάμεις, με έφοδο
* McsElln.γλσΕλα'κατά,
* McsElln.κατά@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταλέγω: καταλέγω καταγράφω για ναυτική υπηρεσία, στρατολογώ για τα καράβια
* McsElln.γλσΕλα'καταλέγω,
* McsElln.καταλέγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταλείπω: καταλείπω αφήνω
* McsElln.γλσΕλα'καταλείπω,
* McsElln.καταλείπω@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατάλογος: κατάλογος 1) η κατάσταση με τα ονόματα των 3.000 πολιτών είχαν πλήρη δικαιώματα πολίτη και είχαν επιλεγεί αυθαίρετα από τους τριάκοντα 2) κατάλογος με τα ονόματα πολιτών ικανών για οπλιτική υπηρεσία
* McsElln.γλσΕλα'κατάλογος,
* McsElln.κατάλογος@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταλύω: καταλύω πόλεμον σταματώ τον πόλεμο
* McsElln.γλσΕλα'καταλύω,
* McsElln.καταλύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταμέμφομαι: καταμέμφομαι κατηγορώ
* McsElln.γλσΕλα'καταμέμφομαι,
* McsElln.καταμέμφομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατάντης: κατάντης (-ους) κατηφορικός· αντίθετο: ἀνάντης
* McsElln.γλσΕλα'κατάντης,
* McsElln.κατάντης@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταπλήσσομαι: καταπλήσσομαι τρομοκρατούμαι
* McsElln.γλσΕλα'καταπλήσσομαι,
* McsElln.καταπλήσσομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατασιωπώμαι: κατασιωπῶμαι (-άομαι) (μέση διάθεση) επιβάλλω τη σιωπή
* McsElln.γλσΕλα'κατασιωπώμαι,
* McsElln.κατασιωπώμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταστρέφομαί: καταστρέφομαί τινα υποτάσσω κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'καταστρέφομαί,
* McsElln.καταστρέφομαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατατίθεμαι: κατατίθεμαι συγκεντρώνω για ασφάλεια
* McsElln.γλσΕλα'κατατίθεμαι,
* McsElln.κατατίθεμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατατίθημι: κατατίθημι (δραχμάς) καταθέτω, καταβάλλω χρήματα
* McsElln.γλσΕλα'κατατίθημι,
* McsElln.κατατίθημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατατιτρώσκω: κατατιτρώσκω πληγώνω θανάσιμα
* McsElln.γλσΕλα'κατατιτρώσκω,
* McsElln.κατατιτρώσκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'καταψηφίζομαί: καταψηφίζομαί τινος με την ψήφο μου αποφασίζω εναντίον κάποιου, καταδικάζω. Αντίθετο: ἀποψηφίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'καταψηφίζομαί,
* McsElln.καταψηφίζομαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'κατέχω: κατέχω 1) κρατώ, 2) (αμετάβατο) προσορμίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'κατέχω,
* McsElln.κατέχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'κέραμος: κέραμος κεραμίδια
* McsElln.γλσΕλα'κέραμος,
* McsElln.κέραμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'κέρως: κέρως η πτέρυγα, η παράταξη, ἐπὶ κέρως: σε μονή παράταξη, ο ένας πίσω από τον άλλο
* McsElln.γλσΕλα'κέρως,
* McsElln.κέρως@γλσΕλα,
γλσΕλα'κηδεστία: κηδεστία συγγένεια εξ αγχιστείας
* McsElln.γλσΕλα'κηδεστία,
* McsElln.κηδεστία@γλσΕλα,
γλσΕλα'κοινόν,: κοινόν, τὸ η κυβέρνηση, η εξουσία
* McsElln.γλσΕλα'κοινόν,
* McsElln.κοινόν@γλσΕλα,
γλσΕλα'κοινωνώ: κοινωνῶ τινί τινος συμμετέχω με κάποιον σε κάτι
* McsElln.γλσΕλα'κοινωνώ,
* McsElln.κοινωνώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'κολεός: κολεὸς θήκη, θηκάρι
* McsElln.γλσΕλα'κολεός,
* McsElln.κολεός@γλσΕλα,
γλσΕλα'κόσμος: κόσμος τάξη, ευταξία, πειθαρχία
* McsElln.γλσΕλα'κόσμος,
* McsElln.κόσμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'κοτύλη: κοτύλη 1) μικρό ποτήρι ή αγγείο, 2) μονάδα μέτρησης υγρών και στερεών
* McsElln.γλσΕλα'κοτύλη,
* McsElln.κοτύλη@γλσΕλα,
γλσΕλα'κούφισις: κούφισις ανακούφιση
* McsElln.γλσΕλα'κούφισις,
* McsElln.κούφισις@γλσΕλα,
γλσΕλα'κρατώ: κρατῶ τινα/τινος νικώ, κυβερνώ
* McsElln.γλσΕλα'κρατώ,
* McsElln.κρατώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'κράτιστα: κράτιστα (τά) με όλες τις δυνάμεις
* McsElln.γλσΕλα'κράτιστα,
* McsElln.κράτιστα@γλσΕλα,
γλσΕλα'κύριος: κύριος υπεύθυνος
* McsElln.γλσΕλα'κύριος,
* McsElln.κύριος@γλσΕλα,
γλσΕλα'λανθάνω: λανθάνω τινὰ μένω αθέατος, ξεφεύγω από την προσοχή κάποιου, μένω κρυμμένος από κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'λανθάνω,
* McsElln.λανθάνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'λάσιος: λάσιος κατάφυτος
* McsElln.γλσΕλα'λάσιος,
* McsElln.λάσιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'λήζομαι: λ'ήζομαι λεηλατώ
* McsElln.γλσΕλα'λήζομαι,
* McsElln.λήζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'λιθοτομία: λιθοτομία <λίθος + τέμνω λατομείο
* McsElln.γλσΕλα'λιθοτομία,
* McsElln.λιθοτομία@γλσΕλα,
γλσΕλα'λιπαρός: λιπαρὸς αυτός που λάμπει
* McsElln.γλσΕλα'λιπαρός,
* McsElln.λιπαρός@γλσΕλα,
γλσΕλα'λόγος: λόγος επιχείρημα
* McsElln.γλσΕλα'λόγος,
* McsElln.λόγος@γλσΕλα,
γλσΕλα'λοιδορώ/λοιδορούμαί: λοιδορῶ/λοιδοροῦμαί τινα (μέσ.) επικρίνω, χλευάζω
* McsElln.γλσΕλα'λοιδορώ,
* McsElln.λοιδορώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'λωφώ: λωφῶ (-άω) παύομαι, λήγω, κοπάζω
* McsElln.γλσΕλα'λωφώ,
* McsElln.λωφώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'μακρά: μακρὰ τείχη τείχη που ένωναν την Αθήνα με τον Πειραιά
* McsElln.γλσΕλα'μακρά,
* McsElln.μακρά@γλσΕλα,
γλσΕλα'μαλακίζομαι: μαλακίζομαι δείχνω δειλία, αδυναμία
* McsElln.γλσΕλα'μαλακίζομαι,
* McsElln.μαλακίζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'μαστεύω: μαστεύω αναζητώ, ερευνώ
* McsElln.γλσΕλα'μαστεύω,
* McsElln.μαστεύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'μεθορμίζω: μεθορμίζω μετακινούμαι σε άλλο λιμάνι
* McsElln.γλσΕλα'μεθορμίζω,
* McsElln.μεθορμίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'μειράκιον: μειράκιον νεαρός
* McsElln.γλσΕλα'μειράκιον,
* McsElln.μειράκιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'μέλλω: μέλλω 1) με απαρ. = σκοπεύω να... 2) αναβάλλω, διστάζω
* McsElln.γλσΕλα'μέλλω,
* McsElln.μέλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'μέμφομαι: μέμφομαι κατηγορώ, επικρίνω
* McsElln.γλσΕλα'μέμφομαι,
* McsElln.μέμφομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'μέντοι: μέντοι βέβαια, όμως
* McsElln.γλσΕλα'μέντοι,
* McsElln.μέντοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'μεταβολή: μεταβολὴ εμπορική συναλλαγή
* McsElln.γλσΕλα'μεταβολή,
* McsElln.μεταβολή@γλσΕλα,
γλσΕλα'μεταγιγνώσκω: μεταγιγνώσκω μετανοώ, αλλάζω γνώμη
* McsElln.γλσΕλα'μεταγιγνώσκω,
* McsElln.μεταγιγνώσκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'μεταστρατοπεδεύομαι: μεταστρατοπεδεύομαι μετατοπίζω το στρατόπεδο μου
* McsElln.γλσΕλα'μεταστρατοπεδεύομαι,
* McsElln.μεταστρατοπεδεύομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'μέτειμι: μέτειμι τὰ ἐπιτήδεια παίρνω και μεταφέρω τα τρόφιμα
* McsElln.γλσΕλα'μέτειμι,
* McsElln.μέτειμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'μετόν: μετόν (μέτεστι) έχω το δικαίωμα
* McsElln.γλσΕλα'μετόν,
* McsElln.μετόν@γλσΕλα,
γλσΕλα'μετοπωρινός: μετοπωρινός φθινοπωρινός
* McsElln.γλσΕλα'μετοπωρινός,
* McsElln.μετοπωρινός@γλσΕλα,
γλσΕλα'μέτωπον·: μέτωπον· ἐν μετώπῳ (παράταξη) σε μία γραμμή (κατά πλάτος) απέναντι στον εχθρό. Αντίθετο:ἐπὶ κέρας = σε στήλες κάθετες προς τον εχθρό
* McsElln.γλσΕλα'μέτωπον,
* McsElln.μέτωπον@γλσΕλα,
γλσΕλα'μισθούμαι_ξένους: μισθοῦμαι ξένους στρατολογώ μισθοφόρους
* McsElln.γλσΕλα'μισθούμαι_ξένους,
* McsElln.μισθούμαι_ξένους@γλσΕλα,
γλσΕλα'μονόκροτος: μονόκροτος με μία σειρά κωπηλατών
* McsElln.γλσΕλα'μονόκροτος,
* McsElln.μονόκροτος@γλσΕλα,
γλσΕλα'μύριοι: μύριοι δέκα χιλιάδες, ενώ μυρίοι = άπειροι
* McsElln.γλσΕλα'μύριοι,
* McsElln.μύριοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'μύστης: μύστης ο μυημένος στα μυστήρια
* McsElln.γλσΕλα'μύστης,
* McsElln.μύστης@γλσΕλα,
γλσΕλα'ναύς: ναῦς κενὴ τριήρης χωρίς πλήρωμα
* McsElln.γλσΕλα'ναύς,
* McsElln.ναύς@γλσΕλα,
γλσΕλα'ναύς: ναῦς πλήρης επανδρωμένη τριήρης
* McsElln.γλσΕλα'ναύς,
* McsElln.ναύς@γλσΕλα,
γλσΕλα'νεοδαμώδης: νεοδαμώδης είλωτας που έγινε πολίτης της Σπάρτης
* McsElln.γλσΕλα'νεοδαμώδης,
* McsElln.νεοδαμώδης@γλσΕλα,
γλσΕλα'νεώριον: νεώριον ναύσταθμος
* McsElln.γλσΕλα'νεώριον,
* McsElln.νεώριον@γλσΕλα,
γλσΕλα'νεώτερον: νεώτερον ποιῶ/νεωτερίζω αvατpέπω την καθιερωμένη τάξη (συνήθως της πολιτείας)
* McsElln.γλσΕλα'νεώτερον,
* McsElln.νεώτερον@γλσΕλα,
γλσΕλα'νίφει: νίφει χιονίζει, νίφομαι = σκεπάζομαι από χιόνι, αντιμετωπίζω χιονοθύελλα
* McsElln.γλσΕλα'νίφει,
* McsElln.νίφει@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυγκαλώ: ξυγκαλῶ (-έω) καλώ σε συνέλευση, συγκαλώ
* McsElln.γλσΕλα'ξυγκαλώ,
* McsElln.ξυγκαλώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυγκρούω: ξυγκρούω ωθώ σε πόλεμο
* McsElln.γλσΕλα'ξυγκρούω,
* McsElln.ξυγκρούω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυγχωρώ: ξυγχωρῶ (-έω) συμφωνώ, συναινώ, προβαίνω σε συμβιβασμούς
* McsElln.γλσΕλα'ξυγχωρώ,
* McsElln.ξυγχωρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυμβαίνω: ξυμβαίνω συμφωνώ
* McsElln.γλσΕλα'ξυμβαίνω,
* McsElln.ξυμβαίνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξύμβασις: ξύμβασις συμφωνία, συνθήκη, συμβιβασμός
* McsElln.γλσΕλα'ξύμβασις,
* McsElln.ξύμβασις@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυμπλέω: ξυμπλέω (συμπλέω) πλέω μαζί, μετέχω σε εκστρατεία
* McsElln.γλσΕλα'ξυμπλέω,
* McsElln.ξυμπλέω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυμπροπέμπω: ξυμπροπέμπω συνοδεύω αποστολή
* McsElln.γλσΕλα'ξυμπροπέμπω,
* McsElln.ξυμπροπέμπω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυναλλάσσω: ξυναλλάσσω συμφιλιώνω
* McsElln.γλσΕλα'ξυναλλάσσω,
* McsElln.ξυναλλάσσω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυνοικία: ξυνοικία μεγάλη οικία διαιρεμένη σε πολλά διαμερίσματα, όπου μπορούν να μένουν πολλές οικογένειες με ενοίκιο, πολυκατοικία (οἰκία: το μέρος, όπου κατοικεί μια οικογένεια)
* McsElln.γλσΕλα'ξυνοικία,
* McsElln.ξυνοικία@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξυνοικίζω: ξυνοικίζω (συνοικίζω) κατοικώ κοντά
* McsElln.γλσΕλα'ξυνοικίζω,
* McsElln.ξυνοικίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ξύσκηνος: ξύσκηνος αυτός που μένει στην ίδια σκηνή, ο σύντροφος της ίδιας σκηνής
* McsElln.γλσΕλα'ξύσκηνος,
* McsElln.ξύσκηνος@γλσΕλα,
γλσΕλα'οίδα: οἶδα γνωρίζω
* McsElln.γλσΕλα'οίδα,
* McsElln.οίδα@γλσΕλα,
γλσΕλα'οικεία: οἰκεία (γῆ) η πατρίδα
* McsElln.γλσΕλα'οικεία,
* McsElln.οικεία@γλσΕλα,
γλσΕλα'οίκοι: οἴκοι στο σπίτι, στην πατρίδα (στάση), οἴκαδε: προς το σπίτι, την πατρίδα (κατεύθυνση), οἴκοθεν: από το σπίτι, την πατρίδα (προέλευση)
* McsElln.γλσΕλα'οίκοι,
* McsElln.οίκοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'οιμωγή: οἰμωγὴ κραυγή θρηνητική, θρήνος
* McsElln.γλσΕλα'οιμωγή,
* McsElln.οιμωγή@γλσΕλα,
γλσΕλα'οίομαι: οἴομαι νομίζω
* McsElln.γλσΕλα'οίομαι,
* McsElln.οίομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'οίχομαι: οἴχομαι έχω φύγει, σηκώνομαι και φεύγω
* McsElln.γλσΕλα'οίχομαι,
* McsElln.οίχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ολίγοι,: ὀλίγοι, οἱ οι ολιγαρχικοί, οι αριστοκρατικοί (αντίθ. ὁ δῆμος, τὸ πλῆθος)
* McsElln.γλσΕλα'ολίγοι,
* McsElln.ολίγοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ολίγου: ὀλίγου δεῖν σχεδόν
* McsElln.γλσΕλα'ολίγου,
* McsElln.ολίγου@γλσΕλα,
γλσΕλα'ολκάς: ὀλκὰς φορτηγό πλοίο
* McsElln.γλσΕλα'ολκάς,
* McsElln.ολκάς@γλσΕλα,
γλσΕλα'ολοφυρμός: ὀλοφυρμὸς θρήνος
* McsElln.γλσΕλα'ολοφυρμός,
* McsElln.ολοφυρμός@γλσΕλα,
γλσΕλα'όμιλος: ὅμιλος πλήθος
* McsElln.γλσΕλα'όμιλος,
* McsElln.όμιλος@γλσΕλα,
γλσΕλα'όμνυμι: ὄμνυμι ορκίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'όμνυμι,
* McsElln.όμνυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ομογνώμων: ὁμογνώμων σύμφωνος
* McsElln.γλσΕλα'ομογνώμων,
* McsElln.ομογνώμων@γλσΕλα,
γλσΕλα'ομολογώ: ὁμολογῶ (-έω) παραδέχομαι
* McsElln.γλσΕλα'ομολογώ,
* McsElln.ομολογώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ομονόως: ὁμονόως ομόφωνα, σύμφωνα
* McsElln.γλσΕλα'ομονόως,
* McsElln.ομονόως@γλσΕλα,
γλσΕλα'ομόσε: ὁμόσε προς τον ίδιο τόπο, κατεύθυνση
* McsElln.γλσΕλα'ομόσε,
* McsElln.ομόσε@γλσΕλα,
γλσΕλα'όπλα,: ὅπλα, τὰ το στρατόπεδο
* McsElln.γλσΕλα'όπλα,
* McsElln.όπλα@γλσΕλα,
γλσΕλα'όρθρος: ὄρθρος λίγη ώρα πριν από τα ξημερώματα
* McsElln.γλσΕλα'όρθρος,
* McsElln.όρθρος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ορμίζομαι: ὁρμίζομαι (<ὁρμῶ <ὅρμος) αγκυροβολώ
* McsElln.γλσΕλα'ορμίζομαι,
* McsElln.ορμίζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ορμώ: ὁρμὼ (-έω) έχω αράξει/αγκυροβολήσει
* McsElln.γλσΕλα'ορμώ,
* McsElln.ορμώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'όσιος: ὅσιος σύμφωνος με το θείο νόμο
* McsElln.γλσΕλα'όσιος,
* McsElln.όσιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ού: οὗ όπου
* McsElln.γλσΕλα'ού,
* McsElln.ού@γλσΕλα,
γλσΕλα'ουx_όπως.αλλ_ουδέ: οὐχ ὅπως... ἀλλ' οὐδὲ... όχι μόνον δεν... αλλά και δεν
* McsElln.γλσΕλα'ουx_όπως,
* McsElln.ουx_όπως@γλσΕλα,
γλσΕλα'οψέ: ὀψὲ (επίρρ.) αργά, βράδυ
* McsElln.γλσΕλα'οψέ,
* McsElln.οψέ@γλσΕλα,
γλσΕλα'πάθος: πάθος πάθημα
* McsElln.γλσΕλα'πάθος,
* McsElln.πάθος@γλσΕλα,
γλσΕλα'παιάν: παιάν (-ᾶνος) 1) χορικό άσμα, ευχαριστήριος ύμνος στον Απόλλωνα για λύτρωση από το κακό, 2)ύμνος, εμβατήριο
* McsElln.γλσΕλα'παιάν,
* McsElln.παιάν@γλσΕλα,
γλσΕλα'πανδημεί: πανδημεὶ όλοι μαζί, όλος ο δήμος (λαός)
* McsElln.γλσΕλα'πανδημεί,
* McsElln.πανδημεί@γλσΕλα,
γλσΕλα'παντοδαπός: παντοδαπὸς παντός είδους
* McsElln.γλσΕλα'παντοδαπός,
* McsElln.παντοδαπός@γλσΕλα,
γλσΕλα'παραβλήματα: παραβλήματα παραπετάσματα από δέρματα ή χοντρά υφάσματα που προστάτευαν τους οπλίτες των πολεμικών πλοίων από εχθρικά βέλη
* McsElln.γλσΕλα'παραβλήματα,
* McsElln.παραβλήματα@γλσΕλα,
γλσΕλα'παραγγέλλω: παραγγέλλω λέω σε κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'παραγγέλλω,
* McsElln.παραγγέλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'παραμυθούμαι: παραμυθοῦμαι (-έομαι) παρηγορώ, καθησυχάζω, καταπραΰνω
* McsElln.γλσΕλα'παραμυθούμαι,
* McsElln.παραμυθούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'παράπλους: παράπλους παράκτια ναυσιπλοΐα
* McsElln.γλσΕλα'παράπλους,
* McsElln.παράπλους@γλσΕλα,
γλσΕλα'παρασκευή: παρασκευὴ 1) πολεμική προετοιμασία, 2) επιμελητεία, υπηρεσία εφοδιασμού, 3) στρατιά
* McsElln.γλσΕλα'παρασκευή,
* McsElln.παρασκευή@γλσΕλα,
γλσΕλα'παραυτίκα: παραυτίκα αμέσως
* McsElln.γλσΕλα'παραυτίκα,
* McsElln.παραυτίκα@γλσΕλα,
γλσΕλα'παρέρχομαι: παρέρχομαι 1) περνώ πλησίον, 2) φτάνω
* McsElln.γλσΕλα'παρέρχομαι,
* McsElln.παρέρχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'παρωθούμαι: παρωθοῦμαι (-έομαι) παραμερίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'παρωθούμαι,
* McsElln.παρωθούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'πατρώοι: πατρῷοι καὶ μητρῷοι θεοὶ θεοί που προστάτευαν τις οικογένειες του πατέρα και της μητέρας κάποιου Αθηναίου. Τους τιμούσαν στην εστία του σπιτιού
* McsElln.γλσΕλα'πατρώοι,
* McsElln.πατρώοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'πειρώμαι: πειρῶμαι προσπαθώ
* McsElln.γλσΕλα'πειρώμαι,
* McsElln.πειρώμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'πελάγιος: πελάγιος αυτός που βρίσκεται στο πέλαγος, στα ανοιχτά
* McsElln.γλσΕλα'πελάγιος,
* McsElln.πελάγιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'πέλτη: πέλτη μικρή ασπίδα
* McsElln.γλσΕλα'πέλτη,
* McsElln.πέλτη@γλσΕλα,
γλσΕλα'πένης: πένης (-ητος) φτωχός
* McsElln.γλσΕλα'πένης,
* McsElln.πένης@γλσΕλα,
γλσΕλα'πεντεκαίδεκα: πεντεκαίδεκα πέντε και δέκα, δεκαπέντε
* McsElln.γλσΕλα'πεντεκαίδεκα,
* McsElln.πεντεκαίδεκα@γλσΕλα,
γλσΕλα'περαίνω: περαίνω τελειώνω, περαίνομαι παίρνω τέλος
* McsElln.γλσΕλα'περαίνω,
* McsElln.περαίνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'περαιούμαι: περαιοῦμαι μεταβαίνω, φθάνω στον προορισμό μου
* McsElln.γλσΕλα'περαιούμαι,
* McsElln.περαιούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιβόητος: περιβόητος διάσημος, φημισμένος
* McsElln.γλσΕλα'περιβόητος,
* McsElln.περιβόητος@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιδεής: περιδεὴς περίφοβος, τρομοκρατημένος
* McsElln.γλσΕλα'περιδεής,
* McsElln.περιδεής@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιελαύνομαι: περιελαύνομαι καταπονούμαι, νικιέμαι
* McsElln.γλσΕλα'περιελαύνομαι,
* McsElln.περιελαύνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιέρχομαι: περιέρχομαι / περίειμι περιτριγυρίζω, κυκλοφορώ
* McsElln.γλσΕλα'περιέρχομαι,
* McsElln.περιέρχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιμάχητος: περιμάχητος αυτός για τον οποίο γίνεται μάχη, περιζήτητος
* McsElln.γλσΕλα'περιμάχητος,
* McsElln.περιμάχητος@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιοικοδομούμαι: περιοικοδομοῦμαι (-έομαι) χτίζομαι, περιτειχίζομαι, περικλείομαι από τείχος
* McsElln.γλσΕλα'περιοικοδομούμαι,
* McsElln.περιοικοδομούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιορώ: περιορῶ (-άω) παραμελώ, ανέχομαι, αδιαφορώ
* McsElln.γλσΕλα'περιορώ,
* McsElln.περιορώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'περιχέω: περιχέω χύνω ολόγυρα, περιχέομαι: χύνομαι ολόγυρα, περιτριγυρίζω
* McsElln.γλσΕλα'περιχέω,
* McsElln.περιχέω@γλσΕλα,
γλσΕλα'πηλός: πηλὸς βόρβορος, λάσπη
* McsElln.γλσΕλα'πηλός,
* McsElln.πηλός@γλσΕλα,
γλσΕλα'πίστις: πίστις εγγύηση
* McsElln.γλσΕλα'πίστις,
* McsElln.πίστις@γλσΕλα,
γλσΕλα'πίων: πίων παχύς
* McsElln.γλσΕλα'πίων,
* McsElln.πίων@γλσΕλα,
γλσΕλα'πλάσσω: πλάσσω επινοώ
* McsElln.γλσΕλα'πλάσσω,
* McsElln.πλάσσω@γλσΕλα,
γλσΕλα'πλέθρον: πλέθρον μέτρο μήκους (30 μέτρα περίπου)
* McsElln.γλσΕλα'πλέθρον,
* McsElln.πλέθρον@γλσΕλα,
γλσΕλα'πλεονεκτώ: πλεονεκτῶ υπερέχω, έχω το πάνω χέρι
* McsElln.γλσΕλα'πλεονεκτώ,
* McsElln.πλεονεκτώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'πλοίον: πλοῖον εμπορικό πλοίο
* McsElln.γλσΕλα'πλοίον,
* McsElln.πλοίον@γλσΕλα,
γλσΕλα'πλώιμος: πλώιμος κατάλληλος για θαλάσσιο ταξίδι
* McsElln.γλσΕλα'πλώιμος,
* McsElln.πλώιμος@γλσΕλα,
γλσΕλα'πνίγος: πνῖγος πνιγηρός καύσωνας
* McsElln.γλσΕλα'πνίγος,
* McsElln.πνίγος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ποιώ: ποιῶ (-έω) 1) κακῶς ποιῶ: βλάπτω, λεηλατώ, 2) περὶ πλείονος ποιοῦμαι: εκτιμώ περισσότερο, θεωρώ σπουδαιότερο, 3) ἐκποδὼν ποιοῦμαί τινα: διώχνω, βγάζω από
* McsElln.γλσΕλα'ποιώ,
* McsElln.ποιώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'πονηρός: πονηρὸς κακός· έτσι συνήθως χαρακτήριζαν οι ολιγαρχικοί έναν άντρα του λαού, χωρίς ευγενική καταγωγή
* McsElln.γλσΕλα'πονηρός,
* McsElln.πονηρός@γλσΕλα,
γλσΕλα'πολιτεύω: πολιτεύω είμαι πολίτης (ελεύθερος), πολιτεύομαι (μέσο αμτβ.) = ζω σε ελεύθερη πολιτεία, παίρνω μέρος στη διοίκηση, κυβερνώ
* McsElln.γλσΕλα'πολιτεύω,
* McsElln.πολιτεύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'πολυτελής: πολυτελὴς πολυδάπανος
* McsElln.γλσΕλα'πολυτελής,
* McsElln.πολυτελής@γλσΕλα,
γλσΕλα'πονώ: πονῶ (-έω) υποφέρω
* McsElln.γλσΕλα'πονώ,
* McsElln.πονώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'πορθώ: πορθῶ λεηλατώ
* McsElln.γλσΕλα'πορθώ,
* McsElln.πορθώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'πόρρωθεν: πόρρωθεν από μακριά
* McsElln.γλσΕλα'πόρρωθεν,
* McsElln.πόρρωθεν@γλσΕλα,
γλσΕλα'πότερον;: πότερον; ποιο από τα δύο
* McsElln.γλσΕλα'πότερον,
* McsElln.πότερον@γλσΕλα,
γλσΕλα'πρεσβεύομαι: πρεσβεύομαι 1) διαπραγματεύομαι, 2) αποστέλλομαι ως πρεσβευτής
* McsElln.γλσΕλα'πρεσβεύομαι,
* McsElln.πρεσβεύομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προείπον: προεῖπον του ρ. προαγορεύω: διακηρύσσω, ειδοποιώ
* McsElln.γλσΕλα'προείπον,
* McsElln.προείπον@γλσΕλα,
γλσΕλα'προενοίκησις: προενοίκησις παλαιότερη εγκατάσταση σε τόπο
* McsElln.γλσΕλα'προενοίκησις,
* McsElln.προενοίκησις@γλσΕλα,
γλσΕλα'προηγορώ: προηγορῶ (-έω) μιλώ εξ ονόματος άλλων
* McsElln.γλσΕλα'προηγορώ,
* McsElln.προηγορώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'προΐεμαι: προΐεμαι αφήνω, εγκαταλείπω
* McsElln.γλσΕλα'προΐεμαι,
* McsElln.προΐεμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προΐσχομαι: προΐσχομαι προφασίζομαι, ισχυρίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'προΐσχομαι,
* McsElln.προΐσχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προκαταφεύγω: προκαταφεύγω διαφεύγω εκ των προτέρων σε κάποιο μέρος για ασφάλεια
* McsElln.γλσΕλα'προκαταφεύγω,
* McsElln.προκαταφεύγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'προπετής: προπετὴς ορμητικός, που έχει την τάση να...
* McsElln.γλσΕλα'προπετής,
* McsElln.προπετής@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσαιρούμαι: προσαιροῦμαι (-έομαι) εκλέγω επιπλέον
* McsElln.γλσΕλα'προσαιρούμαι,
* McsElln.προσαιρούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσβάλλω: προσβάλλω επιτίθεμαι, κάνω έφοδο, εφορμώ
* McsElln.γλσΕλα'προσβάλλω,
* McsElln.προσβάλλω@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσγίγνομαι: προσγίγνομαι προστίθεμαι
* McsElln.γλσΕλα'προσγίγνομαι,
* McsElln.προσγίγνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσδέομαι: προσδέομαι χρειάζομαι επιπλέον
* McsElln.γλσΕλα'προσδέομαι,
* McsElln.προσδέομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσδέχομαι: προσδέχομαι περιμένω
* McsElln.γλσΕλα'προσδέχομαι,
* McsElln.προσδέχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσελαύνω: προσελαύνω πλησιάζω έφιππος
* McsElln.γλσΕλα'προσελαύνω,
* McsElln.προσελαύνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσήκει: προσήκει ταιριάζει
* McsElln.γλσΕλα'προσήκει,
* McsElln.προσήκει@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσήκοντες,: προσήκοντες, οἱ οι συγγενείς
* McsElln.γλσΕλα'προσήκοντες,
* McsElln.προσήκοντες@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσκαθέζομαι: προσκαθέζομαι πολιορκώ
* McsElln.γλσΕλα'προσκαθέζομαι,
* McsElln.προσκαθέζομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσοικώ: προσοικῶ (-έω) κατοικώ πλησίον
* McsElln.γλσΕλα'προσοικώ,
* McsElln.προσοικώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'προσπίπτω: προσπίπτω επιτίθεμαι, εφορμώ
* McsElln.γλσΕλα'προσπίπτω,
* McsElln.προσπίπτω@γλσΕλα,
γλσΕλα'προστίθεμαί: προστίθεμαί τινι υποστηρίζω κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'προστίθεμαί,
* McsElln.προστίθεμαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'προτελώ: προτελῶ πληρώνω φόρο (από πριν)
* McsElln.γλσΕλα'προτελώ,
* McsElln.προτελώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'προφέρω: προφέρω υπερτερώ, υπερέχω
* McsElln.γλσΕλα'προφέρω,
* McsElln.προφέρω@γλσΕλα,
γλσΕλα'πρύμναν: πρύμναν κρούομαι κάνω το πλοίο να οπισθοδρομεί χωρίς να κάνει στροφή, με κίνηση των κουπιών προς την πρύμνη, ώστε να μη φανεί ότι πρόκειται για υποχώρηση
* McsElln.γλσΕλα'πρύμναν,
* McsElln.πρύμναν@γλσΕλα,
γλσΕλα'πυνθάνομαι: πυνθάνομαι 1) ρωτώ, ζητώ να μάθω, 2) πληροφορούμαι
* McsElln.γλσΕλα'πυνθάνομαι,
* McsElln.πυνθάνομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'πώποτε: πώποτε ποτέ μέχρι τώρα
* McsElln.γλσΕλα'πώποτε,
* McsElln.πώποτε@γλσΕλα,
γλσΕλα'ράδιος: ‘ρ'άδιος εύκολος
* McsElln.γλσΕλα'ράδιος,
* McsElln.ράδιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ρητός: ‘ρητὸς καθορισμένος
* McsElln.γλσΕλα'ρητός,
* McsElln.ρητός@γλσΕλα,
γλσΕλα'ρώμη: ‘ρώμη θάρρος, δύναμη
* McsElln.γλσΕλα'ρώμη,
* McsElln.ρώμη@γλσΕλα,
γλσΕλα'ρώννυμι: ‘ρώννυμι δυναμώνω, ενισχύω, επιβεβαιώνω
* McsElln.γλσΕλα'ρώννυμι,
* McsElln.ρώννυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'σεμνός: σεμνὸς σεβάσμιος, άγιος, ιερός
* McsElln.γλσΕλα'σεμνός,
* McsElln.σεμνός@γλσΕλα,
γλσΕλα'σιτία: σιτία, τὰ τρόφιμα
* McsElln.γλσΕλα'σιτία,
* McsElln.σιτία@γλσΕλα,
γλσΕλα'σκεδάννυμι: σκεδάννυμι διασκορπίζω
* McsElln.γλσΕλα'σκεδάννυμι,
* McsElln.σκεδάννυμι@γλσΕλα,
γλσΕλα'σκεύη,: σκεύη, τὰ είναι η στρατιωτική εξάρτυση πλην των όπλων
* McsElln.γλσΕλα'σκεύη,
* McsElln.σκεύη@γλσΕλα,
γλσΕλα'σκοπούμαι: σκοποῦμαι (-έομαι) εξετάζω
* McsElln.γλσΕλα'σκοπούμαι,
* McsElln.σκοπούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'σκυλεύω: σκυλεύω απογυμνώνω τον σκοτωμένο εχθρό
* McsElln.γλσΕλα'σκυλεύω,
* McsElln.σκυλεύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'σπένδομαι: σπένδομαι συνθηκολογώ, κλείνω ειρήνη
* McsElln.γλσΕλα'σπένδομαι,
* McsElln.σπένδομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'σπονδή: σπονδὴ προσφορά στο θεό, (μέλι, κρασί), σπονδαί: συνθήκη, ανακωχή
* McsElln.γλσΕλα'σπονδή,
* McsElln.σπονδή@γλσΕλα,
γλσΕλα'σποράς: σποράς (-άδος), (ὁ, ἡ) διασκορπισμένος, σκόρπιος
* McsElln.γλσΕλα'σποράς,
* McsElln.σποράς@γλσΕλα,
γλσΕλα'στάδιον: στάδιον, τό (πληθ. στάδιοι και στάδια) μονάδα μήκους ίση με 185 μ.
* McsElln.γλσΕλα'στάδιον,
* McsElln.στάδιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'στενοχωρία: στενοχωρία στενότητα χώρου
* McsElln.γλσΕλα'στενοχωρία,
* McsElln.στενοχωρία@γλσΕλα,
γλσΕλα'στόλος: στόλος 1) ετοιμασία για πόλεμο, εξοπλισμός, 2) αποστολή, εκστρατεία, 3) συνοδεία
* McsElln.γλσΕλα'στόλος,
* McsElln.στόλος@γλσΕλα,
γλσΕλα'στόλος: στόλος (νεῶν) ναυτική δύναμη
* McsElln.γλσΕλα'στόλος,
* McsElln.στόλος@γλσΕλα,
γλσΕλα'συγγράφω: συγγράφω (νόμους) συντάσσω νόμους
* McsElln.γλσΕλα'συγγράφω,
* McsElln.συγγράφω@γλσΕλα,
γλσΕλα'συκοφαντία: συκοφαντία αβάσιμη καταγγελία εναντίον κάποιου, συνήθους πλούσιου, για να ωφεληθεί, συνήθως οικονομικά, ο μηνυτής παίρνοντας μέρος του επιβαλλόμενου προστίμου ή δωροδοκούμενος για να αποσύρει την καταγγελία
* McsElln.γλσΕλα'συκοφαντία,
* McsElln.συκοφαντία@γλσΕλα,
γλσΕλα'συμπαρήει: συμπαρ'ήει του ρ. συμπάρειμι: πηγαίνω μαζί
* McsElln.γλσΕλα'συμπαρήει,
* McsElln.συμπαρήει@γλσΕλα,
γλσΕλα'συμπράττω+: συμπράττω+ δοτ. + απαρ. συνεργώ, βοηθώ κάποιον ώστε να...
* McsElln.γλσΕλα'συμπράττω,
* McsElln.συμπράττω@γλσΕλα,
γλσΕλα'συναλλάσσομαι: συναλλάσσομαι συμφιλιώνομαι
* McsElln.γλσΕλα'συναλλάσσομαι,
* McsElln.συναλλάσσομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'συνέρχομαι/σύνειμι: συνέρχομαι/σύνειμι 1) συναντώμαι, 2) συγκρούομαι
* McsElln.γλσΕλα'συνέρχομαι,
* McsElln.συνέρχομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'σύνοιδα: σύνοιδα 1) έχω και εγώ γνώση για κάτι, είμαι ενήμερος, 2) σύνοιδά τινι = γνωρίζω τα ίδια με κάποιον, είμαι συνένοχος κάποιου, 3) σύνοιδα ἐμαυτῷ + κατηγ. μετοχή = έχω συναίσθηση, συνείδηση ότι...
* McsElln.γλσΕλα'σύνοιδα,
* McsElln.σύνοιδα@γλσΕλα,
γλσΕλα'συντίθεμαί: συντίθεμαί τινι συμφωνώ με κάποιον
* McsElln.γλσΕλα'συντίθεμαί,
* McsElln.συντίθεμαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'συρράσσω: συρράσσω συγκρούομαι
* McsElln.γλσΕλα'συρράσσω,
* McsElln.συρράσσω@γλσΕλα,
γλσΕλα'συχνός: συχνός πολύς
* McsElln.γλσΕλα'συχνός,
* McsElln.συχνός@γλσΕλα,
γλσΕλα'σχολή: σχολῇ (δοτικοφανές επίρρημα) με βραδύτητα, αργά
* McsElln.γλσΕλα'σχολή,
* McsElln.σχολή@γλσΕλα,
γλσΕλα'σώμα: σῶμα (δες ελεύθερος) τὰ ἐλεύθερα σώματα: οι ελεύθεροι πολίτες
* McsElln.γλσΕλα'σώμα,
* McsElln.σώμα@γλσΕλα,
γλσΕλα'Τ: Τ
* McsElln.γλσΕλα'Τ,
* McsElln.Τ@γλσΕλα,
γλσΕλα'τάξις: τάξις παράταξη
* McsElln.γλσΕλα'τάξις,
* McsElln.τάξις@γλσΕλα,
γλσΕλα'τειχύδριον: τειχύδριον μικρό οχυρό
* McsElln.γλσΕλα'τειχύδριον,
* McsElln.τειχύδριον@γλσΕλα,
γλσΕλα'τέλη,: τέλη, τὰ οι άρχοντες
* McsElln.γλσΕλα'τέλη,
* McsElln.τέλη@γλσΕλα,
γλσΕλα'τέμνω: τέμνω (τῆς γῆς) κόβω δέντρα
* McsElln.γλσΕλα'τέμνω,
* McsElln.τέμνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'τέως: τέως (επίρρ.) 1) μέχρι τότε, 2) προηγουμένως, 3) προ ολίγου
* McsElln.γλσΕλα'τέως,
* McsElln.τέως@γλσΕλα,
γλσΕλα'τίθεμαι: τίθεμαι τὰ ὅπλα 1) στρατοπεδεύω, 2) καταθέτω τα όπλα
* McsElln.γλσΕλα'τίθεμαι,
* McsElln.τίθεμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'τίθημι: τίθημι τὸν πόλεμον διεξάγω πόλεμο
* McsElln.γλσΕλα'τίθημι,
* McsElln.τίθημι@γλσΕλα,
γλσΕλα'τιμωρία: τιμωρία βοήθεια
* McsElln.γλσΕλα'τιμωρία,
* McsElln.τιμωρία@γλσΕλα,
γλσΕλα'τιτρώσκω: τιτρώσκω πληγώνω, τραυματίζω
* McsElln.γλσΕλα'τιτρώσκω,
* McsElln.τιτρώσκω@γλσΕλα,
γλσΕλα'τοι: τοι βέβαια
* McsElln.γλσΕλα'τοι,
* McsElln.τοι@γλσΕλα,
γλσΕλα'τοιγαρούν: τοιγαροῦν γι' αυτό λοιπόν
* McsElln.γλσΕλα'τοιγαρούν,
* McsElln.τοιγαρούν@γλσΕλα,
γλσΕλα'τούμπαλιν: τοὔμπαλιν προς τα πίσω/την αφετηρία
* McsElln.γλσΕλα'τούμπαλιν,
* McsElln.τούμπαλιν@γλσΕλα,
γλσΕλα'τρέπομαί: τρέπομαί τινα νικώ κάποιον, τον τρέπω σε φυγή
* McsElln.γλσΕλα'τρέπομαί,
* McsElln.τρέπομαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'τρόπαιον: τρόπαιον μνημείο νίκης κατασκευασμένο από τα λάφυρα μάχης στο σημείο που έγινε η τροπή των ηττημένων
* McsElln.γλσΕλα'τρόπαιον,
* McsElln.τρόπαιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'τροπή: τροπὴ ἡ υποχώρηση, φυγή
* McsElln.γλσΕλα'τροπή,
* McsElln.τροπή@γλσΕλα,
γλσΕλα'τυγχάνω: τυγχάνω τινὸς πετυχαίνω κάτι, αποκτώ κάτι, αντίθ.: ἁμαρτάνω τι
* McsElln.γλσΕλα'τυγχάνω,
* McsElln.τυγχάνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'υβρίζω: ὑβρίζω συμπεριφέρομαι αλαζονικά, προσβλητικά
* McsElln.γλσΕλα'υβρίζω,
* McsElln.υβρίζω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ύβρις: ὕβρις αλαζονική, προσβλητική συμπεριφορά
* McsElln.γλσΕλα'ύβρις,
* McsElln.ύβρις@γλσΕλα,
γλσΕλα'υπάγω: ὑπάγω τινὰ θανάτου παραπέμπω κάποιον σε δίκη για έγκλημα του οποίου η ποινή ήταν ο θάνατος
* McsElln.γλσΕλα'υπάγω,
* McsElln.υπάγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'υπεξανάγομαι: ὑπεξανάγομαι ανοίγομαι με προφυλάξεις στο ανοιχτό πέλαγος
* McsElln.γλσΕλα'υπεξανάγομαι,
* McsElln.υπεξανάγομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'υπερβολή: ὑπερβολὴ υπεροχή
* McsElln.γλσΕλα'υπερβολή,
* McsElln.υπερβολή@γλσΕλα,
γλσΕλα'υπισχνούμαι: ὑπισχνοῦμαι (-έομαι) υπόσχομαι
* McsElln.γλσΕλα'υπισχνούμαι,
* McsElln.υπισχνούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'υποσημαίνω: ὑποσημαίνω δίνω το σύνθημα, το παράγγελμα
* McsElln.γλσΕλα'υποσημαίνω,
* McsElln.υποσημαίνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'υπόσπονδος: ὑπόσπονδος προστατευόμενος από συμφωνία
* McsElln.γλσΕλα'υπόσπονδος,
* McsElln.υπόσπονδος@γλσΕλα,
γλσΕλα'υστεραία: ὑστεραία (ἠμέρα) η επόμενη· πρβλ. ἡ ἐπιοῦσα
* McsElln.γλσΕλα'υστεραία,
* McsElln.υστεραία@γλσΕλα,
γλσΕλα'υφηγούμαι: ὑφηγοῦμαι υποδεικνύω, καταγγέλλω
* McsElln.γλσΕλα'υφηγούμαι,
* McsElln.υφηγούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'φαιδρός: φαιδρὸς χαρούμενος
* McsElln.γλσΕλα'φαιδρός,
* McsElln.φαιδρός@γλσΕλα,
γλσΕλα'φείδομαι: φείδομαι χρημάτων λυπάμαι, τσιγγουνεύομαι τα χρήματα
* McsElln.γλσΕλα'φείδομαι,
* McsElln.φείδομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'φεύγω: φεύγω 1) φεύγω, 2) εξορίζομαι, βρίσκομαι σε εξορία, 3) κατηγορούμαι, διώκομαι δικαστικά
* McsElln.γλσΕλα'φεύγω,
* McsElln.φεύγω@γλσΕλα,
γλσΕλα'φέρω: φέρω παράγω
* McsElln.γλσΕλα'φέρω,
* McsElln.φέρω@γλσΕλα,
γλσΕλα'φημί: φημὶ ισχυρίζομαι
* McsElln.γλσΕλα'φημί,
* McsElln.φημί@γλσΕλα,
γλσΕλα'φρονηματίας: φρονηματίας που έχει υψηλό φρόνημα
* McsElln.γλσΕλα'φρονηματίας,
* McsElln.φρονηματίας@γλσΕλα,
γλσΕλα'φρονώ: φρονῶ (-έω) μέγα καυχιέμαι
* McsElln.γλσΕλα'φρονώ,
* McsElln.φρονώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'φρυκτωρώ: φρυκτωρῶ (-έω) δίνον σήμα με πυρσούς, αναγγέλλω με πυρσούς
* McsElln.γλσΕλα'φρυκτωρώ,
* McsElln.φρυκτωρώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'φυγαδεύω: φυγαδεύω εξορίζω
* McsElln.γλσΕλα'φυγαδεύω,
* McsElln.φυγαδεύω@γλσΕλα,
γλσΕλα'φυλακή: φυλακὴ φρουρά, προστασία
* McsElln.γλσΕλα'φυλακή,
* McsElln.φυλακή@γλσΕλα,
γλσΕλα'φύλον: φῦλον έθνος, φυλή
* McsElln.γλσΕλα'φύλον,
* McsElln.φύλον@γλσΕλα,
γλσΕλα'φύρομαι: φύρομαι ανακατώνομαι
* McsElln.γλσΕλα'φύρομαι,
* McsElln.φύρομαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'χαλεπαίνω: χαλεπαίνω οργίζομαι, αγανακτώ
* McsElln.γλσΕλα'χαλεπαίνω,
* McsElln.χαλεπαίνω@γλσΕλα,
γλσΕλα'χαλεπός: χαλεπὸς δύσκολος
* McsElln.γλσΕλα'χαλεπός,
* McsElln.χαλεπός@γλσΕλα,
γλσΕλα'χειμών: χειμών (-ῶνος) κακοκαιρία
* McsElln.γλσΕλα'χειμών,
* McsElln.χειμών@γλσΕλα,
γλσΕλα'χειροτονώ: χειροτονῶ εγκρίνω με ανάταση του χεριού
* McsElln.γλσΕλα'χειροτονώ,
* McsElln.χειροτονώ@γλσΕλα,
γλσΕλα'χειρούμαί: χειροῦμαί τινα παίρνω κάποιον στην εξουσία μου, τον υποτάσσω
* McsElln.γλσΕλα'χειρούμαί,
* McsElln.χειρούμαί@γλσΕλα,
γλσΕλα'χρηστήριον: χρηστήριον χρησμός
* McsElln.γλσΕλα'χρηστήριον,
* McsElln.χρηστήριον@γλσΕλα,
γλσΕλα'χρόνιος: χρόνιος μακροχρόνιος
* McsElln.γλσΕλα'χρόνιος,
* McsElln.χρόνιος@γλσΕλα,
γλσΕλα'χρώμαι: χρῶμαί τινι χρησιμοποιώ κάτι
* McsElln.γλσΕλα'χρώμαι,
* McsElln.χρώμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'χωρίον: χωρίον τοποθεσία
* McsElln.γλσΕλα'χωρίον,
* McsElln.χωρίον@γλσΕλα,
γλσΕλα'ψήχω: ψήχω τρίβω, ξυστρίζω τα άλογα
* McsElln.γλσΕλα'ψήχω,
* McsElln.ψήχω@γλσΕλα,
γλσΕλα'ψιλός: ψιλὸς ελαφρά οπλισμένος
* McsElln.γλσΕλα'ψιλός,
* McsElln.ψιλός@γλσΕλα,
γλσΕλα'ψόφος: ψόφος θόρυβος
* McsElln.γλσΕλα'ψόφος,
* McsElln.ψόφος@γλσΕλα,
γλσΕλα'ώνιον: ὤνιον εμπόρευμα, ψώνιο
* McsElln.γλσΕλα'ώνιον,
* McsElln.ώνιον@γλσΕλα,
γλσΕλα'ωνούμαι: ὠνοῦμαι (-έομαι) αγοράζω, ψωνίζω (αόριστος: ἐπριάμην)
* McsElln.γλσΕλα'ωνούμαι,
* McsElln.ωνούμαι@γλσΕλα,
γλσΕλα'ώστε_απαρ: ὥστε+απαρ. ώστε να... με τον όρο
* McsElln.γλσΕλα'ώστε_απαρ,
* McsElln.ώστε_απαρ@γλσΕλα,
γλσΕλα'ωφελία: ὠφελία βοήθεια
* McsElln.γλσΕλα'ωφελία,
* McsElln.ωφελία@γλσΕλα,
name::
* McsEngl.lagGrc'Resource,
====== lagoGreek:
* McsElln.γλσΕλα'πηγή,
http.GREEKA.GRAMMAR:
* λεξικό: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/search.html,
* Πύλη: αρχές σύνταξης αρχαιοελληνικής (Σ. Τσέλικα κ.α.)
http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/composition/contents.html,
* http://www.ccel.org/s/smyth/grammar/: http://www.ccel.org/s/smyth/grammar/ text with links to paragraphs.
* Οικονόμου (εικόνα) http://www.onlineclass.gr/books/Grammatiki_Arxaia-Gymnasioy_Lykeiou.pdf,
* http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/Theoria%20arxaia/Grammatiki%20arxaias%20ellinikis.htm,
- γραμματική, συντακτικό, ασκήσεις,
* http://users.uoa.gr/~nektar/history/language/grammar_greek_language_ancient.htm,
συνοπτικά περιέχει πολλά πράγματα.
* συντακτικο-εκπ.-δούκα:
http://www.doukas.gr/app/webroot/fckfile/file/Lykeio/ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ.pdf,
* http://www.scribd.com/doc/80111939/Synoptiko-Syntaktiko-Arxaias-Ell,
* kalliopi grammar: http://omilias.blogspot.gr/2009/03/blog-post.html,
Hellenismos: Tomos protos Grammatike
tomos protos Johannes Franz
1835
http://books.google.gr/books?id=c2g-AAAAYAAJ&printsec=frontcover&dq=inauthor:%22Johannes+Franz%22&source=bl&ots=U-zYck8-JP&sig=FFsEhH2MiTBk_j_sw2Bm9atmakw&hl=el&sa=X&ei=pM9MUNKJGeva0QW--4HwBg&ved=0CDoQ6AEwAg#v=onepage&q&f=false,
* http://www.deutsche-biographie.de/sfz16969.html,
_κείμενο:
* http://didaskaleioellinikotitas.wordpress.com// πολλές πηγές!!!
κείμενα με μετάφραση:
* https://www.mikrosapoplous.gr/t2t.htm,
name::
* McsEngl.lagGrc'Tool.computer,
_Tool.computer:
* https://addons.mozilla.org/en-US/firefox/addon/alpheios-reading-tools/,
* https://addons.mozilla.org/en-US/firefox/collections/the-alpheios-project/alpheios//
name::
* McsEngl.lagGrc'Specification,
* McsEngl.lngGrc'grammar,
====== lagoGreek:
* McsElln.γλσΕλα'γραμματική,
_SPECIFIC:
* Τζάρτζανος, τοπικά, 1965, \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Tzartzanos-Grammatiki-tis-Arxaias-Ellinikis-Glossis.pdf,
* http://www.ccel.org/s/smyth/grammar/html/toc_uni.htm,
HERBERT WEIR SMYTH
CAMBRIDGE, Aug. 1, 1918
html part of,
- perseus: http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999-04-0007%3Apart%3D1%3Achapter%3D1%3Asection%3D1,
_SPECIFIC: συντακτικο \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\:
* γλσΕλα'συντακτικό,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Sintaktiko-Grc-Anaynostopulos-Asonitis.pdf, σε πίνακες, (ascii )
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Sintaktiko-Grc-Bila.pdf, Α'Β'Γ' γυμνασίου#cptResource1048#
- online: http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/document/file.php/DSGYM-B112/%CE%94%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%20%CE%A0%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%BF/%CE%A3%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%20%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1%CF%82%20%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82%20%CE%93%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82%20%28%CE%91-%CE%92-%CE%93%20%CE%93%CF%85%CE%BC%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85%29/0%20.syntaktiko_arxaias.pdf,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Sintaktiko-Grc-Mumjakis.pdf, εικόνα,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Sintaktiko-Grc-Tsukadas-Dhuka.pdf, συνοπτικο,
- online: http://www.doukas.gr/app/webroot/fckfile/file/Lykeio/ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ.pdf,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Sintaktiko-Grc-Tzartzanos.pdf,
* \Data1TechInfo\LANGUAGE\GREEK\ANCIENT\Sintaktiko-Grc-Volonakis.pdf, σε ερωτήσεις. (jEdit=>FolioViews)
name::
* McsEngl.lagGrc.SPECIFIC,
* McsEngl.lngGrc.specific,
name::
* McsEngl.lagGrc.dialect,
_DESCRIPTION:
Ancient Greek in classical antiquity, before the development of the Koinι (?????) as the lingua franca of Hellenism, was divided into several dialects. Most of these are known from inscriptions, but a few of them, principally Aeolic (Lesbic), Doric and Ionic, are also represented in the literary canon alongside the dominant Attic form of literary Greek. Likewise, Modern Greek is divided into several dialects, most of them deriving from the Koinι.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Ancient_Greek_dialects]
name::
* McsEngl.lagGrc.dialect.AEOLIC,
* McsEngl.conceptCore570.11,
* McsEngl.aeolic-greek-dialect@cptCore570.11, {2012-08-21} /i'olik/
In linguistics, Aeolic Greek ( /i?'?l?k/; also Aeolian /i?'o?li?n/, Lesbian or Lesbic Greek) is the set of dialects of Ancient Greek spoken mainly in Boeotia (a region in Central Greece), Thessaly, in the Aegean island of Lesbos, and the Greek colonies of Asia Minor (Aeolis).
The Aeolic dialect shows many archaisms in comparison to the other Ancient Greek dialects (Attic-Ionic, Doric, Northwestern and Arcadocypriot), as well as many innovations.
Aeolic Greek is most widely known for being the language of the writings of Sappho and Alcaeus of Mytilene. Aeolic poetry, the most famous example of which being the works of Sappho, mostly uses four classical meters known as the Aeolics, which are: Glyconic (the most basic form of Aeolic line), hendecasyllabic verse, Sapphic stanza and Alcaic stanza (the latter two so named after Sappho and Alcaeus respectively).
In Plato's Protagoras (dialogue), Prodicus labelled the Aeolic dialect of Pittacus of Mytilene as barbarian (barbaros),[2] because of its difference from the Attic literary style:[3]
he didn't know to distinguish the words correctly, being from Lesbos, and having been raised with a barbarian dialect
[http://en.wikipedia.org/wiki/Aeolic_Greek]
name::
* McsEngl.lagGrc.dialect.ARCADOCYPRIOT,
* McsEngl.conceptCore570.13,
* McsEngl.arcadocypriot-dialect@cptCore570.9, {2012-08-21}
Arcadocypriot or southern Achaean was an ancient Greek dialect spoken in Arcadia in the central Peloponnese and in Cyprus. Its resemblance to Mycenaean Greek, as it is known from the Linear B corpus, suggests that Arcadocypriot is its descendant. Proto-Arcadocypriot (~1200 BC) is supposed to have been spoken by Achaeans in the Peloponnese before the arrival of Dorians; for this, it is named also southern Achaean. The isoglosses of the Cypriot and Arcadian dialects testify that the Achaeans had settled in Cyprus. As Pausanias reported:
“ Agapenor, the son of Ancaeus, the son of Lycurgus, who was king after Echemus, led the Arcadians to Troy. After the capture of Troy the storm that overtook the Greeks on their return home carried Agapenor and the Arcadian fleet to Cyprus, and so Agapenor became the founder of Paphos, and built the sanctuary of Aphrodite at Palaepaphos (Old Paphos)[2] ”
The establishment happened before 1100 BC. With the arrival of Dorians in the Peloponnese, a part of the population moved to Cyprus and the rest was limited to the Arcadian mountains. After the collapse of the Mycenaean world, communication did not exist and Cypriot was differentiated from Arcadian. It was written up to the 3rd century BC with Cypriot syllabary.[3] [4]
Tsan was a letter only in use in Arcadia, up to ca. the 6th century BC. Arcadocypriot kept many characteristics of Mycenaean, early lost in Attic and Ionic, such as the /w/ sound (digamma).
[http://en.wikipedia.org/wiki/Arcadocypriot_Greek]
name::
* McsEngl.lagGrc.dialect.ATTIC,
* McsEngl.conceptCore570.10,
* McsEngl.attic-dialect@cptCore570.9, {2012-08-21}
_DESCRIPTION:
Attic Greek is the prestige dialect of Ancient Greek that was spoken in Attica, which includes Athens. Of the ancient dialects, it is the most similar to later Greek, and is the standard form of the language studied in courses of "Ancient Greek". It is sometimes included in Ionic.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Attic_Greek]
name::
* McsEngl.lagGrc.dialect.DORIC,
* McsEngl.conceptCore570.9,
* McsEngl.doric-dialect@cptCore570.9, {2012-08-21}
Doric or Dorian was a dialect of ancient Greek. Its variants were spoken in the southern and eastern Peloponnese, Crete, Rhodes, some islands in the southern Aegean Sea, some cities on the coasts of Asia Minor, Southern Italy, Sicily, Epirus and Macedon. Together with Northwest Greek, it forms the "Western group" of classical Greek dialects. By Hellenistic times, under the Achaean League, the Achaean Doric Koine appeared exhibiting many peculiarities common to all Doric dialects and which delayed the spread of the Attic-based Koine to the Peloponnese until the 2nd century BC.[2]
It is widely accepted that Doric originated in the mountains of Epirus and Macedonia, northwestern Greece, the original seat of the Dorians. It was expanded to all other regions during the Dorian invasion (c. 1150 BC) and the colonisations that followed. The presence of a Doric state (Doris) in central Greece, north of the Gulf of Corinth, led to the theory that Doric had originated in northwest Greece or maybe beyond in the Balkans. The dialect's distribution towards the north extends to the Megarian colony of Byzantium and the Corinthian colonies of Potidaea, Epidamnos, Apollonia and Ambracia. Local epigraphical evidence is restricted to the decrees of the Epirote League and the Pella curse tablet (both in early 4th century BC), as well to the Doric eponym Machatas first attested in Macedonia (early 5th century BC).[3]
[http://en.wikipedia.org/wiki/Doric_Greek]
name::
* McsEngl.lagGrc.dialect.IONIC,
* McsEngl.conceptCore570.12,
* McsEngl.ionic-greek@cptCore570.12, {2012-08-21}
Ionic Greek was a subdialect of the Attic–Ionic dialect group of ancient Greek (see Greek dialects).
[edit]History
The Ionic dialect appears to have originally spread from the Greek mainland across the Aegean at the time of the Dorian invasions, around the 11th Century B.C.
By the end of the Greek Dark Ages in the 5th-century B.C, the central west coast of Asia Minor, along with the islands of Chios and Samos, formed the heartland of Ionia proper. The Ionic dialect was also spoken on islands across the central Aegean and on the large island of Euboea north of Athens. The dialect was soon spread by Ionian colonization to areas in the northern Aegean, the Black Sea, and the western Mediterranean.
The Ionic dialect is generally divided into two major time periods, Old Ionic (or Old Ionian) and New Ionic (or New Ionian). The transition between the two is not clearly defined, but 600 B.C. is a good approximation.
The works of Homer (the Iliad, the Odyssey, and the Homeric Hymns) and of Hesiod were written in a literary dialect called Homeric Greek or Epic Greek, which largely comprises Old Ionic, with some borrowings from the neighboring Aeolic dialect to the north. The poet, Archilochus, wrote in late Old Ionic.
The most famous New Ionic authors are Anacreon, Theognis, Herodotus, Hippocrates, and, in Roman times, Aretaeus, Arrian, and Lucian.
Ionic acquired prestige among Greek speakers because of its association with the language used by both Homer and Herodotus and the close linguistic relationship with the Attic dialect as spoken in Athens. This was further enhanced by the writing reform implemented in Athens in 403 BC, whereby the old Attic alphabet was replaced by the Ionic alphabet, as used by the city of Miletus. This alphabet eventually became the standard Greek alphabet, its use becoming uniform during the Koine era. It was also the alphabet used in the Christian Gospels and the book of Acts.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Ionic_Greek]
name::
* McsEngl.EllnLago.MYCENAEAN (gmy) {1600BC–1100BC},
* McsEngl.conceptCore570.5,
* McsEngl.Achaean-greek-language@cptCore570.5, {2012-08-21}
* McsEngl.mycenaean-greek-language@cptCore570.5, {2012-08-21}
* McsEngl.lngGmy@ISO.639-3@cptCore570.5, {2012-08-21}
_DESCRIPTION:
Mycenaean Greek is the most ancient attested form of the Greek language, spoken on the Greek mainland, Crete and Cyprus in the 16th to 12th centuries BC, before the hypothesised Dorian invasion which was often cited as the terminus post quem for the coming of the Greek language to Greece. The language is preserved in inscriptions in Linear B, a script first attested on Crete before the 14th century BC. Most instances of these inscriptions are on clay tablets found in Knossos in central Crete, and in Pylos in the southwest of the Peloponnese. Other tablets have been found at Mycenae itself, Tiryns and Thebes and at Chania in Western Crete.[1] The language is named after Mycenae, one of the major centres of Mycenaean Greece.
The tablets remained long undeciphered, and every conceivable language was suggested for them, until Michael Ventris deciphered the script in 1952 and by a preponderance of evidence proved the language to be an early form of Greek.
The texts on the tablets are mostly lists and inventories. No prose narrative survives, much less myth or poetry. Still, much may be glimpsed from these records about the people who produced them and about Mycenaean Greece, the period before the so-called Greek Dark Ages.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Mycenaean_Greek] {2012-08-21}
name::
* McsEngl.EllnLago.PROTO {3000BC–1600BC},
* McsEngl.conceptCore570.6,
* McsEngl.proto-greek-language@cptCore570.6, {2012-08-21}
_DESCRIPTION:
The Proto-Greek language is the assumed last common ancestor of all known varieties of Greek, including Mycenaean, the classical Greek dialects (Attic-Ionic, Aeolic, Doric and Arcado-Cypriot), and ultimately Koine, Byzantine and modern Greek. Some scholars would include the fragmentary ancient Macedonian language, either as descended from an earlier "Proto-Hellenic" language, or by definition including it among the descendants of Proto-Greek as a Hellenic language and/or a Greek dialect.[1] Proto-Greek would have been spoken in the late 3rd millennium BC, most probably in the Balkans. The unity of Proto-Greek would have ended as Hellenic migrants, speaking the predecessor of the Mycenaean language, entered the Greek peninsula either around the 21st century BC, or in the 17th century BC at the latest.
The evolution of Proto-Greek should be considered with the background of an early Palaeo-Balkan sprachbund that makes it difficult to delineate exact boundaries between individual languages. The characteristically Greek representation of word-initial laryngeals by prothetic vowels is shared by the Armenian language, which also shares other phonological and morphological peculiarities of Greek. The close relatedness of Armenian and Greek sheds light on the paraphyletic nature of the Centum-Satem isogloss.
Close similarities between Ancient Greek and Vedic Sanskrit suggest that both Proto-Greek and Proto-Indo-Iranian were still quite similar to either late Proto-Indo-European, which would place the latter somewhere in the late 4th millennium BC, or a post-PIE Graeco-Aryan proto-language. Graeco-Aryan has little support among linguists, since both geographical and temporal distribution of Greek and Indo-Iranian fit well with the Kurgan hypothesis of Proto-Indo-European.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Proto-Greek_language]
===
The Proto-Greek language is the assumed last common ancestor of all known varieties of Greek. Proto-Greek was spoken in the late 3rd millennium BC, most probably in the Balkans.
The unity of Proto-Greek would have ended as Hellenic migrants, speaking the predecessor of the Mycenaean language, entered the Greek peninsula either around the 21st century BC, or in the 17th century BC at the latest.
Four dialect groups have evolved from Proto-Greek:
Proto-Ionic, mother of Attic and Ionic.
Proto-Achaeic, spoken by the Achaeans, who were the main bearers of the Mycenaean culture (ca. 1600-1200). Mycenaean language is the most ancient attested Greek.
Proto-Aeolic
Proto-West Greek or Proto-Doric
Proto-Greek
Proto-Greek inherited the augment, a prefix ι- to verbal forms expressing past tense. This feature it shares only with Indo-Iranian, Phrygian, and to some extent Armenian.
The first person middle verbal desinences -mai, -man replace -ai, -a. The third singular pherei is an innovation by analogy, replacing the expected Doric *phereti, Ionic *pheresi (from PIE *b?ιreti).
The future tense is created, including a future passive, as well as an aorist passive.
The suffix -ka- is attached to some perfects and aorists.
Infinitives in -ehen, -enai and -men are created.
[http://wiki.verbix.com/Languages/Proto-Greek]
name::
* McsEngl.EllnLago.LINEAR-B {1700bce-1300bce},
* McsEngl.conceptCore631.4,
* McsEngl.linear-b@cptCore631.4, {2012-09-21}
* McsEngl.lnrb@cptCore631.4,
====== lagoGreek:
* McsElln.γλσΑνθρ.ΓΡΑΜΜΙΚΗ-Β,
* McsElln.γλσΚμν.ΓΡΑΜΜΙΚΗ-Β,
* McsElln.ΓΡΑΜΜΙΚΗ-Β,
* McsElln.γραμμική-β@cptCore631.4, {2012-09-21}
* McsElln.γλσΕλλ.ΓΡΑΜΜΙΚΗ-Β,
=== _Συντομογραφία:,
* McsElln.γρμβ@cptCore631.4, {2012-09-21}
_DESCRIPTION:
Η Γραμμική Β είναι η πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσας, μεταγενέστερη μορφή της Γραμμικής Α, και χρησιμοποιήθηκε στη Μυκηναϊκή Περίοδο, από το 17ο ως τον 13ο αι. π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα.
[http://el.wikipedia.org/wiki/Γραμμική_Β]
===
Linear B is a syllabic script that was used for writing Mycenaean Greek, the earliest attested form of Greek. The script predates the Greek alphabet by several centuries. The oldest Mycenaean writing dates to about 1450 BC.[1] It is descended from the older Linear A, an undeciphered earlier script used for writing the Minoan language, as does the later Cypriot syllabary, which also recorded Greek. Linear B, found mainly in the palace archives at Knossos, Cydonia,[2] Pylos, Thebes and Mycenae,[3] disappeared with the fall of Mycenaean civilization. The succeeding period, known as the Greek Dark Ages, provides no evidence of the use of writing.
Linear B consists of around 87 syllabic signs and a large repertory of ideographic signs. These ideograms or "signifying" signs symbolize objects or commodities. They have no phonetic value -and are never used as word signs in writing a sentence.
The application of Linear B appears to have been confined to administrative contexts. In all the thousands of clay tablets, a relatively small number of different "hands" have been detected: 45 in Pylos (west coast of the Peloponnese, in southern Greece) and 66 in Knossos (Crete).[4] From this fact it could be thought that the script was used only by a guild of professional scribes who served the central palaces. Once the palaces were destroyed, the script disappeared.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Linear_B]
name::
* McsElln.γρμβ'Αποκρυπτογράφηση,
Η Γραμμική Β αρχικά δεν ταυτίστηκε με καμία γλώσσα, θεωρούμενη από τον Έβανς ότι αναπαριστούσε μια ξεχωριστή γλώσσα που ονόμαζε "Μινωϊκή", ενώ ήταν σχεδόν απόλυτα πεπεισμένος ότι ήταν αδύνατο να ήταν ελληνική.
Πολύ αργότερα από την ανακάλυψη των πινακίδων και μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες αρχαιολόγων και γλωσσολόγων, αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από το νεαρό αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις (M. Ventris). Ο Βέντρις ζήτησε τη βοήθεια του κλασικού φιλολόγου Τζων Τσάντγουικ (J. Chadwick) και μαζί δημοσίευσαν ένα ιστορικό άρθρο στο Journal of Hellenic Studies [1]. Εκεί ερμήνευαν με σιγουριά 65 από τα 88 τότε γνωστά σύμβολά της, διατύπωναν τους βασικούς κανόνες ορθογραφίας της και έφερναν στο φως μια αρχαϊκή ελληνική διάλεκτο πέντε αιώνες παλαιότερη από τα Ελληνικά του Ομήρου.
[http://el.wikipedia.org/wiki/Γραμμική_Β]
Αμερικανίδα αρχαιολόγος άνοιξε το δρόμο για την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β.
Στο φως ο άγνωστος έως σήμερα ρόλος της Αλις Κόμπερ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 07/06/2013 07:20
Η Αλις Κόμπερ σε μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες της. Αριστερά πήλινη πινακίδα σε Γραμμική Β γραφή, από αυτές που ανακάλυψε γύρω στο 1900 στην Κνωσό, έξω απ' το Ηράκλειο, ο σερ Αρθουρ Εβανς.
emailεκτύπωση
Από το 1952, τον επίζηλο τίτλο του ανθρώπου που αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β, δηλαδή την αρχαιοελληνική γλώσσα που μνημεία της ανακάλυψε στην Κρήτη, στο παλάτι της Κνωσσού και αλλού, ο αρχαιολόγος σερ Άρθουρ Έβανς, κρατούσε ο Βρετανός Μάικλ Βέντρις (1922 - 1956).
Σήμερα όμως έρχεται στο φως μια αποκάλυψη που θέλει μια Αμερικανίδα αρχαιολόγο ονόματι Άλις Κόμπερ (1906 - 1950), να είναι υπεύθυνη για την προεργασία ενός τεράστιου όγκου μελετών και σημειώσεων, τον οποίο μετέπειτα αξιοποίησε λαμπρά ο ευφυέστατος Βέντρις για να ερμηνεύσει την πολύπλοκη αυτή γραφή που αποτελείτο από πλήθος συμβόλων, είναι συλλαβική και ιδεογράμματη ( 89 συλλαβογράμματα και 260 ιδεογράμματα ), αλλά δεν είναι «μινωική» όπως λανθασμένα πίστευε ο Εβανς.
Πρόκειται για μία αρχαϊκή μορφή της ελληνικής γλώσσας, την οποία έφεραν στην Κρήτη οι Ελληνες εισβολείς και χρησιμοποιήθηκε από το 17ο ως τον 13ο αι. π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα, με μεγαλύτερο τον περίφημο «Λαβύρινθο» της Κνωσσού.
Η ιστορία της αδικημένης αρχαιολόγου περιλαμβάνεται στο καινούργιο βιβλίου της δημοσιογράφου των New York Times Μάργκαλιτ Φοξ «The Riddle of the Labyrinth» ( «Ο γρίφος του Λαβύρινθου» ), που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ.
Παρά την αποδεδειγμένη αντιπάθεια που έτρεφαν ο ένας για το πρόσωπο του άλλου, ο Βέντρις σε μία διάλεξή του είχε αποδώσει εύσημα στην Κόμπερ για την εργασία της, αλλά εκείνη η θετική αναφορά του δεν είναι ιδαίτερα γνωστή.
Οι δυό τους συναντήθηκαν μόνο μία φορά, στην Οξφόρδη, το 1947, τρία χρόνια πριν πεθάνει η Κόμπερ και πέντε χρόνια πριν δημοσιεύσει ο Βέντρις τα αποτελέσματα της εργασίας του. Είναι βέβαιο ότι υποτιμούσε ο ένας το έργο του άλλου. Η μεν Αμερικανίδα διότι θεωρούσε τον Βρετανό ανεπαρκή ερασιτέχνη, ο δε Βρετανός διότι θεωρούσε, σεξιστικά, ότι «μία γυναίκα δεν μπορεί» να καταφέρει να ξεκλειδώσει την περίφημη γραφή.
Ωστόσο, μόνο τώρα, 63 χρόνια μετά το θάνατό της από καρκίνο, αποδεικνύεται ότι ο ρόλος της Κόμπερ ήταν κάτι παραπάνω από συνδρομητικός στη δουλειά του αρχιτέκτονα και ερασιτέχνη γλωσσολόγου, ο οποίος επίσης πέθανε ξαφνικά και νεότατος, από τροχαίο δυστύχημα σε ηλικία μόλις 34 ετών.
Η Άλις Κόμπερ ξεκίνησε την προσπάθειά της στη δεκαετία του 1930, όταν εργαζόταν ως επίκουρη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Μπρούκλιν διδάσκοντας Λατινικά και Ελληνικά.
«Έγινε η κορυφαία ειδικός σε όλο τον κόσμο σχετικά με τη Γραμμική Β», λέει για την Κόμπερ η συγγραφέας Μάργκαλιτ Φοξ. Η ίδια θεωρεί ότι η Κόμπερ ήταν εξαιρετικά αφοσιωμένη και επιμελής, αφού «εργαζόταν ατελείωτες ώρες στην τραπεζαρία της, με ένα τσιγάρο να σιγοκαίγεται στο τασάκι όσο εκείνη μελετούσε προσεχτικά τις ελάχιστες δημοσιοποιημένες επιγραφές και έψαχνε για σύμβολα-υποδείγματα». Περιγράφεται ως μοναχικός άνθρωπος, χωρίς ερωτικές σχέσεις, αλλά με έναν ελαφρύ αυτοσαρκασμό που διαφαίνεται στις σημειώσεις της.
Η Κόμπερ δεν δίστασε να μελετήσει και πλήθος αρχαίων γλωσσών, όπως τα αιγυπτιακά, τα σουμερικά και τα σανσκριτικά, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι κατά πόσο οι θεωρίες που ήθελαν τη Γραμμική Β να έχει κάποια σχέση με αυτές ήταν αληθείς.
Στα περίπου 20 χρόνια που αφιέρωσε σε αυτές τις μελέτες έκανε τεράστια πρόοδο - κι ας μην έμελε ποτέ να φτάσει στη λύση του μυστηρίου, να καταλάβει δηλαδή ότι η γλώσσα που είχε μπροστά της ήταν πρώιμη ελληνική. Ανακάλυψε, για παράδειγμα, ότι αυτή η γλώσσα διέθετε κλιτικό σύστημα και ότι οι καταλήξεις των λέξεων άλλαζαν ανάλογα με τη χρήση τους, όπως στα λατινικά ή τα ελληνικά.
Παράλληλα, κατέγραψε τη συχνότητα εμφάνισης του κάθε συμβόλου στις επιγραφές, τόσο γενικά στο κείμενο όσο και σε κάθε λέξη ξεχωριστά προτού προχωρήσει στην μεταξύ τους αντιπαράθεση. Αυτό που κάνει τη δουλειά της Κόμπερ αξιόλογη πέραν των εντυπωσιακών ευρημάτων της σε έναν αχανή όγκο δουλειάς, είναι η απίστευτη σχολαστικότητα που επεδείκνυε. Αρκεί κάποιος να αναλογιστεί ότι κατέγραφε τις παρατηρήσεις, τις αναλύσεις και τις σημειώσεις της σε 180.000 μικροσκοπικές κάρτες ευρετηρίου που ήταν όλες φτιαγμένες προσεκτικά από την ίδια κόβοντας παλιές ευχετήριες κάρτες, λωρίδες χαρτιού, ακόμη και το εσωτερικό μέρος από εξώφυλλα βιβλίων.
Το 1950, ο θάνατος της μοναχικής καθηγήτριας άφησε το έργο της ημιτελές, παρόλα αυτά σε σημείο ιδιαιτέρως προχωρημένο. Δύο χρόνια αργότερα ο Βέντρις δημοσίευσε τα δικά του πορίσματα - έναν θρίαμβο της κοινή λογικής και της ανθρώπινης ευφυίας. Εκείνος αντιλήφθηκε ότι ορισμένες επαναλαμβανόμενες ομάδες λέξεων αποτελούσαν ονόματα πόλεων της Κρήτης. Με τον καιρό η αποκωδικοποίηση έγινε ευκολότερη χαρίζοντας του τελικώς την ευχαρίστηση να πραγματοποιήσει την επιθυμία της ζωής του - είχε εντυπωσιαστεί από τον μ'ύθο της Γραμμικής Β' από την παιδική του ηλικία - και να κερδίσει παγκόσμια καταξίωση.
Οι τελευταίες εξελίξεις προκαλούν το εύλογο ερώτημα σχετικά με το τι θα είχε συμβεί εάν η Κόμπερ δεν είχε πεθάνει: Θα είχε καταφέρει να λύσει το μυκηναϊκό μυστήριο ή στην πορεία θα έχανε το μίτο για να βγει από το λαβύρινθο; «Πιστεύω ότι θα ήταν εκείνη που θα είχε αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β.», απαντά με σιγουριά ο καθηγητής Τόμας Παλαίμα από το Πανεπιστήμιο του Τέξας.
Ο ακόμη αρχαιότερος τύπος γραφής που εντοπίστηκε στην Κρήτη, η λεγόμενη Γραμμική Α'. δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Τα δείγματά της όμως είναι πολύ λιγότερα και κάποιοι επιστήμονες θεωρούν ότι η αποκρυπτογράφησή της είναι αδύνατη.
[http://www.tovima.gr/world/article/?aid=516740]
name::
* McsElln.γρμβ'Γράμμα,
* McsEngl.linear-b-unit,
* McsEngl.lnrb'unit,
name::
* McsElln.γρμβ'Ιδεόγραμμα,
Η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, που αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έννοιες όπως άνδρας, γυναίκα, αγελάδα, λάδι, κρασί κλπ. και σύμβολα για την απόδοση αριθμών. Αν και τα κείμενά της είναι στην πλειοψηφία τους λίστες εφοδίων που μπαίνουν, βγαίνουν ή είναι αποθηκευμένα στα ανάκτορα και τηλεγραφικές επιγραφές εμπορευμάτων, η αξία τους ως πρωτογενείς πηγές για την οικονομία, το εμπόριο, τη θρησκεία, την κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση της μυκηναϊκής Ελλάδας είναι τεράστια. Ως σήμερα έχει αποκρυπτογραφηθεί το 87% των κειμένων.
Αρκετές προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι σήμερα, για να ερμηνευθούν και τα υπόλοιπα 17 περίπου σύμβολα των οποίων δεν είναι γνωστή η συλλαβική τους αξία.
[http://el.wikipedia.org/wiki/Γραμμική_Β]
Character (decimal) Decimal Character (hex) Hex Name
?? 65664 ?? 10080 LINEAR B IDEOGRAM B100 MAN
?? 65665 ?? 10081 LINEAR B IDEOGRAM B102 WOMAN
?? 65666 ?? 10082 LINEAR B IDEOGRAM B104 DEER
?? 65667 ?? 10083 LINEAR B IDEOGRAM B105 EQUID
?? 65668 ?? 10084 LINEAR B IDEOGRAM B105F MARE
?? 65669 ?? 10085 LINEAR B IDEOGRAM B105M STALLION
?? 65670 ?? 10086 LINEAR B IDEOGRAM B106F EWE
?? 65671 ?? 10087 LINEAR B IDEOGRAM B106M RAM
?? 65672 ?? 10088 LINEAR B IDEOGRAM B107F SHE-GOAT
?? 65673 ?? 10089 LINEAR B IDEOGRAM B107M HE-GOAT
?? 65674 ?? 1008A LINEAR B IDEOGRAM B108F SOW
?? 65675 ?? 1008B LINEAR B IDEOGRAM B108M BOAR
?? 65676 ?? 1008C LINEAR B IDEOGRAM B109F COW
?? 65677 ?? 1008D LINEAR B IDEOGRAM B109M BULL
?? 65678 ?? 1008E LINEAR B IDEOGRAM B120 WHEAT
?? 65679 ?? 1008F LINEAR B IDEOGRAM B121 BARLEY
?? 65680 ?? 10090 LINEAR B IDEOGRAM B122 OLIVE
?? 65681 ?? 10091 LINEAR B IDEOGRAM B123 SPICE
?? 65682 ?? 10092 LINEAR B IDEOGRAM B125 CYPERUS
?? 65683 ?? 10093 LINEAR B MONOGRAM B127 KAPO
?? 65684 ?? 10094 LINEAR B MONOGRAM B128 KANAKO
?? 65685 ?? 10095 LINEAR B IDEOGRAM B130 OIL
?? 65686 ?? 10096 LINEAR B IDEOGRAM B131 WINE
?? 65687 ?? 10097 LINEAR B IDEOGRAM B132
?? 65688 ?? 10098 LINEAR B MONOGRAM B133 AREPA
?? 65689 ?? 10099 LINEAR B MONOGRAM B135 MERI
?? 65690 ?? 1009A LINEAR B IDEOGRAM B140 BRONZE
?? 65691 ?? 1009B LINEAR B IDEOGRAM B141 GOLD
?? 65692 ?? 1009C LINEAR B IDEOGRAM B142
?? 65693 ?? 1009D LINEAR B IDEOGRAM B145 WOOL
?? 65694 ?? 1009E LINEAR B IDEOGRAM B146
?? 65695 ?? 1009F LINEAR B IDEOGRAM B150
?? 65696 ?? 100A0 LINEAR B IDEOGRAM B151 HORN
?? 65697 ?? 100A1 LINEAR B IDEOGRAM B152
?? 65698 ?? 100A2 LINEAR B IDEOGRAM B153
?? 65699 ?? 100A3 LINEAR B IDEOGRAM B154
?? 65700 ?? 100A4 LINEAR B MONOGRAM B156 TURO2
?? 65701 ?? 100A5 LINEAR B IDEOGRAM B157
?? 65702 ?? 100A6 LINEAR B IDEOGRAM B158
?? 65703 ?? 100A7 LINEAR B IDEOGRAM B159 CLOTH
?? 65704 ?? 100A8 LINEAR B IDEOGRAM B160
?? 65705 ?? 100A9 LINEAR B IDEOGRAM B161
?? 65706 ?? 100AA LINEAR B IDEOGRAM B162 GARMENT
?? 65707 ?? 100AB LINEAR B IDEOGRAM B163 ARMOUR
?? 65708 ?? 100AC LINEAR B IDEOGRAM B164
?? 65709 ?? 100AD LINEAR B IDEOGRAM B165
?? 65710 ?? 100AE LINEAR B IDEOGRAM B166
?? 65711 ?? 100AF LINEAR B IDEOGRAM B167
?? 65712 ?? 100B0 LINEAR B IDEOGRAM B168
?? 65713 ?? 100B1 LINEAR B IDEOGRAM B169
?? 65714 ?? 100B2 LINEAR B IDEOGRAM B170
?? 65715 ?? 100B3 LINEAR B IDEOGRAM B171
?? 65716 ?? 100B4 LINEAR B IDEOGRAM B172
?? 65717 ?? 100B5 LINEAR B IDEOGRAM B173 MONTH
?? 65718 ?? 100B6 LINEAR B IDEOGRAM B174
?? 65719 ?? 100B7 LINEAR B IDEOGRAM B176 TREE
?? 65720 ?? 100B8 LINEAR B IDEOGRAM B177
?? 65721 ?? 100B9 LINEAR B IDEOGRAM B178
?? 65722 ?? 100BA LINEAR B IDEOGRAM B179
?? 65723 ?? 100BB LINEAR B IDEOGRAM B180
?? 65724 ?? 100BC LINEAR B IDEOGRAM B181
?? 65725 ?? 100BD LINEAR B IDEOGRAM B182
?? 65726 ?? 100BE LINEAR B IDEOGRAM B183
?? 65727 ?? 100BF LINEAR B IDEOGRAM B184
?? 65728 ?? 100C0 LINEAR B IDEOGRAM B185
?? 65729 ?? 100C1 LINEAR B IDEOGRAM B189
?? 65730 ?? 100C2 LINEAR B IDEOGRAM B190
?? 65731 ?? 100C3 LINEAR B IDEOGRAM B191 HELMET
?? 65732 ?? 100C4 LINEAR B IDEOGRAM B220 FOOTSTOOL
?? 65733 ?? 100C5 LINEAR B IDEOGRAM B225 BATHTUB
?? 65734 ?? 100C6 LINEAR B IDEOGRAM B230 SPEAR
?? 65735 ?? 100C7 LINEAR B IDEOGRAM B231 ARROW
?? 65736 ?? 100C8 LINEAR B IDEOGRAM B232
?? 65737 ?? 100C9 LINEAR B IDEOGRAM B233 SWORD
?? 65738 ?? 100CA LINEAR B IDEOGRAM B234
?? 65739 ?? 100CB LINEAR B IDEOGRAM B236
?? 65740 ?? 100CC LINEAR B IDEOGRAM B240 WHEELED CHARIOT
?? 65741 ?? 100CD LINEAR B IDEOGRAM B241 CHARIOT
?? 65742 ?? 100CE LINEAR B IDEOGRAM B242 CHARIOT FRAME
?? 65743 ?? 100CF LINEAR B IDEOGRAM B243 WHEEL
?? 65744 ?? 100D0 LINEAR B IDEOGRAM B245
?? 65745 ?? 100D1 LINEAR B IDEOGRAM B246
?? 65746 ?? 100D2 LINEAR B MONOGRAM B247 DIPTE
?? 65747 ?? 100D3 LINEAR B IDEOGRAM B248
?? 65748 ?? 100D4 LINEAR B IDEOGRAM B249
?? 65749 ?? 100D5 LINEAR B IDEOGRAM B251
?? 65750 ?? 100D6 LINEAR B IDEOGRAM B252
?? 65751 ?? 100D7 LINEAR B IDEOGRAM B253
?? 65752 ?? 100D8 LINEAR B IDEOGRAM B254 DART
?? 65753 ?? 100D9 LINEAR B IDEOGRAM B255
?? 65754 ?? 100DA LINEAR B IDEOGRAM B256
?? 65755 ?? 100DB LINEAR B IDEOGRAM B257
?? 65756 ?? 100DC LINEAR B IDEOGRAM B258
?? 65757 ?? 100DD LINEAR B IDEOGRAM B259
?? 65758 ?? 100DE LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B155
?? 65759 ?? 100DF LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B200
?? 65760 ?? 100E0 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B201
?? 65761 ?? 100E1 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B202
?? 65762 ?? 100E2 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B203
?? 65763 ?? 100E3 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B204
?? 65764 ?? 100E4 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B205
?? 65765 ?? 100E5 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B206
?? 65766 ?? 100E6 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B207
?? 65767 ?? 100E7 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B208
?? 65768 ?? 100E8 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B209
?? 65769 ?? 100E9 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B210
?? 65770 ?? 100EA LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B211
?? 65771 ?? 100EB LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B212
?? 65772 ?? 100EC LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B213
?? 65773 ?? 100ED LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B214
?? 65774 ?? 100EE LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B215
?? 65775 ?? 100EF LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B216
?? 65776 ?? 100F0 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B217
?? 65777 ?? 100F1 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B218
?? 65778 ?? 100F2 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B219
?? 65779 ?? 100F3 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B221
?? 65780 ?? 100F4 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B222
?? 65781 ?? 100F5 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B226
?? 65782 ?? 100F6 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B227
?? 65783 ?? 100F7 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B228
?? 65784 ?? 100F8 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B229
?? 65785 ?? 100F9 LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B250
?? 65786 ?? 100FA LINEAR B IDEOGRAM VESSEL B305
[http://www.alanwood.net/unicode/linear_b_ideograms.html]
name::
* McsElln.γρμβ'Συλλαβόγραμμα,
Η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, που αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έννοιες όπως άνδρας, γυναίκα, αγελάδα, λάδι, κρασί κλπ. και σύμβολα για την απόδοση αριθμών. Αν και τα κείμενά της είναι στην πλειοψηφία τους λίστες εφοδίων που μπαίνουν, βγαίνουν ή είναι αποθηκευμένα στα ανάκτορα και τηλεγραφικές επιγραφές εμπορευμάτων, η αξία τους ως πρωτογενείς πηγές για την οικονομία, το εμπόριο, τη θρησκεία, την κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση της μυκηναϊκής Ελλάδας είναι τεράστια. Ως σήμερα έχει αποκρυπτογραφηθεί το 87% των κειμένων.
Αρκετές προσπάθειες έχουν γίνει μέχρι σήμερα, για να ερμηνευθούν και τα υπόλοιπα 17 περίπου σύμβολα των οποίων δεν είναι γνωστή η συλλαβική τους αξία.
[http://el.wikipedia.org/wiki/Γραμμική_Β]
Character (decimal) Decimal Character (hex) Hex Name
?? 65536 ?? 10000 LINEAR B SYLLABLE B008 A
?? 65537 ?? 10001 LINEAR B SYLLABLE B038 E
?? 65538 ?? 10002 LINEAR B SYLLABLE B028 I
?? 65539 ?? 10003 LINEAR B SYLLABLE B061 O
?? 65540 ?? 10004 LINEAR B SYLLABLE B010 U
?? 65541 ?? 10005 LINEAR B SYLLABLE B001 DA
?? 65542 ?? 10006 LINEAR B SYLLABLE B045 DE
?? 65543 ?? 10007 LINEAR B SYLLABLE B007 DI
?? 65544 ?? 10008 LINEAR B SYLLABLE B014 DO
?? 65545 ?? 10009 LINEAR B SYLLABLE B051 DU
?? 65546 ?? 1000A LINEAR B SYLLABLE B057 JA
?? 65547 ?? 1000B LINEAR B SYLLABLE B046 JE
?? 65549 ?? 1000D LINEAR B SYLLABLE B036 JO
?? 65550 ?? 1000E LINEAR B SYLLABLE B065 JU
?? 65551 ?? 1000F LINEAR B SYLLABLE B077 KA
?? 65552 ?? 10010 LINEAR B SYLLABLE B044 KE
?? 65553 ?? 10011 LINEAR B SYLLABLE B067 KI
?? 65554 ?? 10012 LINEAR B SYLLABLE B070 KO
?? 65555 ?? 10013 LINEAR B SYLLABLE B081 KU
?? 65556 ?? 10014 LINEAR B SYLLABLE B080 MA
?? 65557 ?? 10015 LINEAR B SYLLABLE B013 ME
?? 65558 ?? 10016 LINEAR B SYLLABLE B073 MI
?? 65559 ?? 10017 LINEAR B SYLLABLE B015 MO
?? 65560 ?? 10018 LINEAR B SYLLABLE B023 MU
?? 65561 ?? 10019 LINEAR B SYLLABLE B006 NA
?? 65562 ?? 1001A LINEAR B SYLLABLE B024 NE
?? 65563 ?? 1001B LINEAR B SYLLABLE B030 NI
?? 65564 ?? 1001C LINEAR B SYLLABLE B052 NO
?? 65565 ?? 1001D LINEAR B SYLLABLE B055 NU
?? 65566 ?? 1001E LINEAR B SYLLABLE B003 PA
?? 65567 ?? 1001F LINEAR B SYLLABLE B072 PE
?? 65568 ?? 10020 LINEAR B SYLLABLE B039 PI
?? 65569 ?? 10021 LINEAR B SYLLABLE B011 PO
?? 65570 ?? 10022 LINEAR B SYLLABLE B050 PU
?? 65571 ?? 10023 LINEAR B SYLLABLE B016 QA
?? 65572 ?? 10024 LINEAR B SYLLABLE B078 QE
?? 65573 ?? 10025 LINEAR B SYLLABLE B021 QI
?? 65574 ?? 10026 LINEAR B SYLLABLE B032 QO
?? 65576 ?? 10028 LINEAR B SYLLABLE B060 RA
?? 65577 ?? 10029 LINEAR B SYLLABLE B027 RE
?? 65578 ?? 1002A LINEAR B SYLLABLE B053 RI
?? 65579 ?? 1002B LINEAR B SYLLABLE B002 RO
?? 65580 ?? 1002C LINEAR B SYLLABLE B026 RU
?? 65581 ?? 1002D LINEAR B SYLLABLE B031 SA
?? 65582 ?? 1002E LINEAR B SYLLABLE B009 SE
?? 65583 ?? 1002F LINEAR B SYLLABLE B041 SI
?? 65584 ?? 10030 LINEAR B SYLLABLE B012 SO
?? 65585 ?? 10031 LINEAR B SYLLABLE B058 SU
?? 65586 ?? 10032 LINEAR B SYLLABLE B059 TA
?? 65587 ?? 10033 LINEAR B SYLLABLE B004 TE
?? 65588 ?? 10034 LINEAR B SYLLABLE B037 TI
?? 65589 ?? 10035 LINEAR B SYLLABLE B005 TO
?? 65590 ?? 10036 LINEAR B SYLLABLE B069 TU
?? 65591 ?? 10037 LINEAR B SYLLABLE B054 WA
?? 65592 ?? 10038 LINEAR B SYLLABLE B075 WE
?? 65593 ?? 10039 LINEAR B SYLLABLE B040 WI
?? 65594 ?? 1003A LINEAR B SYLLABLE B042 WO
?? 65596 ?? 1003C LINEAR B SYLLABLE B017 ZA
?? 65597 ?? 1003D LINEAR B SYLLABLE B074 ZE
?? 65599 ?? 1003F LINEAR B SYLLABLE B020 ZO
?? 65600 ?? 10040 LINEAR B SYLLABLE B025 A2
?? 65601 ?? 10041 LINEAR B SYLLABLE B043 A3
?? 65602 ?? 10042 LINEAR B SYLLABLE B085 AU
?? 65603 ?? 10043 LINEAR B SYLLABLE B071 DWE
?? 65604 ?? 10044 LINEAR B SYLLABLE B090 DWO
?? 65605 ?? 10045 LINEAR B SYLLABLE B048 NWA
?? 65606 ?? 10046 LINEAR B SYLLABLE B029 PU2
?? 65607 ?? 10047 LINEAR B SYLLABLE B062 PTE
?? 65608 ?? 10048 LINEAR B SYLLABLE B076 RA2
?? 65609 ?? 10049 LINEAR B SYLLABLE B033 RA3
?? 65610 ?? 1004A LINEAR B SYLLABLE B068 RO2
?? 65611 ?? 1004B LINEAR B SYLLABLE B066 TA2
?? 65612 ?? 1004C LINEAR B SYLLABLE B087 TWE
?? 65613 ?? 1004D LINEAR B SYLLABLE B091 TWO
?? 65616 ?? 10050 LINEAR B SYMBOL B018
?? 65617 ?? 10051 LINEAR B SYMBOL B019
?? 65618 ?? 10052 LINEAR B SYMBOL B022
?? 65619 ?? 10053 LINEAR B SYMBOL B034
?? 65620 ?? 10054 LINEAR B SYMBOL B047
?? 65621 ?? 10055 LINEAR B SYMBOL B049
?? 65622 ?? 10056 LINEAR B SYMBOL B056
?? 65623 ?? 10057 LINEAR B SYMBOL B063
?? 65624 ?? 10058 LINEAR B SYMBOL B064
?? 65625 ?? 10059 LINEAR B SYMBOL B079
?? 65626 ?? 1005A LINEAR B SYMBOL B082
?? 65627 ?? 1005B LINEAR B SYMBOL B083
?? 65628 ?? 1005C LINEAR B SYMBOL B086
?? 65629 ?? 1005D LINEAR B SYMBOL B089
[http://www.alanwood.net/unicode/linear_b_syllabary.html]
name::
* McsElln.γρμβ'Γραφέας,
Με βάση τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι τις πινακίδες της Κνωσού τις έγραψαν τουλάχιστον 60 διαφορετικοί γραφείς, ενώ αυτές της Πύλου τουλάχιστον 30.
[http://el.wikipedia.org/wiki/Γραμμική_Β]
name::
* McsElln.γρμβ'Κείμενο,
Συνολικά έχουν βρεθεί περί τα 5.000 κείμενα σε Γραμμική Β (κυρίως πινακίδες και δευτερευόντως αγγεία). Από αυτά γύρω στα 3.000 προέρχονται από την Κνωσό, γύρω στα 1.400 από την Πύλο, γύρω στα 300 από τη Θήβα, 90 από τις Μυκήνες ενώ μικρότερος αριθμός προέρχεται από τα Χανιά, τα Μάλια, την Τίρυνθα, την Ελευσίνα, τον Ορχομενό και αλλού.
Αμφισβητούμενη είναι η χρονολόγηση των κειμένων. Τα αρχαιότερα κείμενα προέρχονται από την Κνωσό και ανήκουν στην Υστερομινωική ΙΙ περίοδο (περί τα 1400 π.Χ.). Τα υπόλοιπα κείμενα από την Κνωσό είναι κατά την κρατούσα γνώμη από το 1370 π.Χ. πριν την καταστροφή του μυκηναϊκού ανακτόρου. Υποστηρίζεται όμως και η άποψη ότι είναι κατά έναν αιώνα νεώτερα. Τα υπόλοιπα κείμενα χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα π.Χ.
Με βάση τον γραφικό χαρακτήρα των γραφέων οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι τις πινακίδες της Κνωσού τις έγραψαν τουλάχιστον 60 διαφορετικοί γραφείς, ενώ αυτές της Πύλου τουλάχιστον 30.
[http://el.wikipedia.org/wiki/Γραμμική_Β]
name::
* McsEngl.EllnLago.dialect.CAPPADOCIAN,
* McsEngl.conceptCore570.14,
* McsEngl.cappadocian-greek-language@cptCore570.14, {2012-08-21}
Cappadocian (Greek: ?appad?????), also known as Cappadocian Greek or Asia Minor Greek, is a mixed language formerly spoken in Cappadocia (Central Turkey). In the population exchange between Greece and Turkey in the 1920s, Cappadocian speakers were forced to emigrate to Greece, where they were resettled in various locations, especially in Central and Northern Greece. The Cappadocians rapidly shifted to Standard Modern Greek and their language was thought to be extinct since the 1960s. In June 2005, Mark Janse (Ghent University) and Dimitris Papazachariou (University of Patras) discovered Cappadocians in Central and Northern Greece who could still speak their ancestral language fluently. Amongst them are middle-aged, third-generation speakers who take a very positive attitude towards the language as opposed to their parents and grandparents. The latter are much less inclined to speak Cappadocian and more often than not switch to Standard Modern Greek. A survey of Cappadocian speakers and language use is currently in preparation.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Cappadocian_Greek_language]
name::
* McsEngl.EllnLago.dialect.GRIKO,
* McsEngl.conceptCore570.7,
* McsEngl.Griko-language@cptCore570.7, {2012-08-21}
====== lagoGreek:
* McsElln.Γκρίκο-γλώσσα@cptCore570.7, {2012-08-21}
* McsElln.Γραικάνικα@cptCore570.7, {2012-08-21}
* McsElln.Γραικανικά@cptCore570.7, {2012-08-21}
* McsElln.Κατωιταλιώτικα@cptCore570.7, {2012-08-21}
Griko, sometimes spelled Grico, is a form of the Greek language which is spoken by the Griko people in southern Italy. The Greeks consider it as a Modern Greek dialect and often call it Katoitaliotikΰ (Greek: ?at??ta???t???, "Southern Italian") or Grekanika (G?a??????a), while its own speakers call it Katoitaliσtika (?at??ta???t??a) or Griko (G?????). Griko and Standard Modern Greek are mutually intelligible to some extent.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Griko_language]
name::
* McsEngl.EllnLago.dialect.PONTIC,
* McsEngl.conceptCore570.15,
* McsEngl.pontic-greek-language@cptCore570.15, {2012-08-21}
Pontic Greek (Greek: ???t?a?? d???e?t?? or ???t?a??) is a form of the Greek language originally spoken in the Pontus area on the southern shores of the Black Sea, northeastern Anatolia, Eastern Turkish/Caucasus province of Kars, southern Georgia, and today mainly in northern Greece. Its speakers are referred to as Pontic Greeks or Pontian Greeks, although many Greeks mistakenly refer to some Pontic Greek speakers from Georgia as Russo-Ponti.
The linguistic lineage of Pontic Greek stems from Ionic Greek via Koine and Byzantine Greek and contains influences from Georgian, Russian, Turkish and to a lesser extent, Persian (via Ottoman Turkish) and various Caucasian languages. Pontic is most closely related to Cappadocian Greek, and the Greek spoken in Mariupolis (and formerly in Crimea, Ukraine) (see Mariupolitan Greek).
[http://en.wikipedia.org/wiki/Pontic_Greek]
name::
* McsEngl.EllnLago.dialect.TSAKONIAN,
Tsakonian, Tsaconian, Tzakonian or Tsakonic (Greek: ?sa?????? d???e?t?? or ?sa?????a) is a Hellenic language, spoken in the Tsakonian region of the Peloponnese, Greece. Tsakonian derives from Doric Greek, being its only living descendant.[2] Tsakonian is critically endangered, with only a few hundred, mostly elderly, fluent speakers left.[1]
[http://en.wikipedia.org/wiki/Tsakonian_language]
name::
* McsEngl.EllnLago.KATHAREVOUSA,
* McsEngl.conceptCore570.1,
* McsEngl.lngElk@cptCore570.1, {2012-08-20}
* McsEngl.elk@cptCore570.1,
====== lagoGreek:
* McsElln.ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ@cptCore570,
_DESCRIPTION:
A semi-artificial sociolect promoted in the 19th century at the foundation of the modern Greek state, as a compromise between Classical Greek and modern Demotic. It was the official language of modern Greece until 1976. Katharevousa is written in polytonic Greek script. Also, while Demotic Greek contains loanwords from Turkish, Italian, Latin, and other languages, these have for the most part been purged from Katharevousa.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Modern_Greek]
===
Katharevousa (Greek: ?a?a?e???sa, [ka?a'revusa], lit. "puristic [language]"), is a conservative form of the Modern Greek language conceived in the early 19th century as a compromise between Ancient Greek and Dimotiki of the time. Originally, it was widely used both for literary and official purposes, though seldom in daily language. In the 20th century, it was increasingly just for official and formal purposes, until Dimotiki became the official language of Greece in 1976 and Andreas Papandreou abolished the polytonic system of writing in 1981.
Katharevousa was conceived by the intellectual and revolutionary leader Adamantios Korais.[1] A graduate of the University of Montpellier, Korais spent most of his life as an expatriate in Paris. Being a classical scholar, he was repelled by the Byzantine and later influence on Greek society and was a fierce critic of the clergy and their alleged subservience to the Ottoman Empire[2]. He held that education was a prerequisite to Greek liberation.
Part of its purpose was to mediate the struggle between the "archaists" favouring full reversion to archaic forms, and the "modernists". The name "Katharevousa" implies a pure form of Greek as it might hypothetically have evolved from ancient Greek without external influences.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Katharevousa]
===
Καθαρεύουσα είναι η τεχνιτή στροφή προς τα πίσω της γλώσσας που επιχειρήθηκε με τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Εύχομαι η δικτατορία να της έδωσε τη χαριστική βολή.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα αλαλούμ κανόνων που το κουβαλάμε σήμερα με πολλές μορφές.
Η ομαλοποίηση ΔΕ θα γίνει ποτέ γιατί η αναγκαία εισβολή της αγγλικής θα την αλλειώσει.
[hmnSngo.2001-03-31_nikkas]
Η νέα-ελληνική και η αρχαία-ελληνική γλώσσα είναι ΙΔΙΕΣ στο βαθμό που ΕΝΑΣ άνθρωπος είναι ο ίδιος είτε είναι μεγάλος είτε μικρός σε ηλικία.
Η καθαρεύουσα μοιάζει με τη γελοία συμπεριφορά μερικών γυναικών που άν και έχουν μεγαλώσει συμπεριφέρονται σα νεαρές παιδούλες.
[hmnSngo.2001-11-04_nikkas]
Είναι ίσως και πάλι επίκαιρα όσα έγραφε ο ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ το 1905: "Εχουμε μιαν αριστοκρατία εύκολη, την αριστοκρατία της γλώσσας. Τι ωραίο όνειρο να βλέπει κανείς το παιδί του να μιλά. Να μιλά μονάχα, αυτό φθάνει. Να μην το καταλαβαίνει μόνο, αυτό είναι η απόλαυση". Εννοούσε, φυσικά, την καθαρεύουσα. Αν ξανάγραφε το 2005, θα εννοούσε, φοβάμαι, τα αγγλικά.
[ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, 1994, Β4#cptResource838#]
name::
* McsEngl.eln.SPOKEN,
* McsEngl.eld.logepro,
http.greek.INTONATION:
* http://ling.ucsd.edu/~arvaniti/grtobi.html: http://ling.ucsd.edu/~arvaniti/grtobi.html
name::
* McsEngl.lagHmn.genericNo.INDIAN (lagHin),
* McsEngl.conceptCore951,
* McsEngl.Hindi-language,
* McsEngl.indian-language,
* McsEngl.language.indian@cptCore951,
====== lagoGreek:
* McsElln.ινδική-γλώσσα,
_DESCRIPTION:
The Languages of India belong to several language families, the major ones being the Indo-Aryan languages spoken by 73% of Indians and the Dravidian languages spoken by 24% of Indians.[1][2] Other languages spoken in India belong to the Austroasiatic, Tibeto-Burman, and a few minor language families and isolates.[3]
The Republic of India does not have a National language.[4] However, the official languages of the Union Government of Republic of India is Hindi in the Devanagari script and English.[5] The constitution of India states that "The official language of the Union shall be Hindi in Devanagari script."[6] a position supported by a High Court ruling.[7] However, languages listed in the Eighth Schedule of the Indian constitution are sometimes referred to, without legal standing, as the national languages of India.[8][9] In addition, some individual states legislate their own official languages, depending on their linguistic demographics.
Individual mother tongues in India number several hundreds;[10] the 1961 census recognized 1,652[11] (SIL Ethnologue lists 415). According to Census of India of 2001, 30 languages are spoken by more than a million native speakers, 122 by more than 10,000. More than three millennia of language contact has led to significant mutual influence among the four language families in India and South Asia. Two contact languages have played an important role in the history of India: Persian and English.[12]
[http://en.wikipedia.org/wiki/Languages_of_India]
name::
* McsEngl.lagHin'UNIT,
* McsEngl.alphabet.Hindi,
* McsEngl.lagHin'alphabet,
* https://www.rocketlanguages.com/hindi/lessons/hindi-alphabet,
Η πρώτη περίοδο της Ινδικής γλώσσας λέγεται ΒΕΔΙΚΗ, και η δεύτερη ΣΑΝΣΚΡΙΤΙΚΗ που σημαίνει ρυθμισμένη με κανόνες γλώσσα.
[Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ, 1966, 299#cptResource12#]
name::
* McsEngl.lagHmn.genericNo.ITALIAN (lagIta),
* McsEngl.conceptCore44,
* McsEngl.language.italian@cptCore44,
* McsEngl.italian'language@cptCore44,
* McsEngl.lagIta@cptCore44, {2012-07-17}
====== lagoGreek:
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΙΤΑΛΙΚΗ@cptCore44,
* McsElln.ΙΤΑΛΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
ΙΤΑΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ είναι ΓΛΩΣΣΑ#cptCore93.a#...
[hmnSngo.1995.04_nikos]
_GENERIC:
* language.human#cptCore93#
name::
* McsEngl.lagIta'Alphabet,
* McsEngl.alphabet.Italian,
The standard contemporary Italian alphabet has 21 letters, shown in the table below.
Letter Name IPA
A, a a /a/
B, b bi /b/
C, c ci(τσι) /k/ or /t?/
D, d di /d/
E, e e /e/ or /?/
F, f effe /f/
G, g gi (τζι) /g/ or /d?/
H, h acca (ακα)
I, i i /i/ or /j/
L, l elle /l/
M, m emme /m/
N, n enne /n/
O, o o /o/ or /?/
P, p pi /p/
Q, q cu /k/
R, r erre /r/
S, s esse /s/ or /z/
T, t ti /t/
U, u u /u/ or /w/
V, v vu or vi /v/
Z, z zeta /dz/ or /ts/
PRONUNCIATION:
* http://www.cyberitalian.com/html/alphabet.htm:
lagIta'B, b bi /b/:
= /v/
* bacio /vaccio/ = kiss
= /b/
* balsamo /'balsamo/ = hair conditioner
lagIta'C, c ci(τσι) /k/ or /t?/ :
= /k/
* casa /kaza/ = home.
* coda /koda/ = queue
* cuba /kuva/
* china /kina/
= /c/
* ceco /ceko/ = czech
= /cc/
* Cina /ccina/
* cibo /ccibo/ = food
The letters c and g represent the consonants /k/ and /g/ when they appear before a, o, u or any consonant. When they appear before i or e, they represent the sounds /t?/ (like English ch) and /d?/ (like English j), respectively.
lagIta'D, d di /d/:
= /d/
* danza /danca/ = dance
lagIta'G, g gi (τζι) /g/ or /d?/ :
= /g/
* gatto /gato/
* gramo /gramo/
= /jj/
* giro /jjiro/
* giallo /jjallo/
= /ll/
* famiglia /fa'millia/
= /nn/
* bagnato /vannato/ = wet
* bagno /vanno/ = bath
The letters c and g represent the consonants /k/ and /g/ when they appear before a, o, u or any consonant. When they appear before i or e, they represent the sounds /t?/ (like English ch) and /d?/ (like English j), respectively.
The letter g is also used to mark that a following l or n is palatal (excepting foreign loanwords). With l, a following i is also necessary although this may be stressed or unstressed: famiglia / fa?mi??a/ ('family').
[http://en.wikipedia.org/wiki/Italian_alphabet]
lagIta'H, h acca (ακα):
* che /ke/ = than
* chi /ki/ = who
* hovercraft /overkraft/
The letter h at the beginning of a word is silent; it is used to distinguish ho, hai, ha, hanno (present indicative of avere, 'to have') from o ('or'), ai ('to the'), a ('to'), anno ('year') but there is no difference in the pronunciation of such words. H is also used in combinations with other letters (see above). In foreign loanwords, the h is still silent: "hovercraft" /??verkraft/.
The letter h is used after c and before e or i to give the c an ordinary /k/ sound; the h itself is silent. Thus, che represents /ke/ or /k?/ and chi represents /ki/.
lagIta'S, s esse /s/ or /z/:
= /s/
= /z/
* scusare /skuzare/ = excuse
lagIta'Z, z zeta /dz/ or /ts/
* grazie /gracie/
* alzare /alcare/
* senza /senca/
* manzo /manjo/
The letter z represents an alveolar affricate consonant; either voiced /dz/ (zanzara /dzan?dza?a/ 'mosquito') or voiceless /ts/ (nazione /na?ttsjone/ 'nation'), depending on context, though there are few minimal pairs.
The letters j (jay/i lunga), k (cappa), w (doppia vu), x (ics), and y (ipsilon/i greca), are not considered part of the standard Italian alphabet, but appear in loanwords (such as jeans, whisky, and taxi). X has become a commonly used letter in genuine Italian words with the prefix extra-. J in Italian is an old-fashioned orthographic variant of i, appearing in the first name "Jacopo" as well as in some Italian place names, e.g., the towns of Bajardo, Bojano, Buja, Castel di Judica, Jacurso, Jelsi, Jenne, Jerago con Orago, Jerzu, Jesi, Jesolo, Jolanda di Savoia, Jonadi, Joppolo, Lajatico, Letojanni, Majano, Mezzojuso, Mojo Alcantara, Montalbano Jonico, Pietraroja, Raccuja, Reana del Rojale, San Giuseppe Jato, Scanzano Jonico, Torre Cajetani, Vajont, Vejano, among numerous others, and in the alternate spelling Mar Jonio (also spelled Mar Ionio) for the Ionian Sea. J may also appear in many words from different dialects, but its use is discouraged in contemporary Italian, and it is not part of the standard 21-letter contemporary Italian alphabet.
name::
* McsEngl.lagIta'Preposition,
DI δηλώνει : 1). Σχηματίζει την γενική : Il libro di Maria. (γενική κτητική) 2). Περιεχόμενο : un bicchiere di vino. 3). Υλη : un vaso di cristallo. 4). Μέτρο : un chilo di patate. 5). Είδος (specificazione) : un libro di francese. Un corso di cucina italiana. 6). Καταγωγή : sono di Roma. 7). Μεριστικό άρθρο: ho comprato della stoffa. 8). Αιτία - modo : muoiano di fame. Sono andato di corsa. 9). Θέμα συζήτησης: parliamo di politica, di musica, ... 10). Σύγκριση : Maria `e piu` bella di Luisa. 11). Χρόνο :(κατά τη διάρκεια) `E meglio studiare di giorno che di notte. Abbiamo fatto un gita di 3 giorni. (Τριών ημερών)
DA δηλώνει : 1). Κίνηση από τόπο : parto da Milano. 2). Προέλευση : vengo da Roma. 3). Διέλευση : L' arno passa da Firenze e Pisa. 4). Μετάβαση σε πρόσωπο : vado da Carlo, Da lui, Da lei, Dal dentista, Da te 5). Χρόνο (διάρκεια) : la conosco da molti anni. 6). Αξία : prendo un pranzo da 2.000 lire. 7). Αιτία (με άρθρο): salta dalla gioia. 8). Σκοπό - χρήση : una tazza da caffe`. 9). Ποιότητα (με άρθρο): quella ragazza dai capelli lunghi,... dai capelli biondi.
Α δηλώνει : 1). Σχηματίζει την δοτική : do il libro a Giorgio. (προορισμό) 2). Κίνηση η στάση σε τόπο : vado a scuola. Sto a Roma. (ΟΧΙ ΚΡΑΤΗ) (κατεύθυνση) Paola va al cinema. 3). Ιδιωματικές εκφράσεις : vado a piedi. 4). Τρόπο : fatto a mano. Scrivo a macchina. 5). Χρόνο : alle due, a mezzogiorno, a settembre. Alla fine di maggio. 6). Oggetto indiretto : `e vicino a me, .....a te, ....a lui. 7). Τύπος (ποιότητα): una casa a due piani. Una barca a vela. 8). Απόσταση : a due passi da qui. A centro metri da qui....
IN δηλώνει : 1). Στάση η κίνηση σε τόπο : vivo in Grecia (με κράτη). Resto in classe. Con negozi : in cartoleria, in libreria, con vie e piazze : `e in via ...... con le parti della casa : in camera, in sala, in giardino, 2). Χρόνο : siamo nel 1993. In poco tempo. Nel mese di giugno. Finiamo la grammatica in un mese (entro un mese). 3). Εντός - μέσα : siamo in classe. In acqua ...... 4). Μέσο : vado in macchina, in treno, in aereo,....
PER δηλώνει : 1). Σκοπό : studio per la mia lezione d' italiano. 2). Μέσο : communichiamo per corrispondenza. 3). Κίνηση για τόπο : parto per Roma, per l' Italia. 4). Χρόνο (συνεχόμενος ): per due anni, per tre mesi.
CON δηλώνει : 1). Συνοδεία : vado a scuola con Maria. 2). Όργανο : scrivo con questa penna. 3). Verso : Maria `e buona con me e con tutti. 4). Μέσο : sono arrivato con l' autobus.
SU δηλώνει :
1). Μια ορισμένη θέση σε τόπο (επάνω) : il libro `e sul banco. I turisti salgono su questa torre.
2). Ιδιωματικές εκφράσεις : conto su Giovanni.
3). Θέμα συζήτησης : parlo su un difficile tema.
FRA, TRA δηλώνει :
1). Χρόνο : fra un mese. Fra una settimana.
2). Μεταξύ : fra gli studenti, fra la porta e la finestra fra me e te, fra noi. Tra fratelli fra tre anni fra fratelli tra tre anni.
[http://www.sitemaker.gr/italikastathis/page_GREEK_9.htm]
name::
* McsEngl.conceptCore876,
* McsEngl.japanese-language,
* McsEngl.language.japanese,
* McsElln.ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΙΑΠΩΝΙΚΗ@cptCore876,
* McsElln.ΙΑΠΩΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
====== lagoJAPANESE:
* Nihongo@cptCore876,
ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ είναι ΓΛΩΣΣΑ της 'ιαπωνιας'...
[hmnSngo.1995.04_nikos]
name::
* McsEngl.lagJpn'EVOLUTION,
{time.1946}:
the writing reform in 1946 to write Japanese as it is pronounced.
{time.century5}:
Before the 4th century AD, the Japanese had no writing system of their own. During the 5th century they began to import and adapt the Chinese script, along with many other aspects of Chinese culture, probably via Korea. However the Japanese were aware of Chinese writing from about the 1st century AD from the characters that appeared on imported Chinese goods.
[http://www.omniglot.com/writing/japanese.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'KONSEPTERO,
kaku = to write
===================== INDICATIVE MOOD =====================
ACTIVE-VOICE
PlainAff PlainNeg PoliteAff PoliteNeg
NonP Inst: kaku (write), kakanai (don't write) kakimasu, kakimasen
Interv: kaite iru(I am writing),
Past Inst: kaita (wrote), kakanakatta (didn't write) kakimashita, kakimasen deshita,
Interv:
--------------------------------------------------------------------------------------------------
PASSIVE-VOICE
PlainAff PlainNeg PoliteAff PoliteNeg
NonP Inst: kakareru (is written), kakarenai, kakaremasu, kakaremasen
Interv:
Past Inst:
Interv:
============================================================
* infinive: kaki (to write)
=============================================================
Te form, affirmative: kaite --used for a variety of forms, including progressive forms (am writing, was writing), polite commands (kaite kudasai), asking permission (kaite mo ii desu ka?), and many others.
Te form, negative: kakanakute
===================== IMPERATIVE MOOD ========================
Imperative: kake (don't use this; see the Politeness chapter)
===================== CONDITIONAL MOOD =======================
Conditional, plain form, affirmative: kakeba or kaitara (if I write, if I will write, etc) -- the -ra form is preferable in cases where "when" is more appropriate than "if"
Conditional form, plain, negative: kakanakareba or kakanakattara (if I do not write, if I did not write, etc)
Conditional form, polite, affirmative: kakimashitara
Conditional form, polite, negative: kakimasendeshitara
===================== CAUSATIVE MOOD ==========================
Causative form, plain, affirmative: kakaseru (is made to write, was made to write)
Causative form, plain, negative: kakasenai (is not made to write, was not made to write)
Causative form, polite, affirmative: kakasemasu
Causative form, polite, negative: kakasemasen
Causative-passive form, plain, affirmative: kakaserareru (was made to write and was adversely affected by it)
Causative-passive form, plain, negative: kakaserarenai (was not made to write and was adversely affected by it)
Causative-passive form, polite, affirmative: kakaseraremasu
Causative-passive form, polite, negative: kakaseraremasen
==================== PRESUMPTIVE MOOD =======================
Presumptive form, plain, affirmative: kaku darou (will probably write)
Presumptive form, plain, negative: kakanai darou (will probably not write)
Presumptive form, polite, affirmative: kaku deshou
Presumptive form, polite, negative: kakanai deshou
==================== VOLITIONAL MOOD ==========================
Volitional form, plain: kakou (let us write)
Volitional form, polite: kakimashou
==================== POTENTIAL MOOD ===========================
Potential form, plain, affirmative: kakeru (able to write)
Potential form, plain, negative: kakenai (not able to write)
Potential form, polite, affirmative: kakemasu
Potential form, polite, negative: kakemasen
==================== EXALTED MOOD ============================
Exalted: okaki ni naru
==================== HUMBLE MOOD =============================
Humble: okaki suru or okaki itasu
lagJpn'verb'TENSE:
* the grammatical functions of the verb—primarily tense and voice—are indicated by means of conjugation.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_grammar]
* Verbs are really the essence of Japanese. Despite the fact that there are essentially only two tenses (present and past), there are far more verb forms in Japanese than in English-- or even in Latin. These forms convey shades of meaning, emotion, condition, and other factors that are usually imparted through the addition of extra words to English sentences. You must understand verbs if you are to master even basic Japanese.
...
Thus, time is not the focus of Japanese verbs. What is the focus? Verbs express very subtle and important details about the speaker's beliefs, wishes, and general knowledge of the situation. You must use different verb endings and/or associated particles to express:
volition ("I expect to do this soon")
strong volition ("I intend to do this")
desire to do something
recommendations/suggestions to the listener
belief that something may occur
strong belief that something will occur
ability to do something
asking permission to do something
commands (which come in at least four forms, depending on politeness level and other things)
invitations/offers to do something
belief that an occurance was regrettable
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/verbs1.html]
* Verbs are conjugated to show tenses, of which there are two: past and present, or non-past, which is used for the present and the future. For verbs that represent an ongoing process, the -te iru form indicates a continuous (or progressive) tense. For others that represent a change of state, the -te iru form indicates a perfect tense. For example, kite iru means "He has come (and is still here)", but tabete iru means "He is eating".
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_language]
lagJpn'verb'PERSON'NUMBER'GENDER:
Japanese verbs do not have a different form to indicate the person (first-, second, and third-person), the number (singular and plural), or gender.
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101a.htm]
lagJpn'verb'FUTURE:
There is no future tense. The present tense is used for future and habitual action as well.
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101b.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb'MAPEELO,
Keep in mind also that many of these verbs have different meanings depending which auxiliary words they are used with (like particles or adverbs).
Also, many of them have multiple meanings that are only clear when you see the word written in kanji.
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/verbs1.html]
_MAPEELO:
1) MOOD#cptCore684.3: attSpe#: indicative, imperative, conditional (if write), causative (is made to write), presumptive (will probably write), volitional (let us write), potential (able to write), exalted, humble,
2) TENSE#cptCore684.9: attSpe#: nonpast, past.
3) INSTANTNESS#cptCore684.10: attSpe#: instant, interval.
4) DIRECTION#cptCore684.11: attSpe#: active, passive.
5) INTERROGATION#cptCore684.5: attSpe#: interogative, noninterogative.
6) AFFIRMATION#cptCore684.4: attSpe#: affirmative, negative.
7) POLITENESS: plain, polite.
) PERFECTIVENESS#cptCore684.7: attSpe#
) NUMBER#cptCore684.6: attSpe#
) PERSON#cptCore684.8: attSpe#
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.DICTIONARY'FORM,
The Dictionary Form
I will be discussing Japanese verbs in terms of their dictionary form, which, as the name implies, is what most dictionaries list as their entry for the verb. The dictionary form corresponds to the plain (i.e. not polite) form of the nonpast indicative tense. This is the tense used to make simple declarative statements such as "I eat", "you go", etc.
All Japanese verbs in the dictionary form end with a syllable from the "u" row of the kana table. Even more restrictively, the last syllable of the verb must be one of the following:
"su",
"ku",
"gu",
"bu",
"mu",
"nu",
"ru",
"tsu",
"u".
If a word does not end in one of these syllables, it is not a verb in the dictionary form.
[http://www.epochrypha.com/japanese/verbs/verbs_overview.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.GODAN,
* McsEngl.lagJpn'verb.type1,
* McsEngl.lagJpn'verb'group1,
The yodan/godan/ichidan method of verb instruction only remains today as one method to teach Japanese verb forms to non-native speakers.
[http://www.timwerx.net/language/jpverbs/lesson1.htm]
_DEFINETRO:
Group 1: ~ U ending Verbs
The basic form of Group 1 verbs end with "~ u". This group is also called Consonant-stem verbs or Godan-doushi (Godan verbs).
hanasu to speak
kaku to write
kiku to listen
matsu to wait
nomu to drink
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101a.htm]
_EXCEPTION:
Additionally there are some homophonic pairs made up of one godan verb and one ichidan verb. Such is the case with the verb "iru" ("to exist" for animate subjects) and "iru" ("to need"). The former is ichidan, the latter is godan. Obviously each verb in such a pair is written with different kanji (for verbs written in kanji), even though the readings are the same. Furthermore, homophonic verbs may take differing pitch accents. Here are a few more:
Ichidan Godan
kiru (to put on) vs. kiru (to cut)
kaeru (to change) vs. kaeru (to return)
neru (to sleep) vs. neru (to knead, to polish up)
[http://www.epochrypha.com/japanese/verbs/verbs_overview.html]
Godan verbs ending in "-eru" or "-iru"
-eru
aseru to hurry
azakeru to ridicule
daberu to chatter
eru to carve
eru to choose
eru to ridicule
fukeru to be absorbed in
fuseru to hide, to lie in ambush
haberu to attend on
heru to humble oneself
heru to decrease
hineru to twist
hirugaeru to turn over, to wave
hoderu (???)
hoteru to feel hot
kaeru to return
kaeru to turn over
kaeru to be hatched
kageru to become cloudy
kakeru to soar
keru to kick
kuneru to be crooked
kutugaeru to be overturned
meru to decrease
nameru (???)
neru to temper
neru to refine
neru to knead
nomeru to fall forward
numeru to be slippery
omoneru to flatter
seru to compete
seseru to pick, to play with
shaberu to talk, to chat
shigeru to grow thick
shikeru to be damp, to be moist
shimeru to be wet, to become wet
soberu to lie sprawled
suberu to slip
takeru to act violently
teru to shine
tsumeru (???)
tsuneru to pinch
uneru to undulate
useru to root with the nose
yomigaeru to rise from the dead
-iru
aburagiru to be greasy
bibiru to be surprised
chigiru to pledge
chiru to scatter
dojiru to mess up
guchiru to grumble
hairu to enter
hashiru to run
hiru to winnow
hojiru to pick, to dig out
hotobashiru to gush, to spurt
ibiru to torment, to roast
ijiru to fiddle with
ikiru to become sultry
iru to boil down
iru to go in
iru to need
iru to roast
kagiru to limit
kajiru to knaw, to have a smattering of (knowledge)
kiru to become misty
kiru to cut
kishiru to become misty
kishiru to squeak, to creak
kojiru to gouge, to wrench
kubiru to grip, to strangle
kujiru to gouge, to scoop
mairu to come, to go (humble)
majiru to mingle
meiru to feel depressed
mikubiru to underrate, to belittle
minagiru to overflow
mogiru to wrench
mojiru to parody, to twist
mushiru to pluck, to pick, to tear
najiru to rebuke
nejiru to twist
nigiru to grasp
nijiru to edge forward
nonoshiru to abuse verbally
ochiiru to fall, to sink
omoiiru to ponder, to contemplate
omoikiru to resign to fate, to despair
sebiru to pester for
shiru to know
soshiru to slander
sujiru to wriggle
tagiru to seethe
tamagiru to be frightened
tobashiru to gush
tochiru to fumble
yajiru to jeer at
yogiru to pass by, to drop in
yojiru to twist, to distort
yokogiru to cross, to traverse
[http://www.epochrypha.com/japanese/verbs/verbs_iru_eru_godans.html]
The following verbs belong to Group 1, though they end with "~ iru" or "~ eru".
- lagJpn'hairu to enter
- lagJpn'hashiru to run
- lagJpn'iru to need
- lagJpn'kaeru to return
- lagJpn'kagiru to limit
- lagJpn'kiru to cut
- lagJpn'shaberu to chatter |to talk, to chat
- lagJpn'shiru to know
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101a.htm]
- lagJpn'mairu to come, to go (humble)
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.ICHIDAN,
* McsEngl.lagJpn'verb.type2,
* McsEngl.lagJpn'verb'group2,
* McsEngl.lagJpn'verb.one'step,
Group 2: ~ Iru and ~ Eru ending Verbs
The basic form of Group 2 verbs end with either "~iru" or "~ eru". This group is also called Vowel-stem-verbs or Ichidan-doushi (Ichidan verbs).
~ iru ending
kiru to wear
miru to see
okiru to get up
oriru to get off
shinjiru to believe
~ eru ending
akeru to open
ageru to give
deru to go out
neru to sleep
taberu to eat
There are some exceptions. The following verbs belong to Group 1, though they end with "~ iru" or "~ eru".
hairu to enter
hashiru to run
iru to need
kaeru to return
kagiru to limit
kiru to cut
shaberu to chatter
shiru to know
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101a.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.IRREGULAR,
* McsEngl.lagJpn'verb.type3,
* McsEngl.lagJpn'verb.group3,
Group 3: Irregular Verbs
There are only two irregular verbs, kuru (to come) and suru (to do).
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101a.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.KURU (to come),
* McsEngl.lagJpn'kuru,
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.SURU (to do),
* McsEngl.lagJpn'suru,
The verb "suru" is probably the most often used verb in Japanese. It is used as "to do," "to make," or "to cost". It is also combined with many nouns (of Chinese or Western origin) to make them into verbs. Here are some examples.
benkyousuru to study
ryokousuru to travel
yushutsusuru to export
dansusuru to dance
shanpuusuru to shampoo
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa031101a.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.RENTAIKEI,
* McsEngl.lagJpn'rentaikei'conjugation,
The rentaikei conjugation is the basic conjugation of verbs and verbal adjectives. This conjugation is also the form under which you would look for a word in a dictionary.
The rentaikei has two functions:
1. The main (closing) verb of a sentence.
2. The attributive verb in front of nouns.
[http://japan-studies.com/language/grammar/conjugations/rentaikei/]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.REN'YOUKEI,
* McsEngl.lagJpn'Ren'youkei'conjugation,
The ren'youkei conjugation is used to combine verbs and is the basis for most extensions like the -te form and the past tense. The ren'youkei has many contraction which is why the ren'youkei is often hard to identify. If you cannot identify the conjugation from the five main conjugations, chances are that it is a contraction with the ren'youkei.
The ren'youkei can also be used to make nouns out of verbs and to combine two sentences.
?? ?? hiku to pull
?? ?? dasu to take out
???? ???? hikidashi a pull and take out ? a drawer
????????????????? (Otouto wa Takurou to ii ani wa Tarou to iimasu.)
My younger brother is called Takuro and my older brother Taro.
[http://japan-studies.com/language/grammar/conjugations/renyokei/]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.IZENKEI,
* McsEngl.lagJpn'Izenkei'conjugation,
The izenkei conjugation has only one function in modern Japanese. Combined with + ? (ba) it is one of several conditional forms, translated as "if" or "when".
No contractions occur with the izenkei.
[http://japan-studies.com/language/grammar/conjugations/izenkei/]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.MIZENKEI,
* McsEngl.lagJpn'Mizenkei'conjugation,
The mizenkei conjugation is used for forming negative forms, subjunctive forms, causative forms and passive forms.
The Mizenkei and extensions
The mizenkei can be combined with the following extensions. Click the links to get detailed information on how they are used.
Mizenkei + ? (u) / Mizenkei +?? (you)
Mizenkei + (?)?? ((sa)seru)
Mizenkei + ? (zu)
Mizenkei + ?? (nai) / Mizenkei + ? (n)
Mizenkei + (?)?? ((ra)reru)
[http://japan-studies.com/language/grammar/conjugations/mizenkei/]
name::
* McsEngl.lagJpn'verb.MEIREIKEI,
* McsEngl.lagJpn'Meireikei'conjugation,
The meireikei is used as an imperative and placed at the end of the sentence as the main verb. Use of this form should be avoided, since, as you probably well understand, it is often extremely insulting.
?????! (Te wo age ro!) Put your hands up!
?????! (O-kane wo kure!) Give me your money!
??????! (Kocchi e koi!) Come here!
??! (Shine!) Die!
???! (Ganbare!) Go for it! / Keep going!
[http://japan-studies.com/language/grammar/conjugations/meireikei/]
* Japanese nouns do not have gender, they may not be modified by definite or indefinite articles because none exist in Japanese, and the singular and plural forms are usually the same. In romaji the names of persons and places are capitalized as are the names of languages except English (eigo).
hon book, books, a book, the book, the books
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
1. Japanese nouns have no gender and number.
[http://japanese.about.com/blank2.htm]
_USAGE:
* They can perform
- a subject or
- an object in a sentence. They can also perform
- a possessive part.
De`suku, kya`binetto are ordinary nouns.
[http://homepage3.nifty.com/jgrammar/grammar/jgr_noun.htm]
DEFINITENESS:
If strict expressions are really necessary, you might say it as follows.
* a desk, desks ? a`ru de`suku ( ?? ??? )
* the desk ? so'no de`suku ( ?? ??? )
* the desks ? so're`-ra no de`suku ( ???? ??? )
[http://homepage3.nifty.com/jgrammar/grammar/jgr_noun.htm]
lagJpn'noun'INSTANCE:
* hon => book.
** a:
* sakana => fish.
** e:
* neko => cat.
** i:
* sensei => doctor.
** o:
** u:
* inu = dog.
name::
* McsEngl.lagJpn'ADJECTIVE,:
DEFINETRO:
* English adjectives are more similar to nouns than to verbs, and they require the copula be to become predicators. On the other hand, Japanese adjectives are more similar to verbs, and they don't need a copula. They have inflection like verbs.
All Japanese adjectives end with the hiragana "i" if they are in the nonpast form. An adjective consists of a stem and a suffix as verbs do, and the stem never changes while suffixes can change. The final /i/ in the nonpast form of an adjective is the suffix, and the rest is the stem. Please note that the suffix for the nonpast form of verbs is /u/, and that of adjectives is /i/.
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/adjective.html]
Why do I write "adjectives" in quotes for this chapter? Because your mind has a preset idea of what an adjective is-- based on how English uses words called adjectives to modify nouns-- and the Japanese adjective is not quite the same. It is indeed a class of words that modifies nouns, but it does so in a different way than the corresponding class in English. Hence, your intuition will be wrong in some cases.
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/adjectives.html]
There are two types of adjectives in Japanese: i-adjectives and na-adjectives. I-adjectives all end in "~ i," though they never end in "~ ei" (e.g. "kirei" is not an i-adjective.)
Japanese adjectives differ from their English counterparts. Although Japanese adjectives have functions to modify nouns like English adjectives, they also function as verbs when used as predicates. For example, "takai(??)" in the sentence "takai kuruma (???)" means, "expensive". "Takai(??)" of "kono kuruma wa takai (??????)" means not just "expensive" but "is expensive". When i-adjectives are used as predicates, they may be followed by "~ desu(~??)" to indicate a formal style. "Takai desu (????)" also means, "is expensive" but it is more formal than "takai (??)".
[http://japanese.about.com/library/weekly/aa040101a.htm]
_EXAMPLE:
::mdtjpn: Kimono wa utukusii.
=> noun (kimono) topic-marker adjective (is beautiful) => Kimonos are beautiful.
name::
* McsEngl.lagJpn'adjective'NON'VERBAL,
Non-verbal adjectives
Besides verbal adjectives there are the non-verbal adjectives. In the Japanese language, nouns can be used as adjectives. We've already seen this in the previous lessons. When a noun is used to describe another noun, they are connected by the particle ? (no).
[http://www.japan-studies.com/language/lesson06/2.php]
name::
* McsEngl.lagJpn'adjective'i,
* McsEngl.lagJpn'i'adjective,
EXAMPLE:
::mdtjpn: hokkaidou wa samui desu. => Hokkaido is cold.
::mdtjpn: hokkaidou wa samui tokoro desu. => Hokkaido is a cold place.
::mdtjpn: furorida wa samukunai desu. => Florida is NOT cold.
::mdtjpn: kono fuyu wa samukatta desu. => This winter was cold.
::mdtjpn: natsu wa samu kuna katta desu. => Summer was not cold.
::mdtjpn:
_INSTANCE:
* samui => cold.
* omoshiroi => (That's) interesting (or fun)!
* oishii => (That's) delicious!
* akai => red
* hayai => fast
* nagai => long
name::
* McsEngl.lagJpn'adjective'na,
* McsEngl.lagJpn'na'adjective,
EXAMPLE:
::mdtjpn: anata wa kirei desu. => You are beautiful.
::mdtjpn: anata wa kirei na hito desu. => You are a beautiful person.
::mdtjpn: anata wa kirei dewa arimasen. => You are NOT beautiful.
::mdtjpn: anata wa kirei deshita. => You were beautiful.
::mdtjpn: anata wa kirei dewa arimasen deshita. => You were not beautiful.
_INSTANCE:
* benri => (That's) convenient!
* kirei => pretty beautiful => kirei na onna - pretty woman
* shizuka => quiet => shizuka na yoru - quiet night
* rippa => great, splendid => rippa na boushi - great hat
name::
* McsEngl.lagJpn'ADVERB,
To form an adverb from an -i adjective, add -ku to the stem.
yasui cheap yasuku cheaply
hayai quick hayaku quickly
ii good yoku well [Irregular]
Kino^ no ban Torako wa yoku nemashita.
Torako slept well last night.
To form an adverb from a -na adjective, use ni after the adjective.
shizuka quiet shizuka ni quietly
kantan simple kantan nisimply
Torako wa shizuka ni arukimasu.
Torako walks quietly.
Of course, there are many adverbs which are not derived from verbs.
kino^ yesterday amari not much sukoshi a little
kyo^ today bakkari only tabun perhaps
ashita tomorrow chotto a little taihen very
mainichi every day ikaga how takusan a lot
maiasa every morning itsumo always tokidoki sometimes
ima now mata again totemo very
yagate soon mo^ more yukkuri slowly
sugu immediately motto more zenzen at all (with neg. verbs)
mada yet, still nakanaka completely
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
lagJpn'adverb.INSTANCE:
itsumo - always
yukkuri - slowly, leisurely
name::
* McsEngl.lagJpn'PRONOUN,
INFLECTION:
Remember cases are shown by postpositions, so there is no inflection of nouns and pronouns in Japanese.
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/pronoun.html]
PLURAL:
I have told that Japanese doesn't care about singular and plural, but pronouns are exceptional. Using singular pronouns for plural people is strange and vice versa.
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/pronoun.html]
_USAGE:
* You see, instead of substituting pronouns for nouns, Japanese mostly eliminates words from the sentence to avoid repeating them. This seems vague and confusing at first, until you learn enough Japanese to realize that other words in the sentence (usually the particles and the verb) have fine shades of meaning that make the sentence perfectly clear despite having many words eliminated.
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'pronoun'PERSONAL,
Pronouns:
lagJpn'watashi - I
lagJpn'anata - you
lagJpn'kare - he
lagJpn'kanojo - she
lagJpn'watashitachi - we
lagJpn'anatatachi/ lagJpn'anatagata - you (plural)
lagJpn'karetachi/ lagJpn'karera - them (when referring to a group that includes males)
lagJpn'kanojotachi/ lagJpn'kanojora - them (for an all-female group)
Note: As I stated earlier, Japanese pronouns are far less common in polite speech than their English counterparts. Also note that these pronouns can be made plural by adding -tachi, but where others exist (for "you" and "them," above), the other ones are more common.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'pronoun'DEMONSTRATIVE,
Japanese classifies objects as
- "close to the speaker,"
- "close to the listener," and
- "not close to either the speaker or the listener."
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'pronoun.QUESTION,
* McsEngl.lagJpn'question'word,
What: lagJpn'nani or lagJpn'nan
Where: lagJpn'doko
Where to: doko ni
Where at: doko de
Why: lagJpn'doushite or naze
Who: lagJpn'dare or lagJpn'donata
With whom: dare to
To whom [did you give something]: dare ni
Which: lagJpn'dore
Which (particular object): lagJpn'dono (object)
What kind of: lagJpn'donna
How (by what means, as in travelling): lagJpn'nan de
How (used to propose something, like "how about X?"): lagJpn'ikaga
How much [does something cost]: lagJpn'ikura
How many (also used for asking a person's age): lagJpn'ikutsu
How long will something take: lagJpn'donogurai
When (time in general): lagJpn'itsu
What time (specific hour): lagJpn'nanji
What day (of the week): lagJpn'nan-youbi
What day (of the month), or what date: nan-nichi
What month: lagJpn'nangatsu
How manu months: nan-kagetsu
What year: nan-nen
How many people: nan-nin
How many animals: lagJpn'nanbiki
What floor (of a building): lagJpn'nangai
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/senstruc.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'KORELATERO,
http.JAPANESE.KORELATERO:
* http://www.thejapanesepage.com/grammar2.htm:
name::
* McsEngl.lagJpn'PREPOSITION,
lagJpn'NAKA:
Naka is used to express inside:
::mdtjpn: Neko wa hako no naka ni iru. (The cat is in the box.)
Naka is also used for among:
::mdtjpn: Yamamoto Sensei wa gakusei no naka de ninkimono desu. (Mr. Yamamoto is popular among the students.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'SHITA:
Shita is the opposite of ue:
::mdtjpn: Inu wa teeburu no shita ni iru. (The dog is under the table.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'SOTO:
Soto is used for the outside of things or places:
::mdtjpn: Kodomotachi wa soto de asonde iru. (The kids are playing outside.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'UE:
Ue is for things sitting on things, the top of things, as well as above things:
::mdtjpn: Jisho wa tsukue no ue ni aru. (The dictionary is on the desk.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Mae is used for in front of:
::mdtjpn: Eki no mae de matte ne. (Wait in front of the station, okay?)
::mdtjpn: Jitensha wa ie no mae ni oite kudasai. (Please park your bicycle in front of the house.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Ushiro or lagJpn'ura is used for behind:
::mdtjpn: Kuruma wa ie no ura ni aru. (The car is behind the house.)
::mdtjpn: Hako no ushiro ni nezumi ga iru. (There's a mouse behind the box.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Soba, lagJpn'yoko, and lagJpn'tonari are used for next to:
::mdtjpn: Shako wa ie no soba ni aru. (The garage is next to the house.)
::mdtjpn: Miki wa tonari no ie ni sunde imasu. (Miki lives in the house next door.)
::mdtjpn: Gakkou no yoko ni kouba ga aru. (There's a factory next to the school.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Aida shows that something is between two other things:
::mdtjpn: Yuubinkyoku wa toshokan to eigakan no aida ni aru. (The post office is between the library and the movie theater.)
::mdtjpn: Watashi no kasa wa reizouko to kabe no aida ni atta. (My umbrella was between the refrigerator and the wall.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Mawari is used for around a thing or area:
::mdtjpn: Kare no ie no mawari ni tambo ga aru. (There are rice paddies around his house.)
::mdtjpn: Bokutachi wa Takamatsu no mawari o doraibu shita. (We drove around Takamatsu.)
Please note that in the second example above mawari does not mean "around the perimeter of Takamatsu" only, but "in and around," just the same as the English equivalent.
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Ni: (\u306B;12395;HIRAGANA LETTER NI)
* This is a multipurpose marker:
1) indirect object (receiver): hon o anata ni agemasu => (I) give you a book.
2) place where something is going to: toukyou ni ikimasu (I) am going to Tokyo. (can also use ?)
3) time (at, in): shichi ji ni shuppatsu => (I) will leave at 7.
4) in/at a place: toukyou ni sundeimasu => (I) live in Tokyo.
X wa Y ni iru.
X is in the Y.
X no Y ni wa Z ga aru.
There is a Z in X's Y.
5) purpose (to): kouhi ni shimashou - Let's have coffee.
[http://www.thejapanesepage.com/grammarparticle.htm]
* shows motion directed towards something:
::mdtjpn: Kouen ni ikimashou. (Let's go to the park.)
::mdtjpn: Sono okane wa fuutou no naka ni irete ne. (Put that money in the envelope, okay?)
::mdtjpn: Ashita Osaka ni iku. (I'm going to Osaka tomorrow.)
Ni is also used for in, on, at specific times, days, dates, seasons, etc:
::mdtjpn: Rokuji ni kite ne. (Come at 6:00, okay?)
::mdtjpn: Senshuu no kayoubi ni tsuita. (I arrived last Tuesday.)
::mdtjpn: Sen kyuuhyaku hachijuu ichi nen ni nihon ni kita. (I came to Japan in 1981.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Kara:
* shows motion from something:
::mdtjpn: Kono hon o amerika kara motte kita. (I brought this book from America.)
::mdtjpn: Ano hako kara ringo o totte kudasai. (Please take an apple from that box.)
::mdtjpn: amerika kara kimashita.
(I) came from America.
* The ablative case marker "kara" is the postposition for the starting point of a movement. It is the same as the English preposition from, and the sentence above means "I came from San Diego."
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/dialogue2.html#kara]
* Reason
Isogashii kara, eiga ni ikimasen deshita.
Because I was busy, I didn't go to the movie.
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
* time
::mdtjpn: hachi ji kara hajimemashou.
Let's start at (from) 8 O'clock.
lagJpn'Chikai or lagJpn'chikaku'ni:
* is used for near:
::mdtjpn: Kuukou wa chikai. (The airport is nearby.)
::mdtjpn: Watashitachi no ie no chikaku ni takusan no mise ga aru. (Near our house are many stores.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Tooi (pronounced like "toy") or tooku ni is used for far:
::mdtjpn: Eki wa koko kara tooi. (The train station is far from here.)
::mdtjpn: Kare wa tooki ni sunde imasu. (He lives far away.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'Mukai is used for opposite something:
::mdtjpn: Honya wa kouen no mukai ni aru. (The bookstore is opposite the park.)
::mdtjpn: Kanojo wa gakkou no mukai ni sunde imasu. (She lives across from the school.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
lagJpn'mukou is used for beyond:
::mdtjpn: Minato wa hoteru no mukou ni aru. (The harbor is beyond the hotel.)
::mdtjpn: Shokudou wa kaigishitsu no mukou ni arimasu. (The cafeteria is on the other side of the conference room.)
[http://www.timwerx.net/language/prepositions.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'PARTICLE,
* McsEngl.lagJpn'joshi,
DEFINETRO:
* Particles are one or two hiragana characters that attach to the end of a word to define what grammatical function that word is serving in the sentence. Using the correct particles is very important because the meaning of a sentence can completely change just by changing the particles. For example, the sentence "Eat fish." can become "The fish eats." simply by changing one particle.
[http://www.guidetojapanese.org/particles.html]
* Particles are probably one of the most difficult and confusing aspects of Japanese sentences. A particle (joshi) is a word that shows the relationship of a word, a phrase, or a clause to the rest of the sentence. Some particles have English equivalents. Others have functions similar to English prepositions, but since they always follow the word or words they mark, they are post-positions. There are also particles that have a peculiar usage which is not found in English. Most particles are multi-functional.
[http://japanese.about.com/blparticles.htm]
* Japanese, on the other hand, uses short words called "particles" to mark a word's purpose.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
lagJpn'wa (\u306F;12399;HIRAGANA LETTER HA)
lagJpn'topic:
* marks the topic of a sentence. Very often this topic is the subject of the sentence, but not always. It most closely resembles the phrase "as for"
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
* The topic marker is added after other postpositions. You have already learned two postpositions; one is the nominative marker "ga", and the other is the accusative marker "o". The topic marker overrides and removes the two postpositions. No other postpositions are overridden.
ga + wa => wa,
o + wa => wa,
ni + wa => niwa, (dative marker)
de + wa => dewa, (lokative marker)
kara + wa => karawa, (ablative marker: from ...)
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/topicfocus.html]
::mdtjpn: Nakamura san wa sensei desu. => [Nakamura (as for) teacher is./As for Nakamura, he is a teacher.] Nakamura is a teacher.
lagJpn'ga (\u304C;12364;HIRAGANA LETTER GA)
* marks the subject of a sentence and puts emphasis on it. It is very confusing at first to distinguish between the uses of wa and ga since both can label a subject, but they are very different sometimes and I will strengthen this distinction as we go along
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
* but
::mdtjpn: Tanaka san wa kimasu ga, Watanabe san wa kimasen.
Mr. Tanaka is coming, but Mr. Watanabe isn't.
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
::mdtjpn: kuma no pu-san ga suki desu ga, Doraemon wa amari suki ja nai.
I like Winnie the Pooh but I don't like Doraemon too much.
- NOTE: The first ga in the above example is the subject marker
lagJpn'ne:
Terribly overused ne
The correct place for ne is at the end of a sentence, where it is used to check or request the agreement of the listener:
* Ashita watashitachi to issho ni ikimasu ne. (You're going with us tomorrow, right?)
* Ii otenki desu ne. (Nice weather, isn't it. [with a falling intonation])
However, like "y'know" in English, too many people have the habit of grossly overusing ne. I've even heard speeches where it was put between almost every word. Be careful not to overdo it.
[http://www.timwerx.net/language/particles.htm]
* ne Confirmation
Gakusei desu ne.
You are a student, aren't you?
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
lagJpn'no (\u306E;12398;HIRAGANA LETTER NO)
(lagJpn'compound'noun):
* no signifies that the item before it posesses the item after it. This meaning can be broadened to the sense of attatching attributes to nouns.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip.html]
* Two nouns used together as a compound noun are joined by the particle no.
nihongo no kurasu Japanese language class
::mdtjpn: apato no biru => apartment building
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
* signifies that the item before it posesses the item after it. This meaning can be broadened to the sense of attatching attributes to nouns.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
::mdtjpn: neko no omocha - Cat's toy
::mdtjpn: watashi no neko - My cat [I's cat]
::mdtjpn: nihon no kuruma - Japanese car [Japan's car]
::mdtjpn: watashi no hon desu. => (it's) my book.
::mdtjpn: amerika no furorida shuu kara kimashita.
(I) came from America's Florida state. (I came from Florida, America.)
::mdtjpn: Nakamura wa anata no sensei desu. => [As for Nakamura, he is you('s) teacher.] Nakamura is your teacher.
lagJpn'o lagJpn'wo (\u3092;12434;HIRAGANA LETTER WO)
* The grammatical object of a sentence:
::mdtjpn: neko wa sakana o taberu =>
Cats TOPIC fish OBJECT eat => Cats eat fish.
* marks the direct object of a sentence. It tells what or who receives the action of the verb.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
lagJpn'e:
* shows the direction or destination of a motion.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
::mdtjpn: toukyou he ikimasu => (I) am going to Tokyo.
lagJpn'ka (lagJpn'question):
* To form a question, just insert the question word in the position in the sentence where the answer would be in the declarative case, then attach ka to the end of the sentence. It's like this:
She will read a book: Kanojo wa hon o yomimasu.
Will she read a book?: Kanojo wa hon o yomimasu ka.
What will she read?: Kanojo wa nani o yomimasu ka.
Who will read a book?: Dare ga hon o yomimasu ka.
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/senstruc.html]
* ka shows that a sentence is a question. In English, questions can often be very different from their corresponding statements, for example, "Does he go to the store?" has a rather different word order from "He goes to the store." In Japanese, this is usually not the case and a statement can be changed to a question simply by tacking a ka onto the end.
[http://maktos.jimmyseal.net/jip/lesson4.html]
Composing questions in Japanese is easy! The word order remains the same, and a sentence becomes a question by adding the particle "ka" at the end. Question marks are not used in Japanese.
[http://japanese.about.com/blank11.htm]
ka Enumeration (or)
Ocha ka ko^hi^ ikaga desu ka.
How about tea or coffee?
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
lagJpn'de:
1) by means of:
::mdtjpn: kuruma de ikimashou => Let's go by (means of) car.
2) place where the action happens:
::mdtjpn: ie de terebi o mimasu => (I) watch tv at home.
3) cause, reason:
::mdtjpn: taifuu de ki ga taoremashita => Because of the typhoon, a tree fell.
[http://www.thejapanesepage.com/grammarparticle.htm]
lagJpn'da:
1) When used as a subject particle, (da) describes aspect "B" of subject "A".
::mdtjpn: Watashi wa Jon da. ==> I'm John.
[http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/ab.php]
2) A wa B ga C da.
It normally translates as: Talking about "A", "B" is "C".
::mdtjpn: Yamada-san wa ji ga jouzu da. => Ms. Yamada's handwriting is pretty.
lagJpn'mo Also, both ... and, neither ... nor
::mdtjpn: Watashi wa ocha ga suki desu. Kohii mo suki desu.
I like tea. I also like coffee.
::mdtjpn: Ocha mo kohii mo nomimasu.
I drink both tea and coffee.
::mdtjpn: Ocha mo kohii mo nomimasen.
I drink neither tea nor coffee.
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
::mdtjpn: doitsu go mo hanaseru.
I can also speak German.
lagJpn'nagara Simultaneous action
Aruki nagara, mondai ni tsuite kangaemashita.
While walking, I thought about the problem.
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
lagJpn'yo: yo Emphasis
Gakusei desu yo.
So you're a student!
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
lagJpn'made: until, through, as far as
TIME:
::mdtjpn: watashi wa shichi ji kara hachi ji made nihongo wo benkyou shimasu.
I study Japanese from seven until eight.
PLACE:
::mdtjpn: koko kara toukyou made sanjuu pun kakarimashita.
From here to Tokyo, it took 30 minutes.
lagJpn'toka: - and, or -> etc. (used in lists of 2 or more things and then the list continues)
::mdtjpn: gakkou de eigo toka furansu go toka doitsu go nado wo benkyou shimashita.
In school, I studied English, and French, and German...
lagJpn'na: (\u306A;12394;HIRAGANA LETTER NA)
* The na-adjective is very simple to learn because it acts essentially like a noun. In fact, they are so similar; you can assume that they behave the same way unless I specifically point out differences. One main difference is that a na-adjective can directly modify a noun following it by sticking ??? between the adjective and noun. (Hence the name, na-adjective.)
[http://www.guidetojapanese.org/wiki/index.php/Adjectives]
lagJpn'ato:
::mdtjpn: Akunin o koroshita ato, hayaku nigeta. =>
Scoundrel (who) killed after, quickly escaped.
After (he) killed the scoundrel, he quickly escaped.
lagJpn'to (\u3068;12392;HIRAGANA LETTER TO):
::mdtjpn: supu^n to fo^ku de sakana wo tabeta . => Ate fish by means of fork and spoon.
name::
* McsEngl.lagJpn'particle.SPESIFEPTO,
Japanese has several communication-oriented particles to clarify a speaker's intention. Let's call them emotion markers here. You have learned two other kinds of particles: case markers (postpositions), such as the nominative marker "ga", and information markers, such as the topic marker "wa". There are several other categories, but we focus on these three categories now.
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/emotion.html]
name::
* McsEngl.jpn.particle.CASE,
* McsEngl.case'particle@cptCore876,
name::
* McsEngl.jpn.particle.INFORMATION,
* McsEngl.information'particle@cptCore876,
name::
* McsEngl.jpn.particle.EMOTION,
* McsEngl.sentence'final'particle@cptCore876,
Actually emotion markers should appear only at the end of a sentence, so they are called sentence-final particles. They will never appear in relative clauses.
lagJpn'baai:
* conditional clause:
::mdtjpn: Osoku naru baai, renraku shite kudasai means => In case/if it gets late, please call.
name::
* McsEngl.lagJpn'LETETRO,
* McsEngl.lagJpn'unit,
QUANTITY:
It has 6000 symbols.
Choice of script:
All words in Japanese can be written in either katakana, hiragana, or ro-maji. Most words also have a kanji form. The choice of which type of writing to use depends on a number of factors, including standard conventions, readability, and stylistic choices.
Some Japanese words are written with different kanji depending on the specific usage of the word -- for instance, the word "naosu" (to fix, or to cure) is written ?? when it refers to curing a person, and ?? when it refers to fixing something. In some cases (such as the preceding one) the distinction is simple, whereas in some cases the distinction in nuance is difficult enough that an author will write the word in hiragana to avoid the possible error of choosing the wrong kanji.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_writing_system]
http.JAPANESE.WRITING:
* http://members.aol.com/writejapan/index.htm: http://members.aol.com/writejapan/index.htm
* http://thejapanesepage.com/readarticle.php?article_id=2: http://thejapanesepage.com/readarticle.php?article_id=2:
name::
* McsEngl.lagJpn'KANJI (LOGOGRAFIC),
_USAGE:
Kanji (#28450#23383) are used for
* nouns,
* stems of adjectives and verbs, and
* Japanese names.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_writing_system]
Q. How many kanji do I need to learn to read Japanese?
A. Japanese is written in a combination of three scripts: hiragana, katakana and kanji, originated from Chinese characters. They were introduced to Japan nearly 2,000 years ago. Several centuries later, hiragana and katakana developed from kanji to express Japanese syllables phonetically.
If you wish to become proficient in reading and writing Japanese, you need to learn kanji. However if you are a beginner, I recommend you learn hiragana and katakana first, then kanji. Japanese schoolchildren also learn hiragana and katakana first. It is possible to write entire Japanese sentences in hiragana. Even after mastering kanji, when you forget or don't know the kanji characters for a word, you can write it in hiragana phonetically.
It is said that some 50,000 kanji exist. However, many kanji are not necessarily used in daily life. The Japanese Ministry of Education designated 1,945 characters as Jooyoo Kanji, which are the most frequently used characters. It would be very helpful to learn all Jooyoo Kanji, but the basic 1,000 characters are sufficient to read about 90% of the kanji used in a newspaper (about 60% with 500 characters). Since children's books use less kanji, they would be a good resource to practice your reading.
[http://japanese.about.com/blqow27.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'HIRAGANA (SYLLABIC),
_DESCRIPTION:
There are 46 hiragana characters for 46 different sounds. Hiragana are used for expressing "grammatical" elements such as particles, and endings of adjectives and verbs which show tenses, etc. Kanji are used for expressing "meaningful" elements such as nouns and stems of adjectives and verbs.
It is possible to write entire Japanese sentences in hiragana. If an adult forgets certain kanji which are rarely used, he/she may substitute hiragana for them. Since the basic 46 hiragana symbols and some modifications of the suffice for all Japanese sounds, Japanese children start to read and write Japanese all in hiragana before making an attempt to learn some of the two thousand kanji currently used.
[http://japanese.about.com/library/blank6.htm]
_UNICODE:
In Unicode, Hiragana occupies code points U+3040 to U+309F:
_USAGE:
Hiragana (???) are used to write, for example,
* inflectional endings for adjectives and verbs (okurigana ????),
* grammatical particles (joshi ??),
* Japanese words that have no kanji, or where the kanji are difficult to read, or where you do not know the kanji, or where you know the kanji but you think your reader is unlikely to know them, and
* indications of how to read kanji (furigana ????).
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_writing_system]
http.JAPANESE.HIRAGANA:
* http://www.kids-japan.com/hira-chart.htm: sounds
* http://members.aol.com/writejapan/hiragana/writutor.htm: http://members.aol.com/writejapan/hiragana/writutor.htm
* http://japanese.about.com/library/blhira.htm: http://japanese.about.com/library/blhira.htm
name::
* McsEngl.lagJpn'KATAKANA (SYLLABIC),
_UNICODE:
U+30A0–U+30FF] Katakana
_USAGE:
Katakana (???) are used to write, for example,
* foreign words and names,
* commonly used animals, plants or objects whose kanji are uncommonly used, such as "tokage" (lizard), "bara" (rose), "ro-soku" (candle),
* onomatopoeia,
* emphasized words, much like italicized words in English text, and
* technical and scientific words, such as plant, animal, and mineral names.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_writing_system]
http.JAPANESE.KATAKANA:
* http://www.kids-japan.com/kata-chart.htm:
name::
* McsEngl.lagJpn'ROMAJI (SYLLABIC),
* McsEngl.lagJpn'Latin'Alphabet,
_USAGE:
Latin alphabet (?????) are used to write
* acronyms and initialisms, for example NATO;
* Japanese names or other words intended for use outside of Japan (for example, Japanese names on business cards, in passports, etc.);
* company names, brand names or product names, etc. used both inside and outside of Japan; and
* foreign words and phrases that appear in an otherwise Japanese context, such as words that appear in advertising, on consumer goods intended for Japanese consumption, etc.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_writing_system]
http.JAPANESE.ROMANJI:
* http://www.romaji.org/: http://www.romaji.org/
name::
* McsEngl.lagJpn'HEPBURN,
Hepburn system (????/hebon-shiki)
The Hepburn system was devised by James Curtis Hepburn (1815-1911), an American missionary from Philadelphia who arrived in Japan in 1859 and compiled the first modern Japanese-English dictionary about a decade later. The Hepburn system is now the most widely used romanisation system.
Ro-maji (Hepburn System) with katakana and hiragana
Reading in vertical columns running from top to bottom and from right to left, the first column (in green) is hiragana, the second (in yellow) is katakana and the third is ro-maji, and so on.
Basic syllables
#img.japanese_kana.gif#
Additional syllables
#img.japanese_kana2.gif#
Pronunciation
#img.japanese_pronunciation.gif#
[http://www.omniglot.com/writing/japanese_romaji.htm]
JAPANESE SOUND: hepburn (kunrei):
* VOUELS#pl:\data1TechInfo\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\a_row.au#: a, i, u, e, o
* lagJpn'K: ka, ki, ku, ke, ko#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ka_row.au#,
* lagJpn'S: sa, shi(si), su, se, so#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\sa_row.au#,
* lagJpn'T: ta, chi(ti), tsu(tu), te, to#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ta_row.au#,
* lagJpn'N: na, ni, nu, ne, no#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\na_row.au#,
* lagJpn'H: ha, hi, fu(hu), he, ho#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ha_row.au#,
* lagJpn'M: ma, mi, mu, me, mo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ma_row.au#,
* lagJpn'Y: ya, yu, yo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ya_row.au#,
* lagJpn'W: wa, wo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\wa_row.au#,
* lagJpn'n consonant#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\v_n.au#:
* lagJpn'G: ga, gi, gu, ge, go#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ga_row.au#,
* lagJpn'Z: za, ji(zi), zu, ze, zo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\za_row.au#,
* lagJpn'D: da, di, du, de, do#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\da_row.au#,
* lagJpn'B: ba, bi, bu, be, bo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ba_row.au#,
* lagJpn'P: pa, pi, pu, pe, po#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\pa_row.au#,
* lagJpn'KY: ka, ku, ko#pl:\data1TechInfo\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\kya_row.au#,
* lagJpn'SH: sha(lagJpn'sya), sha(syu), sho(syo)#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\sya_row.au#,
* lagJpn'CH: cha(lagJpn'tya), chu(tyu), cho(tyo)#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\cya_row.au#,
* lagJpn'NY: nya, nyu, nyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\nya_row.au#,
* lagJpn'HY: hya, hyu, hyo#pl:\Data1TechInfo\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\hya_row.au#,
* lagJpn'MY: mya, myu, myo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\mya_row.au#,
* lagJpn'RY: rya, ryu, ryo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\rya_row.au#,
* lagJpn'GY: gya, gyu, gyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\gya_row.au#,
* lagJpn'J: ja(lagJpn'zya), ju(zyu), jo(zyo)#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\zya_row.au#,
* lagJpn'BY: bya, byu, byo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\bya_row.au#,
* lagJpn'PY: pya, pyu, pyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\pya_row.au#
name::
* McsEngl.lagJpn'KUNREI,
Kunrei system (???/kunreishiki "Cabinet Ordinance system")
The Kunrei system was promulgated by the Japanese government during the 1930s. A revised version was issued in 1954.
The main differences in spelling between the Kunrei and Hepburn systems are as follows (Hepburn in brackets):
si (shi),
ti (chi), tu (tsu),
hu (fu),
zi (ji),
sya (sha), syu (shu), syo (sho),
tya (cha), tyu (chu), tyo (cho),
zya (ja), zyu (ju), and zyo (jo).
Long vowels: a^ (a-), e^ (e-), i^ (i-), o^ (o-), u^ (u-).
[http://www.omniglot.com/writing/japanese_romaji.htm]
JAPANESE SOUND: kunrei (hepburn):
* VOUELS#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\a_row.au#: a, i, u, e, o
* K: ka, ki, ku, ke, ko#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ka_row.au#,
* S: sa, si(shi), su, se, so#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\sa_row.au#,
* T: ta, ti(chi), tu(tsu), te, to#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ta_row.au#,
* N: na, ni, nu, ne, no#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\na_row.au#,
* H: ha, hi, hu(fu), he, ho#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ha_row.au#,
* M: ma, mi, mu, me, mo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ma_row.au#,
* Y: ya, yu, yo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ya_row.au#,
* W: wa, wo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\wa_row.au#,
* n consonant#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\v_n.au#:
* G: ga, gi, gu, ge, go#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ga_row.au#,
* Z: za, zi(ji), zu, ze, zo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\za_row.au#,
* D: da, di, du, de, do#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\da_row.au#,
* B: ba, bi, bu, be, bo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\ba_row.au#,
* P: pa, pi, pu, pe, po#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\pa_row.au#,
* KY: ka, ku, ko#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\kya_row.au#,
* SY: sya(sha), sya(shu), syo(sho)#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\sya_row.au#,
* TY: tya(cha), tyu(chu), tyo(cho)#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\cya_row.au#,
* NY: nya, nyu, nyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\nya_row.au#,
* HY: hya, hyu, hyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\hya_row.au#,
* MY: mya, myu, myo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\mya_row.au#,
* RY: rya, ryu, ryo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\rya_row.au#,
* GY: gya, gyu, gyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\gya_row.au#,
* ZY: zya(ja), zyu(ju), zyo(jo)#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\zya_row.au#,
* BY: bya, byu, byo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\bya_row.au#,
* PY: pya, pyu, pyo#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\JAPANESE\SOUND\pya_row.au#
http.JAPANESE.KUNREI:
* http://www.kids-japan.com/hira-chart.htm:
name::
* McsEngl.lagJpn'Phoneme,
* McsEngl.lagJpn'LETEPRO,
* McsEngl.lagJpn'phoneme,
lagJpn'VOWEL:
* There are five vowels in Japanese and they are the foundation for all the other sounds in the language. There are no tricky spellings,long vowels, short vowels, blends, silent consonants, etc. like there are in English. The five vowels are written below in Japanese.
[http://www.kids-japan.com/speaktit.htm]
name::
* McsEngl.lagJpn'MAPEELO,
name::
* McsEngl.lagJpn'ONOMERO'STRUKTURO,
name::
* McsEngl.lagJpn'KVINTUFELO'KVINTO'STRUKTURO,
_EKSPRESERO:
* KVINTUFELO KVINTO (KVINTUFULO+UNITO):
- inu nihiki ==> dog (inu) 2(ni)hiki(counter for small animals).
In Japanese, as in Chinese and Korean, numerals cannot quantify nouns by themselves (except, in certain cases, for the numbers from one to ten; see below). For example, to express the idea "two dogs" in Japanese one must say inu nihiki (???, literally "dog two-small-animal"). Here inu ? means "dog", ni ? is the number 2, and hiki ? is the counter for small animals. The counters are not independent words and always appear with a number before them.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_counter_word]
name::
* McsEngl.lagJpn'NUMBER,
* McsEngl.lagJpn'numeral,
* McsEngl.lagJpn'kvintufulo,
pairs:
three: mittsu
six: muttsu
four: yottsu
eight: yattsu
NUMBERS:
1 lagJpn'ichi 21 nijuuichi 100 lagJpn'hyaku
2 lagJpn'ni 22 nijuuni 150 hyakugojuu
3 lagJpn'san 23 nijuusan 200 nihyaku
4 lagJpn'yon/shi 30 lagJpn'sanjuu 300 sanbyaku
5 lagJpn'go 31 sanjuuichi 1000 lagJpn'sen
6 lagJpn'roku 32 sanjuuni 1500 sengohyaku
7 lagJpn'nana/shichi 40 yonjuu 2000 nisen
8 lagJpn'hachi 41 yonjuuichi 10,000 ichiman
9 lagJpn'kyuu/ku 42 yonjuuni 100,000 juuman
10 lagJpn'juu 50 gojuu 1,000,000 hyakuman
11 juuichi 51 gojuuichi 10,000,000 senman
12 juuni 52 gojuuni 100,000,000 ichioku
13 juusan 60 rokujuu
14 juushi 61 rokujuuichi
15 juugo 70 nanajuu
16 juuroku 71 nanajuuichi
17 juushichi 80 hachijuu
18 juuhachi 81 hachijuuichi
19 juuku 90 kyuujuu
20 lagJpn'nijuu 91 kyuujuuichi
name::
* McsEngl.lagJpn'COUNTER,
* McsEngl.lagJpn'unito-of-kvintufino,
General
hitotsu
futatsu
mittsu
yottsu
itsutsu
muttsu
nanatsu
yattsu
kokonotsu
to^
ikutsu
People
hitori
futari
sannin
yonnin
gonin
rokunin
nananin
hachinin
kyu^nin
ju^nin
nannin
Stamps
ichimai
nimai
sanmai
yomai
gomai
rokumai
nanamai
hachimai
kyu^mai
ju^mai
nanmai
Pencils
ippon
nihon
sanbon
yonhon
gohon
roppon
nanahon
happon
kyu^hon
juppon
nanbon
Books
issatsu
nisatsu
sansatsu
yonsatsu
gosatsu
rokusatsu
nanasatsu
hassatsu
kyu^satsu
jusatsu
nansatsu
Cats
ippiki
nihiki
sanbiki
yonhiki
gohiki
roppiki
nanahiki
happiki
kyu^hiki
jupiki
nanbiki
Floors
ikkai
nikai
sangai
yonkai
gokai
rokai
nanakai
hakkai
kyu^kai
jukkai
nankai
name::
* McsEngl.lagJpn'SENTENCE,
* McsEngl.lagJpn'sentensero,
* McsEngl.lagJpn'bun,
name::
* McsEngl.lagJpn'WORD'ORDER,
* McsEngl.lagJpn'wordorder,
Since cases are given by postpositions, you can change the word order.
[TAKASUGI Shinji]
The word order is fairly free as long as the order of dependent-head is maintained among all constituents: the modifier or relative clause precedes the modified noun, the adverb precedes the modified verb, the genitive nominal precedes the possessed nominal, and so forth. Thus, Japanese is a strongly left-branching language; to contrast, Romance languages like Spanish are strongly right-branching, and Germanic languages like English are weakly right-branching.
taiyo- ga | higashi no | sora ni | noboru
sun SUBJECT | east POSSESSIVE | sky LOCATIVE | rise
The sun rises in the eastern sky.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_grammar]
Japanese is a Subject-Object-Verb language as compared with English which is a Subject-Verb-Object language.
Torako wa neko desu.
Torako is a cat. (Literally, "Torako as for cat is.")
Torako ga nezumi o mimashita.
Torako saw a mouse (Literally, "Torako [subject] mouse [object] saw.")
[http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html]
In Japanese, word order is very flexible. Why? Because every noun is marked with a particle that indicates its grammatical role. We don't have any kind of marker for the subject of a sentence in English, so we must indicate what noun is the subject by where it is in the sentence. In Japanese, whatever noun is marked with (ie, followed by) ga is the grammatical subject, no matter where it is in the sentence. The particle o marks the direct object, and various others (ni, de, etc.) mark nouns in other roles. [For an explanation of the exceptional particle wa, see the chapter on Particles].
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/senstruc.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'SENTENSERO.COMPOUND,
_PART:
MAIN-CLAUSE | INDEPENDENT-CLAUSE.
SUBORDINATE-CLAUSE | DEPENDENT-CLAUSE.
RELATIVE-CLAUSE.
::mdtjpn: Ano mise wa senshuu imouto no tanjoubi ni puresento o katta toki kaban o nusumareta mise desu yo. =>
Everything between wa and the second mise is a gigantic adjective. It means, "That is the store where I had my bag stolen last week when I was buying a birthday gift for my younger sister." These sorts of constructions are hard to hear on the fly.
name::
* McsEngl.lagJpn'MAIN'CLAUSE,
* Japanese may be flexible about word order, but there is one hard-and-fast rule about clause order that you will continually find restrictive. In Japanese, the main (independent) clause must come last.
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/senstruc.html]
* The main (closing) verb
In Japanese, the main verb is placed at the absolute end of the sentence. It may be followed by a particle, but that's about it. This verb is almost always in the rentaikei form.
[http://japan-studies.com/language/grammar/conjugations/rentaikei/]
* In Japanese the subordinate or coordinate cause always comes first, followed by the main clause.
[http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/clauses.php]
name::
* McsEngl.lagJpn'CONDITIONAL'CLAUSE,
::mdtjpn: Osoku naru baai, renraku shite kudasai means => In case/if it gets late, please call.
Nara is always translated as "if," but the implication is that some assumption is being made by the speaker. You use nara when you are drawing attention to the particular case at hand. Raishuu nara hima desu means "if you're talking about next week, I am free." The idea is often that the condition in the nara clause is the only one required to fulfill the main clause.
Don't use nara for things that are very likely to happen or which require no assumption, such as "If it's warmer this summer than this winter..." In fact, nara is not used very much in speech.
[http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/ifwhen.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'CAUSATIVE'CLAUSE,
::mdtjpn: Takakatta kara kawanakatta. => I didn't buy it because it was expensive. (informal)
(Takakatta desu kara kaimasen deshita.)
I didn't buy it because it was expensive. (polite)
(Takakatta node kaimasen deshita.)
I didn't buy it because it was expensive. (polite)
(Takakatta desu node kaimasen deshita.)
I didn't buy it because it was expensive. (very polite)
(Takakute kaimasen deshita.)
I didn't buy it because it was expensive. (polite)
[http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/clauses.php]
name::
* McsEngl.lagJpn'RELATIVE'CLAUSE,
::mdtjpn: kaku tegami => the letter I'm going to write.
Romanization: e o kaita gaka
Structure: noun(picture) accusative marker verb(drew) noun (artist)
It means "the artist who drew the picture."
Since verbs appear at the end of sentences, a verb appearing in the middle of a sentence is always in a relative clause.
There are two important rules for relative clauses.
First, you cannot use the topic marker (ha) "wa" in relative clauses, because topics and focuses are defined in a sentence, not a clause. Do not use the topic marker in a relative clause even when there is a topic word in it.
Secondly, you cannot use polite mode in a relative clause, because polite mode affects only the predicator (a verb, a copula, or an adjective) at the end of a sentence. For example, the politeness suffix (ma)(su) "masu" appears only at the end of sentences.
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/relativeclause.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'SENTENSERO'STURKTURO,
And
This form can be described using the ~? (-te) form.
::mdtjpn: Go-han wo tabete terebi wo mite imasu. => I'm eating dinner and watching TV.
[http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/clauses.php]
While
You can use the ren'youkei + ??? (nagara) to describe simultaneous actions performed by the same person.
??????????????????
(Go-han wo tabenagara terebi wo mite imasu.)
I'm watching TV while I'm eating dinner.
You can use the rentaikei + ?? (uchi) to describe simultaneous actions performed by different persons.
???????????????????????
(Boku ga go-han wo tabeta uchi tou-san ga terebi wo mimashita.)
While I was eating dinner, father watched TV.
Finally ? (shi) can be used to give several reasons. The second and consecutive clauses connected through ? (shi) get the particle ? (mo) to indicate the grammatical objects.
??????????????????
(Nihongo wo jouzu ni hanaseru shi kanji mo kakeru.)
He can speak Japanese well, and write kanji as well.
[http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/clauses.php]
name::
* McsEngl.lagJpn'Resource,
http.JAPANESE.DICTIONARY:
* http://nihongo.j-talk.com/parser/search/index.php (english-kanji)
* http://kanjidict.stc.cx/dict: romaji<=>english. http://kanjidict.stc.cx/dict
* http://www.j-talk.com/nihongo/search/index.php: romaji<=>english.
* http://www.freetranslation.com/: http://www.freetranslation.com/: not in romaji.
* http://dictionary.reference.com/translate/text.html: http://dictionary.reference.com/translate/text.html: not in romaje
* http://babelfish.altavista.com/: kana
* http://www.romaji.org/: http://www.romaji.org/
http.JAPANESE.LESSON:
* http://japan-studies.com/language/:
* http://learnjapanese.elanguageschool.net/: signin: nikkas
* http://maktos.jimmyseal.net/jip.html: http://maktos.jimmyseal.net/jip.html
* http://kimallen.sheepdogdesign.net/Japanese/index.html: http://kimallen.sheepdogdesign.net/
* http://www.epochrypha.com/japanese/: http://www.epochrypha.com/
* http://www.timwerx.net/language/index.htm: Tim R. Matheson, writer of the book "Japanese Verbs: Saying What You Mean".
* http://web.uvic.ca/kanji-gold/ is a free flexible MS Windows(TM) flash card program for learning Japanese Kanji.
* http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/cover.html: TAKASUGI Shinji, with java applets for characters. http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/cover.html
* http://www.skyenet.net/~jamesk/THE_QUICK_AND_DIRTY_GUIDE_TO_JAPANESE.html#SUBJECT:
* http://www.all-about-teaching-english-in-japan.com/learnjapanese.html: http://www.all-about-teaching-english-in-japan.com
http.JAPANESE.GRAMMAR:
* http://japanese.about.com/blgrammar.htm: http://japanese.about.com/blgrammar.htm
* http://thejapanesepage.com/grammarpage.php:
* http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html, Keith Smillie, Deartment of Computing Science: http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/s_jgrammar.html
* http://japan-studies.com/language/: http://japan-studies.com/language/
* http://homepage3.nifty.com/jgrammar/index.htm: Mash Satou.
http://homepage3.nifty.com/jgrammar/index.htm
* http://www.guidetojapanese.org/wiki/index.php/Main_Page: Tae Kim. (no romaji)
http://www.guidetojapanese.org/wiki/index.php/Main_Page
* http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/clauses.php: http://japan-studies.com/language/grammar/constructions/clauses.php
* http://homepage3.nifty.com/jgrammar/grammar/bldverb/index.htm: http://homepage3.nifty.com/jgrammar/grammar/bldverb/index.htm
* http://www.epochrypha.com/japanese/verbs/verbs.html: http://www.epochrypha.com/japanese/verbs/verbs.html
* http://kanjidict.stc.cx/: http://kanjidict.stc.cx/
http.JAPANESE.SOUND:
* http://japanese.about.com/blsoundfile.htm: http://japanese.about.com/blsoundfile.htm
http.JAPANESE.MISC:
* http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/japanese.html: http://www.csse.monash.edu.au/~jwb/japanese.html
* http://sp.cis.iwate-u.ac.jp/sp/lessonj/doc/japanese.html: Jouji Miwa.
name::
* McsEngl.lagJpn'YORDERO,
* McsEngl.lagJpn'word,
SPESIFEPTO:
Word classification
The structure of this article will mirror the following classification of words. There are two broad categories: independent words (??? jiritsugo) having internal meaning, and ancillary words (??? fuzokugo) which are meaning modifiers.
Independent words divide into a conjugable (??? katsuyo-go) class containing verbs (?? do-shi), i-type adjectives (??? keiyo-shi), and na-type adjectives (???? keiyo-do-shi), and a non-conjugable (???? hikatsuyo-go or ???? mukatsuyo-go) class containing nouns (?? meishi), pronouns (??? daimeishi), adverbs (?? fukushi), conjunctions (??? setsuzokushi), interjections (??? kando-shi) and prenominals (??? rentaishi).
Ancillary words also divide into a non-conjugable class, containing grammatical particles (?? joshi) and counter words (??? josu-shi), and a conjugable class consisting of auxiliary verbs (??? jodo-shi). There is not wide agreement among linguists as to the English translations of the above terms.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Japanese_grammar]
name::
* McsEngl.lagJpn'SUFIX,
jph'sufix.go:
* denotes the language of a place:
- Nihon => Nihongo (Japaneze language)
- Tai => Taigo (Thai language)
- Tyugoku => Tyugokugo (Chineze language)
[http://www.sf.airnet.ne.jp/ts/japanese/dialogue2.html]
name::
* McsEngl.lagJpn'SPOKEN,
name::
* McsEngl.lagJpn'STRESS,
Q. How do I know which syllables to stress in Japanese words?
A. Japanese has a pitch accent or musical accent. You might think Japanese is a monotone language since it is quite different from the stress accent in English, other European languages and some Asian languages. The Japanese often struggle with putting the accent on the syllables when learning English. This is because they have a different accent system.
A stress accent pronounces the syllable louder and holds it longer. English speakers speed up between accented syllables unconsciously. Pitch accent is based on the two relative pitch levels of high and low. Each syllable is pronounced with equal length. Each word has its own determined pitch and only one accent summit. Japanese sentences are made up like a melody with rising and falling pitches. Unlike English's uneven rhythm, Japanese sounds like a steadily flowing stream.
Japan has many regional dialects (hogen). The different dialects have different accents. However, there are no communication problems among people of different dialects since everybody understands standard Japanese (hyoujungo, a dialect spoken in Tokyo). In most cases, accentuation doesn't make a difference in the meaning of the words.
The pronunciation of Japanese is relatively easy compared with other aspects of the language. However, it requires understanding of Japanese sounds, pitch accent and intonation to sound like a native speaker. It also takes time and patience, but don't get frustrated! It is important to make an effort to listen Japanese as much as you can. When listening, listen very carefully and imitate what you hear. Try not think about the spelling too much, just listen and imitate.
[http://japanese.about.com/blqow25.htm]
name::
* McsEngl.conceptCore369,
* McsEngl.conceptCore15,
* McsEngl.latin@cptCore369,
* McsEngl.latin-language@cptCore369,
* McsEngl.language.latin@cptCore15,
* McsEngl.lagLat@cptCore15,
* McsEngl.lagLat@cptCore369, {2013-09-20}
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΛΑΤΙΝΙΚΗ-εννΕιστημη15,
* McsElln.ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.ΛΑΤΙΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ@cptCore369,
====== lagoSINAGO:
* lango.latino@cptCore369,
====== lagoLATIN:
* Lingua Latina,
name::
* McsEngl.lagLat'ADVERBERO,
* McsEngl.lagLat'adverbia,
Adverbs (Adverbia)
The circumflex accent ( ^ ) is used to denote the length of the vowels.
Adverbs are invariable words used to determine a verbal action or a quality of adjective. They are primitive and derivative.
The primitive adverbs are short words referring to circumstances of place, time and manner, as the followng ones:
haud no
jam already
mox soon
non no, not
nunc now
nunquam never
quando when?
sic yes, thus
ubi where?
unde where?
The derivative adverbs are derived from nouns, mainly adjectives, by a means of special suffixes:
Adjectives
Stems
Suffixes
Adverbs
longus, 3 long-
-e
longe far
citus, 3 cit-
-o
cito fast
acer, acris, acre acr-
-iter
acriter sharply
gravis, grave grav-
-iter
graviter heavily
prudens prudent-
-er
prudenter prudently
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Latin-Adverbs.html]
name::
* McsEngl.lagLat'code.UNIT,
* McsEngl.alphabet.Latin,
* McsEngl.lagLat'LETERO,
name::
* McsEngl.lagLat'LETTER,
* McsEngl.lagLat'Letter,
* McsEngl.lagLat'LETETRO,
The Romans used just 23 letters to write Latin:
A B C D E F G H I K L M N O P Q R S T V X Y Z
[http://www.omniglot.com/writing/latin2.htm]
===
Letter A B C D E F G H
name a be ke de e ef ge ha
Letter I K L M N O P Q
name i ka el em en o pe qu
Letter R S T V X Y Z
name er es te u eks i Greka zeta
lagLat'A: /a/, /aa/
* ae /ai/
* au /au/
lagLat'E: /e/ /ee/
* ei /ei/
* eu /yyu/
lagLat'I: /i/ /ii/
as consontan /yy/
name::
* McsEngl.lagLat'Phoneme,
* McsEngl.lagLat'LETEPRO,
_ADDRESS.WPG:
* http://www.youtube.com/watch?v=MWMU76hzUHw,
Phonology
Latin had five simple vowels (a, e, i, o, u), that could be short or long. There were two diphthongs (au and eu) and two digraphs (ae and oe) that developed from old diphthongs. As the other old Indo-European languages Latin used the vowel gradation (ablaut). The Latin vowels could, moreover, change in dependence of the position or the type of the syllable (open or close). (See the Table of the Vowel Changes.)
Early Latin had a stress accent on the first syllable of a word, in contrast to the Latin of the republican and imperial periods, in which the accent fell on either the next or second to the last syllable of a word.
Consonants could be voiced (b, d, g) and voiceless (p, t, c or k); there were also two labiovelar (qu and gu), one sibilant (s) and two aspirated (f and h) consonants and four liquid sounds (l, m, n, r). The consonant system was marked by assimilations, dissimilations, rotacism, and metathesis.
In the late period c and g before e and i (y) were palatalized; i before vowels developed in [j] (as y in English yet) and subsequently became affricate (as j in English jet); in the same position u became first [w] and then [v]. This sounds were used in the Mediaeval pronunciation of Latin.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Latin.html]
name::
* McsEngl.lagLat'EVOLUANO,
The long history of Latin may be divided into 9 periods:
1. Preliterary period (till 240 BC). In this period Latin was spoken by small groups of people living along the lower Tiber River. The Etruscan variant of the Western Greek alphabet was adopted in the 7th century BC. The language is known from some inscriptions.
2. Old period (240-100 BC). With the increase of Roman political power Latin language spread throughout Italy.
3. Authors: the comedian writers Plautus and Terentius. Classical period (100-14 BC). Roman power encompassed all the Mediterranean bassin. The language became standardized in grammar and vocabulary. Sometimes it is called the Golden Latin. During this period there were at least three types of Latin in use:
1. Classical written Latin,
2. Classical oratorical Latin,
3. and the ordinary colloquial Latin used by the average speaker of the language.
4. Authors: the prosaic writers Caesar, Cicero and Sallustius, the poets Catullus, Vergil, Horatius and Ovidius. Postclassical period (14 BC - 200 AD). In this period the ordinary colloquial Latin became the predominant language in most of western and southern Europe and the central and western Mediterranean coastal regions of Africa. The written language, sometimes called the Silver Latin, admits some syntactical deviations as compared with the severe rules of Classical Latin.
5. Authors: Tacitus. Late period (200-600 AD). Spoken Latin continued to change, and it diverged more and more from the Classical norms in grammar, pronunciation, and vocabulary, becoming finally a different language, technically known as Proto-Romance or Vulgar Latin. It gradually evolved into the modern Romance languages and dialects. The written language, for its part, remained much more conservative in trying to preserve and sustain the Classical grammar and vocabulary. Thus it gradually became a practically dead language.
6. Authors: St. Jerome and St. Augustine wrote good literary Late Latin. Medieval period (600-1300). Latin was used as an official written language in all West-European countries. Its vocabulary absorbed a lot of words from the local languages in order to meet the changed intellectual and social conditions.
7. Authors: mediaeval chroniclers and theologians as the Venerable Bede, Alcuin, Saxo Grammaticus, John of Salisbury, St. Thomas Aquinas, Pierre de Abellard etc. etc. Renaissance period (1300-1600). The humanists tried to revive the grammar and the vocabulary of the Classical Latin language.
8. Authors: Thomas More, Erasmus of Rotterdam, Giordano Bruno, Tomaso Campanella, Nicolaus Copernicus, some works of Dante Alighieri, Petrarca, Boccaccio. New period (1600-1900). In this period Latin was gradually replaced in literature and administration by the modern national languages. It was used as an international diplomatic language till the 18th century and as a teaching language in the European universities till the late 19th century. A lot of scientists and philosophers continued publishing their works in Latn.
9. Authors: Hugo Grotius, Benedict de Spinoza, Francis Bacon, Rene' Descartes, Pierre Gassendi, Thomas Hobbes, John Locke, Isac Newton, Carolus Linnaeus, Mikhail Lomonosov, Immanuel Kant, Leonard Euler etc. Contemporary period (since 1900). Latin remained the official language of the Catholic church, though it was replaced in lithurgy by the modern spoken languages. Together with Greek, it is the main source for creating scientific terms.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Latin.html]
name::
* McsEngl.lagLat'expression,
* McsEngl.expression.latin,
CETERIS_PARIBUS:
* ceteris_paribus,
* ceterus_paribus,
* expression.ceteris_paribus,
Ceteris paribus or ceterus paribus is a Latin phrase meaning "with other things the same" or "all other things being equal or held constant". A prediction or a statement about a causal, empirical, or logical relation between two states of affairs is ceteris paribus if it is acknowledged that the prediction, although usually accurate in expected conditions, can fail or the relation can be abolished by intervening factors.[1]
[http://en.wikipedia.org/wiki/Ceteris_paribus]
DE_NOVO:
- Latin: "from the beginning," "afresh," "anew," "beginning again." [wikipedia]
ET_HOC_GENUS_OMNE:
* expression.et_hoc_genus_omne,
"And all that sort of thing".
[http://en.wiktionary.org/wiki/et_hoc_genus_omne]
MUTATIS_MUTANDIS:
* expression.mutatis_mutandis,
Mutatis mutandis is a Latin phrase meaning "the things being changed which need to be changed" or more simply "the necessary changes having been made".[1][2][3]
The phrase carries the connotation that the reader should pay attention to differences between the current statement and a previous one, although they are analogous. For example, in writing about appropriate forms of dress in biblical times, the New Testament generally refers to females in considering immodesty and extravagance in dress; but, analogously, the same can be applied, mutatis mutandis, to men also. It can be understood as meaning "acknowledging the difference between the two" or (more succinctly) as "acknowledging differences". This term is used frequently in economics, philosophy, logic, and law, to parameterize a statement with a new term, or note the application of an implied, mutually understood set of changes. The phrase is also used in the study of counterfactuals, wherein the requisite change in the factual basis of the past is made and the resulting causalities are followed.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Mutatis_mutandis]
O tempora o mores!:
* expression.o_tempora_o_mores,
===
O tempora o mores is a famous sentence by Cicero in the fourth book of his second oration against Verres (chapter 25) and First Oration against Catiline. It translates as Oh the times! Oh the customs! (Oh what times! Oh what customs!) It is often printed as O tempora! O mores!, with the interposition of exclamation marks (not present in Classical Latin).
[http://en.wikipedia.org/wiki/O_tempora_o_mores!]
OBITER DICTUM:
* expression.obiter_dicta,
* expression.obiter_dictum,
* obiter_dicta.latin,
* obiter_dictum.latin,
===
Obiter dictum (more usually used in the plural, obiter dicta) is Latin for a word said "by the way",[1] that is, a remark in a judgment that is "said in passing". It is a concept derived from English common law. For the purposes of judicial precedent, ratio decidendi is binding, whereas obiter dicta are persuasive only.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Obiter_dictum]
Pari_passu:
* exn.pari_passu,
* expression.pari_passu,
===
Pari passu is a Latin phrase that literally means "with an equal step" or "on equal footing." It is sometimes translated as "ranking equally",[1] "hand-in-hand," "with equal force," or "moving together,"[citation needed] and by extension, "fairly," "without partiality."
[http://en.wikipedia.org/wiki/Pari_passu]
PRIMA FACIE:
* expression.prima_facie,
* prima_facie,
* /prima fassia/ /praima feissia/
Prima facie (/'pr?m?'f????ζ/;[1] in English-speaking countries often incorrectly /'pra?m? 'fe???.i?/; from Latin: prima facie) is a Latin expression meaning on its first encounter or at first sight. The literal translation would be "at first face" or "at first appearance", from the feminine form of primus ("first") and facies ("face"), both in the ablative case. It is used in modern legal English to signify that on first examination, a matter appears to be evident from the facts. In common law jurisdictions, prima facie denotes evidence that – unless rebutted – would be sufficient to prove a particular proposition or fact. The term is used similarly in academic philosophy. Most legal proceedings require a prima facie case to exist, following which proceedings may then commence to test it, and create a ruling.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Prima_facie]
PRO_TANTO:
* expression.pro_tanto,
pro tanto
: (proh tahn-toe) Latin for "only to that extent." Example: a judge gives an order for payments for one year, pro tanto.
[http://dictionary.law.com/Default.aspx?selected=1661]
Terra nullius:
* expression.terra_nullius:
Terra nullius (/?t?r? n??la?.?s/, plural terrae nullius) is a Latin expression deriving from Roman law meaning "land belonging to no one",[1] which is used in international law to describe territory which has never been subject to the sovereignty of any state, or over which any prior sovereign has expressly or implicitly relinquished sovereignty. Sovereignty over territory which is terra nullius may be acquired through occupation,[2] though in some cases doing so would violate an international law or treaty.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Terra_nullius]
name::
* McsEngl.lagLat'NOUNERO,
* McsEngl.lagLat'Substantivum,
name::
* McsEngl.lagLat'nounero.CASE,
Case (Casus)
The change of the noun form according to its syntactic role in the sentence was called by the ancient grammarians case.
There are seven cases in Latin:
§ Nominative (Nominativus) designates the Subject or the Complement at linking verbs like
esse to be etc.;
§ Genitive (Genitivus) indicates a possession;
§ Dative (Dativus) is the case of the Indirect Object, while
§ Accusative (Accusativus) is the case of the Direct Object;
§ Ablative (Ablativus) expresses means, cause, manner, time, place or other circumstances;
§ Locative (Locativus) marks the place of action, but its functions were almost completely absorbed
into Ablative at very early time;
§ Vocative (Vocativus) marks one to whom some other one addresses.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Latin-Noun.html]
name::
* McsEngl.lagLat'nounero'GENDER,
Gender (Genus)
There are three genders in Latin: masculine (masculinum), feminine (femininum) and neuter (neutrum).
The gender of the nouns is natural, i.e. in accordance with their sex (especially if they are living creatures), or grammatical, i.e. in accordance with their terminations.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Latin-Noun.html]
name::
* McsEngl.lagLat'nounero'NUMBER,
Numbers (Numeri)
There are two numbers in the classical Latin - singular (singularis) and plural (pluralis), the dual (dualis) being disappeared in early times.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Latin-Noun.html]
name::
* McsEngl.lagLat'PREPOSITION,
* McsEngl.lagLat'Praepositiones,
PREPOSITIONS.
219.
Prepositions were not originally distinguished from Adverbs in form or meaning, but have become specialized in use. They developed comparatively late in the history of language. In the early stages of language development the cases alone were sufficient to indicate the sense, but, as the force of the case-endings weakened, adverbs were used for greater precision (cf. § 338). These adverbs, from their habitual association with particular cases, became Prepositions; but many retained also their independent function as adverbs.
[Allen and Greenough, http://www.hhhh.org/perseant/libellus/aides/allgre/allgre.219.html]
Prepositions with Accusative
ad to(ward), till
advers|us (-um) against
ante before
apud at, by, near
circa around
circum around
contra against
erga opposite (friendly)
extra outside of
infra below
inter between
intra within, inside
juxta close to
ob for the sake of, right before
penes in the hands of
per through, by
pone behind
post behind, after
praeter besides, except
prope near
propius = prope
propter near; by means of
proximus = prope
secundum according to, next to
supra above, beyond, over
trans beyond, across, over
ultra beyond, more than
versus toward
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Prepositions/index.html]
Prepositions with Ablative
a (ab, abs) from, by (agent)
coram in the presence of
cum with
de (down) from
e (ex) out of, from, because of
prae before, in front
pro for
sine without
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Prepositions/index.html]
Prepositions with Accusative and Ablative
in in, into
sub under, beneath
subter under
super over
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Prepositions/index.html]
name::
* McsEngl.lagLat'Resource,
http.LATIN:
* http://www.orbilat.com/Languages/index.html: http://www.orbilat.com/Languages/index.html
* http://community.middlebury.edu/~harris/EngLatGrammar.html: http://community.middlebury.edu/~harris/EngLatGrammar.html
http.latin.DICTIONARY:
* http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordes.exe: http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordes.exe
http.latin.GRAMMAR:
* http://www.gutenberg.org/files/15665/15665-h/15665-h.htm:
http://www.gutenberg.org/files/15665/15665-h/15665-h.htm
* http://en.wikipedia.org/wiki/Latin_grammar
* http://www.math.ohio-state.edu/~econrad/lang/latin.html: a mathematician
* http://www.hhhh.org/perseant/libellus/aides/allgre/allgre.contents.html:
name::
* McsEngl.lat.source.BOOK,
2. Donatus's Latin grammar
In the 15th century, Latin was the language used by the educated and governing classes throughout Europe. The most widespread work used for teaching it, Ars minor (The Smaller Art [of Grammar]), was written in the 4th century by Aelius Donatus. He was the teacher of Jerome who translated the Bible from Hebrew and Greek into Latin.
[http://www.bl.uk/treasures/gutenberg/donatus.html]
name::
* McsEngl.lagLat'yordero'KRUANO,
Word building
Latin had a perfectly functionning derivational mechanism. By adding suffixes and prefixes to the roots there were produced thousand of new words, as:
in|ter-ven-t-io,
con-ven-t-io,
con-stitu-t-io etc.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Latin.html]
name::
* McsEngl.lagLat'yordero'PARTS'OF'SPEECH,
Parts of Speech
The circumflex accent ( ^ ) is used to denote the length of the vowels.
I. Changeable parts of speech
1) Noun (Substantivum): rosa rose, dominus master, rector rector;
2) Adjective (Adjectivum): bonus good, magnus great, felix happy;
3) Numeral (Numerale): tres three, quinque five;
4) Pronoun (Pronomen): ego I, tu you (thou);
5) Verb (Verbum): amo I love, teneo I hold, lego I read, capio I catch, audio I hear.
II. Unchangeable parts of speech
1) Adverb (Adverbium): saepe often, clam secretely, bene well;
2) Preposition (Praepositio):in in, sub under, sine without;
3) Conjunction (Conjunctio): et and, quia because, postquam after;
4) Particle (Particula): vae woe, non no.
[http://www.orbilat.com/Languages/Latin/Grammar/Latin-Parts_of_Speech.html]
name::
* McsEngl.lagLat'speaker,
s Latin a Living Language?
Between 1989 and 2019, Finland's public radio broadcaster aired a weekly
news bulletin that was entirely in Latin.
Latin is widely known as a "dead language," and it's certainly true that no
one learns it as their native tongue. However, in some ways, Latin is still
very much alive. Every Friday evening for thirty years, the Finnish
national broadcaster Yle aired a five-minute news bulletin in Latin,
translated and edited by several leading academics. Since its inception in
1989, the segment on Yle Radio 1 was known as Nuntii Latini ("Latin News")
and it focused on both Finnish and world news. The program attracted a
devoted following of some 40,000 listeners, many of whom enjoyed hearing
the classical language they had learned in school spoken aloud and used to
discuss current events and modern people and issues. The unique radio
program finally came to an end on 14 June 2019, updating listeners on news
items such as the immigration agreement between the U.S. and Mexico.
Read More:
http://www.wisegeek.com/is-latin-a-living-language.htm?m, {2019-07-11}
name::
* McsEngl.lagLat'ROMANCE,
* McsEngl.romance'language@cptCore369,
* McsEngl.Vulgar'Latin@cptCore369,
Romance Language
Area of Distribution and Number of Speakers
Romance language (Lingua Romana) was one of the two major colloquial languages in the Roman empire (the other one was the late koine^ Greek). It was used mainly in the western provinces of the empire (Italy, Spain, Gaul, Britain, Northern Africa, Sardinia, Corsica), but also in the northern parts of the Balkan peninsula (Dacia, Moesia, Illyria, Northern Macedonia). The population of the Roman empire (Romania) in the I-II century A.D. is estimated to be about 50 millions or 1/6 of the world's total (the Chinese empire of these times also had some 50 millions inhabitants). It is probable to suppose that two third of the Roman citizens were native Romance speakers or used Romance as a secondary language in their public affairs.
name::
* McsEngl.lagHmn.genericNo.QUECHUA,
* McsEngl.lagHmn.QUECHUA,
* McsEngl.quechua@cptCore93i,
Quechua (Runa Simi) is a Native American language of South America. It was already widely spoken across the Central Andes long before the time of the Incas, who established it as the official language of administration for their Empire, and is still spoken today in various regional forms (the so-called ‘dialects’) by some 10 million people through much of South America, including Peru, south-western and central Bolivia, southern Colombia and Ecuador, north-western Argentina and northern Chile. It is the most widely spoken language of the indigenous peoples of the Americas.
Quechua is a very regular agglutinative language, as opposed to a fusional one. Its normal sentence order is SOV (subject-object-verb). Its large number of suffixes changes both the overall significance of words and their subtle shades of meaning. Notable grammatical features include bipersonal conjugation (verbs agree with both subject and object), evidentiality (indication of the source and veracity of knowledge), a topic particle, and suffixes indicating who benefits from an action and the speaker's attitude toward it.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Quechua] 2008-08-28
name::
* McsEngl.conceptCore45,
* McsEngl.language.russian@cptCore45,
* McsEngl.russian-language@cptCore45, {2012-08-26}
* McsEngl.lagRus@cptCore45, {2012-08-26} ISO.693-2,
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΡΩΣΙΚΗ@cptCore45, {2012-08-26}
* McsElln.ΡΟΥΣΙΚΗ ΓΛΩΣΑ,
* McsElln.ΡΩΣΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ,
ΡΩΣΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ είναι ΓΛΩΣΣΑ#cptCore93.a#...
[hmnSngo.1995.04_nikos]
name::
* McsEngl.lagRus'LETERO,
* McsEngl.alphabet.Russian,
* McsEngl.lagRus'alphabet,
* http://www.russianforeveryone.com/RufeA/Lessons/Introduction/Alphabet/Alphabet.htm,
_ALPHABET:
lagRus01a,
lagRus02be,
lagRus03ve,
lagRus04ge,
lagRus05de,
lagRus06yye,
lagRus07yyo,
lagRus08zze,
lagRus09ze,
lagRus10i,
lagRus11ikratkayya, (i short)
lagRus12ka,
lagRus13el,
lagRus14em,
lagRus15en,
lagRus16o,
lagRus17pe,
lagRus18er,
lagRus19es,
lagRus20te,
lagRus21u,
lagRus22ef,
lagRus23hha,
lagRus24ce,
lagRus25cce,
lagRus26ssa,
lagRus27sssa,
lagRus28tviordiiznak,(hard sign)
lagRus29ib,
lagRus30mehkiiznak,(soft sign)
lagRus31e,
lagRus32yyu,
lagRus33yya,
name::
* McsEngl.lagRus'LETEPRO,
Russian possesses five vowels and consonants typically come in pairs of
- hard (??????? ['tv^(j)o.rd?j]) and soft (?????? ['m^(j)?.x^(j)k^(j)?j]) or
- plain and palatalized.
...
"Pure" palatalization is denoted by a small superscript <j> in IPA.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Russian_phonology]
Correct Russian pronunciation is based on the following main principles:
1. Stressed vowels are pronounced clearly and distinctly. Stress shapes the “sound-image” of Russian words. Russian stress is shifting and so requires attention to each new word.
2. Stressed vowels stand in opposition to unstressed vowels. In contrast to stressed vowels, unstressed vowels are shorter and less distinct. In linguistics this shortening and loss of distinctness of unstressed vowels is called “vowel reduction”.
3. The vowels ?, ?, ?, ? occur in both stressed and unstressed position. In contemporary standard Russian, the vowels E and O occur only under stress (except in certain foreign words, such as ????? [?????], ??????? [???????]).
* Unstressed O becomes [A]. E.g.: ????? – [?????].
* Unstressed ? becomes [?]. E.g.: ????? – [?????].
* Unstressed E becomes [?] after ?, ?, ?. E.g.: ???? (wife) – [????], ???? (price) – [????], ?????? (sixth) – [??????].
* The vowels ?, ? (and A after a soft consonant letter) may change their pronunciation:
o unstressed ? (and A after a soft consonant letter) becomes [?]. E.g.: ?????? (January) – [??????], ?????? (ten) – [??????], ?A?? (watches) – [????];
o the vowel ? is pronounced as [?] after ?, ?, ?. E.g.: ????? (alive) – [?????], ???? – [????], ???????? (chic) – [????????].
* In many cases, unstressed ? becomes a sound [?]. E.g.: ????? (epoch) – [?????].
4. Hard consonant sounds stand in opposition to soft consonant sounds. A consonant is pronounced soft (or palatalized) if it is followed by a soft sign (?) or the vowel letters ?, ?, ?, ?, and ?. The consonant ?, ?, ? are always soft. The consonant ?, ?, ? are always hard.
5. Voiced consonant sounds stand in opposition to voiceless consonant sounds. The Russian consonantal system has six pairs of voiced and voiceless consonants: ? – ?, ? – ?, ? – ?, ? – ?, ? – ?, ? – ?. Voicing or invoicing is determined by position in the word (word final position; or in consonantal clusters).
[http://www.library.reed.edu/lang/russian/russian_sound/Russian_Sound_System.html]
name::
* McsEngl.lagRus'PREPOSITION,
Remember: in Russian all prepositions are associated with a case which is attached to their objects. Since only nouns can express case, this means that only nouns may be objects of prepositions.
[http://www.alphadictionary.com/rusgrammar/case.html]
name::
* McsEngl.lagRus'Resource,
http.RUSSIAN.GRAMMAR:
* http://www.alphadictionary.com/rusgrammar/
* http://www.cromwell-intl.com/russian/Index.html
* http://www.auburn.edu/~mitrege/RWT/tutorials/index.html
http.RUSSIAN.SOUND:
* http://www.languagehelpers.com/Russian/TheRussianAlphabet.html: it has and online free courses with sound.
* http://www.library.reed.edu/lang/russian/russian_sound/Russian_Sound_System.html
name::
* McsEngl.conceptCore43,
* McsEngl.lagHmn.Spanish,
* McsEngl.lagSpa,
* McsEngl.language.Spanish@cptCore43,
* McsEngl.Spanish-language@cptCore43,
* McsElln.ΙΣΠΑΝΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΙΣΠΑΝΙΚΗ@cptCore43,
ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ είναι ΓΛΩΣΣΑ#cptCore93.a#...
[hmnSngo.1995.04_nikos]
name::
* McsEngl.lagSpa'ADNOUNERO,
* McsEngl.spa'Adjetivo,
61. Adjectives agree in gender and number with the nouns to which they relate.
una nueva pluma, a new pen.
nuevos libros, new books.
[http://www.spanish-kit.net/grammar/061.html]
name::
* McsEngl.lagSpa'ADVERBERO,
* McsEngl.spa'Adverbios,
CREATION:
A lot of adverbs are derived regularly from the feminine forms of the adjectives by adding the suffix -mente (this pattern appeared in the Vulgar Latin), cf.
* claro : claramente
* temporal : temporalmente
* valiente : valientemente
These adverbs correspond to the English adverbs formed by -ly.
[http://www.orbilat.com/Languages/Spanish/Grammar/Spanish-Adverb.html]
name::
* McsEngl.lagSpa'letter,
* McsEngl.alphabet.Spanish,
* McsEngl.Spanish-alphabet,
_ADDRESS.WPG:
* http://www.spanish411.net/Spanish-Alphabet.asp,
* https://www.spanishdict.com/guide/spanish-alphabet-pronunciation,
A a (α),
B b, (μπε), buque(μπούκε), hombre(όμπρε),
C c, (θε/σε), caro(Κάρο), cero(Σέρο), seco(σέΚο) cena(Θένα),
Ch ch (τσε), chico(ΤΣίκο), ocho(οΤΣΤΣο),
D d (ντε), dedo(ντέδο), disco(ντίσκο), celda(σέλντα), todo(τόδο),
E e, (ε),
F f, (έφε),
G g, (χε), gato(γκάτο), tango(τάνγκο), amigo(αμίγο),
H h, (ατσε),
I i, (ι),
J j , (χωτα), jota(Χότα), caja(κάΧα),
K k, (κα),
L l, (ελε),
Ll ll (ελιε), sello(σέΣΣο), llama(ΛΛαμα), llama(ΤΖΤΖάμα),
M m, (εμε),
N n, (ενε),
N n (ένιε),
O o, (ο),
P p, (πε),
Q q, (κου),
R r, (έρε), zorro(σόρρο), carro(κάρρο),
S s, (εσε),
T t, (τε),
U u, (ου),
V v, (βε), voz(μποθ), lavar(λαβάρ),
W w, (μόνο για ξένες λέξεις),
X x, (έκις),
Y y , (ιγριέγα), yunque(ΤΖΤΖούνκε),
Z z, (θέτα), zorro(σόρρο), caza(κάθα)
lagSpa01a,
lagSpa02be,
lagSpa03ce(the),
lagSpa04de,
lagSpa05e,
lagSpa06efe,
lagSpa07ge(he),
lagSpa08ace,
lagSpa09i,
lagSpa10hota,
lagSpa11ka,
lagSpa12ele,
lagSpa13eme,
lagSpa14ene,
lagSpa15enne,
lagSpa16o,
lagSpa17pe,
lagSpa18ku,
lagSpa19ere,
lagSpa20ese,
lagSpa21te,
lagSpa22u,
lagSpa23ve,
lagSpa24dobleve,
lagSpa25ekkis,
lagSpa26igrieya,
lagSpa27ceta(theta),
name::
* McsEngl.lagSpa'KORELATERO,
spa'de:
27. Possession. Possession is expressed in Spanish by the use of preposition de:
El padre de Mari'a vive en Espan~a. Mary's father lives in spain
La casa es de Juan. The house is John's (lit., of John)
[http://www.spanish-kit.net/grammar/027.html]
name::
* McsEngl.lagSpa'NOUNERO,
* McsEngl.spa'Sustantivo,
_GENDER:
24. Spanish nouns have two genders, masculine and feminine.
a. Names of male beings are masculine and names of female beings are feminine.
b. Nouns ending in -o are for most part masculine.
c. Nouns ending in -a are for most part feminine.
[http://www.spanish-kit.net/grammar/024.html]
_DEFINITNESS:
DEFINITE ARTICLE ('the')
Singular Plural
Masc. el (padre) los (padres)
Fem. la (madre) las (madres)
INDEFINITE ARTICLE
('a','an'; plural 'some', 'a few').
Singular Plural
Masc. un(o) (padre) unos (libros)
Fem. una (madre) unas (casas)
[http://www.spanish-kit.net/grammar/034.html]
name::
* McsEngl.lagSpa'Resource,
http.SPANISH:
* http://www.spanish-kit.net/, the all free online educational resource which was created to help you learn to read and speak Spanish!
* http://www.orbilat.com/Languages/Spanish/index.html:
http.SPANISH.LETERO:
* http://www.spanishspanish.com/alfabeto_ipower.html: http://www.spanishspanish.com/alfabeto_ipower.html
* http://www.donquijote.org/spanishlanguage/alphabet/: http://www.donquijote.org/spanishlanguage/alphabet/
* http://www.uiowa.edu/~acadtech/phonetics/:
name::
* McsEngl.lagSpa'VERBERO,
* McsEngl.spa'verbo,
The Spanish verb has preserved with only few and easily recognizable modifications the system of the Latin verbal endings.
[http://www.orbilat.com/Languages/Spanish/Grammar/Spanish-Verb.html]
name::
* McsEngl.conceptCore334,
* McsEngl.turkish-language@cptCore334,
* McsEngl.lagTur@cptCore334, {2012-04-26}
====== lagoTURKISH:
* Tuxrkcxe dil,
_GENERIC:
* language.human#cptCore93#
lagTur'FAMILY:
Turkish is from a different language family called Ural-Altaic languages.
Some languages similar to Turkish are 'Finnish, Hungarian, Estonian, Japanese, Korean, Mongolian, Kazak, Uzbek, Tatar, Manchu'.
[http://www.turkishclass.com/basic_introduction.htm]
name::
* McsEngl.lagTur'DICTIONARY,
lagTur'A
lagTur'abla = older sister; ma'am
lagTur'acaba = I wonder
lagTur'acele = hurry; hastily
lagTur'acix = tart, hot (pepper), bitter
lagTur'acx = hungry, greedy
lagTur'acxix = open, bare, empty
lagTur'acxixlmak = to open, to clear up
lagTur'acxmak = to open
lagTur'ad = name, reputation
lagTur'ada = island, city block
lagTur'adam = person, human being
lagTur'axdet = custom, habit
lagTur'adres = address
lagTur'affetmek = to forgive, excuse
lagTur'afiyet = health
lagTur'agxabey = older brother
lagTur'agxacx = tree, wood
lagTur'agxixr = heavy, difficult
lagTur'agxixz = mouth; rim, brim
lagTur'agxlamak = to weep, cry, whine
lagTur'agxrixmak = to ache, hurt
lagTur'agxustos = August
lagTur'aile = family
lagTur'ait = concerning, relating to
lagTur'ak = white, clean
lagTur'akixl = reason, intelligence, mind
lagTur'akixllix = wise, intelligent
lagTur'akmak = to flow, to leak
lagTur'aksxam = evening
lagTur'alay = crowd
lagTur'alcxak = low
lagTur'alixn = forehead
lagTur'alixsxmak = to get used to, become familiar
lagTur'alixsxverisx = business, shopping
lagTur'allah = God
lagTur'allahaixsmarladixk = goodbye! (Said by person leaving - Reply is Guxle Guxle)
lagTur'almak = to take, get, buy
lagTur'alt = bottom
lagTur'altix = six
lagTur'altixn = gold
lagTur'altmixsx = sixty
lagTur'ama/amma = but, yet, still
lagTur'an = moment, perception, boundary
lagTur'ana = mother
lagTur'anahtar = key
lagTur'ancak = only, merely, just barely
lagTur'anlamak = to understand, comprehend, findout
lagTur'anlatmak = to explain, tell, show
lagTur'anne = mother
lagTur'apartman = distance, interval, intermission
lagTur'araba = car
lagTur'aralixk = space, gap, interval
lagTur'aramak = to look (for), search
lagTur'arka = the back, rear, reverse
lagTur'arkadasx = friend
lagTur'armut = pear
lagTur'artixk = left over, remnant, extra
lagTur'arzu = wish, desire
lagTur'asansoxr = elevator
lagTur'asker = soldier
lagTur'asxagxix = the lower part, bottom, inferior
lagTur'at = horse
lagTur'ata = father, ancestor
lagTur'atesx = fire, fever, temperature
lagTur'atmak = to throw, drop, send away
lagTur'avukat = lawyer
lagTur'ay = moon, month
lagTur'ayak = foot, leg, base, pedestal
lagTur'ayakkabix = shoe
lagTur'aydixnlixk = light, bright
lagTur'ayna = mirror, telescoope
lagTur'aynix = the same, identical
lagTur'ayran = butter milk
lagTur'ayrix = separate, distinct, different
lagTur'ayrixlmak = to part, separate, split
lagTur'az = small, little, few
lagTur'azalmak = to become less, lessen, diminish
lagTur'B
lagTur'baba = father
lagTur'bacak = leg, shank
lagTur'bagx = tie, string; vineyard
lagTur'bagxlix = tied, connected
lagTur'bahar = spring
lagTur'bahcxe = garden, park
lagTur'bakan = state secretary
lagTur'bakkal = grocer
lagTur'bakmak = to look at
lagTur'balixk = fish
lagTur'balkon = balcony
lagTur'banka = bank
lagTur'banyo = bath, --tub, --room
lagTur'bardak = glass, cup
lagTur'basmak = to tread, stand
lagTur'basx = head, chief
lagTur'basxarmak = to accomplish
lagTur'basxbakan = prime minister
lagTur'basxka = other, different
lagTur'basxlamak = to begin, start
lagTur'batix = west, western
lagTur'batmak = to sink
lagTur'bavul = suitcase, trunk
lagTur'bay = rich, (Mr.)
lagTur'bayan = lady
lagTur'bayixlmak = to faint
lagTur'bayram = festivity, holiday
lagTur'bazan/bazen = sometimes
lagTur'bazix = some, certain
lagTur'bebek = baby, doll
lagTur'begxenmek = to like, admire
lagTur'bekaxr = single, bachelor
lagTur'beklemek = to wait
lagTur'belediye = municipality
lagTur'belge = document
lagTur'belki = perhaps
lagTur'belli = evident, obvious
lagTur'benzin = gasoline
lagTur'beraber = together
lagTur'berber = barber
lagTur'beri = here, near
lagTur'beslemek = to feed, nourish
lagTur'besx = five
lagTur'bey = gentleman
lagTur'beyaz = white
lagTur'beyefendi = sir
lagTur'bixcxak = knife
lagTur'bixrakmak = to leave
lagTur'biber = pepper
lagTur'bildirmek = to tell, inform
lagTur'bile = even, already
lagTur'bilet = ticket
lagTur'biletcxi = ticket taker
lagTur'bilgi = knowledge, information
lagTur'bilmek = to know, be aware
lagTur'bin = thousand
lagTur'bina = building
lagTur'binmek = to get upon, ride
lagTur'bira = beer
lagTur'biraz = a little, some
lagTur'birlesxik = united
lagTur'birlik = unity, union
lagTur'bisiklet = bicycle
lagTur'bitirmek = to finish, complete
lagTur'bitmek = to be used up, end, be finished
lagTur'biz = we
lagTur'bluz/buluxz = blouse
lagTur'bogxaz = throat; straight; mountain pass
lagTur'bol = plentiful, ample
lagTur'borcx = debt, loan
lagTur'bosx = empty, free
lagTur'boy = height, stature, length
lagTur'boyun = neck, cervix; responsibility
lagTur'bozmak = to spoil, ruin, destroy
lagTur'bozuk = broken
lagTur'bozulmak = to go bad, become corrupt
lagTur'boxlge = region, zone
lagTur'boxluxm = portion, slice, chapter
lagTur'boxrek = flaky pastry with filling
lagTur'boxyle = so, thus; such
lagTur'bucxu = half
lagTur'buguxn = today
lagTur'bulmak = to find, discover
lagTur'bulusxmak = to meet
lagTur'bulut = cloud
lagTur'bulvar = boulevard
lagTur'burada = here
lagTur'burun = nose, beak, tip
lagTur'buyurmak = to command
lagTur'buz = ice, very cold
lagTur'buzdolabix = refrigerator
lagTur'buxro = office
lagTur'buxtuxn = whole, total, unbroken
lagTur'buxyuxk = big, large
lagTur'C_dictionary:
lagTur'cadde = main road, thoroughfare
lagTur'cami = mosque
lagTur'can = soul, life, person, vigor
lagTur'canlix = living, animate, living being, alive
lagTur'ceket = jacket
lagTur'cennet = paradise, heaven
lagTur'cep = pocket
lagTur'cevap = answer, reply
lagTur'cins = sort, type, sex, gender, race, stock
lagTur'cuma = Friday
lagTur'cumartesi = Saturday
lagTur'cumhuriyet = republic
lagTur'Cx
lagTur'cxabuk = quick, fast, swift, quickly
lagTur'cxagxixrmak = to call, to invite, to shout
lagTur'cxalixsxkan = hard-working, diligent
lagTur'cxalixsxma = work, study
lagTur'cxalixsxmak = to work, study
lagTur'cxalmak = to hit, strike
lagTur'cxanta = bag, purse
lagTur'cxarpmak = to bump, hit, knock, run (into)
lagTur'cxarsxamba = Wednesday
lagTur'cxarsxix = shopping district, market quarter
lagTur'cxatal = fork, bifurcation
lagTur'cxay = tea
lagTur'cxekmek = to pull, haul, move (a car)
lagTur'cxesxit = kind, sort, variety, assortment
lagTur'cxevirmek = to turn, rotate; to refuse; to translate
lagTur'cxeyrek = a quarter, one fourth
lagTur'cxixkarmak = to take out, send out, expel, to publish
lagTur'cxixkmak = to go out, emerge, to graduate
lagTur'cxicxek = flower
lagTur'cxiftlik = farm
lagTur'cxikolata = chocolate
lagTur'cxirkin = ugly
lagTur'cxocuk = child
lagTur'cxok = many, much, very
lagTur'cxorap = stocking, nose, sock
lagTur'cxorba = soup
lagTur'cxuxnkux = because
lagTur'D =
lagTur'da/de = too, also
lagTur'dagx = moutain, brand
lagTur'daha = more, than, yet, or
lagTur'daima = always, forever
lagTur'daire = circle; apartment
lagTur'dakika = minute
lagTur'daktilo = typewriting, typist
lagTur'dans = dance, dancing
lagTur'dar = narrow, tight
lagTur'davet = invitation
lagTur'dede = grandfather
lagTur'defa = time, turn
lagTur'defter = notebook
lagTur'degxer = price, worth, value
lagTur'degxil = not
lagTur'degxixsxik = different, varied, changed
lagTur'degxisxmek = to change
lagTur'delik = hole, opening
lagTur'demek = to say
lagTur'denemek = to test, examine
lagTur'deniz = sea
lagTur'derece = step, stair, degree
lagTur'derhal = suddenly, immediately
lagTur'derin = deep, profound
lagTur'ders = lesson, lecture
lagTur'dert = sorrow, sadness, pain
lagTur'deva = remedy
lagTur'devir = age, time
lagTur'devlet = state, government, nation
lagTur'deyim = saying, expression
lagTur'dixsx = out, outer, outside
lagTur'dixsxarix = outside
lagTur'digxer = other
lagTur'dikkat = care, attention
lagTur'dikmek = plant, sew, stitch
lagTur'dil = language, tongue
lagTur'dilemek = to want, desire, to wish
lagTur'dinlemek = to listen
lagTur'disx = tooth
lagTur'dogxmak = to be born
lagTur'dogxru = correct, true
lagTur'dogxu = east
lagTur'dogxum = birth
lagTur'doksan = ninety
lagTur'doktor = doctor
lagTur'dokuz = nine
lagTur'dolap = cupboard, case
lagTur'dolasxmak = to walk
lagTur'dolmak = to fill
lagTur'dolmusx = (something which is filled)
lagTur'dolu = full
lagTur'domates = tomato
lagTur'dondurma = ice cream
lagTur'dost = friend, lover
lagTur'doymak = to be satisfied
lagTur'doxnmek = to go round, circle; to return
lagTur'doxnuxsx = return
lagTur'doxrt = four
lagTur'doxvmek = to beat, pound
lagTur'dudak = lip
lagTur'durak = stop, stopping place
lagTur'durmak = to stop, stand
lagTur'durum = state, position, attitude
lagTur'dusx = shower
lagTur'duvar = wall
lagTur'duygu = feeling, sense, perception
lagTur'duymak = to hear
lagTur'duxgxuxn = wedding feast
lagTur'duxkkaxn = shop, store
lagTur'duxn = yesterday
lagTur'duxnya = world, earth
lagTur'duxsxmek = to fall
lagTur'duxsxuxnmek = to think, worry
lagTur'duxz = smooth, level, flat
lagTur'E =
lagTur'eczane = pharmacy, chemist
lagTur'efendi = master, owner
lagTur'egxer = if
lagTur'egxlence = amusement, enjoyment
lagTur'egxlenmek = to enjoy, to have a good time
lagTur'ek = supplement; prefix, suffix
lagTur'ekim = October; sowing, planting
lagTur'ekmek = bread; to sow, to cultivate
lagTur'eksik = lacking, less
lagTur'eksxi = sour, tart
lagTur'el = hand, power
lagTur'elbette = certainly
lagTur'elbise = dress, clothes
lagTur'elektrik = electricity
lagTur'elli = fifty
lagTur'elma = apple
lagTur'emekli = retired
lagTur'emin = safe, secure, sure, certain
lagTur'emir = order, command
lagTur'en = width; hefty, huge; most
lagTur'enerji = energy
lagTur'erkek = man
lagTur'erken = early
lagTur'ertesi = the next, following
lagTur'eser = work (of art); written
lagTur'eski = old
lagTur'esx = spouse; husband, wife; one of a pair
lagTur'esxya = furniture, things
lagTur'et = meat
lagTur'etek = skirt
lagTur'etmek = to do, make
lagTur'etraf = sides, surroundings
lagTur'ev = house
lagTur'evet = yes
lagTur'evlenmek = to marry
lagTur'evli = married
lagTur'evvel = first, before
lagTur'evvel/evvela = firstly
lagTur'eylem = action, operation; verb
lagTur'eyluxl = September
lagTur'F
lagTur'fabrika = factory
lagTur'faiz = interest
lagTur'fakat = but
lagTur'fakir = poor, destitute
lagTur'fakuxlte = department (at a university)
lagTur'fark = difference, distinction
lagTur'fayda = profit, advantage, use
lagTur'fazla = excessive, extra
lagTur'felaxket = disaster
lagTur'fena = bad
lagTur'fixrcxalamak = to brush
lagTur'fixrixn = oven, bakery, kiln
lagTur'fiil = act
lagTur'fikir = thought, idea, opinion
lagTur'film/filim = film
lagTur'fincan = cup
lagTur'fiyat/fiat = price
lagTur'fotogxraf = photograph
lagTur'G =
lagTur'galiba = perhaps, probably
lagTur'garson = waiter
lagTur'gazete = newspaper
lagTur'gazeteci = jounalist; newpaper seller
lagTur'gazino = cafe, casino
lagTur'gece = night
lagTur'gecx = late
lagTur'gecxen = last, past
lagTur'gecxirmek = to fix, insert; to pass (time); to enter;
lagTur'gecxit = passage; mountain pass
lagTur'gecxmek = to pass, cross; to undergo; to spoil; to faint
lagTur'gelecek = future; next
lagTur'gelin = bride; daughter-in-law
lagTur'gelisxmek = to grow up; to develop, prosper
lagTur'gelmek = to come
lagTur'gemi = ship (n.)
lagTur'gencx = young
lagTur'gene/yine = again; still, nevertheless
lagTur'genellikle = generally
lagTur'genisx = wide
lagTur'gercxek = real, genuine; reality, truth; really
lagTur'gerek = necessary; need
lagTur'gerekmek = to be necessary
lagTur'geri = backward, behind; slow (clock); to take/put back
lagTur'getirmek = to bring, yield
lagTur'gezmek = to stroll; to go out; to tour, visit
lagTur'gibi = like, similar; nearly, somewhat
lagTur'gidisx = departure; way of life, conduct
lagTur'girisx = entrance; introduction
lagTur'girmek = to enter; to join; to fit (into);
lagTur'gisxe = pay desk, ticket window
lagTur'gitmek = to go; to lead; to suit; to leave; to disappear
lagTur'giyinmek = to dress (o. s.)
lagTur'giymek = to wear; to put on
lagTur'goxgxuxs = breast, chest
lagTur'goxk = sky, heavens
lagTur'goxl = lake
lagTur'goxmlek = skirt; slip; generation; degree, shade; (snake) skin
lagTur'goxndermek = to send
lagTur'goxre = according (to); considring
lagTur'goxrev = duty; function
lagTur'goxrmek = to see; to visit; to regard; to undergo; to perform
lagTur'goxruxsxmek = to meet, to have an interview; to discuss
lagTur'goxstermek = to show
lagTur'goxtuxrmek = to take (away), to carry; to accompany; to lead
lagTur'goxz = eye
lagTur'goxzluxk = eyeglasses
lagTur'gram = gram
lagTur'guxcx = difficult; difficulty
lagTur'guxl = rose
lagTur'guxlmek = to smile, to laugh
lagTur'guxn = day; period, time
lagTur'guxnaydixn = good morning/day
lagTur'guxnesx = sun
lagTur'guxney = south, southern
lagTur'guxnluxk = daily; ... days old; for ... days; diary; usual
lagTur'guxruxltux = noise
lagTur'guxzel = nice, beautiful, good
lagTur'H =
lagTur'haber = news
lagTur'hafta = week
lagTur'hak = justice
lagTur'hakikaten = in truth, truly
lagTur'haklix = right, just
lagTur'hal = condition; attitude; strength
lagTur'halbuki = whereas, however
lagTur'halix = carpet, rug
lagTur'halk = people, folk, nation
lagTur'hangi = which
lagTur'hanixm = lady, Mrs., Ms., Miss.
lagTur'hanixmefendi = lady, madam
lagTur'hani = in fact, besides
lagTur'hareket = movement, act, deed
lagTur'harita = map
lagTur'harp = war, battle
lagTur'hasta = sick
lagTur'hastabakixcix = nurse's aide
lagTur'hastane = hospital
lagTur'hat = line, stripe; contour
lagTur'hatixrlamak = to remember, to remind
lagTur'hava = air, weather
lagTur'hayat = life
lagTur'haydi = come on!
lagTur'hayixr = no; charity
lagTur'hayvan = animal
lagTur'hazixr = ready
lagTur'hazixrlamak = to prepare
lagTur'haziran = June
lagTur'haxlax = still, yet
lagTur'hediye = gift, present
lagTur'hele = above all, especially
lagTur'hem.. hem de.. = both ... and
lagTur'hemen = right away, almost
lagTur'henuxz = only just; a minute or so ago
lagTur'hep = all, the whole
lagTur'her = every, each
lagTur'herhalde = probably
lagTur'herkes = everyone, everybody
lagTur'hesap = account, bill
lagTur'heyecan = excitement, entrhusiasm
lagTur'hixrsixz = thief
lagTur'hixz = speed
lagTur'hicx = never, not at all
lagTur'hissetmek = to feel, to sense
lagTur'hoca = teacher
lagTur'hosx kal = fine,
lagTur'huxkuxmet = government, administration
lagTur'I =
lagTur'ixsixrmak = to bite
lagTur'ixsmarlamak = to order s.o., to have s.o made
lagTur'ixsxixk = light, any source of light
lagTur'Ix
lagTur'icx = inside, interior, inner, domesticx kernel
lagTur'icxeri = inside, interior
lagTur'icxin = for, because, so that
lagTur'icxki = drink, liquor
lagTur'icxmek = to drink
lagTur'idare = administration, management, direction
lagTur'ihtiyacx = need, necessity
lagTur'ihtiyar = old, old person
lagTur'iki = two
lagTur'iktisadi = economic
lagTur'ilacx/ilaxcx = medicine, drug
lagTur'ilaxn = notice, advertisement
lagTur'ile = with
lagTur'ileri = front part, forward, ahead
lagTur'ilgincx = interesting
lagTur'ilk = first, initial
lagTur'ilkbahar = spring
lagTur'imza = signature
lagTur'imzalamak = to sign
lagTur'inanmak (-a) = to believe, trust, have faith in
lagTur'inmek = to get off (a bus, car, etc.)
lagTur'insan = person
lagTur'insxallah = I hope that . . .
lagTur'ise = however (after a noun)
lagTur'isim = name
lagTur'iskemle = chair, stool
lagTur'istasyon = station
lagTur'istek = wish, desire, request
lagTur'istemek = to want
lagTur'isx = work
lagTur'isxcxi = worker
lagTur'isxitmek = to hear
lagTur'isxte = here! here it is! look!
lagTur'itmek = to push, shove
lagTur'iyi = good
lagTur'iyilik = goodness, favor, kindness
lagTur'izin = permission
lagTur'izlemek = to follow, persue; watch
lagTur'K
lagTur'kabul = acceptance
lagTur'kacx = how many ... ?
lagTur'kacxmak = to escape
lagTur'kadar = as ... as; approximately
lagTur'kadixn = woman
lagTur'kahvaltix = breakfast
lagTur'kahve = coffee; cafe'
lagTur'kahverengi = brown
lagTur'kalabalixk = crowd, crowded
lagTur'kaldixrmak = to raise, endure
lagTur'kale = fortress
lagTur'kalem = pencil, pen
lagTur'kalixn = thick
lagTur'kalkmak = to get up, rise
lagTur'kalmak = to remain, be left
lagTur'kalorifer = central heating system
lagTur'kan = blood
lagTur'kanun = law
lagTur'kapalix = closed, covered
lagTur'kapamak = to close, shut
lagTur'kapix = door, gate
lagTur'kapixcix = doorkeeper
lagTur'kar = snow
lagTur'kara = black
lagTur'karakol = police station
lagTur'karanlixk = dark
lagTur'karar = decision
lagTur'kardesx = sibling
lagTur'karix = wife
lagTur'karixn = stomach, abdomen; womb
lagTur'karixsxixk = mixed, complex
lagTur'karixsxmak = to mix, become confused
lagTur'karsxix = facing, opposite
lagTur'karsxixlamak = to go to meet, to welcome
lagTur'kasaba = small town
lagTur'kasap = butcher
lagTur'kasixm = November
lagTur'kasx = eyebrow
lagTur'kasxixk = spoon
lagTur'kat = storey, floor
lagTur'katix = hard, stiff
lagTur'kavga = quarrel, fight
lagTur'kavun = honeydew melon
lagTur'kaybetmek = to lose
lagTur'kaynak = spring, source, origin
lagTur'kazan = large kettle
lagTur'kazancx = gain, profit, benefit
lagTur'kazanmak = to earn, win, get
lagTur'kaxgxixt = paper, card
lagTur'kaxr = profit, benefit
lagTur'kaxtip = clerk, secretary
lagTur'kebap = shish kebab
lagTur'kedi = cat
lagTur'kendi = oneself
lagTur'kent = city
lagTur'kere = time
lagTur'kesmek = to cut, slice
lagTur'keyif = pleasure in life; joy
lagTur'kixrk = forty
lagTur'kixrmak = to break, crush, grind
lagTur'kixrmixzix = red
lagTur'kixsa = short
lagTur'kixsixm = part, portion, division
lagTur'kixsx = winter
lagTur'kixyix = shore, side, outskirts
lagTur'kixyma = ground meat
lagTur'kixz = girl, daughter
lagTur'kixzixl = red; scarlet fever
lagTur'kixzmak = to anger
lagTur'kibrit = match
lagTur'kilim = rug
lagTur'kilo = kilogram
lagTur'kilometre = kilometer
lagTur'kim = who, whoever
lagTur'kimse = someone, anyone
lagTur'kira = renting, leasing
lagTur'kirli = dirty
lagTur'kisxi = person, human being
lagTur'kitap = book
lagTur'koca = husband, adult
lagTur'kol = arm, sleeve, limb
lagTur'kolay = easy, simple
lagTur'koltuk = armchair
lagTur'komsxu = neighbor
lagTur'konferans = lecture, conference
lagTur'konser = concert
lagTur'konsolos = consul (diplomat)
lagTur'konusxmak = to talk, speak
lagTur'korkmak = to fear, be afraid
lagTur'kosxmak = to run
lagTur'koymak = to put, place
lagTur'koyu = thick (liquid)
lagTur'koyun = sheep
lagTur'koxfte = meat patty, meatvll
lagTur'koxmuxr = coal, charcoal
lagTur'koxpek = dog
lagTur'koxprux = bridge
lagTur'koxr = blind, dull, dim
lagTur'koxsxe = corner
lagTur'koxtux = bad
lagTur'koxy = village
lagTur'koxylux = peasant
lagTur'kulak = ear; gill
lagTur'kullanmak = to use, drive
lagTur'kum = sand, bravel
lagTur'kumasx = cloth, fabric
lagTur'kurmak = to set up, assemble
lagTur'kurtarmak = to save, rescue
lagTur'kurusx = piaster
lagTur'kusx = bird
lagTur'kutlamak = to congratulate, celebrate
lagTur'kutu = box, case, can
lagTur'kuvvet = strength, power, force
lagTur'kuzey = north
lagTur'kuxcxuxk = little, small
lagTur'kuxtuxphane = library
lagTur'L =
lagTur'lamba = lamp
lagTur'laxzixm = necessary
lagTur'limon = lemon
lagTur'lira = lira
lagTur'lise = (high) school
lagTur'lokanta = restaurant
lagTur'luxtfen = please
lagTur'luxzum = necessity, need
lagTur'M
lagTur'maalesef = unforunately
lagTur'madem = since, seeing that
lagTur'maden = mine
lagTur'mahalle = neighborhood, district
lagTur'makina = machine
lagTur'mal = goods, property
lagTur'manav = greengrocer
lagTur'manzara = scene, view
lagTur'mart = March
lagTur'masa = table
lagTur'masxallah = Wonderful!
lagTur'mavi = blue
lagTur'mayixs = May
lagTur'maxna = meaning, sense
lagTur'meclis = assembly, council
lagTur'mektep = school
lagTur'mektup = letter
lagTur'memleket = country, land
lagTur'memnun = pleased, satisfied
lagTur'memur = civil cervant, official
lagTur'mendil = handkerchief
lagTur'merak = curiosity
lagTur'merdiven = stairs, ladder
lagTur'merhaba = hello
lagTur'merkez = center, headquarters
lagTur'mersi = thanks! cheers!
lagTur'mesele = matter, problem
lagTur'meslek = profession
lagTur'mesxgul = busy, preoccupied
lagTur'mesxhur = famous
lagTur'metre = meter
lagTur'mevsim = season
lagTur'mevzu = topicx subject
lagTur'meydan = open space
lagTur'meyva = fruit
lagTur'millet = nation, people
lagTur'millix = national
lagTur'milyar = billion
lagTur'milyon = million
lagTur'mimar = architect
lagTur'minare = minaret
lagTur'misafir = guest, visitor
lagTur'mor = purple
lagTur'musluk = tap, faucet
lagTur'mutfak = kitchen
lagTur'mutlaka = absolutely
lagTur'mutlu = happy
lagTur'muxddet = period, duration
lagTur'muxduxr = director, head, chair
lagTur'muxhendis = engineer
lagTur'muxhim = important, significant
lagTur'muxmkuxn = possible
lagTur'muxracaat = application
lagTur'muxsaade = permission
lagTur'muxze = museum
lagTur'muxzik = music
lagTur'N
lagTur'nasixl = how
lagTur'ne = what
lagTur'neden = why
lagTur'nerede = where
lagTur'nereli = where from
lagTur'nereye = where to
lagTur'nicxin = why
lagTur'nihayet = finally
lagTur'nisan = April
lagTur'niye = why
lagTur'niyet = intention;
lagTur'niyet etmek = to intend
lagTur'normal = normal
lagTur'not = note, mark
lagTur'numara = number, size;
lagTur'numara yapmak = to act, pretend
lagTur'nutuk = speech, oration;
lagTur'nutuk vermek = to make a speech
lagTur'O
lagTur'ocak = January
lagTur'oda = room
lagTur'odacix = janitor
lagTur'odun = firewood
lagTur'ofis = office
lagTur'ogxlan = boy
lagTur'ogxul = son
lagTur'okul = school
lagTur'okumak = read
lagTur'olmak = to be; to happen
lagTur'omuz = shoulder
lagTur'on = ten
lagTur'opera = opera
lagTur'ordu = army
lagTur'orman = forest
lagTur'orta = middle
lagTur'otel = hotel
lagTur'otobuxs = bus
lagTur'otomobil = automobile
lagTur'oturmak = to sit; to reside
lagTur'otuz = thirty
lagTur'oynamak = to play
lagTur'oyun = game
lagTur'Ox
lagTur'oxbuxr = to other
lagTur'oxdemek = to pay
lagTur'oxdev = duty; homework
lagTur'oxgxle = noon
lagTur'oxgxrenci = student
lagTur'oxgxrenmek = to learn
lagTur'oxgxretim = instruction; education
lagTur'oxgxretmek = to teach
lagTur'oxgxretmen = teacher
lagTur'oxlcxmek = to measure; to consider
lagTur'oxlcxux = measurement
lagTur'oxlmek = to die
lagTur'oxluxm = death
lagTur'oxmuxr = life span; amusing
lagTur'oxn = front
lagTur'oxnce = first; ago
lagTur'oxnem = importance
lagTur'oxnemli = important
lagTur'oxpmek = to kiss
lagTur'oxyle = like that, so
lagTur'oxzel = private
lagTur'oxzuxr = excuse; defect
lagTur'P
lagTur'pahalix = expensive
lagTur'paket = packet, package
lagTur'palto = man's coat
lagTur'pansiyon = boarding house
lagTur'pantalon = pants, trousers
lagTur'para = money
lagTur'parcxa = piece, bit, segment
lagTur'park = park
lagTur'parlak = bright, shining, successful
lagTur'parmak = finger, toe,
lagTur'pasaport = passport
lagTur'pasta = pastry, dessert
lagTur'pastane = pastry shop
lagTur'patates = potato
lagTur'patron = employer, head of a business
lagTur'pazar = open market; Sunday
lagTur'pazartesi = Monday
lagTur'pek = very much; hard, firm
lagTur'peki = very good
lagTur'pembe = pink
lagTur'pencere = window
lagTur'perde = curtain, screen, veil
lagTur'persxembe = Thursday
lagTur'peynir = cheese
lagTur'piknik = picnic
lagTur'pilav = pilaf
lagTur'pis = dirty, foul, obscene
lagTur'pisxirmek = to cook, to bake
lagTur'pisxmek = to be cooked, baked; to ripen, to mature
lagTur'plaj = beach
lagTur'polis = police, policeman
lagTur'politika = politics, policy
lagTur'portakal = orange
lagTur'posta = post, postal service
lagTur'postane = post office
lagTur'profesoxr = professor
lagTur'program = program
lagTur'pul = stamp
lagTur'R
lagTur'radyo = radio
lagTur'raf = shelf
lagTur'ragxmen (-a) = in spite (of)
lagTur'rahat = comfortable
lagTur'rakix = anise flavored alcoholic beverage
lagTur'randevu = appointment, rendezvous
lagTur'recxel = jam
lagTur'renk = color
lagTur'renkli = colored, colorful
lagTur'resim = picture
lagTur'resmix = official, formal
lagTur'ressam = painter, artist
lagTur'rica = request
lagTur'ruxzgaxr = wind
lagTur'S
lagTur'saat = watch, click, hour
lagTur'sabah = morning
lagTur'sacx = hair
lagTur'sade = mere, simple, pure
lagTur'sagx = alive
lagTur'sagxlixk = life, health
lagTur'saha = space, field
lagTur'sahi = sound, true, correct
lagTur'sahip = owner
lagTur'sakixn = beware; objection
lagTur'salata = salad, lettuce
lagTur'salix = Tuesday
lagTur'salon = hall, guest room, dining room
lagTur'sanayi = industries
lagTur'sandalye = chair
lagTur'saniye = second, moment
lagTur'sanki = supposing that
lagTur'sanmak = to think
lagTur'sarix = yellow; pale
lagTur'satixcix = salesman
lagTur'satixn almak = to buy
lagTur'satmak = to sell
lagTur'savasx = struggle, fight, war
lagTur'sayfa = page
lagTur'saymak = to count
lagTur'sebep = cause, reason, source
lagTur'sebze = vegetable
lagTur'secxmek = to choose, select
lagTur'sefer = voyage
lagTur'sekiz = eight
lagTur'sekreter = secretary
lagTur'seksen = eighty
lagTur'selaxm = greeting, salutation
lagTur'sen = you
lagTur'sene = year
lagTur'serbest = free, independent
lagTur'sergi = axhibition
lagTur'serin = cool
lagTur'sert = hard, violent
lagTur'ses = sound, noise, voice
lagTur'sevgili = beloved, dear
lagTur'sevincx = joy, delight
lagTur'sevinmek = to be pleased with
lagTur'sevmek = to love, like
lagTur'seyahat = journey, travelling
lagTur'seyretmek = to see, to look on
lagTur'sixcak = warm, hot, heat
lagTur'sixfixr = zero
lagTur'sixk = close together, dense
lagTur'sixkmak = to press, squeeze
lagTur'sixnixf = class
lagTur'sixr = secret, mystery
lagTur'sixra = row, turn, file
lagTur'sigara/cixgara = cigarette
lagTur'sinema = cinema
lagTur'siyah = black
lagTur'siz = you
lagTur'sogxan = onion
lagTur'sogxuk = cold, frigid
lagTur'sohbet = conversation, chat
lagTur'sokak = street
lagTur'sol = left, left-hand
lagTur'son = end, result, last
lagTur'sonbahar = fall, autumn
lagTur'sonra = afterwards
lagTur'sormak = to ask
lagTur'soru = question
lagTur'sorun = problem
lagTur'soyadix = family name, surname
lagTur'soxylemek = to say
lagTur'soxz = word, speech, rumour
lagTur'soxzluxk = dictionary
lagTur'spor = sport, games
lagTur'su = water, fluid
lagTur'subay = officer
lagTur'sultan = ruler
lagTur'susmak = to be silent
lagTur'suxrmek = to drive
lagTur'suxt = milk
lagTur'Sx
lagTur'sxair = poet
lagTur'sxapka = hat
lagTur'sxarap = wine
lagTur'sxark = east, Orient
lagTur'sxart = condition
lagTur'sxasxixrmak = to be confused about
lagTur'sxasxmak = to be perplexed
lagTur'sxehir = town, city
lagTur'sxeker = sugar, candy
lagTur'sxekerli = sweetened
lagTur'sxemsiye = umbrella
lagTur'sxey = thing
lagTur'sxikaxyet = complaint
lagTur'sximdi = now
lagTur'sxirket = company, partnership
lagTur'sxisx = spit, skewer; swelling, swollen
lagTur'sxisxe = battle
lagTur'sxisxman = fat
lagTur'sxofoxr = chauffer
lagTur'sxoxyle = in that manner, so, just
lagTur'sxubat = February
lagTur'sxuxphe = doubt, suspicion
lagTur'T
lagTur'tabak = plate, dish
lagTur'tabii = of course
lagTur'tahsil = collection; study, education
lagTur'tahta = blackboard; board, plank
lagTur'takixm = set; team
lagTur'taksi = taxi
lagTur'tam = complete, entire, perfect
lagTur'tamam = OK; completion, end
lagTur'tane = grain; piece;
lagTur'tanixmak = to know
lagTur'tanixsxmak = to meet, make acquaintance
lagTur'tanrix = god; God
lagTur'taraf = side, direction
lagTur'tarif = description; tariff
lagTur'tarih = history
lagTur'tarla = arable field
lagTur'tasx = stone
lagTur'tasxixmak = to carry, transport, bear
lagTur'tasxixnmak = to go very often to, be carried to
lagTur'tatil = holiday, vacation
lagTur'tatlix = sweet, drinkable
lagTur'tavuk = hen
lagTur'taze = fresh, new
lagTur'tebrik = congratulation
lagTur'tehlike = danger
lagTur'tek = single, alone
lagTur'teklif = proposal, offer
lagTur'tekrar = repetition
lagTur'tekrarlamak = to repeat
lagTur'telefon = telephone
lagTur'televizyon = television
lagTur'telgraf = telegraph, telegram
lagTur'tembel = lazy
lagTur'temiz = clean, pure, honest
lagTur'temizlemek = to clean
lagTur'temmuz = July
lagTur'temsil = representation
lagTur'tepe = hill, summit
lagTur'tercih = preference
lagTur'terzi = tailor
lagTur'tesxekkuxr = thanks, giving thanks
lagTur'tixrnak = finger nail, toe nail;
lagTur'ticaret = trade, commerce
lagTur'tiyatro = theatre
lagTur'top = ball, anything round
lagTur'toplamak = to collect, gather, tidy
lagTur'toplantix = assembly, meeting
lagTur'toprak = earth, soil, land
lagTur'tramway = tram, streetcar
lagTur'trasx/tixrasx = shaving
lagTur'tren = train
lagTur'tuhaf = uncommon, curious
lagTur'turist = tourist
lagTur'turistik = touristic
lagTur'turuncu = orange (color)
lagTur'tutmak = to hold; to catch, seize
lagTur'tuvalet = toilet
lagTur'tuz = salt
lagTur'tuzlu = salted, salty
lagTur'tuxrlux = various
lagTur'tuxtuxn = tobacco
lagTur'U =
lagTur'ucuz = cheap
lagTur'ucxak = airplane
lagTur'ucxmak = to fly, to evaporate, disappear
lagTur'ufak = small
lagTur'ugxramak = to stop by
lagTur'ulus = people, nation
lagTur'ummak = to hope, expect
lagTur'umumiyetle = usually, generally
lagTur'unutmak = to forget
lagTur'uyanmak = to awake, come to life
lagTur'uygun = comfortable, suitable, appropriate
lagTur'uyku = sleep (n.)
lagTur'uyumak = to sleep
lagTur'uzak = distant, remote
lagTur'uzatmak = to extend, prolong
lagTur'uzun = long
lagTur'Ux
lagTur'uxcx = three
lagTur'uxlke = country
lagTur'uxmit = hope, expectation
lagTur'uxniversite = university
lagTur'uxnlux = famous
lagTur'uxst = top, upper surface
lagTur'uxtux = flat-iron
lagTur'uxye = member
lagTur'uxzere = at the point of, about to
lagTur'uxzmek = to strain, break; to hurt the feelings of
lagTur'uxzuxlmek = to be worn out
lagTur'uxzuxm = grape
lagTur'V
lagTur'vakit = time
lagTur'vali = governor
lagTur'valiz = suit-casse
lagTur'vapur = steamer
lagTur'var = there is, there are
lagTur'varmak = to arrive, to reach
lagTur'vatan = native country
lagTur'vatandasx = citizen, compatriot
lagTur'vazgecxmek = to give up, to abandon
lagTur'vazife = duty, obligation
lagTur'vaziyet = position, situation
lagTur've = and
lagTur'vermek = to give
lagTur'veya = or
lagTur'vurmak = to hit, kill, steal, swindle
lagTur'Y
lagTur'ya.. ya da.. = either ... or ...
lagTur'yabancix = stranger, foreigner
lagTur'yagx = oil, fat, grease
lagTur'yagxmak = to rain
lagTur'yagxmur = rain (n.)
lagTur'yahut = or
lagTur'yakixn = near (to)
lagTur'yakixt = fuel (for heating)
lagTur'yakmak to = light, ignite
lagTur'yalan = lie, fabrication
lagTur'yalnixz = alone, lonely
lagTur'yan = side; neighborhood
lagTur'yanak = cheek
lagTur'yani = that is to say
lagTur'yanlixsx = error
lagTur'yanmak = to burn, be on fire
lagTur'yapmak = to make; to build; to create
lagTur'yaprak = leaf, grape leaf; layer
lagTur'yardixm = help
lagTur'yarix = half of the
lagTur'yarixm = half (n.)
lagTur'yarixn = tomorrow
lagTur'yasak = prohibition, ban, prohibited
lagTur'yasx = damp, fresh
lagTur'yasxamak = to live; to enjoy
lagTur'yasxlix = old, elderly
lagTur'yatak = bed
lagTur'yatmak = to go to bed
lagTur'yavasx = slow; quiet
lagTur'yavru = young animal
lagTur'yaz = summer
lagTur'yazix = writing
lagTur'yazixk = pity, shame
lagTur'yazmak = to write
lagTur'yedi = seven
lagTur'yemek = to eat; to spend (money)
lagTur'yeni = new
lagTur'yer = place; position
lagTur'yesxil = green
lagTur'yetisxmek = to catch, make; to be in time for
lagTur'yetmek = to be sufficient
lagTur'yetmisx = seventy
lagTur'yixkamak = to wash; to bathe
lagTur'yixkanmak = to be washed; to be bathed
lagTur'yixl = year
lagTur'yine/gene = again, once more; still, even so
lagTur'yirmi = twenty
lagTur'yiyecek = food
lagTur'yogxurt = yogurt
lagTur'yok = there is not.., there are not..
lagTur'yoksa = orix; if not..ix (used in questions)
lagTur'yol = road, path, route
lagTur'yolcu = traveler; passsenger
lagTur'yolculuk = journey, trip
lagTur'yollamak = to send
lagTur'yorgun = tired
lagTur'yorulmak = to get tired
lagTur'yoxn = direction, apsect, angle
lagTur'yoxnetici = manager, administrator
lagTur'yukarix = upstairs; upper
lagTur'yumurta = egg; testicle
lagTur'yumusx = soft, tender, gentle
lagTur'yurt = homeland of a people or nation
lagTur'yuxksek = high; lofty
lagTur'yuxkselmek = to rise, ascend
lagTur'yuxruxmek = to work, to march, to move forward
lagTur'yuxz = one hundred; face; reason
lagTur'yuxzmek = to swim, to float
lagTur'Z
lagTur'zahmet = trouble
lagTur'zaman = time
lagTur'zamir = pronoun
lagTur'zarf = envelope
lagTur'zaten = anyway; besides
lagTur'zengin = rich
lagTur'zeytin = olive (fruit)
lagTur'zil = doorbell, buzzer
lagTur'ziyaret = visit, pilgrimage
lagTur'zor = trouble, worry, difficulty
name::
* McsEngl.lagTur'EVOLUTION,:
The Origins of Turkish
The Turkish Language originated in The Altay Mountain Range in Northern Siberia centuries ago. For this reason it is called an Altaic Language. As the nomads expanded further into Asia Minor, they brought their language with them to Turkmenistan, Khazakstan, Uzbekistan, Azerbaijan and other countries.
Many of these languages are multi-intelligible although local usage and vocabulary, spelling and alphabet may differ - however they all exhibit the same grammatical structure of agglutination and vowel harmony.
Turkish being a language emanating from Central Asia, is spoken from the borders of Greece to the hinterland of Western China, there may also be some affinity with the Hungarian, Finnish, Korean and some of the indigenous American Indian languages.
The Ottoman Empire brought the language to the gates of Vienna and to Arabia, Egypt and Northern Africa as their empire flourished. It is because of this expansion that the language and vocabulary is peppered with words from Arabic, Persian and European languages. These imported words mostly (but not always) follow the basic grammar and vowel harmony of native Turkish.
[http://www.turkishlanguage.co.uk/about.htm]
name::
* McsEngl.lagTur'KORELATERO,:
name::
* McsEngl.lagTur'CONJUNCTION,
_SPECIFIC:
* lagTur'ama = but; however
* lagTur'bile = neither
* lagTur'da = also
* lagTur'de = also
* lagTur'gibi = like
* lagTur'ile = with, and
* lagTur'ki = that
* lagTur've = and
* lagTur'ya = or
name::
* McsEngl.lagTur'POSTPOSITION,
_SPECIFIC:
* lagTur'ardixnda = behind,
Class 0 — absolute u"zere,
u"zre on
yol u"zere = on the road
Class I — ablative: -den bas,ka other than, except for
bizden bas,ka = except for us
ko"peklerimden bas,ka = except for my dogs
beri since, subsequent to
on saatten beri = for the past 10 hours
saat ondan beri = since 10:00
bu yana since
Cumadan bu yana = since Friday
dolay? because of
Atatu"rk'den dolay?, s,imdi Turkiye iyi millet.
Because of Atatu"rk, Turkey is a good country now.
evvel before, earlier than (also o"nce in some regions)
bizden evvel = earlier than us
saat ondan evvel = before 10:00
ic,iri inside, into
Kebapc?dan ic,iri girdik = We went into a kebap shop.
itibaren with effect from, starting from
Cumadan itibaren her gu"n, kebapc,?dan ic,iri gireceg(iz.
Every day starting from Friday, we will go into a kebap shop.
sonra after, later than
bizden sonra = later than us
saat ondan sonra = after 10:00
Class II — dative: -(y)e dair about, concerning
Osmanl? tarihine dair bir kitap = A book about Ottoman history
dog(ru straight toward
Bu yol I.stanbul'a dog(ru gitiyor.
This road goes straight toward Istanbul
go"re according to
Gazeteye go"re, hava gu"zel olacak.
According to the newspaper, the weather is going to be nice.
kadar up to, until, as far as, as much as
saat ona kadar = until 10:00
evime kadar = as far as my house
Bir saat kadar otobu"se bindim. = I rode the bus for one hour.
Halk I.ndiana'da fillere kadar s,is,man. = People in Indiana are as fat as elephants.
kars,? against, opposite
bana kars,? = against me
nazaran compared to, in regard to
Kediye nazaran filim daha bu"yu"k. = Compared to a cat, my elephant is larger.
rag(men despite
ona rag(men = despite that
Class III — possessive: for personal pronoun, singular interrogative pronoun, or singular demonstrative pronoun;
otherwise no suffix gibi like, similar to
kedi gibi = like a cat
sizin gibi = like you
ic,in because of, for, for the purpose of
bunu ic,in = because of this
ile / -(y)le with, by the
kedi ile -or- kediyle = with a cat
Has,his,i kilo ile sat?yorum. = I sell hashish by the kilogram.
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagTur'KONSEPTERO,
winMekMak Program: conjugates verbs.
ACTIVE-VOICE PASSIVE-VOICE
Imperfect Perfect Imperfect Perfect
Pres Inst: yazixyorum, I have written, I am written, I have been written,
he writes, he has written, he is written, he has been written,
we are written, ,
Interv: I am writing, I have been writing, I am being written, I have being written,
he is writing, he has been writing, he is being written, he has being written,
we are writing, we are being written, ,
Pas Inst: I wrote, I had written, I was written, I had been written,
we were written, ,
Interv: I was writing, I had been writing, I was being written, I had being written,
we were writing, we were being written, ,
Fut Inst: yazacaktixm, I will have written, I will be written, I will have been written,
Interv: I will be writing, I will have been writing, I will being written, I will have being written,
* infinite: yazmak,
* participle:
* imperative: sen yaz! => write!
* ability-present: ben yazabiliyorum => I can write (now)
* necessitative: ben yazmal?y?m => I must write
* optative: ben yazay?m => Let me write
* coditional: ben yazsam => If I write
* imperfect-present: ben yaz?yordum => I was writing
* dudicative: ben yaz?yormu?um => It is said that I am writing
There are 5 fundamental tenses in Turkish. These are:
1. Present simple tense (Genis, zaman)
2. Present continuous tense (S,imdiki zaman)
3. Future tense (Gelecek zaman)
4. Past tense with -di (-di'li gec,mis, zaman) --> Regular past tense
5. Past tense with -mis, (-mis,'li gec,mis, zaman) --> Also called the story past tense
[http://www.turkishclass.com/grammar_futureTense.htm]
1. Infinitives
Verbs in Turkish, when used alone, have the imperative meaning as in English.
do --> yap
come --> gel
go --> git
drink --> ic,
sleep --> uyu
In order to make a verb infinitive, the suffix -mek is used.
to do --> yapmak (changes to -mak since yap[do] is a hard word)
to come --> gelmek
to go --> gitmek
to drink --> ic,mek
to sleep --> uyumak
The following are examples to the use of infinitives in Turkish:
It is good to sleep. --> Uyumak iyi(dir).
It is difficult to study. --> C,al?s,mak zor(dur).
I want to go. --> Gitmek istiyorum.
I want to walk. --> Yu"ru"mek istiyorum.
[http://www.turkishclass.com/grammar_infinitivesAndPlurals.htm]
Also by inflexion, a verb can become one of the following:
* verbal noun (isim-fiil);
* verbal adjective (s?fat-fiil) or participle (ortac,);
* verbal adverb (called a gerund by Lewis (1967)).
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar]
http.TURKISH.VERB:
* http://www.cromwell-intl.com/turkish/verbs.html: όλες οι περιπτώσεις κλίσης.
lagTur'verb.PRESENT:
ben kapat?yorum
sen kapat?yorsun
o kapat?yor
biz kapat?yoruz
siz kapat?yorsunuz
onlar kapat?yorlar
lagTur'verb'PASSIVE:
* There are two passive suffixes -il and -in.
_GENERIC:
* NOUNERO#cptCore256.3#
_SUFFIX:
The dictionary-form of a noun can take up to four (kinds of)#inflexional suffixes, generally in the following order:
1. plural suffix;
2. suffix of possession (iyelik eki from iye "owner");
3. case-ending;
4. personal suffix (kisxi eki from kisxi "person").
Through its presence or absence, the plural ending shows distinctions of number.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar#Nouns]
lagTur'ARTICLE:
* There are no articles in Turkish, and no gender associated with words.
[http://www.turkishclass.com/basic_introduction.htm]
lagTur'NOUN'PLURAL:
To make plurals of nouns, the suffix -ler is used. Below are some examples, note how the suffix -ler becomes 'sometimes -ler, sometimes -lar' obeying the rules of vowel harmony.
road(s) --> yol --> yollar
tree(s) --> agxacx --> agxacxlar
rose(s) --> guxl --> guxller
room(s) --> oda --> odalar
house(s) --> ev --> evler
job(s) --> meslek --> meslekler
[http://www.turkishclass.com/grammar_infinitivesAndPlurals.htm]
* If plurality is shown by a numeral greater than one or a word like “c,ok” (many), or “kac,” (how many), no plural suffix is added to the noun as in examples below:
iki kitap two boks not ”iki kitaplar”
c,ok bardak a lot of glasses not “c,ok bardaklar”
kac, kis,i how many people not “kac, kis,iler”
[http://www.turkishclass.com/turkish_lesson_1]
lagTur'NOUN'INDEFINITE:
- bir ada ==> one (an) iland.
lagTur'NOUN.PROPER:
* The apostrophe in Turkish is used before suffixes attached to proper nouns.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar#Nouns]
state suffix meaning examples
plain - the object itself (nominative)
deniz orada: the sea is there.
i -i (4) (stressed) do something with the object (accusative)
denizi seviyorum: i like/love the sea.
e -e (2) (stressed) to (dative)
denize gidiyorum: i'm going to the sea.
de -de (2) (stressed) in/at/on
denizde bal?klar var: there are fish in the sea.
den -den (2) (stressed) from
denizden geliyorum: i'm coming from the sea.
[http://www.learningturkish.org/]
Turkish has six cases
1) A nominative case which carries no ending and five cases each with a typical ending. According to Vowel Harmony the vowels of the ending match the base word. The endings of the cases are:
2) Genitive: -in/-ixn/-un/-uxn
The Genitive is the Case of Ownership
3) Accusative: -i/-ix/-u/-ux
The Accusative is the Direct Object of a Verb - it equates to - the.. - in English
4) Dative: -a/-e
The Dative is the Case of Movement Towards - it equates to - to., towards.. - in English.
5) Locative: -da/-de or -ta/-te - according to Consonant Mutation rules.
The Locative is the Case of Place - it equates to - in.. on.. at.. - in English.
6) Ablative: -dan/-den or -tan/-ten - according to Consonant Mutation rules.
The Ablative is the Case of Movement Away - it equates to - from.. by.. via.. - in English.
[http://www.turkishlanguage.co.uk/about.htm]
Noun declension
Case Application Singular Plural
Absolute nominative — -ler
Accusative direct object -(y)i -leri
Genitive owner-of, of-X -(n)in -lerin
Dative indirect object, motion toward -(y)e -lere
Locative in a place -de -lerde
Ablative motion from -den -lerden
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagTur'ADJECTIVE,
There is no distinction between adjectives and adverbs -- one word serves both purposes.
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/background.html]
name::
* McsEngl.lagTur'ADVERB,
There is no distinction between adjectives and adverbs -- one word serves both purposes.
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/background.html]
name::
* McsEngl.lagTur'PRONOUN,
name::
* McsEngl.lagTur'PERSON'OF'SPEECH,
Absolute /Nominative
lagTur'ben lagTur'biz I we
lagTur'sen lagTur'siz you you
lagTur'o lagTur'onlar he / she / it they
Accusative /Direct object
lagTur'beni lagTur'bizi me us
lagTur'seni lagTur'sizi you you
lagTur'onu lagTur'onlar? he / she / it them
Genitive /Possessive /Owner-of, of-X
lagTur'benim lagTur'bizim my ... our ...
lagTur'senin lagTur'sizin your ... your ...
lagTur'onun lagTur'onlar? his / her / its ... their ...
Dative /Indirect object /motion toward
lagTur'bana lagTur'bize to me to us
lagTur'sana lagTur'size to you to you
lagTur'ona lagTur'onlara to him / her / it to them
Locative
lagTur'bende lagTur'bizde in me in us
lagTur'sende lagTur'sizde in you in you
lagTur'onda lagTur'onlarda in him / her / it in them
Ablative /comparison /motion from/through
lagTur'benden lagTur'bizden from/than me from/than us
lagTur'senden lagTur'sizden from/than you from/than you
lagTur'ondan lagTur'onlardan from/than him / her / it from/than them
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagTur'QUESTION'WORD:,
lagTur'kacx? how much? or how many?
lagTur'ne? what?
lagTur'kim? who?
lagTur'kimin? whose?
lagTur'hangi? which?
lagTur'nicx? why?
lagTur'ne'zaman? when?
lagTur'nasixlix how?
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagTur'DEMONSTRATIVE,
lagTur'bu this, close to the speaker:
· _stxEngl: Bu koxpek benimki. ==> This dog is mine.
lagTur'sxu = that, this, further away
_txtTur: Sxu dagx Agxrix Dagx. ==> That mountain is Mount Ararat.
lagTur'o = that.
_txtTur: O Agxri Dagx. ==> That is Mount Ararat.
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagTur'PLACE,
Locations
nere- where?
bura- here
ora- there
Add from/in/to endings to demonstrative pronouns to yield:
burada here orade there nerede? where?
buradan from this place oradan from there nereden? from where?
buraya to this place oraya to there nereye? to where?
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/nouns.html]
name::
* McsEngl.lagTur'LETERO,
name::
* McsEngl.lagTur'LETETRO,
* McsEngl.alphabet.Turkish,
* McsEngl.lagTur'alphabet,
_ADDRESS.WPG:
* http://www.turkishlanguage.co.uk/alphabet.htm,
* http://turkishbasics.com/grammar/alphabet.php,
TURKISH ALPHABET
#img.alphabet.gif#
Q,X,W does not exist:
A, B, C, CX, D, E, F, G, GX, H, I, IX, J, K, L, M, N, O, OX, P, R, S, SX, T, U, UX, V, Y, Z.
===
lagTur01a(Aa)
lagTur02be(Bb)
lagTur03je(Cc)
lagTur04ce(Η199/η231)
lagTur05de(Dd)
lagTur06e(Ee)
lagTur07fe(Ff)
lagTur08ge(Gg)
lagTur09yumuSSakge(G286/g287)
lagTur10he(Hh)
lagTur11U(I73/i305)
lagTur12i(I304/i)
lagTur13ZZe(Jj)
lagTur14ke(Kk)
lagTur15le(Ll)
lagTur16me(Mm)
lagTur17ne(Nn)
lagTur18o(Oo)
lagTur19E(Φ214/φ246)
lagTur20pe(Pp)
lagTur21re(Rr)
lagTur22se(Ss)
lagTur23SSe(S350/s351)
lagTur24te(Tt)
lagTur25u(Uu)
lagTur26I(ά220/ό252)
lagTur27ve(Vv)
lagTur28ye(Yy)
lagTur29ze(Zz)
name::
* McsEngl.lagTur'VOWEL,
Back Front Back Front
Unrounded Rounded
open E e#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\epron.mp3# Ix i#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\idotpron.mp3# Ox ox#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\odotpron.mp3# Uχ uχ#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\udotpron.mp3#,
closed A a#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\apron.mp3# I ix #pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\iunpron.mp3# O o#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\ounpron.mp3# U u#pl:\DATA\INFO\NERVOUS SYSTEM\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\uunpron.mp3#
lagTur'A a (a)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\apron.mp3#:
* yasak (prohibited), adam (man), ada (island).
* somewhere between the u of sun and the a of father. Not as long as the a in Pa...
lagTur'I ix (ix)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\iunpron.mp3#:
* ixlixk (warm), ixsixrgan (nettle), ixsxixk (light (not dark)).
* as e in glasses, or the a in serial. Try spreading the lips to say easy then say cushion -- this gives the Turkish word k?s,?n; in the season of winter...
lagTur'O o (o)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\ounpron.mp3#:
* on (ten), oda (room), orta (middle).
* as the Oh in the French Oh la la! -- like the short English o in You're a hotshot, Scott!
lagTur'U u (u)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\uunpron.mp3#:
* uzun (long), upuzun (very long), numara (number).
* as the u in put or the oo in foot, not like the u in butter...
------------------------------------------------------------------------
lagTur'E e (e)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\epron.mp3#:
* evet (yes), ben (I), teyze (aunt).
* as the short e sound in Ready, get set...
lagTur'Ix ix (i)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\idotpron.mp3#:
* bir (one, a, an), ismim (my name), iyilik (goodness).
* as the short i sound in hit, kit, bit, sit...
lagTur'Ox ox (ox)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\odotpron.mp3#:
* doxrt (four), oxrdek (duck), oxzel (private).
* /ε κλειστο/ ( e round).
* as the 'oe' sound in Goethe, or the ir in bird.
lagTur'Uχ uχ (uχ)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\udotpron.mp3#:
* uxzuxm (grapes), uxnlux (famous), (uxmit (hope).
* /ι κλειστο/ i round)
* like the u" in Fu"hrer, or the French u in tu. Say itch with rounded lips (really rounded as if to say 'oo') and you have the Turkish word for three - u"c,.
There are eight vowels in Turkish which are divided into two groups as follows:
The A-Undotted Vowels - A I O U
The E-Dotted Vowels - E I. O" U"
[http://www.turkishlanguage.co.uk/vh1.htm]
lagTur'VOWEL'HARMONY:
* Harmony of vowels is a very fundamental property of Turkish. The rules concerning vowel harmony need to be learned as one of the first steps because they affect the way almost all the other rules are applied.
[http://www.turkishclass.com/basic_introduction.htm]
* Turkish exhibits vowel harmony: when a suffix is attached to a stem, the vowel in the suffix is adjusted to harmonize with the last vowel in the stem.
Major vowel harmony states that:
* Any suffix appended to a hard word must have hard vowels
* Any suffix appended to a soft word must have soft vowels
[http://www.turkishclass.com/grammar_vowelHarmony1.htm]
Minor vowel harmony states that:
If a suffix starting with -i is appended to a round word, the -i in the suffix becomes -u or -u". This depends on whether the word is hard or soft.
[http://www.turkishclass.com/grammar_vowelHarmony2.htm]
Turkish
Front Back
Unrounded Rounded Unrounded Rounded
High i ux ix u
Low e ox a o
Turkish has a 2-dimensional vowel harmony system, where vowels are characterised by two features: [±front] and [±rounded].
Front/back harmony
Turkish has two classes of vowels -- front and back. Vowel harmony states that words may not contain both front and back vowels. Therefore, most grammatical suffixes come in front and back forms, e.g. Tu"rkiye'de "in Turkey" but kap?da "at the door".
Rounding harmony
In addition, there is a secondary rule that i and ? tend to become u" and u respectively after rounded vowels, so certain suffixes have additional forms. This gives constructions such as Tu"rkiye'dir "it is Turkey", kap?d?r "it is the door", but gu"ndu"r "it is day", paltodur "it is the coat".
Exceptions
Compound words are considered separate words with respect to vowel harmony: vowels do not have to harmonize between members of the compound (thus forms like bu|gu"n "today" are permissible). In addition, vowel harmony does not apply for loanwords and some invariant suffixes (such as -iyor); there are also a few native Turkish words that do not follow the rule (such as anne "mother"). In such words suffixes harmonize with the final vowel; thus I.stanbul'dur "it is I.stanbul".
[http://en.wikipedia.org/wiki/Vowel_harmony#Turkish]
name::
* McsEngl.lagTur'CONSONANT,
lagTur'B b (be):
* /μπ/ as the b's in Buttered bread is best...
lagTur'C c (ce)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\pronc.mp3#:
* /τζ/ as the j sound in jam, and That jockey is a joker!
lagTur'Cx cx (cxe)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\proncx.mp3#:
* /τσ/ as the ch in church.
lagTur'D d (de):
* /ντ/ as the d in Deadly and dangerous...
lagTur'F f (fe):
* /φ/ as the f 's in Fowl feathered friends... or should that be foul feathered friends?
lagTur'G g (ge):
* /γκ/ as the g in Go get gaiters...
lagTur'Gx gx (Yumusxak G (soft g):
* This letter is soundless. It's purpose is to elongate the nearest preceding vowel. As a capital letter, it is only seen in words that have been written in all capital letters -- such as company names. And when written in upper or lower case it never starts a word.
lagTur'H h (he)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\pronh.mp3#:
* /χ/ as the h in Hang on -- help is on the way...
lagTur'J j (je)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\pronj.mp3#:
* /ζζ/ as the s in treasure, and measure for measure...
lagTur'K k (ke, ka):
* /κ/ as the c and the k in a couple of kittens...
lagTur'L l (le):
* /λ/ as the l 's in lot's of lovin'
lagTur'M m (me):
* /μ/ as the m 's in Mary Martin
lagTur'N n (ne):
* /ν/ as the n 's in Not nice, Nellie, not the ng sound of pink... The un-documented N-letter Exception...
lagTur'P p pe: as the p 's in Pretty in pink...
* /π/
lagTur'R r (re):
* /ρ/ as the r 's in Red Rooster...
lagTur'S s (se)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\prons.mp3#:
* /σ/ as the s in So long, Sam...
lagTur'Sx sx (sx)#pl:\DATA1\data.INFO\LANGUAGE\TURKISH\SOUND\pronsx.mp3#:
* /σσ/ as the sh 's in Short Sweet Sherry...
lagTur'T t (te):
* /τ/ as the English t in tongue, but with the tip of the tongue behind the front teeth rather than at the top of the mouth.
lagTur'V v (ve):
* /β/ as the v 's in very vexed virgin -- except that it is sometimes much softer than the English v, especially between vowels...so that tavuk; chicken is almost pronounced tawuk.
lagTur'Y y (ye):
* /γ/ as the y 's in Yes, it's yellow...
* teyze (aunt) ==> teeze, iyilik (goodness) ==> iilik,
lagTur'Z z (ze):
* /ζ/ as the z in zip
If the word ends in an HARD CONSONANT
( c, f h k p s s, t )
then the following rules apply:
k < g( t < d c, < c p < b f < v
Adding a suffix beginning with a vowel to a word changes the last letter of the word itself to its SOFT version as above
Adding a suffix beginning with a consonant changes the suffix itself to its HARD version.
-de < -te -den < -ten and Past Tense -di < -ti
These are the Complete Rules of Consonant Mutation.
[http://www.turkishlanguage.co.uk/seslisozluk.htm]
name::
* McsEngl.lagTur'LETEPRO,
Pronunciation of Turkish words is phonetic with all letters having the same value in every situation. The Turkish alphabet contains all the letters of the English alphabet except for q, x, and w. In general, most letters are pronounced about the same as in English with a few exceptions.
The stress on Turkish words is more pronounced than in English. It usually falls on the last syllable, although many people argue it is the first syllable. Names of places are the exceptions where stress can be on any syllable, such as Istanbul, Marmaris, and Izmir.
[http://www.turkishnews.com/DiscoverTurkey/culture/language/]
http.TURKISH.SPOKEN:
* http://www.learningpracticalturkish.com/sounds-of-turkish--alphabet.html: http://www.learningpracticalturkish.com/sounds-of-turkish--alphabet.html
* http://www.turkishlanguage.co.uk/pronsound.htm:
name::
* McsEngl.lagTur'MAPEELO,
name::
* McsEngl.lagTur'mapeelo.LOKO,
lagTur'loko.DEFINITE:
* ABSOLUTE:
* HERE: burada
* THERE: orade
* FROM HERE: buradan
* FROM THERE: oradan
* TO HERE: buraya
* TO THERE: oraya to there
* RELATIVE:
* IN: evde (ev=house) = in the house.
name::
* McsEngl.lagTur'mapeelo.POSSESION,
Formation of the Possessive Relationship:
Both the Possessor and Possessed are suffixed in Turkish as follows.
In Turkish the possessor is sufficed with -in, -?n, -un, -u"n, or -nin -etc. when suffixed to a word which ends in a vowel.
The possessed item in Turkish is suffixed with -i, -?, -u, -u" - his, hers, its.
If the word being suffixed already ends in a vowel then the buffer letter -s- is used after this final vowel, thus the forms -si, -s?, -su, -su" are used.
_txtTur: adamixn eli => the man's hand, the hand of the man
_txtTur: adamixn arabasix => the man's car
_txtTur: adamixn arabalarix => the man's cars
_txtTur: adamlarixn arabalarix => the men's cars
1. adam?n arabas? - the man's car
2. adam?n arabas?n?n - of the man's car, the man's car's
3. adam?n arabas?na - to the man's car
4. adam?n arabas?n? - the man's car (object)
5. adam?n arabas?nda - in the man's car
6. adam?n arabas?ndan - from the man's car
7. adam?n arabas?yla - with the man's car
Adam?n eski arkadas,?ndan => From the man's old friend
Adam?n bu"yu"k ve pahal? arabas?nda ==> In the man's large and expensive car
[http://www.turkishlanguage.co.uk/possessiverelationship.htm]
name::
* McsEngl.lagTur'NUMBER,
* McsEngl.lagTur'numara,
_NUMBERS:
0 lagTur'sixfixr
1 lagTur'bir
2 lagTur'iki 20 lagTur'yirmi, 21 yirmi bir, 22 yirmi iki
3 lagTur'uxc, 30 lagTur'otuz
4 lagTur'doxrt 40 lagTur'kixrk
5 lagTur'bes, 50 lagTur'elli
6 lagTur'altix 60 lagTur'altmixs,
7 lagTur'yedi 70 lagTur'yetmis,
8 lagTur'sekiz 80 lagTur'seksen
9 lagTur'dokuz 90 lagTur'doksan
10 lagTur'on 100 lagTur'yuxz
11 on bir
12 on iki
19 on dokuz
137 yuxz otuz yedi
200 iki yuxz
300 uxc, yuxz
1,000 lagTur'bin
2,000 iki bin
10,000 on bin
25,000 yirmi bes, bin
1,000,000 bir milyon
1,000,000,000 bir milyar
http.turkish.NUMBER:
* http://www.turkishclass.com/basic_numbers.htm:
name::
* McsEngl.lagTur'sentence,
name::
* McsEngl.lagTur'WORD'ORDER,
Word order is regular, but differs from English.
- (1) Adjectival Descriptions of Subject
- (2) The Subject
- (3) Time clauses
- (4) Adjectival Descriptions of Object
- (5) The Object - and finally
- (6) The Verb.
[http://www.turkishlanguage.co.uk/about.htm]
_txtTur: _stxSbj:Bu tren#when:her guxn _stxObj:Istanbul'a _stxVrb:gidiyor. => This train goes to Istanbul every day.
Word-order
A general rule of Turkish word-order is that the modifier precedes the modified. Therefore, usually,
* adjective (used attributively) precedes noun;
* adverb precedes verb;
* object of postposition precedes postposition.
Also, in a sentence,
* subject precedes predicate;
* objects precede verb;
* indirect object precedes direct object.
In particular then, Turkish is SOV. However, because the distinction between subject, indirect object, and direct object is shown also by inflexion, the rules of word-order are not inviolable.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar]
name::
* McsEngl.lagTur'AGENT,
The agent is placed in the Genitive Case and followed by - taraf?ndan - by but the Genitive Case is used only for Pronouns. For Nouns the Nominative Case is used, just like the preposition - ile - with, also, and - so it becomes - benimle - with me.. - but - with Ahmet - Ahmet'le -(not Ahmet'inle)
[http://www.turkishlanguage.co.uk/passivemood.htm]
name::
* McsEngl.lagTur'Resource,
name::
* McsEngl.internet'source.TURKISH,
http.TURKISH.DICTIONARY:
* http://www.turkishdictionary.net/: I have downloaded it and from any program with alt+mouse shows a word in english/turkish.
* http://www.sozluk.web.tr/index.php:
* http://www.hazar.com/:
* http://www.dicts.info/: σε πολλές γλώσσες.
* http://www.langtolang.com/:
* http://www.foreignword.com/Tools/dictsrch_aff.asp?menu=N&query=man&src=BP&go=Translate&trg=FP:
* http://www.eurodict.koralsoft.com/index.html: http://www.eurodict.koralsoft.com/index.html: δεν έχει τα ειδικά σύμβολα.
* http://www.dnathan.com/language/turkish/tsd/index.htm: http://www.dnathan.com/language/turkish/tsd/index.htm
http.TURKISH.GRAMMAR:
* http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar:
* http://www.cromwell-intl.com/turkish/: http://www.cromwell-intl.com/turkish/
- the list of all suffixes.
* http://www.learningturkish.org/:
http.TURKISH.LESSONS:
* http://www.turkishlanguage.co.uk/:
* http://www.turkishclass.com/:
* http://www.learningpracticalturkish.com/:
http.TURKISH.MISC:
* http://www.geocities.com/turdotnet/sozluk/: http://www.geocities.com/turdotnet/sozluk/
Turkish is highly agglutinative: its words are able to carry many suffixes (or "endings").
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar]
name::
* McsEngl.lagTur'SUFFIX,
* McsEngl.lagTur'ek,
Suffixes
A suffix (ek) is attached to a stem (goxvde). This stem may be a root (koxk), or it may be further analysable. The suffixes used in Turkish fall approximately into two classes:
* constructive suffixes (yapixm ekleri), and
* inflexional suffixes (c,ekim ekleri).
The distinction here involves the distinction between words as found in dictionaries and words as found in sentences. A constructive suffix makes a new dictionary-word from an old one; an inflexional suffix allows a dictionary-word to take its proper place in a sentence. Thus the distinction between constructive and inflexional suffixes is somewhat arbitrary, depending on the judgements of grammarians and lexicographers. The present article is concerned mainly with inflexional suffixes; the article on Turkish vocabulary treats the constructive suffixes.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar]
Alphabetical List of Turkish Suffixes
-lagTur'sufix.a = verb, gerund verb
-lagTur'sufix.acagixm = verb, future general (1st person singular)
-lagTur'sufix.acagixz = verb, future general (1st person plural)
-lagTur'sufix.acak *ix = verb, future general positive interrogative verb
-lagTur'sufix.acek * = verb, future past conditional
-lagTur'sufix.acek * = verb, future past inferential
-lagTur'sufix.acek * = verb, future past inferential conditional
-lagTur'sufix.acaklar = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaklar *ix = verb, future general positive interrogative verb
-lagTur'sufix.acaklardix = verb, future past (3rd person plural)
-lagTur'sufix.acaklardixr = verb, future general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.acaksam = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaksan = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaksa = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaksak = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaksanixz = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaksixn = verb, future general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.acaksixnixz = verb, future general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.acaktix = verb, future past (3rd person singular)
-lagTur'sufix.acaktixk = verb, future past (1st person plural)
-lagTur'sufix.acaktixm = verb, future past (1st person singular)
-lagTur'sufix.acaktixn = verb, future past (2nd person singular)
-lagTur'sufix.acaktixnixz = verb, future past (2nd person plural)
-lagTur'sufix.acaktixr = verb, future general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.alar = verb, may or might (3rd person plural)
-lagTur'sufix.alixm = verb, may or might (1st person plural)
-lagTur'sufix.asix = verb, future II
-lagTur'sufix.asixn = verb, may or might (2nd person singular)
-lagTur'sufix.asixnixz = verb, may or might (2nd person plural)
-lagTur'sufix.aya = verb, may or might (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ayixm = verb, may or might (1st person singular)
-lagTur'sufix.bili- = verb, ability to
-lagTur'sufix.da = noun, locative / prepositional case
-lagTur'sufix.dan = noun, motion from / ablative case
-lagTur'sufix.de = noun, locative / prepositional case: in noun.
-lagTur'sufix.den = noun, motion from / ablative case
-lagTur'sufix.di = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.dik = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.diler = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.dim = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.din = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.diniz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.dir = verb, to be, present (3rd person singular)
-lagTur'sufix.dir- = verb, causative verb, "to make tox
-lagTur'sufix.dirler = verb, to be, present (3rd person plural)
-lagTur'sufix.dix = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.dixk = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.dixlar = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.dixm = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.dixn = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.dixnixz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.dixr = verb, to be, present (3rd person singular)
-lagTur'sufix.dixr- = verb, causative verb, "to make to"
-lagTur'sufix.dixrlar = verb, to be, present (3rd person singular)
-lagTur'sufix.du = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.duk = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.dular = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.dum = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.dun = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.dunuz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.dux = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.duxk = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.duxler = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.duxm = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.duxn = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.duxnuxz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.e = verb, gerund verb
-lagTur'sufix.ebil- = verb, ability, to be able to
-lagTur'sufix.ecegim = verb, future general (1st person singular)
-lagTur'sufix.ecegiz = verb, future general (1st person plural)
-lagTur'sufix.ecek *ix = verb, future general positive interrogative verb
-lagTur'sufix.ecek * = verb, future past conditional
-lagTur'sufix.ecek * = verb, future past inferential
-lagTur'sufix.ecek * = verb, future past inferential conditional
-lagTur'sufix.ecekler *ix = verb, future general positive interrogative verb
-lagTur'sufix.ecekler = verb, future conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.eceklerdi = verb, future past (3rd person plural)
-lagTur'sufix.eceklerdir = verb, future general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ecekse = verb, future conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.eceksek = verb, future conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.eceksem = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.eceksen = verb, future conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ecekseniz = verb, future conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.eceksin = verb, future general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.eceksiniz = verb, future general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ecekti = verb, future past (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ecektik = verb, future past (1st person plural)
-lagTur'sufix.ecektim = verb, future past (1st person singular)
-lagTur'sufix.ecektin = verb, future past (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ecektiniz = verb, future past (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ecektir = verb, future general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.eler = verb, may or might (3rd person plural)
-lagTur'sufix.elim = verb, may or might (1st person plural)
-lagTur'sufix.esi = verb, future II
-lagTur'sufix.esin = verb, may or might (2nd person singular)
-lagTur'sufix.esiniz = verb, may or might (2nd person plural)
-lagTur'sufix.eye = verb, may or might (3rd person singular)
-lagTur'sufix.eyim = verb, may or might (1st person singular)
-lagTur'sufix.i = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.i = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.il- = verb, passive (if stem ends in vowel)
-lagTur'sufix.im = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.im = verb, to be, present (1st person singular)
-lagTur'sufix.imiz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.in = noun, owned (by you-singular) in a possession relationship
-lagTur'sufix.in = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.in- = verb, passive (if stem ends in "l")
-lagTur'sufix.in- = verb, reflexive verb, "to make to" (if stem ends in s, or c,)
-lagTur'sufix.iniz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.iniz = verb, imperative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ir = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ir imisx* = verb, present general conditional inferential
-lagTur'sufix.ir miix = verb, present general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ir miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ir miydikix = verb, past general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.ir miydimix = verb, past general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.ir miydinix = verb, past general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ir miydinizix = verb, past general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ir miyimix = verb, present general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.ir misinix = verb, present general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ir misinizix = verb, present general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ir miyizix = verb, present general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.irdi = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.irdik = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.irdim = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.irdin = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.irdiniz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.irdiyse = verb, past general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.irdiysek = verb, past general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.irdiyseler = verb, past general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irdiysem = verb, past general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.irdiysen = verb, past general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.irdiyseniz = verb, past general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.irim = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.iriz = verb, present positive general (1st person plural)
-lagTur'sufix.irler = verb, present positive general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irler miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irler miyiix = verb, present general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irlerse = verb, present general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irlerdi = verb, past general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irlermisx = verb, present general inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.irmisx = verb, present general inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.irmisxim = verb, present general inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.irmisxin = verb, present general inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.irmisxiz = verb, present general inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.irmisxsiniz = verb, present general inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.irse = verb, present general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.irsek = verb, present general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.irsem = verb, present general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.irsen = verb, present general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.irseniz = verb, present general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.irsin = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.irsiniz = verb, present positive general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.isx- = verb, mutual action verb
-lagTur'sufix.it- = verb, causative verb, "to make to" (if stem ends in s, or c,)
-lagTur'sufix.iyor = verb, present progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.iyor *ix = verb, present progressive positive interrogative
-lagTur'sufix.iyordu = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.iyorduk = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.iyordum = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.iyordun = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.iyordunuz = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.iyorlar = verb, present progressive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.iyorlardix = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.iyorsun = verb, present progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.iyorsunuz = verb, present progressive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.iyorum = verb, present progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.iyoruz = verb, present progressive (1st person plural)
-lagTur'sufix.iz = verb, to be, present (1st person plural)
-lagTur'sufix.ix = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.ix = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ixl- = verb, passive (if stem ends in vowel)
-lagTur'sufix.ixm = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ixm = verb, to be, present (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixmixz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ixn = noun, owned (by you-singular) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ixn = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.ixn- = verb, passive (if stem ends in "l")
-lagTur'sufix.ixn- = verb, reflexive verb, "to make to" (if stem ends in s, or c,)
-lagTur'sufix.ixnixz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ixnixz = verb, imperative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixr = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixr imisx* = verb, present general conditional inferential
-lagTur'sufix.ixr miix = verb, present general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixr misinix = verb, present general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixr misinizix = verb, present general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixr miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixr miydikix = verb, past general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixr miydimix = verb, past general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixr miydinix = verb, past general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixr miydinizix = verb, past general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixr miyimix = verb, present general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixr miyizix = verb, present general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.irdi = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixrdix = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixrdixk = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixrdixm = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixrdixn = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixrdixnixz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixrdixysa = verb, past general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixrdixysak = verb, past general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixrdixysalar = verb, past general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixrdixysam = verb, past general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixrdixysan = verb, past general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixrdixysanixz = verb, past general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixrixm = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixrixz = verb, present positive general (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixrlar = verb, present positive general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixrlar miix = verb, present general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixrlar miydinizix past general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixrlardix = verb, past general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixrlarsa = verb, present general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixrlarmixsx = verb, present general inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixrmixsx = verb, present general inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixrmixsxixm = verb, present general inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixrmixsxixn = verb, present general inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixrmixsxixz = verb, present general inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixrmixsxsixnixz = verb, present general inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixrsa = verb, present general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixrsak = verb, present general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixrsam = verb, present general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixrsan = verb, present general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixrsanixz = verb, present general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixrsixn = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixrsixnixz = verb, present positive general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixsx- = verb, mutual action verb
-lagTur'sufix.ixt- = verb, causative verb, "to make to" (if stem ends in s, or c,)
-lagTur'sufix.ixyor = verb, present progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixyor *ix = verb, present progressive positive interrogative
-lagTur'sufix.ixyordu = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixyorduk = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixyordum = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixyordun = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixyordunuz = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixyorlar = verb, present progressive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.ixyorlardix = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ixyorsun = verb, present progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ixyorsunuz = verb, present progressive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ixyorum = verb, present progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.ixyoruz = verb, present progressive (1st person plural)
-lagTur'sufix.ixz = verb, to be, present (1st person plural)
-lagTur'sufix.lar = noun, plural
-lagTur'sufix.lari = noun, owned (by them) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ler = noun, plural
-lagTur'sufix.leri = noun, owned (by them) in a possession relationship
-lagTur'sufix.li = noun, "with" adjectival form of
-lagTur'sufix.lik = noun, abstract formation.
* noun creation from adjective: guxzel - beautiful ==> guxzellik - beauty
-lagTur'sufix.lix = noun, "with" adjectival form of
-lagTur'sufix.lixk = noun, abstract formation
-lagTur'sufix.lu = noun, "with" adjectival form of
-lagTur'sufix.luk = noun, abstract formation
-lagTur'sufix.lux = noun, "with" adjectival form of
-lagTur'sufix.luxk = noun, abstract formation
-lagTur'sufix.m = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.mak = verb, infinitive verb
-lagTur'sufix.malix = verb, must (3rd person singular)
-lagTur'sufix.malix *ix = verb, necessity, positive interrogative verb
-lagTur'sufix.malixlar = verb, must (3rd person plural)
-lagTur'sufix.malixlar *ix = verb, necessity, positive interrogative verb
-lagTur'sufix.malixsixn = verb, must (2nd person singular)
-lagTur'sufix.malixsixnixz = verb, must (2nd person plural)
-lagTur'sufix.malixyixm = verb, must (1st person singular)
-lagTur'sufix.malixyixz = verb, must (1st person plural)
-lagTur'sufix.mam = verb, present negative general (1st person singular)
-lagTur'sufix.mamalix = verb, must not (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mamalix *ix = verb, necessity, negative interrogative verb
-lagTur'sufix.mamalixlar = verb, must not (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mamalixlar *ix = verb, necessity, negative interrogative verb
-lagTur'sufix.mamalixsixn = verb, must not (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mamalixyixm = verb, must not (1st person singular)
-lagTur'sufix.mamalixyixz = verb, must not (1st person plural)
-lagTur'sufix.mamalsixnixz = verb, must not (2nd person plural)
-lagTur'sufix.maya = verb, may or might not (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mayalar = verb, may or might not (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mayalixm = verb, may or might not (1st person plural)
-lagTur'sufix.mayasixn = verb, may or might not (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mayasixnixz = verb, may or might not (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mayayixm = verb, may or might not (1st person singular)
-lagTur'sufix.mayiz = verb, present negative general (1st person plural)
-lagTur'sufix.maz = verb, present negative general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.maz miix = verb, present general negative interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.maz misinix = verb, present general negative interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.maz misinizix = verb, present general negative interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.maz miydimix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.maz miydinix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.maz miydiix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.maz miydikix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.maz miydininix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.maz miyimix = verb, present general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.maz miyizix = verb, present general negative interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.mazdix = verb, past negative general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mazdixk = verb, past negative general (1st person plural)
-lagTur'sufix.mazdixm = verb, past negative general (1st person singular)
-lagTur'sufix.mazdixn = verb, past negative general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mazdixnixz = verb, past negative general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mazlar = verb, present negative general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mazlar miix = verb, present general negative interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mazlar miydiix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mazlardix = verb, past negative general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mazsin = verb, present negative general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mazsiniz = verb, present negative general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.me- = verb, negation
-lagTur'sufix.mek = verb, infinitive verb
-lagTur'sufix.meli = verb, must (3rd person singular)
-lagTur'sufix.meli *ix = verb, necessity, positive interrogative verb
-lagTur'sufix.meli- = verb, necessity
-lagTur'sufix.meliler = verb, must (3rd person plural)
-lagTur'sufix.meliler *ix = verb, necessity, positive interrogative verb
-lagTur'sufix.melisin = verb, must (2nd person singular)
-lagTur'sufix.melisiniz = verb, must (2nd person plural)
-lagTur'sufix.meliyim = verb, must (1st person singular)
-lagTur'sufix.meliyiz = verb, must (1st person plural)
-lagTur'sufix.mem = verb, present negative general (1st person singular)
-lagTur'sufix.memeli = verb, must not (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memeli *ix = verb, necessity, negative interrogative verb
-lagTur'sufix.memeliler = verb, must not (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memeliler *ix = verb, necessity, negative interrogative verb
-lagTur'sufix.memelisin = verb, must not (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memelsiniz = verb, must not (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memeliyim = verb, must not (1st person singular)
-lagTur'sufix.memeliyiz = verb, must not (1st person plural)
-lagTur'sufix.memisx = verb, past indefinite negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memisx *ix = verb, past indefinite negative interrogative
-lagTur'sufix.memisxdi = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memisxdik = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memisxdim = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memisxdin = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memisxdiniz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memisxim = verb, past indefinite negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memisxiz = verb, past indefinite negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memisxler = verb, past indefinite negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memisxler miix = verb, past indefinite negitive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memisxlerdi = verb, past perfect negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memisxsxin = verb, past indefinite negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memisxsxiniz = verb, past indefinite negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memisxti = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memisxtik = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memisxtim = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memisxtin = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memisxtiniz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memixsx = verb, past indefinite negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memixsxdix = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memixsxdixk = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memixsxdixm = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memixsxdixn = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memixsxdixnixz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memixsxixm = verb, past indefinite negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memixsxixz = verb, past indefinite negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memixsxlar = verb, past indefinite negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memixsxlardix = verb, past perfect negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memixsxsxixn = verb, past indefinite negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memixsxsxixnixz = verb, past indefinite negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memixsxtix = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memixsxtixk = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memixsxtixm = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memixsxtixn = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memixsxtixnixz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memusxdu = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memusxduk = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memusxdum = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memusxdun = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memusxdunuz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memusxlardu = verb, past perfect negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memusx = verb, past indefinite negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memusxum = verb, past indefinite negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memusxuz = verb, past indefinite negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memusxlar = verb, past indefinite negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memusxsxun = verb, past indefinite negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memusxsxunuz = verb, past indefinite negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memusxtu = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memusxtuk = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memusxtum = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memusxtun = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memusxtunuz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memuxsx = verb, past indefinite negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxdux = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxduxk = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxduxm = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxduxn = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxduxnuxz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxler = verb, past indefinite negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxlerdux = verb, past perfect negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxsxuxn = verb, past indefinite negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxsxuxnuxz = verb, past indefinite negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxtux = verb, past perfect negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxtuxk = verb, past perfect negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxtuxm = verb, past perfect negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxtuxn = verb, past perfect negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxtuxnuxz = verb, past perfect negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.memuxsxuxm = verb, past indefinite negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.memuxsxuxz = verb, past indefinite negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.meye = verb, may or might not (3rd person singular)
-lagTur'sufix.meyeler = verb, may or might not (3rd person plural)
-lagTur'sufix.meyelim = verb, may or might not (1st person plural)
-lagTur'sufix.meyesin = verb, may or might not (2nd person singular)
-lagTur'sufix.meyesiniz = verb, may or might not (2nd person plural)
-lagTur'sufix.meyeyim = verb, may or might not (1st person singular)
-lagTur'sufix.meyiz = verb, present negative general (1st person plural)
-lagTur'sufix.mez = verb, present negative general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mez miix = verb, present general negative interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mez misinix = verb, present general negative interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mez misinizix = verb, present general negative interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mez miydimix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mez miydinix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mez miydiix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mez miydikix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mez miydinizix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mez miyimix = verb, present general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mez miyizix = verb, present general negative interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.mezdi = verb, past negative general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mezdik = verb, past negative general (1st person plural)
-lagTur'sufix.mezdim = verb, past negative general (1st person singular)
-lagTur'sufix.mezdin = verb, past negative general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mezdiniz = verb, past negative general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mezler = verb, present negative general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mezler miix = verb, present general negative interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mezler miydiix = verb, past general negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mezlerdi = verb, past negative general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mezsin = verb, present negative general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mezsiniz = verb, present negative general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.misx = verb, past indefinite positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.misx *ix = verb, past indefinite positive interrogative
-lagTur'sufix.misx * = verb, past perfect inferential
-lagTur'sufix.misx * = verb, past perfect inferential conditional
-lagTur'sufix.misxdi = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.misxdik = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.misxdim = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.misxdin = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.misxdiniz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.misxim = verb, past indefinite positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.misximdir = verb, past narrative positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.misxdir = verb, past narrative positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.misxiz = verb, past indefinite positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.misxizdir = verb, past narrative positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.misxler = verb, past indefinite positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.misxler miix = verb, past indefinite positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.misxlerdir = verb, past narrative positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.misxlerdi = verb, past perfect positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.misxmisxim = verb, past perfect inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.misxmisxsin = verb, past perfect inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.misxmisxse = verb, past perfect inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.misxmisxsek = verb, past perfect inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.misxmisxseniz = verb, past perfect inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.misxmisxseler = verb, past perfect inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.misxse = verb, past perfect conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.misxsek = verb, past perfect conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.misxseler = verb, past perfect conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.misxsem = verb, past perfect conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.misxsen = verb, past perfect conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.misxseniz = verb, past perfect conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.misxsin = verb, past indefinite positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.misxsindir = verb, past narrative positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.misxsiniz = verb, past indefinite positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.misxsinizdir = verb, past narrative positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.misxti = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.misxtik = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.misxtim = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.misxtin = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.misxtiniz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.miyecegim = verb, future general negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.miyecegiz = verb, future general negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.miyecek *ix = verb, future general negative interrogative verb
-lagTur'sufix.miyecekler *ix = verb, future general negative interrogative verb
-lagTur'sufix.miyeceklerdir = verb, future general negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.miyeceksin = verb, future general negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.miyeceksiniz = verb, future general negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.miyecektir = verb, future general negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.miyor = verb, present progressive negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.miyor mixix = verb, present progressive negative interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.miyor muix = verb, present progressive negative interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.miyor musunix = verb, present progressive negative interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.miyor musunuzix = verb, present progressive negative interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.miyor muyumix = verb, present progressive negative interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.miyor muyuzix = verb, present progressive negative interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.miyorlar = verb, present progressive negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.miyorsun = verb, present progressive negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.miyorum = verb, present progressive negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.miyorusun = verb, present progressive negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.miyorsunuz = verb, present progressive negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.miyoruz = verb, present progressive negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.miz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.mix- = verb, negation
-lagTur'sufix.mixsx = verb, past indefinite positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixsx *ix = verb, past indefinite positive interrogative
-lagTur'sufix.mixsx * = verb, past perfect inferential
-lagTur'sufix.mixsx * = verb, past perfect inferential conditional
-lagTur'sufix.mixsxdix = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxdixk = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixsxdixm = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixsxdixn = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxdixnixz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxdixr = verb, past narrative positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxixm = verb, past indefinite positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixsxixmdixr = verb, past narrative positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixsxixz = verb, past indefinite positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixsxixzdixr = verb, past narrative positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixsxlar = verb, past indefinite positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxlar miix = verb, past indefinite positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxlardar = verb, past narrative positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxlardix = verb, past perfect positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxmixsxixm = verb, past perfect inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixsxmixsxsixn = verb, past perfect inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxmixsxsa = verb, past perfect inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxmixsxsak = verb, past perfect inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixsxmixsxsanixz = verb, past perfect inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxmixsxsalar = verb, past perfect inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxsa = verb, past perfect conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxsak = verb, past perfect conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixsxsalar = verb, past perfect conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxsam = verb, past perfect conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixsxsan = verb, past perfect conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxsanixz = verb, past perfect conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxsxixn = verb, past indefinite positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxsxixndixr = verb, past narrative positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxsxixnixz = verb, past indefinite positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxsxixnixzdixr = verb, past narrative positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixsxtix = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxtixk = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixsxtixm = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixsxtixn = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixsxtixnixz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixyacagixm = verb, future general negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixyacagixz = verb, future general negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixyacak *ix = verb, future general negative interrogative verb
-lagTur'sufix.mixyacaklar *ix = verb, future general negative interrogative verb
-lagTur'sufix.mixyacaklardixr = verb, future general negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixyacaksixn = verb, future general negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixyacaksixnixz = verb, future general negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixyacaktixr = verb, future general negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixyor = verb, present progressive negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.mixyor *ix = verb, present progressive negative interrogative
-lagTur'sufix.mixyorlar = verb, present progressive negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.mixyorum = verb, present progressive negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.mixyorusun = verb, present progressive negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.mixyorsunuz = verb, present progressive negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.mixyoruz = verb, present progressive negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.mixz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.musx = verb, past indefinite positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.musx- = verb, negation
-lagTur'sufix.musx *ix = verb, past indefinite positive interrogative
-lagTur'sufix.musx * = verb, past perfect inferential
-lagTur'sufix.musx * = verb, past perfect inferential conditional
-lagTur'sufix.musxdur = verb, past narrative positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.musxdu = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.musxduk = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.musxdum = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.musxdun = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.musxdunuz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.musxlar = verb, past indefinite positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.musxlar miix = verb, past indefinite positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.musxlardar = verb, past narrative positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.musxlardu = verb, past perfect positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.musxmusxum = verb, past perfect inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.musxmusxsun = verb, past perfect inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.musxmusxsa = verb, past perfect inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.musxmusxsak = verb, past perfect inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.musxmusxsanuz = verb, past perfect inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.musxmusxsalar = verb, past perfect inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.musxse = verb, past perfect conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.musxsek = verb, past perfect conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.musxseler = verb, past perfect conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.musxsem = verb, past perfect conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.musxsen = verb, past perfect conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.musxsenuz = verb, past perfect conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.musxsxun = verb, past indefinite positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.musxsxundur = verb, past narrative positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.musxsxunuz = verb, past indefinite positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.musxsxunuzdur = verb, past narrative positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.musxtu = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.musxtuk = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.musxtum = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.musxtun = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.musxtunuz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.musxum = verb, past indefinite positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.musxumdur = verb, past narrative positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.musxuz = verb, past indefinite positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.musxuzdur = verb, past narrative positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.muyor = verb, present progressive negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muyorlar = verb, present progressive negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muyorsun = verb, present progressive negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muyorsunuz = verb, present progressive negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muyorum = verb, present progressive negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.muyoruz = verb, present progressive negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.muz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.muxsx = verb, past indefinite positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxsx *ix = verb, past indefinite positive interrogative
-lagTur'sufix.muxsx * = verb, past perfect inferential
-lagTur'sufix.muxsx * = verb, past perfect inferential conditional
-lagTur'sufix.muxsxdux = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxduxk = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxsxduxm = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxsxduxn = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxduxnuxz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxduxr = verb, past narrative positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxler = verb, past indefinite positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxler miix = verb, past indefinite positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxlerder = verb, past narrative positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxlerdux = verb, past perfect positive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxmuxsxuxm = verb, past perfect inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxsxmuxsxsuxn = verb, past perfect inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxmuxsxse = verb, past perfect inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxmuxsxsek = verb, past perfect inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxsxmuxsxsenuxz = verb, past perfect inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxmuxsxseler = verb, past perfect inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxsa = verb, past perfect conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxsak = verb, past perfect conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxsxsalar = verb, past perfect conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxsam = verb, past perfect conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxsxsan = verb, past perfect conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxsanuxz = verb, past perfect conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxsxuxn = verb, past indefinite positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxsxuxnduxr = verb, past narrative positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxsxuxnuxz = verb, past indefinite positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxsxuxnuxzduxr = verb, past narrative positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxtux = verb, past perfect positive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxtuxk = verb, past perfect positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxsxtuxm = verb, past perfect positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxsxtuxn = verb, past perfect positive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxsxtuxnuxz = verb, past perfect positive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxsxuxm = verb, past indefinite positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxsxuxmduxr = verb, past narrative positive (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxsxuxz = verb, past indefinite positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxsxuxzduxr = verb, past narrative positive (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxyor = verb, present progressive negative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.muxyorlar = verb, present progressive negative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.muxyorsun = verb, present progressive negative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.muxyorsunuz = verb, present progressive negative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.muxyorum = verb, present progressive negative (1st person singular)
-lagTur'sufix.muxyoruz = verb, present progressive negative (1st person plural)
-lagTur'sufix.muxz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.n = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.n- = verb, passive (if stem ends in vowel)
-lagTur'sufix.nin = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.niz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.nixn = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.nixz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.nun = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.nuz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.nuxn = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.nuxz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.r = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.r imisx* = verb, present general conditional inferential
-lagTur'sufix.r miix = verb, present general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.r misinix = verb, present general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.r misinizix = verb, present general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.r miydikix = verb, past general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.r miydimix = verb, past general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.r miydinix = verb, past general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.r miydinizix = verb, past general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.r miyimix = verb, present general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.r miyizix = verb, present general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.rdi = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rdik = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.rdim = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rdin = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rdiniz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rdix = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rdixk = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.rdixm = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rdixn = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rdixnixz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rdu = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rduk = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.rdum = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rdun = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rdunuz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rdux = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rduxk = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.rduxm = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rduxn = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rduxnuxz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rim = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.riz = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rixm = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rixz = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.rlar = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rlar miix = verb, present general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlar miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlardix = verb, past general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlarmixsx = verb, present general inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlardu = verb, past general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlarsa = verb, present general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rler = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rler miix = verb, present general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rler miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlerdi = verb, past general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlerdux = verb, past general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlermisx = verb, present general inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rlerse = verb, present general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.rmisx = verb, present general inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rmisxim = verb, present general inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.rmisxin = verb, present general inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rmisxiz = verb, present general inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.rmisxsiniz = verb, present general inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rmixsx = verb, present general inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rmixsxixm = verb, present general inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.rmixsxixn = verb, present general inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rmixsxixz = verb, present general inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.rmixsxsixnixz = verb, present general inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rsa = verb, present general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rsak = verb, present general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.rsam = verb, present general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.rsan = verb, present general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsanixz = verb, present general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rsanuxz = verb, present general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rse = verb, present general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.rsek = verb, present general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.rsem = verb, present general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.rsen = verb, present general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rseniz = verb, present general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rsenuz = verb, present general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.rsin = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsiniz = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsixn = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsixnixz = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsun = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsunuz = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsuxn = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rsuxnuxz = verb, present positive general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.rum = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.ruz = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.ruxm = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.ruxz = verb, present positive general (1st person singular)
-lagTur'sufix.sa- = verb, conditional mood
-lagTur'sufix.sam- = verb, conditional mood
-lagTur'sufix.se- = verb, conditional mood
-lagTur'sufix.sem- = verb, conditional mood
-lagTur'sufix.si = noun, owned (by he/she/it) in a possession relationship
-lagTur'sufix.sin = verb, to be, present (2nd person singular)
-lagTur'sufix.sin = verb, imperative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.sinler = verb, imperative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.siniz = verb, to be, present (2nd person plural)
-lagTur'sufix.siz = noun, "without" adjectival form of
-lagTur'sufix.six = noun, owned (by he/she/it) in a possession relationship
-lagTur'sufix.sixn = verb, to be, present (2nd person singular)
-lagTur'sufix.sixn = verb, imperative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.sixnlar = verb, imperative (3rd person plural)
-lagTur'sufix.sixnixz = verb, to be, present (2nd person plural)
-lagTur'sufix.sixz = noun, "without" adjectival form of
-lagTur'sufix.su = noun, owned (by he/she/it) in a possession relationship
-lagTur'sufix.suz = noun, "without" adjectival form of
-lagTur'sufix.sux = noun, owned (by he/she/it) in a possession relationship
-lagTur'sufix.suxz = noun, "without" adjectival form of
-lagTur'sufix.t- = verb, causative verb, "to make to" (if stem ends in vowel)
-lagTur'sufix.ta = noun, locative / prepositional case
-lagTur'sufix.tan = noun, motion from / ablative case
-lagTur'sufix.te = noun, locative / prepositional case
-lagTur'sufix.ten = noun, motion from / ablative case
-lagTur'sufix.ti = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.tik = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.tiler = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.tim = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.tin = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.tiniz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.tir = verb, to be, present (3rd person singular)
-lagTur'sufix.tirler = verb, to be, present (3rd person plural)
-lagTur'sufix.tix = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.tixk = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.tixlar = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.tixm = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.tixn = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.tixnixz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.tixr = verb, to be, present (3rd person singular)
-lagTur'sufix.tixrlar = verb, to be, present (3rd person plural)
-lagTur'sufix.tu = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.tuk = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.tular = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.tum = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.tun = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.tunuz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.tux = verb, past definite (3rd person singular)
-lagTur'sufix.tuxk = verb, past definite (1st person plural)
-lagTur'sufix.tuxler = verb, past definite (3rd person plural)
-lagTur'sufix.tuxm = verb, past definite (1st person singular)
-lagTur'sufix.tuxn = verb, past definite (2nd person singular)
-lagTur'sufix.tuxnuxz = verb, past definite (2nd person plural)
-lagTur'sufix.u = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.u = noun, owned (by he/she/it) in a possession relationship
-lagTur'sufix.um = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.umuz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.un = noun, owned (by you-singular) in a possession relationship
-lagTur'sufix.un = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.unuz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.ur = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ur imisx* = verb, present general conditional inferential
-lagTur'sufix.ur muix = verb, present general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ur miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.ur miydikix = verb, past general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.ur miydimix = verb, past general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.ur miydinix = verb, past general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ur miydinizix = verb, past general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ur miyimix = verb, present general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.ur misinix = verb, present general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.ur misinizix = verb, present general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.ur miyizix = verb, present general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.urdu = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.urduk = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.urdum = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.urdun = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.urdunuz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.urduysa = verb, past general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.urduysak = verb, past general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.urduysalar = verb, past general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.urduysam = verb, past general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.urduysan = verb, past general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.urduysanuz = verb, past general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.urlarmusx = verb, present general inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.urmusx = verb, present general inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.urmusxum = verb, present general inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.urmusxun = verb, present general inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.urmusxuz = verb, present general inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.urmusxsunuz = verb, present general inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uyor = verb, present progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uyordu = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uyorduk = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.uyordum = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.uyordun = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uyordunuz = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uyorlar = verb, present progressive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.uyorlardix = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uyorsun = verb, present progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uyorsunuz = verb, present progressive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uyorum = verb, present progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.uyoruz = verb, present progressive (1st person plural)
-lagTur'sufix.ux = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.ux = noun, owned (by he/she/it) in a possession relationship
-lagTur'sufix.uxm = noun, owned (by me) in a possession relationship
-lagTur'sufix.uxmuxz = noun, owned (by us) in a possession relationship
-lagTur'sufix.uxn = noun, owned (by you-singular) in a possession relationship
-lagTur'sufix.uxn = noun, owner in a possession relationship
-lagTur'sufix.uxnuxz = noun, owned (by you-plural) in a possession relationship
-lagTur'sufix.uxr = verb, present positive general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxr imisx* = verb, present general conditional inferential
-lagTur'sufix.uxr miix = verb, present general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxr miydiix = verb, past general positive interrogative (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxr miydikix = verb, past general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.uxr miydimix = verb, past general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxr miydinix = verb, past general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxr miydinizix = verb, past general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uxr miyimix = verb, present general positive interrogative (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxr misinix = verb, present general positive interrogative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxr misinizix = verb, present general positive interrogative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uxr miyizix = verb, present general positive interrogative (1st person plural)
-lagTur'sufix.uxrdux = verb, past general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxrduxk = verb, past general (1st person plural)
-lagTur'sufix.uxrduxm = verb, past general (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxrduxn = verb, past general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxrduxnuxz = verb, past general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uxrduxyse = verb, past general conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxrduxysek = verb, past general conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.uxrduxyseler = verb, past general conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.uxrduxysem = verb, past general conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxrduxysen = verb, past general conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxrduxysenuxz = verb, past general conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uxrlermuxsx = verb, present general inferential (3rd person plural)
-lagTur'sufix.uxrmuxsx = verb, present general inferential (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxrmuxsxuxm = verb, present general inferential (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxrmuxsxuxn = verb, present general inferential (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxrmuxsxuxz = verb, present general inferential (1st person plural)
-lagTur'sufix.uxrmuxsxsuxnuxz = verb, present general inferential (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uxyor = verb, present progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxyordu = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxyorduk = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxyordum = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxyordun = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxyordunuz = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxyorlar = verb, present progressive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.uxyorlardix = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.uxyorsun = verb, present progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.uxyorsunuz = verb, present progressive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.uxyorum = verb, present progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.uxyoruz = verb, present progressive (1st person plural)
-lagTur'sufix.ya = verb, gerund verb
-lagTur'sufix.ya = noun, indirect object / motion to / dative case
-lagTur'sufix.yacagixm = verb, future general (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacagixz = verb, future general (1st person plural)
-lagTur'sufix.yacak * = verb, future past conditional
-lagTur'sufix.yacak * = verb, future past inferential
-lagTur'sufix.yacak * = verb, future past inferential conditional
-lagTur'sufix.yacaklar = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaklardix = verb, future past (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yacaklardixr = verb, future general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yacaksa = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaksak = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaksam = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaksan = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaksanixz = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaksixn = verb, future general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yacaksixnixz = verb, future general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yacaktix = verb, future past (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yacaktixk = verb, future past (1st person plural)
-lagTur'sufix.yacaktixm = verb, future past (1st person singular)
-lagTur'sufix.yacaktixn = verb, future past (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yacaktixnixz = verb, future past (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yacaktixr = verb, future general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yalar = verb, may or might (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yalixm = verb, may or might (1st person plural)
-lagTur'sufix.yasixn = verb, may or might (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yasixnixz = verb, may or might (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yaya = verb, may or might (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yayixm = verb, may or might (1st person singular)
-lagTur'sufix.ye = verb, gerund verb
-lagTur'sufix.ye = noun, indirect object / motion to / dative case
-lagTur'sufix.yecegim = verb, future general (1st person singular)
-lagTur'sufix.yecegiz = verb, future general (1st person plural)
-lagTur'sufix.yecek * = verb, future past conditional
-lagTur'sufix.yecek * = verb, future past inferential
-lagTur'sufix.yecek * = verb, future past conditional inferential
-lagTur'sufix.yecekler = verb, future conditional (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yeceklerdi = verb, future past (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yeceklerdir = verb, future general (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yecekse = verb, future conditional (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yeceksek = verb, future conditional (1st person plural)
-lagTur'sufix.yeceksem = verb, future conditional (1st person singular)
-lagTur'sufix.yeceksen = verb, future conditional (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yecekseniz = verb, future conditional (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yeceksin = verb, future general (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yeceksiniz = verb, future general (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yecekti = verb, future past (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yecektik = verb, future past (1st person plural)
-lagTur'sufix.yecektim = verb, future past (1st person singular)
-lagTur'sufix.yecektin = verb, future past (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yecektiniz = verb, future past (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yecektir = verb, future general (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yeler = verb, may or might (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yelim = verb, may or might (1st person plural)
-lagTur'sufix.yesin = verb, may or might (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yesiniz = verb, may or might (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yeye = verb, may or might (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yeyim = verb, may or might (1st person singular)
-lagTur'sufix.yi = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.yim = verb, to be, present (1st person singular)
-lagTur'sufix.yiniz = verb, imperative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yin = verb, imperative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yiz = verb, to be, present (1st person plural)
-lagTur'sufix.yix = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.yixn = verb, imperative (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yixnixz = verb, imperative (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yor = verb, present progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yor *ix = verb, present progressive positive interrogative
-lagTur'sufix.yordu = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yorduk = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.yordum = verb, past progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.yordun = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yordunuz = verb, past progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yorlar = verb, present progressive (3rd person plural)
-lagTur'sufix.yorlardix = verb, past progressive (3rd person singular)
-lagTur'sufix.yorsun = verb, present progressive (2nd person singular)
-lagTur'sufix.yorsunuz = verb, present progressive (2nd person plural)
-lagTur'sufix.yorum = verb, present progressive (1st person singular)
-lagTur'sufix.yoruz = verb, present progressive (1st person plural)
-lagTur'sufix.yu = noun, direct object / definite case
-lagTur'sufix.yux = noun, direct object / definite case
[http://www.cromwell-intl.com/turkish/turkish-suffixes.html]
name::
* McsEngl.lagTur'WORD'CREATION,
NOUN-CREATION:
-lagTur'sufix.lik = noun, abstract formation.
* noun creation from adjective: guxzel - beautiful ==> guxzellik - beauty
* The number of ways of forming verbal nouns (fiil isimleri) from verb-stems can be debated; here are three:
Verbal-noun suffixes
infinitive (mastar "template") -mek
gerund -me
— -is,
[http://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_grammar#Nouns]
name::
* McsEngl.lagHmn.genericNo.VIETNAMESE (lagViet),
* McsEngl.conceptCore608,
* McsEngl.lagViet,
* McsEngl.vietnamese-language,
name::
* McsEngl.lagViet'logo,
">letter pronunciation of Vietnamese:
Vietnamese pronunciation is influenced by the Latin alphabet but has unique sounds, tones, and diacritics. Here’s a breakdown of letter pronunciations in Vietnamese (not covering tones, which also affect meaning):
### Vowels
Vietnamese vowels often differ from English sounds and can be modified by diacritics, which change pronunciation.
1. **a**: Like "a" in "father."
2. **a**: Similar to "u" in "cut."
3. **β**: Like the "a" in "about."
4. **e**: Like "e" in "met."
5. **κ**: Similar to "e" in "bed" but slightly elongated.
6. **i**: Like "ee" in "see."
7. **o**: Like "o" in "saw."
8. **τ**: Similar to "o" in "go."
9. **o**: Similar to "u" in "burn."
10. **u**: Like "oo" in "food."
11. **u**: A unique sound between "oo" and "ee"; try pronouncing "u" with your tongue flat.
### Consonants
Many consonants resemble English sounds, with some notable differences.
1. **b**: Like English "b."
2. **c**: Like "k" in "cat" or "kit."
3. **d**: In the north, like English "z"; in the south, like "y" in "yes."
4. **d**: A "d" sound, similar to English "d."
5. **g**: Like "g" in "go."
6. **h**: Like English "h."
7. **k**: Like "k" in "kite."
8. **l**: Like English "l."
9. **m**: Like English "m."
10. **n**: Like English "n."
11. **p**: Like "p" in "pat," though less aspirated.
12. **q**: Followed by "u" and pronounced like "kw."
13. **r**: In the north, a rolled "r"; in the south, like "z."
14. **s**: In the north, like "s" in "see"; in the south, a "sh" sound.
15. **t**: Like English "t" but with less aspiration.
16. **v**: Like English "v," though sometimes closer to a "w" sound.
17. **x**: Like "s" in "see."
18. **y**: Like English "ee" sound, or "y" at the beginning of words.
### Common Letter Combinations
1. **ch**: Like "ch" in "chop."
2. **nh**: Similar to "ny" in "canyon."
3. **th**: Like "t" with more aspiration (not like English "th").
4. **tr**: Like "ch" in "chop" (southern) or rolled (northern).
5. **ph**: Like "f" in "fun."
6. **ng**: Like "ng" in "sing."
7. **gh**: Same as "g," used in specific contexts.
8. **kh**: Similar to the German "ch" in "Bach" (a softer "k").
9. **qu**: Like "kw."
### Tips
1. Practice with native audio sources to get used to tonal differences.
2. Diacritics are essential, as they modify the vowel sounds significantly and are necessary for correct pronunciation.
[https://chatgpt.com/c/67345d68-8d18-8003-9000-257f16c745ef]
name::
* McsEngl.lagViet'info-resource,
PRONUNCIATION:
* https://www.youtube.com/watch?v=0qBvuZTI1IM&list=PLnVIHsBDulRN3E80QO4stFUWIBON1i4DQ,
name::
* McsEngl.lagHmn.medium.HAPTIC,
* McsEngl.conceptCore93.75,
* McsEngl.lagHmn.haptic,
* McsEngl.language.human.haptic,
Building a Haptic Language: Communication through Touch
Karon E Maclean, Jerome Pasquero, Jocelyn Smith
Department of Computer Science, University of British Columbia Vancouver, V6T 1Z4, B.C, Canada; Center for Intelligent Machines, McGill University Montreal, H3A 2A7, QC, Canada; Department of Computer Science, University of British Columbia Vancouver, V6T 1Z4, B.C, Canada
ABSTRACT Designing haptic signals to enrich technology interactions requires a clear understanding of the task, the user and the intricate affordances of touch. This is especially true when the haptics are not implemented as direct renderings of real world forces and textures, but as new interactions designed to convey meaning in new physical ways and support communication. The overall goal of our group's research is to provide the foundations for haptic interactions that are simple, usable and intuitive and that fit within the context of the user's life. In this paper, we describe three avenues through which our group is exploring and building a haptic language that will effectively support communication: signaling and monitoring, expressive communication and shared control. We use scenarios to illustrate where this approach could take us, and emphasize the importance of process and appropriate tools and representations.
[http://www.researchgate.net/publication/228972261_Building_a_Haptic_Language_Communication_through_Touch]
name::
* McsEngl.lagHmn.medium.SOUND,
* McsEngl.conceptCore629,
* McsEngl.audio-human-language,
* McsEngl.lagOral,
* McsEngl.lango'logepro@cptCore629,
* McsEngl.language.oral@cptCore629,
* McsEngl.language.spoken@cptCore629,
* McsEngl.language.vocal@cptCore629,
* McsEngl.lngHuman.generic.SPEECH,
* McsEngl.oral-language@cptCore629,
* McsEngl.sound-system-of-human-lag,
* McsEngl.spoken-language,
* McsEngl.spoken-human-language@cptCore629,
* McsEngl.spoken-language@cptCore629,
* McsEngl.vocal-language@cptCore629,
* McsEngl.lngSpch, {2012-08-22}
* McsEngl.conceptCore629,
====== lagoGreek:
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑ.ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ,
* McsElln.ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.εννΕπιστημη629,
SPOKEN-LANGUAGE is the part of LANGUAGE#cptCore93.a# that deals with SPEECH.
[hmnSngo.2001-12-01_nikkas]
ΠΡΟΦΟΡΑ ΓΛΩΣΣΑΣ ονομάζω το όλο ΗΧΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ μιας γλώσσας#cptCore93.a#.
[hmnSngo.1995.04_nikos]
name::
* McsEngl.lagOrl'WholeNo-relationcptCore546.15,
name::
* McsEngl.lagOrl'PRONUNCIATION,
* McsEngl.pronunciation@cptCore629,
====== lagoGreek:
* McsElln.ΠΡΟΦΟΡΑ@cptCore629,
_DEFINITION:
It is not very helpful to be told that pronunciation is the act of producing the sounds of a language. The things that concern most people are (1) standards of pronunciation and (2) the learning of pronunciation. In the case of (1) the principal factor is the choice of model accent: once this decision is made, any deviation from the model tends to attract criticism from people who are concerned with standards; the best-known example of this is the way people complain about "bad" pronunciation in an "official" speaker of the BBC, but similar complaints are made about the way children pronounce their native language in school, or the way immigrant children fail to achieve native-speaker competence in the pronunciation of the "host" language. These are areas that are as much political as phonetic, and it is difficult to see how people will ever agree on them. In the area of pronunciation teaching and learning (2), a great deal of research and development has been carried out during the 20th century by phoneticians. It should be remembered that, useful though practical phonetics is in the teaching and learning of pronunciation, it is not essential, and many people learn to pronounce a language that they are learning simply through imitation and correction by a teacher or a native speaker.
[Peter Roach Encyc 2000]
realisation-629:
As a technical term, this word is used to refer to the act of pronouncing a phoneme. Since phonemes are said to be abstract units, they are not physically real. However, when we speak we produce sounds, and these are the physical realisations of the phonemes. Each realisation is different from every other (since you can never do the same thing twice), but also some realisations are noticeably different in quality from others (e.g. the English phoneme / l / is sometimes realised as a "clear l" and sometimes as a "dark l"). In this case it is more appropriate to call the sounds allophones.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'LISTENER,
* McsEngl.listener@cptCore629,
* McsEngl.hearer@cptCore629,
speech-perception
Most of the mental processes involved in understanding speech are unknown to us, but it is clear that discovering more about them can be very important in the general study of pronunciation. It is clear from what we know already that perception is strongly influenced by the listener's expectations about the speaker's voice and what the speaker is saying; many of the assumptions that a listener makes about a speaker are invalid when the speaker is not a native speaker of the language, and it is hoped that future research in speech perception will help to identify which aspects of speech are most important for successful understanding and which type of learner error has the most profound effect on intelligibility.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'SPEAKER,
* McsEngl.speaker@cptCore629,
name::
* McsEngl.lagOrl'ARTICULATORY'SETTING,
This is an idea that has an immediate appeal to pronunciation teachers, but has never been fully investigated. The idea is that when we pronounce a foreign language, we need to set our whole speechproducing apparatus into an appropriate 'posture' or 'setting' for speaking that language. English speakers with a good French accent, for example, are said to adjust their lips to a more protruded and rounded shape than they use for speaking English, and people who can speak several languages are claimed to have different "gears" to shift into when they start saying something in one of their languages. (See also voice quality).
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'ASCII-IPA,
* McsEngl.ascii-ipa@cptCore629,
_DEFINITION:
ASCII IPA is similar to the International Phonetic Alphabet used in modern dictionaries, but it uses the symbols available on most computer keyboards.
name::
* McsEngl.lagOrl'ASSIMILATION,
* McsEngl.assimilation@cptCore629,
* McsEngl.coarticulation@cptCore629,
_DEFINITION:
assimilation is used as a name for the process whereby one sound becomes like another neighbouring sound,
...
If speech is thought of as a string of sounds linked together, assimilation is what happens to a sound when it is influenced by one of its neighbours. For example, the word 'this' has the sound /S/ at the end if it is pronounced on its own, but when followed by /SS/ in a word such as 'shop' it often changes in rapid speech (through assimilation) to /SS/, giving the pronunciation / 7,##84 /.
Assimilation is said to be progressive when a sound influences a following sound, or regressive when a sound influences one which precedes it; the most familiar case of regressive assimilation in English is that of alveolar consonants (e.g. / T D S Z N /) which are followed by non-alveolar consonants: assimilation results in a change of place of articulation from alveolar to a different place. The example of 'this shop' is of this type; others are 'football' (where 'foot' / 9:"/ and / ;<'2 / combine to produce / 9:4;<'2 /) and 'fruit-cake' (/ 9+-'" / + / 5=,5 / = / 9+-'55=,5 /).
Progressive assimilation is exemplified by the behaviour of the 's' plural ending in English, which is pronounced with a voiced / Z / after a voiced consonant (e.g. 'dogs' / $8>*/) but with a voiceless / S / after a voiceless consonant (e.g. 'cats' / 5!") /).
The notion of assimilation is full of problems: it is often unhelpful to think of it in terms of one sound being the cause of the assimilation and the other the victim of it, when in many cases sounds appear to influence each other mutually; it is often not clear whether the result of assimilation is supposed to be a different allophone or a different phoneme; and we find many cases where instances of assimilation seem to spread over many sounds instead of being restricted to two adjacent sounds as the conventional examples suggest. Research on such phenomena in experimental phonetics does not usually use the notion of assimilation, preferring the more neutral concept of coarticulation.
...
Coarticulation is a phenomenon closely related to assimilation; the major difference is that assimilation is used as a name for the process whereby one sound becomes like another neighbouring sound, while coarticulation, though it refers to a similar process, is concerned with articulatory explanations for why the assimilation occurs, and considers cases where the changes may occur over a number of segments.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'EPENTHESIS,
* McsEngl.epenthesis@cptCore629,
_DEFINITION:
epenthesis When a speaker inserts a redundant sound in a sequence of phonemes, that process is known as epenthesis; redundant in this context means that the additional sound is unnecessary, in that it adds nothing to the information contained in the other sounds. It happens most often when a word of one language is adopted into another language whose rules of phonotactics do not allow a particular sequence of sounds, or when a speaker is speaking a foreign language which is phonotactically different.
As an example of the first, we can look at examples where English words (which often have clusters of several consonants) are adopted by languages with a much simpler syllable structure: Japanese, for example, with a basic consonant-vowel syllable structure, tends to change the English word 'biscuit' to [ ;B)-5="E].
Consonant epenthesis is also possible, and in BBC English it quite frequently happens that in final nasal plus voiceless fricative clusters an epenthetic voiceless plosive is pronounced, so that the word 'French', phonemically / 9+=1# / is pronounced [ 9+=1"# ]. Such speakers lose the distinction between pairs of words such as 'mince' / m,1) / and 'mints' / P,1") /, pronouncing both as [ P,1")].
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'ELISION,
* McsEngl.elision@cptCore629,
elision -- (omission of a sound between two words (usually a vowel and the end of one word or the beginning of the next))
[WordNet 1.6 1997]
Some of the sounds that are heard if words are pronounced slowly and clearly appear not to be pronounced when the same words are produced in a rapid, colloquial style, or when the words occur in a different context; these "missing sounds" are said to have been elided. It is easy to find examples of elision, but very difficult to state rules that govern which sounds may be elided and which may not.
Elision of vowels in English usually happens when a short, unstressed vowel occurs between voiceless consonants, e.g. in the first syllable of 'perhaps', 'potato', the second syllable of 'bicycle', or the third syllable of 'philosophy'. In some cases we find a weak voiceless sound in place of the normally voiced vowel that would have been expected. Elision also occurs when a vowel occurs between an obstruent consonant and a sonorant consonant such as a nasal or a lateral: this process leads to syllabic consonants, as in 'sudden' / )($1X /, 'awful' / <'92X / (where a vowel is only heard in the second syllable in slow, careful speech).
Elision of consonants in English happens most commonly when a speaker "simplifies" a complex consonant cluster: 'acts' becomes / !5) / rather than / !5") /, 'twelfth night' becomes / ".=2U 1!," / or /".=29 1!," / rather than / ".=29U 1!," /. It seems much less likely that any of the other consonants could be left out: the /l/ and the /n/ seem to be unelidable.
It is very important to note that sounds do not simply "disappear" like a light being switched off. A transcription such as / AKS / for 'acts' implies that the / T / phoneme has dropped out altogether, but detailed examination of speech shows that such effects are more gradual: in slow speech the / T / may be fully pronounced, with an audible transition from the preceding / K / and to the following / S /, while in a more rapid style it may be articulated but not given any audible realisation, and in very rapid speech it may be observable, if at all, only as a rather early movement of the tongue blade towards the / S / position. Much more research in this area is needed (not only on English) for us to understand what processes are involved when speech is "reduced" in rapid articulation.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'EVOLUTION,
Spoken language change occurs so rapidly that the speech of a great-grandmother might sound like a different dialect to her great-granddaughter. However, if this language is written, the change will be slower, and the gap between the written and the spoken language develops.
[Amy Rosenberg Thesis University Kansas http://www.signwriting.org/forums/research/rese012.html] 2007-07-05
name::
* McsEngl.lagOrl'Euphony,
* McsEngl.euphony@cptCore93i,
* McsEngl.phonaesthetics@cptCore93i,
_DEFINITION:
* The evolution of spoken-human-languages make them more euphonic. The written-human-languages does not help them to be more euphonic.
[hmnSngo.2007-02-03_nikkas]
* Phonaesthetics is the claim or study of inherent pleasantness or beauty (euphony) or unpleasantness (cacophony) of the sound of certain linguistic utterances. Poetry is often considered euphonic, as is well-crafted literary prose. Important phonaesthetic devices of poetry are rhyme, assonance and alliteration. Closely related to euphony and cacophony is the concept of consonance and dissonance.
The phrase cellar door has some notoriety as the reputedly most euphonic sound combination of the English language (specifically, when spoken with a British accent).
From this meaning should be distinguished the closely related but different concept of phonaesthesia, which does not refer directly to aesthetic attributes of sound, but to phonetic elements that are inherently associated with a semantic meaning. The term was introduced by J. R. Firth in 1930 "The phon?sthetic habits [...] and are of general importance in speech." Firth defined a phonaestheme as "a phoneme or cluster of phonemes shared by a group of words which also have in common some element of meaning or function, though the words may be etymologically unrelated."
[http://en.wikipedia.org/wiki/Vowel_harmony] 2008-08-11
* euphony -- any agreeable (pleasing and harmonious) sounds. [wn 2.1]
name::
* McsEngl.lagHmn'VOWEL-HARMONY,
Vowel harmony is a type of long-distance (see below) assimilatory phonological process involving vowels in some languages. In languages with vowel harmony, there are constraints on what vowels may be found near each other.
[http://en.wikipedia.org/wiki/Vowel_harmony] 2008-08-11
name::
* McsEngl.lagOrl'Function-word,
function-word The notion of the function word belongs to grammar, not to phonetics, but it is a vital one in the description of English pronunciation. This class of words is distinguished from "lexical words" such as verbs, nouns, adjectives and adverbs, though it is difficult to be precise about how the distinction is to be defined. Function words include such types as conjunctions (e.g. 'and', 'but'), articles ('a/an', 'the') and prepositions (e.g. 'to', 'from', 'for', 'on'). Many function words have the characteristic that they are pronounced sometimes in a strong form (as when the word is pronounced in isolation) and at other times in a weak form (when pronounced in context, without stress); for example, the word 'and' is pronounced / and / in isolation (strong form) but as / en / or / n / (weak form) in a context such as 'come and see', 'fish and chips'.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'LIAISON,
* McsEngl.liaison@cptCore629,
"Linking" or "joining together" of sounds is what this French word refers to. In general this is not something that speakers need to do anything active about - we produce the phonemes that belong to the words we are using in a more or less continuous stream, and the listener recognises them (or most of them) and receives the message. However, phoneticians have felt it necessary in some cases to draw attention to the way the end of one word is joined on to the beginning of the following word. In English the best-known case of liaison is the "linking r": there are many words in English (e.g. 'car', 'here', 'tyre') which in a rhotic accent such as General American or Scots would be pronounced with a final / + / but which in BBC pronunciation end in a vowel when they are pronounced before a pause or before a consonant. When they are followed by a vowel, BBC speakers pronounce /r/ at the end (e.g. 'the car is' / 7? 5D'+ ,* /) - it is said that this is done to link the words without sliding the two vowels together (though it is difficult to see how such a statement could stand as an explanation of the phenomenon - lots of languages do run vowels together). Another aspect of liaison in English is the movement of a single consonant at the end of an unstressed word to the beginning of the next if that is strongly stressed: a well-known example is 'not at all', where the / " / of 'at' becomes initial (and therefore strongly aspirated) in the final syllable for many speakers.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'PARALINGUISTIC'FEATURE,
paralinguistic(s) It is often difficult to decide which of the features of speech that we can observe are part of the language (or linguistic system) and which are outside it. We are usually confident in classing vowel and consonant sounds as linguistically relevant, and in excluding coughs and sneezes (since these are never used contrastively). But there are various features that are "borderline", and the general term paralinguistic is often used for such features: these can include such things as different voice qualities, gestures, facial expressions and unusual ways of speaking such as laughing at the same time as speaking. Linguists disagree about which of these form part of the sound system of the language.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'PAUSE,
* McsEngl.pause@cptCore629,
_DEFINITION:
pause The most obvious purpose of a pause is to allow the speaker to draw breath, but we pause for a number of other reasons as well. One type of pause that has been the subject of many studies by psycholinguists is the "planning pause", where the speaker is assumed to be constructing the next part of what (s)he is going to say, or is searching for a word that is difficult to retrieve. As every actor knows, pauses can also be used for dramatic effect at significant points in a speech.
From the phonetic point of view, pauses differ from each other in two main ways: one is the length of the pause, and the other is whether the pause is silent or contains a "hesitation noise". (See also hesitation).
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'Segmentation,
Phoneticians disagree about segments: when we analyse an utterance, we can identify a number of phonological and grammatical elements, partly as a result of our knowledge of the language.
Consequently, we are able to write down something we hear in words separated by spaces, and (with proper training) transcribe with phonemic symbols the sounds that we hear. However, when we examine speech sounds in connected speech closely, we find many cases where it is difficult to identify separate sound units (segments) that correspond to phonemes, since many of the articulatory movements that create the sounds tend to be continuous rather than sharply switched. For example, pre-consonantal / n / sounds in English (e.g. 'kind' / 5!,1$ /) are often almost undetectable except in the form of nasalisation of the vowel preceding them; sequences of fricatives often overlap, so that it is difficult or impossible to split the sequence / ss s / in 'fish soup', or / fθs / in 'fifths'. As a result, some people believe that dividing speech up into segments (segmentation) is fundamentally misguided; the opposite view is that since segmentation appears to be possible in most cases, and speakers seem to be aware of segments in their speech, we should not reject segmentation because there are problematical cases.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'Speech-analysis,
When the analysis of speech is carried out by the listener's ear, the analysis is said to be an auditory one, and when the listener's brain receives information from the ears it is said to be receiving auditory information. In practical phonetics, great importance has been given to auditory training: this is sometimes known as ear-training, but in fact it is the brain and not the ear that is trained. With expert teaching and regular practice it is possible to learn to make much more precise and reliable discriminations among speech sounds than untrained people are capable of. Although the analysis of speech sounds by the trained expert can be carried out entirely auditorily, in most cases the analyst also tries to make the sound (particularly when working face to face with a native speaker of the language or dialect), and the proper name for this analysis is then auditory-kinaesthetic.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'VOCAL'TRACT,
* McsEngl.vocal-tract@cptCore629-/TREE1KT/,
====== lagoGreek:
* McsElln.ΦΩΝΗΤΙΚΟΣ-ΑΥΛΟΣ,
(tract -- a system of body parts that together serve some particular purpose)
The human vocal tract, within which speech sounds are produced, is made up of a number of structures in the head and neck, extending from the lips and nostrils down to the larynx at the top of the trachea. A cross-section of the vocal tract (at the mid-line of the head) is shown in Figure 2. Though all of the structures in the human vocal tract also appear in the vocal tracts of chimpanzees, other apes, and monkeys, the overall layout and arrangement of these structures, especially at the back of the throat, is strikingly different in humans than it is other primates. These differences appear to be related to the uniquely human capacity for speech.
#img.VOCALTRACK.BMP#
name::
* McsEngl.lagOrl'ARTICULATOR,
* McsEngl.articulator@cptCore629,
DEFINEFINO:
The structures that are used to form speech sounds (principally the tongue, teeth and lips) are called articulators.
passive articulator Articulators are the parts of the body that are used in the production of speech. Some of these (e.g. the tongue, the lips) can be moved, while others (e.g. the hard palate, the teeth) are fixed. Fixed articulators are sometimes called passive articulators, and their most important function is to act as the place of an articulatory stricture.
...
The concept of the articulator is a very important one in phonetics. We can only produce speech sound by moving parts of our body, and this is done by the contraction of muscles. Most of the movements relevant to speech take place in the mouth and throat area (though we should not forget the activity in the chest for breath control), and the parts of the mouth and throat area that we move when speaking are called articulators. The principal articulators are the tongue, the lips, the lower jaw and the teeth, the velum or soft palate, the uvula and the larynx. It has been suggested that we should distinguish between active articulators (those which can be moved into contact with other articulators, such as the tongue), and passive articulators which are fixed in place (such as the teeth, the hard palate and the alveolar ridge). The branch of phonetics that studies articulators and their actions is called articulatory phonetics.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'VOCAL'FOLD,
vocal folds/vocal cords
folds of tissue stretched across the airway to the lungs. They can vibrate against each other, providing much of the sound during speech.
glottis (glottis-629)
the opening between the vocal cords. During a glottal stop, the vocal cords are held together and there is no opening between them.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
PHONATION:
* McsEngl.phonation-629,
* McsEngl.voicing-629,
DEFINEFINO: This is a technical term for the vibration of the vocal folds; it is more commonly known as voicing.
[Peter Roach Encyc 2000]
SOURCE: http://www.ims.uni-stuttgart.de/phonetik/EGG/page1.htm,
name::
* McsEngl.lagOrl'LARYNX,
* McsEngl.voicebox,
* McsEngl.larynx@cptCore629,
* McsEngl.laryngeal,
_DEFINITION:
the structure that holds and manipulates the vocal cords. The "Adam's apple" in males is the bump formed by the front part of the larynx.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
The larynx (or voice box) is made mostly of cartilage and sits at the top of the trachea (the iwind pipei that connects the nose and mouth with the lungs). The larynx provides a rigid framework within which two bands of muscle, the vocal folds (sometimes called ivocal chordsi) are stretched across the top of the airway to the lungs. When fully tensed and drawn together, the vocal folds can effectively block the flow of air out of the lungs (or provide a last ditch barrier against food or water that threatens to get into the lungs). In a somewhat more relaxed state, the vocal folds vibrate as air from the lungs is forced between them. This process is characteristic of the production of vowel sounds in all the worldis languages. The vocal folds can be positioned in a variety of ways that are used to produce different vowel qualities in various languages and sometimes are also used in forming consonant sounds. The vocal folds are drawn fully apart when breathing, especially during heavy exertion. The human larynx, however, can only open to about half the cross-sectional area of the trachea and so always somewhat resists the flow of air into and out of the lungs.
[http://macweb.acs.umaine.edu/usm_linguistics/course%20Materials/185Language,MindandSociety/LIN185_f96/PhoneticsTutorial/ArticPhonetics.html]
arytenoids-629:
Inside the larynx there is a tiny pair of cartilages shaped rather like dogs' ears. They can be moved in many different directions. The rear ends of the vocal folds are attached to them, so that if the arytenoids are moved towards each other the folds are brought together, making a glottal closure or constriction, and when they are moved apart the folds are parted to produce an open glottis. The arytenoids contribute to the regulations of pitch: if they are tilted backwards, the vocal folds are stretched lengthwise (which raises the pitch if voicing is going on), while tilting them forwards lowers the pitch as the folds become thicker.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'EPIGLOTTIS,
_DEFINITION:
the fold of tissue below the root of the tongue. The epiglottis helps cover the larynx during swallowing, making sure (usually!) that food goes into the stomach and not the lungs. A few languages use the epiglottis in making sounds. English is fortunately not one of them.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
The epiglottis is the small structure that projects backward into the airway just above the larynx and vocal folds. It helps to keep food and water out of the larynx. The human epiglottis cannot touch the velum, but in other mammals the epiglottis and larynx can make a tight closure with the opening into the nasal cavity. This makes it possible for them to drink and breath at the same time because water (or food) can pass around the larynx into the esophagus without risk of getting into the airway. Adult humans cannot match this feat, though infants can.
[http://macweb.acs.umaine.edu/usm_linguistics/course%20Materials/185Language,MindandSociety/LIN185_f96/PhoneticsTutorial/ArticPhonetics.html]
name::
* McsEngl.lagOrl'PHARYNX,
* McsEngl.upper-throat,
* McsEngl.pharynx@cptCore629,
* McsEngl.pharyngeal,
_DEFINITION:
This is the tube which connects the larynx to the oral cavity. It is usually classed as an articulator; the best-known language that has consonants with pharyngeal (or pharyngal) place of articulation is Arabic, most dialects of which have voiced and voiceless pharyngeal fricatives made by constricting the muscles of the pharynx (and usually also some of the larynx muscles) to create an obstruction to the airflow from the lungs.
[Peter Roach Encyc 2000]
the cavity between the root of the tongue and the walls of the upper throat.
The pharynx is the open space at the back of the throat that runs from the back of the nasal cavity down to the larynx. A crucial distinguishing feature of this cavity in humans is that the front wall of the oral pharynx (below the velum) is formed by the back (or root) of the tongue. Mostly because of the flexibility of the tongue this means that the shape and size of the pharynx can vary greatly.
[http://macweb.acs.umaine.edu/usm_linguistics/course%20Materials/185Language,MindandSociety/LIN185_f96/PhoneticsTutorial/ArticPhonetics.html]
name::
* McsEngl.lagOrl'ORAL'CAVITY,
Anything that is given the adjective oral is to do with the mouth. The oral cavity is the main cavity in the vocal tract. Consonants which are not nasal, and vowels which are not nasalised, may be called oral.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'TONGUE,
_PART:
tongue tip apex apical
tongue blade lamina laminal
tongue body dorsum (back) dorsal
tongue root radical,
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
_DEFINITION:
tongue blade:
the flat surface of the tongue just behind the tip. tongue body/dorsum the main part of the tongue, lying below the hard and soft palate. The body, specifically the back part of the body (hence "dorsum", Latin for "back"), moves to make vowels and many consonants. [note] tongue root the lowest part of the tongue in the throat
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
The tongue, as indicated above, plays a decisive role in forming the constrictions for many consonants and in distinguishing vowels. The tongue is, by far, the most mobile and flexible structure in the vocal tract. It is able to assume a wide variety of complex three-dimensional shapes and to touch all the other structures in the mouth from the lips to the back wall of the pharynx. In forming many consonant sounds the tongue plays a key role in making the constriction in the vocal tract that characterizes the consonant. Differences in vowel quality are determined largely by shapes the tongue assumes without significantly constricting the vocal tract.
[http://macweb.acs.umaine.edu/usm_linguistics/course%20Materials/185Language,MindandSociety/LIN185_f96/PhoneticsTutorial/ArticPhonetics.html]
name::
* McsEngl.lagOrl'PALATE/ΟΥΡΑΝΙΣΚΟΣ,
_DEFINITION:
The palate is sometimes known as the "roof of the mouth" (though the word "ceiling" would seem to be more appropriate). It can be divided into the hard palate, which runs from the alveolar ridge at the front of the mouth to the beginning of the soft palate at the back, and the soft palate itself, which extends from the rear end of the hard palate almost to the back of the throat, terminating in the uvula, which can be seen in a mirror if you look at yourself with your mouth open. The hard palate is mainly composed of a thin layer of bone (which has a front-to-back split in it in the case of people with cleft palate), and is dome-shaped, as you can feel by exploring it with the tip of your tongue. The soft palate (for which there is an alternative name, velum) can be raised and lowered; it is lowered for normal breathing and for nasal consonants, and raised for most other speech sounds.
Consonants in which the tongue makes contact with the highest part of the hard palate are labelled palatal.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'UVULA/ΣΤΑΦΥΛΗ,
* McsEngl.uvula@cptCore629,
* McsEngl.uvular,
_DEFINITION:
the small, dangly thing at the back of the soft palate. The uvula vibrates during the r sound in many French dialects.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
===
The velum is the back part of the soft palate, the fleshy part of the roof of your mouth that you can feel with your tongue or finger about half to two-thirds of the way back from your teeth. The velum is a moveable structure that, when pressed up and back, closes the airway from the mouth into the nasal cavity.
[http://macweb.acs.umaine.edu/usm_linguistics/course%20Materials/185Language,MindandSociety/LIN185_f96/PhoneticsTutorial/ArticPhonetics.html]
name::
* McsEngl.lagOrl'SOFT'PALATE,
* McsEngl.soft-palate@cptCore629,
* McsEngl.velum@cptCore629,
* McsEngl.velar@cptCore629,
_DEFINITION:
the soft portion of the roof of the mouth, lying behind the hard palate. The tongue hits the velum in the sounds [k], [g], and []. The velum can also move: if it lowers, it creates an opening that allows air to flow out through the nose; if it stays raised, the opening is blocked, and no air can flow through the nose.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
soft palate Most of the roof of the mouth consists of hard palate, which has bone beneath the skin. Towards the back of the mouth, the layer of bone comes to an end but the layer of soft tissue continues for some distance, ending eventually in a loose appendage that can easily be seen by looking in a mirror: this dangling object is the uvula, but the layer of soft tissue to which it is attached is called the soft palate (it is also sometimes named the velum). In normal breathing it is allowed to hang down so that air may pass above it and escape through the nose, but for most speech sounds it is lifted up and pressed against the upper back wall of the throat so that no air can escape through the nose. This is necessary for a plosive, for example, so that air may be compressed within the vocal tract. However, for nasal consonants (e.g. [ P ], [ 1 ]) the soft palate must be lowered since air can escape only through the nose in these sounds. In nasalised vowels (such vowels are found in considerable numbers in French, for example) the soft palate is lowered and air escapes through the mouth and the nose together.
[Peter Roach Encyc 2000]
velum, velar This is another name for the soft palate. As nouns, the two terms can be used interchangeably in most contexts, but only the word velum lends itself to adjective formation, giving words such as velar which is used for the place of articulation of, for example, [ k ] and [ g ], velic, used for a closure between the upper surface of the velum and the top of the pharynx, and velaric, for the airstream produced in the mouth with a closure between the tongue and the soft palate.
[Peter Roach Encyc 2000]
name::
* McsEngl.lagOrl'HARD'PALATE,
_DEFINITION:
the hard portion of the roof of the mouth. The term "palate" by itself usually refers to the hard palate.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
name::
* McsEngl.lagOrl'ALVEOLAR'RIDGE,
_DEFINITION:
A short distance behind the upper teeth is a change in the angle of the roof of the mouth. (In some people it's quite abrupt, in others very slight.) This is the alveolar ridge. Sounds which involve the area between the upper teeth and this ridge are called alveolars.
[http://www.umanitoba.ca/faculties/arts/linguistics/russell/138/course.htm]
alveolar ridge, gum ridge, alveolar process -- (a ridge that forms the borders of the upper and lower jaws and contains the sockets of the teeth)
[WordNet 1.6 1997]
name::
* McsEngl.lagOrl'TOOTH/ΔΟΝΤΙ,
* McsEngl.tooth@cptCore629,
* McsEngl.teeth,
* McsEngl.dental,
name::
* McsEngl.lagOrl'LIP/ΧΕΙΛΟΣ,
* McsEngl.lip@cptCore629,
* McsEngl.labia@cptCore629,
* McsEngl.labial,
_CREATED: {2012-09-24} {c1995}
name::
* McsEngl.lagHmn.medium.TEXT,
* McsEngl.conceptCore93.66,
* McsEngl.conceptCore630,
* McsEngl.language.human.written@cptCore93.66,
* McsEngl.language's'writing@cptCore630,
* McsEngl.lagHmn.TEXT,
* McsEngl.lagHmn.written@cptCore93.66, {2012-09-25}
* McsEngl.text-language@cptCore93.66, {2012-09-24}
* McsEngl.written-language, {2000-10-22}
* McsEngl.written-language@cptCore630,
* McsEngl.writing-system@cptCore630,
* McsEngl.lngTxt@cptCore630, {2012-08-22}
====== lagoGreek:
* McsElln.ΓΛΩΣΣΑΣ'ΓΡΑΦΗ@cptCore630,
* McsElln.ΓΡΑΠΤΗ-ΓΛΩΣΣΑ,
* McsElln.ΓΡΑΦΙΚΟ-ΣΥΣΤΗΜΑ-ΓΛΩΣΣΑΣ,
* McsElln.ΓΡΑΦΗ@cptCore630,
=== _Συντόμευση:
* McsElln.γλσΚμν@cptCore630, {2012-09-21}
====== lagoSINAGO:
* McsEngl.lango'logetro@lagoSngo,
_DESCRIPTION:
Written-language is a language with written-lingo, we can see it.
[hmnSngo.2012-09-24]
===
ΓΡΑΦΗ ΓΛΩΣΣΑΣ ονομάζω το μέρος ΓΛΩΣΣΑΣ το σχετιζόμενο με τα 'γράμματα'.
[hmnSngo.1995.04_nikos]
===
Writing System.
A language, one or more scripts, and an orthography, which, together, account for a particular form of a written language. We can thus talk about the American English writing system, the British English writing system, the French writing system, etc. These different writing systems, though sharing one thing in common, i.e., use of the Latin script, nevertheless represent either different languages or different orthographic rules applied to the same language.
[SOURCE: UNICODE GLOSSARY]
name::
* McsEngl.lagTxt'wholeNo-relation,
name::
* McsEngl.lagTxt'BRAIN,
Furthermore, there is evidence that writing has an effect on the brain and language processing (Ojemann 1983, Hatta 1977, 1981, Sasanuma 1980).
[http://www.signwriting.org/forums/research/rese012.html] 2007-07-05
Evidence from Japanese dyslexics suggest that phonographic and ideographic symbols are separately processed. Deficiencies in processing the syllabic system were not paralleled by deficiencies in processing the characters and vice-versa (Sasanuma 1980: 48-90). While the left cerebral hemisphere is where phonetic analysis occurs, the right hemisphere can deal with non-phonetic writing systems. Sasanuma showed that Japanese characters were vulnerable to different areas of brain injury compared to the syllabic system.
[http://www.signwriting.org/forums/research/rese012.html] 2007-07-05
name::
* McsEngl.lagTxt'GRAFOLOGY,
* McsEngl.grafology@cptCore630,
* McsEngl.morfology@cptCore630,
=== _NOTES: I call this science "grafology" from greek "grafi" because I call fonology the science of spoken-language from greek "foni".
[hknu@cptCore2001-12-11_nikkas]
_DEFINITION:
MORFOLOGY I call the SCIENCE of written-language.
[hmnSngo.2001-12-02_nikkas]
MORPHOLOGY I call the RULES a hl uses to create its WRITTEN-LOGO.
[hmnSngo.2001-11-17_nikkas]
name::
* McsEngl.lagTxt'WRITER,
* McsEngl.writer@cptCore629,
name::
* McsEngl.lagTxt'READER,
* McsEngl.reader@cptCore629,
name::
* McsEngl.lagTxt'Evaluation,
Logan (1986) presents the idea that abstract theoretical science and thinking developed out of the dialogue of thought made possible because of writing. Others agree. "Man's activities and powers were roughly extended in proportion to the increased use and perfection of written records" (Innis 1951:10). And, some consider writing to be directly and completely linked to modern society. Oppenheim states that "all the factors geographic, social, economic leading towards a full civilization simultaneously created a complex of conditions which could not function properly without writing," and he goes on to say, "writing exists only in a civilization and a civilization cannot exist without writing" (1964:221-22). Gelb concurs, "writing is of such importance that civilization cannot exist without it and conversely, that writing cannot exist without a civilization" (1963:5).
[http://www.signwriting.org/forums/research/rese012.html] 2007-07-05
name::
* McsEngl.lagTxt'EVOLUTION,
{time.Bce3300 : ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑ
Η επινόηση της γραφής γύρω στο 3300 πχ ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την εξέλιξη του πολιτισμού. Εκανε δυνατή την τήρηση αρχείων της διοίκησης και τη μεταφορά μηνυμάτων σε μακρινές αποστάσεις, διευκολύνοντας την οργάνωση μεγάλων πληθυσμών υπό μια κεντρική κυβέρνηση. Επίσης παρέσχε τα μέσα για την αποθησαύριση της γνώσης και τη μεταβιβασή της από γενεά σε γενεά.
[ΑΤΛΑΣ της παγκόσμιας ιστορίας, Καθημερινή 1997 (Μετάφραση 4ης έκδοσης 1993 Times Books London), 53]
===
Although many consider language use to trace back to 35,000 B.C., archaeologists and philologists agree that writing developed only around five thousand years ago, circa 3,300 B.C. in Sumer.
[http://www.signwriting.org/forums/research/rese011.html] 2007-07-05
{time.Bce3100 :ΓΡΑΦΗ:
Η ιερογλυφική γραφή εμφανίζεται στη Σουμερία.
[ΑΤΛΑΣ της παγκόσμιας ιστορίας, Καθημερινή 1997 (Μετάφραση 4ης έκδοσης 1993 Times Books London), 8]
{time.Bce1400 :
Around 1400 B.C., a Semitic cuneiform consonantal alphabet developed. This type of writing system was no longer pictographic, because each symbol represented a consonant sound in the language, but none directly represented the vowels of the language.
[http://www.signwriting.org/forums/research/rese011.html] 2007-07-05
{time.Bce900 to -801 : ΕΛΛΗΝΕΣ-ΔΙΓΡΑΦΙΑ:
ΠΕΡΙΠΟΥ 9ο ΚΑΙ ΔΩΘΕ. ΙΕΡΑΤΕΙΟ. (ΜΑΝΤΗΔΕΣ, ΚΗΡΥΚΕΣ, ΟΙΩΝΟΣΚΟΠΟΙ, ΑΟΙΔΟΙ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ Η ΟΜΑΔΑ ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΣΤΑ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΕΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ, ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΝΑ ΜΑΖΕΥΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΠΟΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΧΡΗΣΙΜΕΨΕ ΝΑ ΒΑΛΕΙ (ΤΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟ) ΤΙΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ) ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΧΑΝΕΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ, ΞΕΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΑΛΥΕΤΑΙ.
ΕΝΩ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ, ΑΙΓΥΠΤΟ, ΣΥΡΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΜΙΑ ΠΑΝΙΣΧΥΡΗ ΟΜΑΔΑ-ΚΑΣΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΚΟΜΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ. [33]
Η ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΛΑΙΑ, ΠΡΙΝ ΔΗΛΑΔΗ ΣΧΗΜΑΤΙΣΘΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ. ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΕ ΤΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ Η ΔΙΓΡΑΦΙΑ (ΙΕΡΑΤΙΚΗ-ΚΟΙΝΗ ΓΡΑΦΗ) ΚΙ ΕΤΣΙ ΕΠΑΨΕ ΤΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟ. ΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΔΙΔΑΞΑΝ ΟΙ ΑΙΓΥΠΤΙΟΙ, ΠΕΡΣΕΣ, ΒΑΒΥΛΩΝΙΟΙ Η ΑΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΓΡΑΦΑΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑΤΙΚΗ (ΙΕΡΟΓΛΥΦΙΚΗ ΓΡΑΦΗ) ΚΑΙ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΠΟΛΛΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ
[ΚΟΡΔΑΤΟΣ, ΙΣΤ ΑΡΧ ΕΛΛ ΦΙΛ, 36]
{time.Bce800 to -701 : ΕΛΛΗΝΕΣ, ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΕΤΡΕΨΑΝ ΤΑ ΑΧΡΗΣΤΑ ΓΙ'ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑ ΣΕ ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΦΟΙΝΙΚΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΔΕΝ ΔΙΕΘΕΤΕ ΣΥΜΒΟΛΑ
[#na165#ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 3, 1983, Α279]
{time.Bce664 :
=== ΓΡΑΦΗ ΝΟΜΩΝ:
ΠΡΩΤΟΣ Ο ΖΑΛΕΥΚΟΣ ΣΤΟΥΣ ΛΟΚΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ, ΕΓΡΑΨΕ ΣΕ ΠΕΤΡΕΣ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΦΗΜΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ.
[#na188#ΤΖΟΥΓΑΝΑΤΟΣ, ΕΠΙΤΟΜΟΣ..., 25]
{time.700: ΟΛΜΕΚΟΙ ΜΕΞΙΚΟ.
ΠΑΡΑΚΜΑΖΟΥΝ. ΕΙΧΑΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 260 ΗΜΕΡΩΝ, ΙΕΡΟΓΛΥΦΙΚΗ ΓΡΑΦΗ.
[ΡΙΖ 29 ΜΑΙΟ 1988]
{time.801-900: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ.
ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΞΕΛΙΚΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΓΡΑΜΜΑΤΗΣ ΣΕ ΜΙΚΡΟΓΡΑΜΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
[#na210#ΤΟΜΠΑΙΔΗΣ, 1980, 11]
{time.1952}: ΕΛΛΑΔΑ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.
Ο ΜΑΙΚΛ ΒΕΝΤΡΙΣ ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΕΙ ΤΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β' ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΠΕΔΕΙΞΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΜΥΚΗΝΑΙΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΤΕΤΟΙΕΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΕΙΧΑΝ ΒΡΕΘΕΙ ΤΟ 1878.
[ΒΗΜΑ, 13 ΙΟΥΝ 1993, Β3]
Η πρώτη γραφή χρησιμοποιήθηκε στη διοίκηση για τον έλεγχο των εμπορευμάτων, των εισοδημάτων και των φόρων, αργότερα όμως χρησιμοποιήθηκε για την καταγραφή και μετάδοση κάθε είδους πληροφορίας.
[ΑΤΛΑΣ της παγκόσμιας ιστορίας, Καθημερινή 1997 (Μετάφραση 4ης έκδοσης 1993 Times Books London), 52]
name::
* McsEngl.lngTxt.specific,
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ:
γραφή με εικόνες.
ΙΔΕΟΓΡΑΦΙΑ:
Τα σύμβολα σημαίνουν λέξεις/έννοιες.
ΣΥΛΑΒΙΚΗ ΓΡΑΦΗ/ΣΥΛΑΒΟΓΡΑΦΙΚΗ ΓΡΑΦΗ:
Τα σύμβολα αντιπροσωπεύουν συλλαβες λέξεων.
ΦΘΟΓΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ:
Κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει φθογγο.
Ideographic Writing.
A writing system in which the symbols primarily refer to ideas or meaning rather than sounds. The standard Chinese writing system is primarily ideographic. However, to be more accurate, it is actually a morpho-syllabic writing system since each symbol simultaneously refers to a morpheme and a syllable; that is, it is both a meaning and sound writing system. [Note: what to call Chinese writing is perhaps one of the most controversial subjects of discussions about writing; see J. DeFrancis, The Chinese Language: Fact and Fantasy, for an excellent treatment of this topic.]
[SOURCE: UNICODE2.0 GLOSSARY]
Morphemic Writing.
A writing system which maps its symbols onto the morphemes of the language being represented. The Chinese writing system is a good example of morphemic writing, although it is also partly syllabic writing. English, on the other hand, is also partly a morphemic writing, since it uses spelling variations to distinguish among homonyms.
[SOURCE: UNICODE2.0 GLOSSARY]
Phonemic Writing.
A writing system which maps the symbols it employs onto the phonemes of the language being represented. The Finnish writing system is a good example of a nearly pure phonemic writing system; on the other hand, English and French writing systems are highly impure phonemic writing, since they both possess many silent letters, digraphs, and historically derived spellings.
[SOURCE: UNICODE2.0 GLOSSARY]
Phonetic Writing.
A writing system whose symbols correspond with the sounds articulated during speech production, irrespective of whether the sounds are meaningfully distinct; e.g., the /t/ in English time and might would be written slightly differently in phonetic writing. The primary script used for phonetic writing is the International Phonetic Alphabet (IPA).
[SOURCE: UNICODE2.0 GLOSSARY]
Syllabic Writing.
A writing system whose symbols correspond to syllables. A number of syllabic writing systems are in use; in some instances, they are part of a larger writing system. Writing based on the Kana and Cree scripts use syllabic correspondences. The Amharic writing system, based on the Ethiopian script, is probably best classified as syllabic writing. Some writing systems employ syllabic layout or punctuation devices, e.g., Korean Hangul and Tibetan both mark syllable boundaries, either through layout or by punctuation.
[SOURCE: UNICODE2.0 GLOSSARY]
ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΑ ΙΕΡΟΓΛΥΦΙΚΑ:
Οφείλουν την αρχική τους έμπνευση στη Μεσοποταμία, αλλά επέδρασαν με τη σειρά τους στις γραφές των ανακτορικών κέντρων της Κρήτης, Γραμμική Α και Β.
[ΑΤΛΑΣ της παγκόσμιας ιστορίας, Καθημερινή 1997 (Μετάφραση 4ης έκδοσης 1993 Times Books London), 53]
ΙΝΔΙΚΗ-ΓΡΑΦΗ:
Η πρωτο-μεσοποταμιακή γραφή ίσως επέδρασε στην γραφή των πολιτισμών του Ινδού.
[ΑΤΛΑΣ της παγκόσμιας ιστορίας, Καθημερινή 1997 (Μετάφραση 4ης έκδοσης 1993 Times Books London), 53]
ΚΙΝΕΖΙΚΗ-ΓΡΑΦΗ:
Τα κινέζικα ιδεογράμματα ήταν πιθανότατα αυτόνομη εφεύρεση.
[ΑΤΛΑΣ της παγκόσμιας ιστορίας, Καθημερινή 1997 (Μετάφραση 4ης έκδοσης 1993 Times Books London), 53]
name::
* McsEngl.lagTxt.UNKNOWN,
Υπολογιστής μεταφράζει «χαμένες» γλώσσες στα αγγλικά
Μια γραπτή γλώσσα ηλικίας άνω των 3.000 ετών «αποκρυπτογραφήθηκε» από επιστήμονες χάριν σε ένα ειδικό πρόγραμμα στον υπολογιστή. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες, το «θαυματουργό» λογισμικό μετέφρασε κείμενο από τα ουγκαριτικά, αρχαία γλώσσα της Μέσης Ανατολής, στα αγγλικά.
Πρόκειται για καινοτόμο μέθοδο που θα οδηγήσει σε εντυπωσιακές ανακαλύψεις επισημαίνουν οι επιστήμονες του αμερικανικού πανεπιστημίου ΜΙΤ.
Το εν λόγω πρόγραμμα συνδυάζει και αντιπαραθέτει στοιχεία από τις σημερινές σε όλους γνωστές γλώσσες με τα σημεία, σχήματα και γράμματα των αρχαίων "εξαφανισμένων" γλωσσών επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό να τις μεταφράσει.
Η μετάφραση της ουγκαριτικής επετεύχθη με βάση κατά κύριο λόγο τα εβραϊκά.
Η περιοχή του βασιλείου της Ουγκαρίτ, που ήταν πιθανό να κατοικήθηκε ήδη από την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στη Συρία, αποτελούσε ένα σημείο συνάντησης πολλών πολιτισμών στην Εγγύς Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων του μυκηναϊκού και του κυπριακού.
Στα ερείπια της πόλης αυτής, που ήταν ένα σημαντικό εμπορικό και κοσμοπολίτικο κέντρο, κρύβονταν εκτός άλλων ευρημάτων τα λεγόμενα Ουγκαριτικά κείμενα που χρονολογούνται από το 14ο έως το 12ο αιώνα π.Χ. και τα οποία περιλαμβάνουν ιδιωτικά, διοικητικά και θρησκευτικά κείμενα.
Πέντε είναι οι μη αποκρυπτογραφημένες γλώσσες που θα κληθούν οι ερευνητές να μεταφράσουν.
Αναλυτικά:
Η γλώσσα των Ετρούσκων, αρχαίου λαού που κατοικούσε στην Ετρουρία, κατά τους Ρωμαίους, ή Τυρρηνία, κατά τους Έλληνες, στη κεντρική χώρα της σημερινής Ιταλίας.
O Κώδικας Rohonc. Πρόκειται για ένα σύνολο γραπτών σε ένα άγνωστο σύστημα γραφής που ανακαλύφθηκε στην Ουγγαρία.
H γλώσσα Rongorongo, ένα σύστημα ιερογλυφικών που ανακαλύφθηκε τον 19ο αιώνα στο Νησί του Πάσχα και φαίνεται να είναι πρωτο-γραφή.
Η Γραμμική Α, μινωική γραφή που ανακαλύφθηκε στην Κρήτη το 1900. Η γραφή αυτή θεωρείται πρόγονος της Γραμμικής Β, η οποία είναι μυκηναϊκή. Η Γραμμική Α αποτελείται όπως και η Γραμμική Β από συλλαβογράμματα (χαρακτήρες με συγκεκριμένη συλλαβική φωνητική αξία) και ιδεογράμματα (ή λογογράμματα, χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν αντικείμενα). Η Γραμμική Α δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης αρχαιολογίας. Η αποκρυπτογράφησή της θα αποκαλύψει τη γλώσσα και ενδεχομένως και την καταγωγή των Μινωιτών.
Τα σύμβολα Vinca, την πρώτη μορφή γραπτού λόγου, όπως εικάζεται και για παρόμοια σύμβολα χαραγμένα σε πηλό, που βρίσκονται σε οικισμούς της νότιας Βαλκανικής. Χρονολογείται γύρω στα 4.000 χρόνια π. Χ..Τα πρώτα δείγματα ανακαλύφθηκαν στην Ουγγαρία το 1875.
enet.gr, 12:31 Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010
[http://www.enet.gr/?i=news.el.episthmh-texnologia&id=187060]
name::
* McsEngl.lagHmn.medium.sign.AMERICAN (asl),
* McsEngl.conceptCore395,
* McsEngl.american'sign'language@cptCore395,
* McsEngl.asl@cptCore395,
name::
* McsEngl.asl'EVOLUTION,
Since 1960 - when the American linguist William Stokoe presented his seminal work Sign Language Structure: An Outline of the Visual Communication System of the American Deaf - research on different sign languages across the world has shown that the signs of a sign language are something more than gestures without internal structure.
[http://sinine.ehi.ee/ehi/oppetool/lopetajad/merilin/intro.html]
Nouns
Nouns in ASL follow many grammatical rules foreign to speakers of English. Adjectives generally follow nouns in ASL (one of few word order rules), a tradition which came from Old French Sign Language, the French system on which much of ASL is based. (Most adjectives still follow nouns in modern French.) Plural nouns are indicated by repeating the sign (reduplication) or quantifying it ("man three", or "man several"). Reduplication can also be used to intensify words, for example "to search long and hard" is formed by reduplicating "search". Body language and facial expression also contribute a great deal to a sign. "Work" can be tedious or enjoyable depending on a signer’s bodily expression and the speed with which the sign is performed.
[http://f99.middlebury.edu/RU232A/STUDENTS/elefther/grammar.htm] 2007-07-02
name::
* McsEngl.asl'Resource,
Emmorey, Karen. (2002). Language, Cognition, and the Brain: insights from sign language research. Lawrence Erlbaum Associates. ISBN 0805833994
Verbs
Likewise, ASL verbs lack many of the rules common to English and other languages. Verbs are often closely related to nouns, and may differ only in range and/or reduplication of movement. For example, the signs for "food" and "eat" are nearly identical. The only difference in the two signs is that "food" (the noun) is performed twice, and "eat" (the verb) once. Other examples of this verb/noun pairing are fly/plane and think/mind. (The ASL Handshape Dictionary)
Verb tenses are expressed by modifying words, such as "past", "finish", "not yet", or "tomorrow". Whereas in English we would ask, "Have you ever been to New York?", the ASL phrase has no equivalent for "have been", and translates literally as "Finish touch New York?". Directionality is also used in conjunction with many verbs to express a more complete thought. Verbs such as "give", "meet", or "help", imply direction and can be used to represent subject, verb, and (indirect) object all at once. For example, a signer could offer to help someone by extending the sign for "help" towards that person, or conversely, ask for help by performing the sign in his own direction. (American Sign Language Dictionary CD-ROM)
[http://f99.middlebury.edu/RU232A/STUDENTS/elefther/grammar.htm] 2007-07-02
name::
* McsEngl.asl'HANDSHAPE,
Handshape is the particular form the hand assumes when producing a
sign; there are approximately 40–45 distinctive handshapes in ASL, specified by approximately 13 distinctive features (Brentari 1998).
[http://www.staff.city.ac.uk/g.morgan/labphon8_brentari.pdf, 161]
name::
* McsEngl.asl'ENVIRONMENT,
Interestingly, because of the early influence of the sign language of France upon the school, the vocabularies of ASL and modern French Sign Language are approximately 60% shared, whereas ASL and British Sign Language, for example, are almost completely dissimilar.
[http://en.wikipedia.org/wiki/American_Sign_Language]
name::
* McsEngl.lagHmn.medium.sign.GREEK (gsl),
* McsEngl.conceptCore441,
* McsEngl.greek'sign'language@cptCore441,
* McsEngl.gsl@cptCore441,
name::
* McsEngl.gsl'LEARNING,
Κέντρα εκμάθησης νοηματικής γλώσσας
ΟΜ.Κ.Ε. 210 520330950
Ε.Ι.Κ.Π. 210 6411940
ΚΕΕΣΕ Αργυρούπολης 210 9955671
Σωματείο Κωφών «Πρόφητης Ζαχαρίας» 210 5235075
Σωματείο Κωφών Ηρακλείου «ΚΑΝΤΙΑ» 2810 284683
Σωματείο Κωφών Βορείου Ελλάδος 2310 732332
Ε.Ι.Κ.Π. 2310 343093
Σωματείο Κωφών Λάρισας 2410 252242
Κέντρο Διδασκαλίας Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας 2610 621008
name::
* McsEngl.gsl'SENTENSERO,
Επίσης, οι νοηματικές γλώσσες διαφοροποιούνται και ως προς τη σύνταξη σε μία πρόταση. Για παράδειγμα στην Ελληνική προφορική ή γραπτή γλώσσα, ακολουθείται η σύνταξη "υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο" ενώ η σύνταξη στην Ελληνική νοηματική πρόταση διαφοροποιείται ανάλογα με το θέμα που θέλουμε να τονίσουμε, να σχολιάσουμε ή να δώσουμε έμφαση.
[http://www.kibwtos.gr/page9.html]
name::
* McsEngl.gsl'Resource,
Efthimiou, E., Sapountzaki, G. , KarpouzisK. , and FotineaS.-E. . (2004). Developing an e-Learning Platform for the Greek Sign Language. In K. Miesenberger et al. (Eds.): ICCHP 2004, LNCS 3118, pp. 1107–1113, 2004.
© Springer-Verlag Berlin Heidelberg 2004
Πιο συγκεκριμένα, για την παραγωγή της η Νοηματική Γλώσσα χρησιμοποιεί τα εξής:
1) Χειρομορφές
Είναι οι διάφορες μορφές που σχηματίζει η παλάμη και τα δάχτυλα του ενός ή των δύο χεριών. Οι χειρομορφές της ΕΝΓ είναι 53. Τα νοήματα παράγονται με το ένα ή τα δύο χέρια (όπου μπορεί να κινούνται ταυτόχρονα με την ίδια κίνηση ή να κάνουν διαφορετική κίνηση μεταξύ τους για να παράγουν ένα νόημα).
2) Προσανατολισμός της παλάμης
Αφορά την τοποθέτηση και κατεύθυνση της παλάμης σε σχέση με το χώρο.
3) Χώρος
Αφορά το χώρο παραγωγής των νοημάτων αλλά και την τοποθέτη των χεριών στο χώρο.
Ο χώρος παραγωγής των νοημάτων είναι συγκεκριμένος ("τετράγωνο της νοηματικής γλώσσας"). Είναι ένα παραλληλόγραμμο που εκτείνεται σε ύψος περίπου από τη μέση του σώματος ως την κορυφή του κεφαλιού και σε μήκος λίγο μεγαλύτερο από το άνοιγμα των ώμων.
Όσον αφορά την τοποθέτηση του ενός ή των δύο χεριών πάνω στο σώμα ή το χώρο, νοήματα που χρησιμοποιούν την ίδια χειρομορφή διαφοροποιούνται μεταξύ τους όταν χρησιμοποιούν διαφορετικά σημεία του χώρου.
4) Κίνηση
Η πλειοψηφία των νοημάτων χρησιμοποιούν την κίνηση για να απεικονιστούν. Η κίνηση δίδει την ιδιαίτερη σημασία σε ένα νόημα. Ελάχιστα νοήματα είναι "ακίνητα", όπως π.χ. οι μονοψήφιοι αριθμοί.
5) Έκφραση
Η έκφραση του προσώπου αντιστοιχεί στο χρωματισμό της φωνής σε μια προφορική γλώσσα. Μπορεί να δηλώνει κατάφαση, ερώτηση ή άρνηση, θαυμασμό ή απέχθεια, να δηλώνει την ταχύτητα κίνησης, το ύψος ή το βάρος ενός αντικειμένου.
6) Ταξινομητές
Οι ταξινομητές αντιπροσωπεύουν κατηγορίες νοημάτων με συγκεκριμένες χειρομορφές, σε συνδυασμό με την τοποθέτησή τους στο χώρο και την κίνησή τους. Δηλώνουν ευρείες κατηγορίες αντικειμένων.
[http://www.kibwtos.gr/page9.html]
name::
* McsEngl.gsl'YORDERO,
====== lagoGreek:
* McsElln.νόημα,
Βάσει ποιού νόμου η Νοηματική Γλώσσα θεωρειται αναγνωρισμένη Γλώσσα των Κωφών;
Στην Ελλάδα με το νόμο 2817/2000 της Ειδικής Αγωγής αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα των Κωφών η Ελληνική Νοηματική Γλώσσα (Ε.Ν.Γ.). Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι εκπαιδευτικοί που δουλεύουν στα σχολεία κωφών παιδιών, ανεξάρτητα από τη μέθοδο επικοινωνίας που εφαρμόζουν στην τάξη, είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν επαρκώς την Ε.Ν.Γ. Ανοίγονται με αυτό το νόμο καινούριες προοπτικές για ειδικές παροχές στην εκπαίδευση, όπως για παράδειγμα τη διδασκαλία και τη διερμηνεία της Ε.Ν.Γ
[http://www.noimatiki.gr/faqs.html]
Το αναγνωρισμένο σωματείο «Κέντρο Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας», το οποίο λειτουργεί από το 2001 και εδρεύει στην οδό Εγνατίας 63 στη Θεσσαλονίκη, έχει ως σκοπό την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε τρίτα πρόσωπα σχετικώς με την εκμάθηση της Νοηματικής Γλώσσας .
Η Ε.Ν.Γ έχει αναγνωριστεί ως επίσημη γλώσσα της κοινότητας των Κωφών, με ειδική νομοθετική ψήφιση (2817/2000 της Ειδικής Αγωγής)από το Ελληνικό κοινοβούλιο και από τότε το Κ.Ε.Ν.Γ συνεργάζεται με την Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδος και ακολουθεί τους κανονισμούς της που αφορούν τον τρόπο διδασκαλίας της νοηματικής.
Στόχος όμως του Κ.Ε.Ν.Γ δεν είναι μόνο η εκμάθηση της Ε.Ν.Γ από τους ακούοντες. Επεκτείνεται και σε κάτι άλλο ακόμα πιο σημαντικό.Τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα σε Ακούοντα και Κωφά άτομα φέρνοντας σε καθημερινή επαφή τους ακούοντες μαθητές του με την Κοινότητα των Κωφών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη διευκόλυνση και των δυο πλευρών σε όλους τους τομείς, όπως είναι η συνεργασία στον επαγγελματικό χώρο, η απόκτηση του πτυχίου Διερμηνείας και η διδασκαλία σε σχολεία Κωφών, ως καθηγητές και δάσκαλοι.
[http://www.keng.gr/]
Το Κέντρο Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας (ΚΕΝΓ) παραδίδει μαθήματα Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας σε έξι διαφορετικά επίπεδα. Τα μαθήματα τα παρακολουθούν γονείς κωφών μαθητών, προσωπικό του ΕΙΠΚ, δεκάδες ακούοντες, ακόμα και κωφοί. Το κέντρο, εκτός από τη διδασκαλία της ΕΝΓ επιμελείται ερευνητικών προγραμμάτων για την ΕΝΓ και τις μεθόδους διδασκαλίας της. Σε συνεργασία με την Ομοσπονδία Κωφών Ελλάδος, την Επιτροπή ΕΝΓ, τους δασκάλους της ΕΝΓ, το Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, Πάτρας, Αθηνών, Μπρίστολ και το Πανεπιστήμιο Gallaudet όπως και άλλους έγκυρους φορείς γίνεται μια μοναδική προσπάθεια για την έρευνα στην ΕΝΓ. Το κέντρο είναι το μοναδικό στην Ελλάδα και επειδή είναι καινούργιο και πειραματικό λειτουργεί μόνο στην Αθήνα. Στα άλλα παραρτήματα μας έχει αρχίσει η διδασκαλία ΕΝΓ σε περιορισμένα τμήματα. Αυτή η προσπάθεια έχει ανάγκη υποστήριξης με όλα τα δυνατά μέσα. Είναι αδιανόητη η εφαρμογή των προγραμμάτων μας χωρίς την ύπαρξη και ανάπτυξη ενός τέτοιου κέντρου.
name::
* McsEngl.lagHmn.medium.sign.ITALIAN (lis),
* McsEngl.conceptCore382,
* McsEngl.italian-sign-language,
* McsEngl.italian'sgn'language@cptCore382,
* McsEngl.LIS@cptCore382,
====== lagoItalian:
Lingua Italiana dei Segni,
_GENERIC:
* SIGN-LANGUAGE#cptCore986#
* language.human#cptCore93#
name::
* McsEngl.lis'KONSEPTERO,
name::
* McsEngl.lis'ADNOUNERO,
Adjectives agree in PLACE with nouns and always follow them (again place is assigned by the speaker). They do not show overt agreement in number like in English and this can be easily verified with inflectable nouns.
[Brunelli, 2006, 23]
Moreover verbs in many cases have also a direction which is used to mark the
agreement with their arguments (see 2.4.1), while nouns can have a place but no direction.
[Brunelli, 2006, 3]
Moreover verbs in many cases have also a direction which is used to mark the
agreement with their arguments (see 2.4.1), while nouns can have a place but no direction.
[Brunelli, 2006, 3]
For example
a distinction between a verb and its corresponding noun is often made by a change in their
movement. It must be said that not all LIS verbs are distinguished from nouns, just as is in
English (We work vs. The work , I change vs. A change) or in oral Italian (io gioco vs. il
gioco). Many verbs, however, are different from the corresponding nouns in that the latter
often have a repeated and quick movement, while the former have a non repeated slower
movement.
[Brunelli, 2006, 3]
name::
* McsEngl.lis'SENTENSERO,
LIS, in this respect, behaves like Italian in that questions and orders do not always involve word order changes or the insertion of some particles but are simply marked by specific facial expressions.
[Brunelli, 2006, 4]
name::
* McsEngl.lis'Resource,
name::
* McsEngl.lis'BIBLIOGRAPHY,
Brunelli, Michele. (2006). The Grammar Of Italian Sign Language, With A Study About its Restrictive Relative Clauses. Thesis. Universita Ca' Foscari. Venezia.
name::
* McsEngl.lis'PUNKTERO,
In Sign Languages great importance is attached to non-manual components, e.g. the facial expression which usually carries out the task corresponding to the intonation of oral languages.
[Brunelli, 2006, 4]
LIS, in this respect, behaves like Italian in that questions and orders do not always involve word order changes or the insertion of some particles but are simply marked by specific facial expressions.
The non-manual components of LIS, however, also enter in other syntactic processes, the best
known being the so-called “role-taking” (Franchi, 1987) which often also requires movement
of the body and some change in the posture. Role-taking consists basically in assuming the
posture or expression of some referents in the speech, not too differently from the way
hearing people imitate the voice of the characters of a story when reproducing their direct
speeches. Because of this, the non-manual components should be kept carefully in mind,
when describing LIS and signed languages in general.
[Brunelli, 2006, 4]
In LIS four parameters have been found to constitute a sign:
· handshape (also called “configuration”) = the shape formed with the hand(s)
· place of articulation (also called “location”) = the point where hands form the sign
· orientation of the palm = the position of the palm of the hand(s)
· movement = the way the hands move (quickly, slowly, repeatedly...)
Movement also involves direction towards the place the hands move to, a factor especially
important for the morphology and syntax of sign languages as will be shown later.
[Brunelli, 2006, 1]
name::
* McsEngl.lis'WholeNo-relation,
name::
* McsEngl.lis'And'Italian,
The Italian Sign Language (LIS) has a very different grammar from that of (oral) Italian: this is due partly to some features typical of the visual communication and shared with other sign languages, and partly to some specific features of LIS.
[Brunelli, 2006, 5]
name::
* McsEngl.lis.SPECIFIC,
SPECIFIC'ENTITIES#ql:([Level OBJECT:rl?][Level Normal Level: generic'entities cptCore382])#
name::
* McsEngl.lagHmn.verb-order.OV,
* McsEngl.conceptCore93.53,
* McsEngl.OV-lagHmn@cptCore93.53, {2012-09-03}
_DESCRIPTION:
In linguistics, a VO language is a language in which the verb typically comes before the object.[1]
Winfred P. Lehmann first proposed to reduce the six possible permutations of word order to just two main ones, VO and OV, in what he calls the Fundamental Principle of Placement (FPP), arguing that the subject is not a primary element of a sentence. VO languages are primarily right-branching, or head-initial; that is, heads are generally found at the beginning of their phrases. In such languages, for example, prepositions are much more frequent than postpositions.
[http://en.wikipedia.org/wiki/VO_language]
name::
* McsEngl.lagHmn.verb-order.SOV,
* McsEngl.conceptCore93.51,
* McsEngl.SOV-lagHmn@cptCore93.51, {2012-09-03}
Many languages such as Turkish, Japanese and Korean have SOV order.
There are also VSO languages, such as Arabic, Hebrew and Welsh, in which the verb starts the sentence.
[http://www-rohan.sdsu.edu/dept/chinese/aspect/wordorder.html]
name::
* McsEngl.lagHmn.verb-order.V-initial,
name::
* McsEngl.lagHmn.Cebuano,
About World Language ?@aboutworldlangs {2017-02-07}
#Cebuano is a verb-initial language. Adjectives precede the nouns they modify.#language http://buff.ly/2kbQloS
[https://twitter.com/aboutworldlangs/status/828974175641600000]
name::
* McsEngl.lagHmn.verb-order.VSO,
* McsEngl.conceptCore93.52,
* McsEngl.VSO-lagHmn@cptCore93.52, {2012-09-03}
_DESCRIPTION:
Many languages such as Turkish, Japanese and Korean have SOV order.
There are also VSO languages, such as Arabic, Hebrew and Welsh, in which the verb starts the sentence.
[http://www-rohan.sdsu.edu/dept/chinese/aspect/wordorder.html]
name::
* McsEngl.lagHmn.verb-order.VO,
* McsEngl.conceptCore93.19,
* McsEngl.VO-language@cptCore93.19,
* McsEngl.language.VO@cptCore93.19,
_DESCRIPTION:
In linguistics, a VO language is a language in which the verb typically comes before the object.[1]
Winfred P. Lehmann first proposed to reduce the six possible permutations of word order to just two main ones, VO and OV, in what he calls the Fundamental Principle of Placement (FPP), arguing that the subject is not a primary element of a sentence. VO languages are primarily right-branching, or head-initial; that is, heads are generally found at the beginning of their phrases. In such languages, for example, prepositions are much more frequent than postpositions.
[http://en.wikipedia.org/wiki/VO_language]
name::
* McsEngl.lagHmn.EVOLUTING,
* McsEngl.human-language-evolution,
* McsEngl.lagHmn.evoluting,
_ADDRESS.WPG:
* {2018-02-20} http://www.nooz.gr/science/1484164/o-homo-erectus-poy-efiyre-to-logo-kai-taxideyse-stin-kriti,
* http://www.statista.com/chart/4006/is-the-internet-contributing-to-the-death-of-languages//
_QUERY:
* History#ql:[Field FdTimeSubject:language ]##viewTime:hidden:language#
We don't know, definitely, the evolution of our language. For me, the milestones in this evolution are:
Gestural-Languages:
Changes in nature forced pre-humans to bipedalism. Bipedalism freed hands. Free hands gave rise to gestural communication. Gestural-languages is the cause of "right-handiness" and the expansion in human brain size, because of the increased quantity of concepts stored in the brain.
Oral-Languages:
For milions of years gestures are mixed with sounds. As the quantity of sounds increased the vocal-track gets an L-shape. Together with the evolution of the human ear and the hyoid bone, humans were able to produce and distiguish many sounds. As a result spoken-languages became dominant.#h0.14p3#
Written-Languages:
About 5,000 years ago the invention of textual-languages helped human-societies to store and transmit more easily the acquired knowledge to next generations.
[file:///D:/File1a/SBC-2010-08-23/hSbc/lango_ho.html#h0.14]
The evolution of a human-language happens by continuasly eliminating its exception and by creating new ones.
[hmnSngo.2001-11-30_nikkas]
ΑΠΟ ΤΟ 18ο ΑΙΩΝΑ (VON HUMBOLDT, SCHLEICHER) ΔΙΑΤΥΠΩΘΗΚΕ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΟΤΙ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΟΙ ΓΛΩΣΣΕΣ ΠΕΡΝΑΝΕ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ [ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ, ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ, ΣΥΓΚΟΛΙΤΙΚΗ]. ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΜΙΑ ΤΕΤΙΟΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟ ΝΑ ΕΠΑΛΗΘΕΥΤΕΙ, ΒΕΒΑΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΧΙΛΙΕΤΙΕΣ ΟΙ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ ΕΞΕΛΙΣΣΟΝΤΑΙ
ΑΠΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ
ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ,
ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΟΛΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΡΥΘΜΟ Η ΚΑΘΕ ΜΙΑ (ΠΧ Η ΑΓΓΛΙΚΗ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΑΠΟ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ή Η ΡΩΣΙΚΗ).
[ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ, 1984, 81#cptResource191#]
Σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσες, όπως τα αγγλικά ή τα γαλικά, σε παλιότερη εποχή εξαφανίστηκαν ατονα φωνήεντα. Αυτό το γεγονός είχε τεράστια σημασία στην εξέλιξη αυτών των γλωσών. Συνέβαλε στο να μικρύνουν οι λέξεις και μάλιστα στο συνήθως άτονο τέλος-τους με αποτέλεσμα να εξαφανισθούν πολές "καταλήξεις" (κλιτικά μορφήματα). Αυτή η εξέλιξη οδήγησε αναγκαστικά τέτοιες γλώσες να αποχτήσουν πολύ πιο αυστηρή σειρά λέξεων απο πριν, αφού οι σχέσεις των όρων της πρότασης δε μπορούσαν πια να φανούν με ειδικά μορφήματα.
[ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ, 1984, 364#cptResource191#]
{time.Bce800 to (701 ΕΛΛΗΝΕΣ, ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΕΤΡΕΨΑΝ ΤΑ ΑΧΡΗΣΤΑ ΓΙ'ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑ ΣΕ ΦΩΝΗΕΝΤΑ, ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΦΟΙΝΙΚΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΔΕΝ ΔΙΕΘΕΤΕ ΣΥΜΒΟΛΑ
[ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 3, 1983, Α279#cptResource165#]
{time.Bce3000 to (2601 ΣΦΗΝΟΕΙΔΗΣ ΓΡΑΦΗ.
ΣΤΟΥΣ ΣΟΥΜΕΡΙΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ ΧΑΡΑΓΜΕΝΑ ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΗΛΙΝΕΣ ΠΛΑΚΕΣ. Η ΓΡΑΦΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΣΦΗΝΟΕΙΔΗΣ
[ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΕΜΕ]
{time.Bce50,000 : ΓΛΩΣΣΑ:
ΣΗΜΕΡΑ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Η ΑΠΟΨΗ ΟΤΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΕΙΔΟΣ, Ο homo sapiens, ΕΧΕΙ ΑΝΑΠΤΥΞΕΙ ΓΛΩΣΣΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟ 50.000 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ, ΔΗΛΑΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
[#na191#ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ, 1984, ]
Yahoo! News Tuesday [1998] April 28 6:34 PM EDT
Skulls Say Speech A 300,000-Year-Old Skill NEW YORK (Reuters) --
Language skills may have been present in primitive humans up to 300,000 years ago, about 250,000 years earlier than previously thought. That conclusion is from an analysis of the hypoglossal canal -- a skull opening that contains the motor nerves supplying the tongue -- in humans, primates and fossil skulls, according to a report in the Proceedings of the National Academy of Sciences.
"Our conjecture is that the size of the canal reflects the fineness of the motor control over the tongue in people," said study co-author Dr. Matt Cartmill in a statement released by Duke University in Durham, North Carolina. "People don't need a big nerve to the tongue so that they can eat; people don't process their food any better than apes do. And that's what the tongue is mainly for in most mammals: for the stereotyped behavior of manipulating food to position it for chewing."
After taking rubber casts of a number of different types of skulls, researchers at Duke found that the hypoglossal canal in modern humans is twice the size of that found in chimpanzees and 1.3 times that found in a gorilla, even after taking into account the different size in the oral cavity.
And the canal of Australopithecus -- an ancestor with both human and ape qualities -- was closer to the size of modern primates than modern humans. However, skulls of Neanderthals, a subspecies thought to be replaced by homo sapiens and early "modern" homo sapiens, were significantly larger than other primates, and closer to modern humans.
Prior to the study, scientists thought that human language developed 40,000 years ago, around the time cave paintings and symbols appeared.
"Thus human vocal abilities may have appeared much earlier in time than the first archeological evidence for symbolic behavior," the authors concluded.
SOURCE: Proceedings of the National Academy of Sciences (1998;95:5417-5419)
[] 1998-04-29
"ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ, Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΓΟΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ...ΟΙ ΗΧΟΙ ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΩΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΒΑΘΜΙΑΙΑ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ-ΤΟΥΣ, ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ"
[ΗΛΙΤΣΕΦ ΚΛΠ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ 1985, Α390#cptResource164#]
GESTURE-LANGUAGE:
It was the first language. The right-hand gene proves it.
[hmnSngo.2003-01-19_nikkas]
name::
* McsEngl.lagHmn'death,
Μία γλώσσα πεθαίνει κάθε δύο εβδομάδες λόγω... ανάπτυξης
Μία γλώσσα πεθαίνει κάθε δύο εβδομάδες λόγω... ανάπτυξης
Από τις περίπου 6.900 γλώσσες της Γης, μία πεθαίνει κάθε δύο εβδομάδες: Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει νέα μελέτη, επισημαίνοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη, η άνοδος του ΑΕΠ και η παγκοσμιοποίηση, που χρησιμοποίησε τεχνικές της βιολογίας και της οικολογίας, είναι οι κυριότερες αιτίες αυτής της εξέλιξης.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Τατσούγια Αμάνο του Τμήματος Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογίας της Βασιλικής Εταιρείας επιστημών της Βρετανίας "Proceedings of Royal Society B", σύμφωνα με το BBC και το "Science", τόνισαν ότι οι γλώσσες που απειλούνται κατ' εξοχήν, μιλιούνται κυρίως από μειονότητες στις ανεπτυγμένες χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Αυστραλίας και εκεί είναι που πρέπει να στραφεί πρωτίστως η προσοχή για την προστασία τους.
«Οι γλώσσες του πλανήτη χάνονται σήμερα με ταχύ ρυθμό. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή κατάσταση», δήλωσε ο Αμάνο (που έχει ειδικευτεί στην εξαφάνιση των διαφόρων ειδών ζώων) και εκτίμησε ότι περίπου το ένα τέταρτο (25%) των γλωσσών της Γης βρίσκονται πλέον υπό απειλή εξαφάνισης.
Υπάρχουν γλώσσες, όπως η 'Ανω Τανάνα που την μιλούν το πολύ 25 άνθρωποι στην Αλάσκα, που κινδυνεύουν άμεσα να εξαφανιστούν για πάντα από προσώπου Γης. Στην Ευρώπη, γλώσσες όπως η Ούμε Σάμι στη βόρεια Σκανδιναβία, απειλούνται με παρόμοια μοίρα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, «καθώς αναπτύσσεται η οικονομία, μία γλώσσα συχνά καταλήγει να κυριαρχήσει στην πολιτική και εκπαιδευτική σφαίρα της χώρας. Οι άνθρωποι αναγκάζονται να υιοθετήσουν την κυρίαρχη γλώσσα, αλλιώς κινδυνεύουν να αποκλειστούν οικονομικά και πολιτικά».
Αλλά και στις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές, όπως στα Ιμαλάια και στους τροπικούς, υπάρχουν γλώσσες που δεν τις μιλάνε πάνω από οκτώ άνθρωποι συνολικά. Όσο ταχύτερα θα αναπτύσσεται μια χώρα σε αυτές τις περιοχές, επεσήμανε ο Αμάτο, τόσο οι γλώσσες αυτές, όπως ορισμένα είδη ζώων, θα αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης, γι' αυτό χρειάζεται να ληφθούν μέτρα διαφύλαξής τους.
Εκτός από τις οικονομικές αιτίες, ασφαλώς υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που ευθύνονται για την εξαφάνιση μιας γλώσσας, κυρίως ιστορικοί και πολιτικοί, εκτεταμένες ασθένειες κ.α.
[http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26514&subid=2&pubid=113339738]
name::
* McsEngl.lagHmn'FORCAST,
WILL WE GOING TO LOOSE OUR LANGUAGE?
YES everybody will "loose" his language (greek, german, french, etc >>>AND<<< ENGLISH!!!). The new Common-Language (CL) will NOT be english, because will be a new more consistent, simple and functional language. The new Common-Language will BE english, because will be mainly the evolution of english but with influences from all other languages.
Our needs guide us to a Common-Language. BUT, using a CL does NOT mean that nations will going to loose their CIVILIZATION. Some confuse these entities (language & civilization) because today our knowledge about the language is poor. The more we will understand what language is the less we will confuse these. In contrast, a CL will help people to know the civilization of other people.
The CL will be created evolutionarilly, not by parthenogenesis as for example the 'esperanto'.
[hmnSngo.2001-12-09_nikkas]
name::
* McsEngl.lagHmn'EVOLUTION.CONCEPT,
2008-08-03:
* I incorporeated the "propertero (adnounero|adverbero)" in "nouno-deanero".
2007-12-04:
I merged this concept with logofino_homo#cptCore475.331# (475.331).
2001-11-09:
I made ONE the 'human-language' and 'grammar' concepts.
Grammar (in the sence of the whole system of rules) and
Language are the same entity.
[hmnSngo.2001-02-09_nikkas]
page-wholepath: https://synagonism.net / dirFolioViews / FvMcsCore / FvMcsCore42