ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

MIX. Χ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ»

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

MIX. Χ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Η συγγραφή και η επιστηµονική επιµέλεια του βιβλίου πραγµατοποιήθηκε
υπό την αιγίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ - ΛΥΚΕΙΟΥ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ»

Το βιβλίο αυτό είναι συνοψισμένη μορφή του έργου «Γραμματική της αρχαίας ελληνικής» του Μιχ. Χ. Οικονόμου, έκδοσης 1971 του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Η συνόψιση του βιβλίου έγινε με ευθύνη του Κέντρου Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμορφώσεως (ΚΕΜΕ).

Συντομογραφίες

(Ανεξάρτητα από το γένος, τον αριθμό και την πτώση της κάθε συντομογραφίας, νοούνται ανάλογα με τα συμφραζόμενα, και τα άλλα γένη, οι πτώσεις και οι αριθμοί, καθώς και τα παράγωγα επιρρήματα).

άχρ.(άχρηστος)αδύν.(αδύνατο)αθροιστ.(αθροιστικό)
αι.(αιώνας)αιγυπτ.(αιγυπτιακός)αιτ.(αιτιατική),
αιτιατ.(αιτιατική)
αιτιολογ.(αιτιολογικός)αμετάβ.(αμετάβατο)αναδιπλ.(αναδιπλασιασμός)
αναφορ.(αναφορικός)αντίθ.(αντίθετο)αντων.(αντωνυμία)
ανώμ.(ανώμαλο)απαρ.(απαρέμφατο),
απαρέμφ.(απαρέμφατο)
αποθετ.(αποθετικό)
απρόσ.(απρόσωπο)αρ.(αριθμός),
αριθμ.(αριθμός)
αριθμ.(αριθμητικό),
αριθμητ.(αριθμητικό)
αρσ.(αρσενικό),
αρσεν.(αρσενικό)
αρχ.(αρχαίος)αρχ.(αρχικός)
ασυναίρ.(ασυναίρετος)αττ.(αττικός)αφηρημ.(αφηρημένο)
αφωνόλ.(αφωνόληκτα)αχώρ.(αχώριστο)αόρ.(αόριστος)
αύξ.(αύξηση)
 
βαρύτ.(βαρύτονα)βλ.(βλέπε)
 
γεν.(γενική)Γραμμ.(Γραμματική)γραμμ.(γραμματικός)
 
δευτερόκλ.(δευτερόκλιτα)δηλ.(δηλαδή)διάθ.(διάθεση)
διαζευκτ.(διαζευκτικός)δικατάλ.(δικατάληκτα)δοτ.(δοτική)
δυϊκ.(δυϊκός)
 
ελλ.(ελληνικός),
ελλην.(ελληνικός)
εμπρόθ.(εμπρόθετος)εν.(ενικός),
ενικ.(ενικός)
ενεργ.(ενεργητικός),
ενεργητ.(ενεργητικός)
ενεστ.(ενεστωτικός),
ενεστωτ.(ενεστωτικός)
ενεστ.(ενεστώτας),
ενεστώτ.(ενεστώτας)
ενν.(εννοεῖται)ενρινόλ.(ενρινόληκτα)επίθ.(επίθετο)
επίρρ.(επίρρημα)επιθ.(επιθετικός)επιρρ.(επιρρηματικός)
επιφων.(επιφωνήματα)επιφωνηματ.(επιφωνηματικός)ευκτ.(ευκτική)
εύχρ.(εύχρηστος)
 
θ.(θέμα)θέμ.(θέματος)θεματ.(θεματικό)
θετ.(θετικός)θηλ.(θηλυκό)
 
ιστ.(ιστορικοί)ιων.(ιωνικό)
 
κ.ά.(και άλλα)κ.α.(και ακόλουθα) [ύστε­ρα από αριθμό]κ.α.(και αλλού)
κ.ε.(και εξης)κ.τ.λ.(και τα λοιπά)κάτ.(κάτοικος)
κατ.(κατάληξη),
κατάλ.(κατάληξη)
κατάλ.(κατάλογος)καταχρηστ.(καταχρηστικός)
κεφ.(κεφάλαιο)κλ.(κλίση),
κλίσ.(κλίση)
κλ.(κλητική),
κλητ.(κλητική)
κυριολ.(κυριολεκτικά)κύρ.(κύριο)
 
λ.(λέξη)λ.χ.(λόγου χάρη)
 
μτβ.(μεταβατικό)μτγ.(μεταγενέστερο)μτφ.(μεταφορικά)
μ.Χ.(μετά Χριστόν)μέλλ.(μέλλοντας),
μέλλοντ.(μέλλοντας)
μέσ.(μέσος)
μετ.(μετοχή)μετάθ.(μετάθεση)μεταβ.(μεταβατικό)
μεταγ.(μεταγενέστερος),
μεταγεν.(μεταγενέστερος)
μεταφορ.(μεταφορικά)μονολεκτ.(μονολεκτικός)
 
Νεοελλ.(Νεοελληνική),
Νεοελλην.(Νεοελληνική)
νεοελλ.(νεοελληνικός)νεότ.(νεότερα)
 
Ο.Ε.Σ.Β.(Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων)οδοντ.(οδοντικός)ομηρ.(ομηρικό)
ον.(ονομαστική),
ονομ.(ονομαστική),
ονομαστ.(ονομαστική)
ον.(ονόματα),
ονόμ.(ονόματα)
όν.(όνομα)
οξύτ.(οξύτονα)ορθογραφ.(ορθογραφικός)οριστ.(οριστική)
ουδ.(ουδέτερο),
ουδέτ.(ουδέτερο)
ουσ.(ουσιαστικό),
ουσιαστ.(ουσιαστικό)
 
π.(παρακείμενος),
παρ.(παρακείμενος),
παρακ.(παρακείμενος)
π.(παρατατικός),
παρ.(παρατατικός),
παρατ.(παρατατικός)
πβ.(παράβαλε)
π.χ.(παραδείγματος χάρη)π.Χ.(προ Χριστού)πίν.(πίνακας)
παθ.(παθητικός),
παθητ.(παθητικός)
παράγ.(παράγωγα)παραγωγ.(παραγωγικός)
παρασύνθ.(παρασύνθετο)παραχωρητ.(παραχωρητικός)παροξύτ.(παροξύτονα)
περισπώμ.(περισπώμενα)περιφρ.(περιφραστικός)πλ.(πληθυντικός),
πληθ.(πληθυντικός),
πληθυντ.(πληθυντικός)
ποιητ.(ποιητικός)προσ.(προσωπικός),
προσωπ.(προσωπικός)
προσδ.(προσδιορισμός)
προσηγ.(προσηγορικό),
προσηγορ.(προσηγορικό)
προστ.(προστακτική)προφ.(προφέρεται)
προφ.(προφορά)πρόθ.(πρόθεση)πρόσ.(πρόσωπο)
 
ρ.(ρήμα),
ρήμ.(ρήμα)
ρ.(ρηματικός),
ρημ.(ρηματικός),
ρηματ.(ρηματικός)
 
σ.(σελίδα),
σελ.(σελίδα)
σημ.(σημείωση)σημασ.(σημασία)
σιγμόλ.(σιγμόληκτα)σπάν.(σπάνια)σπαν.(σπανιότερα)
στερητ.(στερητικό)συγκρ.(συγκριτικός)συγχων.(συγχωνευμένη)
συζ.(συζυγία)συμπερασματ.(συμπερασματικός)συμφωνόλ.(συμφωνόληκτα)
συνήθ.(συνήθως)συναίρ.(συναίρεση)συνηθ.(συνηθέστερα)
συνηρ.(συνηρημένος),
συνηρημ.(συνηρημένος)
συνθ.(συνθετικό),
συνθετ.(συνθετικό)
συντ.(συντελεσμένος),
συντελ.(συντελεσμένος),
συντελεσμ.(συντελεσμένος)
συνών.(συνώνυμα)σύμφ.(σύμφωνο)σύνδ.(σύνδεσμος)
σύνθ.(σύνθετο)
 
τρικατάλ.(τρικατάληκτα)
 
υγρόλ.(υγρόληκτα)υποτ.(υποτακτική),
υποτακτ.(υποτακτική)
υπερθ.(υπερθετικός)
υπερσ.(υπερσυντέλικος),
υπερσυντ.(υπερσυντέλικος),
υπερσυντέλ.(υπερσυντέλικος)
υποθετ.(υποθετικός)υποκείμ.(υποκείμενο)
υποκορ.(υποκοριστικό)υποσημ.(υποσημείωση)
 
φων.(φωνήεν)φωνηεντόλ.(φωνηεντόληκτα)
 
χαρακτ.(χαρακτήρας)χρ.(χρόνοι)χρον.(χρονικός)
 
§ παράγραφος§§ παράγραφοι¯ θέση μακρόχρονου φωνήεντος
˘ θέση βραχύχρονου φωνήεντος

Εισαγωγή

1. Λόγος. Προφορικός και γραπτός λόγος

παρ1.
Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με κατάλληλα όργανα, για ν' αρθρώνει τη φωνή του και να μιλεί.

Η έναρθρη ομιλία, που μ' αυτήν ο άνθρωπος μπορεί να συνεννοείται με τους ομοίους του, ονομάζεται λόγος.

Στην αρχή η συνεννόηση με το λόγο ανάμεσα στους ανθρώπους γινόταν μόνο προφορικά, υπήρχε δηλ. μόνο προφορικός λόγος.

Έπειτα, αλλού ενωρίτερα και αλλού αργότερα, χρησιμοποιήθηκε η γραφή και δημιουργήθηκε ο γραπτός λόγος.

2. Γενικές φωνητικές έννοιες

παρ2.
Όταν ο άνθρωπος μιλεί, βγαίνει από τους πνεύμονες αέρας, που περνάει από τα φωνητικά όργανα και βρίσκει κάθε φορά κάποιαν αντίσταση σ' ένα ή περισσότερα από αυτά. Έτσι παράγονται ήχοι και ακούονται φωνές.

Καθεμιά από τις απλές και αμέριστες φωνές που ακούονται, όταν μιλούμε, λέγεται φθόγγος (από το φθέγγομαι = μιλώ). Όταν π.χ. λέμε τό, ακούονται δύο φθόγγοι (τ-ο)· όταν λέμε μένε, ακούονται τέσσερις φθόγγοι (μ-ε-ν-ε) κτλ.

παρ3.
α) Οι φθόγγοι που παράγονται με το στόμα ανοιχτό ή μισοανοιχτό και μόνο με τις φωνητικές χορδές του λάρυγγα (χωρίς να βρίσκει παραπέρα εμπόδιο ο αέρας που βγαίνει από τους πνεύμονες) λέγονται φωνήεντα. Π.χ. α, ε, ι, ο, ου.

β) Οι φθόγγοι που παράγονται με το στόμα κλεισμένο εντελώς ή κάπου φραγμένο και με τη βοήθεια όχι μόνο των φωνητικών χορδών του λάρυγγα, αλλά και μέρους του στόματος ή της ρινικής κοιλότητας (όπου ο αέρας που βγαίνει βρίσκει κάποιο εμπόδιο), λέγονται σύμφωνα. Π.χ. β, γ, δ, ζ, θ κτλ.

παρ4.
Εκτός από τα φωνήεντα και τα σύμφωνα υπάρχουν και μερικοί διάμεσοι φθόγγοι που λέγονται ημίφωνα. Τέτοια π.χ. έχουμε εμείς σήμερα το ι και το ου, όταν λέμε μιά, μοιάζω (όσο δεν προφέρονται μνιά, μνιάζω), άκουα (όταν προφέρεται δισύλλαβο: ά-κουα) κτλ. Στο ημίφωνο ι η ράχη της γλώσσας αγγίζει ελαφρά τον ουρανίσκο. Στο ημίφωνο ου τα δύο χείλια αγγίζουν λίγο. Έτσι τα ημίφωνα δεν είναι ούτε καθαρά σύμφωνα ούτε καθαρά φωνήεντα. Ημίφωνα είχαν στην ομιλία τους και οι αρχαίοι Έλληνες (βλ. §16,σημ.).

παρ5.
Δύο αλλεπάλληλα φωνήεντα που προφέρονται γρήγορα σε μία συλλαβή αποτελούν δίφθογγο (§7). Όταν π.χ. εμείς σήμερα λέμε χαϊδεύω, τα δύο φωνήεντα α και ι προφέρονται μαζί, σχεδόν στον ίδιο χρόνο που θα προφέραμε ένα μόνο φωνήεν· δεν ακούονται δηλ. χωριστά τα δύο φωνήεντα α και ι (χα-ι-δευω), παρά ακούεται πιο έντονα ο φθόγγος α και μαζί του πιο αδύνατα και πιο γρήγορα ο φθόγγος ι· έτσι σχηματίζεται ο δίφθογγος αϊ. Επίσης, όταν λέμε λεϊμόνι (όπως συνηθίζουν σήμερα να λένε σε μερικά μέρη), τα φωνήεντα ε και ι προφέρονται μαζί σ' ένα χρόνο, ακούεται δηλ. πιο έντονα ο φθόγγος ε και μαζί του πιο αδύνατα και πιο γρήγορα ο φθόγγος ι· έτσι σχηματίζεται ο δίφθογγος εϊ. Το ίδιο γίνεται, όταν λέμε νεράιδα, κελαηδώ, βόιδι, ρόιδι κτλ. Ακόμη, όταν λέμε παιδιά, ματιά κτλ., τα δυο τελευταία φωνήεντα ι και α προφέρονται μαζί σ' ένα χρόνο, αποτελούν δηλ. και αυτά ένα είδος δίφθογγο. (Βλ. Νεοελληνική Γραμματική Ο.Ε.Δ.Β. §17 και §18). Διφθόγγους είχαν στην ομιλία τους και οι αρχαίοι Έλληνες (βλ. §25 κ.α.).

παρ6.
Ένας φθόγγος ή ένα σύνολο από φθόγγους που εκφέρονται μαζί και εκφράζουν μία μόνη έννοια ονομάζεται λέξη (από το λέγω). Όταν π.χ. λέμε ο Νίκος έγραφε το μάθημα, εκφωνούμε πέντε λέξεις, που η καθεμιά τους απαρτίζεται από έναν ή περισσότερους φθόγγους:

οΝ-ί-κ-ο-ςέ-γ-ρ-α-φ-ετ-ομ-ά-θ-η-μ-α
φθόγγοι15626

παρ7.
Τα φωνήεντα, καθώς και τα συμπλέγματα φωνηέντων και συμφώνων που απαρτίζουν μια λέξη, εκφωνούνται με μικρότατες και ανεπαίσθητες διακοπές της πνοής που βγαίνει από το στόμα μας όταν μιλούμε. Έτσι η λέξη φαίνεται πως χωρίζεται σε τμήματα: θέ/λω - μα/θη/τής.

Κάθε τέτοιο τμήμα μιας λέξης που αποτελείται από ένα μόνο φωνήεν ή από ένα φωνήεν μαζί με ένα ή περισσότερα σύμφωνα λέγεται συλλαβή. Έτσι π.χ. στη νέα μας γλώσσα: α-έ-ρας, έ-γρα-ψα, α-σφρά-γι-στος· και στην αρχαία: ἔ-αρ, ἀ-η-δών, ἐ-στρω-μέ-νος (πβ. §30 κ.α.).

παρ8.
Στο γραπτό λόγο οι φθόγγοι παριστάνονται με ορισμένα σημεία που λέγονται γράμματα. Π.χ. οι τέσσερις φθόγγοι που απαρτίζουν τη λέξη θεός παριστάνονται με τέσσερα γράμματα: θ-ε-ο-ς· οι τρεις φθόγγοι της λέξης πῦρ παριστάνονται με τρία γράμματα: π-υ-ρ κτλ.

3. Γλώσσα και διάλεκτοι

παρ9.
Το σπουδαιότερο από τα φωνητικά όργανα του ανθρώπου είναι η γλώσσα. Αυτή εκτελεί το κυριότερο έργο κατά την εκφορά του λόγου. Γι' αυτό και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάθε λαός εκφέρει το λόγο ονομάστηκε γλώσσα.

παρ10.
Στην αρχαιότητα αναπτύχτηκαν και καλλιεργήθηκαν πολύ η αρχαία ελληνική και η λατινική γλώσσα. Την πρώτη τη μιλούσαν και την έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες, τη δεύτερη οι Ρωμαίοι.

Από τις δύο αυτές γλώσσες σπουδαιότερη υπήρξε η αρχαία ελληνική, που μιλήθηκε πολλούς αιώνες και χρησιμοποιήθηκε από αξιόλογους συγγραφείς. Και επειδή δεν έπαψε να μιλιέται, πέρασε κατά καιρούς από διάφορα στάδια και τέλος έφτασε στη σημερινή της μορφή, δηλ. τη νέα ελληνική γλώσσα.

παρ11.
Η γλώσσα κάθε λαού δε μιλιέται παντού κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Παρουσιάζει από τόπο σε τόπο διαφορές στις λέξεις, στους γραμματικούς τύπους, στη σύνταξη (πβ. τα νεοελληνικά: να σου πω - να σε πω· λέγονταν - λεγόντουσαν· τι λες - ίντα λες κτλ.).

Οι τοπικές μορφές που παίρνει μια γλώσσα λέγονται διάλεκτοι.

παρ12.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται εξαρχής χωρισμένη σε διαλέκτους. Σε κάθε τόπο μιλούσαν ορισμένη διάλεκτο και σ' αυτή τη διάλεκτο έγραφαν, όταν έμαθαν να χρησιμοποιούν τη γραφή.

Οι κυριότερες από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους ήταν η ιωνική, η αττική, η αιολική και η δωρική.

παρ13.
Στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους γράφηκαν αξιόλογα έργα πεζά και ποιητικά. Ιδιαίτερα η αττική διάλεκτος, που συγγενεύει με την ιωνική και διαμορφώθηκε στην Αθήνα, καλλιεργήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Διαδόθηκε και επικράτησε σε όλη την Ελλάδα ως ο τελειότερος τύπος της ελληνικής γλώσσας. Σ' αυτήν ακούστηκαν οι λόγοι των αττικών ρητόρων και σ' αυτή γράφηκαν τα έργα του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα κ.ά.

4. Γραμματική

παρ14.
Κάθε γλώσσα μιλιέται και γράφεται σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. Τη συστηματική εξέταση των κανόνων αυτών την ονομάζομε γραμματική.

παρ15.
Η γραμματική που διδάσκει πώς οι αρχαίοι μιλούσαν και έγραφαν την αρχαία ελληνική γλώσσα λέγεται γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ιδιαίτερα η γραμματική που διδάσκει πώς οι αρχαίοι μιλούσαν και έγραφαν την αττική διάλεκτο λέγεται γραμματική της αττικής διαλέκτου.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΦΘΟΓΓΟΛΟΓΙΚΟ

1ο Κεφ. Φθόγγοι και Γράμματα

1. Φθόγγοι. Γράμματα. Διαίρεση φθόγγων και γραμμάτων

παρ16.
Οι φθόγγοι της αρχαίας ελληνικής παριστάνονται με 24 γράμματα, που είναι τα ίδια της νέας (βλ. §2 και §8). Το σύνολο των γραμμάτων αυτών λέγεται ελληνικό αλφάβητο.

Σημ. Στην αρχή το ελληνικό αλφάβητο είχε και το γράμμα F, που από τo σχήμα του λέγεται δίγαμμα (γιατί μοιάζει με διπλό κεφαλαίο Γ) και από την προφορά του λέγεται βαῦ (γιατί παρίστανε ένα φθόγγο σαν το σημερινό β ή σαν μισό ου, όπως όταν τώρα λέμε Ουάσιγκτον, τρισύλλαβο, ή άκουα, δισύλλαβο· πβ. §4).

Επίσης στην αρχαιότατη ελληνική γλώσσα υπήρχε και ένας ακόμη φθόγγος που ακουόταν όπως ακούεται τώρα ο φθόγγος ι, όταν λέμε μια, μοιάζω (πβ. §4)· του φθόγγου αυτού δε μας παραδόθηκε γραπτό σύμβολο, αλλά, όταν θέλουμε να τον παραστήσουμε, τον σημειώνουμε με το λατινικό j (γιότ).

παρ17.
Τα γράμματα κατά τον τρόπο της γραφής τους ξεχωρίζονται σε κεφαλαία (Α, Β, Γ, Δ κτλ.) και σε μικρά (α, β, γ, δ κτλ.).

παρ18.
Οι φθόγγοι της αρχαίας ελληνικής (όπως και της νέας) διαιρούνται σε φωνήεντα και σε σύμφωνα (βλ. §3).

α) Τα φωνήεντα της αρχαίας, ως φθόγγοι, παριστάνονται με 7 γράμματα, που λέγονται και αυτά φωνήεντα: α, ε, η, ι, ο, υ, ω.

β) Τα σύμφωνα της αρχαίας, ως φθόγγοι, παριστάνονται με 17 γράμματα, που λέγονται και αυτά σύμφωνα: β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ (-ς), τ, φ, χ, ψ.

2. Διαίρεση φωνηέντων

παρ19.
1) Τα φωνήεντα της αρχαίας ελληνικής (δηλ. οι φθόγγοι που ακούονταν σαν φωνήεντα) διαιρούνται σε βραχύχρονα και μακρόχρονα.
α) Τα βραχύχρονα φωνήεντα προφέρονταν σε σύντομο χρόνο και παριστάνονται με τα γράμματα α, ι, υ, -ε, ο· και τα γράμματα αυτά λέγονται βραχύχρονα.
Το καθένα από αυτά ακουόταν σαν ένα απλό φωνήεν που προφέρεται σύντομα: το βραχύχρονο α σαν ένα α, το βραχύχρονο ι σαν ένα ι, το βραχύχρονο υ σαν ένα ου, το ε σαν ένα ε, το ο σαν ένα ο.

β) Τα μακρόχρονα φωνήεντα προφέρονταν σε μακρύτερο χρόνο, σε διπλάσιο περίπου από όσο τα βραχύχρονα, και παριστάνονται με τα γράμματα α, ι, υ, -η, ω· και τα γράμματα αυτά λέγονται μακρόχρονα.
Από αυτά το μακρόχρονο α ακουόταν σαν μακρύ α (περίπου σαν αα) το μακρόχρονο ι σαν μακρύ ι (περίπου σαν ιι), το μακρόχρονο υ σαν μακρύ ου (περίπου σαν ουου), το η σαν μακρύ ε (περίπου σαν εε), το ω σαν μακρύ ο (περίπου σαν οο).


2) Ο σύντομος ή μακρύς χρόνος της προφοράς των φωνηέντων λέγεται χρόνος ή ποσότητα των φωνηέντων.

3) Επειδή με τα ίδια γράμματα α, ι, υ, παριστάνονται και μακρόχρονοι και βραχύχρονοι φθόγγοι, γι’ αυτό τα γράμματα α, ι, υ λέγονται δίχρονα.

Σημ. Η μακρότητα του δίχρονου σημειώνεται με το σημάδι ¯ (χώρᾱ), η βραχύτητα με το σημάδι ˘ (γλώσσᾰ).

παρ20.
Ανασκόπηση. Από τα 7 γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω που παριστάνουν φωνήεντα:

α) Το ε και το ο ονομάζονται βραχύχρονα (γιατί παριστάνουν φθόγγους βραχύχρονους).

β) Το η και το ω ονομάζονται μακρόχρονα (γιατί παριστάνουν φθόγγους μακρόχρονους).

γ) Το α, το ι και το υ ονομάζονται δίχρονα, γιατί παριστάνουν φθόγγους άλλοτε μακρόχρονους και άλλοτε βραχύχρονους (δηλ. σε άλλες λέξεις ή τύπους λέξεων είναι μακρόχρονα και σε άλλες βραχύχρονα).

3. Διαίρεση συμφώνων

παρ21.
1) Τα σύμφωνα της αρχαίας (δηλ. οι φθόγγοι που ακούονταν σαν σύμφωνα) διαιρούνται:
α) σε 9 άφωνα· αυτά παριστάνονται με τα γράμματα κ, γ, χ - π, β, φ, - τ, δ, θ. που λέγονται και αυτά άφωνα·
β) σε 5 ημίφωνα· αυτά παριστάνονται με τα γράμματα λ, ρ - μ, ν, σ(ς), που λέγονται και αυτά ημίφωνα.


2) Εκτός από τα παραπάνω γράμματα υπάρχουν τρία ακόμα, τα ζ, ξ, ψ, που παριστάνουν σύμφωνα· αυτά λέγονται διπλά.
Τα γράμματα ζ, ξ, ψ ονομάστηκαν διπλά, γιατί το καθένα από αυτά παριστάνει δύο φθόγγους συγχωνευμένους: το ξ έγινε από τo κ+σ ή γ+σ ή χ+σ (πίνακς = πίναξ, φλόγς = φλόξ, ὄνυχς = ὄνυξ), το ψ από το π+σ ή β+σ ή φ+σ (κώνωπς = κώνωψ, Ἄραβς = Ἄραψ, γράφσω = γράψω) και το ζ από το σ+δ (Ἀθήνασδε = Ἀθήναζε) ή από το δ+j (φροντίδjω = φροντίζω) κτλ.

παρ22.
Τα άφωνα υποδιαιρούνται:

α) κατά το φωνητικό όργανο με το οποίο κυρίως προφέρονται: στα ουρανικά κ, γ, χ, στα χειλικά π, β, φ και στα οδοντικά τ, δ, θ·

β) κατά το είδος της πνοής που συνοδεύει την εκφώνησή τους: στα ψιλόπνοα δηλ. λεπτά κατά την πνοή) κ, π, τ, στα δασύπνοα (δηλ. παχιά κατά την πνοή) χ, φ, θ και στα μέσα β, γ, δ.

παρ23.
Τα ημίφωνα υποδιαιρούνται στα υγρά λ, ρ, στα ένρινα μ, ν και στο συριστικό σ (ς).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ

παρ24.
Είδη
φθόγγων
Κατά το φωνητικό όργανοΚατά το είδος
της πνοής
ΟυρανικάΧειλικάΟδοντικά
Άφωνακπτψιλόπνοα
γβδμέσα
χφθδασύπνοα
Ημίφωναυγρά: λ, ρ
ένρινα: μ, ν (και γ πριν από τα κ, γ, χ, ξ)
συριστικό: σ (ς)
παλαιότερα ημίφωνα: F, j
Διπλά ζ, ξ, ψ

4. Δίφθογγοι

παρ25.
Οι δίφθογγοι (§5) της αρχαίας ελληνικής είναι έντεκα:

α) οχτώ κύριοι: αι, ει, οι, υι - αυ, ευ, ηυ, ου.
β) τρεις καταχρηστικοί: ᾳ, ῃ, ῳ.

παρ26.
Οι δίφθογγοι γενικά είναι μακρόχρονοι (βλ. §19): παιδεύει, ὦ βασιλεῦ, ὦ γραῦ, ὦ βοῦ. Μόνο οι δίφθογγοι αι και οι λογαριάζονται βραχύχρονοι, όταν βρίσκονται εντελώς στο τέλος ασυναίρετης κλιτής λέξης: οἱ ναῦται, οἱ κῆποι· αλλά: τοῖς ναύταις, τοῖς κήποιςοἱ Ἑρμαῖ, τῇ ἠχοῖ, τῇ αἰδοῖ (συνηρημ.). Είναι όμως το αι και το οι μακρόχρονα στην κατάληξη της ευκτικής και στο τέλος των επιρρημάτων και επιφωνημάτων: παιδεύοι, παιδεύσοι, παιδεύσαι (ευκτ.) – οἴκοι, Ἰσθμοῖ, εὐοῖ, παπαῖ· έτσι και οἶ (προσωπ. αντων.) Πβ. και §165,2.

2ο Κεφ. Λέξεις και Συλλαβές

1. Λέξη. Γράμματα της λέξης

παρ27.
Ο λόγος, προφορικός ή γραπτός, απαρτίζεται από λέξεις (βλ. §6): φείδου χρόνου (2 λέξεις), τοὺς γονεῖς τίμα (3 λέξεις).

παρ28.
Κάθε λέξη αποτελείται από έναν ή περισσότερους φθόγγους, που παριστάνονται με τα αντίστοιχα γράμματα (βλ. §2 και §8).

Το πρώτο γράμμα της λέξης λέγεται αρχικό, το τελευταίο λέγεται τελικό και όλα τα άλλα λέγονται εσωτερικά.

παρ29.
α) Κάθε φωνήεν μπορεί να είναι τελικό: σῶμα, φέρε, μάχη, περί, ὑπό, δόρυ, ἐγώ.

β) Τελικά σύμφωνα στην αρχαία ελληνική είναι τα ν, ρ, ς (και τα διπλά ξ, ψ): πλοῖον, ῥήτωρ, ἄνθρωπος, φύλαξ (κς), κώνωψ (πς)· (βλ. §21,2).

2. Συλλαβή

παρ30.
α) Συλλαβή λέγεται το τμήμα της λέξης που απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα σύμφωνα μαζί με ένα φωνήεν ή δίφθογγο: φῶ-τα, φῶς· ναῦ-ται· Ἕλ-λη-νες· ἄν-θρω-πος, στρά-τευ-μα, σάλ-πιγξ, στρό-φιγξ.

β) Η συλλαβή μπορεί ν' αποτελείται και από ένα μόνο φωνήεν ή ένα δίφθογγο: ἴ-α, ἀ-εί, υί-οί, οὐ (=ὄχι), εἰ (=ἄν). Βλ. και §7.

παρ31.
Η λέξη, αν έχει μία μόνο συλλαβή, λέγεται μονοσύλλαβη (νοῦς, φῶς)· αν έχει δύο συλλαβές, δισύλλαβη (τι-μή, φέ-ρω)· αν έχει τρεις, τρισύλλαβη (ἄν-θρω-πος, παι-δεύ-ω)· αν έχει περισσότερες από τρεις, πολυσύλλαβη (σω-φρο-σύ-νη, ἀ-γω-νί-ζο-μαι, ἀ-γω-νι-ζό-με-θα).

παρ32.
Σε κάθε λέξη με περισσότερες συλλαβές από μία, η τελευταία λέγεται λήγουσα, η προτελευταία παραλήγουσα, η αντιπροτελευταία προπαραλήγουσα· η πρώτη συλλαβή λέγεται αρχική.

παρ33.
Η συλλαβή, από το χρόνο του φωνήεντος που έχει, λέγεται:

α) φύσει μακρόχρονη ή απλώς μακρόχρονη, αν έχει μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο: θή-κη, τρώ-γω, χαί-ρω, κοί-τη, ὥ-ρα, εὐ-θυ-μῶ·

β) θέσει μακρόχρονη, αν έχει βραχύχρονο φωνήεν, αλλά ύστερ' από αυτό ακολουθούν στην ίδια λέξη δύο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό (ζ, ξ, ψ): ἄλ-λος, θερ-μός, ἐ-χθρός· ὄ-ζω (= μυρίζω), τό-ξον

γ) βραχύχρονη, αν έχει βραχύχρονο φωνήεν και ακολουθεί άλλο φωνήεν ή απλό σύμφωνο ή τίποτε: νέ-ος, φέ-ρο-μεν, λό-γος, ἔ-χε.

3. Συλλαβισμός

παρ34.
Το χώρισμα μιας λέξης στις συλλαβές της λέγεται συλλαβισμός. Ο συλλαβισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους εξής κανόνες:

α) Ένα ή περισσότερα σύμφωνα, όταν είναι στην αρχή της λέξης, συλλαβίζονται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο)· όταν είναι στο τέλος της λέξης, συλλαβίζονται με το προηγούμενο φωνήεν (ή δίφθογγο) να-ός, ναύ-της, βρα-δύς, βα-φεύς, στρα-τός, σάλ-πιγξ.

β) Ένα μόνο σύμφωνο ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (ή διφθόγγους) συλλαβίζεται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο): ἀ-γω-νι-ζό-με-θα, δύ-να-μαι, ἄ-πει-ροι.

γ) Δύο σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (ή διφθόγγους) συλλαβίζονται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο), όταν αρχίζει από αυτά (αρχαία) ελληνική λέξη: ἀ-γροί (γράφω), ἀ-στήρ (στέλλω), γί-γνο-μαι (γνώ- σις), Ἀ-ρι-ά-δνη (δνοφερός). Αλλιώς, χωρίζονται: ἐλ-πίς, ὁρ-μή, ἵπ-πος, θάρ-ρος.

δ) Τρία σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (ή διφθόγγους) συλλαβίζονται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο), όταν και από τα τρία αυτά σύμφωνα ή μόνο από τα δύο πρώτα αρχίζει αρχαία ελληνική λέξη: ἀ-στρα-πή (στρέφω), ἐ-χθρός (χθές), ἰ-σχνός (σχήμα). Αλλιώς, χωρίζονται και το πρώτο από αυτά συλλαβίζεται με το προηγούμενο φωνήεν ή τον προηγούμενο δίφθογγο: ἄν-θρω-πος, δέν-δρον, πορ-θμός, στιλ-πνός.

ε) Οι σύνθετες λέξεις χωρίζονται στα συνθετικά τους μέρη, αν κατά τη σύνθεση δεν έχει αποβληθεί το τελικό φωνήεν του θέματος του α΄ συνθετικού· αλλιώς, συλλαβίζονται σαν απλές λέξεις: ἐξ-έρχομαι, συν-άγω, προσ-φέρω, δυσ-τυχής, Ἑλλήσ-ποντος, νουν-εχής· αλλά: πα-ρέρχομαι, ἀ-πέχω, κά-θοδος, νο-μάρχης, φί-λιππος, πρω-ταγωνιστής.

3ο Κεφ. Τόνοι, πνεύματα, στίξη

Α΄. Οι τόνοι και ο τονισμός

1. Τόνοι

παρ35.
Σε κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές μία από αυτές τονίζεται, δηλ. προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες. Για να φανερώσουμε στο γραπτό λόγο ποια είναι η συλλαβή που τονίζεται, γράφουμε πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής αυτής ένα σημάδι που λέγεται τόνος: φέ-ρω, φε-ρό-με-θα, φε-ρο-μέ-νη, φεῦ-γε, ἀ-πό-φευ-γε, ἀ-γα-θός, ἀ-νήρ.

παρ36.
Οι τόνοι είναι τρεις: η οξεία (′), η βαρεία (‵) και η περισπωμένη(῀): Ἀρταξέρξης καὶ Κῦρος.

2. Ονομασία των λέξεων από τον τόνο τους

παρ37.
Σε κάθε λέξη πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής που τονίζεται σημειώνουμε κάθε φορά έναν ορισμένο τόνο (πβ. §38 και §39). Κατά τη θέση που έχει ο τόνος σε μια λέξη και κατά το είδος του η λέξη αυτή λέγεται:

1) οξύτονη, αν έχει οξεία στη λήγουσα: πατήρ·
2) παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα: μήτηρ·
3) προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα: λέγομεν·
4) περισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα: τιμῶ·
5) προπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα: δῶρον·
6) βαρύτονη, αν δεν τονίζεται στη λήγουσα: ἄνθρωπος, λύω, κελεύω.

3. Τονισμός. Γενικοί κανόνες τονισμού

παρ38.
Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους εξής γενικούς κανόνες:

1) Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα (όπως και στην κοινή νέα ελληνική): λέγομεν, ἐλέγομεν, ἐλεγόμεθα, ἐπικίνδυνος, ἐπικινδυνότατος.

2) Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται: (ἡ βασίλισσα, αλλά) τῆς βασιλίσσης, (ἄμεσος, αλλά) ἀμέσως.

3) Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: τιμώμεθα, παρήγορος, πείθομαι.

4) Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: νέφος, τόπος, ἀγαθός.

5) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει οξεία εμπρός από μακρόχρονη λήγουσα: θήκη, κώμη, παιδεύω, κλαίω.

6) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα: κῆπος, χῶρος, φεῦγε, κῶμαι.

7) Η θέσει μακρόχρονη συλλαβή ως προς τον τονισμό λογαριάζεται βραχύχρονη: αὖλαξ, κλῖμαξ, μεῖραξ, τάξις, λύτρον (βλ. §33,β).

8) Η βαρεία σημειώνεται στη θέση της οξείας μόνο στη λήγουσα, όταν δεν ακολουθεί στίξη ή λέξη εγκλιτική (βλ. §43,1 και §50): ὁ βασιλεὺς τὴν μὲν πρὸς ἑαυτὸν ἐπιβουλὴν οὐκ ᾐσθάνετο – τοῖς μὲν Ἕλλησιν ἔσει πιστός, τοῖς δὲ βαρβάροις φοβερός - τό τε βαρβαρικὸν καὶ τὸ ἑλληνικόν - ναός τις.

4. Ειδικοί κανόνες τονισμού

παρ39.
1) Η ασυναίρετη ονομαστική, αιτιατική και κλητική των πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, κανονικά παίρνει οξεία:
ὁ ποιητής, τὸν ποιητήν, ὦ ποιητά· οἱ ποιηταί, τοὺς ποιητάς, ὦ ποιηταί·
ἡ φωνή, τὴν φωνήν, ὦ φωνή· αἱ φωναί, τὰς φωνάς, ὦ φωναί·
πατήρ, λιμήν, ἀνδριάς· καλήν, καλάς, καλά· αὐτή, αὐτήν, αὐτάς· λαβών, ἰδών, λελυκώς, λυθείς.

Εξαιρέσεις βλ. §144.


2) Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη:
τοῦ ποιητοῦ, τῷ ποιητῇ· τῶν ποιητῶν, τοῖς ποιηταῖς·
τῆς φωνῆς, τῇ φωνῇ· τῶν φωνῶν, ταῖς φωναῖς·
τοῦ ἀγαθοῦ, τῆς ἀγαθῆς, τῷ ἀγαθῷ, τῇ ἀγαθῇ· τῶν ἀγαθῶν, τοῖς ἀγαθοῖς, ταῖς ἀγαθαῖς κτλ.·
αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτῷ, αὐτῇ· αὐτῶν, αὐτοῖς, αὐταῖς κτλ.
Εξαιρέσεις βλ. §102,2 (τοῦ λεώ, τῷ λεῴ κτλ.).


3) Στα πτωτικά (βλ. §74), όπου τονίζεται η ονομαστική του ενικού εκεί τονίζονται και οι άλλες πτώσεις του ενικού και του πληθυντικού, εκτός αν εμποδίζει η λήγουσα:
λέων, λέοντος, λέοντες κτλ. - αλλά: λεόντων (βλ. §38,2
ἄρρην, ἄρρενος, ἄρρενες κτλ. - αλλά: ἀρρένων·
ἕκαστος, ἕκαστον, ἕκαστοι κτλ. - αλλά: ἑκάστου, ἑκάστων, ἑκάστους·
ὁ λύων, τοῦ λύοντος, oἱ λύοντες κτλ. - αλλά: τῶν λυόντων.
Εξαιρέσεις βλ. §88,3 και §145.


4) Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν τονίζεται, κανονικά παίρνει περισπωμένη:
(τιμάω) τιμῶ, (τιμάων) τιμῶν, (ἐπιμελέες) ἐπιμελεῖς·
παίρνει όμως οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται:
(ἑσταώς) ἑστώς, (κληίς, κλῄς) κλείς.


5) Στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά ανεβαίνει ως την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού, αν επιτρέπει η λήγουσα:
(σοφός) πάνσοφος, (πόλις) ἀκρόπολις, μεγαλόπολις, (πῆχυς) εἰκοσάπηχυς· (ἐλθέ) ἄπελθε, (δός) ἀπόδος· (φρήν) ὁ μεγαλόφρων, τό μεγαλόφρον (βλ. §432).

5. Άτονες λέξεις

παρ40.
Δέκα μονοσύλλαβες λέξεις της αρχαίας ελληνικής δεν παίρνουν τόνο και γι' αυτό λέγονται άτονες λέξεις. Αυτές είναι
1) τα άρθρα ὁ, ἡ, οἱ, αἱ·
2) οι προθέσεις εἰς, ἐν, ἐκἐξ
3) τα μόρια εἰ, ὡς, οὐοὐκ ή οὐχ).

6. Εγκλιτικές λέξεις. Έγκλιση του τόνου

παρ41.
Μερικές μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις συμπροφέρονται τόσο στενά με την προηγούμενη, ώστε ακούονται σαν ν' αποτελούν μαζί της μία λέξη· γι' αυτό ο τόνος τους κανονικά ή χάνεται ή ανεβαίνει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης ως οξεία (πβ. τα νεοελληνικά: ο αδερφός μου, ο δάσκαλός μου).

Οι λέξεις αυτές λέγονται εγκλιτικές λέξεις ή απλώς εγκλιτικά.

παρ42.
Συχνότερα εγκλιτικά της αρχαίας ελληνικής είναι:

1) οι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μοῦ, μοί, μέ – σοῦ, σοί, σέ – οὗ, οἷ, ἓ (βλ. §222).

2) όλες οι πτώσεις ενικού και πληθυντικού της αόριστης αντωνυμίας τὶς – τὶ εκτός από τον τύπο του ουδέτ. πληθ. ἄττα (= τινὰ = μερικά) (βλ. §237

3) όλοι οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής του ενεστώτα των ρημάτων εἰμὶ (= είμαι) και φημὶ (= λέγω) (βλ. §275 και §351,3

4) τα επιρρήματα πού, ποί, ποθὲν -πώς, πήπῄποτὲ (βλ. 363, α)·

5) τα μόρια γέ, τέ, τοί, πέρ, πώ, νὺv και το πρόσφυμα δὲ (διαφορετικό από το σύνδεσμο δὲ) (βλ. §370,1 και §370,6).

παρ43.
1) Ο τόνος των εγκλιτικών χάνεται:
α) σε όλα τα εγκλιτικά (μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα), όταν η προηγούμενη λέξη είναι οξύτονη ή περισπώμενη:
ναός τις, καλόν ἐστι (με οξεία και όχι βαρεία στην προηγούμενη λέξη· βλ. §38,8) — τιμῶ σε, τιμῶ τινας·

β) μόνο στα μονοσύλλαβα εγκλιτικά, όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη: γέρων τις, παιδεύω σε.


2) Ο τόνος των εγκλιτικών ανεβαίνει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης (ως οξεία), όταν η προηγούμενη λέξη είναι προπαροξύτονη ή προπερισπώμενη ή άτονη ή εγκλιτική:
ἔλαφός τις, ἔλαφοί τίνες – κῆπός τις, κῆποί τίνες, Ἀριαῖός τε καὶ οἱ ἄλλοι στρατηγοί - ἔν τινι τόπῳ - εἴ τις βούλεται – εἴ τίς ἐστί μοι φίλος.


3) Ο τόνος των εγκλιτικών μένει στη θέση του (δηλ. δε γίνεται έγκλιση τόνου):
α) όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη και το εγκλιτικό δισύλλαβο: λόγοι τινές, ἀνθρώπων τινῶν, φίλοι εἰσίν·
β) όταν η προηγούμενη λέξη έχει πάθει έκθλιψη ή όταν πριν από το εγκλιτικό υπάρχει στίξη: καλόν δ' ἐστίν - Ὅμηρος, φασί, τυφλὸς ἦν·
γ) όταν υπάρχει έμφαση ή αντιδιαστολή: παρὰ σοῦ, πρὸς σέ· ταῦτα σοὶ λέγω, οὐκ ἐκείνῳ.

Β'. Τα πνεύματα και η χρήση τους

1. Πνεύματα

παρ44.
Κάθε λέξη που αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο ή από το σύμφωνο ρ παίρνει πάνω σ' αυτό ένα ιδιαίτερο σημάδι, που λέγεται πνεύμα.

παρ45.
Τα πνεύματα είναι δύο, η ψιλή (᾿) και η δασεία (῾): ἀήρ, εἰκὼν - ἁγνός, εὑρίσκω· ῥέω.

2. Λέξεις με ψιλή και λέξεις με δασεία

παρ46.
Από τις λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο οι περισσότερες παίρνουν ψιλή.

παρ47.
Δασύνονται (δηλ. παίρνουν δασεία) κανονικά:

1) Οι λέξεις που αρχίζουν από υ ή από ρ: ὑβρίζω, ῥόδον.

2) Τα άρθρα ὁ, ἡ, αἱ και οι δεικτικές αντωνυμίες ὅδε, ἥδε, οἵδε, αἵδε· οὗτος, αὕτη.

3) Οι αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα (εκτός από τα ἔνθα, ἔνθεν): ὅς, ἥ, ὃ κτλ. (βλ. §240), ὅπου, ὅθεν κτλ. (βλ. §363,α).

4) Οι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας ἡμεῖς, ἡμῶν κτλ., οὗ,οἷ, ἕ, οι αντωνυμίες ἕτερος, ἑκάτερος, ἕκαστος και οι λέξεις που σχηματίζονται από αυτές (ἡμέτερος, ἑαυτοῦ, ἑτέρωθεν, ἑκάστοτε κτλ.).

5) Οι σύνδεσμοι ἕως, ἡνίκα, ἵνα, ὅμως, ὅποτε, ὅπως, ὅτε, ὅτι, ὡς, ὥστε.

6) Τα αριθμητικά εἷς, ἕν, ἕξ, ἑπτά, ἑκατόν· επίσης τα παράγωγα από αυτά· ἕνδεκα, ἑξακόσιοι, ἑβδομήκοντα, ἑκατοντάκις κτλ.

7) Οι ακόλουθες λέξεις (και όσες είναι παράγωγες από αυτές ή σύνθετες με α΄ συνθετικό τις λέξεις αυτές):

Α.- ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, ᾍδης, ἁδρός, ἁθρόος (στην αττική διάλεκτο), αἷμα, Αἷμος, αἱρέω-ῶ, αἱ ἁλαὶ (= η αλυκή), ἅλας, Ἁλιάκμων, γεν. -ονος, Ἁλίαρτος, ἁλιεύω (μτγν.), Ἁλικαρνασσός, ἅλις (= αρκετά), ἁλίσκομαι- ἅλωσις, ἅλλομαι (= πηδῶ), Ἁλόννησος, ἁλουργίς, γεν. -ίδος (μτγν.), ὁ ἅλς, γεν. τοῦ ἁλὸς (= αλάτι· συχνά σε πληθ. οἱ ἅλες = αλάτι, αλυκή), ἡ ἅλς, γεν. τῆς ἁλὸς (= θάλασσα), ἁλτήρ, πληθ. ἁλτῆρες, ἅλυσις, ἡ ἅλως (= αλώνι), ἅμα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἅμμα (= δέσιμο, κόμπος· από το ἅπτω), ἁνύτω (αλλά και ἀνύ(τ)ω), ἁπαλός, ἅπαξ, ἁπλοῦς, ἅπτω-ἅπτομαι, ἅρμα, ἁρμόζω, ἁρμονία, ἁρμός, ἅρπαξ - ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίκορος, ἁψίς, γεν. -ιδος.

Ε.- (Ἑβραῖος), τὸ ἕδος (= θρόνος, ναός, άγαλμα), ἕδρα, ἑδώλιον, ἕζομαι (= κάθομαι), εἱλόμην (αόρ. β΄ του αἱροῦμαι), εἵμαρται – εἱμαρμένη, εἵργνυμι και εἱργνύω (= εμποδίζω την έξοδο, κλείνω μέσα· ενώ εἴργω = εμποδίζω την είσοδο, αποκλείω), εἱρκτή, Ἑκάβη, ἑκάς (= μακριά), Ἑκάτη, ἑκών, Ἑλένη, Ἑλικών (γεν. -ῶνος), ἡ ἕλιξ, ἑλίττω (= τυλίγω, στρέφω), ἕλκος, ἕλκω (μεταγ. ἑλκύω), Ἑλλάς, Ἕλλην, ἡ ἕλμινς (γεν. –ινθος = σκουλήκι των εντέρων), τὸ ἕλος, ἕνεκα ή ἕνεκεν, ἑξής, ἕξω (μέλλ. του ρ. ἔχω), ἑορτή, ἕρκος (= φραγμός), ἕρμα, ἑρμηνεύω, Ἑρμῆς, ἕρπω, ἑσπέρα, ἕσπερος, ἑσπόμην (αόρ. β' του ἕπομαι), ἑστιάω-ῶ, ἑταῖρος, ἕτοιμος και ἑτοῖμος, εὑρίσκω, ἑφθός (= βραστός· για τα μέταλλα = καθαρισμένος με φωτιά, καθαρός), ἕψω (= βράζω), ἕωλος (= παλιός, όχι πρόσφατος), ἡ ἕως (= πρωί).

Η.- Ἥβη, ἡγέομαι –οῦμαι, ἥδομαι, ἥκιστα, ἥκω, ἧλιξ (= συνομήλικος, σύντροφος), Ἡλιαία, ἥλιος, ἧλος (= καρφί), ἡμέρα, ἥμερος, ἡμι- (αχώριστο μόριο), ἥμισυς, ἡ ἡνία και τὰ ἡνία (= χαλινός), ἧπαρ, Ἥρα, Ἡρακλής, Ἡρόδοτος, ἥρως, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἧττα, ἡττάομαι -ῶμαι, ἥττων, Ἡφαιστος.

Ι.- ἱδρύω, ἱδρώς, ἱέραξ, ἱερός, ἵημι, ἱκανός, ἱκέτης, ἱκνέομαι –οῦμαι, ἱλάσκομαι, ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάς, ἱμάτιον, ἵμερος (=.πόθος), ἵππος, (μεταγεν. ἵπταμαι), ἵστημι, ἱστός - ἱστίον, ἱστορία, ἱστορέω -ῶ, ἵστωρ (γεν. -ορος = έμπειρος, γνώστης).

Ο.- ὁδός, ὁλκάς (= πλοίο που ρυμουλκείται, φορτηγό), ὁλκή (= έλξη, εισπνοή, βάρος), ὁ ὁλκός (= μηχάνημα με· το οποίο έσερναν τα πλοία, λουρί, χαλινός, τροχιά, αυλάκι), ὅλμος, ὅλος, ὁρμαθός, ὁρμή, ὁ ὅρμος, ὁ ὅρος, τὸ ὅριον, ὁρίζω, ὁράω -ῶ, ὅσιος.

Ω.- ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος.

3. Θέση του τόνου και του πνεύματος

παρ48.
α) Στα απλά φωνήεντα και τους καταχρηστικούς διφθόγγους, όταν γράφονται με μικρά γράμματα, ο τόνος ή το πνεύμα σημειώνεται από πάνω: ἀρετή, ἑορτή, τῷ ἀνθρώπῳ, ἠώς, ᾠδεῖον· όταν είναι κεφαλαία, σημειώνεται εμπρός και προς τα πάνω: Ἁθηνᾷ, Ἑλλάς, Ἠώς, Ὠιδεῖον ή Ὠδεῖον.

β) Στους κύριους διφθόγγους ο τόνος ή το πνεύμα σημειώνεται πάνω στο δεύτερο φωνήεν: αὐτός, αἱρετός, εὑρίσκω, ναύτης, σφαῖρα, Αἰγεύς.

γ) Όταν ο τόνος και το πνεύμα βρίσκονται στην ίδια συλλαβή, τότε η οξεία ή η βαρεία σημειώνεται ύστερ' από το πνεύμα και η περισπωμένη από πάνω του: ἄνθρωπος, Ἕλλην, αὔριον, Αἴας ὅς ἥρως ἦν, εὖρος, Ἥρα, ἧπαρ.

δ) Ο τόνος και το πνεύμα παραλείπονται σε λέξεις που γράφονται ολόκληρες με κεφαλαία: ΕΛΛΑΣ, ΑΙΓΙΝΑ, ΠΑΡΘΕΝΩΝ.

Γ΄. Άλλα σημεία στο γραπτό λόγο

1. Βοηθητικά ορθογραφικά σημεία

παρ49.
Στο γραπτό λόγο χρησιμοποιούνται και τα ακόλουθα βοηθητικά ορθογραφικά σημεία:

1) Η υποδιαστολή (,), που είναι όμοια με το κόμμα και σημειώνεται συνήθως στην αναφορική αντωνυμία ὅ,τι, για να την ξεχωρίσει από τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι.

2) Τα διαλυτικά (¨), που σημειώνονται πάνω στο ι ή υ, όταν χρειάζεται να δηλωθεί ότι το ι ή το υ δε σχηματίζει δίφθογγο με το προηγούμενο φωνήεν μιας λέξης: Ἀχαΐα, δυϊκός πραΰνω, προϋπάρχω.

3) Ο απόστροφος ('), που σημειώνεται στην έκθλιψη (§57).

4) Η κορωνίδα (') που σημειώνεται στην κράση (§55).

5) Το ενωτικό (-), μια γραμμούλα, μικρότερη από την παύλα, που χρησιμεύει για να ενώνει τις συλλαβές στις οποίες χωρίζεται μια λέξη: θά-λασ-σα. Το ενωτικό χρησιμεύει κυρίως στο τέλος της γραμμής, όταν δεν χωρεί ολόκληρη η λέξη και είναι ανάγκη να κοπεί και να χωριστεί (κατά τους κανόνες του συλλαβισμού).

2. Σημεία της στίξης

παρ50.
Στο γραπτό λόγο, εκτός από τους τόνους, τα πνεύματα και τα παραπάνω βοηθητικά σημεία, χρησιμοποιούνται και μερικά άλλα σημάδια που ευκολύνουν το διάβασμα, δείχνοντας πού και πόσο πρέπει να σταματά κάθε φορά η φωνή μας και πώς να χρωματίζεται κατά το νόημα. Τα σημάδια αυτά λέγονται σημεία της στίξης.

Τέτοια σημεία είναι τα ακόλουθα:

1) Η τελεία στιγμή ή απλώς τελεία (.)· σημειώνεται εκεί όπου τελειώνει περίοδος, δηλ. τμήμα του λόγου που περιέχει ένα ακέραιο νόημα.

2) Η μέση ή άνω στιγμή ή επάνω τελεία (·)· χρησιμεύει για να δείξομε ότι πρέπει να γίνει μικρότερη διακοπή απ' ό,τι με την τελεία και σημειώνεται στο τέλος τμήματος μιας περιόδου με νόημα κάπως ανεξάρτητο, που συμπληρώνεται με το επόμενο τμήμα.

3) Η υποδιαστολή ή το κόμμα (,)· χρησιμεύει για να δείξομε πολύ μικρή διακοπή, εκεί όπου λογικά χωρίζονται μεταξύ τους οι προτάσεις μιας περιόδου ή ορισμένες λέξεις στην ίδια πρόταση.
Παράδειγμα για τη χρήση της τελείας, της επάνω τελείας και του κόμματος: Μηδέποτε μηδὲν αἰσχρὸν ποιήσας ἔλπιζε λήσειν· καὶ γάρ, ἂν τοὺς ἄλλους λάθῃς, σεαυτῷ συνειδήσεις. Τοὺς μὲν θεοὺς φοβοῦ, τοὺς δὲ γονεῖς τίμα, τοὺς δὲ φίλους αἰσχύνου, τοῖς δὲ νόμοις πείθου.


4) Το ερωτηματικό (;)· σημειώνεται ύστερ' από μια ερωτηματική λέξη ή στο τέλος μιας φράσης, όταν με αυτήν εκφέρεται ευθεία ερώτηση: τί; πῶς; - Ὁ Πατήρ σε ἄρχοντα τοῦ οἴκου κατέλιπε;

5) Το θαυμαστικό ή επιφωνηματικό (!)· σημειώνεται ύστερ' από τα επιφωνήματα και από κάθε επιφωνηματική λέξη ή φράση που εκφράζει θαυμασμό, αναφώνηση, χαρά, φόβο, έκπληξη και γενικά κάποιο ψυχικό πάθος: οἴμοι! φεῦ! Ἡράκλεις! Ὡς καλός μοι ὁ πάππος!

6) Τα αποσιωπητικά ()· φανερώνουν διακοπή του λόγου ή σκόπιμη αποσιώπηση λέξεων από φόβο, εντροπή, περιφρόνηση κτλ., ή για να δοθεί περισσότερη έμφαση σ' εκείνο που παραλείπεται: Καὶ ἐὰν μὲν ἑκὼν πείθηται…, εἰ δὲ μή, ὥσπερ ξύλον διαστρεφόμενον καὶ καμπτόμενον εὐθύνουσιν ἀπειλαῖς καὶ πληγαῖς.

7) Η παύλα (—)· φανερώνει διακοπή του λόγου μετά την οποία ακολουθεί κάποιο επιπρόσθετο συμπλήρωμα των προηγουμένων ή μια απότομη στροφή του λόγου: Ἐλέγετο δὲ ὁ στόλος (= η εκστρατεία) εἶναι εἰς Πισίδας. Ἐστρατεύετο μὲν δὴ (ενν. ὁ Ξενοφῶν) οὕτως ἐξαπατηθείς — οὐχ ὑπὸ Προξένου.

8) Η παρένθεση ((…))· χρησιμεύει για να περικλείσει λέξη ή φράση που επεξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα, αλλά και που μπορεί να λείπει: Ἐν δὲ τούτοις τοῖς νομοθέταις μὴ θῆσθε νόμον μηδένα (εἰσὶ γὰρ ὑμῖν ἱκανοί), ἀλλὰ τοὺς εἰς τὸ παρὸν βλάπτοντας ὑμᾶς λύσατε.

9) Η διπλή παύλα (—…—)· χρησιμεύει για ν' απομονώνει μια φράση, όπως γίνεται και με την παρένθεση· χρησιμοποιείται ιδίως, όταν η φράση που απομονώνεται δεν έχει τόσο δευτερεύουσα σημασία, ώστε να κλειστεί σε παρένθεση: Ὁ δὲ Πρόξενος — ἔτυχε γὰρ ὕστερος προσιὼν καὶ τάξις αὐτῷ ἑπομένη τῶν ὁπλιτῶν — εὐθὺς οὖν εἰς τὸ μέσον ἀμφοτέρων ἄγων ἔθετο τὰ ὅπλα καὶ ἐδεῖτο τοῦ Κλεάρχου μὴ ποιεῖν ταῦτα.

10) Τα εισαγωγικά («...»), μέσα στα οποία μνημονεύονται κατά λέξη οι λόγοι ενός προσώπου: Εὐθὺς οὐκ ἠνέσχετο (ενν. ὁ Κῦρος), ἀλλ' εἰπὼν «Τὸν ἄνδρα ὁρῶ» ἵετο ἐπ' αὐτόν. «Τί οὖν», ἄν τις εἴποι, «ταῦτα λέγεις ἡμῖν;»

4ο Κεφ. Φθογγικά Πάθη

παρ51.
Οι λέξεις δε μένουν πάντοτε αμετάβλητες, όπως σχηματίστηκαν εξαρχής. Συχνά αλλάζουν μορφή, γιατί οι φθόγγοι τους χάνονται ή συγχωνεύονται ή με οποιονδήποτε τρόπο μεταβάλλονται (πβ. τα νεοελλ.: ημέρα - μέρα, από αυτού - απ' αυτού· λέγω - λέω· το έφερα - το 'φερα· φωνάξετε - φωνάξτε - φωνάχτε κτλ.).

Οι διάφορες αποβολές, συγχωνεύσεις και κάθε είδους μεταβολές των φθόγγων λέγονται φθογγικά πάθη.

Α΄. Πάθη φωνηέντων και διφθόγγων

1. Χασμωδία. Πάθη φωνηέντων και διφθόγγων για την αποφυγή της χασμωδίας

παρ52.
Όταν σε μια λέξη ή ανάμεσα σε δύο γειτονικές λέξεις βρεθούν στη σειρά φωνήεντα ή δίφθογγοι, λέμε ότι υπάρχει χασμωδία: ἀγαπάει, ὁ ἀνήρ, ἐπὶ αὐτοῦ, ἔλεγε ἐκεῖνος, ἔλεγε οὗτος, ἀεί.

Για την αποφυγή της χασμωδίας συμβαίνουν ορισμένα πάθη των φωνηέντων και διφθόγγων (συναίρεση, κράση, έκθλιψη κτλ.), που με μία λέξη λέγονται συναλοιφή. Άλλοτε πάλι για την αποφυγή της χασμωδίας γίνεται πρόσληψη ευφωνικών συμφώνων.

Όλα αυτά εξετάζονται παρακάτω.

α) Συναίρεση

παρ53.
Συναίρεση λέγεται η συγχώνευση μέσα στην ίδια λέξη δύο στη σειρά φωνηέντων ή φωνήεντος και διφθόγγου σ' ένα μακρόχρονο φωνήεν ή σ' ένα δίφθογγο: συκέα - συκ, τιμάομεν - τιμμεν, ποιέομεν - ποιοῦμεν, τιμάει - τιμ· προέλεγον - προύλεγον, προεθυμήθην - προυθυμήθην.

παρ54.
Η συλλαβή που προέρχεται από τη συναίρεση κανονικά τονίζεται, αν πριν από τη συναίρεση τονιζόταν η μία από τις δύο συλλαβές που συναιρούνται: τιμάω - τιμῶ, συκεῶν - συκῶν· αλλά τίμαε - τίμα, Σωκράτεος - Σωκράτους (πβ. §39,4, §100,2, καθώς και §164 και §18 3, 2).

β) Κράση

παρ55.
Κράση λέγεται η συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρχικό φωνήεν ή τον αρχικό δίφθογγο της ακόλουθης: τὰ ἄλλα - τἆλλα, τὸ ὄνομα - τοὔνομα, μέντοι ἂν - μεντἄν, ἐγὼ οἶμαι - ἐγᾦμαι.

Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. §49,4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά.

Όταν όμως η πρώτη από τις λέξεις που συγχωνεύονται είναι τύπος που αποτελείται μόνο από ένα φωνήεν ή ένα δίφθογγο με δασεία (π.χ. ὁ, οἱ, ἡ, αἱ, ἥ, ὅ, οὗ κτλ.), τότε στη θέση της κορωνίδας σημειώνεται η δασεία: ὁ ἀνήρ - ἁνήρ· ὁ ἄνθρωπος - ἅνθρωπος· ἅ ἄν - ἅν· οὗ ἕνεκα - οὕνεκα.

παρ56.
Κράση με τις αμέσως επόμενες λέξεις παθαίνουν συνήθως:

1) Οι τύποι του άρθρου και της αναφορικής αντωνυμίας ὅς, ἥ, ὅ, που λήγουν σε φωνήεν ή δίφθογγο, καθώς και το κλητικό ὦ: ὁ ἄνθρωπος = ἅνθρωπος, τοῦ ἀνδρὸς = τἀνδρός, τὰ ἐμὰ = τἀμά, ἅ ἐγὼ = ἁγώ, οὗ ἕνεκα = οὕνεκα, ὦ ἀγαθέ = ὠγαθέ·

2) η λέξη ἐγὼ με τη λέξη οἶδα (= γνωρίζω) ή με τη λέξη οἶμαι (= νομίζω): ἐγὼ οἶδα = ἐγᾦδα, ἐγὼ οἶμαι =ἐγᾦμαι·

3) ο σύνδεσμος μέντοι με το μόριο ἄν: μέντοι ἄν = μεντἄν·

4) ο σύνδεσμος καί: καὶ ἐγὼ = κἀγώ, καὶ εἶτα = κᾆτα·

5) η πρόθεση πρό: πρὸ ἔργου = προὔργου.

γ) Έκθλιψη

παρ57.
Έκθλιψη λέγεται η αποβολή του τελικού βραχύχρονου φωνήεντος μιας λέξης εμπρός από το αρχικό φωνήεν ή τον αρχικό δίφθογγο της ακόλουθης: ἀπὸ ἐμοῦ = ἀπ' ἐμοῦ, οὔτε αὐτός = οὔτ' αὐτός.

Πάνω από τη θέση του φωνήεντος που παθαίνει έκθλιψη γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με ψιλή και λέγεται απόστροφος (βλ. §49,3): ἀπὸ ἐμοῦ = ἀπ' ἐμοῦ· όταν όμως η έκθλιψη γίνεται κατά τη σύνθεση λέξεων, δε σημειώνεται απόστροφος: ἀπὸ ἔχω = ἀπέχω.

παρ58.
Ο τόνος του φωνήεντος που παθαίνει έκθλιψη (αν τούτο τονιζόταν πριν από την έκθλιψη):

1) στις άκλιτες λέξεις χάνεται μαζί με το φωνήεν που εκθλίβεται: παρὰ ἐμοῦ = παρ' ἐμοῦ, ἐπὶ αὐτοῦ = ἐπ' αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐκεῖνος =ἀλλ' ἐκεῖνος·

2) στις κλιτές λέξεις και στο αριθμητικό ἑπτὰ ανεβαίνει στην προηγούμενη συλλαβή, πάντα ως οξεία: δεινὰ ἔπαθον = δείν' ἔπαθον, φημὶ ἐγώ = φήμ' ἐγώ, ἑπτὰ ἦσαν =ἕπτ' ἦσαν.

παρ59.
Αν ύστερ' από την έκθλιψη απομένει στο τέλος της λέξης άφωνο ψιλόπνοο (κ,π,τ) και η ακόλουθη λέξη δασύνεται, τότε το ψιλόπνοο τρέπεται στο αντίστοιχό του (ομόφωνο) δασύπνοο, δηλ. το κ σε χ, το π σε φ, το τ σε θ: ἀπὸ ἡμῶν = ἀφ' ἡμῶν, κατὰ ἡμῶν = καθ' ἡμῶν· αν ύστερ' από την έκθλιψη απομένουν δύο ετερόφωνα ψιλόπνοα (κτ ή πτ), τότε εμπρός από λέξη που έχει δασεία τρέπονται και τα δύο στα αντίστοιχά τους δασύπνοα: νύκτα ὅλην = νύχθ' ὅλην, νύκτα (καὶ) ἡμέραν = νυχθημερόν, ἑπτὰ ἡμέραι =ἑφθήμερος.

δ) Αφαίρεση, υφαίρεση

παρ60.
1) Κάποτε, και ιδίως στην ποίηση, γίνεται αφαίρεση, δηλ. αποβολή του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος μιας λέξης, όταν η προηγούμενη λήγει σε μακρόχρονο φωνήεν ή σε δίφθογγο. Τότε πάνω από τη θέση του φωνήεντος που χάθηκε σημειώνεται ο απόστροφος: αὕτη 'κείνη, ὦ 'γαθέ, εἴη 'ξ ἐμοῦ (αντί εἴη ἐξ ἐμοῦ), ποῦ 'κείνη ἐστίν; (Πβ. τα νεοελλ.: να 'μουν, που 'ναι;).

2) Γίνεται κάποτε και μέσα στην ίδια λέξη αποβολή ενός από δύο όμοια βραχύχρονα φωνήεντα ή αποβολή του ι των διφθόγγων εμπρός από φωνήεν· η αποβολή αυτή λέγεται υφαίρεση: βοηθόος - βοηθός, Ἡρακλέεα - Ἡρακλέα, αἰεὶ - ἀεί, ἐλαία - ἐλάα, πλείονος - πλέονος, Ἀρειοπαγίτης - Ἀρεοπαγίτης κτλ. (πβ. τα νεοελλ.: αλκοολισμός - αλκολισμός, χρυσοχόος - χρυσοχός, αρματολό(γ)ος - αρματολός κτλ.).

ε) Πρόσληψη προσθετών ή ευφωνικών συμφώνων

παρ61.
Μερικές λέξεις που λήγουν σε φωνήεν, όταν βρεθούν εμπρός από λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο, παίρνουν στο τέλος ορισμένα σύμφωνα που συντελούν στην ευφωνία, δηλ. στην αποφυγή της χασμωδίας. Τέτοια σύμφωνα είναι το ν και το κχ), που λέγονται προσθετά ή ευφωνικά σύμφωνα.

Από αυτά:

1) Το ευφωνικό ν το παίρνουν εμπρός από φωνήεν:
α) οι τύποι κλιτών και άκλιτων λέξεων που λήγουν σε -σι: ἀνδράσι(ν), εὐγενέσι(ν), ἅπα-σι(ν), εἴκοσι(ν), ἐλθοῦσι(ν), λέγουσιν οὗτοι, παντάπασι(ν), Ἀθήνησι(ν), πέρυσι(ν)·
β) οι τύποι του γ΄ εν. προσ. των ρημάτων που λήγουν σε -ε και ο ρηματικός τύπος ἐστί: ἔλυε(ν), ἔλυσε(ν), λέλυκε(ν), ἦλθεν οὗτος, ἐστίν ἀγαθός.


2) Το ευφωνικό κ το παίρνει το αρνητικό οὐ εμπρός από φωνήεν που έχει ψιλή· όταν όμως το οὐ βρεθεί εμπρός από φωνήεν με δασεία, τότε το ευφωνικό κ τρέπεται στο αντίστοιχό του δασύπνοο, δηλ. γίνεται χ: οὐ λέγω - οὐκ ἔχω - οὐχ ὑπομένω (βλ. §59).

2. Άλλα πάθη των φωνηέντων

παρ62.
Πολλές φορές τα φωνήεντα παρουσιάζουν διάφορα πάθη στο θέμα των λέξεων. Τέτοια πάθη είναι τα εξής:

1) Η συγκοπή, δηλ. η αποβολή του βραχύχρονου φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα: πατέρ-ος = πατρός· γι-γέν-ομαι = γίγνομαι· ἔ-σεχ-ον = ἔσχον (πβ. τα νεοελλ.: κορυφή - κορφή, φέρετε - φέρτε).

2) Η ανάπτυξη, δηλ. η πρόσληψη ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα, που γίνεται συνήθως για να διευκολυνθεί η προφορά· π.χ. στους τύπους πατρ-ά-σι, μητρ-ά-σιν, ἀνδρ-ά-σι κτλ. αναπτύχθηκε το φωνήεν α ανάμεσα στο συγκομμένο θέμα και στην κατάληξη (βλ. §131,2).

3) Η μετάθεση, δηλ. η μετατόπιση ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε άλλη θέση μέσα στη λέξη: Μυτιλήνη = Μιτυλήνη, Πνύκα = Πύκνα (πβ. τα νεοελλ.: Ιθάκη - Θιάκι, όνειρο - είνορο).

4) Η αφομοίωση, δηλ. η μεταβολή ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε φωνήεν όμοιο με το φωνήεν της επόμενης ή προηγούμενης συλλαβής του θέματος: ἅτερος = ἕτερος, Ἐρχομενός = Ὀρχομενός, ὀβελός =ὀβολός (πβ. το νεοελλ.: σιρόκος - σορόκος).

5) Η αντιμεταχώρηση, δηλ. η αμοιβαία αλλαγή του χρόνου ενός μακρόχρονου φωνήεντος με το χρόνο του αμέσως επόμενου βραχύχρονου φωνήεντος: τοῦ βασιλῆος - τοῦ βασιλέως· τὸν βασιλῆᾰ- τὸν βασιλέᾱ· τῆς πόληος - τῆς πόλεως (§112,2).

6) Η ποιοτική μεταβολή ή απλώς τροπή, δηλ. η μεταβολή ενός φωνήεντος σε άλλο φωνήεν του ίδιου χρόνου (ενός βραχύχρονου σε άλλο επίσης βραχύχρονο ή ενός μακρόχρονου σε άλλο επίσης μακρόχρονο): λέγω - λόγος· βρέχω - βροχή· ἀμείβω - ἀμοιβή· λείπω - λέλοιπα, λοιπός· σπεύδω - σπουδή· ῥήγνυμι - ῥωγμή.

7) Η ποσοτική μεταβολή, δηλ. η μεταβολή του μακρόχρονου φωνήεντος σε βραχύχρονο ή του βραχύχρονου σε μακρόχρονο· έτσι η ποσοτική μεταβολή είναι:
α) βράχυνση ή συστολή, δηλ. μεταβολή του μακρόχρονου φωνήεντος ή του διφθόγγου σε βραχύχρονο φωνήεν: δίδωμι, δρον, δίδομαι, δόσις· ἵστημι - ἵστμαι, τίθημι - τίθεμαι, θέσις· λείπω - ἔλπον - φεύγω - ἔφγον, φγή· ἀκούω - ἀκοή·
β) έκταση, δηλ. μεταβολή του βραχύχρονου φωνήεντος σε μακρόχρονο: ποιέω - ποιήσω, ποιητής· δηλόω - δηλώσω, δήλωσις· λπίζω - λπιζον, λπισα· στοά - στωικός.
Κάποτε η έκταση ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε μακρόχρονο φωνήεν ή σε δίφθογγο γίνεται ύστερ' από την αποβολή ενός ή περισσότερων συμφώνων που ακολουθούν: η τέτοιου είδους έκταση λέγεται αντέκταση ή αναπληρωτική έκταση:
τάλᾰν-ς = τάλᾱς· ἕν-ς = εἷς· λυθέντ-ς = λυθείς· λέοντ-σι = λέου-σι.

Β΄. Πάθη συμφώνων

παρ63.
Όπως στα φωνήεντα, έτσι και στα σύμφωνα παρουσιάζονται διάφορα πάθη. Αυτά τις περισσότερες φορές συμβαίνουν για να διευκολυνθεί η προφορά, όταν συμπέσουν ορισμένα σύμφωνα στην ίδια λέξη.

Τα κυριότερα πάθη των συμφώνων είναι η αποβολή, η ανάπτυξη, η μετάθεση, η ένωση ή συγχώνευση, η αφομοίωση, η ανομοίωση και η τροπή.

α) Αποβολή συμφώνων

παρ64.
Σε ορισμένες περιπτώσεις αποβάλλονται, δηλ. χάνονται, ένα ή περισσότερα σύμφωνα στην αρχή της λέξης, στο εσωτερικό ή στο τέλος της· το φαινόμενο αυτό λέγεται αποβολή.

1) Το σ, όταν βρίσκεται μέσα στη λέξη ανάμεσα σε δύο σύμφωνα ή ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, συχνά αποβάλλεται· επίσης στους αρχαιότατους χρόνους, όταν βρισκόταν στην αρχή της λέξης εμπρός από φωνήεν, συχνά έπαυε ν' ακούεται, και τη θέση του την έπαιρνε η δασεία (η οποία συνόδευε το φωνήεν που έμενε ως αρχικό):
(ανάμεσα σε δύο σύμφωνα) γέγραφσθε =γέγραφθε· ἐστάλσθαι = ἐστάλθαι·
(ανάμεσα σε δύο φωνήεντα) ἐλέγεσο = ἐλέγεο και με συναίρεση = ἐλέγου· γένεσος = γένεος και με συναίρεση = γένους·
(στην αρχή της λέξης) σέπομαι = ἕπομαι· σίστημι - ἵστημι.


2) To j (βλ. §16,σημ.) από τους παλαιότατους χρόνους αποβλήθηκε στην αρχή της λέξης εμπρός από φωνήεν και τη θέση του την πήρε η δασεία· μέσα όμως στη λέξη ανάμεσα σε δύο φωνήεντα αποβλήθηκε ολότελα: jῆπαρ = ἧπαρ· jίjημι = ἵημι (= ρίχνω)· τιμάjω = τιμάω -ῶ· ποιέjω = ποιέω -ῶ· δηλόjω = δηλόω -ῶ.

3) To F (βλ. §16,σημ.) στην αρχή της λέξης εμπρός από φωνήεν ή μέσα στη λέξη ανάμεσα σε δύο φωνήεντα αποβλήθηκε: Fέργον = ἔργον· Fοῖνος = οἶνος· πνέFω (προφ. πνεύω, πβ. πνεῦμα) = πνέω· FέFοικα = ἔοικα.

4) Το ν εμπρός από το σ κανονικά αποβάλλεται, άλλοτε με αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος και άλλοτε χωρίς αντέκταση (βλ. §62,7,β):
(με αντέκταση, συνήθως στην ονομ. του εν.) μέλᾰν-ς =μέλᾱς, κτέν-ς = κτείς· ἓν-ς = εἷς.
(χωρίς αντέκταση, συνήθως στη δοτ. του πληθ.) κτεν-σὶ = κτεσί· ποιμέν-σι = ποιμέσι· γείτον-σι = γείτοσι.


5) Τα οδοντικά τ, δ, θ εμπρός από το σ αποβάλλονται: τάπητ-ς = τάπης, ἐλπίδ-ς = ἐλπίς, ὄρνιθ-ς =ὄρνις· τάπητ-σι = τάπησι· έτσι και νύκτ-ς = νύκ-ς =νύξ, ἄνακτ-ς = ἄνακ-ς = ἄναξ (βλ. §21,2).

6) Τα συμπλέγματα ντ, νδ, νθ εμπρός από το σ αποβάλλονται πάντοτε με αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος (βλ. §62,7,β): τοῖς λεόντ-σι = λέουσι, τοῖς ἀνδριάντ-σι = ἀνδριᾶσι, ὁ λυθέντ-ς = λυθείς, ὁ χαρίεντ-ς = χαρίεις· σπένδ-ω (= κάνω σπονδή), μέλλ. σπένδ-σω = σπείσω· πάσχω, μέλλ. (από το θ. πενθ-) πένθ-σομαι = πείσομαι (= θα πάθω).

7) Σύμφωνα όχι τελικά ελληνικών λέξεων (βλ. §29,β), όταν βρεθούν στο τέλος μιας λέξης, χωρίς άλλη κατάληξη, αποβάλλονται: (τοῦ σώματ-ος) τὸ σώματ = τὸ σῶμα· (τοῦ λέοντ-ος) ὦ λέοντ = ὦ λέον· (τοῦ γάλακτ-ος) τὸ γάλακτ = τὸ γάλα· (τοῦ παντ-ός) τὸ παντ = τὸ πᾶν.

β) Ανάπτυξη συμφώνων

παρ65.
Η εμφάνιση νέου συμφώνου, που δεν υπήρχε αρχικά, στο θέμα μιας λέξης λέγεται ανάπτυξη (το σύμφωνο αναπτύσσεται, δηλ. παρουσιάζεται εκεί όπου πριν δεν υπήρχε). Η ανάπτυξη συνήθως γίνεται για να διευκολυνθεί η προφορά (πβ. §62,2):

1) Ανάμεσα στο μ και το ρ ή ανάμεσα στο μ και το λ αναπτύσσεται σε μερικές λέξεις ο φθόγγος β: (από το μεσημερία =) μεσημ-ρία = μεσημβ-ρία· (ἔ-μολ-ον = ήρθα· πβ. μολὼν λαβέ· θ. μολ- = μλω-· από αυτό ο παρακ. μέ-μλω-κα =) μέμ-β-λωκα· γαμρός = γαμ-β-ρός (πβ. ιδιωματικό νεοελλ. χαμηλά = χαμλά = χαμπλά).

2) Ανάμεσα στο ν και το ρ αναπτύσσεται ο φθόγγος δ: (από το ἀνέρ-ος με συγκοπή: ἀνρ-ὸς =) ἀνδρὸς (βλ. §130,1).

3) Εμπρός από το αρχικό ρ μιας λέξης αναπτύσσεται και ένα άλλο ρ, δηλ. το αρχικό ρ διπλασιάζεται, όταν βρεθεί πριν από αυτό βραχύχρονο φωνήεν από αύξηση ή αναδιπλασιασμό ή από σύνθεση με άλλη λέξη: ῥίπτω - ἔρριπτον - ἔρριφα· ῥητός - ἄρρητος - ἀπόρρητος· ῥυθμός - ἄρρυθμος· ῥωστός - ἄρρωστος· αλλά: εὔρυθμος, εὔρωστος.

γ) Μετάθεση του j (επένθεση)

παρ66.
Μετάθεση, δηλ. μετατόπιση σε άλλη θέση μέσα στη λέξη, μπορεί να πάθει όχι μόνο ένα βραχύχρονο φωνήεν (όπως είδαμε στην §62,3), αλλά και το ημίφωνο j (βλ. §16,σημ.). Τούτο, όταν βρίσκεται ύστερ' από τους φθόγγους -αν-, -αρ-, -ορ-, μετατοπίζεται πριν από το ν ή το ρ· τότε ενώνεται με το προηγούμενο α ή ο σε δίφθογγο αι ή οι.

Η μετάθεση αυτή του j και η τοποθέτησή του ανάμεσα στο φωνήεν α ή ο και στο σύμφωνο ν ή ρ λέγεται και επένθεση1:
(θ. μαραν-, πβ. ἐ-μαράν-θην) μαράν-jω = μαραίνω·
(θ. μελαν-, πβ. μέλαν-ος), ἡ μέλαν-jα = μέλαινα·
(θ. χαρ-, πβ. χαρ-ά, ἐ-χάρ-ην) χάρ-jω = χαίρω·
(θ. μορ-, πβ. μόρ-ιον) μόρ-jα = μοῖρα.
(Πβ. το νεοελλ. χαμαϊλί = χαϊμαλί).

________________________
1. Από το ρήμα ἐπεντίθεμαι = παίρνω θέση ανάμεσα, παρεμβάλλομαι.

δ) Ένωση ή συγχώνευση συμφώνων

παρ67.
Σε μερικές περιπτώσεις ένα σύμφωνο ενώνεται ή συγχωνεύεται με άλλο. Τέτοιες ενώσεις ή συγχωνεύσεις συμφώνων είναι συνήθως οι ακόλουθες:

1) Ουρανικό (κ, γ, χ) όταν βρίσκεται εμπρός από το σ, ενώνεται με αυτό σε ξ· χειλικό (π, β, φ) εμπρός από το σ ενώνεται με αυτό σε ψ: πίνακ-ς = πίναξ, πίνακ-σι =πίναξι, ἔλεγ-σα = ἔλεξα, ὄνυχ-ς = ὄνυξ· κώνωπ-ς = κώνωψ, κώνωπ-σι = κώνωψι, Ἄραβ-ς = Ἄραψ, ἔγραφ-σα = ἔγραψα (βλ. §21,2).

2) Το ημίφωνο j (βλ. §16,σημ.) σε αρχαιότατους χρόνους:
α) ύστερ' από τα ουρανικά (κ, γ, χ) ή πιο σπάνια ύστερ' από τα οδοντικά τ και θ συγχωνεύτηκε με αυτά σέ σσ ή ττ:
φυλάκ-jω = φυλάσσω ή φυλάττω, ἀλλάγ-jω = ἀλλάσσω ή ἀλλάττω, ταράχ-jω = ταράσσω ή ταράττω, ἐλάχ-jων = ἐλάσσων ή ἐλάττων·
χαρίετ-jα = χαρίεσσα, πυρέτ-jω = πυρέσσω ή πυρέττω, πλάτ-jω ή πλάθ-jω = πλάσσω.

β) ύστερ' από το οδοντικό δ συγχωνεύτηκε με αυτό σε ζ:
παίδ-jω = παίζω, ἐλπίδ-jω = ἐλπίζω, ἐριδ-jω = ἐρίζω·

γ) ύστερ' από τα συμφωνικά συμπλέγματα ντ, νδ, νθ συγχωνεύτηκε πρώτα με το οδοντικό τ, δ, θ σε σ και έπειτα έγινε αποβολή του ν με αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος:
πᾰ΄ντ-jα = πᾰ΄νσα = πᾶσα, παιδευθέντ-jα = παιδευθένσα = παιδευθεῖσα, ἑκόντ-jα = ἑκόνσα = ἑκοῦσα (πβ. §64,4).

ε) Αφομοίωση συμφώνων

παρ68.
Αφομοίωση συμφώνου λέγεται η μεταβολή του σε σύμφωνο όμοιο με άλλο αμέσως επόμενο ή προηγούμενο στην ίδια λέξη (πβ. §62,4). Σε τέτοια περίπτωση λέμε ότι το σύμφωνο αφομοιώνεται με το άλλο.

1) Χειλικό (π, β, φ), όταν βρεθεί εμπρός από το ένρινο μ αφομοιώνεται με αυτό, δηλ. γίνεται και αυτό μ: βλέπ-μα = βλέμμα· τρῖβ-μα = τρῖμμα· γεγραφ-μένος = γεγραμμένος.

2) Το συριστικό σ ύστερ' από υγρό (λ, ρ) ή ένρινο (μ, ν) σε αρχαιότατους χρόνους αφομοιώθηκε πρώτα με αυτό, έπειτα όμως έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων (λλ, ρρ - μμ, νν) και αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος (§62,7,β):
(στέλλω, θ. στέλ-) ἔ-στελ-σα = έστειλα·
(καθαίρω, θ. καθᾰρ-) ἐ-κάθαρ-σα =ἐκάθαρρα = ἐκάθηρα·
(νέμω, θ. νεμ-) ἔ-νεμ-σα = ἔνεμμα = ἔνειμα·
(κρίνω, θ. κρῐν-) ἔ-κριν-σα = ἔκριννα = ἔκρινα.


3) Το συριστικό σ, όταν βρεθεί εμπρός από το ένρινο ν, συνήθως αφομοιώνεται με αυτό: σβέσ-νυ-μι = σβέννυμι, ζώσ-νυ-μι = ζώννυμι, Πελοπόσ-νησος = Πελοπόννησος.

4) Το ημίφωνο j σε αρχαιότατους χρόνους:
α) ύστερ' από το λ αφομοιώθηκε με αυτό: (θ. ἀγγελ-) ἀγγέλ-jω = αγγέλλω, (θ. σφαλ-) σφάλ-jω = σφάλλω·
β) ύστερ' από το ν ή το ρ, όταν υπήρχε πριν από αυτά ε ή ι ή υ, αφομοιώθηκε πρώτα με το ν ή το ρ, έπειτα όμως έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων και αντέκταση του προηγούμενου ε σε ει, του σε και του σε ῡ:
(θ. κτεν-) κτέν-jω = κτέννω = κτείνω· (θ. σπερ-) σπέρ-jω = σπέρρω = σπείρω· (θ. οἰκτῐρ-) οἰκτίρ-jω = οἰκτίρρω = οἰκτίρω· (θ. ἀμῠν-) ἀμύν-jω = ἀμύννω = ἀμύνω.


5) Το ένρινο ν, όταν βρεθεί εμπρός από το ένρινο μ ή εμπρός από τα υγρά λ, ρ, συνήθως αφομοιώνεται με αυτά: ὠξυν-μένος = ὠξυμμένος, παν-μεγέθης = παμμεγέθης, πλην-μελὴς = πλημμελής, πάν-λευκος = πάλλευκος, συν-ρέω = συρρέω, παλίν-ροια = παλίρροια.

ζ) Ανομοίωση συμφώνων

παρ69.
Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην αφομοίωση, για να διευκολύνεται η προφορά αποφεύγονται σε ορισμένες περιπτώσεις δύο όμοια σύμφωνα σε δύο αλλεπάλληλες συλλαβές της ίδιας λέξης. Έτσι π.χ. το χεχόρευκα γίνεται κεχόρευκα, το γιγνώσκω γίνεται γινώσκω κτλ. Το φαινόμενο αυτό λέγεται ανομοίωση 1

Η ανομοίωση είναι δύο ειδών:

1) Ανομοίωση με τροπή

α) Όταν δύο γειτονικές συλλαβές μιας λέξης αρχίζουν από άφωνο δασύπνοο, τότε κανονικά γίνεται τροπή του συμφώνου της πρώτης συλλαβής στο αντίστοιχό του ψιλόπνοο (το χ γίνεται κ, το φ γίνεται π, το θ γίνεται τ): (χορεύω) χε-χόρευκα = κεχόρευκα· (φονεύω) φε-φόνευκα = πεφόνευκα· (θύω) θέ-θυκα = τέθυκα, θυ-θήσομαι =τυθήσομαι· (τίθεμαι) ἐθέ-θην - ἐτέθην· ἡ θρίξ, ταῖς θριξὶ (θ. θριχ-), αλλά: τριχός (αντί θριχός), τρίχες (αντί θρίχεςθρέψω (θ. θρεφ-), αλλά: τρέφω (αντί θρέφω), τροφή (αντί θροφή) κτλ.

Αλλά σε μερικές λέξεις ή τύπους λέξεων δε γίνεται ανομοίωση, δηλ. το δασύπνοο φυλάγεται σε δύο γειτονικές συλλαβές από επίδραση άλλων συγγενικών τύπων που έχουν κανονικά το δασύπνοο: ὠρθώθην (όπως ὤρθωσα, ὀρθώσω κτλ.), ἐθέλχθην (όπως ἔθελξα, θέλξω κτλ.), ὀρνιθοθήρας (όπως ορνιθοτρόφος κτλ.).


β) Η ανομοίωση με τροπή γίνεται κάποτε και στα υγρά. Έτσι η κεφαλ-αλγία (=κεφαλό-πονος) έγινε κεφαλαργία, λήθ-αλγος =λήθαργος· εδώ, αν αληθεύει η ετυμολογία, το δεύτερο λ τράπηκε στο συγγενικό του υγρό ρ (πβ. την αντίθετη πορεία στο νεοελλ. γρήγορα = γλήγορα).

2) Ανομοίωση με αποβολή

α) Όταν σε δύο γειτονικές συλλαβές μιας λέξης υπάρχουν τα ίδια σύμφωνα, το ένα από αυτά κάποτε αποβάλλεται: γίγνομαι = γίνομαι, γιγνώσκω = γινώσκω, (παρακ. του ἄγω) ἀγήγοχα = ἀγήοχα, φρατρία = φατρία (πβ. το νεοελλ. πενήντα αντί πεντήντα από το πεντήκοντα).

β) Όταν αποβάλλεται ολόκληρη συλλαβή, το φαινόμενο λέγεται συλλαβική ανομοίωση ή απλολογία: τετράπεζα = τράπεζα, ἀμφιφορεὺς = ἀμφορεύς, σκιμπόπους = σκίμπους (πβ. τα νεοελλ. αποφοιτητήριο = αποφοιτήριο, διδάσκαλος = δάσκαλος).

________________________
1. Από τo ἀνομοιόομαι –οῦμαι = γίνομαι ανόμοιος, διαφορετικός.

η) Τροπή συμφώνων

παρ70.
Τα σύμφωνα, εκτός από τις μεταβολές που παρουσιάζουν με τη συγχώνευση (§67), την αφομοίωση (§68) ή την ανομοίωση (§69), παθαίνουν και μερικές άλλες αλλαγές που λέγονται τροπές:

1) Ουρανικό (κ, γ, χ) ή χειλικό (π, β, φ) όταν βρίσκεται εμπρός από οδοντικό (τ, δ, θ) μέσα σε μια λέξη, αν είναι ετερόπνοο συμπνευματίζεται, δηλ. γίνεται ομόπνοο με το επόμενο οδοντικό (γίνεται ψιλόπνοο εμπρός από ψιλόπνοο ή μέσο εμπρός από μέσο ή δασύπνοο εμπρός από δασύπνοο). Η τέτοιου είδους τροπή λέγεται συμπνευματισμός:
(ἐκλέγ-ω) ἐκλεγ-τός = ἐκλεκ-τός· (γράφ-ω) γραφ-τός = γραπ-τός· (διώκ-ω) ἐ-διώκ-θην = ἐδιώχ-θην· (τρίβω) ἐ-τρίβ-θην = ἐτρίφ-θην (θ. κρυφ-, πβ. κρύφ-α) κρύφ-δην = κρύβ-δην.


2) Το ουρανικό κ ή χ εμπρός από το μ κανονικά τρέπεται σε γ:
(πλέκ-ω) πλέκ-μα =πλέγ-μα· (διώκ-ω) διωκ-μός = διωγ-μός· (ταράσσω, θ. ταραχ-, πβ. ταραχ-ὴ) τε-ταραχ-μένος = τεταραγ-μένος.

Αλλά σε μερικές λέξεις διατηρούνται τα συμπλέγματα κμ, χμ: ἀκμή, αἰχμή, δραχμὴ κ.ά.


3) Οδοντικό εμπρός από άλλο οδοντικό ή εμπρός από το μ κανονικά τρέπεται σε σ:
(θ. χαριετ-) χαριέτ-τερος = χαριέσ-τερος· (ψεύδ-ομαι) ἐ-ψεύδ-θην = ἐψεύσ-θην· (πεί-θομαι) ἐ-πείθ-θην = ἐπείσ-θην· πέ-πειθ-μαι = πέπεισ-μαι· (ᾄδ-ω) ᾆδ-μα = ᾆσ-μα.

Αλλά σε μερικές λέξεις, το οδοντικό εμπρός από άλλο οδοντικό ή εμπρός από το μ παραμένει: Ἀτθίς, Πιτθεύς, ἀτμός, Κάδμος, ἀριθμός, πυθμὴν κ.ά.


4) Το τ της συλλαβής τι, όταν βρίσκεται ύστερ' από φωνήεν ή από το ένρινο ν, σε πολλές λέξεις τρέπεται σε σ:
(πλοῦτος) πλούτιος =πλούσιος· (ἀθάνατος) ἀθανατία = ἀθανασία· (γέρων, γέροντος) γεροντία =γερονσία = γερουσία· (ἑκών, ἑκόντος) ἑκόντιος = ἑκόνσιος =ἑκούσιος· γράφοντι = γράφονσι = γράφουσι (πβ. §62,7,β και §64,4).

Αλλά σε μερικές λέξεις η συλλαβή -τι- μένει αμετάβλητη: αἴτιος, σκότιος, ἐναντίος κ.ά.


5) Το ένρινο ν, όταν βρίσκεται εμπρός από τα ουρανικά (κ, γ, χ) ή εμπρός από το ξ τρέπεται σε γ· εμπρός από τα χειλικά (π, β, φ) ή εμπρός από το ψ τρέπεται σε μ· εμπρός από τα οδοντικά (τ, δ, θ) ή εμπρός από άλλο ν μένει αμετάβλητο:
παν-κάκιστος = παγκάκιστος, συν-γράφω = συγγράφω, συν-χαίρω = συγχαίρω, ἐν-ξύω = ἐγξύω· ἐν-πνέω = ἐμπνέω, παν-βασιλεύς = παμβασιλεύς, (πάλιν+φατός) παλίν-φατος = παλίμφατος, (ἐν+ψυχή) ἔν-ψυχος = ἔμψυχος· αλλά παν-τελής, πέφαν-ται, παλιν-δρομῶ, συν-θέω, ἐν-νοῶ. Πβ. §64,4 και §68,5.

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ

παρ71.

1. Άφωνα

κ,γ,χ+σ = ξ
(§67,1)
(φύλακ-ς) φύλαξ
(φλὸγ-ς) φλὸξ
(ὄνυχ-ς) ὄνυξ
κ,γ,χ+θ = χθ
(§70,1)
(ἐ-πλέκ-θην ἐπλέχθην
(ἐ-λέγ-θην) ἐλέχθην
(ἐ-ταράχ-θην) ἐταράχθην
π,β,φ+σ = ψ
(§67,1)
(κώνωπ-ς) κώνωψ
(Ἄραβ-ς) Ἄραψ
(ἔγραφ-σα) ἔγραψα
π,β,φ+θ = φθ
(§70,1)
(ἐ-λείπ-θην) ἐλεί- φθην
(ἐ-τρίβ-θην) ἐτρί- φθην
(ἐ-κρύφ-θην) ἐκρύφθην
τ,δ,θ+σ = σ
(§64,5)
(τάπητ-ς) τάπης
(ἐλπίδ-ς) ἐλπὶς
(ὄρνιθ-ς) ὄρνις
(νὺκτ-ς) νὺκ-ς = νὺξ
τ,δ,θ+θ = σθ
(§70,3)
(ἐ-πλάτ-θην) ἐπλάσθην
(ἐ-ψεύδ-θην) ἐψεύσθην
(ἐ-πείθ-θην) ἐπείσθην
κ,γ,χ+μ = γμ
(§70,2)
(διωκ-μὸς) διωγμὸς
(πνιγ-μὸς) πνιγμὸς
(ταραχ-μὸς) ταραγμὸς
π,β,φ+μ =μμ
(§68,1)
(βλέπ-μα) βλέμμα
(τρῖβ-μα) τρῖμμα
(γράφ-μα) γράμμα
π,β,φ+δ = βδ
(§70,1)
(κρύφ-δην) κρύβδην
τ,δ,θ+μ = σμ
(§70,3)
(πλάτ-μα) πλάσμα
(ἔρειδ-μα) ἔρεισμα
(πεῖθ-μα) πεῖσμα
κ,γ,χ+j= ττ(σσ)
(§67,2,α)
(φυλάκ-jω) φυλάττω
(ἀλλάγ-jω) ἀλλάττω
(ταράχ-jω) ταράττω
κ,γ,χ+τ = κτ
(§70,1)
(πλεκτὸς) πλεκτὸς
(ταγ-τὸς) τακτὸς
(ὀρυχ-τὸς) ὀρυκτὸς
ή γ+j=ζ
δ+j= ζ
(§67,2,β)
(ἁρπάγ-jω) ἁρπάζω
(οἰμώγ-jω) οἰμώζω
(παίδ-jω) παίζω
(ἐρίδ-jω) ἐρίζω
π,β,φ+τ = πτ
(§70,1)
(λέ-λειπ-ται) λέλειπται
(βέ-βλαβ-ται) βέβλαπται
(γέ-γραφ-ται) γέγραπται
˘ ντ+j =  ̄ σ
(§67,2,γ)
(πάντ-jα) πᾶσα
(ἑκόντ-jα) ἑκοῦσα
(παιδευθέντ-jα) παιδευθεῖσα
τ,δ,θ+τ = στ
(§70,3)
(χαριέτ-τερος) χαριέστερος
(ψεύδ-της) ψεύστης
(πιθ-τὸς) πιστὸς

2. Ημίφωνα

˘ ν+σ = ¯ σ
ή˘ ν+σ = ˘ σ
(§64,4)
(μέλᾰν-ς) μέλᾱς
(ποιμέν-σι) ποιμέσι
ν+κ = γκ(ἐν-κρύπτω) ἐγκρύπτω
ν+γ = γγ(ἐν-γράφω) ἐγγράφω
ν+χ =γχ(συν-χαίρω) συγχαίρω
˘ ντ+σ = ¯ σ
˘ νδ+σ = ¯ σ
˘ νθ+σ = ¯ σ
(§64,6)
(ἀνδριᾰ΄ντ-σι) ἀνδριᾶσι
(σπένδ-σω) σπείσω
(πένθ-σομαι) πείσομαι
ν+ξ = γξ
(§70,5)
(ἐν-ξύω) ἐγξύω
μ+ρ =μβρ
ν+ρ = νδρ
(§65,1 και 65,2)
(μεσημ-ρία) μεσημβρία
(ἀν-ρὸς) ἀνδρὸς
ν+π = μπ
ν+β = μβ
ν+φ = μφ
ν+ψ = μψ
(§70,5)
(συν-πάσχω) συμπάσχω
(ἐν-βάλλω) ἐμβάλλω
(ἐν-φαίνω) ἐμφαίνω
(ἐν-ψυχος) ἔμψυχος
ν+λ = λλ
ν+ρ = ρρ
(§68,5)
(συν-λέγω) συλλέγω
(συν-ράπτω) συρράπτω
αv+j = αιν
αρ+j = αιρ
oρ+j = οιρ
(§66)
(μαράν-jω) μαραίνω
(χάρ-jω) χαίρω
(μόρ-jα) μοῖρα
ή ν+ρ = νρ
ν+μ = μμ
(§68,5)
(ἐν-ράπτω) ἐνράπτω
(ἔν-ρινος) ἔνρινος (αλλά και ἔρρινος)
(ἐν-μένω) ἐμμένω
(ὠξυν-μένος) ὠξυμμένος
λ+j = λλ
(§68,4,α)
(σφάλ-jω) σφάλλω
(ἀγγέλ-jω) ἀγγέλλω
ν+μ = σμ(ὑφαν-μένος) ὑφασμένος, ὕφασμα
(με-μιαν-μένος) μεμιασμένος, μίασμα

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΟ

5ο Κεφ. Μέρη του λόγου. Διαίρεση και στοιχεία των μερών του λόγου

1. Μέρη του λόγου. Κλιτά και άκλιτα. Τύποι. Κατάληξη, θέμα, χαρακτήρας

παρ72.
α) Οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής, όπως και της νέας, χωρίζονται σε δέκα είδη, που λέγονται μέρη του λόγου.

Τα μέρη του λόγου είναι: 1) άρθρο, 2) ουσιαστικό, 3) επίθετο, 4) αντωνυμία, 5) ρήμα, 6) μετοχή, 7) επίρρημα, 8) πρόθεση, 9) σύνδεσμος και 10) επιφώνημα.

Το ουσιαστικό και το επίθετο λέγονται και ονόματα.


β) Από τα δέκα μέρη του λόγου τα έξι πρώτα, το άρθρο, το ουσιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία, το ρήμα και η μετοχή, λέγονται κλιτά, γιατί κλίνονται, δηλ. καθένα από αυτά παρουσιάζεται στο λόγο με διάφορες μορφές:

ὁ στρατιώτης οὗτος ψιλὴν ἔχων τὴν κεφαλὴν μάχεται·
oἱ στρατιῶται οὗτοι ψιλὰς ἔχοντες τὰς κεφαλὰς μάχονται.

Τα λοιπά τέσσερα μέρη του λόγου, το επίρρημα, η πρόθεση, ο σύνδεσμος και το επιφώνημα, λέγονται άκλιτα, γιατί δεν κλίνονται, δηλ. παρουσιάζονται στο λόγο πάντα με την ίδια μορφή:

νῦν, ἐπί, καί, φεῦ.

παρ73.
Οι διάφορες μορφές που παίρνει μια κλιτή λέξη λέγονται τύποι αυτής της λέξης: ἥρως, ἥρωος, ἥρωες κτλ. - ἀκούω, ἀκούεις, ἀκούει κτλ. - γράφω, γράφεις, γράφει κτλ.

Σε κάθε τύπο μιας λέξης ξεχωρίζονται δύο μέρη: η κατάληξη και το θέμα.

α) Κατάληξη λέγεται το μεταβλητό μέρος της κλιτής λέξης προς το τέλος της: -ς, -ος, -ες κτλ., -ω, -εις, -ει κτλ.

β) Θέμα λέγεται το αμετάβλητο μέρος της κλιτής λέξης προς την αρχή της: ἡρω-, ἀκου-, γραφ-.

Ο τελευταίος φθόγγος του θέματος λέγεται χαρακτήρας. Ο χαρακτήρας μπορεί να είναι φωνήεν ή σύμφωνο· π.χ. του θέματος ηρω- χαρακτήρας ω· του θέματος ακου- χαρακτήρας ου· του θέματος γραφ- χαρακτήρας φ.

2. Πτωτικά. Παρεπόμενα των πτωτικών

παρ74.
Στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, το άρθρο, το ουσιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία και η μετοχή σχηματίζουν τύπους που λέγονται πτώσεις. Γι’ αυτό τα πέντε αυτά κλιτά μέρη του λόγου λέγονται πτωτικά.

παρ75.
α) Οι πτώσεις στην αρχαία ελληνική είναι πέντε: η ονομαστική, η γενική, η δοτική, η αιτιατική και η κλητική.

β) Από τις πέντε πτώσεις η ονομαστική και η κλητική λέγονται ορθές, η γενική, η δοτική και η αιτιατική λέγονται πλάγιες.

παρ76.
Όπως στη νέα, έτσι και στην αρχαία ελληνική τα πτωτικά, εκτός από τις πτώσεις, έχουν ακόμα γένος, αριθμό και κλίση.

α) Τα γένη των πτωτικών είναι τρία: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο: ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, τὸ βιβλίον (βλ. §81 §82) - ὁ καλός, ἡ καλή, τὸ καλόν - ἐκεῖνος, ἐκεῖνη, ἐκεῖνο - ὁ γράφων, ἡ γράφουσα, τὸ γράφον.

β) Οι αριθμοί των πτωτικών στην αρχαία γλώσσα ήταν τρεις: ο ενικός, που φανερώνει ότι γίνεται λόγος για ένα, ο πληθυντικός, που φανερώνει ότι γίνεται λόγος για πολλά, και ο δυϊκός, που φανερώνει ότι γίνεται λόγος για δύο (ὁ παῖς - οἱ παῖδες - τὼ παῖδε).

γ) Κλίση λέγεται ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι πτώσεις ενός πτωτικού. Οι κλίσεις των πτωτικών είναι τρεις: η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη.

παρ77.
Η πτώση, το γένος, ο αριθμός και η κλίση λέγονται με μία λέξη παρεπόμενασυνακόλουθα) των πτωτικών.

6ο Κεφ. Το άρθρο

παρ78.
Άρθρο είναι η μονοσύλλαβη κλιτή λέξη που κανονικά χρησιμο­ποιείται εμπρός από τα ονόματα, όταν μνημονεύονται στο λόγο ως γνω­στά και ορισμένα: ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, τὸ τέκνον.

Το άρθρο κλίνεται έτσι:

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ονομαστικήτὸοἱαἱτὰ
γενικήτοῦτῆςτοῦτῶντῶντῶν
δοτικήτῷτῇτῷτοῖςταῖςτοῖς
αιτιατικήτὸντὴντὸτοὺςτὰςτὰ
Δυϊκός αριθμός και των τριών γενών
Ονομ. και αιτ.τὼ
γεν. και δοτ.τοῖν
(Σπάνιοι τύποι του θηλυκού είναι και: τά, ταῖν)

7ο Κεφ. Γενικά για τα ουσιαστικά

1. Ορισμός και διαίρεση των ουσιαστικών

παρ79.
Ονόματα ουσιαστικά ή απλώς ουσιαστικά λέγονται οι κλιτές λέξεις που σημαίνουν 1) πρόσωπα, ζώα ή πράγματα και 2) ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα.

1) Τα ουσιαστικά που σημαίνουν πρόσωπα, ζώα ή πράγματα λέγονται συγκεκριμένα: ἄνθρωπος, ἵππος, γέφυρα.

2) Τα ουσιαστικά που σημαίνουν ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα λέγονται αφηρημένα: ἐργασία, εὐτυχία, εὐγένεια.

παρ80.
Από τα ουσιαστικά:

1) λέγονται κύρια ονόματα όσα σημαίνουν ορισμένο πρόσωπο, ζώο, τόπο ή πράγμα: Ζεύς, Σωκράτης, Βουκεφάλας, Ὄλυμπος, Πηνειός, Κόρινθος·

2) λέγονται προσηγορικά ή κοινά ονόματα όσα σημαίνουν ένα σύνολο από πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος: ἀνήρ, ἵππος, ὄρος, πόλις.

2. Γένος των ουσιαστικών

παρ81.
Το γένος των ουσιαστικών (πβ. §76,α) το ξεχωρίζομε κάποτε από την κατάληξη (ἄνθρωπ-ος, οἰκί-α, δένδρ-ον), πάντοτε όμως και κυρίως από το άρθρο που παίρνουν: έτσι, όσα παίρνουν το άρθρο είναι αρσενικά, όσα παίρνουν το άρθρο είναι θηλυκά και όσα παίρνουν το άρθρο τό είναι ουδέτερα: ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἄμπελος, τὸ πέλαγος.

παρ82.
Τα ουσιαστικά κατά το γένος τα ξεχωρίζομε:

1) σε μονοκατάληκτα μ' ένα γένος· αυτά είναι ή αρσενικά ή θηλυκά ή ουδέτερα και επομένως έχουν μόνο έναν τύπο: ὁ ἀνήρ, ἡ γυνή, τὸ τέκνον - ὁ οὐρανός, ἡ θάλασσα, τὸ δένδρον·

2) σε μονοκατάληκτα με δύο γένη ή ουσιαστικά κοινού γένους· αυτά έχουν δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό), αλλά έναν τύπο, κοινό και για τα δύο, και τα ξεχωρίζομε μόνο από το άρθρο: ὁ παῖς - ἡ παῖς· ὁ σύζυγος - ἡ σύζυγος· ὁ βοῦς - ἡ βοῦς· ὁ ἵππος - ἡ ἵππος·

3) σε δικατάληκτα με δύο γένη· αυτά έχουν δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό) και δύο τύπους, έναν για κάθε γένος: ὁ ποιητὴς - ἡ ποιήτρια· ὁ ἱερεὺς - ἡ ἱέρεια· ὁ βασιλεὺς - ἡ βασίλισσα· ὁ λέων - ἡ λέαινα.

3. Αριθμός των ουσιαστικών

παρ83.
Οι αριθμοί των ουσιαστικών, όπως και των άλλων πτωτικών, είναι τρεις: ο ενικός, ο δυϊκός και ο πληθυντικός (βλ. §76,β).

Υπάρχουν όμως ουσιαστικά που είναι εύχρηστα μόνο ή προπάντων σ' έναν από τους τρεις αριθμούς (πβ. §153).

1) Στον ενικό (μόνο ή προπάντων) είναι εύχρηστα:
α) πολλά αφηρημένα ουσιαστικά: ἀγάπη, αἰδώς, δικαιοσύνη, εὐσέβεια, πενία, φιλοσοφία, χρηστότης κ.ά.
β) ονόματα που δηλώνουν φυσικά σώματα ή φαινόμενα ή καταστάσεις: ἡ γῆ, ὁ οὐρανός, ὁ ἀήρ, ὁ αἰθήρ, τὸ ἔαρ, ὁ βορέας (βορρᾶς), ἡ ἠώς, ἡ ἠχώ, τὸ γῆρας, ἡ νεότης, ἡ δίψα, ἡ πεῖνα κ.ά.
γ) ονόματα μετάλλων: ὁ ἄργυρος, ὁ σίδηρος, ὁ χαλκὸς κ.ά.
δ) μερικά άλλα προσηγορικά: τὸ ἔλαιον, τὸ μέλι, τὸ κνέφας (= σκότος), τὸ νέκταρ (= το ποτό των θεών) κ.ά.
ε) τα περισσότερα κύρια ονόματα (που κανονικά εκφέρονται στον ενικό): Αἴγινα, Ἄργος, Ἀττική, Ἑλλάς, Εὐρώτας, Ὄλυμπος, Ξενοφῶν, Περικλῆς, Σωκράτης κ.ά.


2) Στον πληθυντικό (μόνο ή προπάντων) είναι εύχρηστα:
α) πολύ λίγα προσηγορικά αἱ δυσμαὶ (από άχρηστο ενικό ἡ δυσμή), τὰ ἔγκατα (από άχρηστο ενικό τὸ ἔγκατον), οἱ ἐτησίαι (= μελτέμια, από άχρηστο ενικό ὁ ἐτησίας, βλ. §88,3).
β) μερικά κύρια ονόματα πόλεων, τόπων, γιορτών κτλ.: αἱ Ἀθῆναι, οἱ Δελφοί, αἱ Θῆβαι, τὰ Μέγαρα, αἱ Πλαταιαὶ -τὰ Τέμπη - τὰ Διονύσια, Ἐλευσίνια, Ἴσθμια, Νέμεα, Ὀλύμπια, Παναθήναια κ.ά. (πβ. τα νεοελλ. Σπέτσες, Ψαρά - Χριστούγεννα, Θεοφάνεια κ.ά.).


3) Στο δυϊκό (που δεν τον έχει η νέα ελληνική) ήταν εύχρηστα στην αρχαία, και μάλιστα στην αττική διάλεκτο, κυρίως όσα δηλώνουν πράγματα που από τη φύση τους αποτελούν ζεύγη: τὼ ὀφθαλμὼ (= οι δύο οφθαλμοί), τὼ πόδε (= τα δύο πόδια), τὼ χεῖρε (= τα δύο χέρια)· επίσης ο δυϊκός συνηθιζόταν για δύο πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ήταν γνωστό ότι ήταν δύο (και αναφέρονταν μαζί) ή χρησιμοποιούνται κατά δύο ζεύγη: τὼ ἀδελφὼ (= οι δύο αδελφοί), τὼ Διοσκούρω (= οι δύο Διόσκουροι), τὼ Αἴαντε (= οι δύο Αίαντες), τὼ βόε (= τα δύο βόδια) κτλ.

4. Κλίση των ουσιαστικών

παρ84.
Οι κλίσεις των ουσιαστικών, όπως και των άλλων πτωτικών, είναι τρεις: η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη (βλ. §76,γ).

Κατά την κλίση που ανήκουν τα ουσιαστικά λέγονται πρωτόκλιτα, δευτερόκλιτα ή τριτόκλιτα.

παρ85.
1) Όσα ουσιαστικά έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε όλες τις πτώσεις του ενικού και του πληθυντικού λέγονται ισοσύλλαβα. Τα ισοσύλλαβα ανήκουν στην πρώτη και τη δεύτερη κλίση: ὁ τα-μί-ας, τοῦ τα-μί-ου κτλ., οἱ τα-μί-αι, τῶν τα-μι-ῶν κτλ. - ὁ λό-γος, τοῦ λό-γου κτλ., οἱ λό-γοι, τῶν λό-γων κτλ.

2) Όσα ουσιαστικά έχουν στη γενική και δοτική του ενικού και σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού μία συλλαβή περισσότερη από την ονομαστική (και κλητική) του ενικού λέγονται περιττοσύλλαβα και ανήκουν στην τρίτη κλίση: ὁ πί-ναξ, τοῦ πί-να-κος κτλ., οἱ πί-να-κες, τῶν πι- νά-κων, τοῖς πί-να-ξι κτλ. – τὸ σῶμα, τοῦ σώ-μα-τος, τῷ σώ-μα-τι κτλ.

8ο Κεφ. Α΄ κλίση των ουσιαστικών

1. Πρωτόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά

παρ86.
Κατά την πρώτη κλίση κλίνονται ονόματα αρσενικά και θηλυκά: τα αρσενικά λήγουν σε -ας ή σε -ης και τα θηλυκά σε -α ή σε -η.

α) Παραδείγματα αρσενικών σε -ας και σε -ης

θ. νεανιᾱθ. Ἀτρειδᾱ-θ.στρατιωτᾱθ. ποιητᾱ
Ενικός αριθμός
ον.νεανίαςἈτρείδηςστρατιώτηςποιητὴς
γεν.τοῦνεανίουἈτρείδουστρατιώτουποιητοῦ
δοτ.τῷνεανίἈτρείδστρατιώτῃποιητῇ
αιτ.τὸννεανίανἈτρείδηνστρατιώτηνποιητὴν
κλ.(ὦ)νεανίαἈτρείδηστρατιῶτποιητὰ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱνεανίαιἈτρεῖδαιστρατιῶταιποιηταὶ
γεν.τῶννεανιῶνἈτρειδῶνστρατιωτῶνποιητῶν
δοτ.τοῖςνεανίαιςἈτρείδαιςστρατιώταιςποιηταῖς
αιτ.τοὺςνεανίαςἈτρείδαςστρατιώταςποιητὰς
κλ.(ὦ)νεανίαιἈτρεῖδαιστρατιῶταιποιηταὶ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
νεανίἈτρείδστρατιώτᾱποιητὰ
γεν. δοτ.τοῖννεανίαινἈτρείδαινστρατιώταινποιηταῖν

β) Παραδείγματα θηλυκών σε -ᾱ και -ᾰ (γεν. -ᾱς)

(θ. πολιτειᾱ)(θ. στρατιᾱ-)(θ. ἀληθειᾰ-)(θ. σφαιρᾰ-)
Ενικός αριθμός
ον.πολιτείαστρατιὰἀλήθειᾱσφαίρᾰ
γεν.τῆςπολιτείαςστρατιᾶςἀληθείαςσφαίρᾱς
δοτ.τῇπολιτείᾳστρατιᾷἀληθείᾳσφαίρᾳ
αιτ.τὴνπολιτείανστρατιὰνἀλήθειᾰνσφαῖρᾰν
κλ.(ὦ)πολιτείαστρατιὰἀλήθειᾰσφαῖρᾰ
Πληθυντικός αριθμός
ον.αἱπολιτεῖαιστρατιαὶἀλήθειαισφαῖραι
γεν.τῶνπολιτειῶνστρατιῶνἀληθειῶνσφαιρῶν
δοτ.ταῖςπολιτείαιςστρατιαῖςἀληθείαιςσφαίραις
αιτ.τὰςπολιτείαςστρατιὰςἀληθείαςσφαίρας
κλ.(ὦ)πολιτεῖαιστρατιαὶἀλήθειαισφαῖραι
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
πολιτείστρατιὰἀληθείᾱσφαίρᾱ
γεν. δοτ.τοῖνπολιτείαινστρατιαῖνἀληθείαινσφαίραιν

γ) Παραδείγματα θηλυκών σε ᾰ- (γεν. -ης)

(θ. τραπεζᾰ-)(θ. γλωσσᾰ-)(θ. τραπεζᾰ-)(θ. γλωσσᾰ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.τράπεζγλῶσσᾰαἱτράπεζαιγλῶσσαι
γεν.τῆςτραπέζηςγλώσσηςτῶντραπεζῶνγλωσσῶν
δοτ.τῇτραπέζγλώσσῃταῖςτραπέζαιςγλώσσαις
αιτ.τὴντράπεζᾰνγλώσσᾰντὰςτραπέζαςγλώσσας
κλ.(ὦ)τράπεζγλώσσᾰ(ὦ)τράπεζαιγλῶσσαι
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
τραπέζγλώσσᾱ
γεν. δοτ.τοῖντραπέζαινγλώσσαιν

δ) Παραδείγματα θηλυκών σε –η

(θ. κωμᾱ)(θ. τιμᾱ-)(θ. κωμᾱ)(θ. τιμᾱ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.κώμητιμὴαἱκῶμαιτιμαὶ
γεν.τῆςκώμηςτιμῆςτῶνκωμῶντιμῶν
δοτ.τῇκώμτιμῇταῖς·κώμαιςτιμαῖς
αιτ.τὴνκώμηντιμὴντὰςκώμαςτιμὰς
κλ.(ὦ)κώμητιμὴ(ὦ)κῶμαιτιμαὶ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
κώμτιμὰ
γεν. δοτ.τοῖνκώμαιντιμαῖν

ΟΛΙΚΕΣ Ή ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΚΛΙΣΗΣ

παρ87.
ΕνικόςΠληθυντ.Δυϊκός
ΑρσενικόΘηλυκόΑρσ. Θηλ.Αρσ. Θηλ.
ον.-ᾱς-ης-ᾱ-ᾰ-αι-ᾱ
γεν.-ου-ου-ᾱς-ᾱς ή -ης-ης-ων-αιν
δοτ.-ᾳ-ῃ-ᾳ-ᾳ ή -ῃ-ῃ-αις-αιν
αιτ.-ᾱν-ην-ᾱν-ᾰν-ην-ᾱς-ᾱ
κλ.-ᾱ-η (ή-ᾰ)-ᾱ-ᾰ-αι-ᾱ

Παρατηρήσεις

παρ88.
Στα πρωτόκλιτα ουσιαστικά:

1) οι καταλήξεις του πληθυντικού (και του δυϊκού) των αρσενικών και των θηλυκών είναι οι ίδιες·

2) το α στην κατάληξη -ας (σε οποιαδήποτε πτώση) είναι πάντοτε μακρόχρονο: ὁ Αἰνείᾱς, τῆς χώρᾱς, τοὺς στρατιώτᾱς (μακρόχρονη είναι και η κατάληξη α του δυϊκού: τὼ Ἀτρείδᾱ).

3) η γενική του πληθ. τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη: τῶν νεανιῶν, τῶν θαλασσῶν. Βλ. και §39,1, §39,2 και §39,3. Αλλά οἱ ἐτησίαι (= μελτέμια· πβ. §83,2,α), τῶν ἐτησίων.

παρ89.
Από τα πρωτόκλιτα αρσενικά σε -ης σχηματίζουν την κλητική του ενικού σε -ᾱ και όχι σε :

α) τα εθνικά: ὦ Πέρσᾰ, ὦ Σκύθᾰ.

β) όσα λήγουν σε -της και τα σύνθετα (με β΄ συνθ. ρήμα) σε -άρχης, -μέτρης, -πώλης, -τρίβης, -ώνης κτλ.: ὦ στρατιῶτα, ὦ γυμνασιάρχα, ὦ βιβλιοπῶλα, ὦ παιδοτρίβα, ὦ τελῶνα.

παρ90.
Στα πρωτόκλιτα θηλυκά που λήγουν σε -α:

1) αν πριν από την κατάληξη α υπάρχει σύμφωνο (εκτός από το ρ), τότε το α αυτό λέγεται μη καθαρό, είναι κανονικά βραχύχρονο και στη γενική και δοτική του ενικού τρέπεται σε η: ἡ μοῦσα, τῆς μούσης, τῇ μούσῃ κτλ. - ἡ μᾶζα, τῆς μάζης, τῇ μάζῃ κτλ.

2) αν πριν από την κατάληξη α υπάρχει φωνήεν ή ρ, τότε το α αυτό λέγεται καθαρό, είναι κανονικά μακρόχρονο και φυλάγεται σε όλες τις πτώσεις του ενικού: ἡ πολιτεία, τῆς πολιτείας, τῇ πολιτείᾳ κτλ. - ἡ ὥρα, τῆς ὥρας, τῇ ὥρᾳ κτλ.

3) το α της κατάληξης στην αιτιατική και την κλητική του ενικού είναι μακρόχρονο ή βραχύχρονο, ανάλογα με το τι είναι στην ονομαστική: (ἡ πολιτείᾱ) τὴν πολιτείᾱν, ὦ πολιτείᾱ - (ἡ μοῦσᾰ) τὴν μοῦσᾰν, ὦ μοῦσᾰ.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Α' ΚΛΙΣΗΣ

παρ91.

(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

1. ΑΡΣΕΝΙΚΑ

α) σε -ᾱς
* Αἰνείας
* Γοργίας (ῐ)
* Καλλίας (ΐ)
* κοχλίας (ῐ)
* λοχίας (ῐ)
* μανδύας (ῠ)
* τραυματίας (ῐ)
* Φιντίας (ί)


β) σε -ης
* Αἰγινήτης
* Αἰσχίνης
* δεσμώτης
* δεσπότης
* δημότης
* δύτης (ῠ)
* Ευριπίδης (ῐ)
* εὐπατρίδης (ῐ)
* ζευγίτης (ῑ)
* ζηλωτὴς
* θιασώτης
* θύτης (ῠ)
* κομήτης 2
* κριτὴς
* Κροτωνιάτης (ᾱ)
* κωμήτης 3
* λύτης (ῠ)
* μαθητὴς
* μεσίτης (ῑ)
* μηνυτὴς
* μιμητὴς κτλ.
* μισθωτὴς
* νησιώτης
* πατριώτης κτλ.
* πελάτης (ᾰ)
* Πελοπίδης (ῐ)
* πλάστης (ᾰ)
* πλανήτης
* πολίτης (ῑ)
* πρεσβύτης (ῡ)
* προδότης
* προφήτης
* Σπαρτιάτης (ᾱ)
* Σταγιρίτης (ῑ)
* σφενδονήτης
* Τεγεάτης (ᾱ)
* τεχνίτης (ῑ)
* τοξότης
* Ἀβδηρίτης (ῑ)
* ἀγρότης
* ἀθλητὴς
* ἀκοντιστὴς
* Ἀτρείδης
* ἁμαξηλάτης (ᾰ)
* ἁρματηλάτης (ᾰ)
* ἐλάτης 1 (ᾰ)
* Ἐλεάτης (ᾱ)
* ἐξωμότης
* ἐργάτης (ᾰ)
* ἠπειρώτης
* Ἡρακλείδης
* ἰδιώτης
* ἱππότης
* ὁπλίτης (ῑ)


2. ΘΗΛΥΚΑ

α) σε -α -ας
* Αἴθρα, Φαίδρα
* αὐλήτριᾰ
* αὔρα, λαύρα
* βασίλειᾰ 4
* βασιλεία
* βοήθειᾰ
* γαῖα, γραῖα
* γενεὰ
* δουλεία
* δωρεὰ
* δύσπνοια
* εὐσέβειᾰ
* εὐφορία (ῐ)
* εὔνοια
* εὔπλοια
* θύρα
* κεραία
* λεία
* μαθήτριᾰ κτλ.
* Μαντινείᾰ
* μαῖα, μοῖρα
* μηλέα
* μητρυιὰ
* μνεία
* μυρμηκιὰ
* μυῖα
* πεῖρα, πρῷρα
* Πλάταιᾰ
* πρόνοια
* πτελέα
* σαύρα, θήρα
* σημαία
* σιτοδεία
* σοφία (ῐ) κτλ.
* σπεῖρα, σφαῖρα
* στρατεία κτλ.
* στρατιὰ
* συνωμοσία (ῐ)
* σφῦρα
* τιμὴ
* Φώκαια
* Χαιρώνειᾰ
* χρεία
* χροιὰ
* Ψυττάλειᾰ
* ἀδικία (ῐ)
* ἀκρώρειᾰ
* ἀμέλειᾰ
* ἀνδρεία
* ἀπόρροια
* ἀσέβειᾰ
* ἁλιεία
* ἄγνοια
* ἄνοια
* ἄπνοια
* Ἅρπυια 6
* ἐκκλησία (ῐ)
* ἐλαία
* ἐνέργειᾰ
* ἐπιμέλειᾰ
* Ἐρέτριᾰ
* ἐφορεία
* ἔνδειᾰ κτλ.
* ἔννοια
* ἡλιαία
* ἱέρειᾰ
* Ὀδύσσειᾰ
* ὀργυιὰ
* ὁμόνοια
* ὠφέλειᾰ (και ὠφελίᾱ)
* ῥοιὰ 5


β) σε -α -ης
* ἅμιλλα
* βασίλισσα
* βδέλλα
* δίκελλα
* δίψα (ῐ)
* δράκαινᾰ
* θέαινᾰ
* θεράπαινᾰ
* θύελλα
* μέλισσα
* κίσσα (ῐ)
* κνῖσα (ῑ)
* λέαινᾰ
* μᾶζα (μᾱ)
* μύξα (ῠ)
* πεῖνα
* πῖνα (ῑ)
* πίσσα (ῐ)
* πρύμνα (ῠ) (και πρύμνη)
* ῥίζα (ῐ)
* ῥῖνα 7 (ῑ) (και ῥίνη)
* τρίαινᾰ


γ) σε -η
* αἰσχύνη (ῡ)
* βλάβη (ᾰ)
* δάφνη (ᾰ)
* δίκη (ῐ)
* δίνη 8 (ῑ)
* κλίνη(ῑ)
* λίμνη (ῐ)
* λύπη (ῡ)
* νίκη (ῑ)
* νύμφη (ῠ)
* πλάνη (ᾰ)
* πύλη (ῠ)
* σκάφη (ᾰ)
* σκαπάνη (ᾰ)
* σπάθη (ᾰ)
* τύχη (ῠ)
* φάτνη (ᾰ)
* ψυχὴ κτλ.
* ἴλη (ῑ)
* ὕλη (ῡ)
* ῥύμη 9

________________________
1. οδηγός αλόγων κτλ.
2. αυτός που έχει πολλά μαλλιά· το άστρο.
3. αυτός που κατοικεί σε χωριά.
4. βασίλισσα.
5. η ροδιά και ο καρπός της.
6. φτερωτή θεά.
7. εργαλείο για ρίνισμα, λίμα.
8. στρόβιλος.
9. ορμή, φόρα· δρόμος.

2. Πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά

παρ92.
Τα περισσότερα από τα πρωτόκλιτα ουσιαστικά που πριν από το χαρακτήρα α του θέματος έχουν άλλο α ή ε συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις και γι' αυτό ονομάζονται πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά (πβ. §§53-54).

Παραδείγματα

(θ. Ἑρμεα- = Ἑρμη-)(θ. μναα- =μνᾶ-)(θ. συκεα- = συκη-)
Ενικός αριθμός
ον.(Ἑρμέας)Ἑρμῆς(μνάα)μνᾶ(συκέα)συκῆ
γεν.τοῦ(Ἑρμέου)Ἑρμοῦτῆς(μνάας)μνᾶς(συκέας)συκῆς
δοτ.τῷ(Ἑρμέᾳ)Ἑρμῇτῇ(μνάᾳ)μνᾷ(συκέᾳ)συκῇ
αιτ.τὸν(Ἑρμέαν)Ἑρμῆντὴν(μνάαν)μνᾶν(συκέαν)συκῆν
κλ.(ὦ)(Ἑρμέα)Ἑρμῆ(ὦ)(μνάα)μνᾶ(συκέα)συκῆ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱ(Ἑρμέαι)Ἑρμαῖαἱ(μνάαι)μναῖ(συκέαι)συκαῖ
γεν.τῶν(Ἑρμεῶν)Ἑρμῶντῶν(μναῶν)μνῶν(συκεῶν)συκῶν
δοτ.τοῖς(Ἑρμέαις)Ἑρμαῖςταῖς(μνάαις)μναῖς(συκέαις)συκαῖς
αιτ.τοὺς(Ἑρμέας)Ἑρμᾶςτὰς(μνάας)μνᾶς(συκέας)συκᾶς
κλ.(ὦ)(Ἑρμέαι)Ἑρμαῖ(ὦ)(μνάαι)μναῖ(συκέαι)συκαῖ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
(Ἑρμέα)Ἑρμᾶ(μνάα)μνᾶ(συκέα)συκᾶ
γεν. δοτ.τοῖν(Ἑρμέαιν)Ἑρμαῖν(μνάαιν)μναῖν(συκέαιν)συκαῖν

Κατά το Ἑρμῆς κλίνονται: Ἀπελλῆς, Θαλῆς.

Κατά το μνᾶ κλίνονται: Ἀθηνᾶ, Ναυσικᾶ.

Κατά το συκῆ κλίνονται: ἀμυγδαλῆ, ἀλωπεκῆ (= δέρμα αλεπούς), κυνῆ (= δέρμα σκύλου), λεοντῆ (= δέρμα λιονταριού), ῥοδῆ (= τριανταφυλλιά), γαλῆ κ.ά., καθώς και το όνομα γῆ στον ενικό.

παρ93.
Τα συνηρημένα πρωτόκλιτα ουσιαστικά έχουν και μετά τη συναίρεση τις καταλήξεις των ασυναίρετων τύπων. Μόνο το εα στον ενικό το συναιρούν σε η: ὁ Ἑρμέας - Ἑρμῆς, ἡ συκέα - συκῆ, τῆς συκέας - συκῆς κτλ.· αλλά: τοὺς Ἑρμέας - Ἑρμᾶς, τὰς συκέας - συκᾶς κτλ.

9ο Κεφ. Β΄ κλίση των ουσιαστικών

1. Δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά

παρ94.
Κατά τη δεύτερη κλίση κλίνονται ονόματα και των τριών γενών: αρσενικά και θηλυκά που λήγουν σε -ος και ουδέτερα που λήγουν σε -ον.

α) Παραδείγματα αρσενικών και θηλυκών

(θ. ἀνθρωπο-)(θ. ἀγρο-)(θ. νησο-)(θ. ὁδο-)
Ενικός αριθμός
ον.ἄνθρωποςἀγρὸςνῆσοςὁδὸς
γεν.τοῦἀνθρώπουἀγροῦτῆςνήσουὁδοῦ
δοτ.τῷἀνθρώπἀγρῷτῇνήσὁδῷ
αιτ.τὸνἄνθρωπονἀγρὸντὴννῆσονὁδὸν
κλ.(ὦ)ἄνθρωπεἀγρὲ(ὦ)νῆσεὁδὲ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱἄνθρωποιἀγροὶαἱνῆσοιὁδοὶ
γεν.τῶνἀνθρώπωνἀγρῶντῶννήσωνὁδῶν
δοτ.τοῖςἀνθρώποιςἀγροῖςταῖςνήσοιςὁδοῖς
αιτ.τοὺςἀνθρώπουςἀγροὺςτὰςνήσουςὁδοὺς
κλ.(ὦ)ἄνθρωποιἀγροὶ(ὦ)νῆσοιὁδοὶ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἀνθρώπωἀγρὼνήσωὁδὼ
γεν. δοτ.τοῖνἀνθρώποινἀγροῖννήσοινὁδοῖν

β) Παραδείγματα ουδετέρων

(θ. μυστηριο-)(θ. δωρο-)(θ. φυτο-)(θ. μυστηριο-)(θ. δωρο-)(θ. φυτο-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.τὸμυστήριονδῶρονφυτὸντὰμυστήριαδῶραφυτὰ
γεν.τοῦμυστηρίουδώρουφυτοῦτῶνμυστηρίωνδώρωνφυτῶν
δοτ.τῷμυστηρίδώρῳφυτῷτοῖςμυστηρίοιςδώροιςφυτοῖς
αιτ.τὸμυστήριονδῶρονφυτὸντὰμυστήριαδῶραφυτὰ
κλ.(ὦ)μυστήριονδῶρονφυτὸν(ὦ)μυστήριαδῶραφυτὰ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
μυστηρίωδώρωφυτὼ
γεν. δοτ.τοῖνμυστηρίοινδώροινφυτοῖν

ΟΛΙΚΕΣ Ή ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Β' ΚΛΙΣΗΣ

παρ95.
Αρσενικό και θηλυκόΟυδέτερο
ΕνικόςΠληθ.ΔυϊκόςΕνικόςΠληθ.Δυϊκός
ον.-ος-οι-ον-ᾰ
γεν.-ου-ων-οιν-ου-ων-οιν
δοτ.-ῳ-οις-οιν-ῳ-οις-οιν
αιτ.-ον-ους-ον-ᾰ
κλ.-ε (-ος)-οι-ον-ᾰ

Παρατηρήσεις

παρ96.
Από τα ουσιαστικά της β' κλίσης:

1) Τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν σε όλες τις πτώσεις τις ίδιες καταλήξεις (και τα ξεχωρίζουμε μόνο από το άρθρο).

2) Τα ουδέτερα διαφέρουν από τα αρσενικά και τα θηλυκά στην ονομ. και κλητ. του ενικού (όπου έχουν κατάλ. -ον) και στην ονομ., αιτιατ. και κλητ. του πληθ. (όπου έχουν κατάλ. -).

παρ97.
α) Τα ουδέτερα των πτωτικών (σε όλες τις κλίσεις) σχηματίζουν στον ενικό και στον πληθ. τρεις πτώσεις όμοιες: την ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική.

β) Η κατάληξη α των ουδετέρων όλων γενικά των πτωτικών είναι βραχύχρονη: τὰ μῆλᾰ, τὸ σῶμᾰ, τὰ σώματᾰ, τὰ γενναῖᾰ, ἐκεῖνᾰ, τὰ τιμῶντᾰ.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Β' ΚΛΙΣΗΣ

παρ98.
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

1. ΑΡΣΕΝΙΚΑ
ἆθλος 1λοιμὸς 4πύργοςσχοῖνος 16
βίοςλύκοςσῖτος 7τίτλος
γρῖφοςμάγοςσκύμνος 8τύλος 17
θρῦλοςμόλυβδος 5σκῦρος 9τύμβος 18
θῡμὸςμύδρος 6σπίνοςτῦφος
καρκίνοςμῦθοςστάμνος 10ὗβος 19
κίνδῡνοςμύλοςστίβοςὕμνος
κρίκοςνᾶνοςστίχος 11ὕπνος
κύκλοςπάγοςστοῖχος 12φάρος
Κῦροςπάπποςστῦλος 13Χῖος 20
λίθος 2πίθοςΣύρος 14
λιμὸς 3πῖλοςσχῖνος 15
2. ΘΗΛΥΚΑ3. ΟΥΔΕΤΕΡΑ
ἄμμοςπλίνθοςἆθλον 25νίτρον 30
ἄρκτοςπρῖνος 22ἄντρον(ή λίτρον) 30
Ἴοςῥάβδοςἄστρονξύλον
κάμηλοςΣῦρος 23βάθρονπίσον 31
κάμινοςΣκῦροςἴονπράσον
Κάσοςτάφροςκρίνονπτύον 32
ΚύθνοςΧίος 24λίκνον 26στυππεῖον 33
Κύπροςλίνον 27σῦκον
μύρτος 21λύτρον 28φύλλον 34
Νάξοςμύρονφῦλον 35
Πάροςμύρτον 29ᾠὸν

________________________
1. (από τo ἄεθλος) αγώνας, κατόρθωμα.
2. αρσ. και θηλ.
3. πείνα, σιτοδεία.
4. μολυσματική αρρώστια, πανούκλα.
5. και μόλιβος.
6. πυραχτωμένο σίδερο.
7. πληθ. τᾶ σῖτα (βλ. §147).
8. νεογνό ζώου, ιδίως του λιονταριού.
9. κομμάτι από πέτρα, που ξεπετιέται κατά τη λάξευση· αλλιώς: λατύπη.
10. στάμνα.
11. σειρά, γραμμή, αράδα (οποιαδήποτε).
12. σειρά από ανθρώπους, στρατιώτες, πλοία κτλ., γραμμή σε παράταξη.
13. κολόνα (κυρίως για στήριξη) αλλιώς: κίων· ενώ ἡ στήλη = επιτύμβια πλάκα, πέτρα που χρησιμεύει για ορόσημο, πλάκα με επιγραφή κτλ.
14. κάτοικος της Συρίας (ενώ ἡ Σῦρος, το νησί).
15. μαστιχόδεντρο.
16. βούρλο (υποκορ. σχοινίον).
17. ρόζος, κάλος, σκληρό εξόγκωμα του δέρματος.
18. τάφος σχηματισμένος με σωρό από χώμα σε σχήμα μικρού λόφου.
19. το κύρτωμα που σχηματίζει η ράχη της καμήλας.
20. κάτοικος της Χίου (ενώ ἡ Χίος, το νησί).
21. μυρσίνη, μυρτιά (ενώ τὸ μύρτον, ο καρπός της).
22. (αρσ. και θηλ.) βαλανιδιά, πουρνάρι.
23. βλ. αρ. 14.
24. βλ. αρ. 20.
25. (από το ἄεθλον) έπαθλον, βραβείον.
26. κούνια.
27. λινάρι.
28. το χρήμα που δίνεται για την απολύτρωση κάποιου, αμοιβή, ανταμοιβή.
29. βλ. αρ. 21.
30. νίτρο (αττ. λίτρον) ανθρακική σόδα.
31. μπιζέλι.
32. φτυάρι.
33. στουπί.
34. φύλλο από δέντρο, άνθος κτλ.
35. γένος. φυλή.

2. Δευτερόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά

παρ99.
Τα περισσότερα ουσιαστικά της β΄ κλίσης που πριν από το χαρακτήρα ο έχουν άλλο ο ή ε συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Τα ουσιαστικά αυτά λέγονται δευτερόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά (πβ. §92).

Παραδείγματα

(θ. ἐκπλοο- = ἐκπλου-)(θ. πλοο- = πλου-)(θ. ὀστεο- = ὀστου-)
Ενικός αριθμός
ον.(ἔκπλοος)ἔκπλους(πλόος)πλοῦςτὸ(ὀστέον)ὀστοῦν
γεν.τοῦ(ἐκπλόου)ἔκπλου(πλόου)πλοῦτοῦ(ὀστέου)ὀστοῦ
δοτ.τῷ(ἐκπλόῳ)ἔκπλῳ(πλόῳ)πλῷτῷ(ὀστέῳ)ὀστῷ
αιτ.τὸv(ἔκπλοον)ἔκπλουν(πλόον)πλοῦντὸ(ὀστέον)ὀστοῦν
κλ.(ὦ)(ἔκπλοε)ἔκπλου(πλόε)πλοῦ(ὦ)(ὀστέον)ὀστοῦν
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱ(ἔκπλοοι)ἔκπλοι(πλόοι)πλοῖτὰ(ὀστέα)ὀστᾶ
γεν.τῶν(ἐκπλόων)ἔκπλων(πλόων)πλῶντῶν(ὀστέων)ὀστῶν
δοτ.τοῖς(ἐκπλόοις)ἔκπλοις(πλόοις)πλοῖςτοῖς(ὀστέοις)ὀστοῖς
αιτ.τοὺς(ἐκπλόους)ἔκπλους(πλόους)πλοῦςτὰ(ὀστέα)ὀστᾶ
κλ.(ὦ)(ἔκπλοοι)ἔκπλοι(πλόοι)πλοῖ(ὦ)(ὀστέα)ὀστᾶ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
(ἐκπλόω)ἔκπλω(πλόω)πλώ(ὀστέω)ὀστὼ
γεν. δοτ.τοῖν(ἔκπλοοιν)ἔκπλοιν(πλόοιν)πλοῖν(ὀστέοιν)ὀστοῖν

Κατά το ἔκπλους κλίνονται: ὁ ἀπόπλους, περίπλους, κατάπλους, ἔκρους (= εκροή), χειμάρρους (= χείμαρρος), τα κύρια ονόματα Πειρίθους, Πάνθους κτλ., καθώς και το θηλ. ἡ πρόχους (= υδρία, λαγήνι).

Κατά το πλοῦς κλίνονται: ὁ θροῦς (= θόρυβος), νοῦς, πνοῦς (= πνοή), ῥοῦς (= ρεύμα), χνοῦς (= χνούδι), χοῦς (= χώμα) κτλ., καθώς και τα σε (-εος) -ους συγγενικά (ἀδελφιδέος) ἀδελφιδοῦς (= ανεψιός), (ἀνεψιαδέος) ἀνεψιαδοῦς (= γιος του πρώτου εξαδέρφου ή της πρώτης εξαδέρφης), (θυγατριδέος) θυγατριδοῦς (= γιος της θυγατέρας) κτλ.

Κατά το ὀστοῦν κλίνεται το (κάνεον) κανοῦν (= κάνιστρο).

Παρατηρήσεις

παρ100.
1) Τα φωνήεντα ο και ε των συνηρημένων δευτεροκλίτων, όταν ακολουθεί αμέσως ύστερ' από αυτά ο χαρακτήρας ο, συναιρούνται με αυτόν σε ου (πλόος - πλοῦς, ὀστέον - ὀστοῦν), αλλιώς χάνονται κατά τη συναίρεση εμπρός από τις καταλήξεις (πλόου - πλοῦ, πλόῳ - πλῷ, πλόοι - πλοῖ κτλ., ὀστέου - ὀστοῦ, ὀστέα - ὀστᾶ κτλ.). Έτσι οι συνηρημένες καταλήξεις των ουσιαστικών αυτών διαφέρουν από τις καταλήξεις των ασυναίρετων ουσιαστικών της β΄ κλίσης μόνο στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού.

2) Όλες οι πτώσεις των συνηρημένων της β΄ κλίσης τονίζονται στην ίδια συλλαβή, στην οποία τονίζεται η ονομαστική του ενικού: τὸ ὀστοῦν, τοῦ ὀστοῦ, τῷ ὀστῷ, τὰ ὀστᾶ, τῶν ὀστῶν κτλ.· το ίδιο συμβαίνει αντίθετα με τον κανόνα (§54) και στα σύνθετα που πριν από τη συναίρεση ήταν στην ονομ. του ενικού προπαροξύτονα: ὁ ἔκπλοος - ἔκπλους, τοῦ ἐκπλόου - ἔκπλου (αντί τοῦ ἐκπλοῦ), τῶν ἐκπλόων - ἔκπλων (αντί ἐκπλῶν) κτλ.

3. Αττική δεύτερη κλίση

παρ101.
Μερικά ουσιαστικά της β΄ κλίσης λήγουν όχι σε -ος και -ον, αλλά σε -ως και -ων. Τα ουσιαστικά αυτά που συνηθίζονταν κυρίως στην αττική διάλεκτο λέγονται αττικόκλιτα, και η κλίση τους λέγεται αττική δεύτερη κλίση.

Παραδείγματα

(θ. προνεω-)(θ. λεω-)(θ. ἁλω-)(θ. ἀνωγεω-)
Ενικός αριθμός
ον.πρόνεωςλεὼςἅλωςτὸἀνώγεων
γεν.τοῦπρόνεωλεὼτῆςἅλωτοῦἀνώγεω
δοτ.τῷπρόνελεῲτῇἅλτῷἀνώγε
αιτ.τὸνπρόνεωνλεὼντὴνἅλω(ν)τὸἀνώγεων
κλ.(ὦ)πρόνεωςλεὼς(ὦ)ἅλως(ὦ)ἀνώγεων
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱπρόνελεῲαἱἅλτὰἀνώγεω
γεν.τῶνπρόνεωνλεὼντῶνἅλωντῶνἀνώγεω
δοτ.τοῖςπρόνεῳςλεῲςταῖςἅλῳςτοῖςἀνώγεῳς
αιτ.τοὺςπρόνεωςλεὼςτὰςἅλωςτὰἀνώγεω
κλ.(ὦ)πρόνελεῲ(ὦ)ἅλ(ὦ)ἀνώγεω
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
πρόνεωλεὼἅλωἀνώγεω
γεν. δοτ.τοῖνπρόνεῳνλεῲνἅλῳνἀνώγεῳν

Κατά το ὁ πρόνεως (= πρόναος) κλίνονται τα κύρια ονόματα Ἀνδρόγεως, Βριάρεως, Δεξίλεως, Μενέλεως, Τυνδάρεως κ.ά. Κατά το ὁ λεώς (= λαός) κλίνονται: ὁ νεὼς (= ναός), ὁ λαγὼς και λαγῶς, ὁ ταῶς (= παγόνι), ἡ Κῶς κ.ά.

Κατά το ἡ ἅλως (= το αλώνι) κλίνονται: ὁ κάλως (= χοντρό σκοινί), ἡ ἕως (= αυγή), ὁ Ἄθως, ἡ Κέως, ἡ Τέως, ὁ Μίνως κ.ά. Κατά το ουδέτ. ἀνώγεων κλίνονται μόνον ουδέτερα επίθετα (βλ. §§166-167).

Παρατηρήσεις

παρ102.
Τα αττικόκλιτα ουσιαστικά:

1) φυλάγουν στις καταλήξεις όλων των πτώσεων το ω της ονομαστικής και παίρνουν υπογεγραμμένο ι όπου στις αντίστοιχες καταλήξεις της κοινής δεύτερης κλίσης υπάρχει ι (υπογεγραμμένο ή προσγεγραμμένο): τῷ λεῴ, oἱ λεῴ, τοῖς λεῴς, τοῖν λεῴν (κατά τα κοινά τῷ λαῷ, oἱ λαοί, τοῖς λαοῖς, τοῖν λαοῖν

2) φυλάγουν σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τόνο που έχει η ονομαστική του ενικού και στην ίδια συλλαβή: ὁ λεώς, τοῦ λεὼ κτλ. - ὁ ταῶς, τοῦ ταῶ κτλ. - ὁ πρόνεως, τοῦ πρόνεω κτλ·

3) έχουν την κλητική όμοια με την ονομαστική·

4) μερικά σχηματίζουν την αιτιατική του ενικού χωρίς το τελικό ν: τὴν ἅλω, τὴν ἕω, τὸν Ἄθω, τὴν Κῶ, τὸν Μίνω κ.ά. (κατά την γ' κλίση).

10ο Κεφ. Γ΄ κλίση των ουσιαστικών

Γενικά για τα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης. Διαίρεση των τριτόκλιτων ουσιαστικών

παρ103.
Κατά την τρίτη κλίση κλίνονται ονόματα και των τριών γενών περιττοσύλλαβα (βλ. §85,2).

Τα τριτόκλιτα ουσιαστικά στην ενική ονομαστική λήγουν σ’ ένα από τα φωνήεντα α, ι, υ, ω, ή σ’ ένα από τα σύμφωνα ν, ρ, ς (ξ, ψ)· στην ενική γενική λήγουν σε -ος, -ως, ή -ους.

παρ104.
1) Από τα αρσενικά και θηλυκά της τρίτης κλίσης πολλά σχηματίζουν την ενική ονομαστική με την κατάληξη -ς και λέγονται καταληκτικά (ἥρω-ς, ἰχθύ-ς)· μερικά όμως τη σχηματίζουν χωρίς καμιά κατάληξη και λέγονται ακατάληκτα (χιών, ἠχώ).

2) Τα ουδέτερα της γ' κλίσης κανονικά σχηματίζουν την ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού χωρίς κατάληξη (είναι δηλ. ακατάληκτα): σῶμα, ἄστυ (πβ. §123,4).

παρ105.
1) Από τα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης άλλα έχουν σε όλες τις πτώσεις ένα μόνο θέμα και γι’ αυτό λέγονται μονόθεμα (χιτών, χιτῶν-ος)· και άλλα παρουσιάζονται με δύο θέματα, γιατί σε μερικές πτώσεις εκτείνουν το φωνήεν της τελευταίας συλλαβής του θέματος και γι’ αυτό λέγονται διπλόθεμα (ἡγεμόν-ος, ἡγεμών).

2) Στα διπλόθεμα τριτόκλιτα το θέμα που έχει στην τελευταία συλλαβή μακρόχρονο φωνήεν λέγεται ισχυρό θέμα (ποιμήν, ῥήτωρ), ενώ το άλλο που έχει στην τελευταία συλλαβή βραχύχρονο φωνήεν λέγεται αδύνατο θέμα (ποιμεν-, ῥητορ-).

παρ106.
Το θέμα στα μονόθεμα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης βρίσκεται από τη γενική του ενικού, αφού αφαιρεθεί από αυτήν η κατάληξη: πίνακ-ος (θ. πινακ-), κλητῆρ-ος (θ. κλητηρ-). Στα διπλόθεμα το ισχυρό θέμα βρίσκεται από την ονομαστική του ενικού και το αδύνατο από τη γενική του ενικού, αφού αφαιρεθεί η κατάληξη: ὁ ἡγεμὼν (ισχυρό θ. ἡγεμων-), τοῦ ἡγεμόν-ος (αδύνατο θ. ἡγεμον-)· ὁ ποιμὴν (ισχυρό θ. ποιμην-), τοῦ ποιμέν-ος (αδύνατο θ. ποιμεν-).

παρ107.
Κατά το χαρακτήρα τα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης διαιρούνται:

α) σε φωνηεντόληκτα: ἥρω-ς, ἥρω-ος· πόλις, πόλε-ως·

β) σε συμφωνόληκτα: κόραξ, κόρακ-ος· σωλήν, σωλῆν-ος.

Α΄. Φωνηεντόληκτα ουσιαστικά της γ' κλίσης

α) Καταληκτικά μονόθεμα σε -ως, γεν. -ωος.

παρ108.

Παραδείγματα

(θ. ἡρω-)(θ. Τρω-)(θ. ἡρω-)(θ. Τρω-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ἥρω-ςΤρὼ-ςοἱἥρω-εςΤρῶ-ες
γεν.τοῦἥρω-οςΤρω-ὸςτῶνἡρώ-ωνΤρώ-ων
δοτ.τῷἥρω-ιΤρω-ὶτοῖςἥρω-σι(ν)Τρω-σὶ(ν)
αιτ.τὸνἥρω-αΤρῶ-ατοὺςἥρω-αςΤρῶ-ας
κλ.(ὦ)ἥρω-ςΤρὼ-ς(ὦ)ἥρω-εςΤρῶ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἥρω-εΤρῶ-ε
γεν. δοτ.τοῖνἡρώ-οινΤρώ-οιν

Κατά το Τρὼς κλίνεται ὁ θὼς (= το τσακάλι)· πβ. §145.

β) Καταληκτικά μονόθεμα σε -υς, γεν. -υος

παρ109.

Παραδείγματα

(θ. βοτρυ-)(θ. ἰχθυ-)(θ. δρυ-)
Ενικός αριθμός
ον.βότρυ-ςἰχθὺ-ςδρῦ-ς
γεν.τοῦβότρυ-οςἰχθύ-οςτῆςδρυ-ὸς
δοτ.τῷβότρυ-ϊἰχθύ-ϊτῇδρυ-ῒ
αιτ.τὸνβότρυ-νἰχθὺ-ντὴνδρῦ-ν
κλ.(ὦ)βότρυἰχθὺ(ὦ)δρῦ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱβότρυ-εςἰχθύ-εςαἱδρύ-ες
γεν.τῶνβοτρύ-ωνἰχθύ-ωντῶνδρυ-ῶν
δοτ.τοῖςβότρυ-σι(ν)ἰχθύ-σι(ν)ταῖςδρυ-σὶ(ν)
αιτ.τοὺςβότρυ-ςἰχθῦ-ςτὰςδρῦ-ς
κλ.(ὦ)βότρυ-εςἰχθύ-ες(ὦ)δρύ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
βότρυ-εἰχθύ-εδρύ-ε
γεν. δοτ.τοῖνβοτρύ-οινἰχθύ-οιν

Κατά το βότρυς κλίνονται: ὁ στάχυς, ἡ πίτυς (είδος πεύκου), ὁ κάνδυς (μηδικός μανδύας) κ.ά., καθώς και το ουδέτ. τὸ νᾶπυ (= σινάπι).

Κατά το ἰχθὺς κλίνονται: ἡ Ἐρινύς, ἡ ἰλὺς (= λάσπη), ἡ ἰσχύς, ἡ κλιτύς, ἡ ὀσφύς, ἡ ὀφρύς, ἡ πληθύς κ.ά.

Κατά το δρῦς κλίνονται: ὁ και ἡ σῦς ή ὗς (= αγριόχοιρος), ὁ μῦς (= ποντίκι) που ήταν αρχικά σιγμόληκτο (θ. μυσ-) κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ110.
Στα φωνηεντόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά σε -υς (γεν. -υος):

1) Η αιτιατική του ενικού σχηματίζεται με την κατάληξη -ν αντί -α και η αιτ. του πληθ. με την κατάληξη -ς αντί -ας: τὸν βότρυν, τοὺς βότρυς.

2) Η κλητική του ενικού σχηματίζεται χωρίς κατάληξη: ὦ βότρυ, ὦ ἰχθύ.

3) Όλοι οι μονοσύλλαβοι τύποι και η αιτιατική του πληθυντικού γενικά, όταν αυτή τονίζεται στη λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα (§39,1), ἡ δρῦς, τὴν δρῦν, ὦ δρῦ, τὰς δρῦς – τοὺς ἰχθῦς, τὰς κλιτῦς, τὰς Ἐρινῦς.

γ) Καταληκτικά διπλόθεμα αρσ. και θηλ. σε -ῐς (γεν. -εως) ή σε -ῠς (γεν. -εως) και ουδέτ. σε -ῠ (γεν. -εως)

παρ111.

Παραδείγματα

(θ. δυναμῐ-,
δυναμε-)
(θ. πολῐ-,
πολε-)
(θ. πελεκῠ-,
πελεκε-)
(θ. ἀστῠ-,
ἀστε-)
Ενικός αριθμός
ον.δύναμι-ςπόλῐ-ςπέλεκυ-ςτὸἄστυ
γεν.τῆςδυνάμε-ωςπόλε-ωςτοῦπελέκε-ωςτοῦἄστε-ως
δοτ.τῇδυνάμειπόλειτῷπελέκειτῷἄστει
αιτ.τὴνδύναμι-νπόλι-ντὸνπέλεκυ-ντὸἄστυ
κλ.(ὦ)δύναμιπόλι(ὦ)πέλεκυ(ὦ)ἄστυ
Πληθυντικός αριθμός
ον.αἱδυνάμειςπόλειςοἱπελέκειςτὰἄστη
γεν.τῶνδυνάμε-ωνπόλε-ωντῶνπελέκε-ωντῶνἄστε-ων
δοτ.ταῖςδυνάμε-σι(ν)πόλε-σι(ν)τοῖςπελέκε-σι(ν)τοῖςἄστε-σι(ν)
αιτ.τὰςδυνάμειςπόλειςτοὺςπελέκειςτὰἄστη
κλ.(ὦ)δυνάμειςπόλεις(ὦ)πελέκεις(ὦ)ἄστη
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
δυνάμειπόλειπελέκειἄστει
γεν. δοτ.τοῖνδυναμέ-οινπολέ-οινπελεκέ-οινἀστέ-οιν

Κατά το δύναμις κλίνονται τα προπαροξύτονα θηλυκά: αἴσθησις, ἀκρόπολις, βεβαίωσις, γένεσις, γέννησις, δήλωσις, δῄωσις, κράτησις, ποίησις κ.ά. και το αρσ. ὁ πρύτανις.

Κατά το πόλις κλίνονται: ἡ κόνις, ὁ μάντις, ὁ ὄφις κ.ά., καθώς και πολλά δισύλλαβα αφηρημένα ουσιαστικά: γεῦσις, ὄψις, πτῶσις κτλ. (βλ. πιν. §113). Κατά το πέλεκυς κλίνονται: ὁ πῆχυς και ὁ πρέσβυς (βλ. §149,8).

Παρατηρήσεις

παρ112.
Τα φωνηεντόληκτα σε -ις ή -υς (γεν. -εως):

1) έχουν δύο θέματα: ένα σε -ι ή (πολι-, πηχυ-), από το οποίο σχηματίζονται η ονομαστική, η αιτιατική και η κλητική του ενικού, και άλλο θέμα σε -ε (πολε-, πηχε-), από το οποίο σχηματίζονται οι άλλες πτώσεις του ενικού και όλος ο πληθυντικός (και δυϊκός)·

2) στη γεν. του ενικού έχουν κατάληξη -ως (αντί -ος) και τονίζονται στη γενική του ενικού και του πληθυντικού στην προπαραλήγουσα αντίθετα με τον κανόνα (§38,2

3) συναιρούν το χαρακτήρα ε με το ακόλουθο ε ή ι των καταλήξεων σε ει: αἱ πόλε-ες = πόλεις· τῷ πήχε-ι = πήχει (δυϊκός τὼ πήχε-ε = πήχει, τὼ ἄστε-ε = ἄστει)·

4) σχηματίζουν την αιτιατ. του ενικού με την κατάληξη -ν (τὴν πόλι-ν, τὸν πῆχυ-ν), την κλητ. του ενικού χωρίς κατάληξη (ὦ πόλι-, ὦ πῆχυ-) και την αιτιατ. του πληθυντικού όμοια με την ονομαστική από αναλογία προς αυτή (αἱ πόλεις - τὰς πόλεις· οἱ πήχεις - τοὺς πήχεις).

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ ΣΕ -ις (γεν. -εως)

παρ113.
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

ἄρσιςκλάσις 1νύξιςπρᾶξιςστῦψιςφράσις
βάσιςκλίσιςξῦσιςῥάχιςτάξιςφύσις
δρᾶσιςκρᾶσιςπίστιςῥῆσις 4τάσιςχύσις
δόσιςκρίσιςπλάσιςῥῖψιςτρῖψιςψῆξις 7
δόσιςκῦψιςπλύσιςῥῦσις 5τύψιςψῦξις 8
θλάσιςλύσιςπνῖξιςῥύσις 6ὕβρις
θλῖψιςμεῖξιςπόσις 2στάσιςφάσις
κάμψις(ή μίξις)πύστις 3στίξιςφθίσις

________________________
1. θραύση, τσάκισμα.
2. το να πίνει κανείς, πιοτό.
3. (από το πυνθάνομαι, θ. πυθ-) ερώτηση, πληροφορία.
4. λόγος, ομιλία.
5. (από το ῥύομαι = σώζω) σωτηρία, απελευθέρωση.
6. (από το ῥέω, θ. ῥυ-) ροή, ρεύμα.
7. (από το ψήχω = τρίβω, ξύνω) ξύσιμο, ξύστρισμα.
8. (από το ψύχω = κάνω κάτι κρύο, κρυώνω) ψύξη, κρύωμα.

δ) Καταληκτικά μονόθεμα σε -εύς, -οῦς και -αῦς

παρ114.

Παραδείγματα

(θ. βασιλευ-)(θ. ἁλιευ-)(θ. βου-)(θ. γραυ-)
Ενικός αριθμός
ον.βασιλεὺ-ςἁλιεὺ-ςβοῦ-ςγραῦ-ς
γεν.τοῦβασιλέ-ωςἁλιέ-ως και ἁλιῶςβο-ὸςτῆςγρα-ὸς
δοτ.τῷβασιλεῖἁλιεῖβο-τῇγρα-ῒ
αιτ.τὸνβασιλέ-αἁλιέ-α και λιᾶβοῦ-ντὴνγραῦ-ν
κλ.(ὦ)βασιλεῦἁλιεῦβοῦ(ὦ)γραῦ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱβασιλεῖςἁλιεῖςβό-εςαἱγρᾶ-ες
γεν.τῶνβασιλέ-ωνἁλιέ-ων και ἁλιῶνβο-ῶντῶνγρα-ῶν
δοτ.τοῖςβασιλεῦ-σι(ν)ἁλιεῦ-σι(ν)βο-σὶ(ν)ταῖςγραυ-σὶ(ν)
αιτ.τοὺςβασιλέ-αςἁλιέ-ας και ἁλιᾶςβοῦ-ςτὰςγραῦς
κλ.(ὦ)βασιλεῖςἁλιεῖςβό-ες(ὦ)γρᾶ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
βασιλεῖἁλιεῖβό-εγρᾶ-ε
γεν. δοτ.τοῖνβασιλέ-οινἁλιέ-οινβο-οῖνγρα-οῖν

Κατά το βασιλεύς κλίνονται: βαφεύς, γονεύς, γραμματεύς, γραφεύς, ἱερεύς, κουρεύς, χαλκεὺς κ.ά. - Ἀμφισσεύς, Ἀχαρνεύς, Μεγαρεύς κ.ά.

Κατά το ἁλιεὺς κλίνονται: Δωριεύς, Ἐρετριεύς, Εὐβοεύς, Πειραιεύς, Πλαταιεὺς κ.ά.

Τα βοῦς και γραῦς είναι μοναδικά.

Παρατηρήσεις

παρ115.
Στα φωνηεντόληκτα σε -εύς, -οῦς, -αυς της γ΄ κλίσης:

1) Το υ του χαρακτήρα αποβάλλεται πριν από φωνήεν: βασιλεύ-ς, βασιλέ-ως, βοῦ-ς, βο-ός· γραῦ-ς, γρα-ὸς κτλ.

2) Η κλητ. του ενικού είναι όμοια με το θέμα (χωρίς κατάληξη): ὦ βασιλεῦ, ὦ βοῦ, ὦ γραῦ.

παρ116.
Στα φωνηεντόληκτα σε -εὺς της γ΄ κλίσης:

1) Η γεν. του ενικού έχει κατάληξη -ως (αντί -ος): τοῦ βασιλέ-ως.

2) Η αιτιατ. του πληθ. έχει κατάληξη -ᾶς: τοὺς βασιλέ-ᾱς (η αιτ. τοὺς βασιλεῖς, όμοια με την ονομαστ., είναι μεταγενέστερη).

3) Το ε που απομένει στο θέμα μετά την αποβολή του υ συναιρείται με το ακόλουθο ε ή ι των καταλήξεων σε ει: οἱ βασιλέ-ες = βασιλεῖς· τῷ βασιλέ-ι = βασιλεῖ (δυϊκός τὼ βασιλέ-ε = βασιλεῖ), πβ. §112.3.

παρ117.
Όσα φωνηεντόληκτα σε -εὺς έχουν πριν από το -εὺς φωνήεν συναιρούν συνήθως το τελικό ε που απομένει στο θέμα με το ακόλουθο ω και α των καταλήξεων στη γενική και αιτιατική του ενικού και πληθυντικού: (ἁλιεὺς) τοῦ ἁλιέ-ως = ἁλιῶς· τὸν ἁλιέ-α = ἁλιᾶ· τῶν ἁλιέ-ων = ἁλιῶν· τοὺς ἁλιέ-ας =ἁλιᾶς - (ὁ Εὐβοεὺς) τοῦ Εὐβοέ-ως = Εὐβοῶς· τὸν Εὐβοέ-α = Εὐβοᾶ κτλ.

ε) Ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ὼ (γεν. -οῦς)

παρ118.
(θ. ἠχω-, ἠχο-)(θ. Κλειω-, Κλειο-)
Ενικός αριθμός
ον.ἠχὼΚλειὼ
γεν.τῆς(ἠχό-ος)ἠχοῦς(Κλειό-ος)Κλειοῦς
δοτ.τῇ(ἠχό-ι)ἠχοῖ(Κλειό-ι)Κλειοῖ
αιτ.τὴν(ἠχό-α)ἠχὼ(Κλειό-α)Κλειὼ
κλ.(ὦ)ἠχοῖΚλειοῖ

Όμοια κλίνονται μερικά κύρια ονόματα: Γοργώ, Ἐρατώ, Κλωθώ, Λητώ, Σαπφὼ κ.ά., καθώς και μερικά προσηγορικά: λεχώ, πειθώ, φειδὼ κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ119.
Τα φωνηεντόληκτα σε - (γεν. -οῦς) της γ΄ κλίσης:

1) κανονικά δεν έχουν πληθυντικό και δυϊκό αριθμό· όταν όμως σχηματίζουν τους αριθμούς αυτούς, κλίνονται κατά τη β΄ κλίση: ἡ λεχώ, τῆς λεχοῦς κτλ. - πληθ. αἱ λεχοί, τῶν λεχῶν, ταῖς λεχοῖς, τὰς λεχοὺς - δυϊκός, τὼ λεχώ, τοῖν λεχοῖν·

2) σχηματίζουν την ονομαστική με το ισχυρό θέμα -ω χωρίς καμιά κατάληξη· στις πλάγιες πτώσεις συναιρούν το χαρακτήρα ο του αδύνατου θέματος με τις καταλήξεις και οξύνονται στην αιτιατική αντίθετα με τον κανόνα (§39,4), από αναλογία προς την ομόηχη ονομαστική (ἡ ἠχὼ - τὴν ἠχώ)·

3) σχηματίζουν την κλητική με αρχαιότερο θέμα σε -οι χωρίς κατάληξη και παίρνουν σ’ αυτή περισπωμένη από αναλογία προς την ομόηχη δοτική: τῇ ἠχοῖ - ὦ ἠχοῖ.

Β΄. Συμφωνόληκτα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης

παρ120.
Τα συμφωνόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά υποδιαιρούνται:

α) σε αφωνόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα άφωνο): κόραξ, κόρακ-ος· Ἄραψ, Ἄραβος· τάπης, τάπητ-ος·

β) σε ημιφωνόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα ημίφωνο): σωλήν, σωλῆν-ος· κλητήρ, κλητῆρ-ος.

1. Αφωνόληκτα

παρ121.
Τα αφωνόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά κατά το χαρακτήρα είναι:

α) ουρανικόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα ουρανικό κ, γ, χ

β) χειλικόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα χειλικό π, β, φ

γ) οδοντικόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα οδοντικό τ, δ, θ).

α) Ουρανικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα

παρ122 α)
(θ. κορακ-)(θ. πτερυγ-)(θ. ὀνυχ-)
Ενικός αριθμός
ον.κόραξ (κ-ς)πτέρυξ (γ-ς)ὄνυξ (χ-ς)
γεν.τοῦκόρακ-οςτῆςπτέρυγ-οςτοῦὄνυχ-ος
δοτ.τῷκόρακ-ιτῇπτέρυγ-ιτῷὄνυχ-ι
αιτ.τὸνκόρακ-ατὴνπτέρυγ-ατὸνὄνυχ-α
κλ.(ὦ)κόραξ (κ-ς)(ὦ)πτέρυξ (γ-ς)(ὦ)ὄνυξ (χ-ς)
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱκόρακ-εςαἱπτέρυγ-εςοἱὄνυχ-ες
γεν.τῶνκοράκ-ωντῶνπτερύγ-ωντῶνὀνύχ-ων
δοτ.τοῖςκόραξι(κ-σι)ταῖςπτέρυξι (γ-σι)τοῖςὄνυξι (χ-σι)
αιτ.τοὺςκόρακ-αςτὰςπτέρυγ-αςτοὺςὄνυχ-ας
κλ.(ὦ)κόρακ-ες(ὦ)πτέρυγ-ες(ὦ)ὄνυχ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
κόρακ-επτέρυγ-εὄνυχ-ε
γεν. δοτ.τοῖνκοράκ-οινπτερύγ-οινὀνύχ-οιν

β) Χειλικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα

παρ122 β)
(θ. γῡπ-)(θ. Ἀραβ-)(θ. γῡπ-)(θ. Ἀραβ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.γὺψ (π-ς)Ἄραψ (β-ς)οἱγῦπ-εςἌραβ-ες
γεν.τοῦγυπ-ὸςἌραβ-οςτῶνγυπ-ῶνἈράβ-ων
δοτ.τῷγυπ-Ἄραβ-ιτοῖςγυψ (π-σὶ)Ἄραψι (β-σι)
αιτ.τὸνγῦπ-αἌραβ-ατοὺςγῦπ-αςἌραβ-ας
κλ.(ὦ)γὺψ (π-ς)Ἄραψ (β-ς)(ὦ)γῦπ-εςἌραβ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
γῦπ-εἌραβ-ε
γεν. δοτ.τοῖνγυπ-οῖνἈράβ-οιν

γ) Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα με χαρακτήρα απλό οδοντικό τ ή δ ή θ

παρ122 γ)
(θ. ταπητ-)(θ. πατριδ-)(θ. ὀρνιθ-)
Ενικός αριθμός
ον.τάπης (τ-ς)πατρὶς (δ-ς)ὄρνις (θ-ς)
γεν.τοῦτάπητ-οςτῆςπατρίδ-οςτοῦὄρνιθ-ος
δοτ.τῷτάπητ-ιτῇπατρίδ-ιτῷὄρνιθ-ι
αιτ.τὸντάπητ-ατὴνπατρίδ-ατὸνὄρνιν
κλ.(ὦ)τάπης (τ-ς)(ὦ)πατρὶς(ὦ)ὄρνι
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱτάπητ-εςαἱπατρίδ-εςοἱὄρνιθ-ες
γεν.τῶνταπήτ-ωντῶνπατρίδ-ωντῶνὀρνίθ-ων
δοτ.τοῖςτάπησι (τ-σι)ταῖςπατρίσι (δ-σι)τοῖςὄρνισι (θ-σι)
αιτ.τοὺςτάπητ-αςτὰςπατρίδ-αςτοὺςὄρνιθ-ας
κλ.(ὦ)τάπητ-ες(ὦ)πατρίδ-ες(ὦ)ὄρνιθ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
τάπητ-επατρίδ-εὄρνιθ-ε
γεν. δοτ.τοῖνταπήτ-οινπατρίδ-οινὀρνίθ-οιν

δ) Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα με θέμα σε -ντ (ον. -ας, γεν. -αντος και ον. -ους, γεν. -οντος)

παρ122 δ)
(θ. ἱμᾰντ-)(θ. γιγαντ-)(θ. ὀδοντ-)
Ενικός αριθμός
ον.ἱμὰς (ντ-ς)γίγας (ντ-ς)ὀδοὺς (ὀδόντ-ς)
γεν.τοῦἱμάντ-οςγίγαντ-οςὀδόντ-ος
δοτ.τῷἱμάντ-ιγίγαντ-ιὀδόντ-ι
αιτ.τὸνἱμάντ-αγίγαντ-αὀδόντ-α
κλ.(ὦ)ἱμὰςγίγανὀδοὺς (ὀδόντ-ς)
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱἱμάντ-εςγίγαντ-εςὀδόντ-ες
γεν.τῶνἱμάντ-ωνγιγάντ-ωνὀδόντ-ων
δοτ.τοῖςἱμᾶσι (ᾰντ-σι)γίγασι (αντ-σι)ὀδοῦσι (ὀδόντ-σι)
αιτ.τοὺςἱμάντ-αςγίγαντ-αςὀδόντ-ας
κλ.(ὦ)ἱμάντ-εςγίγαντ-εςὀδόντ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἱμάντ-εγίγαντ-εὀδόντ-ε
γεν. δοτ.τοῖνἱμάντ-οινγιγάντ-οινὀδόντ-οιν

Κατά το ἱμὰς κλίνεται ὁ ἀνδριάς.- Κατά το γίγας κλίνονται ὁ ἀδάμας, ὁ ἐλέφας, ὁ Αἴας, ὁ Κάλχας κ.ά., καθώς και το συνηρημένο (ἀλλάεντ-ς = ἀλλάεις) ἀλλᾶς, γεν. τοῦ (ἀλλάεντ-ος) ἀλλᾶντος κτλ.

Κατά το ὀδοὺς κλίνεται και το συνηρημένο (πλακόεντ-ς = πλακόεις) πλακοῦς, γεν. τοῦ (πλακόεντος) πλακοῦντος κτλ.· έτσι και Σελινοῦς (Σελινοῦντος), Τραπεζοῦς (Τραπεζοῦντος), Φλιοῦς (Φλιοῦντος) κ.ά.

ε) Οδοντικόληκτα ακατάληκτα διπλόθεμα με θέμα σε -ντ (ον. -ων, γεν. -οντος)

παρ122 ε)
(θ. γεροντ-)
ΕνικόςΠληθυντικόςΔυϊκός
ον.γέρωνοἱγέροντ-εςτὼγέροντ-ε
γεν.τοῦγέροντ-οςτῶνγερόντ-ωντοῖνγερόντ-οιν
δοτ.τῷγέροντ-ιτοῖςγέρουσι (γέροντ-σι)τοῖνγερόντ-οιν
αιτ.τὸνγέροντ-ατοὺςγέροντ-αςτὼγέροντ-ε
κλ.(ὦ)γέρον(ὦ)γέροντ-ες(ὦ)γέροντ-ε

Κατά το γέρων κλίνονται: ὁ δράκων, ὁ θεράπων, ὁ λέων, ὁ τένων (= νεύρο), ὁ Κρέων κ.ά., καθώς και μερικά συνηρημένα κύρια ονόματα: ὁ (Ξενοφάοντ-, Ξενοφάωντ-) Ξενοφῶν, τοῦ (Ξενοφάοντ-ος) Ξενοφῶντος, τῷ (Ξενοφάοντ-ι) Ξενοφῶντι κτλ. Έτσι και ὁ Ἀντιφῶν, ὁ Κλεοφῶν, ὁ Κτησιφῶν (όν. προσώπων), ἡ Κτησιφῶν (όν. πόλης) κ.ά.

στ) Οδοντικόληκτα ουδέτερα ακατάληκτα μονόθεμα σε -α (γεν. -ατος)

παρ122 στ)
(θ. κτηματ-)
ΕνικόςΠληθυντικόςΔυϊκός
ον.τὸκτῆματὰκτήματ-ατὼκτήματ-ε
γεν.τοῦκτήματ-οςτῶνκτημάτ-ωντοῖνκτημάτ-οιν
δοτ.τῷκτήματ-ιτοῖςκτήμασι (ατ-σι)τοῖνκτημάτ-οιν
αιτ.τὸκτῆματὰκτήματ-ατὼκτήματ-ε
κλ.(ὦ)κτῆμα(ὦ)κτήματ-α(ὦ)κτήματ-ε

(βλ. §97 και §104,2)

Παρατηρήσεις στα αφωνόληκτα της γ΄ κλίσης

παρ123.
Από τα αφωνόληκτα της γ΄ κλίσης:

1) Τα περισσότερα αρσενικά και θηλυκά σχηματίζουν κανονικά την αιτιατική του ενικού με κατάληξη -α (τὸν κόρακ-α, τὴν πατρίδ-α) και την κλητ. του ενικού όμοια με την ονομαστική (ὦ κόραξ, ὦ πατρίς, ὦ ἱμάς, ὦ ὀδούς).

2) Τα βαρύτονα όμως οδοντικόληκτα σε -ις (γεν. -ιδος, -ιτος, -ιθος) σχηματίζουν την αιτιατ. του ενικού σε -ν και την κλητ. του ενικού όμοια με το θέμα (χωρίς το χαρακτήρα): τὴν χάρι-ν, τὴν ἔρι-v, τὴν ὄρνι-ν· ὦ χάρι, ὦ ἔρι, ὦ ὄρνι (από αναλογία προς τα φωνηεντόληκτα: τὴν πόλιν, ὦ πόλι)· όμοια και μερικά οδοντικόληκτα βαρύτονα σε -ης ή -υς: ( και) ἡ Πάρνης -ηθος, (τὸν και) τὴν Πάρνην, ὦ Πάρνη· ἡ κόρυς -υθος (= περικεφαλαία), τὴν κόρ-υν, ὦ κόρυ.

3) Τα βαρύτονα οδοντικόληκτα σε -ων (γεν. -οντος) και -ας (γεν. -αντος), το οξύτονο τυραννὶς (-ίδος) και το περισπώμενο ( και) παῖς (από τὸ πάις, γεν. παιδὸς) σχηματίζουν την κλητ. του ενικού χωρίς κατάληξη (με αφαίρεση του οδοντ. χαρακτήρα): ὦ γέρον, ὦ γίγαν, ὦ Αἶαν, ὦ τυραννί, ὦ παῖ.

4) Τα ουδέτερα οδοντικόληκτα σε -μα (γεν. -ματος) είναι όλα ακατάληκτα: κτῆμα, σῶμα, στράτευμα (βλ. §104,2)· καταληκτικά είναι μόνο τα ουδέτ. φῶς (φῶτ-ς), γεν. φωτ-ός, δοτ. φωτ-ὶ κτλ. (πβ. §145) και το ανώμαλο οὖς (οὖτ-ς), γεν. ὠτ-ὸς (βλ. §145 και §150,12).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ

παρ124.
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

Α΄. ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΘΗΛΥΚΑ

παρ124 α)

1. ΟΥΡΑΝΙΚΟΛΗΚΤΑ

παρ124 α) 1)

  • (χαρακτ. κ)
  • ἡ αὖλαξ -ακος
  • ἡ γλαῦξ 1, γλαυκὸς
  • ἡ δράξ 2, δρᾰκὸς
  • ἡ ἕλιξ -ικος
  • ὁ Θρᾷξ 3 Θρᾳκὸς
  • ὁ θώραξ -ακος
  • ὁ κῆρυξ 4 -υκος
  • ἡ κλῖμαξ -ακος
  • ἡ κῠ΄λιξ 5 -ικος
  • ἡ λάρναξ 6 -ακος
  • ὁ μύρμηξ -ηκος
  • ὁ οἴαξ 7, οἴακος
  • ὁ πῖδαξ -ακος
  • ὁ πίναξ -ακος
  • ἡ πλάξ, πλᾰκὸς
  • ἡ σάρξ, σαρκὸς
  • ὁ φοῖνιξ -ικος
  • ὁ Φοῖνιξ 8 -ικος
  • ὁ φύλαξ -ᾰκος
  • ὁ χάλιξ -ῐκος
  • (χαρακτ. γ)
  • ὁ, ἡ αἴξ, αἰγὸς
  • ὁ λᾰρυγξ -υγγος
  • ἡ λύγξ 9, λῠγγὸς
  • ἡ μάστιξ -ῑγος
  • ἡ ῥάξ 10, ρᾱγὸς
  • ἡ σάλπιγξ -ιγγος
  • ἡ σήραγξ 11 -ᾰγγος
  • ὁ στρόφιγξ 12 -ιγγος
  • ἡ σῦριγξ 13 -ῐγγος
  • ἡ Σφὶγξ -ῐγγὸς
  • ὁ τέττιξ -ῑγος
  • ἡ φάλαγξ -αγγος
  • ἡ φάραγξ -αγγος
  • ὁ Φρύξ, Φρῠγὸς
  • (χαρακτ. χ)
  • ὁ, ἡ βήξ, βηχὸς
  • ἡ διώρυξ -ῠχος 14
  • ἡ θρίξ, τρῐχὸς
2. ΧΕΙΛΙΚΟΛΗΚΤΑ

παρ124 α) 2)

  • (χαρακτ. π)
  • ὁ Αἰθίοψ 15 -οπος
  • ὁ γύψ, γῡπὸς
  • ὁ Κέκροψ -οπος
  • ὁ Κύκλωψ -ωπος
  • ὁ Πέλοψ -οπος
  • ὁ σκνὶψ -ῑπὸς
  • (χαρακτ. β)
  • ὁ λίψ 16, λῐβὸς
  • ἡ φλέψ, φλεβὸς
  • ὁ χάλυψ -ῠβος
3. ΟΔΟΝΤΙΚΟΛΗΚΤΑ

παρ124 α) 3)

  • (χαρακτ. τ)
  • -ης -ητος
  • ἡ ἐσθὴς -ῆτος
  • ὁ θής 17, θητὸς
  • ὁ Κρής 18, Κρητὸς
  • ὁ λέβης -ητος
  • ὁ τάπης -ητος
  • ὁ Χάρης -ητος
  • -ότης -ότητος
  • ἡ δεξιότης -ητος
  • ἡ πιστότης -ητος
  • ἡ ποιότης κ.ά.
  • -ὶς -ῖδος
  • ἡ ἁψὶς -ῖδος
  • ἡ βαλβὶς -ῖδος
  • ἡ κηλὶς -ῖδος
  • ἡ κνημὶς -ῖδος
  • ἡ κρηπὶς -ῖδος
  • ἡ νησὶς -ῖδος
  • ἡ σφραγὶς -ῖδος
  • ἡ χειρὶς -ῖδος 
  • ἡ ψηφὶς -ῖδος
  • -ύτης -ύτητος
  • ἡ βαρύτης -ητος
  • ἡ βραδύτης -ητος
  • Αττ. βραδυτὴς -ῆτος
  • ἡ βραχύτης -ητος
  • ἡ ταχύτης -ητος
  • Αττ. ταχυτὴς -ῆτος
  • ἡ τραχύτης -ητος κ.ά.
  • -ις -ιτος
  • ἡ χᾰ΄ρις -ιτος
  • -ως -ωτος
  • ὁ ἱδρὼς -ῶτος
  • ὁ γέλως -ωτος
  • ὁ ἔρως -ωτος
  • -ας -αντος
  • βλ. §122,δ
  • -ων -οντος
  • βλ. §122,ε
  • -ῶν -ῶντος
  • βλ. §122,ε
  • -ὺς -ύδος
  • ἡ χλαμὺς -ύδος
  • (χαρακτ. θ)
  • -ης -ηθος
  • ἡ Πάρνης -ηθος
  • (χαρακτ. δ)
  • -ὰς -άδος
  • ἡ ἀγελὰς -άδος
  • ἡ Ἑλλὰς -άδος
  • ἡ λαμπὰς -άδος
  • ἡ Παλλὰς -άδος
  • ἡ τετρὰς -άδος
  • ἡ τριὰς -άδος κτλ.
  • -ις -ιδος
  • ἡ αὖλις 19 -ῐδος
  • ἡ ἔρις -ῐδος
  • ἡ ἶρις 20 -ῐδος
  • ἡ Ἶσις 21 -ῐδος
  • ὁ Πάρις -ῐδος
  • -ὶς -ίδος
  • ἡ ἀσπὶς -ῐ΄δος
  • ἡ Αὐλὶς -ῐ΄δος
  • ἡ βαθμὶς -ῐ΄δος
  • ἡ βλεφαρὶς -ῐ΄δος
  • ἡ βολὶς -ῐ΄δος
  • ἡ Ἑλληνὶς -ῐ΄δος
  • ἡ ἐλπὶς -ῐ΄δος
  • ἡ θυρὶς -ῐ΄δος
  • ἡ κεραμὶς -ῐ΄δος
  • ἡ κορωνὶς -ῐ΄δος
  • ἡ τυραννὶς -ῐ΄δος
  • ἡ ψαλὶς -ῐ΄δος κ.ά.
  • -υς -υθος
  • ἡ κόρῠς 22 -ῠθος
  • -ινς -ινθος
  • ἡ ἕλμινς 23 -ινθος
  • ἡ πείρινς 24 -ινθος
  • -υνς -υνθος
  • ἡ Τίρυνς -υνθος
Β΄. ΟΥΔΕΤΕΡΑ (οδοντικόληκτα)

παρ124 β)

(σε -μα, γεν. -ματος)(σε -μμα 28, γεν. -μματος)
ἅλμακλῆμα 25νᾶμασχῐ΄σμαχύμαἄλειμμακόμμα
ἅρμακλίμα 26νῆματᾰ΄γμαἅμμα 29ὄμμα
ἆσθμακρᾶμαπλάσμαφᾰ΄σμαβάμμαῥάμμα
ᾆσμακρίμαπλῦμαφρᾰ΄γμαβλέμμασκάμμα
δρᾶμακῦμαπρᾶγμαφῦμα 27γράμμαστέμμα
θῦμαμεῖγμαπτῠ΄σμαχᾰ΄σμαθρέμμαστρέμμα
κλάσμα(ή μίγμα)στῐ΄γμαχρῖσμακάλυμματρῖμμα

________________________
1. Στους Αττικούς παίρνει περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα (§39,1) από αναλογία προς τα συνηρημένα μονοσύλλαβα.
2. όσο μπορεί να περιλάβει η παλάμη, χουφτιά.
3. θηλ. ἡ Θρᾷσσα.
4. κατά τους παλαιούς γραμματικούς το ι και το υ εμπρός από το ξ λογαριάζονται για τον τονισμό πάντοτε βραχύχρονα. Γι' αυτό ετόνιζαν κῆρυξ. Αλλά το υ εδώ είναι φύσει μακρόχρονο.
5. ποτήρι.
6. κιβώτιο, φέρετρο.
7. η λαβή του τιμονιού, δοιάκι.
8. κάτ. της Φοινίκης, θηλ. Φοίνισσα.
9. λόξιγκας.
10. ρώγα του σταφυλιού.
11. κοιλότητα βράχου, σπηλιά.
12. αρσ. και σπαν. θηλ.
13. σωλήνας· μουσικό όργανο (ποιμενικό)· υπόγειο πέρασμα.
14. μεταγεν. διώρυγος κτλ.
15. κάτ. της Αιθιοπίας, θηλ. Αἰθιοπὶς και ἡ Αἰθίοψ.
16. λίβας, ΝΔ άνεμος.
17. πολίτης της τέταρτης τάξης στην αρχαία Αθήνα, μισθωτός εργάτης· θηλ. ἡ θῆσσα.
18. θηλ. ἡ Κρῆσσα.
19. κατασκήνωση, κατάλυμα· από αυτό και το ἔπαυλις (από το προσηγορικό αὖλις έγινε και το κύρ. όν. ἡ Αὐλίς· πβ. §441,β).
20. ουράνιο τόξο· και κύρ. όν. ἡ Ἶρις, αγγελιοφόρος των θεών.
21. αιγυπτιακή θεότητα.
22. περικεφαλαία.
23. σκουλήκι των εντέρων.
24. τετράγωνος χώρος πάνω στην άμαξα, όπου τοποθετούσαν τα πράγματα που ήθελαν να μεταφέρουν.
25. κλάδος από αμπέλι.
26. (από το ρ. κλίνω) κλίση ή κατωφέρεια εδάφους· η γεωγραφική θέση ενός τόπου.
27. βλάστημα.
28. ουδέτερα σε -μμα παράγονται από ρήματα με χαρακτήρα χειλικό (π, β, φ).
29. (από το ρ. ἅπτω) δέσιμο, κόμπος, θηλιά.

2. Ημιφωνόληκτα

παρ125.
Τα ημιφωνόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά κατά το χαρακτήρα είναι:
α) ενρινόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα ν)1
β) υγρόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα λ, ρ)
γ) σιγμόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα σ).

________________________
1. Τριτόκλιτα μέ χαρακτήρα μ δεν υπάρχουν.

I. Ενρινόληκτα (χαρακτ. ν)

παρ126.

α) Μονόθεμα: καταληκτικά σε -ις (γεν. -ῖνος) και ακατάληκτα σε -αν (γεν. -ᾶνος), -ην (γεν. -ηνος) και -ων (γεν. -ωνος)

(θ. ἀκτιν-)(θ. Τιταν-)(θ. Ἑλλην-)(θ. χειμων-)
Ενικός αριθμός
ον.ἀκτὶςΤιτὰνἝλληνχειμὼν
γεν.τῆςἀκτῖν-οςτοῦΤιτᾶν-οςἝλλην-οςχειμῶν-ος
δοτ.τῇἀκτῖν-ιτῷΤιτᾶν-ιἝλλην-ιχειμῶν-ι
αιτ.τὴνἀκτῖν-ατὸνΤιτᾶν-αἝλλην-αχειμῶν-α
κλ.(ὦ)ἀκτὶς(ὦ)ΤιτὰνἝλληνχειμὼν
Πληθυντικός αριθμός
ον.αἱἀκτῖν-εςoἱΤιτᾶν-εςἝλλην-εςχειμῶν-ες
γεν.τῶνἀκτίν-ωντῶνΤιτάν-ωνἙλλήν-ωνχειμών-ων
δοτ.ταῖςἀκτῖ-σι(ν)τοῖςΤιτᾶ-σι(νἝλλη-σι(ν)χειμῶ-σι(ν)
αιτ.τὰςἀκτῖν-αςτοὺςΤιτᾶν-αςἝλληναςχειμῶν-ας
κλ.(ὦ)ἀκτῖν-ες(ὦ)Τιτᾶν-εςἝλλην-εςχειμῶν-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἀκτῖν-εΤιτᾶν-εἝλλην-εχειμῶν-ε
γεν. δοτ.τοῖνἀκτίν-οινΤιτάν-οινἙλλήν-οινχειμών-οιν

(βλ. πιν. §132)

β) Διπλόθεμα: ακατάληκτα σε -ην (γεν. -ενος) και -ων (γεν. -ονος)

(θ. ποιμην-, ποιμεν-)(θ. ἡγεμων-, ἡγεμον-)(θ. γειτων-, γειτον-)
Ενικός αριθμός
ον.ποιμὴνἡγεμὼνγείτων
γεν.τοῦποιμέν-οςἡγεμόν-οςγείτον-ος
δοτ.τῷποιμέν-ιἡγεμόν-ιγείτον-ι
αιτ.τὸνποιμέν-αἡγεμόν-αγείτον-α
κλ.(ὦ)ποιμὴνἡγεμὼνγεῖτον
Πληθυντικός αριθμός
ον.oἱποιμέν-εςἡγεμόν-εςγείτον-ες
γεν.τῶνποιμέν-ωνἡγεμόν-ωνγειτόν-ων
δοτ.τοῖςποιμέ-σι(ν)ἡγεμό-σι(ν)γείτο-σι(ν)
αιτ.τοὺςποιμέν-αςἡγεμόν-αςγείτον-ας
κλ.(ὦ)ποιμέν-εςἡγεμόν-εςγείτον-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ποιμέν-εἡγεμόν-εγείτον-ε
γεν. δοτ.τοῖνποιμέν-οινἡγεμόν-οινγειτόν-οιν

(Βλ. πίν. §132)

ΙΙ. Υγρόληκτα (χαρακτ. λ, ρ)

παρ127.
α) Μονόθεμα: ακατάληκτα σε -ηρ (γεν. -ηρος), -ωρ (γεν. -ωρος) και ουδέτερα σε -αρ (γεν. -αρος)
(θ. κλητηρ-)(θ. ἰχωρ-)(θ. νέκταρ )
Ενικός αριθμός
ον.κλητὴρἰχὼρ 1τὸνέκταρ 2
γεν.τοῦκλητῆρ-οςἰχῶρ-οςτοῦνέκταρ-ος
δοτ.τῷκλητῆρ-ιἰχῶρ-ιτῷνέκταρ-ι
αιτ.τὸνκλητῆρ-αἰχῶρ-ατὸνέκταρ
κλ.(ὦ)κλητὴρἰχὼρ(ὦ)νέκταρ
Πληθυντικός αριθμός
ον.oἱκλητῆρ-εςἰχῶρ-ες
γεν.τῶνκλητήρ-ωνἰχώρ-ων
δοτ.τοῖςκλητῆρ-σι(ν)ἰχῶρ-σι(ν)
αιτ.τοὺςκλητῆρ-αςἰχῶρ-ας
κλ.(ὦ)κλητῆρ-εςἰχῶρ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
κλητῆρ-εἰχῶρ-ε
γεν. δοτ.τοῖνκλητήρ-οινἰχώρ-οιν

________________________
1. Ο ἰχώρ = το αίμα που ρέει στις φλέβες των θεών· ορός αίματος· αίμα σάπιο· ύλη με πύο· δηλητήριο φιδιών.
2. Τούτο έχει μόνο ενικό (βλ. §83,1,δ).

β) Διπλόθεμα: ακατάληκτα σε -ὴρ (γεν. -έρος) και -ωρ (γεν. -ορος)
(θ. ἀθηρ-, ἀθερ-)(θ. ῥητωρ-, ῥητορ-)(θ. ἀθηρ-, ἀθερ-)(θ. ῥητωρ-, ῥητορ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ἀθὴρῥήτωρoἱἀθέρ-εςῥήτορ-ες
γεν.τοῦἀθέρ-οςῥήτορ-οςτῶνἀθέρ-ωνῥητόρ-ων
δοτ.τῷἀθέρ-ιῥήτορ-ιτοῖςἀθέρ-σι(ν)ῥήτορ-σι(ν)
αιτ.τὸνἀθέρ-αῥήτορ-ατοὺςἀθέρ-αςῥήτορ-ας
κλ.(ὦ)ἀθὴρῥῆτορ(ὦ)ἀθέρ-εςῥήτορ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἀθέρ-εῥήτορ-ε
γεν. δοτ.τοῖνἀθέρ-οινῥητόρ-οιν

Κατά το όνομα ὁ ἀθὴρ (= η λεπτότατη άκρη στα στάχυα, αθέρας) κλίνονται τα ονόματα ὁ ἀὴρ και ὁ αἰθήρ, εύχρηστα μόνο στον ενικό (βλ. §83,1,β).

Παρατηρήσεις στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα της γ΄ κλίσης

παρ128.
1) Τα φωνήεντα ι και α εμπρός από το χαρακτήρα ν των ονομάτων σε -ις (γεν. -ινος) και -αν (γεν. -ανος) είναι μακρόχρονα: τῆς ἀκτῖν-ος, τῆς Σαλαμῖν-ος· τοῦ Τιτᾶν-ος, τοῦ πελεκᾶν-ος.

2) Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα της γ΄ κλίσης σχηματίζουν κανονικά την κλητ. του ενικού όμοια με την ονομαστική του ενικού: ἡ ἀκτὶς - ὦ ἀκτίς· ὁ Τιτὰν - ὦ Τιτάν· ὁ Ἕλλην - ὦ Ἕλλην· ὁ ἡγεμὼν - ὦ ἡγεμών· ὁ ποιμὴν - ὦ ποιμήν· ὁ ἰχὼρ - ὦ ἰχώρ.

Αλλά τα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ων (γεν. -ονος) και -ωρ (γεν. -ορος) σχηματίζουν την κλητ. του ενικού όμοια με το αδύνατο θέμα: ὁ γείτων - ὦ γεῖτον· ὁ δαίμων - ὦ δαῖμον· ὁ Ἰάσων - ὦ Ἰᾶσον· ὁ ῥήτωρ - ὦ ῥῆτορ (βλ. §105).


3) Ο χαρακτήρας λ και ρ εμπρός από το σίγμα της κατάληξης παραμένει, ενώ ο χαρακτήρας ν εμπρός από αυτό αποβάλλεται (χωρίς αντέκταση του προηγούμενου τυχόν βραχύχρονου φωνήεντος): ὁ ἅλ-ς, τοῖς ἁλ-σί, (ὁ ῥήτωρ) τοῖς ῥήτορ-σι· αλλά:ἡ (ἀκτίν-ς) ἀκτίς, ταῖς (ἀκτῖν-σι) ἀκτῖσι· τοῖς (ἡγεμόν-σι) ἡγεμόσι) (βλ. §64,4)

γ) Συγκοπτόμενα διπλόθεμα: ακατάληκτα σε -ηρ (γεν. -ρος)

παρ129.
Από τα υγρόληκτα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης τα διπλόθεμα ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ θυγάτηρ, ἡ γαστὴρ (= κοιλιά), ἡ Δημήτηρ και ὁ ἀνὴρ συγκόπτουν (δηλ. αποβάλλουν) σε ορισμένες πτώσεις το ε του αδύνατου θέματος και γι’ αυτό λέγονται συγκοπτόμενα (πβ. §62,1).

Παραδείγματα

(θ. πατήρ-, πάτερ-)(θ. ἀνηρ-, ἀνερ-)(θ. Δημητηρ-, Δημητερ-)
Ενικός αριθμός
ον.πατὴρἀνὴρΔημήτηρ
γεν.τοῦπατρ-ὸςἀνδρ-ὸςτῆςΔήμητρ-ος
δοτ.τῷπατρ-ὶἀνδρ-ὶτῇΔήμητρ
αιτ.τὸνπατέρ-αἄνδρ-ατὴνΔήμητρ
κλ.(ὦ)πάτερἄνερ(ὦ)Δήμητερ
Πληθυντικός αριθμός
ον.oἱπατέρ-εςἄνδρ-ες
γεν.τῶνπατέρ-ωνἀνδρ-ῶν
δοτ.τοῖςπατρ-ά-σι(ν)ἀνδρ-ά-σι(ν)
αιτ.τοὺςπατέρ-αςἄνδρ-ας
κλ.(ὦ)πατέρ-εςἄνδρ-ες
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
πατέρ-εἄνδρ
γεν. δοτ.τοῖνπατέρ-οινἀνδρ-οῖν
Παρατηρήσεις

παρ130.
Από τα συγκοπτόμενα υγρόληκτα της γ΄ κλίσης:

1) Τα ονόμ., ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ θυγάτηρ και ἡ γαστὴρ συγκόπτουν, δηλ, χάνουν, το ε του θέματος στη γεν. και δοτ, του ενικού και στη δοτ. του πληθυντικού· το όνομα ἡ Δημήτηρ στις πλάγιες πτώσεις του ενικού, και το όνομα ὁ ἀνὴρ στις πλάγιες πτώσεις του ενικού και σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού και του δυϊκού, στις οποίες εμπρός από το χαρακτήρα αναπτύσσεται το σύμφωνο δ για να διευκολυνθεί η προφορά (θ. ἀνερ-, ἀνρ- ἀνδρ-)· πβ. §65,2·

2) τα ονόματα πατήρ, μήτηρ, θυγάτηρ και γαστὴρ στη γεν. και δοτ. του ενικού τονίζονται στη λήγουσα (πατρός, πατρὶ - μητρός, μητρὶ κτλ.)· το όνομα ἀνὴρ τονίζεται στη λήγουσα στη γενική και δοτ. του ενικού και του δυϊκού και στη γεν. του πληθ. (ἀνδρός, ἀνδρὶ - ἀνδροῖν - ἀνδρῶν)· το όνομα Δημήτηρ τονίζεται στην προπαραλήγουσα σε όλες τις πτώσεις του ενικού, εκτός από την ονομαστική.

παρ131.
Τα συγκοπτόμενα ονόματα:

1) σχηματίζουν την κλητ. του ενικού όμοια με το αδύνατο θέμα και τονίζονται σ’ αυτήν επάνω στην αρχική συλλαβή: ὦ πάτερ, ὦ θύγατερ, ὦ Δήμητερ κτλ.· μόνο το όνομα γαστὴρ σχηματίζει την κλητ. του ενικού όμοια με την ονομαστική: ὦ γαστήρ·

2) στη δοτ. του πληθ. ανάμεσα από το συγκομμένο θέμα και την κατάληξη, για να διευκολυνθεί η προφορά, παίρνουν ένα βραχύχρονο α που τονίζεται: πατρ-ά-σι(ν), ἀνδρ-ά-σι(v)· πβ. §62,2.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΥΓΡΟΛΗΚΤΩΝ OYΣIAΣTIKΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ

παρ132.
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

1. ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΑ-ην -ηνοςὁ ἀνδρὼν -ῶνος
-ὰν -ανοςὁ Ἕλλην -ηνοςγυναικὼν -ῶνος
ὁ μεγιστὰν -ᾶνοςὁ δοθιήν 4 -ῆνος(έτσι και: ὁ δαφνών,
(έτσι και: ὁ παιάν,(έτσι και: ὁ κηφήν,δενδρών, ἐλαιών,
πελεκάν, Τιτάν,ὁ λειχήν 5, ὁ πυρήν,νυμφών, ξενών,
Αἰνιάν, Ἀκαρνάν,ὁ σωλήν, ἡ σειρήν 6),ὀρνιθών, παρθενὼν 10 κ.ά.)
Ἁλκμάν, Εὐρυτάν),ὁ μήν, μηνὸς
ὁ Πάν, του Πανὸς κ.ά.(έτσι και: ὁ σπλήν,β) τα μεγεθυντικά
ὁ σφήν, ὁ (ἡ) χὴν κ.ά.).ὁ γάστρων 11 -ωνος
-ὶς -ινοςὁ γνάθων 12 -ωνος
ἡ ἀκτὶς -ῖνος-ὴν -ενοςὁ χείλων 13 -ωνος κ.ά.
(έτσι: ὁ δελφίς,ὁ αὐχήν 7 -ένος
ἡ ὠδίς 1, Ἐλευσίς,(έτσι και: ὁ λιμήν,γ) τα κύρια ονόματα
Σαλαμὶς κ.ά.),ὁ πυθμήν, ὁ ὑμήν 8 κ.άἈπόλλων -ωνος
ἡ ῥίς, τῆς ῥῑνός,ἡ φρήν 9, φρενός κ.ά.)Ποσειδῶν -ῶνος
ὁ (ἡ) θίς 2, θῑνός,
ἡ ἴς 3, τῆς ἰνός,-ων -ωνος
πλ. αἱ ἶνες κ.ά.α) τα περιεκτικά
ὁ ἀνθὼν -ῶνος
 
συνέχεια από την τρίτη στήλη
Ἀγάθων -ωνοςε) τόπων και πόλεωνὁ ἀγκὼν -ῶνος
(έτσι και: Δάμων,Αὐλὼν -ῶνος(έτσι και: ὁ αἰών,
Δευκαλίων, Δίων,Ἑλικὼν -ῶνοςβουβών, κοιτών,
Ζήνων, Ἱέρων, Κίμων,(έτσι και: ἡ Καλυδών,κολοφών 19, λειμών,
Κλέων, Κόνων,ὁ Κιθαιρών,τελαμών 20, χειμών,
Κρίτων, Κύλων,ἡ (ὁ) Κολοφών,χιτὼν κ.ά.).
Μέτων, Πλάτων,ὁ Μαραθών,
Σόλων, Φαίδων,ἡ Σιδών, ἡ Σικυών),θ) προσηγ. περισπώμ.
Χάρων, Χίλων, Χίρων,Κρότων -ωνος κ.ά.ὁ τυφῶν 21 -ῶνος
Ὠρίων, [Νέρων,(από το τυφάων).
Τρύφων] κ.ά.).ζ) εθνικά παροξύτονα
ὁ Λάκων -ωνος-ων -ονος
δ) ονόμ. αρχ. μηνώνὁ Ἴων -ωνος κ.ά.α) οξύτ. θηλυκά
Γαμηλιὼν -ῶνος,ἡ ἀηδὼν -όνος
(έτσι και:ζ) προσηγορ. παροξύτ.(έτσι και: ἡ ἀλγηδών,
Ἀνθεστηριών,ὁ δόλων 14 -ωνοςἀλκυών, εἰκών,
Ἐλαφηβολιών,ὁ δρόμων 15 -ωνοςΚαρχηδών, σιαγών,
Μουνιχιών,(έτσι και: ὁ κλύδων 16σινδών, τερηδών 22
Θαργηλιών,ὁ κώδων, ὁ (ἡ) μήκων 17Χαλκηδών, χελιδών,
Σκιροφοριών,ὁ πάρων 18, ὁ ῥώθων,χιὼν κ.ά.).
Ἑκατομβαιών,ὁ σάπων, ὁ σίφων,
Μεταγειτνιών,[ὁ ἄμβων]).β) οξύτ. αρσενικά
Βοηδρομιών,ὁ (ἡ) ἀλεκτρυὼν 23 -όνος,
Πυανοψιών,η) προσηγορ. οξύτ.ὁ ἡγεμὼν -όνος
Μαιμακτηριών,ὁ κλών, κλωνὸς(έτσι και: ὁ κανών,
Ποσειδεών).ὁ ἀγὼν -ῶνοςκηδεμών, Μακεδών,
συνέχεια από την τρίτη στήλη
Στρυμών,  
(συν)δαιτυμών κ.ά.).  
 (έτσι και: ὁ κρατήρ,-ωρ -ορος
 λαμπτήρ, λουτήρ,ὁ αὐτοκράτωρ -ορος
νιπτήρ, στατήρ,(έτσι και: ὁ κοσμήτωρ,
γ) παροξύτ. αρσενικάστρωτήρ, σπινθήρ κ.ά.),πράκτωρ, προγάστωρ,
ὁ ἄξων -ονοςσωτήρ -ῆροςἝκτωρ κ.ά.)
(έτσι και: Ἁλιάκμων,(κλ. ὦ σῶτερ).(μεταγ. και νεότ.:
βραχίων, γείτων,ἐκλέκτωρ,
γνώμων, δαίμων,-ὴρ -έροςπαντοκράτωρ κ.ά.).
Ἰᾱ΄σων, κίων 24,ὁ ἀὴρ -έρος
πνεύμων, τέκτων 25,(έτσι και: ὁ ἀθήρ,-ὰρ -αρὸς
Ἀγαμέμνων,αἰθήρ, ἀστήρ - δοτ. πλ.ὁ Κάρ 31, Κᾱρὸς
Ἀριστογείτων κ.ά.).ἀστράσι κ.ά.).(πλ. οἱ Κᾶρες).
 
2. ΥΓΡΟΛΗΚΤΑ
 
-ωρ -ωρος
 
-εὶρ -ειρὸς
-ὴρ -ηροςὁ φώρ 28, φωρὸςὁ φθείρ 32, φθειρὸς
ὁ θήρ 26, θηρόςὁ ἰχὼρ 29 -ῶρος(δοτ. πλ. τοῖς φθειρσί),
ὁ ἀροτήρ 27 -ῆροςὁ πέλωρ 30 -ωροςἡ χείρ, χειρὸς
ὁ ζωστὴρ -ῆρος(μεταγ. Βίκτωρ,(δοτ. πλ. ταῖς χερσί,
πραίτωρ κ.ά.).βλ. §150,19).

________________________
1. (ποιητ.) πόνος του τοκετού (συνηθ. πληθ. ὠδῖνες).
2. (ποιητ.) σωρός· σωρός από άμμο· ακτή.
3. νεύρο, λεπτό νήμα, δύναμη.
4. μικρό εξάνθημα.
5. λειχήνα· βρύο που φυτρώνει πάνω σε δέντρα, πέτρες κτλ.· εξάνθημα στην επιδερμίδα.
6. γοητεία ωραίων λόγων· ως κυρ, όν. Σειρήν, θαλασσινή θεότητα που γοητεύει με τη φωνή της τους ναυτικούς.
7. τράχηλος.
8. λεπτό δέρμα, μεμβράνη.
9. το διάφραγμα ανάμεσα στο θώρακα και την κοιλιά· τα γύρω από την καρδιά μέρη· καρδιά, νους.
10. μέρος του σπιτιού, όπου έμεναν οι παρθένες· ως κυρ. όν. Παρθενών, ναός στην Ακρόπολη της Αθήνας.
11. κοιλαράς.
12. (από το όν. ἡ γνάθος = σαγόνι) εκείνος που έχει φουσκωμένα σαγόνια ή φουσκωμένα μάγουλα.
13. εκείνος που έχει μεγάλα χείλια.
14. μικρό πανί της πλώρης στα ιστιοφόρα· μαχαίρι ή σπαθάκι κρυμμένο μέσα σε ραβδί, στιλέτο.
15. ελαφρό πλοιάριο.
16. κύμα, κλυδωνισμός.
17. παπαρούνα.
18. πλοιάριο.
19. το ακρότατο σημείο ενός πράγματος, ως κύρ. όν. Κολοφὼν (-ῶνος), πόλη της Ιωνίας στη Μ. Ασία.
20. πλατύ κορδόνι, λουρί δερμάτινο· ως κυρ. όν. Τελαμὼν (-ῶνος), γιος του Αιακού και πατέρας του Αίαντα.
21. θύελλα, ανεμοστρόβιλος (και κατά την αττ. β΄ κλίση: ὁ τυφῶς, τοῦ τυφῶ)· ως κύρ. όν. ὁ Τυφῶν (-ῶνος), γίγαντας, πατέρας των ανέμων.
22. σκουλήκι που τρώει τα ξύλα· σαράκι· πάθηση των δοντιών.
23. (αρσ.) πετεινός, (θηλ. όρνιθα).
24. κολόνα.
25. ξυλουργός, μαραγκός.
26. θηρίο.
27. αυτός που οργώνει· ως επίθ. βοῦς ἀροτὴρ = βόδι που το μεταχειρίζονται για το όργωμα.
28. κλέφτης.
29. το αίμα που ρέει στις φλέβες των θεών.
30. πελώριο ον, τέρας.
31. κάτοικος της Καρίας.
32. ψείρα.

ΙΙΙ. Σιγμόληκτα (χαρακτήρας σ)

α) Αρσενικά ακατάληκτα σε -ης (γεν. -ους) ή -κλῆς (γεν. -κλέους)
παρ133.
(θ. Σωκρατεσ-)(θ. Περικλεεσ-)(θ. Σωκρατεσ-)(θ. Περικλεεσ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ΣωκράτηςΠερικλῆςoἱΣωκράταιΠερικλεῖς
γεν.τοῦΣωκράτουςΠερικλέουςτῶνΣωκρατῶνΠερικλέων
δοτ.τῷΣωκράτειΠερικλεῖτοῖςΣωκράταις
αιτ.τὸνΣωκράτηΠερικλέατοὺςΣωκράταςΠερικλεῖς
κλ.(ὦ)ΣώκρατεςΠερίκλεις(ὦ)ΣωκράταιΠερικλεῖς

Κατά το Σωκράτης κλίνονται: Ἀριστομένης, Ἀριστοτέλης, Ἀριστοφάνης, Δημοσθένης, Διογένης, Διομήδης, Ἱπποκράτης, Ἰσοκράτης, Ἰφικράτης, Πολυκράτης, Πολυνείκης, Πραξιτέλης - Ἀστυάγης, Τισσαφέρνης, Κυαξάρης κ.ά.

Κατά το Περικλῆς κλίνονται: Ἀγαθοκλῆς, Ἡρακλῆς, Θεμιστοκλῆς, Ἱεροκλῆς, Προκλῆς, Σοφοκλῆς κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ134.
Τα αρσενικά σιγμόληκτα σε -ης (γεν. -ους) και -κλῆς (γεν.-κλέους) είναι όλα κύρια ονόματα και:

1) έχουν θέμα σε -εσ: Σωκρατεσ-, Περικλεεσ-·

2) στην ονομαστική του ενικού δεν παίρνουν κατάληξη και εκτείνουν το βραχύχρονο φωνήεν ε του θέματος σε η: Σωκράτης, Περικλέης, και με συναίρεση Περικλῆς·

3) στις πλάγιες πτώσεις του ενικού αποβάλλουν το χαρακτήρα σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα (βλ. §64,1) και έπειτα συναιρούν τα δύο αυτά φωνήεντα: τοῦ Σωκράτεσ-ος, Σωκράτε-ος, Σωκράτους· τῷ Σωκράτεσ-ι, Σωκράτε-ι, Σωκράτει· τον Σωκράτεσ-α, Σωκράτε-α, Σωκράτη· τοῦ Περικλέεσ-ος, Περικλέε-ος, Περικλέους· τῷ Περικλέεσ-ι, Περικλέε-ι, Περικλέει (και με δεύτερη συναίρεση=) Περικλεῖ· τὸν Περικλέεσ-α, Περικλέε-ᾱ, Περικλέᾱ και σπάν. Περικλῆ·

4) στην κλητ. του ενικού δεν παίρνουν κατάληξη και ανεβάζουν τον τόνο: ὦ Σώκρατες, ὦ Περίκλεις (με συναίρεση από το Περίκλεες

5) όσα λήγουν σε -κλῆς συναιρούν το ε της συλλαβής κλε-, όταν ύστερα από αυτό ακολουθεί η ή ε ή ει: (Περικλέης) Περικλῆς, (Περίκλεες) Περίκλεις, (Περικλέει) Περικλεῖ·

6) κανονικά έχουν μόνο ενικό αριθμό· όταν όμως χρησιμοποιούνται στον πληθ. σχηματίζονται τα σε -ης (γεν. -ους) κατά την α΄ κλίση (οἱ Σωκράται κτλ.) και τα σε -κλῆς (γεν. -κλέους) κατά την γ΄ κλίση (οἱ Περικλέ-ες = Περικλεῖς κτλ.).

β) θηλυκά ακατάληκτα σε -ὼς (γεν. -οῦς)
παρ135.
(θ. αἰδωσ-, αἰδοσ-)
Ενικός αριθμός
ον.(ισχυρό θ. αἰδωσ-)αἰδὼς
γεν.τῆς(αδύνατο θ. αἰδόσ-ος, αἰδό-ος)αἰδοῦς
δοτ.τῇ(αδύνατο θ. αἰδόσ-ι, αἰδό-ϊ)αἰδοῖ(πβ. §134,3)
αιτ.τὴν(αδύνατο θ. αἰδόσ-α, αἰδό-α)αἰδῶ
κλ.(ὦ)(ισχυρό θ. αἰδωσ-)αἰδὼς

Κατά το όνομα ἡ αἰδὼς (= ντροπή) κλίνεται και το ποιητ. ἡ ἠὼς (= αυγή) και ως κύρ. όν. ἡ Ἠὼς (= θεά της αυγής). Αυτά έχουν μόνο ενικό. Πβ. και §§118-119.

γ) Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ος (γεν. -ους)
παρ136.
(θ. βελοσ- βελεσ-)(ἐδαφοσ- ἐδαφεσ-)(θ. βελοσ- βελεσ-)(ἐδαφοσ- ἐδαφεσ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.τὸβέλοςἔδαφοςτὰβέληἐδάφη
γεν.τοῦβέλουςἐδάφουςτῶνβελῶνἐδαφῶν
δοτ.τῷβέλειἐδάφειτοῖςβέλεσι(ν)ἐδάφεσι(ν)
αιτ.τὸβέλοςἔδαφοςτὰβέληἐδάφη
κλ.(ὦ)βέλοςἔδαφος(ὦ)βέληἐδάφη
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
βέλειἐδάφει
γεν. δοτ.τοῖνβελοῖνἐδαφοῖν

Κατά τὸ βέλος κλίνονται πολλά δισύλλαβα: ἔθνος, εὖρος (= πλάτος), ζεῦγος, ἦθος, κέρδος, ξίφος, πλῆθος, σκεῦος, τέλος κ.ά. (βλ. πίν. §138), καθώς και το κύρ. όν. τὰ Τέμπη στον πληθυντικό.

Κατά τὸ ἔδαφος κλίνονται τα τρισύλλαβα: μέγεθος, στέλεχος, τέμενος (επίσημος ή ιερός χώρος, ναός), τέναγος (= άβαθα νερά, βάλτος) κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ137.
Τα ουδέτερα σιγμόληκτα σε -ος (γεν. -ους):

1) έχουν αρχικό θέμα σε -εσ: βελεσ-, ἐδαφεσ- ·

2) σχηματίζουν την ονομαστ., αιτιατική και κλητ. του ενικού χωρίς κατάληξη, αλλά στις πτώσεις αυτές το φωνήεν ε που είναι πριν από το χαρακτήρα το τρέπουν σε -ο: βελεσ- = βέλος, ἐδαφεσ- = ἔδαφος·

3) με το αρχικό θέμα σε -εσ σχηματίζουν τη γεν. και δοτ. του ενικού και όλες τις πτώσεις του πληθυντ. και δυϊκού· αποβάλλουν όμως σ’ αυτές το χαρακτήρα σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα και έπειτα συναιρούν τα φωνήεντα αυτά, δηλ. το ε+ο σε ου (βέλε-ος = βέλους), το ε+ι σε ει (τῷ βέλε-ι = βέλει), το ε+ε σε ει (δυϊκ. τὼ βέλε-ε = βέλει), το ε+οι σε οι (δυϊκ. τοῖν βελέ-οιν = βελοῖν), το ε+ω σε ω (τῶν βελέων = βελῶν) και το ε+α κανονικά σε η (τὰ βέλε-α = βέλη)· αν όμως πριν από το ε προηγείται άλλο ε, τότε συναιρούν το ε σε ᾱ: τὰ χρέε-α=χρέᾱ, τὰ κλέε-α-κλέᾱ· βλ. §64,1.

4) στη δοτ. πληθ. όπου βρίσκονται δύο σ (βέλεσ-σι) τα απλοποιούν σε ένα: βέλεσι.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΙΓΜΟΛΗΚΤΩΝ ΟΥΔΕΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Γ΄ ΚΛΙΣΗΣ

παρ138.
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

τὸ ἄγος 1(ᾰ)κῦδος 6(ῡ)ῥῖγος(ῑ)
ἄλσος(ᾰ)κῦρος(ῡ)σκάφος(ᾰ)
βάθος(ᾰ)κύτος 7(ῠ)σκῦτος 10(ῡ)
βάρος(ᾰ)λάθος(ᾰ)στῖφος(ῑ)
βρῖθος 2(ῑ)λίπος(ῐ)σφρίγος(ῐ)
δάσος(ᾰ)μῖσος(ῑ)τάχος(ᾰ)
θάρρος 3(ᾰ)νεῖκος 8τεῖχος
θάρσος 3(ᾰ)ξίφος(ῐ)τεῦχος
θράσος 3(ᾰ)πάθος(ᾰ)ὕψος
ἴχνος(ῐ)πάχος(ᾰ)φῦκος 11(ῡ)
κῆτος 4πλάτος(ᾰ)ψῦχος(ῡ)
κράτος(ᾰ)πνῖγος 9(ῑ)
κρύος 5(ῠ)ῥάκος(ᾰ)

________________________
1. κατάρα, μίασμα.
2. βάρος.
3. η λ. θάρσος με αφομοίωση του σ: θάρρος = θάρρος, τόλμη· με μετάθεση του α: θράσος (βλ. §62,3) = θρασύτητα, αυθάδεια.
4. γενική ονομασία των μεγάλων ψαριών ή θαλασσινών τεράτων.
5. παγερό κρύο.
6. δόξα, φήμη.
7. το κοίλο μέρος (πλοίου, σκεύους, σώματος κτλ.).
8. φιλονικία, αγώνας.
9. Η υπερβολική ζέστη.
10. δέρμα κατεργασμένο.
11. πληθ. τὰ φύκη = φύκια.

δ) Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ας (γεν. -ως ή -ατος)
παρ139.
(θ. κρεασ-)
Ενικός αριθμός
ον.τὸ(θ. κρεασ-)κρέαςπέρας
γεν.τοῦ(κρέασ-ος, κρέα-ος)κρέωςπέρατ-ος
δοτ.τῷ(κρέασ-ι, κρέα-ϊ)κρέᾳπέρατ-ι
αιτ.τὸ(θ. κρεασ-)κρέαςπέρας
κλ.(ὦ)(θ. κρεασ-)κρέαςπέρας
Πληθυντικός αριθμός
ον.τὰ(κρέασ-α, κρέα-α)κρέπέρατ-α
γεν.τῶν(κρεάσ-ων, κρεά-ωνκρεῶνπεράτ-ων
δοτ.τοῖς(κρέασ-σι)κρέα-σι(ν)πέρα-σι(ν)
αιτ.τὰ(κρέασ-α, κρέα-α)κρέπέρατ-α
κλ.(ὦ)(κρέασ-α, κρέα-α)κρέπέρατ-α
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
(κρέασ-ε, κρέα-ε)κρέπέρατ-ε
γεν. δοτ.τοῖν(κρεάσ-οιν, κρεά-οιν)κρεοῖνπεράτ-οιν
Παρατηρήσεις

παρ140.
Σιγμόληκτα ουδέτερα σε -ας είναι έξι: κρέας, γέρας (= βραβείο), γῆρας, πέρας, τέρας, κέρας. Από αυτά:

1) μόνο τα ονόμ. κρέας, γέρας, γῆρας έχουν θέμα παντού καθαρά σιγμόληκτο σε -ασ· αυτά αποβάλλουν το σ ανάμεσα σε δύο φωνήεντα και έπειτα συναιρούν τα δύο αυτά φωνήεντα: τοῦ (κρέασ-ος, κρέα-ος) κρέως· τῷ (κρέασ-ι, κρέα-ϊ) κρέᾳ κτλ. (βλ. §64,1, πβ. §134,3 και §137,3 και §137,4).

2) το όνομα πέρας σχηματίζει την ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού από σιγμόληκτο θέμα σε -ας, χωρίς κατάληξη, και τις άλλες πτώσεις από θέμα σε -ατ, ως οδοντικόληκτο: τοῦ πέρατ-ος, τῷ πέρατ-ι, τὰ πέρατ-α, τῶν περάτ-ων κτλ. (όπως τὸ σῶμα, τοῦ σώματ-ος κτλ.)·

3) το όνομα τέρας σχηματίζει τον ενικό κατά το πέρας: τὸ τέρας, τοῦ τέρατ-ος κτλ.

4) το όνομα κέρας σε όλους τους αριθμούς και το όνομα τέρας στον πληθυντικό και δυϊκό σχηματίζονται και κατά τους δύο τρόπους, δηλ. και ως σιγμόληκτα (κατά το κρέας) και ως οδοντικόληκτα (κατά το πέρας): τὸ κέρας, τοῦ κέρως και κέρατος, τῷ κέρα και κέρατι κτλ. - πληθ. τὰ κέρα καικέρατ-α, τῶν κερῶν και κεράτ-ων κτλ. - δυϊκός τὼ κέρα και κέρατ-ε, τοῖν κεροῖν και κεράτ-οιν· (τὸ τέρας) πληθ. τὰ τέρα καιτέρατ-α κτλ. – δυϊκός τὼ τέρα και τέρατ, τοῖν τεροῖν και τεράτ-οιν·

5) το όνομα γῆρας έχει μόνο ενικό αριθμό (§83,1,β).

ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Γ' ΚΛΙΣΗΣ

παρ141.
Αρσενικά και θηλυκάΟυδέτερα
ΕνικόςΠληθυντ.ΔυϊκόςΕνικόςΠληθυντ.Δυϊκός
ον.-ς ή –-ες-ᾰ
γεν.-ος (ή -ως)-ων-οιν-ος (ή-ως)-ων-οιν
δοτ.-σι(ν)-οιν-σι(ν)-οιν
αιτ.-ᾰ ή ν-ᾰς ή -ς (-νς)-ᾰ
κλ.-ς ή –-ες-ᾰ

Παρατηρήσεις στις καταλήξεις των ονομάτων της γ΄ κλίσης

παρ142.
Από τα ονόματα της γ΄ κλίσης:

1) τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν σε όλες τις πτώσεις τις ίδιες καταλήξεις·

2) τα ουδέτερα διαφέρουν από τα αρσενικά και θηλυκά στην ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού και του πληθυντικού (πβ. και §97).

παρ143.
Το ι και το α στη λήγουσα των ονομάτων της γ΄ κλίσης είναι βραχύχρονα: ἡ γνῶσις, τὴν γνῶσιν, τῷ ἀγῶνι, τοῖς ἀγῶσι – τὸν ἀγῶνα, τοὺς ἀγῶνας, τὸ γῆρας (αλλά: τὰ κρέᾱ και κρέᾰ).

Ο τονισμός των ονομάτων της γ' κλίσης

παρ144.
Παίρνουν περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα (§39,1), αν και δεν προκύπτουν από συναίρεση:

α) οι μονοσύλλαβοι τύποι της ονομ., αιτιατ. και κλητ. που έχουν χαρακτήρα ι, υ (ου, αυ): ὁ κῖς, τὸν κῖν, ὦ κῖ, τοὺς κῖς - ἡ δρῦς, τὴν δρῦν, ὦ δρῦ, τὰς δρῦς (πβ. §110,3) - βοῦς, τὸν βοῦν, ὦ βοῦ, τοὺς βοῦς - ἡ γραῦς, τὴν γραῦν, ὦ γραῦ (πβ. §115

β) η αιτιατική πληθ. των ονομ. σε -ὺς (γεν. -ύος), αν τονίζεται στη λήγουσα: τοὺς ἰχθῦς (πβ. §110,3

γ) η ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού των ουδετέρων πῦρ και οὖς·

δ) η ονομ. και κλητ. του ενικού του θηλ. ἡ γλαῦξ (= κουκουβάγια)·

ε) η κλητ. του ενικού των ονομ. σε -εύς: ὦ βασιλεῦ (§115,2).

παρ145.
Τα μονοσύλλαβα ονόμ. της γ΄ κλίσης στη γεν. και δοτ. όλων των αριθμών τονίζονται στη λήγουσα (αντίθετα με τον κανόνα §39. 3): ἡ φλόξ, τῆς φλογός, τῇ φλογὶ - τῶν φλογῶν, ταῖς φλοξὶ - τοῖν φλογοῖν. Εξαιρούνται τα μονοσύλλαβα ἡ δᾲς (= λαμπάδα), ὁ θὼς (= τσακάλι), τὸ οὖς, ὁ παῖς, ὁ Τρὼς και τὸ φῶς που τονίζονται στη γεν. πληθ. στην παραλήγουσα: τῶν δᾴδων, τῶν θώων, τῶν ὤτων, τῶν παίδων, τῶν Τρώων, τῶν φώτων.

11ο Κεφ. Ανώμαλα ουσιαστικά

παρ146.
Μερικά ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής δεν κλίνονται ομαλά. Τα ουσιαστικά αυτά λέγονται ανώμαλα ουσιαστικά.

Τα ανώμαλα ουσιαστικά κατά το είδος της ανωμαλίας που παρουσιάζουν είναι 1) ανώμαλα κατά το γένος, 2) ετερόκλιτα, 3) μεταπλαστά, 4) ιδιόκλιτα, 5) άκλιτα και 6) ελλειπτικά.

1. Ανώμαλα κατά το γένος

παρ147.
Μερικά ουσιαστικά έχουν στον πληθυντικό αριθμό διαφορετικό γένος απ' ό,τι στον ενικό ή εκτός από το βασικό γένος έχουν συγχρόνως και ένα άλλο.

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
λύχνοςτὰλύχνα
σῖτοςτὰσῖτα
δεσμὸςοἱδεσμοὶκαιτὰδεσμὰ
σταθμὸςοἱσταθμοὶκαιτὰσταθμὰ
τὸστάδιοντὰστάδιακαιοἱστάδιοι

(Π.β. τα νεοελλ.: ὁ πλοῦτος - τὰ πλούτη· ὁ βράχος - οἱ βράχοι και τὰ βράχια· ὁ λόγος - οἱ λόγοι και τὰ λόγια κ.ά.).

παρ148.
Μερικά ουσιαστικά έχουν στον ενικό αριθμό δύο γένη:

ΕνικόςΠληθυντικός
ὁ ζυγὸς και τὸ ζυγὸνὁ νῶτος και τὸ νῶτον
τὰ ζυγὰτὰ νῶτα

(Πβ. τα νεοελληνικά: ὁ πεῦκος και τὸ πεῦκο - τὰ πεῦκα κ.ά.).

2. Ετερόκλιτα

παρ149.
Ετερόκλιτα λέγονται μερικά ουσιαστικά που σχηματίζονται στον πληθυντικό ή σε μερικές πτώσεις κατά διαφορετική κλίση ή συγχρόνως κατά την ίδια και κατά διαφορετική κλίση· π.χ.

1) ὁ ἀμνός, τοῦ ἀμνοῦ κτλ. (κατά τη β΄ κλίση) και τοῦ ἀρνός, τῷ ἀρνί, τὸν ἄρνα - οἱ ἄρνες, τῶν ἀρνῶν, τοῖς ἀρνάσι, τοὺς ἄρνας (κατά τα συγκοπτόμενα της γ΄ κλίσης, από θ. ἀρεν-, ἀρν- του σπάνιου ονόμ. ὁ ἀρήν

2) ὁ Ἄρης, τοῦ Ἄρεως (από το Ἄρηος με αντιμεταχώρηση· §62,5), τῷ Ἄρει, τὸν Ἄρη, ὦ Ἄρες (κατά την γ΄ κλίση) και αιτ. τὸν Ἄρην (κατά την α΄ κλίση)·

3) ἡ γυνὴ (κατά την α΄ κλίση), τῆς γυναικός, τῇ γυναικί, τὴν γυναῖκα, ὦ γύναι - αἱ γυναῖκες, τῶν γυναικῶν, ταῖς γυναιξί, τὰς γυναῖκας, ὦ γυναῖκες (κατά την γ΄ κλίση)·

4) τὸ δάκρυον, τοῦ δακρύου κτλ. (κατά τη β΄ κλίση) - και ονομ., αιτ. και κλητ. δάκρυ (κατά την γ΄ κλίση)·

5) ὁ Θαλῆς (από το Θαλέης), τοῦ Θαλοῦ, τῷ Θαλῇ, τὸν Θαλῆν (κατά τα συνηρημένα της α΄ κλίσης) - γεν. και τοῦ Θάλεω (κατά τα αττικόκλιτα) - και τοῦ Θάλητος, τῷ Θάλητι, τὸν Θάλητα (κατά την γ΄ κλίση)·

6) ὁ Οἰδίπους, τοῦ Οἰδίποδος, τῷ Οἰδίποδι, ὦ Οἰδίπου (κατά την γ΄ κλ.) - και τοῦ Οἰδίπου, τὸν Οἰδίπουν (κατά τα συνηρημένα της β΄ κλίσης, όπως τοῦ περίπλου, τὸν περίπλουν

7) ὁ ὄνειρος και τὸ ὄνειρον, τοῦ ὀνείρου κτλ. (κατά τη β΄ κλίση), τοῦ ὀνείρατος, τῷ ὀνείρατι - τὰ ὀνείρατα, τῶν ὀνειράτων, τοῖς ὀνείρασι (κατά την γ΄ κλίση)·

8) ὁ πρεσβευτής, τοῦ πρεσβευτοῦ, τῷ πρεσβευτῇ κτλ. (κατά την α΄ κλίση) - o πρέσβεις (= οἱ πρεσβευταί), τῶν πρέσβεων, τοῖς πρέσβεσι κτλ.) (κατά την γ΄ κλίση), από το ποιητ. όν. ὁ πρέσβυς (=ὁ γέρων), που οι πεζογράφοι το έλεγαν πρεσβύτης·

9) τὸ πῦρ, τοῦ πυρός, τῷ πυρὶ κτλ. (κατά την γ΄ κλίση) - τὰ πυρά, τῶν πυρῶν, τοῖς πυροῖς κτλ. (κατά τη β΄ κλίση)·

10) ὁ υἱός, τοῦ υἱοῦ, τῷ υἱῷ κτλ. (κατά τη β΄ κλίση) - και τοῦ υἱέος, τῷ υἱεῖ - οἱ υἱεῖς, τῶν υἱέων, τοῖς υἱέσι, τοὺς υἱεῖς κτλ. (κατά τη γ΄ κλίση)·

11) ὁ χρὼς (= δέρμα, έπιδερμίδα), τοῦ χρωτός, τῷ χρωτί, τὸν χρῶτα (κατά την γ΄ κλίση) - αλλά δοτ. και χρῷ (κατά τα αττικόκλιτα, στη φράση ἐν χρῷ = ως το δέρμα).

3. Μεταπλαστά

παρ150.
Μεταπλαστά λέγονται μερικά ουσιαστικά που κλίνονται κατά μία ορισμένη κλίση σε όλες τις πτώσεις, αλλά το θέμα τους (μεταπλάσσεται, δηλ.) μεταβάλλεται σε ορισμένες πτώσεις· π.χ.

1) ὁ Ἀπόλλων, τοῦ Ἀπόλλων-ος, τῷ Ἀπόλλων-ι, τὸν Ἀπόλλων-α και Ἀπόλλω, ὦ Ἄπολλον (θ. Ἀπολλων-, Ἀπολλω-, Απολλον

2) τὸ γόνυ, τοῦ γόνατ-ος, τῷ γόνατ-ι, τὸ γόνυ - τὰ γόνατ-α, τῶν γονάτ-ων, τοῖς γόνασι κτλ. (θ. γονυ-, γονατ-)·

3) τὸ δέλεαρ (= δόλωμα), τοῦ δελέατ-ος, τῷ δελέατ-ι κτλ. (θ. δελεαρ-, δελεατ-)·

4) τὸ δόρυ, τοῦ δόρατ-ος, τῷ δόρατ-ι κτλ. - τὰ δόρατ-α, τῶν δοράτ-ων κτλ. (θ. δορυ-, δορατ-)·

5) ὁ Ζεύς, τοῦ Δι-ός, τῷ Δι-ί, τὸν Δί-α, ὦ Ζεῦ (θ. Ζευ-, Δι-)·

6) τὸ ἧπαρ (= συκώτι), τοῦ ἥπατ-ος, τῷ ἥπατ-ι κτλ. - τὰ ἥπατ-α, τῶν ἡπάτ-ων κτλ. (θ. ἡπαρ-, ἡπατ-)·

7) ἡ κλείς, τῆς κλειδ-ός, τῇ κλειδ-ί, τὴν κλεῖδ-α και τὴν κλεῖ-ν, αἱ κλεῖδ-ες, τῶν κλειδ-ῶν, ταῖς κλει-σί, τὰς κλεῖδ-ας και τὰς κλεῖς (θ. κλειδ-, κλει-)·

8) τὸ κνέφας (= σκοτάδι), τοῦ (κνέφεσ-ος, κνέφε-ος) κνέφους, τῷ (κνέφεσ-ι, κνέφε-ϊ) κνέφει (κατά το βέλος· πβ. §136) και τῷ (κνέφα-σι, κνέφα-ϊ) κνέφᾳ, τὸ κνέφας (κατά τὸ κρέας· πβ. §139), χωρίς πληθ. (θ. κνεφασ- και κνεφεσ-)·

9) ὁ, ἡ κύων, κυν-ός, κυν-ί, κύν-α, κύον - κύν-ες, κυν-ῶν, κυ-σί(ν), κύν- ας, κύν-ες (θ. κυων-, κυον-, κυν-)·

10) ὁ μάρτυς, τοῦ μάρτυρ-ος, τῷ μάρτυρ-ι, τὸν μάρτυρ-α, ὦ μάρτυς - οἱ μάρτυρ-ες, τῶν μαρτύρ-ων, τοῖς μάρτυ-σι, τοὺς μάρτυρ-ας κτλ. (θ. μαρτυ-, μαρτυρ-)·

11) ἡ ναῦς (= πλοίο), τῆς νε-ὼς (από το νη-ὸς με αντιμεταχώρηση· §62,5), τῇ νη-ί, τὴν ναῦ-ν, ὦ ναῦ - αἱ νῆ-ες, τῶν νε-ῶν, ταῖς ναυ-σί, τὰς ναῦς, ὦ νῆ-ες (θ. ναυ-, νη-, νε-)·

12) τὸ οὖς (βλ. §123,4), τοῦ ὠτός, τῷ ὠτ, τὸ οὖς - τὰ ὦτ-α, τῶν ὤτ-ων (βλ. §145), τοῖς ὠ-σί, τὰ ὦτ-α, ὦ ὦτ-α - τὼ ὦτ-ε, τοῖν ὤτ-οιν (θ. οὐσ-, ὠτ-)·

13) ὁ Ποσειδῶν (από το Ποσειδάων), τοῦ Ποσειδῶν-ος, τῷ Ποσειδῶν-ι, τὸν Ποσειδῶν-α και Ποσειδῶ, ὦ Πόσειδον (θ. Ποσειδαων- = Ποσειδων-, Ποσειδω-, Ποσειδον-)·

14) ἡ Πνύξ, τῆς Πυκν-ός, τῇ Πυκν-ί, τὴν Πύκν-α (θ. Πνυκ-, Πυκν-, βλ. §62,3, πβ. και §66

15) ὁ σὴς (= σκόρος), τοῦ σε-ὸς (από το σεσ-ὸς) - οἱ σέ-ες, τῶν σέ-ων, τοὺς σέ-ας και τοῦ σητ-ός, οἱ σῆτ-ες, τῶν σητ-ῶν, τοὺς σῆτ-ας (θ. σησ-, σεσ-, σητ-)·

16) τὸ στέαρ (= λίπος), τοῦ στέατ-ος, τῷ στέατ-ι κτλ. (θ. στεαρ- στεατ-)·

17) τὸ ὕδωρ, τοῦ ὕδατ-ος, τῷ ὕδατ-ι κτλ. (θ. ὑδωρ-, ὑδατ-)·

18) τὸ φρέαρ (= πηγάδι), τοῦ φρέατ-ος, τῷ φρέατ-ι κτλ. (θ. φρεαρ-, φρεατ-)·

19) ἡ χείρ, τῆς χειρ-ός, τῇ χειρ-ί, τὴν χεῖρ-α, ὦ χεὶρ - αἱ χεῖρ-ες, τῶν χειρ-ῶν, ταῖς χερ-σί, τὰς χεῖρ-ας, ὦ χεῖρ-ες - τὼ χεῖρ-ε, τοῖν χερ-οῖν (θ. χειρ-, χερ-).

4. Ιδιόκλιτα

παρ151.
Ιδιόκλιτα ουσιαστικά λέγονται όσα δεν κλίνονται σύμφωνα με μία από τις τρεις κλίσεις, παρά ακολουθούν δικό τους σχηματισμό, δηλ. κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο. Τέτοια είναι μερικά κύρια ονόματα α) ελληνικά με συντομότερο τύπο, δηλ. με αφαίρεση συλλαβών, και β) ξενικά· π.χ.

ονομαστικήγεν.δοτ.αιτ.κλ.
Ἀλεξᾶς (από το Ἀλέξανδρος)-ᾶ-ᾷ-ᾶν-ᾶ
Μητρᾶς (από το Μητρόδωρος)-ᾶ-ᾷ-ᾶν-ᾶ
Φιλῆς (από το Φιλήμων)-ῆ-ῇ-ῆν-ῆ
Διονῦς (από το Διονύσιος)-ῦ-ῦ-ῦν-ῦ
Ἰησοῦς (εβραϊκό όνομα)-οῦ-οῦ-οῦν-οῦ
Νεκῶς (αιγυπτ. όνομα)-ῶ-ῷ-ῶν-ῶ

Ιδιόκλιτα είναι και μερικά προσηγορικά σε -ᾶς: ὁ φαγᾶς, ὁ καταφαγᾶς (= αυτός που τρώει αρπαχτικά), ὁ τρεσᾶς (= άνθρωπος που τρέπεται σε φυγή από φόβο, δειλός) κ.ά.

Τα ιδιόκλιτα συνηθίζονται μόνο στον ενικό.

5. Άκλιτα

παρ152.
Άκλιτα ουσιαστικά λέγονται όσα δεν κλίνονται, δηλ. όσα διατηρούν σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τύπο. Τέτοια είναι:

1) το ουδ. όν. τὸ χρεὼν (= η ανάγκη), τοῦ χρεών, τῷ χρεὼν κτλ.·

2) τα ονόμ. των γραμμάτων του αλφαβήτου (που συνηθίζονται ουδέτερα): τὸ ἄλφα (τοῦ ἄλφα κτλ.), τὸ βῆτα (τοῦ βῆτα κτλ.), τὸ γάμμα (τοῦ γάμμα κτλ.)·

3) το απαρέμφατο με το ουδέτερο άρθρο: τὸ λέγειν (τοῦ λέγειν κτλ.)·

4) οποιαδήποτε λέξη (κλιτή ή άκλιτη), καθώς και φράση ολόκληρη, όταν χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα ή ως ουσιαστικά αποχωρισμένα από την όλη φράση, με το ουδ. άρθρο εμπρός από αυτά: τὸ ἄνθρωπος ἐστὶν ὄνομα· τὸ ἀρκτικὸν φωνῆεν τοῦ ἄνθρωπος· τὸ λίαν ἧσσον ἐπαινῶ τοῦ μηδὲν ἄγαν· (πβ. τα νεοελλ.: το παίζω είναι ρήμα · να κλιθεί ο αόριστος του παίζω· το πάτερ ἡμῶν, του πάτερ ἡμῶν κτλ.)·

5) μερικά ξενικά κύρια ονόματα: ὁ Ἀδὰμ (τοῦ Ἀδὰμ κτλ.), ὁ Δαβὶδ (τοῦ Δαβὶδ κτλ.), τὸ Πάσχα (τοῦ Πάσχα κτλ.), ονόματα εβραϊκά κ.ά.

6. Ελλειπτικά

παρ153.
Ελλειπτικά ουσιαστικά λέγονται όσα είναι εύχρηστα μόνο σε μερικές πτώσεις. Τέτοια είναι:

1) οι λ. τὸ ὄφελος, τὸ ὄναρ και τὸ ὕπαρ (= όραμα, οπτασία), που είναι εύχρηστες μόνο στην ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού (πβ. τα νεοελλ.: το δείλι, το πρωί κτλ.)·

2) οι λ. τὸ δέμας (= σώμα), τὸ σέβας και τὸ σέλας (= λαμπρό φως), που είναι εύχρηστες επίσης στην ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού·

3) η λ. μάλης (γεν.), εύχρηστη μόνο στη φράση ὑπὸ μάλης (= κάτω από τη μασχάλη)·

4) η λ. νέωτα (αιτ. εν.), εύχρηστη στη φράση ἐς νέωτα (= του χρόνου)·

5) οι κλητικές ὦ μέλε (= καλέ μου) και ὦ τᾶν (= φίλε μου).

12ο Κεφ. Γενικά για τα επίθετα

1. Ορισμός, γένη και καταλήξεις των επιθέτων

παρ154.
Επίθετα λέγονται οι λέξεις που φανερώνουν ιδιότητα ή ποιότητα ουσιαστικών: σοφὸς (ἀνήρ), καλὴ (γυνή), ὑψηλὸν (ὄρος)·

παρ155.
Από τα επίθετα:

1) πολλά είναι τρικατάληκτα με τρία γένη, δηλ. έχουν τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο) και τρεις καταλήξεις, μία για κάθε γένος: ὁ σοφός, ἡ σοφή, τὸ σοφόν — ὁ βαθύς, ἡ βαθεῖα, τὸ βαθύ·

2) αρκετά είναι δικατάληκτα με τρία γένη, δηλ. έχουν τρία γένη, αλλά μόνο δύο καταλήξεις, μία για το αρσενικό και το θηλυκό και μία για το ουδέτερο: ὁ, ἡ ἄφθονος, τὸ ἄφθονον — ὁ, ἡ ἐπιμελής, τὸ ἐπιμελές·

3) μερικά είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη, δηλ. έχουν μόνο δύο γένη, το αρσενικό και το θηλυκό, και μία κοινή κατάληξη: ὁ, ἡ πένης — ὁ, ἡ φυγὰς — ὁ, ἡ ἅρπαξ.

2. Κλίση των επιθέτων

παρ156.
Τα επίθετα ανάλογα με την κατάληξή τους κλίνονται κατά μία από τις κλίσεις των ουσιαστικών. Και:

1) τα τρικατάληκτα με τρία γένη σχηματίζουν το θηλυκό πάντοτε κατά την α΄ κλίση (ἡ δικαία, ἡ καλή — ἡ βαθεῖα, ἡ πᾶσα) και το αρσενικό και το ουδέτερο άλλα κατά τη β΄ κλίση και άλλα κατά την γ΄ κλίση (ὁ δίκαιος, τὸ δίκαιον, γεν. τοῦ δικαίου — ὁ ἅπας, τὸ ἅπαν, γεν. τοῦ ἅπαντος)·

2) τα δικατάληκτα με τρία γένη κλίνονται άλλα κατά τη β΄ και άλλα κατά την γ΄ κλίση: ὁ, ἡ βάρβαρος, τὸ βάρβαρον, γεν. τοῦ βαρβάρου — ὁ, ἡ σώφρων, τὸ σῶφρον, γεν. τοῦ σώφρονος·

3) τα μονοκατάληκτα με δύο γένη κλίνονται τα περισσότερα κατά την γ΄ κλίση: ὁ, ἡ φυγάς, γεν. φυγάδος — ὁ, ἡ πένης, γεν. πένητος.

παρ157.
Όσα επίθετα σχηματίζουν το αρσενικό και το ουδέτερο κατά τη β΄ κλίση λέγονται δευτερόκλιτα· όσα σχηματίζουν τα δύο αυτά γένη κατά την γ΄ κλίση λέγονται τριτόκλιτα.

13ο Κεφ. Δευτερόκλιτα επίθετα

1. Ασυναίρετα δευτερόκλιτα επίθετα

α) Τρικατάληκτα με 3 γένη (σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον)

παρ158.
(θ. σοφο-, σοφη-, σοφο-)(θ. δικαιο-, δικαια-, δικαιο-)
Ενικός αριθμός
ον.σοφὸςσοφσοφὸνδίκαιοςδικαίαδίκαιον
γεν.σοφοῦσοφῆςσοφοῦδικαίουδικαίαςδικαίου
δοτ.σοφῷσοφῇσοφῷδικαίῳδικαίᾳδικαίῳ
αιτ.σοφὸνσοφὴνσοφὸνδίκαιονδικαίανδίκαιον
κλ.σοφὲσοφὴσοφὸνδίκαιεδικαίαδίκαιον
Πληθυντικός αριθμός
ον.σοφοὶσοφαὶσοφὰδίκαιοιδίκαιαιδίκαια
γεν.σοφῶνσοφῶνσοφῶνδικαίωνδικαίωνδικαίων
δοτ.σοφοῖςσοφαῖςσοφοῖςδικαίοιςδικαίαιςδικαίοις
αιτ.σοφοὺςσοφὰςσοφὰδικαίουςδικαίαςδίκαια
κλ.σοφοὶσοφαὶσοφὰδίκαιοιδίκαιαιδίκαια
Δυϊκός αριθμός
ον., αιτ., κλ.σοφὼσοφὰσοφὼδικαίωδικαίαδικαίω
γεν., δοτ.σοφοῖνσοφαῖνσοφοῖνδικαίοινδικαίαινδικαίοιν

Επίθετα σε ος, -η, -ον: ἀγαθὸς (-ή, -όν), ἁγνός, θερμός, κακός, καλός, πιστός, σεμνός, ὑψηλός· ἀρχικός, ἠθικός, θετικός, λογικός, σωματικός, φυσικός, ψυχικός· ἐαρινός, νυκτερινός, χειμερινός - φίλος (φίλη, φίλον), ἴσος, κοῦφος, μέσος, ἀνθρώπινος (· ίνη, -ινον), κρίθινος, λίθινος, ξύλινος κ.ά.- Επίσης τα ρήματ. επίθ. σε -τός: ἁλωτὸς (-ή, τόν), βατός, γραπτός, δυνατός, θαυμαστός κ.ά. (§393)· τα τακτικά αριθμητικά: πρῶτος (πρώτη, πρῶτον), τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, ἕκτος, ἕβδομος, ὄγδοος,... εἰκοστός,... ἑκατοστός,... χιλιοστός κτλ. (§208) κ.ά.

Επίθετα σε -ος, -α, -ον: ἀραιὸς (-ά, -όν), δεξιός, παλαιός, στερεός· καθαρός, λαμπρός, μικρός, πονηρός - ἀνδρεῖος (-εία, -εῖον), ἀρχαῖος, γενναῖος, νέος, λεῖος, ὡραῖος· διψαλέος, θαρραλέος, πειναλέος - ἅγιος (-ία, -ιον), ἄξιος, βέβαιος, ἐπιτήδειος, πλούσιος, τέλειος κ.ά.- Επίσης τα ρηματ. επίθ. σε -τέος: γραπτέος, διαβατέος, εὐεργετητέος, ὠφελητέος κ.ά. (§393)· τα απόλυτα αριθμητικά σε πληθυντικό: διακόσιοι (-αι, -α), τριακόσιοι, τετρακόσιοι,... χίλιοι,... μύριοι κτλ. (§207,β)· τα χρονικά αριθμητικά: δευτεραῖος, τριταῖος, τεταρταῖος κτλ.· τα αναλογικά αριθμητικά: διπλάσιος (-ία, -ιον), τριπλάσιος, τετραπλάσιος κτλ. (§208), το τακτικό αριθμητ. δεύτερος (-έρα, -ερον) κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ159.
Το θηλυκό των τρικατάληκτων επιθέτων σε -ος:

1) λήγει σε -η, αν πριν από την κατάληξη -ος του αρσενικού υπάρχει σύμφωνο εκτός από το ρ: ἀγαθός, ἀγαθή — πιστός, πιστή· λήγει σε , αν πριν από την κατάλ. -ος του αρσενικού υπάρχει φωνήεν ή ρ: ἅγιος, ἁγία — γενναῖος, γενναία — φαιδρός, φαιδρὰ (εκτός από το ὄγδοος, ὀγδόη

2) στην ονομαστική, γεν. και κλητ. του πληθυντικού τονίζεται όπου και όπως τονίζεται στις ίδιες πτώσεις το αρσενικό: ἡ ἁγία — αἱ ἅγιαι, τῶν ἁγίων, ὦ ἅγιαι (όπως οἱ ἅγιοι, τῶν ἁγίων, ὦ ἅγιοιἡ γενναία — αἱ γενναῖαι, τῶν γενναίων, ὦ γενναῖαι (όπως οἱ γενναῖοι, τῶν γενναίων, ὦ γενναῖοιἡ φαιδρὰ — αἱ φαιδραί, τῶν φαιδρῶν, ὦ φαιδραὶ (όπως οἱ φαιδροί, τῶν φαιδρῶν, ὦ φαιδροί). Έτσι και αἱ μύριαι (= δέκα χιλιάδες), τῶν μυρίων, ὦ μύριαι (όπως οἱ μύριοι, τῶν μυρίων, ὦ μύριοιαἱ μυρίαι (= αναρίθμητες), τῶν μυρίων, ὦ μυρίαι (όπως οἱ μυρίοι, τῶν μυρίων, ὦ μυρίοι).

β) Δικατάληκτα με τρία γένη (σε -ος, -ον)

παρ160.
(θ. ἀφθονο-)(θ. τιμωρο-)
Ενικός αριθμός
ον.ὁ ἡἄφθονοςτὸἄφθονονὁ ἡτιμωρὸςτὸτιμωρν
γεν.τοῦ τῆςἀφθόνουτοῦἀφθόνουτοῦ τῆςτιμωροῦτοῦτιμωροῦ
δοτ.τῷ τῇἀφθόνῳτῷἀφθόνῳτῷ τῇτιμωρῷτῷτιμωρῷ
αιτ.τὸν τήνἄφθονοντὸἄφθονοντὸν τὴντιμωρὸντὸτιμωρὸν
κλ.(ὦ)ἄφθονε(ὦ)ἄφθονον(ὦ)τιμωρὲ(ὦ)τιμωρὸν
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱ αἱἄφθονοιτὰἄφθοναοἱ αἱτιμωροὶτὰτιμωρὰ
γεν.τῶνἀφθόνωντῶνἀφθόνωντῶντιμωρῶντῶντιμωρῶν
δοτ.τοῖς ταῖςἀφθόνοιςτοῖςἀφθόνοιςτοῖς ταῖςτιμωροῖςτοῖςτιμωροῖς
αιτ.τοὺς τὰςἄφθονουςτὰἄφθονατοὺς τὰςτιμωροὺςτὰτιμωρὰ
κλ.(ὦ)ἄφθονοι(ὦ)ἄφθονο(ὦ)τιμωροὶ(ὦ)τιμωρὰ
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἀφθόνωτιμωρώ
γεν. δοτ.τοῖνἀφθόνοιντιμωροῖν

Παρατηρήσεις

παρ161.
Από τα δευτερόκλιτα επίθετα είναι δικατάληκτα:

α) τα περισσότερα από τα σύνθετα σε -ος: ὁ, ἡ ἄγονος, τὸ ἄγονον — ὁ, ἡ ἀθάνατος, τὸ ἀθάνατον - ὁ, ἡ ἄκαιρος, τὸ ἄκαιρον - ὁ, ἡ ἄκαρπος, τὸ ἄκαρπον - ὁ, ἡ ἀξιόμαχος, τὸ ἀξιόμαχον - ὁ, ἡ ἔνδοξος, τὸ ἔνδοξον κ.ά.

β) τα απλά επίθετα αἴθριος, αἰφνίδιος, βάναυσος, βάρβαρος, βάσκανος, βέβηλος, γαμήλιος, δόκιμος, ἕωλος (= παλιός), ἥμερος, ἤρεμος, ἥσυχος, κίβδηλος, λάβρος, λάλος, χέρσος, τιθασὸς (= εξημερωμένος, ήμερος)·

γ) μερικά επίθετα σε -ος, που χρησιμοποιούνται (στο αρσεν. και το θηλ.) και ως ουσιαστικά: ὁ, ἡ ἀγωγός, τὸ ἀγωγὸν (= αυτός που οδηγεί, που φέρνει) — ὁ, ἡ βοηθός, τὸ βοηθὸν (= αυτός που βοηθεί) — ὁ, ἡ τιμωρός, τὸ τιμωρὸν (= αυτός που τιμωρεί) — ὁ, ἡ τύραννος, τὸ τύραννον (= τυραννικός).

2. Συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα

παρ162.
Μερικά δευτερόκλιτα επίθετα, που πριν από το χαρακτήρα τους ο έχουν άλλο ο ή ε, συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Τα επίθετα αυτά λέγονται συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα (πβ. §99). Από αυτά άλλα είναι τρικατάληκτα (με τρία γένη) και άλλα δικατάληκτα (με τρία γένη).

α) Τρικατάληκτα με τρία γένη

(θ. χρυσεο-)(θ. χρυσεᾱ)(θ. χρυσεο-)
Ενικός αριθμός
ον.(χρύσεος)χρυσοῦς(χρυσέᾱ)χρυσῆ(χρύσεον)χρυσοῦν
γεν.(χρυσέου)χρυσοῦ(χρυσέας)χρυσῆς(χρυσέου)χρυσοῦ
δοτ.(χρυσέῳ)χρυσῷ(χρυσέᾳ)χρυσῇ(χρυσέῳ)χρυσῷ
αιτ.(χρύσεον)χρυσοῦν(χρυσέαν)χρυσῆν(χρύσεον)χρυσοῦν
Πληθυντικός αριθμός
ον.(χρύσεοι)χρυσοῖ(χρύσεαι)χρυσαῖ(χρύσεα)χρυσᾶ
γεν.(χρυσέων)χρυσῶν(χρυσέων)χρυσῶν(χρυσέων)χρυσῶν
δοτ.(χρυσέοις)χρυσοῖς(χρυσέαις)χρυσαῖς(χρυσέοις)χρυσοῖς
αιτ.(χρυσέους)χρυσοῦς(χρυσέας)χρυσᾶς(χρύσεα)χρυσᾶ
Δυϊκός αριθμός
ον., αιτ.(χρυσέω)χρυσ(χρυσέα)χρυσᾶ(χρυσέω)χρυσὼ
γεν., δοτ.(χρυσέοιν)χρυσοῖν(χρυσέαιν)χρυσαῖν(χρυσέοιν)χρυσοῖν

Κατά το (χρύσεος) χρυσοῦς κλίνονται: (κυάνεος) κυανοῦς, (κυανέα) κυανῆ, (κυάνεον) κυανοῦν· λινοῦς, λινῆ, λινοῦν· φοινικοῦς, φοινικῆ, φοινικοῦν· χαλκοῦς, χαλκῆ, χαλκοῦν κ.ά.

Όμοια κλίνονται τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά σε -πλοῦς, -πλῆ, -πλοῦν: (ἁπλόος) ἁπλοῦς, (ἁπλόη) ἁπλῆ, (ἁπλόον) ἁπλοῦν (γεν. τοῦ ἁπλοῦ, τῆς ἁπλῆς, τοῦ ἁπλοῦ κτλ.)· διπλοῦς, διπλῆ, διπλοῦν· τριπλοῦς, τριπλῆ, τριπλοῦν κτλ., καθώς και τα πολλαπλοῦς, -ῆ, -οῦν· ποσαπλοῦς, -ῆ, -οῦν (βλ. §209).

β) Δικατάληκτα με 3 γένη (σε -ους -ουν)

(θ. εὐνοο-)
Ενικός αριθμός
ον.(εὔνοος)εὔνουςτὸ(εὔνοον)εὔνουν
γεν.τοῦτῆς(εὐνόου)εὔνουτοῦ(εὐνόου)εὔνου
δοτ.τῷτῇ(εὐνόῳ)εὔνῳτῷ(εὐνόῳ)εὔνῳ
αιτ.τὸντὴν(εὔνοον)εὔνουντό(εὔνοον)εὔνουν
Πληθυντικός αριθμός
ον.oἱαἱ(εὔνοοι)εὖνοιτὰ(εὔνοα)εὔνοα
γεν.τῶν(εὐνόων)εὔνωντῶν(εὐνόων)εὔνων
δοτ.τοῖςταῖς(εὐνόοις)εὔνοιςτοῖς(εὐνόοις)εὔνοις
αιτ.τοὺςτὰς(εὐνόους)εὔνουςτὰ(εὔνοα)εὔνοα
Δυϊκός αριθμός
ον., αιτ.τὼ(εὐνόω)εὔνωτὼ(εὐνόω)εὔνω
γεν., δοτ.τοῖν(εὐνόοιν)εὔνοιντοῖν(εὐνόοιν)εὔνοιν

Κατά το εὔνους κλίνονται επίθετα σύνθετα με δεύτερο συνθετικό τις λέξεις νοῦς, πλοῦς, ῥοῦς, χροῦς· π.χ. ἄνους, δύσνους, κακόνους, κουφόνους, σύννους· ἄπλους, δύσπλους, εὔπλους· εὔρους· ἄχρους, εὔχρους κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ163.
Τα συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα:

1) σχηματίζονται όπως και τα αντίστοιχα συνηρημένα ουσιαστικά της β΄ και της α΄ κλίσης (βλ. §99 και §92

2) δεν έχουν κλητική.

παρ164.
Στα τρικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -οῦς όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στη λήγουσα, ακόμη και όταν δεν τονίζεται κανένα από τα φωνήεντα που συναιρούνται (αντίθετα με τον κανόνα §54): (χρύσεος) χρυσοῦς — (σιδήρεος) σιδηροῦς — (ἀργύρεαι) ἀργυραῖ (από αναλογία προς τις πτώσεις που τονίζονται κανονικά στη λήγουσα· πβ. §100,2).

παρ165.
Στα δικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -ους:

1) το οα στο τέλος του πληθ. των ουδετέρων μένει ασυναίρετο: εὔνοα, εὔχροα·

2) η λήγουσα -οι της ονομ. του πληθ. των αρσενικών λογαριάζεται βραχύχρονη, αν και προκύπτει από συναίρεση: εὖνοι, εὖπλοι (από αναλογία προς τα ασυναίρετα: οἱ φαῦλοι

3) όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στην παραλήγουσα, ακόμη και όταν η λήγουσα προκύπτει από συναίρεση τονισμένου φωνήεντος: τοῦ (εὐνόου) εὔνου, τῶν (εὐνόων) εὔνων (από αναλογία προς τους τύπους που κανονικά τονίζονται στην παραλήγουσα: εὔνοος – εὔνους, εὔνοοι – εὖνοι κτλ.).

3. Αττικόκλιτα επίθετα

παρ166.
Μερικά επίθετα κλίνονται κατά την αττική δεύτερη κλίση (βλ §101) και λέγονται αττικόκλιτα. Των επιθέτων αυτών το αρσενικό και το θηλυκό λήγει σε -ως και το ουδέτερο σε -ων.

Παραδείγματα

(θ. ἱλεω-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ὁ ἡἵλεωςτὸἵλεωνοἱ αἱἵλετὰἵλεα
γεν.τοῦ τῆςἵλεωτοῦἵλεωτῶνἵλεωντῶνἵλεων
δοτ.τῷ τῇἵλετῷἵλετοῖς ταῖςἵλεῳςτοῖςἵλεῳς
αιτ.τὸν τὴνἵλεωντὸἵλεωντοὺς τὰςἵλεωςτὰἵλεα
κλ.(ὦ)ἵλεως(ὦ)ἵλεων(ὦ)ἵλε(ὦ)ἵλεα
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
ἵλεω
γεν. δοτ.τοῖνἵλεῳν

Παρατηρήσεις

παρ167.
Τα αττικόκλιτα επίθετα:

1) είναι δικατάληκτα: ὁ, ἡ ἀγήρως, τὸ ἀγήρων — ὁ, ἡ ἀξιόχρεως, τὸ ἀξιόχρεων — ὁ, ἡ λεπτόγεως, τό λεπτόγεων (= αυτός που έχει γη λεπτή, όχι λιπαρή) κ.ά.· τρικατάληκτο είναι μόνο το επίθ. πλέως, πλέα, πλέων (που το θηλυκό του σχηματίζεται κατά την α΄ κλίση)· αλλά τα σύνθετά του είναι δικατάληκτα: ὁ, ἡ ἔμπλεως, τὸ ἔμπλεων·

2) στην ονομαστ., αιτιατ. και κλητ. του πληθυντικού του ουδετέρου έχουν κατάληξη -α κατά τα ουδέτερα της κοινής β΄ κλίσης: ἵλεα, ἀξιόχρεα (όπως: δίκαια).

14ο Κεφ. Τριτόκλιτα επίθετα

παρ168.
Τα τριτόκλιτα επίθετα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα τους, όπως και τα ουσιαστικά, σε φωνηεντόληκτα και συμφωνόληκτα (π.β. §107).

Α΄. Φωνηεντόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης

α) Τρικατάληκτα (σε -ῠς, -ειᾰ, -ῠ)

παρ169.
(θ. βαθυ-, βαθε-)(θ. θηλυ-, θηλε-)
Ενικός αριθμός
ον.βαθὺ-ςβαθεῖαβαθὺθῆλυ-ςθήλειᾰθῆλυ
γεν.βαθέ-οςβαθείαςβαθέ-οςθήλε-οςθηλείαςθήλε-ος
δοτ.βαθεῖβαθείᾳβαθεῖθήλειθηλείᾳθήλει
αιτ.βαθὺ-νβαθεῖανβαθὺθῆλυ-νθήλειᾰνθῆλυ
κλ.βαθὺβαθεῖαβαθὺθῆλυθήλειᾰθῆλυ
Πληθυντικός αριθμός
ον.βαθεῖςβαθεῖαιβαθέ-αθήλειςθήλειαιθήλε-α
γεν.βαθέ-ωνβαθειῶνβαθέ-ωνθηλέ-ωνθηλειῶνθηλέ-ων
δοτ.βαθέ-σιβαθείαιςβαθέ-σιθήλε-σιθηλείαιςθήλε-σι
αιτ.βαθεῖςβαθείαςβαθέ-αθήλειςθηλείαςθήλε-α
κλ.βαθεῖςβαθεῖαιβαθέ-αθήλειςθήλειαιθήλε-α
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ. κλ.βαθεῖβαθείαβαθεῖθήλειθηλείαθήλει
γεν. δοτ.βαθέ-οινβαθείαινβαθέ-οινθηλέ-οινθηλείαινθηλέ-οιν

Παρατηρήσεις

παρ170.
Τα τριτόκλιτα επίθετα σε -υς,-εια, -υ:

1) στο αρσεν. (και στο ουδέτερο) είναι γενικώς οξύτονα: βαθύς, βαρύς, βραδύς, γλυκύς, δασύς, εὐθύς, εὐρύς, ἡδύς, θρασύς, ὀξύς, παχύς, ταχύς, τραχύς κ.ά.· βαρύτονα είναι μόνο το θῆλυς, θήλεια, θῆλυ και το ἥμισυς, ἡμίσεια, ἥμισυ (γεν. του ἡμίσεος, τῆς ἡμισείας, τοῦ ἡμίσεος κτλ.)·

2) παρουσιάζονται με δύο θέματα: το ένα σε , από το οποίο σχηματίζονται η ονομαστ., αιτιατ. και κλητ. του ενικού του αρσεν. και του ουδετέρου, και το άλλο σε , από το οποίο σχηματίζονται όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών·

3) συναιρούν το χαρακτήρα ε με το ακόλουθο ε ή ι σε ει· το ἥμισυς συναιρεί πολλές φορές και το ε+α στο τέλος του ουδετέρου σε -η: τὰ ἡμίσεα και τὰ ἡμίση.

4) την κλητ. του ενικού του αρσεν. τη σχηματίζουν χωρίς κατάληξη -ς (ὦ βαθύ, ὦ ταχύ, ὦ θῆλυ, ὦ ἥμισυ) και την αιτιατ. του πληθ. όμοια με την ονομαστική (τοὺς βαθεῖς, τοὺς ταχεῖς· πβ. §112,4: τοὺς πήχεις).

5) το θηλυκό το σχηματίζουν με την κατάληξη -jα: βαθέ-jα, όπου το ε+j συναιρείται σε -ει: βαθεῖα.

β) Δικατάληκτα (σε -ῠς, -ῠ, γεν. -υος ή -εος)

παρ171.
Κατά την γ΄ κλίση κλίνονται και μερικά σύνθετα δικατάληκτα επίθετα σε -υς (αρσ. και θηλ.), (ουδέτ.), γεν. -υος ή-εος, με β΄ συνθετικό ουσιαστικό φωνηεντόληκτο σε -υς (γεν. -υος ή -εως).

Παραδείγματα

(θ. εὐβοτρυ -)(θ. διπηχυ-, διπηχε-)
Ενικός αριθμός
ον.ὁ ἡεὔβοτρυ-ςτὸεὔβοτρυὁ ἡδίπηχυ-ς
γεν.τοῦ τῆςεὐβότρυ-οςτοῦεὐβότρυ-οςτοῦ τῆςδιπήχε-ος
δοτ.τῷ τῇεὐβότρυ-ϊτῷεὐβότρυ-ϊτῷ τῇδιπήχει
αιτ.τὸν τήνεὔβοτρυ-ντὸεὔβοτρυτὸν τὴνδίπηχυν
κλ.(ὦ)εὔβοτρυ(ὦ)εὔβοτρυ(ὦ)δίπηχυ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱ αἱεὐβότρυ-εςτὰεὐβότρυ-αοἱ αἱδιπήχεις
γεν.τῶνεὐβοτρύ-ωντῶνεὐβοτρύ-ωντῶνδιπηχέ-ων
δοτ.τοῖς ταῖςεὐβότρυ-σιτοῖςεὐβότρυ-σιτοῖς ταῖςδιπήχε-σι
αιτ.τοὺς τὰςεὐβότρῡ-ςτὰεὐβότρυ-ατοὺς τὰςδιπήχεις
κλ.(ὦ)εὐβότρυ-ες(ὦ)εὐβότρυ-α(ὦ)διπήχεις

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμόςΔυϊκός και για τα 3 γένη
ον.τὸδίπηχυτὰδιπήχε-α και διπήχηον. αιτ. κλ.εὐβότρυ-ε
γεν.τοῦδιπήχε-οςτῶνδιπηχέ-ωνγεν. δοτ.εὐβοτρύ-οιν
δοτ.τῷδιπήχειτοῖςδιπήχε-σιον. αιτ. κλ.διπήχει
αιτ.τὸδίπηχυτὰδιπήχε-α (-η)γεν. δοτ.διπηχέ-οιν
κλ.(ὦ)δίπηχυ(ὦ)διπήχε-α (-η)

Κατά το εὔβοτρυς (= αυτός που έχει άφθονα σταφύλια) κλίνονται: πολύιχθυς, φίλιχθυς· λεύκοφρυς, σύνοφρυς· ἄδακρυς, πολύδακρυς, φιλόδακρυς κ.ά.

Κατά το δίπηχυς κλίνονται: τρίπηχυς, τετράπηχυς κτλ., διπέλεκυς, τριπέλεκυς κτλ.

Β΄. Συμφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης

I. Αφωνόληκτα

α) Τρικατάληκτα

παρ172.
1) Σε -ας, -ασα, -αν

(θ. παντ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.πᾶςπᾶσαπᾶνπάντ-εςπᾶσαιπάντ-α
γεν.παντ-ὸςπάσηςπαντ-ὸςπάντ-ωνπασῶνπάντ-ων
δοτ.παντ-ὶπάσῃπαντ-ὶπᾶσιπάσαιςπᾶσι
αιτ.πάντ-απᾶσανπᾶνπάντ-αςπάσαςπάντ-α
κλ.πᾶςπᾶσαπᾶνπάντ-εςπᾶσαιπάντ-α

Όμοια κλίνονται: ἅπας, ἅπασα, ἅπαν· σύμπας, σύμπασα, σύμπαν· ἁπαξάπας, ἁπαξάπασα, ἁπαξάπαν.

παρ173.
2) Σε -εις, -εσσα, -εν

(θ. χαριεντ-, χαριετ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.χαρίειςχαρίεσσαχαρίενχαρίεντ-εςχαρίεσσαιχαρίεντ-α
γεν.χαρίεντ-οςχαριέσσηςχαρίεντ-οςχαριέντ-ωνχαριεσσῶνχαριέντ-ων
δοτ.χαρίεντ-ιχαριέσσῃχαρίεντ-ιχαρίεσιχαριέσσαιςχαρίεσι
αιτ.χαρίεντ-αχαρίεσσανχαρίενχαρίεντ-αςχαριέσσαςχαρίεντ-α
κλ.χαρίενχαρίεσσαχαρίενχαρίεντ-εςχαρίεσσαιχαρίεντ-α
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
χαρίεντ-εχαριέσσαχαρίεντ-ε
γεν. δοτ.χαριέντ-οινχαριέσσαινχαριέντ-οιν

Κατά το χαρίεις, -εσσα, -εν (= γεμάτος χάρη. χαριτωμένος) κλίνονται επίθετα που σημαίνουν πλησμονή (βλ. §397,4): ἀστερόεις, ἠνεμόεις και ἀνεμόεις (= αυτός που έχει πολύ άνεμο ή γρήγορος όπως ο άνεμος), ἰχθυόεις, ὑλήεις (= γεμάτος δάση), φωνήεις (= αυτός που έχει φωνή) κ.ά.

παρ174.
3) Σε -ων, -ουσα, -ον

(θ. ἀκοντ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ἄκωνἄκουσαἆκονἄκοντ-εςἄκουσαιἄκοντ-α
γεν.ἄκοντ-οςἀκούσηςἄκοντ-οςἀκόντ-ωνἀκουσῶνἀκόντ-ων
δοτ.ἄκοντ-ιἀκούσῃἄκοντ-ιἄκουσιἀκούσαιςἄκουσι
αιτ.ἄκοντ-αἄκουσανἆκονἄκοντ-αςἀκούσαςἄκοντ-α
κλ.ἆκονἄκουσαἆκονἄκοντ-εςἄκουσαιἄκοντ-α
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
ἄκοντ-εἀκούσαἄκοντ-ε
γεν. δοτ.ἀκόντ-οινἀκούσαινἀκόντ-οιν

Κατά το ἄκων (= μη θέλοντας, ακούσιος) κλίνεται και το ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκὸν (= θέλοντας, εκούσιος), γεν. ἑκόντ-ος, ἑκούσης, ἑκόντ-ος κτλ.

β) Δικατάληκτα

παρ175.
Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι δικατάληκτα με τρία γένη. Αυτά είναι σύνθετα με β΄ συνθετικό ουσιαστικό τριτόκλιτο αφωνόληκτο (χάρις, ἐλπίς, πούς, ὀδούς κ.ά) και κλίνονται συνήθως όπως το β΄ συνθετικό τους:

1) ὁ, ἡ εὔχαρις, τὸ εὔχαρι· γεν. εὐχάριτ-ος· δοτ. εὐχάριτ-ι· αιτ. τόν, τὴν εὔχαρι-ν, τὸ εΰχαρι — οἱ, αἱ εὐχάριτ-ες, τὰ εὐχάριτ-α· γεν. τῶν εὐχαρίτ-ων· δοτ. εὐχάρι-σι κτλ.·

2) ὁ, ἡ εὔελπις, τὸ εὔελπι· γεν. εὐέλπιδ-ος· δοτ. εὐέλπιδ-ι· αιτ. τόν, τὴν εὔελπι-ν, τὸ εὔελπι· κλ. αρσ. και θηλ. ὦ εὔελπις, ουδ. ὦ εὔελπι· οἱ, αἱ εὐέλπιδ-ες, τὰ εὐέλπιδ-α· γεν. τῶν εὐελπίδ-ων, δοτ. τοῖς εὐέλπι-σι κτλ.·

3) ὁ, ἡ δίπους, τὸ δίπουν· γεν. δίποδ-ος· δοτ. δίποδ-ι· αιτ. τόν, τὴν δίποδ-α (και δίπουν), τὸ δίπουν· κλ. αρσ. και θηλ. ὦ δίπους, ουδ. ὦ δίπου· οἱ, αἱ δίποδες, τὰ δίποδ-α· γεν. τῶν διπόδ-ων· δοτ. δίποσι κτλ.·

4) ὁ, ἡ μονόδους, τὸ μονόδουν· γεν. μονόδοντ-ος· δοτ. μονόδοντ-ι· αιτ. τόν, τὴν μονόδοντ-α, τὸ μονόδουν κτλ. — οἱ, αἱ μονόδοντ-ες, τὰ μονόδοντ-α· γεν. τῶν μονοδόντ-ων· δοτ. μονόδουσι κτλ.

Όμοια κλίνονται: ἄχαρις, ἄπελπις, φέρελπις, ἄπους, μονόπους, τρίπους κτλ.

γ) Μονοκατάληκτα (με δύο γένη)

παρ176.
Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης, απλά ή σύνθετα, είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης:

ὁ, ἡ βλάξ, γεν. βλακ-ὸς κτλ.· ὁ, ἡ κόλαξ, γεν. κόλακ-ος κτλ.· ὁ, ἡ ἅρπαξ, γεν. ἅρπαγ-ος κτλ.· ὁ, ἡ γαμψώνυξ, γεν. γαμψώνυχ-ος κτλ.· ὁ, ἡ λογάς, γεν. λογάδ-ος κτλ.·ὁ, ἡ μιγάς, γεν. μιγάδ-ος κτλ.· ὁ, ἡ φυγάς, γεν. φυγάδ-ος κτλ.·ὁ, ἡ ἄπαις, γεν. ἄπαιδ-ος κτλ.· ὁ, ἡ πένης, γεν. πένητ-ος κτλ.·ὁ, ἡ ἡμιθνής, γεν. ἡμιθνῆτ-ος κτλ.· ὁ, ἡ ἀγνὼς (= άγνωστος ή αυτός που αγνοεί), γεν. ἀγνῶτ-ος κτλ.· ὁ, ἡ φιλόγελως, γεν. φιλογέλωτ-ος κτλ. (αλλά και κατά την αττική β΄ κλίση: ὁ, ἡ φιλόγελως, γεν. φιλόγελω, δοτ. φιλόγελῳ κτλ.).

II. Ενρινόληκτα και υγρόληκτα

α) Τρικατάληκτα

παρ177.
(θ. μελαν-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.μέλαςμέλαιναμέλανμέλαν-εςμέλαιναιμέλαν-α
γεν.μέλαν-οςμελαίνηςμέλαν-οςμελάν-ωνμελαινῶνμελάν-ων
δοτ.μέλαν-ιμελαίνῃμέλαν-ιμέλα-σιμελαίναιςμέλα-σι
αιτ.μέλαν-αμέλαινανμέλανμέλαν-αςμελαίναςμέλαν-α
κλ.μέλανμέλαιναμέλανμέλαν-εςμέλαιναιμέλαν-α
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ. κλ.μέλαν-εμελαίναμέλαν-ε
γεν. δοτ.μελάν-οινμελαίναινμελάν-οιν

Όμοια κλίνεται και το επίθετο ὁ τάλας, ἡ τάλαινα, τὸ τάλαν (γεν. τοῦ τάλαν-ος, τῆς ταλαίνης, τοῦ τάλαν-ος κτλ.).

Παρατηρήσεις

παρ177 a):
Σε όλα τα τριτόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα το θηλυκό:
1) λήγει σε βραχύχρονο: βαθύς, βαθεῖα· πᾶς, πᾶσα· ἑκών, ἑκοῦσα· μέλας, μέλαινᾰ·
2) στη γεν. του πληθ. τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα: τῶν βαθειῶν, πασῶν, ἑκουσῶν, μελαινῶν (πβ. §159,2).

β) Δικατάληκτα

παρ178.
(θ. εὐδαιμον-)
Ενικός αριθμός
ον.εὐδαίμωντὸεὔδαιμον
γεν.τοῦτῆςεὐδαίμον-οςτοῦεὐδαίμον-ος
δοτ.τῷτῇεὐδαίμον-ιτῷεὐδαίμον-ι
αιτ.τὸντὴνεὐδαίμον-ατὸεὔδαιμον
κλ.(ὦ)εὔδαιμον(ὦ)εὔδαιμον
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱαἱεὐδαίμον-εςτὰεὐδαίμον-α
γεν.τῶνεὐδαιμόν-ωντῶνεὐδαιμόν-ων
δοτ.τοῖςταῖςεὐδαίμο-σιτοῖςεὐδαίμο-σι
αιτ.τοὺςτὰςεὐδαίμον-αςτὰεὐδαίμον-α
κλ.(ὦ)εὐδαίμον-ες(ὦ)εὐδαίμον-α
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
εὐδαίμον-ε
γεν. δοτ.εὐδαιμόν-οιν

(θ. σωφρον-)
Ενικός αριθμός
ον.σώφρωντὸσῶφρον
γεν.τοῦτῆςσώφρον-οςτοῦσώφρον-ος
δοτ.τῷτῇσώφρον-ιτῷσώφρον-ι
αιτ.τὸντὴνσώφρον-ατὸσῶφρον
κλ.(ὦ)σῶφρον(ὦ)σῶφρον
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱαἱσώφρον-εςτὰσώφρον-α
γεν.τῶνσωφρόν-ωντῶνσωφρόν-ων
δοτ.τοῖςταῖςσώφρο-σιτοῖςσώφρο-σι
αιτ.τοὺςτὰςσώφρον-αςτὰσώφρον-α
κλ.(ὦ)σώφρον-ες(ὦ)σώφρον-α
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
σώφρον-ε
γεν. δοτ.σωφρόν-οιν

Όμοια κλίνονται τα επίθετα 1) σε -ων, -ον (γεν. -ονος): ὁ, ή κακοδαίμων, τὸ κακόδαιμον· ὁ, ἡ ἀγνώμων, τό ἄγνωμον· ὁ, ἡ εὐσχήμων, τὸ εὔσχημον· ὁ, ἡ μεγαλοπράγμων, τὸ μεγαλόπραγμον· ὁ, ἡ ἐλεήμων, τὸ ἐλεῆμον· ὁ, ἡ μνήμων, τὸ μνῆμον· ὁ, ἡ ἄφρων, τὸ ἄφρον· ὁ, ἡ μεγαλόφρων, τὸ μεγαλόφρον κ.ά.·

2) σε -ην, -εν (γεν. -ενος): ὁ, ἡ ἄρρην, τὸ ἄρρεν (γεν. ἄρρενος, δοτ. ἄρρενι, αιτ. τὸν, τὴν ἄρρενα, τὸ ἄρρεν, κλ. ὦ ἄρρεν και για τα τρία γένη· οἱ, αἱ ἄρρενες, τὰ ἄρρενα, γεν. τῶν ἀρρένων, δοτ. τοῖς, ταῖς ἄρρεσι, αιτ. τοὺς, τὰς ἄρρενας, τὰ ἄρρενα, κλ. ὦ ἄρρενες, ὦ ἄρρενα

3) σε -ωρ, -ορ (γεν. -ορος): ὁ, ἡ ἀπάτωρ, τὸ ἀπάτορ (γεν. ἀπάτορος, δοτ. ἀπάτορι, αιτ. τὸν, τὴν ἀπάτορα, τὸ ἀπάτορ, κλ. ὦ ἀπάτορ και για τα τρία γένη· οἱ, αἱ ἀπάτορες, γεν. τῶν ἀπατόρων, δοτ. ἀπάτορσι, αιτ. τούς, τὰς ἀπάτορας, τὰ ἀπάτορα, κλ. ὦ ἀπάτορες, ὦ ἀπάτορα)· έτσι και ὁ, ἡ ἀμήτωρ, τὸ ἀμῆτορ κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ179.
Τα δικατάληκτα ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης:

1) έχουν αρχικό θέμα σε -ον, -εν, -ορ (εὐδαιμον-, ἀρρεν-, ἀπατορ-), αλλά στην ονομ. του ενικού του αρσεν. και θηλ. δεν παίρνουν κατάληξη και το βραχύχρονο φωνήεν που είναι πριν από το χαρακτήρα το εκτείνουν σε μακρόχρονο, το ο σε ω και το ε σε η: (εὐδαιμον-) εὐδαίμων, (ἀρρεν-) ἄρρην, (ἀπατορ-) ἀπάτωρ·

2) έχουν την κλητ. του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: ὦ ἐλεῆμον, ὦ ἄρρεν, ὦ ἀπάτορ (πβ. §128,2

3) όταν είναι σύνθετα σε -ων (γεν. -ονος) κανονικά στην κλητ. του ενικού του αρσεν. και του θηλ. και στην ονομ., αιτιατ. και κλητ. του ενικού του ουδετέρου ανεβάζουν τον τόνο, όχι όμως πιο πάνω από την τελευταία συλλαβή του α΄ συνθετικού: εὐδαίμων, ὦ εὔδαιμον – τὸ εὔδαιμον· εὐγνώμων, ὦ εὔγνωμον – τὸ εὔγνωμον· μεγαλοπράγμων, ὦ μεγαλόπραγμον – τὸ μεγαλόπραγμον (αλλά: μεγαλόφρων, ὦ μεγαλόφρον – τὸ μεγαλόφρον· επίσης και ἀμνήμων, ὦ άμνῆμον – τὸ ἀμνῆμον κ.ά.). Πβ. §39,5.

γ) Μονοκατάληκτα (με δύο γένη)

παρ180.
Μερικά ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά είναι απλά ή σύνθετα με β΄ συνθετικό τριτόκλιτο ενρινόληκτο ή υγρόληκτο και κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ΄ κλίσης: ὁ, ἡ μάκαρ (= μακάριος, ευτυχισμένος), γεν. μάκαρ-ος, δοτ. μάκαρ-ι, αιτ. μάκαρ-α κτλ. — ὁ, ἡ ἄχειρ, γεν. ἄχειρ-ος, δοτ. ἄχειρ-ι, αιτ. ἄχειρ-α κτλ. — ὁ, ἡ μακρόχειρ, γεν. μακρόχειρ-ος, δοτ. μακρόχειρ-ι, αιτ. μακρόχειρ-α κτλ. — ὁ, ἡ ὑψαύχην, γεν. ὑψαύχεν-ος, δοτ. ὑψαύχεν-ι, αιτ. ὑψαύχεν-α κτλ. (πβ. §176).

III. Σιγμόληκτα δικατάληκτα (αρσ. και θηλ. σε -ης, ουδ. σε -ες)

παρ181.

(θ. ἀληθεσ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ὁ ἡἀληθὴςτὸἀληθὲςοἱ αἱἀληθεῖςτὰἀληθῆ
γεν.τοῦ τῆςἀληθοῦςτοῦἀληθοῦςτῶνἀληθῶντῶνἀληθῶν
δοτ.τῷ τῇἀληθεῖτῷἀληθεῖτοῖς ταῖςἀληθέσιτοῖςἀληθέσι
αιτ.τὸν τὴνἀληθῆτὸἀληθὲςτοὺς τὰςἀληθεῖςτὰἀληθῆ
κλ.(ὦ)ἀληθὲς(ὦ)ἀληθὲς(ὦ)ἀληθεῖς(ὦ)ἀληθῆ
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
ἀληθεῖ
γεν. δοτ.ἀληθοῖν

(θ. πληρεσ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ὁ ἡπλήρηςτὸπλῆρεςοἱ αἱπλήρειςτὰπλήρη
γεν.τοῦ τῆςπλήρουςτοῦπλήρουςτῶνπλήρωντῶνπλήρων
δοτ.τῷ τῇπλήρειτῷπλήρειτοῖς ταῖςπλήρεσιτοῖςπλήρεσι
αιτ.τὸν τὴνπλήρητὸπλῆρεςτοὺς τὰςπλήρειςτὰπλήρη
κλ.(ὦ)πλῆρες(ὦ)πλῆρες(ὦ)πλήρεις(ὦ)πλήρη
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
πλήρει
γεν. δοτ.πλήροιν

(θ. συνηθεσ-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ὁ ἡσυνήθηςτὸσύνηθεςοἱ αἱσυνήθειςτὰσυνήθη
γεν.τοῦ τῆςσυνήθουςτοῦσυνήθουςτῶνσυνήθωντῶνσυνήθων
δοτ.τῷ τῇσυνήθειτῷσυνήθειτοῖς ταῖςσυνήθεσιτοῖςσυνήθεσι
αιτ.τὸν τὴνσυνήθητὸσύνηθεςτοὺς τὰςσυνήθειςτὰσυνήθη
κλ.(ὦ)σύνηθες(ὦ)σύνηθες(ὦ)συνήθεις(ὦ)συνήθη
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
συνήθει
γεν. δοτ.συνήθοιν

Κατά το ἀληθὴς κλίνονται πολλά οξύτονα: ἀγενής, ἀκριβής, ἀσεβής, ἀσθενής, ἀμελής, ἀτυχής, δυστυχής, ἐπιμελής, εὐγενής, εὐσεβής, εὐτυχής, σαφής, ψευδής κ.ά.

Κατά το πλήρης κλίνονται επίθετα: σε -ήρης: ὁ, ἡ μονήρης, τὸ μονῆρες· ὁ, ἡ ξιφήρης, τὸ ξιφῆρες· ὁ, ἡ ποδήρης, τὸ ποδῆρες κ.ά. — σε -ώδης: ὁ, ἡ δυσώδης, τὸ δυσῶδες· ὁ, ἡ εὐώδης, τό εὐῶδες— σε -ώλης: ὁ, ἡ ἐξώλης, τὸ ἐξῶλες (= εντελώς χαμένος)· ὁ, ἡ προώλης, τὸ προῶλες (= από πριν χαμένος, άξιος να χαθεί πριν από την ώρα του)· ὁ, ἡ πανώλης, τὸ πανῶλες (= εντελώς χαμένος· και με ενεργ. σημ.: αυτός που καταστρέφει τα πάντα) κ.ά.

Κατά το συνήθης κλίνονται επίθετα: σε -ήθης: ὁ, ἡ εὐήθης, τὸ εὔηθες (= αγαθός, απλοϊκός, ανόητος)· ὁ, ἡ χρηστοήθης, τὸ χρηστόηθες κ.ά. — σε -έθης: ὁ, ἡ εὐμεγέθης, τό εὐμέγεθες· ὁ, ἡ παμμεγέθης, τὸ παμμέγεθες κ.ά. — σε -άντης: ὁ, ἡ ἀνάντης, τὸ ἄναντες (= ανηφορικός)· ὁ, ἡ κατάντης, τό κάταντες (= κατηφορικός)· ὁ, ἡ προσάντης, τὸ πρόσαντες (= ανηφορικός, απόκρημνος) κ.ά. Επίσης τα επίθετα ὁ, ἡ αὐθάδης, τὸ αὔθαδες· ὁ, ἡ αὐτάρκης, τὸ αὔταρκες κ.ά.

Παρατηρήσεις

παρ182.
Τα σιγμόληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης σε -ης, -ες έχουν θέμα σε –εσ-.

Στα επίθετα αυτά:

1) η ενική ονομαστική του αρσενικού και του θηλ. σχηματίζεται χωρίς κατάληξη, αλλά το βραχύχρονο φων. ε που είναι πριν από το χαρακτήρα εκτείνεται σε η: θ. ἀληθεσ- = ὁ, ἡ ἀληθής· θ. συνηθεσ- = ὁ, ἡ συνήθης· θ. πληρεσ- = ὁ, ἡ πλήρης· όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών σχηματίζονται από το θέμα σε -εσ-, αλλά ο χαρακτ. σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα αποβάλλεται, και τα δύο αυτά φωνήεντα συναιρούνται (θ. ἀληθεσ-: ἀληθέσ-ος, ἀληθέ-ος = ἀληθοῦς· θ. συνηθεσ-: συνήθεσ-α συνήθε-α = συνήθη κτλ., βλ. §64,1· πβ. §134,3 και §137,3

2) η ενική κλητική του αρσενικού και του θηλυκού και η ενική ονομαστική, αιτ. και κλητ. του ουδετέρου είναι όμοιες με το θέμα (χωρίς κατάληξη): ὦ ἐπιμελές, τὸ ἐπιμελές·

3) η δοτ. του πληθ. σχηματίζεται με απλοποίηση των δύο σ: τοῖς ἀληθέσ-σι - ἀληθέσι (πβ. §137,4

4) η αιτιατ. του πληθ. στο αρσενικό και το θηλ. είναι όμοια με την ονομαστική του πληθ.: οἱ ἀληθεῖς – τοὺς ἀληθεῖς (πβ. §112,4 και §170,4).

παρ183.
Τα βαρύτονα σιγμόληκτα επίθ. της γ΄ κλίσης σε -ης, -ες:

1) στην ενική κλητ. του αρσενικού και του θηλ. και στην ενική ονομαστ., αιτιατική και κλητ. του ουδετέρου ανεβάζουν τον τόνο (αν είναι υπερδισύλλαβα): ὁ, ἡ συνήθης, ὦ σύνηθες – τὸ σύνηθες· ὁ, ἡ αὐθάδης, ὦ αὔθαδες – τὸ αὔθαδες· όσα όμως λήγουν σε -ώδης, -ώλης, -ήρης: ὁ, ἡ εὐώδης, ὦ εὐῶδες – τὸ εὐῶδες· ὁ, ἡ ἐξώλης, ὦ ἐξῶλες – τὸ έξῶλες· ὁ, ἡ ποδήρης, ὦ ποδῆρες – τὸ ποδῆρες·

2) στη γεν. του πληθ. τονίζονται στην παραλήγουσα αντίθετα με τον κανόνα (§54) από αναλογία πρός τη γεν. του ενικού: τῶν συνηθέσ-ων, συνηθέ-ων = συνήθων (όπως τοῦ συνήθουςτῶν πληρέσ-ων, πληρέ-ων = πλήρων (όπως τοῦ πλήρουςτῶν εὐωδέσ-ων, εὐωδέ-ων = εὐώδων (όπως τοῦ εὐώδους).

15ο Κεφ. Ανώμαλα επίθετα

παρ184.
Τα πιο συνηθισμένα ανώμαλα επίθετα της αρχαίας ελληνικής είναι τα ακόλουθα πέντε:

1. πολύς, πολλή, πολύ (ετερόκλιτο· πβ. §149)

(θ. πολυ- και πολλο-)
Ενικός αριθμός
ον.πολὺ-ςπολλὴτὸπολὺ
γεν.τοῦπολλοῦτῆςπολλῆςτοῦπολλοῦ
δοτ.τῷπολλῷτῇπολλῇτῷπολλῷ
αιτ.τὸνπολὺ-ντὴνπολλὴντὸπολὺ
κλ.(ὦ)πολὺ(ὦ)πολλὴ(ὦ)πολὺ
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱπολλοὶαἱπολλαὶτὰπολλὰ
γεν.τῶνπολλῶντῶνπολλῶντῶνπολλῶν
δοτ.τοῖςπολλοῖςταῖςπολλαῖςτοῖςπολλοῖς
αιτ.τοὺςπολλοὺςτὰςπολλὰςτὰπολλὰ
κλ.(ὦ)πολλοὶ(ὦ)πολλαὶ(ὦ)πολλὰ

2. μέγας, μεγάλη, μέγα (ετερόκλιτο· πβ. §149)

(θ. μεγα- και μεγαλο-)

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.μέγα-ςμεγάλημέγαμεγάλοιμεγάλαιμεγάλα
γεν.μεγάλουμεγάληςμεγάλουμεγάλωνμεγάλωνμεγάλων
δοτ.μεγάλῳμεγάλῃμεγάλῳμεγάλοιςμεγάλαιςμεγάλοις
αιτ.μέγα-νμεγάληνμέγαμεγάλουςμεγάλαςμεγάλα
κλ.μέγαμεγάλημέγαμεγάλοιμεγάλαιμεγάλα
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
μεγάλωμεγάλαμεγάλω
γεν. δοτ.μεγάλοινμεγάλαινμεγάλοιν

3. πρᾶος, πραεῖα, πρᾶον (ετερόκλιτο· πβ. §149)

(θ. πραο- και πραε-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.πρᾶοςπραεῖαπρᾶονπρᾶοιπραεῖαιπραέ-α
γεν.πράουπραείαςπράουπραέ-ωνπραειῶνπραέ-ων
δοτ.πράῳπραείᾳπράῳπραέ-σιπραείαιςπραέ-σι
αιτ.πρᾶονπραεῖανπρᾶονπράουςπραείαςπραέ-α
κλ.πρᾶεπραεῖαπρᾶονπρᾶοιπραεῖαιπραέ-α
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.
κλ.
πράωπραείαπράω
γεν. δοτ.πράοινπραείαινπράοιν

4. ὁ σῶς, ἡ σῶς, τὸ σῶν (ελλειπτικό· πβ. §153)

(θ. σα- και σω-)
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ὁ ἡσῶςτὸσῶνοἱ αἱσῷτὰ(σά-α)σᾶ
αιτ.τὸν τὴνσῶντὸσῶντοὺς τὰςσῶςτὰ(σά-α)σᾶ

5. ὁ φροῦδος, ἡ φρούδη, τὸ φροῦδον (ελλειπτικό· πβ. §153)

Ενικός:φροῦδοςφρούδη(και ἡ φροῦδος)τὸφροῦδον
Πληθυντ.:οἱφροῦδοιαἱφροῦδαι(και αἱ φροῦδοι)τὰφροῦδα

16ο Κεφ. Κλίση των μετοχών

παρ185.
Οι μετοχές (βλ. §251,β) κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα με τρία γένη και είναι δευτερόκλιτες ή τριτόκλιτες.

α) Μετοχές δευτερόκλιτες

παρ186.
Οι δευτερόκλιτες μετοχές λήγουν σε -μένος, -μένη, -μενον και κλίνονται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ον (πβ. §158, σοφός, -ή, -όν· ξένος, ξένη, ξένον): λυόμενος, λυομένη, λυόμενον· γεν. λυομένου, λυομένης, λυομένου κτλ. — λυσόμενος, λυσομένη, λυσόμενον· γεν. λυσομένου, λυσομένης, λυσομένου κτλ.

Έτσι και: λυσάμενος, λυσαμένη, λυσάμενον· λελυμένος, λελυμένη, λελυμένον· τιμώμενος, τιμωμένη, τιμώμενον· ποιούμενος, ποιουμένη, ποιούμεvov· δηλούμενος, δηλούμενη, δηλούμενον· δεικνύμενος, δεικνυμένη, δεικνύμενον· τιθέμενος, τιθεμένη, τιθέμενον κτλ.

β) Μετοχές τριτόκλιτες.

παρ187.
Οι τριτόκλιτες μετοχές λήγουν:

1) σε -ᾶς, -ᾶσᾰ, -ᾰν (πβ. §172: πᾶς, πᾶσα, πᾶν — ἅπας, ἅπασα, ἅπαν):

Ενικ.ον.λύσας, λύσασα, λῦσανἱστάς, ἱστᾰσα, ἱστὰν
γεν.λύσαντος, λυσάσης, λύσαντος κτλ.ἱστάντος, ἱστάσης, ἱστάντος κτλ.
κλ.ὦ λύσας, λύσασα, λῦσανἱστάς, ἱστᾰσα, ἱστὰν
Πληθ.ον.λύσαντες, λύσασαι, λύσαντα,ἱστάντες, ἱστᾶσαι, ἱστάντα
γεν.λυσάντων, λυσασῶν, λυσάντωνἱστάντων, ἱστασῶν, ἱστάντων
δοτ.λύσασι, λυσάσαις, λύσασι κτλ.ἱστᾶσι, ἱστάσαις, ἱστᾶσι κτλ.
Δυϊκ.τὼλύσαντε, λυσάσᾱ, λύσαντεἱστάντε, ἱστάσᾱ, ἱστάντε
τοῖνλυσάντοιν, λυσάσαιν, λυσάντοινἱστάντοιν, ἱστάσαιν ἱστάντοιν

Έτσι και:
γράψας, γράψασα, γράψαν
μείνας, μείνασα, μεῖναν
ἀγγείλας, ἀγγείλασα, ἀγγεῖλαν κ.ά.

Έτσι και:
ἐμπιμπλάς, -ᾶσα, -ὰν
βάς, βᾶσα, βὰν
ἀποδράς, ἀποδρᾶσα, ἀποδρὰν

2) σε -είς, -εῖσα, -ὲν (πβ. §173: χαρίεις, χαρίεσσα, χαρίεν):

Ενικ.ον.λυθείς, λυθεῖσα, λυθὲνΠληθ.ον.λυθέντες, λυθεῖσαι, λυθέντα
γεν.λυθέντος, λυθείσης, λυθέντος κτλ.γεν.λυθέντων, λυθεισῶν, λυθέντων
δοτ.λυθεῖσι, λυθείσαις, λυθεῖσι κτλ.
κλ.(ὦ) λυθείς, λυθεῖσα, λυθὲν
Δυϊκ.τὼλυθέντε, λυθείσᾱ, λυθέντετοῖνλυθέντοιν, λυθείσαιν, λυθέντοιν

Έτσι και:
γραφείς, γραφεῖσα, γραφὲν,
πληγείς, πληγεῖσα, πληγὲν,
τιθείς, τιθεῖσα, τιθέν,
ἱείς, ἱεῖσα, ἱὲν,
ῥυείς, ῥυεῖσα, ῥυὲν κ.ά.

3) σε -ούς, -οῦσα, -ὸν (πβ. §122,δ: ὁ ὀδούς, τοῦ ὀδόντος):

Ενικ.ον.διδούς, διδοῦσα, διδὸνΠληθ.ον.διδόντες, διδοῦσαι, διδόντα
γεν.διδόντος, διδούσης, διδόντος κτλ.γεν.διδόντων, διδουσῶν, διδόντων
δοτ.διδοῦσι, διδούσαις, διδοῦσι κτλ.
κλ.(ὦ) διδούς, διδοῦσα, διδὸν
Δυϊκ.τὼδιδόντε, διδούσᾱ,διδόντετοῖνδιδόντοιν, διδούσαιν,διδόντοιν

Έτσι και:
(του ἁλίσκομαι μετ. αορ. β΄) ἁλούς, ἁλοῦσα, ἁλόν
(του γιγνώσκω μετ. αορ. β΄) γνούς, γνοῦσα, γνὸν
(του ζῶ μετ. αορ. β΄) βιούς, βιοῦσα, βιὸν κ.ά.

4) σε -ύς, -ῦσα, -ὺν (πβ. §122,δ: ἱμάς, ἱμάντος):

Ενικ.ον.δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνὺνΠληθ.ον.δεικνύντες, δεικνῦσαι, δεικνύντα
γεν.δεικνύντος, δεικνύσης, δεικνύντος κτλ.γεν.δεικνύντων, δεικνυσῶν, δεικνύντων
δοτ.δεικνῦσι, δεικνύσαις, δεικνῦσι κτλ.
κλ.(ὦ) δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνὺν
Δυϊκ.τὼδεικνύντε, δεικνύσᾱ, δεικνύντετοῖνδεικνύντοιν, δεικνύσαιν, δεικνύντοιν

Έτσι και:
(του ἀπόλλυμι μετ. ενεστ.) ἀπολλύς, ἀπολλῦσα, ἀπολλὺν
(του δύομαι μετ. αορ. β΄), δύς, δῦσα, δὺν
(του φύομαι μετ. αορ. β΄), φύς, φῦσα, φὺν κ.ά.

5) σε -ων, -ουσα, -ον (πβ. §174: ἄκων, ἄκουσα, ἆκον - ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκόν):

Ενικ.ον.λύων, λύουσα, λῦονΕνικ.ον.φυγών, φυγοῦσα, φυγόν
γεν.λύοντος, λυούσης, λύοντος κτλ.γεν.φυγόντος, φυγούσης, φυγόντος κτλ.
κλ.(ὦ) λύων, λύουσα, λῦονκλ.(ὦ) φυγών, φυγοῦσα, φυγὸν
Πληθ.ον.λύοντες, λύουσαι, λύονταΠληθ.ον.φυγόντες, φυγοῦσαι, φυγόντα
γεν.λυόντων, λυουσῶν, λυόντωνγεν.φυγόντων, φυγουσῶν, φυγόντων
δοτ.λύουσι, λυούσαις, λύουσι κτλ.δοτ.φυγοῦσι, φυγούσαις, φυγοῦσι κτλ.
Δυϊκ.τὼλύοντε, λυούσᾱ λύοντεΔυϊκ.τὼφυγόντε, φυγούσᾱ, φυγόντε
τοῖνλυόντοιν, λυούσαιν, λυόντοιντοῖνφυγόντοιν, φυγούσαιν, φυγόντοιν

Έτσι και:
λύσων, λύσουσα, λῦσον
γράφων, γράφουσα, γράφον
γράψων, γράφουσα, γράψον κ.ά.

Έτσι και:
(εἰμὶ) ὤν, οὖσα, ὂν
(αἱρῶ) ἑλών, ἑλοῦσα, ἑλὸν
(ὁρῶ) ἰδών, ἰδοῦσα, ἰδὸν κ.ά.

6) σε -ῶν, -ῶσα, -ῶν (πβ. §122,ε: Ξενοφών -ῶντος):

Ενικ.ον.τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶνΠληθ.ον.τιμῶντες, τιμῶσαι, τιμῶντα
γεν.τιμῶντος, τιμώσης, τιμῶντος κτλ.γεν.τιμώντων, τιμωσῶν, τιμώντων
δοτ.τιμῶσι, τιμώσαις, τιμῶσι κτλ.
κλ.(ὦ) τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν
Δυϊκ.τὼτιμῶντε, τιμώσᾱ, τιμῶντετοῖντιμώντοιν, τιμώσαιν, τιμώντοιν

Έτσι και:
ὁρῶν, ὁρῶσα, ὁρῶν – φοιτῶν, φοιτῶσα, φοιτῶν κ.ά.
όμοια και (του ἐλαύνω μετ. μέλλ.) ἐλῶν, ἐλῶσα, ἐλῶν κ.ά.

7) σε -ῶν, -οῦσα, -οῦν (πβ. §122,δ: πλακοῦς -οῦντος):

Ενικ.ον.δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦνΠληθ.ον.δηλοῦντες, δηλοῦσαι, δηλοῦντα
γεν.δηλοῦντος, δηλούσης, δηλοῦντος κτλ.γεν.δηλούντων, δηλουσῶν, δηλούντων
δοτ.δηλοῦσι, δηλούσαις, δηλοῦσι κτλ.
κλ.(ὦ) δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν
Δυϊκ.τὼδηλοῦντε, δηλούσα, δηλοῦντετοῖνδηλούντοιν, δηλούσαιν, δηλούντοιν

Έτσι και:
ποιῶν, ποιοῦσα, ποιοῦν,
ἐλευθερῶν, ἐλευθεροῦσα, ἐλευθεροῦν,
ἀγγελῶν, ἀγγελοῦσα, ἀγγελοῦν,
μενῶν, μενοῦσα, μενοῦν κ.ά.

8) σε -ώς, -υῖα, -ός: λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκὸς που κλίνεται έτσι:

 (θ. λελυκοτ-)(θ. λελυκυσ-)(θ. λελυκοτ-)
Ενικός αριθμός
ον.λελυκὼςλελυκυῖαλελυκὸς
γεν.λελυκότοςλελυκυίαςλελυκότος
δοτ.λελυκότιλελυκυίᾳλελυκότι
αιτ.λελυκόταλελυκυῖανλελυκὸς
κλ.λελυκὼςλελυκυῖαλελυκὸς
Πληθυντικός αριθμός
ον.λελυκότεςλελυκυῖαιλελυκότα
γεν.λελυκότωνλελυκυιῶνλελυκότων
δοτ.λελυκόσι κτλ.λελυκυίαις κτλ.λελυκόσι κτλ.
Δυϊκός αριθμός
ον., αιτ., κλ.λελυκότελελυκυίᾱλελυκότε
γεν., δοτ.λελοκότοινλελυκυίαινλελυκότοιν

Έτσι και:
ἠγγελκώς, -κυῖα, -κός·
γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός·
(του άχρ. ρ. εἴκω = μοιάζω· παρακ. ἔοικα) εἰκώς, εἰκυῖα, εἰκός·
(του ἀποθνῄσκω, παρακ. τέθνηκα) τεθνηκώς -κυῖα, -κός·
(του άχρ. ρ. δείδω = φοβούμαι, παρακ. δέδοικα) δεδοικώς, -κυῖα, -κός ή δεδιώς, δεδιυῖα, δεδιός·
(του ρ. οἶδα = γνωρίζω) εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδός·
(του ρ. γίγνομαι) γεγονώς, γεγονυῖα, γεγονὸς κ.ά.

9) σε -ώς, -ῶσα, -ὼς (ή -ός): ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς (βλ. §39,4) που κλίνεται έτσι:

Εν.ον.ἑστὼςἑστῶσατὸἑστὼς (ή ἑστὸς)
γεν.τοῦἑστῶτος κτλ.τῆςἑστώσης κτλ.τοῦἑστῶτος κτλ.
κλ.(ὦ)ἑστώς(ὦ)ἑστῶσα(ὦ)ἑστὼς (ή ἑστὸς)
Πληθ.ον.οἱἑστῶτεςαἱἑστῶσαιτὰἑστῶτα
γεν.τῶνἑστώτωντῶνἑστωσῶντῶνἑστώτων
δοτ.τοῖςἑστῶσι κτλ.ταῖςἑστώσαις κτλ.τοῖςἑστῶσι κτλ.
Δυϊκ.τὼἑστῶτετὼἑστώσᾱτὼἑστῶτε
τοῖνἑστώτοιντοῖνἑστώσαιντοῖνἑστώτοιν

Έτσι και:
(του ἀποθνῄσκω, παρακ. τέθνηκα) β΄ τύπος: τεθνεώς, τεθνεῶσα, τεθνεὼς ή τεθνεός.

παρ188.
Η κλητ. του ενικού των τριτόκλιτων μετοχών στο αρσεν. (όπως και στο θηλ. και στο ουδ.) σχηματίζεται όμοια με την ονομαστική: ὦ λύσας, ὦ λυθείς, ὦ διδούς, ὦ δεικνύς, ὦ λύων, ὦ τιμῶν κτλ.

17ο Κεφ. Παραθετικά

1. Βαθμοί και παραθετικά των επιθέτων

παρ189.
Η ιδιότητα ή ποιότητα που φανερώνει ένα επίθετο μπορεί να υπάρχει σε δύο ή περισσότερα όντα, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Για να δηλώσουν το διαφορετικό αυτό βαθμό, τα επίθετα έχουν κανονικά ξεχωριστούς τύπους (μονολεκτικούς ή περιφραστικούς) που λέγονται βαθμοί των επιθέτων: σοφός μὲν Σοφοκλῆς, σοφώτερος δ' Εὐριπίδης, ἀνδρῶν δ' ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτηςφίλος, μᾶλλον φίλος, μάλιστα φίλος.

παρ190.
Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις:

1) Όταν το επίθετο φανερώνει απλώς μια ιδιότητα ή ποιότητα ενός όντος, χωρίς σύγκριση προς άλλο, λέγεται επίθετο θετικού βαθμού ή απλώς θετικό: ὁ δίκαιος ἀνήρ.

2) Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς ένα άλλο ή προς πολλά άλλα που λογαριάζονται σαν ένα, λέγεται επίθετο συγκριτικού βαθμού, ή απλώς συγκριτικό: οὗτός ἐστι δικαιότερος ἐκείνου – χρυσὸς κρείσσων πολλῶν χρημάτων.

3) Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα του ίδιου είδους, λέγεται επίθετο υπερθετικού βαθμού ή απλώς υπερθετικό· και:
α) το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, απόλυτα, χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα, λέγεται υπερθετικό απόλυτο: οὗτός ἐστι δικαιότατος·
β) το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον πιο μεγάλο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου είδους μαζί λέγεται υπερθετικό σχετικό: Ἀριστείδης ἦν δικαιότατος πάντων τῶν Ἀθηναίων.

παρ191.
Το συγκριτικό και το υπερθετικό ενός επιθέτου μαζί λέγονται μ' ένα όνομα παραθετικά του επιθέτου.

παρ192.
Όπως στη νέα ελληνική, έτσι και στην αρχαία, τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται ή με μία λέξη (και τότε λέγονται μονολεκτικά) ή με δύο λέξεις (και τότε λέγονται περιφραστικά).

2. Κανονικός σχηματισμός μονολεκτικών παραθετικών

παρ193.
Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, σχηματίζονται κανονικά από το θετικό, αφού στο θέμα (του αρσεν. γένους) προστεθούν ορισμένες καταλήξεις που λέγονται παραθετικές καταλήξεις. Οι πιο συνηθισμένες παραθετικές καταλήξεις είναι:
για το συγκριτικό: -τερος, -τέρα, -τερον·
για το υπερθετικό: -τατος, -τάτη, -τατον.

Έτσι τα παραθετικά που σχηματίζονται με τις παραπάνω καταλήξεις είναι δευτερόκλιτα επίθετα, τρικατάληκτα με τρία γένη. Π.χ.

πτωχὸς(θ. πτωχο-)συγκρ.πτωχό-τερος,πτωχο-τέρα,πτωχό-τερον
υπερθ.πτωχό-τατος,πτωχο-τάτη,πτωχό-τατον
βαρὺς(θ. βαρυ-)συγκρ.βαρύ-τερος,βαρυ-τέρα,βαρύ-τερον
υπερθ.βαρύ-τατος,βαρυ-τάτη,βαρύ-τατον
ἀληθὴς(θ. ἀληθεσ-)συγκρ.ἀληθέσ-τερος,ἀληθεσ-τέρα,ἀληθέσ-τερον
υπερθ.ἀληθέσ-τατος,ἀληθεσ-τάτη,ἀληθέσ-τατον
μέλας(θ. μελαν-)συγκρ.μελάν-τερος,μελαν-τέρα,μελάν-τερον
υπερθ.μελάν-τατος,μελαν-τάτη,μελάν-τατον
χαρίεις(θ. χαριετ-)συγκρ.χαριέσ-τερος,χαριεσ-τέρα,χαριέσ-τερον
(πβ. §173 καί §70,3)υπερθ.χαριέσ-τατος,χαριεσ-τάτη,χαριέσ-τατον
ἄχαρις(θ. ἀχαριτ-)συγκρ.ἀχαρίσ-τερος,ἀχαρισ-τέρα,ἀχαρίσ-τερον
(πβ. §70,3)υπερθ.ἀχαρίσ-τατος,ἀχαρισ-τάτη,ἀχαρίσ-τατον

3. Τα παραθετικά σε -ότερος, -ότατος και -ώτερος, -ώτατος

παρ194.
Τα παραθετικά των δευτερόκλιτων επιθέτων διατηρούν το χαρακτήρα του θετικού ο, αν προηγείται συλλαβή φύσει ή θέσει μακρόχρονη (βλ. §33)· τον εκτείνουν σε ω, αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη:

ξηρόςξηρό-τεροςξηρότατος
πτωχόςπτωχό-τεροςπτωχό-τατος
γενναῖοςγενναιό-τεροςγενναιό-τατος
θερμόςθερμό-τεροςθερμό-τατος
ἔνδοξοςἐνδοξό-τεροςἐνδοξό-τατος

αλλά: νέος νεώ-τερος νεώ-τατος· σοφός σοφώ-τερος σοφώ-τατος

4. Αναλογικός σχηματισμός παραθετικών

παρ195.
Τα παραθετικά μερικών επιθέτων της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζονται κανονικά με την απλή προσθήκη των παραθετικών καταλήξεων -τερος, -τατος στο θέμα τους, παρά διαμορφώνονται από αναλογία προς τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά (πβ. τα νεοελ.: ελαφρός — ελαφρύτερος όπως το βαρύτερος, χοντρός — χοντρύτερος όπως το παχύτερος, αντί για τα κανονικά ελαφρότερος, χοντρότερος).

Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις:

α) -έστερος, -έστατος

Κατά τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης, -ες (ἀληθής, ἀληθέσ-τερος, ἀληθέσ-τατος) σχηματίζουν τα παραθετικά τους τα τριτόκλιτα επίθετα σε -ων, -ον (γεν. -ονος), καθώς και τα επίθετα ἄκρατος (=αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον, ανόθευτος), ἄσμενος (= ευχαριστημένος), ἐρρωμένος (= δυνατός) και πένης:

σώφρων(θ. σωφρον-)σωφρον-έσ-τεροςσωφρον-έσ-τατος
εὐδαίμων(θ. εὐδαιμον-)εὐδαιμον-έσ-τεροςεὐδαιμον-έσ-τατος κ.ά.
ἄκρατος(θ. ἀκρατο-)ἀκρατ-έσ-τεροςἀκρατ-έσ-τατος
(και ἀκρατό-τατος)
ἄσμενος(θ. ἀσμενο-)ἀσμεν-έσ-τεροςἀσμεν-έσ-τατος
(και ἀσμενώ-τεροςἀσμενώ-τατος)
ἐρρωμένος(θ. ἐρρωμενο-)ἐρρωμεν-έσ-τεροςἐρρωμεν-έσ-τατος
πένης(θ. πενητ-)πεν-έσ-τεροςπεν-έσ-τατος

β) -ούστερος, -ούστατος

Το επίθετο ἁπλοῦς και τα συνηρημένα επίθετα της β΄ κλίσης με β΄ συνθ. το όνομα νοῦς σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος, -ούστατος (κατά τα παραθετικά σε -έστερος, -έστατος με συναίρεση):

ἁπλοῦς(θ. ἁπλοο-)ἁπλούστεροςἁπλούστατος
(από το)ἁπλο-έσ-τεροςἁπλο-έσ-τατος)
εὔνους(θ. εὐνοο-)εὐνούστεροςεὐνούστατος
(από το)εὐνο-έσ-τεροςεὐνο-έσ-τατος)

γ) -ίστερος, -ίστατος

Τα μονοκατάληκτα επίθετα ἅρπαξ, βλάξ, λάλος (= φλύαρος), κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος, -ίστατος (κατά τα παραθετικά του ἄχαρις: ἀχαρίστερος, ἀχαρίστατος· βλ. §193):

ἅρπαξ(θ. ἁρπαγ-)ἁρπαγ-ίσ-τεροςἁρπαγ-ίσ-τατος
βλὰξ(θ. βλακ-)βλακ-ίσ-τεροςβλακ-ίσ-τατος
λάλος(θ. λαλο-)λαλ-ίσ-τεροςλαλ-ίσ-τατος
κλέπτης(θ. κλεπτα-)κλεπτ-ίσ-τεροςκλεπτ-ίσ-τατος
πλεονέκτης(θ. πλεονεκτα-)πλεονεκτ-ίσ-τεροςπλεονεκτ-ίσ-τατος

δ) -αίτερος, -αίτατος

Το επίθ. παλαιός σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρ. πάλαι σε -αίτερος, -αίτατος:
παλαιός παλαίτερος παλαίτατος

Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά:
γεραιός (= γέροντας, σεβαστός) γεραί-τερος γεραί-τατος
σχολαῖος (=αργός, αργοκίνητος) σχολαί-τερος σχολαί-τατος

Από αυτά αποσπάστηκε η κατάληξη -αίτερος, -αίτατος, με την οποία σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος:

ἴσοςἰσ-αί-τεροςἰσ-αί-τατος
ὄψιος (= ὄψιμος)ὀψι-αί-τεροςὀψι-αί-τατος
(πλησίος)ττλησι-αί-τεροςπλησι-αί-τατος
πρῷος (από το πρώιος = πρωινός)πρῳ-αί-τεροςπρῳ-αί-τατος
εὔδιοςεὐδι-αίτεροςεὐδι-αί-τατος
(καιεὐδιέσ-τεροςεὐδιέσ-τατος)
ἥσυχοςἡσυχ-αί-τεροςἡσυχ-αίτατος
(καιἡσῠχώ-τεροςἡσῠχώ-τατος)
ἴδιοςἰδι-αί-τεροςἰδι-αί-τατος
(και)ἰδιώ-τεροςἰδιώ-τατος)
φίλοςφιλ-αί-τεροςφιλ-αίτατος
(καιφιλ-ίων ή φίλ-τεροςφίλ-τατος)

5. Ανώμαλα παραθετικά (σε -ίων, -ιστος)

παρ196.
Μερικά επίθετα της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζουν τα παραθετικά τους με τις παραθετικές καταλήξεις -τερος, -τατος, παρά παίρνουν στο συγκριτικό την κατάληξη -ίων (αρσ. και θηλ.), -ιον (ουδέτ.) και στο υπερθετικό την κατάληξη -ιστος, -ίστη, -ιστον. Επειδή τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού, λέγονται ανώμαλα παραθετικά. Τα επίθετα αυτά είναι:

ΘετικόςΣυγκριτικόςΥπερθετικός(θέμα)
1. αἰσχρόςὁ, ἡ αἰσχίωντὸ αἴσχιοναἴσχιστος(αἰσχ-, πβ. αἶσχ-ος)
2. ἐχθρὸςὁ, ἡ ἐχθίωντὸ ἔχθιονἔχθιστος(ἐχθ-, πβ. ἔχθ-ος = έχθρα)
και ομαλάἐχθρό-τεροςἐχθρό-τατος(ἐχθρο-)
3. ἡδὺςὁ, ἡ ἡδίωντὸ ἥδιονἥδιστος(ἡδ-)
4. καλόςὁ, ἡ καλλίωντὸ κάλλιονκάλλιστος(καλλ-, πβ. κάλλ-ος)
5. μέγαςὁ, ἡ μείζωντὸ μεῖζονμέγιστος(μεγ-)
6. ῥᾴδιοςὁ, ἡ ῥᾴωντὸ ῥᾷονῥᾷστος(ῥα-)
7. ταχύςὁ, ἡ θάττωντὸ θᾶττοντάχιστος(θαχ-)
8. ἀγαθὸςὁ, ἡ ἀμείνωντὸ ἄμεινονἄριστος(ἀμεν- και ἀρ-, πβ. ἀρ-ετὴ)
»ὁ, ἡ βελτίωντὸ βέλτιονβέλτιστος(βελτ-)
»ὁ, ἡ κρείττωντὸ κρεῖττονκράτιστος(κρετ-, κρατ-, πβ. κράτ-ος)
»ὁ, ἡ λῴωντὸ λῷονλῷστος(λω-)
9. κακόςὁ, ἡ κακίωντὸ κάκιονκάκιστος(κακ-)
»ὁ, ἡ χείρωντὸ χεῖρονχείριστος(χερ-, χειρ-)
10. μακρόςμακρό-τεροςμακρό-τατος(ομαλά)
»

μήκιστος(μηκ-, πβ. μῆκ-ος)
11. μικρόςμικρό-τεροςμικρό-τατος(ομαλά)
»ὁ, ἡ ἐλάττωντὸ ἔλαττονἐλάχιστος(ἐλαχ-)
»ὁ, ἡ ἥττωντὸ ἧττονεπίρρ. ἥκιστα(ἡκ-)
12. ὀλίγοςὁ, ἡ μείωντὸ μεῖονὀλίγιστος(με-, ὀλιγ-)
13. πολὺςὁ, ἡ πλείωντὸ πλέονπλεῖστος(πλε-)

6. Κλίση των συγκριτικών σε -ίων, -ιον (και -ων, -ον)

παρ197.
Τα συγκριτικά σε -ίων, -ιον (ή -ων, -ον) είναι δικατάληκτα επίθετα της γ΄ κλίσης με τρία γένη και κλίνονται κατά το ακόλουθο παράδειγμα (πβ. §178):

(θ. βελτιον-, βελτιοσ-)
Ενικός αριθμός
ον.βελτίωντὸβέλτιον
γεν.τοῦτῆςβελτίον-οςτοῦβελτίον-ος
δοτ.τῷτῇβελτίον-ιτῷβελτίον-ι
αιτ.τὸντὴνβελτίον-α ή βελτίωτὸβέλτιον
κλ.(ὦ)βέλτιον(ὦ)βέλτιον
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἱαἱβελτίον-ες ή βελτίουςτὰβελτίον-α ή βελτίω
γεν.τῶνβελτιόν-ωντῶνβελτιόν-ων
δοτ.τοῖςταῖςβελτίοσι(ν)τοῖςβελτίοσι(ν)
αιτ.τοὺςτὰςβελτίον-ας ή βελτίουςτὰβελτίον-α ή βελτίω
κλ.(ὦ)βελτίον-ες ή βελτίους(ὦ)βελτίον-α ή βελτίω
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τὼ
(ὦ)
βελτίον-ε
γεν. δοτ.τοῖνβελτιόν-οιν

7. Περιφραστικά παραθετικά. Παραθετικά μετοχών

παρ198.
Τα περιφραστικά παραθετικά (βλ. §192) σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, με το θετικό του επιθέτου και με ορισμένο ποσοτικό επίρρημα εμπρός από αυτό. Έτσι ο συγκριτικός βαθμός σχηματίζεται με το επίρρ. μᾶλλον και ο υπερθ. με το επίρρ. μάλιστα εμπρός από το θετικό:

θετ. ἐπιμελὴς συγκρ. μᾶλλον ἐπιμελὴς υπερθ. μάλιστα ἐπιμελὴς

(πβ. τα νεοελλ.: μικρός — πιο μικρός — ο πιο μικρός ή πολύ μικρός).

παρ199.
Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπορούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά. Σχηματίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μονοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά.

παρ200.
1) Μετοχές: δυνάμενος – μᾶλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος· συμφέρων – μᾶλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων· ὠφελῶν – μᾶλλον ὠφελῶν – μάλιστα ὠφελῶν κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: αντρειωμένος – πιο αντρειωμένος – ο πιο αντρειωμένος ή πολύ άντρειωμένος).

2) Μονοκατάληκτα επίθετα: εἴρων – μᾶλλον εἴρων – μάλιστα εἴρων· ἔνδακρυς – μᾶλλον ἔνδακρυς – μάλιστα ἔνδακρυς. Έτσι και τα εὔελπις, κόλαξ, ὑβριστής, φιλόγελως κ.ά.

8. Ελλειπτικά παραθετικά

παρ201.
Σε μερικά επίθετα λείπει ο θετικός βαθμός ή και ένας από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των επιθέτων αυτών λέγονται ελλειπτικά παραθετικά.

Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:

1.(ἄνω)συγκρ.ἀνώ-τεροςυπερθ.ἀνώ-τατος
2.(κάτω)»κατώ-τερος»κατώ-τατος
3.(πρὸ)»πρό-τερος»πρῶτος (πρό-ατος)
4.(ὑπὲρ)»ὑπέρ-τερος»ὑπέρ-τατος
5.(ἐπικρατῶν)»ἐπικρατ-έστερος»
6.(προτιμώμενος)»προτιμό-τερος»
7.»ὕστερος»ὕστατος
8.»»ὕπατος
9.»»ἔσχατος

παρ202.
Μερικά επίθετα δε σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια επίθετα είναι:

1) όσα φανερώνουν ύλη: λίθινος, ἀργυροῦς, γήινος· τοπική ή χρονική σχέση: χερσαῖος, θαλάσσιος, θερινός, ἡμερήσιος· μέτρο: σταδιαῖος, πηχυαῖος· καταγωγή, συγγένεια: πατρῷος, μητρικός· μόνιμη κατάσταση: θνητός, νεκρὸς κ.ά.

2) μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το στερητικό ἀ- (βλ. §423,α): ἀθάνατος, ἄυλος, ἄυπνος, ἄψυχος κ.ά.

3) μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το επίθετο πᾶς ή την πρόθ. ὑπὲρ (που έχουν μόνα τους υπερθετική σημασία): πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος – ὑπερμεγέθης, ὑπέρλαμπρος κ.ά.

9. Παραθετικά επιρρημάτων

παρ203.
Πολλά επιρρήματα (βλ. §362)της αρχαίας επιδέχονται σύγκριση και γι' αυτό σχηματίζουν παραθετικά (όπως και στη νέα: ωραία – ωραιότερα ή πιο ωραία – ωραιότατα ή πάρα πολύ ωραία).

Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική:

1) Επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα. Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατ. του ουδετ. του συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικό έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατ. του ουδετέρου του υπερθετικού επιθέτου:

(δίκαιος)δικαίωςδικαιότερονδικαιότατα
(σοφὸς)σοφῶςσοφώτερονσοφώτατα
(ἀληθὴς)ἀληθῶςἀληθέστερονἀληθέστατα
(σώφρων)σωφρόνωςσωφρονέστερονσωφρονέστατα
(ἡδὺς)ἡδέωςἥδιονἥδιστα
(καλὸς)καλῶςκάλλιονκάλλιστα κ.ά.

2) Τα επιρρήματα εὖ (αντίστοιχο του επιθέτου ἀγαθός), ὀλίγον και πολύ:
εὖ – ἄμεινον – ἄριστα καιβέλτιον – βέλτιστα και κρεῖττον – κράτιστα.
ὀλίγονμεῖον – ὀλίγιστα και ἔλαττον – ἐλάχιστα καιἧττον – ἥκιστα.
πολύ – πλέον – πλεῖστα (ήπλεῖστον).

3) Το επίρρ. μάλα (= πολύ), που οι τρεις βαθμοί του είναι: θετ. μάλα – συγκριτ. μᾶλλον – υπερθ. μάλιστα.

4) Μερικά τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις -τέρω, -τάτω:

θετ.ἄνωσυγκρ.ἀνωτέρωυπερθ.ἀνωτάτω
»ἄπωθεν (=μακριά)»ἀπωτέρω»ἀπωτάτω
»ἐγγὺς (= κοντά)»ἐγγυτέρω»ἐγγυτάτω και
»»»ἐγγύτερον»ἐγγύτατα και
»»»ἔγγιον»ἔγγιστα
»ἔξω»ἐξωτέρω»ἐξωτάτω
»ἔσω (και εἴσω)»ἐσωτέρω»ἐσωτάτω
»κάτω»κατωτέρω»κατωτάτω
»πόρρω»πορρωτέρω»πορρωτάτω
»πέρα»περαιτέρω»

5) Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις -(αί)τερον, -(αί)τατα (βλ. §195,δ)

θετ.πάλαισυγκρ.παλαίτερονυπερθ.παλαίτατα
»πρωὶ»πρωιαίτερον»πρωιαίτατα ή
»»»πρῳαίτερον»πρῳαίτατα
»ὀψὲ (= αργά)»ὀψιαίτερον»ὀψιαίτατα

παρ204.
Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων, εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με το μᾶλλον, μάλιστα και το θετικό· π.χ.

θετ.σοφῶςσυγκρ.μᾶλλον σοφῶςυπερθ.μάλιστα σοφῶς
»ἡδέως»μᾶλλον ἡδέως»μάλιστα ἡδέως

18ο Κεφ. Αριθμητικά

παρ205.
Αριθμητικά λέγονται οι λέξεις που φανερώνουν αριθμούς ή παράγονται από ονόματα αριθμών.

Τα αριθμητικά είναι επίθετα, ουσιαστικά και επιρρήματα.

Α΄. Αριθμητικά επίθετα

1) Είδη αριθμητικών επιθέτων

παρ206.
Τα αριθμητικά επίθετα είναι απόλυτα, τακτικά, χρονικά, πολλαπλασιαστικά και αναλογικά.

α) Τα απόλυτα αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν απλώς ένα ορισμένο πλήθος από όντα: εἷς (ὁπλίτης), μία (ναῦς), ἕν (ὅπλον), δέκα (τάλαντα).

β) Τα τακτικά αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν την τάξη, δηλ. τη θέση που κατέχει ένα ορισμένο ον σε μια σειρά από όμοιά του: πρῶτος (μήν), δευτέρα (ἡμέρα), τρίτον (ἔτος)· αυτά λήγουν ως το 19 σε -τος (εκτός από το δεύτερος, ἕβδομος, ὄγδοος) και από τα 20 και πέρα σε -στός: (τρία) τρίτος, (ἓξ) ἕκτος - (εἴκοσι) εἰκοστὸς - ἑκατόν (ἑκατοστός).

γ) Τα χρονικά αριθμητικά (που δεν τα έχει η νέα ελληνική) φανερώνουν χρόνο, δηλ. ποια ημέρα, από τότε που άρχισε, τελειώνει κάποια ενέργεια· αυτά σχηματίζονται από το θέμα των τακτικών και λήγουν σε -αῖος: (δεύτερος) δευτεραῖος, (τρίτος) τριταῖος, (τέταρτος) τεταρταῖος κτλ. (αυτός που γίνεται τη δεύτερη, την τρίτη, την τέταρτη κτλ. ημέρα από την ημέρα που άρχισε)· π.χ. δευτεραῖος ἀφίκετο (= έφτασε τη δεύτερη ημέρα από τότε που ξεκίνησε).

δ) Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν από πόσα απλά μέρη απαρτίζεται κάτι· αυτά λήγουν σε –πλοῦς και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών: (τρία) τριπλοῦς, (ἐννέα) ἐννεαπλοῦς, (δέκα) δεκαπλοῦς.

ε) Τα αναλογικά αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν ποια είναι η αναλογία ενός ποσού προς ένα άλλο του ίδιου είδους, δηλ. πόσες φορές το ένα είναι μεγαλύτερο από το άλλο· αυτά λήγουν σε -πλάσιος και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών: (δύο, θ. δι-) διπλάσιος, (τρία) τριπλάσιος.

2) Κλίση των αριθμητικών επιθέτων

παρ207.
Από τα απόλυτα αριθμητικά:

α) Τα τέσσερα πρώτα κλίνονται έτσι:

(1) εἷςμίαἓν(2) δύο
Ενικός αριθμόςΔυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
αρσ.θηλ.ουδ.
ον.εἷςμίαἓνδύο
γεν.ἑνὸςμιᾶςἑνὸςδυοῖν
δοτ.ἑνὶμιᾷἑνὶδυοῖν
αιτ.ἕναμίανἓνδύο

(3) τρεῖςτρία(4) τέτταρεςτέτταρα
ΠληθυντικόςΠληθυντικός
αρσ. και θηλ.ουδ.αρσ. και θηλ.ουδ.
ον.τρεῖςτρίατέτταρεςτέτταρα
γεν.τριῶντριῶντεττάρωντεττάρων
δοτ.τρισὶ(ν)τρισὶ(ν)τέτταρσι(ν)τέτταρσι(ν)
αιτ.τρεῖςτριάτέτταραςτέτταρα

β) Τα από το πέντε ως το ἑκατὸν είναι άκλιτα: οἱ πέντε ὁπλῖται, τῶν πέντε ὁπλιτῶν, τοῖς εἴκοσιν ὁπλίταις, τῶν τριάκοντα τυράννων κτλ.

Τα από το διακόσιοι, -αι, -α και πέρα είναι τρικατάληκτα επίθετα με τρία γένη και κλίνονται μόνο στον πληθυντικό: οἱ διακόσιοι ὁπλῖται, τῶν διακοσίων ἡμερῶν, τοῖς διακοσίοις ὅπλοις – οἱ τριακόσιοι ὁπλῖται, τῶν τριακοσίων νεῶν κτλ.· έτσι και χίλιοι, -αι, -α (βλ. §158 κ.ά.).

παρ208.
Τα τακτικά, τα χρονικά και τα αναλογικά αριθμητικά κλίνονται ως τρικατάληκτα επίθετα της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον ή-ος, -α, -ον (πβ. §158):
τακτικά: πρῶτος, πρώτη, πρῶτον - δεύτερος, δευτέρα, δεύτερον κτλ.
χρονικά: δευτεραῖος, δευτεραία, δευτεραῖον – τριταῖος, -αία, -αῖον κτλ.
αναλογικά: διπλάσιος, -ία, -ιον - τριπλάσιος, -ία, -ιον κτλ.

παρ209.
Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά κλίνονται όπως τα συνηρημένα τρικατάληκτα επίθετα της β΄ κλίσης σε -ους, -ῆ, -οῦν (βλ. §162,α):

(ἁπλόος) ἁπλοῦς(ἁπλόη) ἁπλῆ(ἁπλόον) ἁπλοῦν
(διπλόος) διπλοῦς(διπλόη) διπλῆ(διπλόον) διπλοῦν κτλ.

Β΄. Αριθμητικά ουσιαστικά

παρ210.
Τα αριθμητικά ουσιαστικά (όπως και στη νέα ελληνική) σημαίνουν αφηρημένη αριθμητική ποσότητα, δηλ. πλήθος από όμοιες μονάδες οποιουδήποτε είδους. Αυτά είναι όλα θηλυκά (αφηρημένα ουσιαστικά) σε -ὰς και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων: δυ-ὰς (= σύνολο από δύο μονάδες), τρι-ὰς (= σύνολο από τρεις μονάδες) κτλ.

παρ211.
Τα αριθμητικά ουσιαστικά κλίνονται όπως τα θηλυκά οδοντικόληκτα της γ΄ κλίσης σε -άς, γεν. -άδος: ἡ δυάς, τῆς δυάδος κτλ. - ἡ τριάς, τῆς τριάδος κτλ. (πβ. §122,γ).

Γ΄ Αριθμητικά επιρρήματα

παρ212.
Τα αριθμητικά επιρρήματα της αρχαίας ελληνικής φανερώνουν πόσες φορές επαναλαμβάνεται κάτι. Αυτά λήγουν σε -άκις ή -κις και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων: πεντ-άκις (πέντε φορές), ἑξ-άκις (έξι φορές), ἑπτά-κις (εφτά φορές). Αλλά των τριών πρώτων αριθμητικών τα επιρρήματα είναι: του εἷς - ἅπαξ (= μία μόνο φορά), του δύοδὶς (= δύο φορές), του τρίατρὶς (= τρεις φορές). Του ἐννέα είναι το ἐν-άκις (= εννέα φορές).

Παρατηρήσεις στα αριθμητικά

α) Θέματα των αριθμητικών

παρ213.
1) Το απόλυτο αριθμητικό εἷς σχηματίζει το αρσ. και το ουδέτ. από το θέμα ἑν- (αρσ. v = εἷς βλ. §64,4) και το θηλ. από το θ. μι- (μία). Από το θ. του απόλυτου αριθμητικού εἷς δεν παράγεται κανένα άλλο αριθμητικό εκτός από το ουσιαστικό ἑν-άς· καθένα από τα άλλα αριθμητικά που αντιστοιχούν στο απόλυτο εἷς σχηματίζεται από ιδιαίτερο θέμα: πρῶ-τος, ἁπλοῦς, μονάς, ἅπαξ.

2) Το δύο έχει δύο θέματα: α) θ. δυ-: δυ-άς· β) θ. δι-: δι-ακόσιοι, δι-πλοῦς, δι-πλάσιος, δί-ς· επίσης και τα σύνθετα δι-μερής, δί-πους, δι-ώβολον κτλ. (το δεύτερος από το ρ. δεύομαι = υστερώ).

3) Το τρεῖς σχηματίζει από το θ. τρεj- μόνο την ονομαστ. και αιτιατ. του αρσ. και του θηλ. (τρέj-ες = τρεῖς)· οι άλλες πτώσεις, καθώς και όλα τα παράγωγα του σχηματίζονται από το θ. τρι-: τρι-ῶν, τρι-σὶ, τρί-α· τρι-άκοντα, τρι-ακόσιοι, τρί-τος, τρι-ταῖος, τρι-πλοῦς, τρι-πλάσιος· τρί-ς· επίσης και τα σύνθετα τρι-μερής, τρί-πους κτλ.

4) Το τέτταρεςτέσσαρες) έχει: α) θ. τετταρ-: τέτταρ-ες, τετταρ-άκοντα· β) θ. τετρα-: τετρα-κόσιοι, τετρα-πλοῦς, τετρα-πλάσιος, τετράς, τετράκις· γ) θ. τεταρ-: τέταρ-τος, τεταρ-ταῖος.

5) Το πέντε έχει: α) θ. πεντ-: πέντ-ε, πεντ-ήκοντα, πεντ-απλοῦς, πενταπλάσιος, πεντάκις· β) θ. πεμπ-: πέμπ-τος, πεμπ-ταῖος, πεμπάς.

6) Το ἓξ έχει: α) θ. ἑξ- (ἑκ-α-): ἕξ, ἑξήκοντα, ἑξακόσιοι, ἑξαπλοῦς, ἑξαπλάσιος (ἑξάς), ἑξάκις· β) θ. ἑκ-: ἕκ-τος, ἑκ-καίδεκα.

7) Το ἑπτὰ έχει: α) θ. ἑπτ-: ἑπτά, ἑπτα-κόσιοι, ἑπτα-πλοῦς, ἑπτα-πλάσιος (ἑπτάς), ἑπτά-κις· β) θ. ἑβδομ-: ἑβδομ-ήκοντα, ἕβδομ-ος, ἑβδομ-αῖος, (ἑβδομ-άς).

8) Το ὀκτώ έχει: α) θ. ὀκτ-: ὀκτώ, ὀκτ-ακόσιοι, ὀκταπλοῦς, ὀκταπλάσιος, ὀκτάς, ὀκτά-κις· β) ὀγδο-: ὀγδο-ήκοντα, ὄγδο-ος (ὀγδοαῖος), ὀγδοάς.

9) Το ἐννέα έχει: α) θ. ἐννε-: ἐννέα, ἐννεαπλοῦς, ἐννεαπλάσιος, ἐννεάς· β) θ. ἐνεν-: ἐνεν-ήκοντα, ἐνεν-ηκοστός, ἐνεν-ηκοντάκις· γ) θ. ἐνα-: ἔνα-τος, ἐναταῖος, ἐνάκις, ἐνακόσιοι, ἐνακοσιοστός, ἐνακοσιάκις.

β) Εκφορά των σύνθετων αριθμών

παρ214.
Οι σύνθετοι αριθμοί, δηλ. οι αριθμοί που απαρτίζονται από μονάδες και δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες κτλ., κανονικά εκφέρονται στην αρχαία ελληνική με τρεις τρόπους: 1) προτάσσεται ο κάθε φορά μικρότερος πριν από το μεγαλύτερο με το σύνδεσμο και ανάμεσά τους: τρεῖς καὶ εἴκοσι καὶ ἑκατὸν (123) - τρίτος καὶ εἰκοστὸς καὶ ἑκατοστὸς (123ος)· 2) προτάσσεται ο κάθε φορά μεγαλύτερος πριν από το μικρότερο με το σύνδεσμο και ανάμεσά τους: ἑκατὸν καὶ εἴκοσι καὶ τρία· ἑκατοστὸς καὶ εἰκοστὸς καὶ τρίτος· 3) προτάσσεται ο κάθε φορά μεγαλύτερος πριν από το μικρότερο χωρίς να μεσολαβεί ο σύνδεσμος και όπως στη νέα ελληνική): ἑκατὸν εἴκοσι τρεῖς - ἑκατοστὸς εἰκοστὸς τρίτος.

Αλλά αριθμοί σύνθετοι από δεκάδες και το ὀκτώ ή το ἐννέα (18, 19· 28, 29· 38, 39· 48, 49 κτλ.) εκφέρονται συνήθως περιφραστικά με την αφαίρεση μιας ή δύο μονάδων από την αμέσως ανώτερη δεκάδα (όπως σήμερα λέμε είκοσι παρά δύο, τριάντα παρά ένα κτλ.)· για την περίφραση αυτή χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι τη μετοχή του ενεστ. του ρ. δέω (= χρειάζομαι, έχω έλλειψη) στον κατάλληλο κάθε φορά τόπο μαζί με τη γεν. ἑνὸς ή μιᾶς ή δυοῖν: δυοῖν δέοντα εἴκοσι τάλαντα (= τάλαντα που χρειάζονται δύο για να γίνουν 20, δηλ. είκοσι παρά δύο = 18), μιᾶς δέουσαι εἴκοσι τριήρεις (= 19), δυοῖν δέον τριακοστὸν ἔτος (28ο), ἑνὸς δέοντες τριάκοντα ἄνδρες (29) κτλ.

γ) Εκφορά των κλασματικών αριθμών

παρ215.
Για την εκφορά των κλασματικών αριθμών οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα απόλυτα αριθμητικά όχι μόνο στον αριθμητή (όπως εμείς σήμερα), παρά και στον παρονομαστή, πάντοτε μαζί με το άρθρο, και συνόδευαν ή τον παρονομαστή με τη λέξη μέρος στη γεν. του πληθ. (γεν. διαιρετική) ή τον αριθμητή με τη λέξη μοῖρα (= μερίδιο)· π.χ. ο κλασματικός αριθμός 2/7 λεγόταν: τῶν ἑπτὰ μερῶν τὰ δύο ή τῶν ἑπτὰ αἱ δύο μοῖραι.

παρ216.
Αν ο παρονομαστής ήταν μόνο κατά μία μονάδα μεγαλύτερος από τον αριθμητή, τότε έλεγαν μόνο τον αριθμητή μαζί με τη λέξη μέρος, χωρίς ν’ αναφέρουν τον παρονομαστή: τὰ δύο μέρη (= 2/3), τὰ τρία μέρη (= 3/4), τὰ ἐννέα μέρη (- 9/10) κτλ.

δ) Γραφική παράσταση των αριθμών

παρ217.
Για να παραστήσουν τους αριθμούς οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα 24 γράμματα του αλφαβήτου. Τα γράμματα αυτά τα χώριζαν σε τρεις ομάδες (α - θ, ι - π και ρ - ω) και σημείωναν μια κεραία προς τα επάνω και δεξιά για τις μονάδες, δεκάδες ή εκατοντάδες. Από τις τρεις αυτές ομάδες η πρώτη χρησίμευε για την παράσταση των απλών μονάδων (α΄ = 1, β΄ = 2, γ΄ = 3 κτλ.), η δεύτερη για την παράσταση των δεκάδων (ι΄= 10, κ΄ = 20, λ΄ = 30 κτλ.) και η τρίτη για την παράσταση των εκατοντάδων (ρ΄ = 100, σ΄ = 200, τ΄ = 300 κτλ.). Χρησιμοποιούσαν όμως και τρία ακόμα σημεία, ένα για κάθε ομάδα· έτσι ο αριθμός 6 γραφόταν με το αρχαίο δίγαμμα, δηλ. με το σημείο Ϛ΄ (στίγμα) 1 , ο αριθμός 90 με το σημείο Ϟ΄ (κόππα, αντίστοιχο προς το λατινικό q που αρχαιότερα ήταν γράμμα της ελληνικής ανάμεσα από το π και ρ) και ο αριθμός 900 με το σημείο Ϡ΄ (σαμπί).

Οι χιλιάδες παριστάνονταν με τα ίδια σημεία, αλλά με την κεραία προς τα κάτω και αριστερά ͵α = 7000, ͵β = 2000, ͵γ = 3000, ͵δ = 4000, ͵ε = 5000, ͵ς = 6000 κτλ. ͵αωκα΄ = 1821, ͵αϠνθ΄· = 1959, ͵αϠο΄= 1970.

________________________
1. Το δίγαμμα που είχε το αρχαιότατο ελληνικό αλφάβητο (§16,σημ.) γραφόταν ως αριθμός και με το σημείο Ϛ.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ

παρ218.
Αραβικά ψηφίαΑρχ. ελλ. σημείαΑπόλυταΤακτικάΠολλαπλα-σιαστικάΑναλογικάΧρονικάΟυσιαστικάΕπιρρήματα
1α΄εἷς, μία, ἓνπρῶτος, πρώτη, πρῶτονἁπλοῦςμονὰςἅπαξ
2β΄δύοδεύτερος, -έρα, -ερονδιπλοῦςδιπλάσιοςδευτεραῖοςδυὰςδὶς
3γ΄τρεῖς, τρίατρίτος, -η, -οντριπλοῦςτριπλάσιοςτριταῖοςτριὰςτρὶς
4δ΄τέσσαρες, τέσσαρατέταρτος, -άρτη, -αρτοντετραπλοῦςτετραπλάσιοςτεταρταῖοςτετρὰςτετράκις
5ε΄πέντεπέμπτος,-η, -ονπενταπλοῦςπενταπλάσιοςπεμπταῖοςπεμπὰςπεντάκις
6Ϛ΄ἓξἕκτος, -η, -ονἑξαπλοῦςἑξαπλάσιοςἑξὰςἑξάκις
7ζ΄ἑπτὰἕβδομος, -όμη, -ομονἑπταπλοῦςἑπταπλάσιοςἑπτὰς (καὶ ἑβδομὰς)ἑπτάκις
8η΄ὀκτὼὄγδοος, -όη, -ονὀκταπλοῦςὀκταπλάσιοςὀκτὰςὀκτάκις
9θ΄ἐννέαἔνατος, ἐνάτη, ἔνατονἐννεαπλοῦςἐννεαπλάσιοςἐναταῖοςἐννεὰςἐνάκις
10ι΄δέκαδέκατοςδεκαπλοῦςδεκαπλάσιοςδεκαταῖοςδεκὰςδεκάκις
11ια΄ἔνδεκαἐνδέκατοςἐνδεκαπλοῦςἐνδεκαπλάσιοςἐνδεκαταῖοςἐνδεκὰςἐνδεκάκις
12ιβ΄δώδεκαδωδέκατοςδωδεκαπλοῦςδωδεκαπλάσιοςδωδεκαταῖοςδωδεκὰςδωδεκάκις
13ιγ΄τρεῖς (τρία) καὶ δέκατρίτος καὶ δέκατοςτρισκαιδεκάκις
14ιδ΄τέτταρες (-ρα) καὶ δέκατέταρτος καὶ δέκατοςτετρακαιδεκάκις
15ιε΄πεντεκαίδεκαπέμπτος καὶ δέκατοςπεντεκαιδεκάκις
16ιϚ΄΄ἑκκαίδεκαἕκτος καὶ δέκατοςἑκκαιδεκάκις
17ιζ΄ἑπτακαίδεκαἕβδομος καὶ δέκατοςἑπτακαιδεκάκις
18ιη΄ὀκτωκαίδεκαὄγδοος καὶ δέκατοςὀκτωκαιδεκάκις
19ιθ΄ἐννεακαίδεκαἔνατος καὶ δέκατοςἐννεακαιδεκάκις
20κ΄εἴκοσι(ν)εἰκοστὸςεἰκοσαπλοῦςεἰκοσαπλάσιοςεἰκὰςεἰκοσάκις
30λ΄τριάκοντατριακοστὸςτρικὰςτριακοντάκις
40μ΄τετταράκοντατετταρακοστὸςτετταρακοντάκις
50ν΄πεντήκονταπεντηκοστὸςπεντηκοντάκις
60ξ΄ἑξήκονταἑξηκοστὸςἑξηκοντάκις
70ο΄ἑβδομήκονταἑβδομηκοστὸςἑβδομηκοντάκις
80π΄ὀγδοήκονταὀγδοηκοστὸςὀκτωκαιδεκάκις
90Ϟ΄ἐνενήκονταἐνενηκοστὸςἐνενηκοντάκις
100ρ΄ἑκατὸνἑκατοστὸςἑκατονταπλοῦςἑκατονταπλάσιος

ἑκατοντὰςἑκατοντάκις
200σ΄διακόσιοι, -αι, -αδιακοσιοστὸςδιακοσιάκις
300τ΄τριακόσιοι, -αι, -ατριακοσιοστὸςτριακοσιάκις
400υ΄τετρακόσιοι, -αι, -ατετρακοσιοστὸςτετρακοσιάκις
500φ΄πεντακόσιοι, -αι, -απεντακοσιοστὸςπεντακοσιάκις
600χ΄ἑξακόσιοι, -αι, -αἑξακοσιοστὸςἑξακοσιάκις
700ψ΄ἑπτακόσιοι, -αι, -αἑπτακοσιοστὸςἑπτακοσιάκις
800ω΄ὀκτακόσιοι, -αι, -αὀκτακοσιοστὸςὀκτακοσιάκις
900Ϡ΄ἐνακόσιοι, -αι, -αἐνακοσιοστὸςἐνακοσιάκις
1000͵αχίλιοι, -αι, -αχιλιοστὸςχιλιὰςχιλιάκις
2000͵βδισχίλιοι, -αι, -αδισχιλιοστὸςδισχιλιάκις
10000͵ιμύριοι, -αι, -αμυριοστὸςμυριὰςμυριάκις
20000͵κδισμύριοι, -αι, -αδισμυριοστόςδισμυριάκις

19ο Κεφ. Αντωνυμίες

παρ219.
Αντωνυμίες λέγονται οι κλιτές λέξεις που χρησιμοποιούνται στο λόγο κυρίως στη θέση ονομάτων (ουσιαστικών ή επιθέτων): ῥώμη μετὰ μὲν φρονήσεως ὠφέλησεν, ἄνευ δὲ ταύτης (δηλ. τῆς φρονήσεως) ἔβλαψε – τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας πάντες τιμῶσι· τοιοῦτοι (δηλ. ἀγαθοί) καὶ ὑμεῖς γίγνεσθε.

Τα είδη των αντωνυμιών

παρ220.
Οι αντωνυμίες είναι εννέα ειδών: 1) προσωπικές, 2) δεικτικές, 3) οριστικές ή επαναληπτικές, 4) κτητικές, 5) αυτοπαθητικές, 6) αλληλοπαθητικές, 7) ερωτηματικές, 8) αόριστες και 9) αναφορικές.

1. Προσωπικές αντωνυμίες

παρ221.
Προσωπικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου.

Πρώτο πρόσωπο είναι εκείνο που μιλεί: εγώ·

Δεύτερο πρόσωπο είναι εκείνο που του μιλούμε: σύ·

Τρίτο πρόσωπο είναι εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος: αὐτός, ἐκεῖνος κτλ.

παρ222.
Οι προσωπικές αντωνυμίες κλίνονται έτσι:

Ενικός αριθμός
α' πρόσ.β' πρόσ.γ' πρόσ.
ον.ἐγὼσὺ
γεν.ἐμοῦ, μουσοῦ, σου(οὗ)
δοτ.ἐμοί, μοισοί, σοιοἷ, οἱ
αιτ.ἐμέ, μεσέ, σε(ἓ)
Πληθυντικός αριθμός
ον.ἡμεῖςὑμεῖς(σφεῖς)
γεν.ἡμῶνὑμῶν(σφῶν)
δοτ.ἡμῖνὑμῖνσφίσι(ν)
αιτ.ἡμᾶςὑμᾶς(σφᾶς)
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.νὼσφὼ
γεν. δοτ.νῷνσφῷν

2. Δεικτικές αντωνυμίες

παρ223.
Δεικτικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν δείξιμο (αισθητό ή νοητό).

Δεικτικές αντωνυμίες της αρχαίας ελληνικής είναι οι ακόλουθες (όλες τρικατάληκτες με τρία γένη):

οὗτος, αὕτη, τοῦτο

ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο

ὅδε, ἥδε, τόδε (= αυτός εδώ, αυτός δα, ο εξής)

τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε ή τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο(ν) (= τέτοιος).

τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε ή τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο(ν) (= τόσο μεγάλος).

παρ224.

1) Η αντωνυμία οὗτος, αὗτη, τοῦτο κλίνεται έτσι:

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.οὗτοςαὕτητοῦτοοὗτοιαὗταιταῦτα
γεν.τούτουταύτηςτούτουτούτωντούτωντούτων
δοτ.τούτῳταύτῃτούτῳτούτοιςταύταιςτούτοις
αιτ.τοῦτονταύτηντοῦτοτούτουςταύταςταῦτα
κλ.(ὦ) οὗτος(ὦ) αὕτη
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τούτω
γεν. δοτ.τούτοιν

2) Η αντων. ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο κλίνεται ως τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον, αλλά χωρίς το τελικό ν στο ουδέτερο (πβ. §158).

3) Η αντωνυμία ὅδε, ἥδε, τόδε σχηματίστηκε από το άρθρο ὁ, ἡ, τὸ (που αρχικά είχε δεικτική σημασία) μαζί με το εγκλιτικό δεικτικό μόριο δὲ στο τέλος του. Κλίνεται όπως το άρθρο με το εγκλιτικό μόριο δὲ (πβ. §42,5):

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.ὅδεἥδετόδεοἵδεαἵδετάδε
γεν.τοῦδετῆσδετοῦδετῶνδετῶνδετῶνδε
δοτ.τῷδετῇδετῷδετοῖσδεταῖσδετοῖσδε
αιτ.τόνδετήνδετόδετούσδετάσδετάδε
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τώδε
γεν. δοτ.τοῖνδε

4) Οι αντωνυμίες τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε — τοσόσδε, τοσήδε, τοσόνδε και τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε (που απαρτίζονται από τις αρχαιότερες αντωνυμίες τοῖος, τόσος, τηλίκος και το εγκλιτικό μόριο δὲ) κλίνονται μόνο κατά το πρώτο μέρος τους, με το μόριο δὲ αμετάβλητο: τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε — τοιοῦδε, τοιάσδε, τοιοῦδε — τοιῷδε, τοιᾷδε, τοιῷδε κτλ. τοιοίδε, τοιαίδε, τοιάδε — τοιῶνδε — τοιοῖσδε, τοιαῖσδε, τοιοῖσδε κτλ.

5) Οι αντωνυμίες τοιοῦτος, τοσοῦτος, τηλικοῦτος (που είναι σύνθετες από τις αρχαιότερες αντωνυμίες τοῖος, τόσος, τηλίκος και την αντων. οὗτος) κλίνονται έτσι:

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.τοιοῦτοςτοιαύτητοιοῦτο(ν)τοιοῦτοιτοιαῦταιτοιαῦτα
γεν.τοιούτουτοιαύτηςτοιούτουτοιούτωντοιούτωντοιούτων
δοτ.τοιούτῳτοιαύτῃτοιούτῳτοιούτοιςτοιαύταιςτοιούτοις
αιτ.τοιοῦτοντοιαύτηντοιοῦτο(ν)τοιούτουςτοιαύταςτοιαῦτα
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τοιούτω
γεν. δοτ.τοιούτοιν

3. Οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία

παρ225.
Η αντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό στην αρχαία ελληνική είναι οριστική ή επαναληπτική.

1) Οριστική είναι η αντωνυμία αὐτός (σε όλες τις πτώσεις) όταν χρησιμεύει για να ορίσει κάτι (δηλ. να το ξεχωρίσει από άλλα): τὴν στρατείαν αὐτὸς Ξέρξης ἤγαγε (= μόνος του ο Ξ., αυτός ο ίδιος και όχι άλλος) — ἔσωσε καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς παῖδας (και αυτόν τον ίδιο και τα παιδιά).

2) Επαναληπτική είναι η αντωνυμία αὐτὸς (μόνο στις πλάγιες πτώσεις), όταν χρησιμεύει για να επαναλάβει κάτι που γι' αυτό έγινε λόγος πρωτύτερα. Με τέτοια σημασία η αντων. αὐτὸς στις πλάγιες πτώσεις χρησιμοποιείται στη θέση της προσ. αντων. του γ΄ προσώπου: βασιλεὺς καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ (δηλ. τοῦ βασιλέως) ή καὶ o σὺν αὐτῷ (δηλ. τῷ βασιλεῖ) — Κῦρον μεταπέμπεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἧς αὐτὸν (δηλ. τὸν Κῦρον) σατράπην ἐποίησε.

παρ226.
Η αντων. αὐτὸς κλίνεται σαν τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον, αλλά χωρίς το τελικό ν στο ουδέτερο του ενικού: αὐτός, αὐτή, αὐτὸ — γεν. αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτοῦ κτλ. (πβ. §158: σοφός, σοφή, σοφόν).

παρ227.
Η αντων. αὐτός, όταν εκφέρεται μαζί με το άρθρο, σημαίνει ταυτότητα (ὁ αὐτὸς = ο ίδιος): τὴν Ἀττικήν ἄνθρωποι ᾤκουν οἱ αὐτοὶ ἀεί (= οι ίδιοι πάντοτε).

4. Κτητικές αντωνυμίες

παρ228.
Κτητικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν σε ποιον ανήκει κάτι, δηλ. ορίζουν τον κτήτορα.

Οι κτητικές αντωνυμίες έχουν τρία πρόσωπα, όπως και οι προσωπικές, και σχηματίζονται από τα θέματα των αντίστοιχων προσωπικών αντωνυμιών:

Α΄ Για έναν κτήτορα

α΄ πρόσωπο: ἐμός, ἐμή, ἐμὸν (= δικός μου, δική μου, δικό μου)·
β΄ πρόσωπο: σός, σή, σὸν (= δικός σου, δική σου, δικό σου)·
γ΄ πρόσωπο: ἑός, ἑή, ἑὸν (= δικός του, δική του, δικό του).

Β΄ Για πολλούς κτήτορες

α΄ πρόσ.: ἡμέτερος, ἡμετέρα, ἡμέτερον (= δικός μας, δική μας, δικό μας)·
β΄ πρόσ.: ὑμέτερος, ὑμετέρα, ὑμέτερον (= δικός σας, δική σας, δικό σας)·
γ΄ πρόσ.: σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον (= δικός τους, δική τους, δικό τους).

παρ229.
Οι κτητικές αντωνυμίες κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον: ἐμός, ἐμή, ἐμόν (όπως σοφός, σοφή, σοφὸν) — ἡμέτερος, ἡμετέρα, ἡμέτερον (όπως δίκαιος, δικαία, δίκαιον)· (βλ. §158 κ.α.).

5. Αυτοπαθητικές αντωνυμίες

παρ230.
Αυτοπαθητικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν ότι το ίδιο υποκείμενο ενεργεί και συγχρόνως παθαίνει: ἐγὼ τιμῶ ἐμαυτὸν (= εγώ τιμώ τον εαυτό μου) – γνῶθι σαυτὸν (= συ γνώρισε τον εαυτό σου) – οὗτος ἐπιμελεῖται ἑαυτοῦ (= αυτός φροντίζει για τον εαυτό του) κτλ.

παρ231.
Οι αυτοπαθητικές αντωνυμίες εξαιτίας της σημασίας τους δε συνηθίζονται στην ονομαστική, παρά μόνο στις πλάγιες πτώσεις. Οι αντωνυμίες αυτές έχουν τρία πρόσωπα και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός
α΄ προσώπουβ΄ προσώπου
αρσ.θηλ.αρσ.θηλ.
γεν.ἐμαυτοῦἐμαυτῆςσεαυτοῦσεαυτῆς
δοτ.ἐμαυτῷἐμαυτῇσεαυτῷσεαυτῇ
αιτ.ἐμαυτὸνἐμαυτὴνσεαυτὸνσεαυτὴν
Πληθυντικός αριθμός
γεν.ἡμῶν αὐτῶνἡμῶν αὐτῶνὑμῶν αὐτῶνὑμῶν αὐτῶν
δοτ.ἡμῖν αὐτοῖςἡμῖν αὐταῖςὑμῖν αὐτοῖςὑμῖν αὐταῖς
αιτ.ἡμᾶς αὐτοὺςἡμᾶς αὐτὰςὑμᾶς αὐτοὺςὑμᾶς αὐτὰς

γ΄ προσώπου
Ενικός αριθμός
αρσ.θηλ.ουδ.
γεν.ἑαυτοῦἑαυτῆς
δοτ.ἑαυτῷἑαυτῇ
αιτ.ἑαυτὸνἑαυτὴνἑαυτὸ
Πληθυντικός αριθμός
αρσ.θηλ.ουδ.
γεν.ἑαυτῶν ή σφῶν αὐτῶνἑαυτῶν ή σφῶν αὐτῶν
δοτ.ἑαυτοῖς ή σφίσιν αὐτοῖςἑαυταῖς ή σφίσιν αὐταῖς
αιτ.ἑαυτοὺς ή σφᾶς αὐτοὺςἑαυτὰς ή σφᾶς αὐτὰςἑαυτὰ

6. Αλληλοπαθητική αντωνυμία

παρ232.
Αλληλοπαθητική λέγεται η αντωνυμία που φανερώνει ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούν και παθαίνουν αμοιβαίως: οὗτοι ἠδίκουν ἀλλήλους (= ο ένας αδικούσε τον άλλον, δηλ. καθένας αδικούσε τους άλλους και συγχρόνως τον αδικούσαν οι άλλοι).

παρ233.
Η αλληλοπαθητική αντωνυμία, επειδή είναι λέξη που φανερώνει δύο ή περισσότερα πρόσωπα, έχει μόνο δυϊκό και πληθυντικό. Δε συνηθίζεται στην ονομαστική αλλά μόνο στις πλάγιες πτώσεις. Έχει τρία γένη και κλίνεται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β΄ κλίσης:

Δυϊκός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
(και για τα τρία γένη)αρσ.θηλ.ουδ.
γεν.ἀλλήλοινἀλλήλωνἀλλήλωνἀλλήλων
δοτ.ἀλλήλοινἀλλήλοιςἀλλήλαιςἀλλήλοις
αιτ.ἀλλήλωἀλλήλουςἀλλήλαςἄλληλα

7. Ερωτηματικές αντωνυμίες

παρ234.
Ερωτηματικές λέγονται οι αντωνυμίες που εισάγουν ερωτήσεις: πόσαι σοι οἰκίαι ἦσαν; — Μανία δὲ τίνος ἦν; — Κῦρος ἤρετο τίς ὁ θόρυβος εἴη.

Ερωτηματικές αντωνυμίες της αρχαίας ελληνικής είναι:

1) τίς (αρσ. και θηλ.), τί (ουδ.) (= ποιος;)

2) πότερος, ποτέρα, πότερον (= ποιος από τους δύο;)·

3) πόσος, πόση, πόσον·

4) ποῖος, ποία, ποῖον (= τι λογής;)·

5) πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (= πόσο μεγάλος; ή ποιας ηλικίας;)·

6) ποδαπός, ποδαπή, ποδαπὸν (= από ποιον τόπο;)·

7) πόστος, πόστη, πόστον (= τι θέση έχει σε μια αριθμητική σειρά; πβ. πρῶτος, τρίτος κτλ.)·

8) ποσταῖος, ποσταία, ποσταῖον (= σε πόσες μέρες; — πβ. τριταῖος, τεταρταῖος κτλ.).

παρ235.
Εκτός από την αντων. τίς, τί, όλες οι άλλες ερωτηματικές αντωνυμίες κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β΄ κλίσης (σε -ος, -η, -ον ή -ος, -α, -ον· πβ. §158 κ.π.).

Η ερωτηματική αντωνυμία τίς, τί είναι δικατάληκτη με τρία γένη και κλίνεται κατά την γ΄ κλίση:

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ.ουδέτ.αρσ. και θηλ.ουδέτ.
ον.τίςτίτίνεςτίνα
γεν.τίνος ή τοῦτίνος ή τοῦτίνωντίνων
δοτ.τίνι ή τῷτίνι ή τῷτίσι(ν)τίσι(ν)
αιτ.τίνατίτίναςτίνα
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τίνε
γεν. δοτ.τίνοιν

8. Αόριστες αντωνυμίες

παρ236.
Αόριστες λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν κάτι αόριστο, που δεν μπορεί κανείς ή δε θέλει να το ονομάσει: Κῦρε, λέγουσί τινες (= κάποιοι) ὅτι πολλὰ ὑπισχνεῖ,... ἔνιοι (= μερικοί) δὲ ὅτι οὐκ ἂν δύναιο ἀποδοῦναι ὅσα ὑπισχνεῖ.

Αόριστες αντωνυμίες της αρχαίας είναι κυρίως οι ακόλουθες τρεις:
1) τὶς (αρσ. και θηλ.), τὶ (ουδ.) (= κάποιος)·
2) ὁ δεῖνα, ἡ δεῖνα, τὸ δεῖνα·
3) vιοι, ἔνιαι, ἔνια (= μερικοί).

παρ237.
Από τις αόριστες αντωνυμίες:

α) η αντωνυμία τίς, τὶ είναι δικατάληκτη με τρία γένη και κλίνεται κατά την γ΄ κλίση:

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ.ουδέτ.αρσ. και θηλ.ουδέτ.
ον.τὶςτὶτινὲςτινὰ ή ἄττα
γεν.τινὸς ή τουτινὸς ή τουτινῶντινῶν
δοτ.τινὶ ή τῳτινὶ ή τῳτισὶ(ν)τισὶ(ν)
αιτ.τινὰτὶτινὰςτινὰ ή ἄττα
Δυϊκός (και για τα τρία γένη)
ον. αιτ.
κλ.
τινὲ
γεν. δοτ.τινοῖν

β) η αντωνυμία δεῖνα στην αρχαία ελληνική ή μένει άκλιτη (όπως στη νέα) ή κλίνεται κατά την γ΄ κλίση:

Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ον.τὸδεῖναοἱαἱδεῖνες
γεν.τοῦτῆςτοῦδεῖνοςτῶνδείνων
δοτ.τῷτῇτῷδεῖνι(τοῖςταῖςδεῖσι)
αιτ.τὸντὴντὸδεῖνατοὺςτὰςδεῖνας

γ) η αντωνυμία ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια βρίσκεται μόνο στον πληθ. και κλίνεται σαν τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης (βλ. §158).

παρ238.
Στις αόριστες αντωνυμίες ανήκουν και τα ακόλουθα επίθετα που λέγονται και επιμεριστικές αντωνυμίες, γιατί σημαίνουν επιμερισμό από ένα σύνολο δύο ή περισσότερων ουσιαστικών:

1) πᾶς, πᾶσα, πᾶν (= καθένας χωρίς καμιά εξαίρεση· μ' αυτή τη σημασία ο πληθ. πάντες = όλοι): οὐ παντὸς πλεῖν ἐς Κόρινθον (= δεν είναι εύκολο στον καθένα κτλ.) - πάντες ἐθαύμαζον (= όλοι εθαύμαζαν)·

2) ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον (= καθένας)·

3) ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο·

4) οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν - μηδείς, μηδεμία, μηδὲν (= κανείς)·

5) ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα (= και οι δύο μαζί)·

6) ἑκάτερος, ἑκατέρα, ἑκάτερον (= καθένας από τους δύο)·

7) ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον (= άλλος· λέγεται για δύο ουσιαστικά)·

8) οὐδέτερος, οὐδετέρα, οὐδέτερον — μηδέτερος, μηδετέρα, μηδέτερον (= ούτε ο ένας ούτε ο άλλος)·

9) ποσός, ποσή, ποσὸν (= κάμποσος· πβ. §234,3, πόσος

10) ποιός, ποιά, ποιὸν (προφ. ποι-ός, ποι-ά, ποι-ὸν) (= κάποιας λογής· πβ. §234,4, ποῖος

11) ἀλλοδαπός, ἀλλοδαπή, ἀλλοδαπὸν (= από άλλον τόπο· πβ. §234,6, ποδαπός).

παρ239.
Από τις επιμεριστικές αντωνυμίες:

α) η αντων. πᾶς, πᾶσα, πᾶν χρησιμεύει και ως επίθετο (= όλος, ολόκληρος): πᾶς ἀνήρ, πᾶσα ἡ πόλις (βλ. §172).

β) οι αντων. οὐδεὶς και μηδεὶς κλίνονται όπως το αριθμητικό εἷς, μία, ἓν (βλ. §207), αλλά στο αρσενικό γένος έχουν και πληθ. αριθμό οὐδένες, μηδένες (= κανείς, χωρίς εξαίρεση):

Ενικός αριθμόςΠληθ. αριθμός
ον.οὐδεὶςοὐδεμίαοὐδὲνοὐδένες
γεν.οὐδενὸςοὐδεμιᾶςοὐδενὸςοὐδένων
δοτ.οὐδενὶοὐδεμιᾷοὐδενὶοὐδέσι(ν)
αιτ.οὐδέναοὐδεμίανοὐδὲνοὐδένας

γ) η αντων. ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο κλίνεται ως τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης σε -ος, -η, -ον, αλλά χωρίς τελικό ν στο ουδέτερο (πβ. §224,2, ἐκεῖνο)·

δ) η αντων. ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα κλίνεται κανονικά στον πληθυντ. και δυϊκό αριθμό ως τρικατάληκτο επίθετο της β΄ κλίσης (πβ. §158

ε) οι λοιπές αντωνυμίες ἕκαστος, ἑκάτερος, ἕτερος, οὐδέτερος, μηδέτερος, ποσός, ποιός, ἀλλοδαπὸς κλίνονται ως τρικατάληκτα επίθετα σε -ος, -η, -ον ή -ος, -α, -ον (πβ. §158).

9. Αναφορικές αντωνυμίες

παρ240.
Αναφορικές λέγονται οι αντωνυμίες με τις οποίες κανονικά μια ολόκληρη πρόταση αναφέρεται σε λέξη άλλης πρότασης ή στο όλο νόημά της: ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὅς τὰ πάνθ' ὁρᾷ — Δερκυλίδας ἐστάθη τὴν ἀσπίδα ἔχων, δοκεῖ κηλὶς εἶναι...

Αναφορικές αντωνυμίες της αρχαίας ελληνικής είναι:

1) ὅς, ἥ, ὃ (= ο οποίος, αυτός που)·

2) ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ (= αυτός ακριβώς που)·

3) ὅστις, ἥτις, ὅ,τι (= όποιος)·

4) ὁπότερος, ὁποτέρα, ὁπότερον (= όποιος από τους δύο) (πβ. §234,2

5) ὅσος, ὅση, ὅσον (πβ. §234,3

6) ὁπόσος, ὁπόση, ὁπόσον (= όσος) (πβ. §234,3

7) οἷος, οἵα, οἷον (= τέτοιος που) (πβ. §234,4

8) ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον χωρίς άρθρο (= όποιας λογής) (πβ. §234,4

9) ἡλίκος, ἡλίκη, ἡλίκον (= όσο μεγάλος) (πβ. §234,5

10) ὁπηλίκος, ὁπηλίκη, ὁπηλίκον (= όσο μεγάλος) (πβ. §234,5

11) ὁποδαπός, ὁποδαπή, ὁποδαπόν (= από ποιον τόπο· σε πλάγια ερώτηση) (πβ. §234,6).

παρ241.
Οι αναφορικές αντωνυμίες ὅς, ὅσπερ και ὅστις κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Ενικός αριθμός
αρσ.θηλ.ουδ.αρσ.θηλ.ουδ.
ον.ὃςὅσπερἥπερὅπερ
γεν.οὗἧςοὗοὗπερἧσπεροὗπερ
δοτ.ᾧπερᾗπερᾧπερ
αιτ.ὃνἣνὅνπερἥνπερὅπερ
Πληθυντικός αριθμός
αρσ.θηλ.ουδ.αρσ.θηλ.ουδ.
ον.oἳαἱοἵπεραἵπερἅπερ
γεν.ὧνὧνὧνὧνπερὧνπερὧνπερ
δοτ.οἷςαἷςοἷςοἷσπεραἷσπεροἷσπερ
αιτ.οὓςἃςοὕσπερἅσπερἅπερ
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.ὣ (ἃ)ὥπερὥπερ (ἅπερ)ὥπερ
γεν. δοτ.οἷνοἷν (αἷν)οἷνοἷνπεροἷνπερ (αἷνπερ)οἷνπερ

Ενικός αριθμός
αρσ.θηλ.ουδ.
ον.ὅστιςἥτιςὅ,τι
γεν.οὗτινος και ὅτουἧστινοςοὗτινος και ὅτου
δοτ.ᾧτινι και ὅτῳᾗτινιᾧτινι και ὅτῳ
αιτ.ὅντιναἥντιναὅ,τι
Πληθυντικός αριθμός
ον.οἵτινεςαἵτινεςἅτινα ή ἅττα
γεν.ὧντινωνὧντινωνὧντινων
δοτ.οἷστισι(ν)αἷστισι(ν)οἷστισι(ν)
αιτ.οὕστιναςἅστιναςἅτινα ή ἅττα
Δυϊκός αριθμός
ον. αιτ.ὥτινεὥτινε (ἅτινε)ὥτινε
γεν. δοτ.οἷντινοινοἷντινοιν (αἷντινοιν)οἷντινοιν

παρ242.
Οι άλλες αναφορικές αντωνυμίες, εκτός από το ὃς, ὅσπερ, ὅτις, κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα της β΄ κλίσης: ὅσος, -η, -ον – οἷος, οἵα, οἷον κτλ.

Συσχετικές αντωνυμίες

παρ243.
Από τις αντωνυμίες οι ερωτηματικές, οι αόριστες, οι δεικτικές και οι αναφορικές λέγονται μαζί συσχετικές αντωνυμίες, γιατί έχουν μεταξύ τους κάποια σχέση, δηλ. σε κάθε ερωτηματική αντωνυμία αντιστοιχεί μια από τις άλλες: τίς; — οὐδεὶς — οὗτος — ὃς κτλ.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΝΤΩΝΥΜΙΩΝ

παρ244.
ΕρωτηματικέςΑόριστεςΔεικτικέςΑναφορικές
τίς;τίς, οὐδείς, μηδείς, πᾶς, ὁ δεῖνα, ἔνιοι, ἕκαστος, ἄλλοςὅδε, οὗτος, ἐκεῖνοςὅς, ὅστις, ὅσπερ
πότερος;οὐδέτερος, μηδέτερος, ἀμφότεροι (ἄμφω), ἕτερος, ἑκάτερος(ὁ ἕτερος = ο ένας από τους δύο)ὁπότερος
πόσος;ποσὸς (κάμποσος)τοσόσδε, τοσοῦτοςὅσος, ὁπόσος
ποῖος;ποιὸς (= κάποιος)τοιόσδε, τοιοῦτοςοἷος, ὁποῖος
πηλίκος;τηλικόσδε, τηλικοῦτοςἡλίκος, ὁπηλίκος
ποδαπός;(ἀλλοδαπὸς = από άλλο μέρος)ὁποδαπὸς

20ό Κεφ. Ρήμα. Στοιχεία του ρήματος

Α΄. Ορισμός και παρεπόμενα του ρήματος

παρ245.
Ρήματα λέγονται οι κλιτές λέξεις που φανερώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια, δηλ. παθαίνει κάτι, ή βρίσκεται σε μια ορισμένη κατάσταση: Τισσαφέρνης διαβάλλει τὸν Κῦρον (το υποκείμ. ενεργεί) – Κῦρος διαβάλλεται ὑπὸ Τισσαφέρνους (το υποκείμ. παθαίνει κάτι από κάποιον άλλον) – Δαρεῖος ἀσθενεῖ (το υποκείμ. βρίσκεται σε μια κατάσταση).

παρ246.
Όπως τα πτωτικά, έτσι και το ρήμα έχει διάφορους τύπους με τους οποίους φανερώνονται τα παρεπόμενά του (πβ. §77).

Παρεπόμενασυνακόλουθα) του ρήματος είναι: 1) η διάθεση, 2) ο αριθμός, 3) το πρόσωπο, 4) η έγκλιση, 5) ο χρόνος, 6) η φωνή και 7) η συζυγία.

1. Διαθέσεις

παρ247.
Διάθεση του ρήματος λέγεται η ιδιαίτερη σημασία του που δείχνει ότι το υποκείμενο ή ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κατάσταση.

Οι διαθέσεις των ρημάτων στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, είναι τέσσερις: ενεργητική, μέση, παθητική και ουδέτερη.

α) Ρήματα με ενεργητική διάθεση ή ενεργητικά λέγονται εκείνα που σημαίνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί: Ἀρταξέρξης συλλαμβάνει Κῦρον.

β) Ρήματα με μέση διάθεση ή μέσα λέγονται εκείνα που σημαίνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί και η ενέργεια γυρίζει με κάποιον τρόπο σ’ αυτό το ίδιο: οἱ στρατιῶται γυμνάζονται (= γυμνάζουν τον εαυτό τους).

γ) Ρήματα με παθητική διάθεση ή παθητικά λέγονται εκείνα που σημαίνουν ότι το υποκείμενο δέχεται μια ενέργεια από κάποιον άλλον, δηλ. παθαίνει κάτι: Κῦρος προσκυνεῖται ὡς βασιλεὺς ὑπὸ τῶν ἀμφ’ αὑτόν.

δ) Ρήματα με ουδέτερη διάθεση ή ουδέτερα λέγονται εκείνα που σημαίνουν ότι το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε παθαίνει παρά βρίσκεται απλώς σε μια κατάσταση: οἱ πολέμιοι ἡσυχάζουσι.

2. Αριθμοί

παρ248.
Αριθμός του ρήματος λέγεται ο τύπος του ρήματος που φανερώνει αν το υποκείμενό του είναι ένα ή δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα.

Οι αριθμοί του ρήματος, όπως και των πτωτικών, στην αρχαία ελληνική είναι τρεις:

α) ενικός(όταν πρόκειται για ένα):ὁ μαθητὴς γράφει·
β) δυϊκός(όταν πρόκειται για δύο):τὼ μαθητὰ γράφετον·
γ) πληθυντικός(όταν πρόκειται για πολλά):οἱ μαθηταὶ γράφουσι.

3. Πρόσωπα

παρ249.
Πρόσωπο του ρήματος λέγεται ο τύπος του ρήματος που φανερώνει τίνος προσώπου είναι το υποκείμενο. Κανονικά τα πρόσωπα του ρήματος είναι τρία (πβ. §221):

α) το πρώτο πρόσωπο:(ἐγὼ) γράφω - (ἡμεῖς) γράφομεν·
β) το δεύτερο πρόσωπο:(σὺ) γράφεις - (ὑμεῖς) γράφετε·
γ) το τρίτο πρόσωπο:(οὗτος) γράφει - (οὗτοι) γράφουσι.

4. Εγκλίσεις. Ονοματικοί τύποι

παρ250.
Η έννοια που εκφράζει το ρήμα παρουσιάζεται κάθε φορά από εκείνον που μιλεί ή σαν κάτι που το νομίζει πραγματικό ή σαν κάτι που επιθυμεί ή περιμένει να γίνει ή σαν ευχή ή σαν προσταγή κτλ.

Οι διάφορες μορφές του ρήματος που φανερώνουν την ψυχική διάθεση εκείνου που μιλεί λέγονται εγκλίσεις.

Οι εγκλίσεις των ρημάτων στην αρχαία ελληνική είναι τέσσερις: η οριστική, η υποτακτική, η ευκτική και η προστακτική.

α) Η οριστική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι βέβαιο και πραγματικό: βλάπτει τὸν ἄνδρα θυμὸς - ἐνταῦθα ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς.

β) Η υποτακτική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι επιθυμητό ή ενδεχόμενο: τὸ σῶμα γυμνάζωμεν (= ας γυμνάζομε) - ἐὰν ἔλθῃς (= αν υποθέσουμε πως θα έρθεις, όπως είναι ενδεχόμενο).

γ) Η ευκτική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν ευχή εκείνου που μιλεί: ὦ παῖ, γένοιο πατρὸς εὐτυχέστερος (= μακάρι να γίνεις).

δ) Η προστακτική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν προσταγή, αξίωση, συμβουλή, παράκληση ή και ευχή εκείνου που μιλεί: τὸ σῶμα γυμνάζετε (= να γυμνάζετε) - ὑγίαινε (= εύχομαι να υγιαίνεις).

παρ251.
Εκτός από τις τέσσερις εγκλίσεις το ρήμα σχηματίζει ακόμη δύο τύπους, που λέγονται ονοματικοί τύποι του ρήματος.

Οι ονοματικοί τύποι του ρήματος είναι το απαρέμφατο και η μετοχή.

α) Το απαρέμφατο είναι αφηρημένο ρηματικό ουσιαστικό άκλιτο, που σχηματίζεται από το θέμα του ρήματος και φανερώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο: γράφειν, γράφεσθαι - γράψαι, γραφῆναι.

β) Η μετοχή είναι τρικατάληκτο ρηματικό επίθετο με τρία γένη, που σχηματίζεται από το θέμα του ρήματος και φανερώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο: γράφων, γράφουσα, γράφον - γραφόμενος, γραφομένη, γραφόμενον - γραφείς, γραφεῖσα, γραφέν.

5. Χρόνοι

παρ252.
Χρόνος του ρήματος λέγεται ο ρηματικός τύπος που φανερώνει πότε γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα και πώς.

Ι. Οι χρόνοι στην οριστική

παρ253.
Η οριστική έγκλιση έχει εφτά χρόνους. Αυτοί είναι: ο ενεστώτας, ο παρατατικός, ο (απλός) μέλλοντας, ο αόριστος, ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας.

α) ο ενεστώτας φανερώνει κάτι που γίνεται τώρα (με διάρκεια ή με επανάληψη): ὁ μαθητὴς γράφει— ἀεὶ τὰ αὐτὰ λέγω.

β) ο παρατατικός φανερώνει κάτι που γινόταν στο παρελθόν (με διάρκεια ή με επανάληψη): ὁ μαθητὴς ἔγραφε— Σωκράτης ὥσπερ ἐγίγνωσκεν οὕτως ἔλεγε.

γ) ο (απλός) μέλλοντας φανερώνει κάτι που θα γίνει ή θα γίνεται στο μέλλον: ἐγὼ γράψω (= εγώ θα γράψω ή θα γράφω) — ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ.

δ) Ο αόριστος φανερώνει κάτι που έγινε αόριστα στο παρελθόν (άσχετα αν κράτησε πολύ ή λίγο): ὁ μαθητὴς ἔγραψεἐβασίλευσε δώδεκα έτη.

ε) Ο παρακείμενος κυρίως φανερώνει κάτι που έχει γίνει στο παρελθόν και υπάρχει τώρα συντελεσμένο: ὁ μαθητὴς γέγραφε (= ο μαθητής έχει γράψει κάτι που τώρα είναι πια τελειωμένο) — οἱ πολέμιοι σπονδὰς λελύκασι.

στ) Ο υπερσυντέλικος φανερώνει κάτι που είχε γίνει, δηλ. κάτι που ήταν συντελεσμένο σε κάποιο χρονικό σημείο του παρελθόντος: ὁ μαθητὴς ἐγεγράφει (= είχε γράψει στο παρελθόν κάτι που ήταν τότε τελειωμένο και που τώρα μπορεί να μην υπάρχει) — οὗτος προαφῖκτο εἰς Σικελίαν (= είχε φτάσει πρωτύτερα και βρισκόταν τότε εκεί)

ζ) Ο συντελεσμένος μέλλοντας φανερώνει κάτι που θα έχει γίνει, δηλ. κάτι που θα είναι συντελεσμένο, σε κάποιο χρονικό σημείο του μέλλοντος: ὁ μαθητὴς γεγραφὼς ἔσται (= θα έχει γράψει κάτι που θα είναι τελειωμένο σε ορισμένη στιγμή του μέλλοντος) — ἡ πόλις ἔσται τετειχισμένη.

παρ254.
Ανασκόπηση. Από τους χρόνους στην οριστική:

α) ο ενεστώτας και κατά ένα μέρος ο παρακείμενος αναφέρονται κανονικά στο παρόν. Ο παρατατικός, ο αόριστος, ο υπερσυντέλικος και κατά ένα μέρος ο παρακείμενος αναφέρονται στο παρελθόν· ο (απλός) μέλλοντας και ο συντελεσμένος μέλλοντας αναφέρονται στο μέλλον

β) ο ενεστώτας, ο παρατατικός και κάποτε ο (απλός) μέλλοντας παρουσιάζουν αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι εξακολουθητικό, που διαρκεί με συνέχεια ή με επανάληψη· ο αόριστος και κάποτε ο (απλός) μέλλοντας το παρουσιάζουν συνοπτικά (ιδωμένο στο σύνολο του)· ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας το παρουσιάζουν συντελεσμένο.

παρ255.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΟΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ

Χρόνοι που παρουσιάζουν αυτό που σημαίνει το ρήμα

1. σαν εξακολουθητικόα) στο παρόν
ενεστώτας
γράφω
β) στο παρελθόν
παρατατικός
ἔγραφον
γ) στο μέλλον
(απλός) μέλλοντας
γράψω (= θα γράφω)
2. σαν συνοπτικό
(ή στιγμιαίο)
αόριστος
ἔγραψα
(απλός) μέλλοντας
γράψω (= θα γράψω)
3. σαν συντελεσμένοπαρακείμενος
γέγραφα
παρακείμενος
γέγραφα
υπερσυντέλικος
ἐγεγράφειν
συντελ. μέλλοντας
γεγραφὼς ἔσομαι

παρ256.
Από τους χρόνους του ρήματος:

α) ο ενεστώτας, ο (απλός) μέλλοντας και ο παρακείμενος λέγονται αρχικοί (γιατί αυτοί σχηματίστηκαν στην αρχή)· ο παρατατικός, ο αόριστος και ο υπερσυντέλικος λέγονται παραγόμενοι (γιατί παράγονται από τους αρχικούς) ή ιστορικοί (γιατί αναφέρονται στα περασμένα)

β) ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και συντελεσμένος μέλλοντας λέγονται συντελικοί, γιατί σημαίνουν κάτι το συντελεσμένο (το αποτελειωμένο)

γ) οι περισσότεροι χρόνοι στην αρχαία ελληνική εκφέρονται με μία λέξη και λέγονται μονολεκτικοί (π.χ. μέλλ. λύσω, παρακ. λέλυκα, υπερσυντ. ἐλελύκειν κτλ.), μερικοί όμως σχηματίζονται με δύο λέξεις και λέγονται περιφραστικοί (π.χ. συντελεσμ. μέλλ. λελυκὼς ἔσομαι).

II. Οι χρόνοι στις άλλες εγκλίσεις

παρ257.
1) Η υποτακτική και η προστακτική σχηματίζουν μόνο ενεστώτα, αόριστο και παρακείμενο.

2) Η ευκτική, το απαρέμφατο και η μετοχή σχηματίζουν ενεστώτα, (απλό) μέλλοντα, αόριστο και παρακείμενο.

6. Φωνές

παρ258.
Φωνή του ρήματος λέγεται ένα σύνολο από τύπους που μπορεί να σχηματίσει το ρήμα.

Κάθε ρήμα κανονικά σχηματίζει δύο σύνολα από τύπους, δηλ. έχει δύο φωνές. Αυτές είναι:

α) η ενεργητική φωνή, που ο πρώτος τύπος της (δηλ. το α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα) λήγει σε ή -μι: λύ-ω, τιμῶ, τίθη-μι ·

β) η μέση φωνή, που ο πρώτος τύπος της (δηλ. το α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα) λήγει σε -μαι: λύ-ο-μαι, τιμῶμαι, τίθε-μαι.

7. Συζυγίες

παρ259.
Κατά τον τρόπο που κλίνονται τα ρήματα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, που λέγονται συζυγίες.

α) Στην πρώτη συζυγία ανήκουν όσα ρήματα στο α΄ πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα λήγουν σε -ω: λύ-ω, (τιμά-ω) τιμῶ, γράφ-ω.

β) Στη δεύτερη συζυγία ανήκουν όσα ρήματα στο α΄πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα λήγουν σε -μι: δείκνυ-μι, τίθη-μι.

Β΄. Στοιχεία του σχηματισμού του ρήματος

παρ260.
Στους ρηματικούς τύπους ξεχωρίζομε διάφορα στοιχεία: κατάληξη, θέμα, χαρακτήρα, αύξηση, αναδιπλασιασμό και το βοηθητικό ρήμα (όταν ο τύπος σχηματίζεται περιφραστικά). Π.χ. στον τύπο λύ-ω το λυ- είναι θέμα, το -υ- χαρακτήρας, το κατάληξη· στον τύπο -λυ-ον το ε- είναι αύξηση, το -λυ- θέμα, το -ον κατάληξη.

1. Κατάληξη (βλ. §73,α)

παρ261.
Κατάληξη του ρηματικού τύπου είναι το τελευταίο μέρος που αλλάζει, για να δηλωθεί η φωνή, το πρόσωπο, ο αριθμός, η έγκλιση και ο χρόνος: -ω, -εις, -ει, -ομεν, -ετε, -ουσι· -ω, -ῃς, -ῃ κτλ.· -ον, -ες, -ε κτλ.· -ομαι, -ει, -εται κτλ.· -ωμαι, -ῃ, -ηται κτλ. (πβ. §281 και §288).

2. Θέμα (βλ. §73,β)

παρ262.
Κάθε ρήμα κανονικά έχει δύο θέματα, από τα οποία σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι του. Τα θέματα αυτά είναι το ρηματικό και το χρονικό.

α) Ρηματικό θέμα λέγεται το αρχικό θέμα που χρησιμεύει ως βάση στο σχηματισμό των χρονικών θεμάτων του ρήματος. Έτσι: το ρηματικό θέμα του ρήματος βλάπτω δεν είναι το βλαπτ- (όπως στον ενεστώτα βλάπτ-ω) παρά βλαβ- (όπως στο όνομα βλάβη)· το ρημ. θέμα του ρ. ἀλλάσσω δεν είναι ἀλλασσ- (όπως στον ενεστώτα ἀλλάσσ-ω), παρά ἀλλαγ- (όπως στο όνομα ἀλλαγ-ή) κτλ.

β) Χρονικό θέμα λέγεται το ιδιαίτερο θέμα που μ’ αυτό σχηματίζονται οι τύποι ορισμένου χρόνου ή ορισμένων χρόνων. Το χρονικό αυτό θέμα προέρχεται από το αρχικό ρηματικό θέμα που μετασχηματίζεται στους διάφορους χρόνους και παίρνει διάφορες μορφές.

Κανονικά έχουν κοινό χρονικό θέμα ο ενεστώτας με τον παρατατικό, ο μέλλοντας με τον αόριστο και ο παρακείμενος με τον υπερσυντέλικο και τον συντελεσμένο μέλλοντα. Π.χ.

Ενεργ. φωνήενεστώτας:βλάπτω(χρονικό θέμα βλαπτ-)
παρατ.:ἔ-βλαπτ-ον
μέλλοντας:βλάψω(χρονικό θέμα βλαψ-)
αόριστος:ἔ-βλαψ-α
παρακ.:βέ-βλαφ-α(χρονικό θέμα βεβλαφ-)
υπερσυντ.:ἐ-βε-βλάφ-ειν
συντ.μέλλ.:βε-βλαφ-ὼς
ἔσομαι
Μέση φωνήπαρακ.:βέ-βλαμ-μαι(χρονικό θέμα βεβλαφ-)
υπερσυντ.:ἐ-βε-βλάμ-μην

3. Χαρακτήρας (βλ. §73,β)

παρ263.
α) Ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος λέγεται ρηματικός χαρακτήρας: Π.χ. του ρ. λύω ρηματικό θ. λυ-, ρηματικός χαρακτ. -υ-· του ρ. κόπτω ρηματικό θ. κοπ-, ρηματικός χαρακτ. -π-.

β) Ο χαρακτήρας του χρονικού θέματος λέγεται χρονικός χαρακτήρας. Π.χ. (λύ-ω), μέλλ. λύσ-ω, χρονικό θ. λυσ-, χρονικός χαρακτήρας -σ-, παρακ. λέ-λυκ-α, χρον. θ. λε-λυκ-, χρον. χαρακτ. -κ-.

παρ264.
Κατά τον ρηματικό χαρακτήρα τα ρήματα και των δύο συζυγιών διαιρούνται σε φωνηεντόληκτα (λύ-ω, ἵ-στη-μι) και συμφωνόληκτα (γράφ-ω, δείκ-νυ-μι). Και υποδιαιρούνται:

α) τα φωνηεντόληκτα σε ασυναίρετα (λύ-ω, παιδεύ-ω) και σε συνηρημένα (τιμάω -ῶ, ποιέω -ῶ, δηλόω -ῶ)·

β) τα συμφωνόληκτα σε αφωνόληκτα (διώκ-ω, γράφ-ω, πείθ-ω, δείκ- νυ-μι), σε ενρινόληκτα ή υγρόληκτα (βάλλ-ω, δέρ-ω, ὄλ-λυ-μι, μέν-ω) και σε λίγα σιγμόληκτα (σβέσ-νυ-μι = σβέννυμι).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ (κατά συζυγία και χαρακτήρα)

παρ265.
Α΄ συζυγία (ρήματα σε -ω) Β΄ συζυγία (ρήματα σε -μι)

Φωνηεντόληκτα

Ασυναίρετα

Βαρύτονα

λύ-ω, παιδεύ-ω, κυλί-ω
χρί-ω, σεί-ω, κλαί-ω,
καί-ω
ἵ-στη-μι, τί-θη-μι, ἵ-η-μι,
δί-δω-μι, στρώ-ν-νυ-μι

Συνηρημένα

Περισπώμενα

(σε -άω) τιμά-ω -ῶ
(σε -έω) ποιέ-ω -ῶ
(σε -όω) δηλό-ω -ῶ

Συμφωνόληκτα

Αφωνόληκτα

Βαρύτονα

τρίβ-ω, ἄγ-ω, τάσσ-ω
(θ. ταγ-)
ἐλπίζ-ω (θ. ἐλπιδ-)
μείγ-νυ-μι, δείκ-νυ-μι,
ζεύγ-νυ-μι

Ενρινόληκτα

νέμ-ω, μέν-ω,
ἀγγέλλ-ω, δέρ-ω
ὄλ-λυ-μι

Σιγμόληκτα

(κεράσ-νυ-μι) κεράννυμι
(σβέσ-νυ-μι) σβέννυμι
(βλ. §333,δ)

4. Αύξηση

α) Ομαλή αύξηση στα απλά ρήματα

παρ266.
Στους ιστορικούς χρόνους της οριστικής (δηλ. στον παρατατικό, τον αόριστο και τον υπερσυντέλικο) τα ρήματα παίρνουν στην αρχή του θέματος αύξηση.

Η αύξηση δηλώνει το παρελθόν και είναι δύο ειδών: συλλαβική και χρονική.

1) Συλλαβική αύξηση παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από σύμφωνο. Και είναι συλλαβική αύξηση η προσθήκη ενός ε (με ψιλή) στην αρχή του θέματος από το οποίο σχηματίζεται καθένας από τους ιστορικούς χρόνους της οριστικής: (λύ-ω), παρατ. ἔ-λυον, αόρ. ἔ-λυσα, υπερσ. ἐ-λελύκειν.

2) Χρονική αύξηση παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από φωνήεν (ή δίφθογγο). Και είναι χρονική αύξηση η έκταση του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος του θέματος από το οποίο σχηματίζεται καθένας από τους ιστορικούς χρόνους της οριστικής (βλ. §62,7,β).

Κατά τη χρονική αύξηση γίνονται οι ακόλουθες εκτάσεις:

το ᾰ σε η:ἀκούω - ἤκουοντο αι σε ῃ:αἰσθάνομαι – ᾐσθανόμην
το ε σε η:ἐλπίζω - ἤλπιζοντο ει σε ῃ:εἰκάζω – ᾔκαζον
το ο σε ω:ὁρίζω - ὥριζοντο αυ σε ηυ:αὐξάνω – ηὔξανον
το ῐ σε ῑ:ἱκετεύω - ἱκέτευοντο ευ σε ηυ:εὔχομαι – ηὐχόμην
το ῠ σε ῡ:ὑβρίζω - ὕβριζοντο οι σε ῳ:οἰκτίρω – ᾤκτιρον

β) Ομαλή αύξηση στα σύνθετα ρήματα

παρ267.
Στην αρχαία ελληνική τα σύνθετα ή παρασύνθετα (βλ. §378) ρήματα που το α΄ συνθετικό τους είναι πρόθεση παίρνουν εσωτερική αύξηση, δηλ. έχουν τη συλλαβική ή χρονική αύξηση· μετά την πρόθεση: εἰσ-φέρω: εἰσ-έ-φερον· ὑπερβάλλω: ὑπερ-έ-βαλλον· συν-άγω: συν-ῆγον· συν-οικῶ: συν-ῴκουν, συν-ῴκησα· ἀν-αλίσκω και ἀν-αλόω: ἀν-ήλισκον και ἀν-ήλουν, ἀν-ήλωσα· (από το παράνομος) παρασύνθ. παρανομῶ: παρ-ε-νόμουν, παρ-ε-νόμησα κτλ.· (από το ἐγ-κώμιον) παρασύνθ. ἐγκωμιάζω: ἐν-ε-κωμίαζον, ἐν-ε-κωμίασα κτλ.· (από το ἐπι-στάτης) παρασύνθ. ἐπιστατῶ: ἐπ-ε-στάτουν, ἐπ-ε-στάτησα κτλ.· (από το ἐν χειρὶ τίθημι) παρασύνθ. ἐγχειρίζω: ἐν-ε-χείριζον, ἐν-ε-χείρισα.

παρ268.
Τα παρασύνθετα ρήματα που το α΄ συνθετικό τους είναι άλλη λέξη εκτός από πρόθεση έχουν τη συλλαβική ή χρονική αύξηση στην αρχή, σαν να ήταν απλά: (από το δυστυχής) παρασύνθ. δυστυχώ – ἐδυστύχουν – ἐδυστύχησα κτλ.· (από το μυθολόγος) παρασύνθ. μυθολογώ – ἐμυθολόγουν – ἐμυθολόγησα κτλ.· (από το ἄδικος) παρασύνθ. ἀδικῶ – ἠδίκουν – ἠδίκησα κτλ.· (από το οἰκοδόμος) παρασύνθ. οἰκοδομῶ – ᾠκοδόμουν – ᾠκοδόμησα κτλ.

γ) Ανώμαλη αύξηση

παρ269.
Σε μερικά ρήματα της αρχαίας ελληνικής (απλά ή σύνθετα και παρασύνθετα) παρουσιάζεται ανώμαλη αύξηση: Έτσι:

1) Από τα απλά ρήματα:
α) Τα ρήματα βούλομαι, δύναμαι και μέλλω (= σκοπεύω να κάμω κάτι) έχουν αύξηση κανονική και ανώμαλη (από αναλογία προς το ἐθέλω ή θέλω – ἤθελον): ἐβουλόμην και ἠβουλόμην – ἐβουλήθην και ἠβουλήθην· ἐδυνάμην και ἠδυνάμην – ἐδυνήθην και ἠδυνήθην· ἔμελλον και ἤμελλον·
β) μερικά ρήματα που αρχίζουν από ε έχουν αύξηση ει και όχι η: ἐθίζω (= συνηθίζω) – εἴθιζον· ἑλίττω (= τυλίγω) – εἵλιττον· ἕλκω (= σέρνω) – εἷλκον· ἕπομαιεἱπόμην· περι-έπω (= μεταχειρίζομαι κάποιον καλά, καλομεταχειρίζομαι - ή μεταχειρίζομαι κακά, κακομεταχειρίζομαι) – περιεῖπον· ἐργάζομαι – εἰργαζόμην· ἕρπω – εἷρπον· ἑστιάω -ῶ (= φιλεύω) – εἱστίων· ἔχω – εἶχον· ἐάω, ἐῶ (= αφήνω) – εἴων.
γ) Τα ρ. ὠθῶ, ὠνοῦμαι (= αγοράζω) και (κατ)άγνυμι (= σπάζω), αν και αρχίζουν από φωνήεν, έχουν συλλαβική αύξηση: ἐ-ώθουν, ἐ-ωνούμην, (κατ-)έ-αξα.
δ) Το ρ. ὁράω -ῶ (= βλέπω) στον παρατατικό, το ρ. ἁλίσκομαι (= πιάνομαι, κυριεύομαι) στον β΄ αόριστο και το ρ. ἀν-οίγω σε όλους τους ιστορικούς χρόνους έχουν δύο συγχρόνως αυξήσεις, συλλαβική και χρονική: ὁρῶ – ἑώρων· ἁλίσκομαι – ἑάλων· (ἀν)-οίγω – (αν)-έῳγον – ἀνέῳξα (έτσι και ἔοικα – ἐῴκειν).
ε) Το ρ. ἑορτάζω παίρνει τη χρονική αύξηση στη δεύτερη συλλαβή: ἑώρταζον, ἑώρτασα.


2) Από τα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα:
α) Μερικά έχουν την αύξηση στην αρχή, δηλ. πριν από την πρόθεση, σαν να ήταν απλά:
ἀμφιέννυμι (= ντύνω) – ἠμφιέννυν – ἠμφίεσα
ἐπείγω (= επισπεύδω, βιάζω) – ἤπειγον
ἐπίσταμαι (= ξέρω καλά) – ἠπιστάμην
καθέζομαι (= κάθομαι) – ἐκαθεζόμην
ἐγγυάω-ῶ (= δίνω κάτι για ενέχυρο· παρασύνθ. από τη λέξη ἐγγύη = ενέχυρο) – ἠγγύων – ἠγγύησα
ἐναντιόομαι -οῦμαι (παρασύνθ. από τη λ. ἐναντίος) – ἠναντιούμην
ἐμπεδόω -ῶ (= στερεώνω· παρασύνθ. από τη λ. ἔμπεδος = στερεός) – ἠμπέδουν
ἐμπολάω -ῶ (= εμπορεύομαι· παρασύνθ. από τη λ. ἐμ-πολή = εμπόρευμα) – ἠμπόλων
προοιμιάζομαι (παρασύνθ. από τη λ. προοίμιον)· ποιητ. ἐπροοιμιασάμην·

β) μερικά άλλοτε έχουν την αύξηση στην αρχή, σαν να ήταν απλά, και άλλοτε παίρνουν εσωτερική αύξηση (μετά την πρόθεση):
καθεύδω (= κοιμούμαι) παρατ. ἐ-κάθευδον και καθηῦδον
κάθημαι (κατά+ἧμαι) παρατατ. ἐ-καθήμην και (χωρίς αύξηση) καθ-ήμην
καθίζω (κατά+ἵζω) (= βάζω κάποιον να καθίσει) παρατατ. ἐ-κάθιζον, αόρ. ἐ-κάθῐσα και κάθῐσα
ἐκκλησιάζω (= μαζεύομαι σε συνέλευση στην εκκλησία του δήμου) παρατ. ἠκκλησίαζον και ἐξ-ε-κλησίαζον·

γ) μερικά έχουν συγχρόνως δύο αυξήσεις, δηλ. πριν από την πρόθεση και μετά την πρόθεση:
ἀμφι-γνοέω -ῶ (= αμφιβάλλω) παρατ. ἠμφ-ε-γνόουν, αόρ. ἠμφ-ε-γνόησα
ἀμφισβητέω -ῶ (ἀμφὶς + βῆναι του ρ. βαίνω: αρχικά ἀμφὶς – βητῶ και έπειτα νομίστηκε σαν ἀμφι-σβητῶ) παρατ. ἠμφ-ε-σβήτουν, αόρ. ἠμφ-ε-σβήτησα
ἀν-έχομαι (ἀνὰ + ἔχομαι) παρατ. ἠν-ειχόμην, αόρ. ἠν-ε-σχόμην
ἐν-οχλέω -ῶ (ἐν + ὀχλῶ) παρατ. ἠν-ώχλουν, αόρ. ἠν-ώχλησα
(ἐπ)ανορθόω -ῶ (ἐπὶ + ἀνὰ + ὀρθῶ) παρατ. (ἐπ)ην-ώρθουν, αόρ. (ἐπ)ην-ώρθωσα.

5. Αναδιπλασιασμός

α) Ομαλός αναδιπλασιασμός στα απλά ρήματα

παρ270.
Οι συντελικοί χρόνοι (παρακείμενος, υπερσυντέλικος και συντελεσμένος μέλλοντας) έχουν στην αρχή του θέματος, αναδιπλασιασμό σε όλες τις εγκλίσεις και στο απαρέμφατο και τη μετοχή.

Ο αναδιπλασιασμός είναι τριών ειδών:

1) Επανάληψη του αρχικού συμφώνου του θέματος μαζί με ένα ε:
(λύ-ω) λέ-λυ-κα.

Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει α) από ένα απλό σύμφωνο εκτός από το και β) από δύο σύμφωνα από τα οποία το πρώτο είναι άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρινο. Π.χ.

ενεστώταςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελ. μέλλοντας
λύ-ωλέ-λυ-καἐ-λε-λύ-κειν
πνέ-ω (θ. πνευ-)πέ-πνευ-καἐ-πε-πνεύ-κειν
γράφ-ομαιγέ-γραμ-μαιἐ-γε-γράμ-μηνγε-γράψομαι

Όταν το αρχικό σύμφωνο του θέματος είναι δασύπνοο (χ - φ - θ), τρέπεται στη συλλαβή του αναδιπλασιασμού στο αντίστοιχο ψιλόπνοο (κ - π - τ): χορεύ-ω, κε-χόρευ-κα, ἐ-κε-χορεύ-κειν· φυτεύ-ω, πε-φύτευ-κα, ἐ-πε-φυ-τεύ-κειν· θύ-ω, τέ-θυ-κα, ἐ-τε-θύ-κειν (βλ. §69,1,α).

2) Συλλαβική αύξηση (βλ. §266,1): (στρατηγέω -ῶ) -στρατήγηκα.

Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει
α) από ένα διπλό σύμφωνο ή από ·
β) από δύο σύμφωνα, χωρίς όμως να είναι το πρώτο άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρινο·
γ) από τρία σύμφωνα. Π.χ.

ενεστώταςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελ. μέλλοντας
ψεύδ-ομαιἔ-ψευσ-μαιἐ-ψεύσ-μηνἐ-ψεύσομαι
ῥίπτ-ωἔ-ρριφ-αἐ-ρρίφ-ειν
φθείρ-ωἔ-φθαρ-καἐ-φθάρ-κειν
σκοπέω -ῶἔ-σκεμ-μαιἐ-σκέμ-μηνἐ-σκέψομαι
στρατεύ-ομαιἐ-στράτευ-μαιἐ-στρατεύ-μην

3) Χρονική αύξηση (βλ. §266,2): (ἀδικῶ) ἠδίκηκα.

Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από φωνήεν (ή δίφθογγο):

ενεστώταςπαρακείμενοςυπερσυντέλικος
θροίζωθροικαθροίκειν
ρημόω -ῶρήμωκαρημώκειν
μιλέω -ῶμίληκαμιλήκειν
αἰσθάνομαισθημαισθήμην
οἰκέω -ῶκηκακήκειν

β) Ομαλός αναδιπλασιασμός στα σύνθετα ρήματα

παρ271.
Τα σύνθετα ή παρασύνθετα (βλ. §378) ρήματα κανονικά έχουν τον αναδιπλασιασμό όπου και την αύξηση. Έτσι έχουν τον αναδιπλασιασμό

α) μετά την πρόθεση (όπως και την αύξηση):

ἀπο-γράφωπαρακ.ἀπο-γέ-γραφα
ἐγ-κωμιάζω»ἐγ-κε-κωμίακα
συν-οικῶ»συν-κηκα
προαπο-στέλλω»προαπ-έ-σταλκα (πβ. §267)

β) στην αρχή (όπως και την αύξηση):

δυστυχῶπαρακ.δε-δυστύχηκα
μυθολογῶ»με-μυθολόγηκα
ἀδικῶ»ἠδίκηκα
οἰκοδομῶ»ᾠκοδόμηκα (πβ. §268).

γ) Ανώμαλος αναδιπλασιασμός

παρ272.
Μερικά ρήματα (απλά ή σύνθετα και παρασύνθετα) έχουν ανώμαλο αναδιπλασιασμό. Έτσι:

1) Τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από γν έχουν αναδιπλασιασμό του β΄ είδους, δηλ. όμοιο με τη συλλαβική αύξηση ε (αντίθετα με τον κανόνα 270, 1), και αντίστροφα τα ρ. κτῶμαι, μιμνήσκομαι (ή μιμνῄσκομαι) και πίπτω έχουν αναδιπλασιασμό του α΄ είδους (αντίθετα με τον κανόνα §270,2):
γιγνώσκω (θ. γνω-) παρακ. -γνω-κα
γνωρίζω (θ. γνωριδ-) παρακ. -γνώρι-κα
κτῶμαι (θ. κτα-, κτη-) παρακ. κέ-κτη-μαι
μιμνήσκομαι (θ. μνη-) παρακ. μέ-μνη-μαι
πίπτω (θ. πτω-) παρακ. πέ-πτω-κα.


2) Το ρ. ἀν-οίγω έχει αναδιπλασιασμό όμοιο με την αύξησή του: ἀν-έῳχ-α, ἀν-έῳγ-μαι (από το ἀν-ήϜοιχ-α, ἀν-ήοιχ-α = ἀνέῳχα και από το ἀν-ήϜοιγ-μαι, ἀν-ήοιγ-μαι = ἀνέῳγμαι).

3) Το ρ. εἴκω (που είναι άχρηστο στον ενεστώτα) έχει παρακείμενο ἔ-οικ-α (= μοιάζω) και υπερσυντέλικο ἐ-ῴκ-ειν.

4) Τα ρήματα κατ-άγνυμι, ἁλίσκομαι, ὁρῶ, ὠθοῦμαι και ὠνοῦμαι παίρνουν αναδιπλασιασμό ε, αν και αρχίζουν από φωνήεν: κατ-έ-αγ-α, ἑ-άλω-κα, ἑ-όρα-κα (καιἑ-ώρα-κα), ἔ-ωσ-μαι, ἐ-ώνη-μαι (από το κατα-Ϝέ-Ϝαγ-α, Ϝε-Ϝάλω-κα, Ϝέ-Ϝωθ-μαι, Ϝε-Ϝώνη-μα· πβ. §269,1,γ και §269,1,δ).

5) Τα ρ. ἐθίζω, ἕλκω, ἐργάζομαι, ἑστιάω-ῶ και ἐάω - ἐῶ παίρνουν αναδιπλασιασμό ει (όμοιο με την αύξησή τους): εἴθικα, εἵλκυκα (από θ. ἑλκυ-), εἴργασμαι, εἱστίακα, εἴακα (από το Ϝε-Ϝέθι-κα, Ϝε-Ϝέλκυ-κα, Ϝε-Ϝέρ-γασ-μαι, Ϝε-Ϝεστία-κα, Ϝε-Ϝέα-κα· πβ. §269,1,β).

6) Τα ρ. λαμβάνω, λέγω, λαγχάνω, (συλ)λέγω, (δια)λέγομαι και τα άχρηστα στον ενεστώτα μείρομαι (= συμμερίζομαι) και ἔθω (= συνηθίζω) παίρνουν αναδιπλασιασμό ει: εἴληφα, εἴρηκα, εἴληχα, (συν)είλοχα, (δι)είλεγμαι, εἵμαρται (= είναι πεπρωμένο), εἴωθα (= συνηθίζω).

δ) Αττικός αναδιπλασιασμός

παρ273.
Μερικά ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από α ή ε ή ο έχουν ιδιαίτερο είδος αναδιπλασιασμού που λέγεται αττικός αναδιπλασιασμός, γιατί κυρίως συνηθιζόταν στην αττική διάλεκτο.

Αττικός αναδιπλασιασμός είναι η επανάληψη των δύο πρώτων φθόγγων του θέματος και συγχρόνως η έκταση του (εσωτερικού τώρα) αρχικού του φωνήεντος (του α ή ε σε η και του ο σε ω).

Τα πιο συνηθισμένα ρήματα που παίρνουν αττικό αναδιπλασιασμό είναι τα ακόλουθα:

ἀκούω (θ. ἀκο-)παρακ.ἀκ-ήκο-α
ἀλείφω (θ. αδύνατο ἀλιφ-)»ἀλ-ήλιφ-α
ἐλαύνω (θ. ἐλα-)»ἐλ-ήλα-κα
ἐλέγχομαι (θ. ἐλεγχ-)»ἐλ-ήλεγ-μαι
ἐμέω -ῶ (= κάνω εμετό) (θ. ἐμε-)»ἐμ-ήμε-κα
ἔρχομαι (θ. ἐλυθ-)»ἐλ-ήλυθ-α
ἐσθίω (= τρώγω) (θ. ἐδο-)»ἐδ-ήδο-κα
ὄμνυμι (= ορκίζομαι) (θ. ὀμο-)»ὀμ-ώμο-κα
(ἀπ)όλλυμι (= καταστρέφω, χάνω) (θ. ὀλε-)»ὀλ-ώλε-κα
(ἀπ)όλλυμαι (= καταστρέφομαι) (θ. ὀλ-)»ὄλ-ωλ-α (έχω καταστραφεί)
ὀρύττω (= σκάβω) (θ. ὀρυχ-)»ὀρ-ώρυχ-α
φέρω (θ. ἐνεκ-)»ἐν-ήνοχ-α
ἐγείρομαι (θ. ἐγερ-)»ἐγ-ήγερ-μαι (έχω σηκωθεί)
ἐγείρομαι (θ. ἐγορ-)»ἐγρ-ήγορ-α (είμαι άγρυπνος)

6. Το βοηθητικό ρήμα εἰμὶ (= είμαι)

παρ274.
Για το σχηματισμό των περιφραστικών χρόνων των ρημάτων στην αρχαία ελληνική χρησιμεύει το ρήμα εἰμὶ ως βοηθητικό (όπως στη νέα τα ρ. ἔχω και είμαι: έχω λύσει, είμαι λυμένος κτλ.).

παρ275.
Το ρ. εἰμὶ είναι ανώμαλο, και οι χρόνοι του στην οριστική είναι:

Ενεστώταςεἰμὶ (είμαι), (θ. ἐσ-: ἐσ-μὶ = εἰμὶ· βλ. §62,7,β).
Παρατατ.ἦ και ἦν (ήμουν), (θ. ἐσ-: ἔσ-α = ἔα = ἦ και με τελικό ν από αναλογία προς τον παρατ. των άλλων ρημάτων: ἦν).
Μέλλονταςἔσομαι (θα είμαι), (θ. ἐσ-: ἔσ-σομαι = ἔσομαι).
Αόριστοςἐ-γεν-όμην (υπήρξα, έγινα), (θ. γεν-) πβ. §358.
Παρακείμ.γέ-γον-α (έχω υπάρξει, έχω γίνει), (θ. γεν = γον-· βλ. §62. 6).
Υπερσυντ.ἐ-γε-γόν-ειν (είχα υπάρξει, είχα γίνει).

Από τους χρόνους αυτούς, για το σχηματισμό των περιφραστικών ρηματικών τύπων χρησιμοποιούνται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο μέλλοντας, που κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

ΟΡΙΣΤΙΚΗ
ΕνεστώταςΠαρατατικόςΜέλλοντας
Ενικ.α΄
β΄
γ΄
εἰμὶ (ἐσ-μί)
εἶ (ἔσ-σι)
ἐσ-τὶ(ν)
ἦ και ἦν
ἦσθα
ἦν
ἔσομαι (ἔσ-σομαι)
ἔση ή ἔσει
ἔσται
Πληθ.α΄
β΄
γ΄
ἐσ-μὲν
ἐσ-τὲ
εἰ-σὶ(ν) (ἐσ-νσί)
ἦ-μεν
ἦ-τε ή ἦσ-τε
ἦ-σαν
ἐσόμεθα
ἔσεσθε
ἔσονται
Δυϊκ.β΄
γ΄
ἐσ-τὸν
ἐσ-τὸν
ἦσ-τον
ἦσ-την
ἔσεσθον
ἔσεσθον
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ
ΕνεστώταςΜέλλονταςΕνεστώτας
Ενικ.α΄
β΄
γ΄
ὦ (ἔσ-ω)
ᾖ-ς
εἴη-ν (ἐσ-ίη-ν)
εἴη-ς
εἴη
ἐσοίμην
ἔσοι-ο
ἔσοι-το

ἴσ-θι (αντί: ἔσ-θι)
ἔσ-τω
Πληθ.α΄
β΄
γ΄
ὦ-μεν
ἦ-τε
ὦ-σι(ν)
εἴη-μεν ή εἶ-μεν
εἴη-τε ή εἶ-τε
εἴη-σαν ή εἶ-εν
ἔσοί-μεθα
ἔσοι-σθε
ἔσοι-ντο

ἔσ-τε
ἔσ-των ή ὄν-των
ή ἔσ-τωσαν
Δυϊκ.β΄
γ΄
ἦ-τον
ἦ-τον
εἴη-τον ή εἶ-τον
εἰή-την ή εἴ-την
ἔσοι-σθον
ἐσοί-σθην
ἔσ-τον
ἔσ-των
ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ
ΕνεστώταςΜέλλονταςΕνεστώταςΜέλλοντας
εἶναι (ἔσ-ναι)ἔσεσθαιὤν, γεν. ὄντος
οὖσα, γεν. οὔσης
ὄν, γεν. ὄντος
ἐσόμενος
ἐσομένη
ἐσόμενον

21ο Κεφ. Ρήματα της α΄ συζυγίας (σε -ω) βαρύτονα

παρ276.
Στα βαρύτονα ρήματα της α΄ συζυγίας, όπως είδαμε (§264 και §265), ανήκουν: α) τα φωνηεντόληκταασυναίρετα: λύ-ω, παιδεύ-ω κ.ά.· β) τα αφωνόληκτα (δηλ.όσα έχουν χαρακτήρα κ, γ, χ - π, β, φ- τ, δ, θ): πλέκ-ω, γράφ-ω, πείθ-ω κ.ά.· γ) τα υγρόληκτα και ενρινόληκτα (δηλ. όσα έχουν χαρακτήρα λ,ρ - μ, ν): ἀγγέλλ-ω, σπείρ-ω, νέμ-ω, μέν-ωκ.ά.

Παρακάτω δίνεται ως παράδειγμα η κλίση του ρ. λύω- λύομαι (βαρύτονο ρήμα, φωνηεντόληκτο). Με βάση το ρήμα αυτό και με ορισμένες διαφορές κλίνεται καθεμιά από τις παραπάνω κατηγορίες ρημάτων.

ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ (λύ-ω, θ. λῡ- και λῠ-)

παρ277.
ΧρόνοιΑριθμοίΟΡΙΣΤΙΚΗΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡ.ΜΕΤΟΧΗ

Ενεστ.

Ενικ.λῡ΄-ω λύ-εις λύειλύ-ω λύ-ῃς λύ-ῃλύ-οιμι λύ-οις λύοι— λῦ-ε λυ-έτω

λύ-ειν

λύ-ων
Πληθ.λύ-ομεν λύ-ετε λύ-ουσι(ν)λύ-ωμεν λύ-ητε λύ-ωσι(ν)λύ-οιμεν λύ-οιτε λύ-οιεν— λύ-ετε λυ-όντων 2
ή λυ-έτωσαν
λύ-ουσα
Δυϊκ.— λύ-ετον λύ-ετον— λύ-ητον λύ-ητον— λύ-οιτον λυ-οίτην— λύ-ετον λυ-έτωνλῦ-ον

Παρατ.

Ενικ.ἔ-λῡ-ον ἔ-λυ-ες ἔ-λυ-ε     
Πληθ.ἐ-λύ-ομεν ἐ-λύ-ετε ἔ-λυ-ον
Δυϊκ.— ἐ-λύ-ετον ἐ-λυ-έτην

Μέλλοντ.

Ενικ.λῡ΄-σω λύ-σεις λύ-σει λύ-σοιμι λύ-σοις λύ-σοι 

λύ-σειν

λύ-σων
Πληθ.λύ-σομεν λύ-σετε λύ-σουσι(ν)λύ-σοιμεν λύ-σοιτε λύ-σοιενλύ-σουσα
Δυϊκ.— λύ-σετον λύ-σετον— λύ-σοιτον λυ-σοίτηνλῦ-σον

Αόριστος

Ενικ.ἔ-λῡ-σα ἔ-λυ-σας ἔ-λυ-σε(ν)λύ-σω λύ-σῃς λύ-σῃλύ-σαιμι λύ-σαις ή λύ-σει-ας λύ-σαι ή λύ-σειε(ν) 1— λῦ-σον λυ-σάτω

λῦ-σαι

λύ-σας
Πληθ.ἐ-λύ-σαμεν ἐ-λύ-σατε ἔ-λυ-σανλύ-σωμεν λύ-σητε λύ-σωσι(ν)λύ-σαιμεν λύ-σαιτε
λύ-σαιεν ή λύ-σειαν
— λύ-σατε λυ-σάντων 2
ή λυ-σάτωσαν
λύ-σασα
Δυϊκ.— ἐ-λύ-σατον ἐ-λυ-σάτην— λύ-σητον λύ-σητον— λύ-σαιτον λυ-σαίτην— λύ-σατον λυ-σάτωνλῦ-σαν

________________________
1. Οι τύποι της ευκτικής του αορ. σε -ειας,-ειε(ν), -ειαν λέγονται αιολικοί και είναι πιο εύχρηστοιαπό τους άλλους.
2. Οι τύποι του γ΄ πληθυντικού της προστακτικής σε -ντωνείναι πιο εύχρηστοι από τους τύπους σε -τωσαν.

ΧρόνοιΑριθμοίΟΡΙΣΤΙΚΗΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡ.ΜΕΤΟΧΗ

Παρακείμενος

Μονολεκτ.

Ενικ.λέ-λῡ-κα λέ-λυ-καςλέ-λυ-κελε-λύ-κω λε-λύ-κῃς λε-λύ-κῃλε-λύ-κοιμι λε-λύ-κοις
λε-λύ-κοι
(εύχρηστος ο περι-
φρα­στικός)

λε-λυ-κέναι

λε-λυ-κὼς
Πληθ.λε-λύ-καμεν λε-λύ-κατε
λε-λύ-κασι(ν)
λε-λύ-κωμεν λε-λύ-κητε
λε-λύ-κωσι(ν)
λε-λύ-κοιμεν λε-λύ-κοιτε
λε-λύ-κοιεν
λε-λυ-κυῖα
Δυϊκ.— λε-λύ-κατον λε-λύ-κατον— λε-λύ-κητον λε-λύ-κητον— λε-λύ-κοιτον λε-λυ-κοίτηνλε-λυ-κὸς

Περιφραστ.

Ενικ.λε-λυ-κὼς -κυῖα -κὸς ὦ ᾖς ᾖ 3λελυκὼς κτλ. εἴην εἴης
εἴη 3
λελυκὼς κτλ. — ἴσθι
ἔστω
Πληθ.λε-λυ-κότες -κυῖαι -κότα ὦμεν ἦτε ὦσιλελυκότες κτλ. εἴημεν
(εἶμεν) εἴητε (εἶτε)
εἴησαν (εἶεν)
λελυκότες κτλ. — ἔστε ἔστων
Δυϊκ.λε-λυ-κότε -κυία -κότε — ἦτονλελυκότε κτλ. — εἴητον
(εἶτον) εἰήτην (εἴτην)
λελυκότε κτλ. — ἔστον
ἔστων

Υπερσυντέλ.

Ενικ.ἐ-λε-λύ-κειν 1 ἐ-λε-λύ-κεις 1 ἐ-λε-λύ-κει 1
Πληθ.ἐ-λε-λύ-κεμεν 2 ἐ-λε-λύ-κετε 2 ἐ-λε-λύ-κεσαν 2
Δυϊκ.-- ἐ-λε-λύ-κετον ἐ-λε-λυ-κέτην

Συντελ.Μέλλοντας

Ενικ. λε-λυ-κὼς κτλ. ἔσομαι ἔσει (-ῃ) ἔσταιλελυκὼς ἐσοίμην ἔσοιο ἔσοιτο

λελυκὼς ἔσεσθαι

λελυκὼς ἐσόμενος
Πληθ. λε-λυ-κότες κτλ. ἐσόμεθα ἔσεσθε ἔσονταιλελυκότες ἐσοίμεθα
ἔσοισθε ἔσοιντο
Δυϊκ. λε-λυ-κότε κτλ. — ἔσεσθον ἔσεσθονλελυκότε — ἔσοισθον
ἐσοίσθην

________________________
1. Αρχαιότεροι τύποι: ἐλελύκη(ν), ἐλελύκης,ἐλελύκη.
2. Μεταγενέστεροι τύποι: ἐλελύκειμεν, ἐλελύκειτε,ἐλελύκεισαν.
3. Ο περιφραστικός παρακ. στην υποτακτική και τηνευκτική της ενεργητικής φωνής είναι πιο εύχρηστος από το μονολεκτικό· στηνπροστακτική της ενεργητικής φωνής κανονικά σχηματίζεται μόνο περιφραστικός παρακείμενος (σπάνια μονολεκτικός: λέ-λυ-κε, λε-λυ-κέ-τω κτλ.).

ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ (§258,β) ΜΕ ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (§247,β) (λύ-ομαι = λύνω τον εαυτό μου)

παρ278.
ΧρόνοιΑριθμοίΟΡΙΣΤΙΚΗΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡ.ΜΕΤΟΧΗ

Ενεστ.

Ενικ.λῡ΄-ομαι λύ-ῃ(-ει) 1 λύ-εταιλύ-ωμαι λύ-ῃ λύ-ηταιλυ-οίμην λύ-οιο λύ-οιτο— λύ-ου λυ-έσθω

λύ-εσθαι

λυ-όμενος
Πληθ.λυ-όμεθα λύ-εσθε λύ-ονταιλυ-ώμεθα λύ-ησθε λύ-ωνταιλυ-οίμεθα λύ-οισθε λύ-οιντο— λύ-εσθε λυ-έσθων 2
ή λυ-έσθωσαν
λυ-ομένη
Δυϊκ.— λύ-εσθον λύ-εσθον— λύ-ησθον λύ-ησθον— λύ-οισθον λυ-οίσθην— λύ-εσθον λυ-έσθωνλυ-όμενον

Παρατ.

Ενικ.ἐ-λῡ-όμην ἐ-λύ-ου ἐ-λύ-ετο
Πληθ.ἐ-λυ-όμεθα ἐ-λύ-εσθε ἐ-λύ-οντο
Δυϊκ.— ἐ-λύ-εσθον ἐ-λυ-έσθην

Μέσος Μέλλ.

Ενικ.λύ-σομαι λύ-σῃ(-ει) 1 λύ-σεταιλυ-σοίμην λύ-σοιο λύ-σοιτο

λύ-σεσθαι

λυ-σόμενος
Πληθ.λυ-σόμεθα λύ-σεσθε λύ-σονταιλυ-σοίμεθα λύ-σοισθε λύ-σοιντολυ-σομένη
Δυϊκ.— λύ-σεσθον λύ-σεσθον— λύ-οισθον λυ-οίσθηνλυ-σόμενον

Μέσος
Αόριστος α΄

Ενικ.ἐ-λῡ-σάμην ἐ-λύ-σω ἐ-λύ-σατολύ-σωμαι λύ-σῃ λύ-σηταιλυ-σαίμην λύ-σαιο
λύ-σαιτο
— λῦ-σαι λυ-σάσθω

λύ-σασθαι

λυ-σάμενος
Πληθ.ἐ-λυ-σάμεθα ἐ-λύ-σασθε
ἐ-λύ-σαντο
λυ-σώμεθα λύ-σησθε λύ-σωνταιλυ-σαίμεθα λύ-σαισθε
λύ-σαιντο
— λύ-σασθε λυ-σάσθων 2
ή λυ-σάσθωσαν
λυ-σαμένη
Δυϊκ.— ἐ-λύ-σασθον ἐ-λυ-σάσθην— λύ-σησθον λύ-σησθον— λύ-σαισθον λυ-σαίσθην— λύ-σασθον λυ-σάσθωνλυ-σάμενον

Παρακείμ.

Ενικ.λέ-λῠ-μαι λέ-λυ-σαι λέ-λυ-ταιλελυμένος -η -ον ὦ ᾖς ᾖλελυμένος -η -ον εἴην
εἴης εἴη
— λέ-λυ-σο λε-λύ-σθω 3

λε-λύ-σθαι

λε-λυ-μένος
Πληθ.λε-λύ-μεθα λέ-λυ-σθε
λέ-λυ-νται
λελυμένοι -αι α ὦμεν ἦτε
ὦσι(ν)
λελυμένοι -αι -α εἴημεν (εἶμεν) εἴητε (εἶτε) εἴησαν (εἶεν)— λέ-λυ-σθε λε-λύ-σθων 2 ή -σθωσανλε-λυ-μένη
Δυϊκ.— λέ-λυ-σθον λέ-λυ-σθον— λελυμένω -α -ω — ἦτον ἦτονλελυμένω -α -ω — εἴητον (εἶτον) εἰήτην (εἴτην)— λέ-λυ-σθον λε-λύ-σθωνλε-λυ-μένον

Υπερσυντέλ.

Ενικ.ἐ-λε-λῠ΄-μην ἐ-λέ-λυ-σο ἐ-λέ-λυ-το
Πληθ.ἐ-λε-λύ-μεθα ἐ-λέ-λυ-σθεἐ-λέ-λυ-ντο
Δυϊκ.— ἐ-λέ-λυ-σθον ἐ-λε-λύ-σθην

________________________
1. Οι τύποι του β΄ ενικού της μέσης φωνήςσε -ει έγιναν αργότερα πιο εύχρηστοι από τους αρχαιότερους τύπους σε -.Αλλά γράφεται πάντα με -ει το β΄ εν. των ρ. βούλομαι, οἴομαι,ὄψομαι: βούλει, οἴει, ὄψει.
2. Οι τύποι του γ´ πλ. της προστακτικής σε-σθων είναι πιο εύχρηστοι από τους τύπους σε -σθωσαν.
3. Στην προστακτική της μέσης φωνής ο μονολεκτικός παρακείμενος είναι πιο εύχρηστος από τον περιφραστικό (λελυμένος -η-ον ἴσθι, ἔστω κτλ.).

ΧρόνοιΑριθμοίΟΡΙΣΤΙΚΗΥΠΟΤ.ΕΥΚΤΙΚΗΠΡΟΣΤ.ΑΠΑΡ.ΜΕΤΟΧΗ

Συντελ. Μέλλ.

Μονολεκτ.

Ενικ.λε-λῡ΄-σομαι -σῃ (-σει) 1 -σεταιλε-λυ-σοίμην -σοιο -σοιτο

λε-λύ-σεσθαι

λε-λυ-σόμενος
Πληθ.λε-λυ-σόμεθα -σεσθε -σονταιλε-λυ-σοίμεθα -σοισθε -σοιντολε-λυ-σομένη
Δυϊκ.— λε-λύ-σεσθον -σεσθον— λε-λύ-σοισθον -σοίσθηνλε-λυ-σόμενον

Περιφραστ.

Ενικ.λελυμένος -η -ον ἔσομαι ἔσειἔσταιλελυμένος -η -ον ἐσοίμην
ἔσοιο ἔσοιτο

λελυμένος ἔσεσθαι

λελυμένος
ἐσόμενος κτλ.
Πληθ.λελυμένοι -αι -α ἐσόμεθαἔσεσθε ἔσονταιλελυμένοι -αι -α ἐσοίμεθα ἔσοισθε ἔσοιντο
Δυϊκ.λελυμένω -α -ω — ἔσεσθον ἔσεσθονλελυμένω -α -ω — ἔσοισθον ἐσοίσθην

ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (§247,γ) (§258,β) (λύ-ομαι= λύνομαι από άλλον)

παρ279.
ΧρόνΑριθΟΡΙΣΤΙΚΗΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡ.ΜΕΤΟΧΗ

Ενεστ.

Ενικ.λύ-ομαι λύῃ(-ει) λύ-εται κτλ.

(όπως στη μέση διάθεση)

λύ-ωμαι λύ-ῃ
λύ-ηται κτλ.
λυ-οίμην λύ-οιο λύ-οιτο κτλ.

(όπως στη μέση διάθεση)

λύ-ου λυ-έσθω κτλ.

λύ-εσθαι

λυόμενος

Παρατ.

Ενικ.ἐ-λυ-όμηνἐ-λύ-ου ἐ-λύ-ετο κτλ.
(όπωςστη μέση διάθεση)

Παθητ. Μέλλοντας ά

Ενικ.λυ-θήσομαι λυ-θήσῃ(-σει)λυ-θήσεταιλυ-θησοίμην λυ-θήσοιο
λυ-θήσοιτο

λυ-θήσεσθαι

λυ-θησόμενος
λυ-θησομένη
λυ-θησόμενον
Πληθ.λυ-θησόμεθα λυ-θήσεσθε λυ-θήσονταιλυ-θησοίμεθα λυ-θήσοισθε λυ-θήσοιντο
Δυϊκ.— λυ-θήσεσθον λυ-θήσεσθον—  λυ-θήσοισθον λυ-θησοίσθην

Παθητ. Αόριστος ά

Ενικ.ἐ-λύ-θην ἐ-λύ-θης ἐ-λύ-θηλυ-θῶ λυθῇς λυθῇλυ-θείην 2 λυ-θείης λυ-θείη—  λύ-θητι 4 λυ-θήτω

λυ-θῆναι 5

λυ-θεὶς
λυ-θεῖσα
λυ-θὲν 6
Πληθ.ἐ-λύ-θημεν ἐ-λύ-θητε ἐ-λύ-θησανλυθῶμεν λυθῆτε λυθῶσι(ν)λυ-θείημεν (-θεῖμεν) λυ-θείητε (-θεῖτε) λυ-θείησαν (-θεῖεν) 3—  λύ-θητε λυ-θέντων ή λυ-θήτωσαν
Δυϊκ.— ἐ-λύ-θητον ἐ-λυ-θήτην— λυ-θῆτον λυ-θῆτον 1— λυ-θεῖτον λυ-θείτην— λύ-θητον λυ-θήτων

Παρακ.

Ενικ.λέ-λυ-μαι λέ-λυ-σαι λέ-λυ-ται κτλ.

(όπως στη μέση διάθεση)

λελυμένος ὦ ᾖς ᾖ κτλ.λελυμένος -η -ον εἴην εἴης
εἴη κτλ.
— λέ-λυ-σο λε-λύ-σθω
κτλ.

λε-λύ-σθαι

λε-λυ-μένος

Υπερσ.

Ενικ.ἐ-λε-λύ-μην ἐ-λέ-λυ-σο
ἐ-λέ-λυ-το κτλ.

(όπως στη μέση διάθεση)

Συντελ. Μέλλοντας

Ενικ.λε-λύ-σομαι λε-λύ-σῃ(-ει)
λε-λύ-σεται κτλ.
λε-λυ-σοίμην λε-λύ-σοιο λε-λύ-σοιτο
(όπως στη μέση διάθεση)

λε-λύ-σεσθαι

λε-λυ-σόμενος

________________________
1. Οι τύποι αυτοί σχηματίστηκαν μεσυναίρεση από τους τύπους λυ-θή-ω, λυ-θή-ῃς, λυ-θή-ῃ κτλ.
2. Από τους τύπους λυ-θε-ίη-ν, λυ-θε-ίη-ς, λυ-θε-ίη, λυ-θε-ίη-μενή λυ-θε-ῖ-μεν κτλ. (βλ. §283).
3. Οι τύποι λυθεῖμεν, λυθεῖτε,λυθεῖεν είναι πιο εύχρηστοι από τους τύπους λυθείημεν, λυθείητε,λυθείησαν.
4. Από αρχικό τύπο λύθηθι.
5. Με συναίρεση από αρχικότύπο λυ-θη-έναι.
6. Από αρχικούς τύπους λυ-θέ-ντ-ς, λυ-θέ-ντ-ια,λυ-θὲ-ντ (βλ. §64,6, §67,2,γ και §64,7).

Γενικές παρατηρήσεις στο σχηματισμό των ρηματικών τύπων της α΄ συζυγίας

1. Συστατικά μέρη των μονολεκτικών τύπων

παρ280.
Οι διάφοροιμονολεκτικοί τύποι των ρημάτων της α΄ συζυγίας δε σχηματίζονται μόνο από ένα γυμνόθέμα και μια κατάληξη, παρά και από άλλα στοιχεία. Έτσι συστατικά μέρη των μονολεκτικώντύπων στα ρήματα της α΄ συζυγίας είναι: η προσωπική κατάληξη, το θεματικό φωνήεν, το εγκλιτικό φωνήεν, ο χρονικός χαρακτήρας καιτο χρονικό πρόσφυμα. Αυτά μαζί με το αρχικό θέμα και την αύξηση και τον αναδιπλασιασμό(όπου υπάρχουν) απαρτίζουν κανονικά τον κάθε ρηματικό τύπο.

α) Προσωπική κατάληξη

παρ281.
Προσωπική κατάληξη είναι η αρχική κατάληξη του ρηματικού τύπου που φανερώνειτο πρόσωπο κάθε αριθμού σε κάθε φωνή. Έτσι π.χ. στους τύπους της ενεργ. φωνής λύει-ς, λύο-μεν, λύε-τε, -λυο-ν, λύοι-μι κτλ. προσωπικές καταλήξεις είναι το -ς, -μεν, -τε, -ν,-μι κτλ.· επίσης οι τύποι της μέσης φωνής έχουν προσωπικές καταλήξεις -μαι,-σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται (στους αρχικούς χρόνους της οριστικής και στην υποτακτική) και -μην, -σο, -το,-μεθα, -σθε, -ντο (στους ιστορικούς χρόνους της οριστικής και στην ευκτική). Πολλές προσωπικές καταλήξεις στους διάφορους ρηματικούς τύπους είναισυγχωνευμένες με άλλα στοιχεία που βρίσκονται πριν από αυτές. Οι προσωπικές καταλήξεις που μένουν ασυγχώνευτες στα ρήματα της α΄ συζυγίας είναι:

I. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ
Αριθμ.Πρόσ.Οριστ. αρχ.
χρ. και υποτ.
Οριστ. ιστ.
χρόνοι
Ευκτ.Προστακτ.
Ενικ.α΄(συγχων.) ή -α-ν ή -α-μι ή -ν
β΄(-σι), -ς
γ΄(συγχων.)-τω
Πληθ.α΄-μεν-μεν-μεν
β΄-τε-τε-τε-τε
γ΄(-ντι, -νσι)-ν ή -σαν-εν ή -σαν-ντων ή -τωσαν
Δυϊκ.β΄-τον-τον-τον-τον
γ΄-τον-την-την-των
ΑπαρέμφατοΜετοχή
κατάλ.
»
»
-εν (λύ-ε-εν= λύ-ειν)
-ι (λῦ-σα-ι =λῦσαι)
-έναι(λε-λυκ-έναι)
χωρίς κατ.
 
κατάλ.
»
(λύ-ωντ = λύων
και λύ-οντ- = λῦ-ον)
-ς (λύσ-αντ-ς= λύσας)
-ς (λε-λυ-κ-ὼτ-ς= λελυκώς)

II. ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
Αριθμ.Προσ.Οριστ. αρχ. χρ.
και Υποτακτ.
Οριστ. ιστ.
χρ. και ευκτ.
Προστακτική
Ενικ.
 
 
Πληθ.
 
 
Δυϊκ.
α΄
β΄
γ΄
α΄
β΄
γ΄
β΄
γ΄
-μαι
-σαι
-ται
-μεθα
-σθε
-νται
-σθον
-σθον
-μην
-σο
-το
-μεθα
-σθε
-ντο
-σθον
-σθην

-σο ή -ι
-σθω

-σθε
-σθων ή -σθωσαν
-σθον
-σθων
Απαρέμφ.Μετοχή
κατάλ.
»
-σθαι (λύ-ε-σθαι)
-ναι (λυ-θῆ-ναι)
κατάλ.
»
-ς (λυ-ό-μενος)
-ς (λυ-θὲντ-ς =λυθείς)

β) Θεματικό φωνήεν

παρ282.
Θεματικό φωνήεν είναι το φωνήεν που έχουν ορισμένοι ρηματικοί τύποι ανάμεσα στο χρονικό θέμα (βλ. §262,β) και την προσωπική κατάληξη. Στους τύπους λ.χ. λύ-ο-μεν, βλάπτ-ε-τε, λύσ-ο-μεν, βλάψ-ε-τε θεματικά φωνήεντα είναι το ο και το ε.

1) Όλοι σχεδόν οι τύποι του ενεστώτα, του παρατατικού και του μέλλοντα (ενεργ. και μέσης φωνής) σε όλες τις εγκλίσεις, εκτός από την υποτακτική, καθώς και στο απαρέμφατο και τη μετοχή, έχουν το θεματικό φωνήεν ε και ο:λύ-ο-μεν, λύ-ο-νται, ἔ-λυ-ο-ν, ἐ-λύ-ο-ντο, λύ-ο-ι-μεν, λυ-ό-μενος, λύσ-ο-μεν, λύ-ε-τε, λύ-ε-σθε, λύσ-ε-τε, λύσ-ε-σθε κτλ.

2) Ο ενεργητικός και μέσος αόριστος α΄ σε όλες τις εγκλίσεις, εκτός από την υποτακτική, και το απαρέμφατο και τη μετοχή, καθώς και ο ενεργ. παρακείμενος στην οριστική έχουν θεματικό φωνήεν α: ἐ-λύσ-α-τε, ἐ-λύσ-α-σθε,λύσ-α-ι-τε, λύσ-α-ι-σθε, λύσ-α-τε, λύσ-α-σθε, λύσ-α-σθαι,λύ-σ-α-ς, λυσ-ά-μενος, λε-λύκ-α-μεν κτλ.

3) Ο ενεργ. υπερσυντέλικος έχει θεματικό φωνήεν στονενικό ει και στον πληθυντικό (και δυϊκό) ε: ἐ-λε-λύκ-ει-ν,ἐ-λε-λύκ-ε-μεν (ἐ-λε-λύκ-ε-τον, ἐ-λε-λυκ-έ-την).

4) Η υποτακτική όλων των χρόνων της ενεργητικής και μέσης φωνής στους μονολεκτικούς τύπους έχει θεματικά φωνήεντα η και ω: λύ-ω-μεν, λύσ-ω-μεν, λυσ-ώ-μεθα, λύ-η-τε, λύσ-η-τε, λύσ-η-σθεκτλ.

γ) Εγκλιτικό φωνήεν

παρ283.
Μερικοί ρηματικοί τύποι έχουν ιδιαίτερα φωνήεντα που φανερώνουν την έγκλιση και λέγονταιεγκλιτικά φωνήεντα. Έτσι η ευκτική έχει εγκλιτικά φωνήεντα ιη καιι. Από αυτά το ι συναιρείται με το προηγούμενο φωνήεν και σχηματίζει μαζί του δίφθογγο ει, οι ή αι: (λυ-θε-ίη-μεν =)λυθείημεν, (λυθέ-ι-μεν =) λυθεῖμεν, (λύ-ο-ι-μεν=) λύοιμεν, (λύσ-α-ι-τε =) λύσαιτε κτλ.

δ) Χρονικός χαρακτήρας (βλ. §263,β)

παρ284.
1) Ο απλός μέλλοντας (ενεργητικός και μέσος), καθώς και ο μονολεκτικός συντελεσμένος μέλλοντας,σε όλες τις εγκλίσεις και το απαρέμφατο και τη μετοχή παίρνουν στο θέμα το χρονικό χαρακτήρα σ (και έχουν τις ίδιες καταλήξεις με τον ενεστώτα): λύ-σ-ω,λύ-σ-εις, λύ-σ-ει, λύ-σ-ομεν κτλ., λύ-σ-ομαικτλ., λελύ-σ-ομαι κτλ.

2) Ο παθητ. μέλλοντας παίρνει το χρον. χαρακτ. σ μετά το χρονικό πρόσφυμα -θη- (βλ. §286) και έχει επίσης τις καταλήξεις του ενεστώτα: λυ-θή-σ-ομαι, λυ-θή-σ-(-ει), λυ-θή-σ-εται κτλ., λυ-θη-σ-οί-μην,λυ-θή-σ-εσθαι κτλ.

3) Ο ενεργητικός και μέσος αόρ. α΄ παίρνει επίσης παντού το χρονικό χαρακτήρα σ: ἔ-λυ-σ-α, ἐ-λυ-σ-άμην, λύ-σ-αιμι,λύ-σ-ασθαι, λυ-σ-άμενος κτλ.

παρ285.
Ο ενεργητ. παρακείμενος και υπερσυντέλικος όλων των ρημάτων, εκτός από τα ουρανικόληκτα και χειλικόληκτα, έχουν χρον. χαρακτήρα κ, και έτσι ο ενεργητ. παρακείμενος σχηματίζεται σε -κα και ο υπερσυντέλικος σε -κειν: (παιδεύω) πε-παίδευ-κα,ἐ-πε-παιδεύ-κειν· (πείθω) πέ-πει-κα, ἐ-πε-πεί-κειν·(ἀγγέλλω) ἤγγελ-κα, ἠγγέλ-κειν· (καθαίρω, θ. καθαρ-)κε-κάθαρ-κα, ἐ-κε-καθάρ-κειν κτλ.

ε) Χρονικό πρόσφυμα

παρ286.
Ο παθητ. μέλλοντας α΄ και ο παθητ. αόρ. α΄ σε όλες τις εγκλίσεις και στο απαρέμφατο και τη μετοχή παίρνουν στο θέμα τους τη συλλαβή -θη-, που λέγεται χρονικό πρόσφυμα:λυ-θή-σομαι, λυ-θη-σοίμην, λυ-θή-σεσθαι, λυ-θη-σόμενος·ἐ-λύ-θην, ἐ-λύ-θη-μεν, λύ-θη-τι, λυ-θῆ-ναι κτλ.

2. Σχηματισμός περιφραστικών χρόνων

παρ287.
Μερικοί τύποι των ρημάτων είναι περιφραστικοί, εκφέρονται δηλ. με δύο λέξεις (βλ. §256,γ και §274). Έτσι:

1) Ο ενεργ. παρακείμενος στην υποτακτική και στην ευκτική σχηματίζεται και μονολεκτικά (λελύκω, λελύκοιμι), αλλά συχνότερα περιφραστικά με τη μετοχή του και με την αντίστοιχη έγκλιση του ενεστώτα του ρ. εἰμὶ (υποτ.λελυκὼς ὦ, ευκτ. λελυκὼς εἴην)· στην προστακτική σχηματίζεται σχεδόν πάντοτε περιφραστικά με τη μετοχή του και την προστακτική του ρ. εἰμί: λελυκὼς ἴσθι, λελυκὼς ἔστω κτλ., εκτός από το γ΄ ενικό που σπάνια σχηματίζεται μονολεκτικά:λελυκέτω.

2) Ο μέσος και παθητ. παρακείμενος στην υποτακτική και την ευκτική σχηματίζεται πάντοτε περιφραστικά με τη μετοχή του και με την αντίστοιχη έγκλιση του ενεστώτα του ρ. εἰμί: υποτ. λελυμένος ὦ, ᾖς, ᾖ κτλ. -ευκτ. λελυμένος εἴην, εἴης, εἴη κτλ.· απεναντίας στην προστακτική σχηματίζεται σχεδόν πάντοτε μονολεκτικά (λέλυσο, λελύσθω κτλ.) και σπάνια περιφραστικά(λελυμένος ἴσθι, λελυμένος ἔστω κτλ.).

3) Ο συντελεσμένος μέλλοντας στην ενεργητ. φωνή σχηματίζεται περιφραστικά με τη μετοχή του ενεργ. παρακειμένου και το μέλλοντα του ρ. εἰμί: λελυκὼς ἔσομαι (= θα έχω λύσει)· αλλά στη μέση φωνή σχηματίζεται και μονολεκτικά και περιφραστικά: λελύσομαι και λελυμένος ἔσομαι (= θα έχω λυθεί ή θα είμαι λυμένος).

Ολικές ή φαινομενικές καταλήξεις

παρ288. Οι ρηματικοί τύποι, όπως είδαμε παραπάνω, απαρτίζονται από διάφορα συστατικά μέρη. Αλλά για πιο εύκολη απομνημόνευση, ολόκληρο το τελικό τμήμα του τύπου που βρίσκεται μετά το ρηματικό θέμα το λογαριάζομε ως κατάληξη (ιδίως στα φωνηεντόληκτα ρήματα). Οι τέτοιες καταλήξεις λέγονται ολικές ή φαινομενικές (πβ. §87 και §95). Έτσι π.χ. φαινομενική κατάληξη του ἐλελύ-κειν είναι το -κειν, του λυ-θησοίμην είναι το -θησοίμην κτλ.

22ο Κεφ. Σχηματισμός των φωνηεντόλ. ασυναίρ. ρημ. α΄ συζυγίας

1. Ενεστώτας και παρατατικός

παρ289.
Στα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα το θέμα του ενεστώτα (και του παρατατικού) λήγει σε ι ήυ (δηλ. ο χαρακτήρας τους είναι , - , - αι, ει, οι - αυ, ευ, ου): πρῑ΄ω(= πριονίζω), τῑ΄ω (ποιητ. = τιμώ), χρῑ΄ω (= αλείφω)· ἐσθῐ΄ω(= τρώγω) - δακρῡ΄ω, δῡ'ω, ἐξαρτῡ'ω (= παρασκευάζω), θῡ'ω,ἱδρῡ΄ω, ἰσχῡ'ω, κωλῡ'ω, λῡ΄ω, μηνῡ΄ω, μῡ'ωκαι μεταγεν. καμμῡ'ω (αντί καταμῡ΄ω = κλείνω τα μάτια μου), φῡ'ω·ἀνῠ'ω ή ἀνῠ'τω (= τελειώνω), ἀρῠ'ω και ἀρῠ'τω (= αντλώ),πτῠ'ω - καίω ή κάω, κλαίω ή κλάω, παίω,πταίω - κλείω ή κλῄω, σείωοἴομαι ή οἶμαι(= φρονώ) - (ἀπο)λαύω, θραύω, ψαύω κτλ. - ἀριστεύω,βασιλεύω, βουλεύω (= είμαι βουλευτής ή σκέπτομαι), γεύω (=προσφέρω γεύμα), δουλεύω (= είμαι δούλος), ἐνεδρεύω, θεραπεύω,ἱκετεύω, ἱππεύω, κελεύω, κινδυνεύω, λατρεύω(= υπηρετώ), παιδεύω, πρωτεύω, τοξεύω, φονεύω κτλ.- ἀκούω, κολούω (= κολοβώνω), κρούω, λούω κτλ.

2. Οι άλλοι χρόνοι

παρ290.
Τα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα σχηματίζουν τους άλλους χρόνους, εκτός από τον ενεστώτα και παρατατικό, με τις (φαινομενικές) καταλήξεις: -σω, -σα, -κα, -κειν· -σομαι, -θήσομαι, -θην, -μαι, -μην.

Αλλά στους χρόνους αυτούς ο χαρακτήρας του θέματος, αν είναι βραχύχρονος, κανονικά εκτείνεται εμπρός από το σύμφωνο των καταλήξεων, δηλ. το ή γίνεται ή (βλ. §62,7,β).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ή ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ

παρ291.
Μερικά φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα έχουν σ εμπρός από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ, μ, τ (άλλα γιατί αρχικά είχαν σ στο τέλος του ρηματ. θέματος και άλλα γιατί το πήραν από αναλογία)· επίσης μερικά παρουσιάζουν και άλλες ανωμαλίες.

Έτσι οι τύποι των ρημάτων αυτών σχηματίζονται κατά τον ακόλουθο πίνακα:

ἀκούω (θ. ἀκουσ-,ἀκου-, ἀκoϜ-, ἀκο-), πρτ. ἤκουον, μέσ.μέλλ. ως ενεργ. ἀκούσομαι, αόρ. ἤκουσα, πρκμ. ἀκήκοα(§273), υπερσ. ἠκηκόειν. Παθ. ἀκούομαι, παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι, παθ.αόρ. ἠκούσθην. Ρηματ.επίθ. ἀκουστός, ἀκουστέος.

ἀνύω και ἀνύτω(= τελειώνω· θ. ἀνυ- και ἀνυτ-), πρτ. ἤνυον και ἤνυτον, μέλλ. ἀνῠ'σω, αόρ. ἤνῠσα, πρκμ. ἤνῠκα. Παθ. ἀνύτομαι, μέσ.αόρ. ἠνῠσάμην, παθ.αόρ. ἠνῠ΄σθην, πρκμ. ἤνῠσμαι. Ρηματ.επίθ. ἀνυστός.

γεύω (= προσφέρω γεύμα· θ. γευσ-, γευ-), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. γεύομαι, μέσ.μέλλ. γεύσομαι, μέσ.αόρ. ἐγευσάμην, πρκμ. γέγευσμαι. Ρηματ.επίθ. ἄγευστος, γευστέον.

θραύω (θ. θραυσ-,θραυ-), μόνο ο ενεστώτας και ο αόρ. ἔθραυσα. Παθ. θραύομαι, παθ.αόρ. ἐθραύσθην, πρκμ. τέθραυσμαι. Ρηματ.επίθ. θραυστός.

καίω και κάω(θ. καϜ - = καυ-,κα-), πρτ. ἔκαιον και ἔκαον, μέλλ. καύσω, αόρ. ἔκαυσα, πρκμ. κέκαυκα. Παθ. καίομαι και κάομαι, πρτ. ἐκαόμην(μόνο), παθ. μέλλ. καυθήσομαι, παθ.αόρ. ἐκαύθην, πρκμ. κέκαυμαι, υπερσ. ἐκεκαύμην. Ρηματ.επίθ. ἄκαυ-σ-τος, περίκαυ-σ-τος (αλλάπυρίκαυ-σ-τος και πυρίκαυ-τος).

κελεύω (= διατάζω,παραγγέλνω· θ. κελευ- και κελευσ-), πρτ. ἐκέλευον, μέλλ. κελεύσω,αόρ. ἐκέλευσα, πρκμ. κεκέλευκα. Παθ. κελεύομαι, πρτ. ἐκελευόμην, παθ.αόρ. ἐκελεύσθην, πρκμ. κεκέλευσμαι. Ρηματ.επίθ. ἀκέλευστος,κελευστέος.

κλαίω και κλάω(θ. κλαϜ- = κλαυ- και κλαϜj- = κλαι-και κλα-, κλαε- = κλαη- και κλαιε- = κλαιη-,βλ. §353,β), πρτ. ἔκλαον, μέλλ. κλαύσομαι και κλαήσω ή κλαιήσω,αόρ. ἔκλαυσα. Μέσ.αόρ. ἐκλαυσάμην. Ρηματ.επίθ. κλαυ(σ)τός,ἄκλαυ(σ)τος.

κλῄω και κλείω(θ. κλαϜ- = κληϜ- ή κλεϜ-), πρτ. ἔκλῃον ή ἔκλειον, μέλλ. κλῄσωή κλείσω, αόρ. ἔκλῃσα ή ἔκλεισα. Μέσ. και παθ. -κλήομαι 1 ή -κλείομαι, πρτ. -εκλῃόμηνή -εκλειόμην, παθ. μέλλ. -κλῃ-σ-θήσομαι ή -κλει-σ-θήσομαι, μέσ.αόρ. -εκλῃσάμην ή -εκλεισάμην, παθ.αόρ. ἐκλῄ-σ-θην ήἐκλεί-σ-θην, πρκμ. κέκλῃμαι ή κέκλειμαι, υπερσ. ἐκεκλῄμηνή ἐκε-κλείμην. Ρηματ.επίθ. κλῃ-σ-τός ή κλει-σ-τός.

κρούω (θ. κρουσ-,κρου-), πρτ. ἔκρουον, μέλλ. κρούσω, αόρ. ἔκρουσα, πρκμ.-κέκρουκα, υπερσ. -εκεκρούκειν. Μέσ. και παθ. κρούομαι, πρτ.ἐκρουόμην, μέσ.μέλλ. κρούσομαι, μέσ.αόρ. ἐκρουσάμην, παθ.αόρ. -εκρούσθην, πρκμ. κέκρου(σ)μαι, υπερσ. ἐκεκρούσμην. Ρηματ.επίθ. ἀπο-κρουστέον.

(κατα)λεύω (= λιθοβολώ· θ. λαϜ- = λεϜ- = λευ- και λευσ-), πρτ. κατέλευον,αόρ. κατέλευσα. Παθ. μέλλ. καταλευσθήσομαι, παθ.αόρ. κατελεύσθην. Ρηματ.επίθ. λιθό-λευστος.

λούω (θ. λοϜ- = λουλο- και λουσ-), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. λοῦμαι (από το λόϜομαι, λόομαι), πρτ. ἐλούμην, μέσ.μέλλ. λούσομαι, μέσ.αόρ. ἐλουσάμην, πρκμ.λέλουμαι (μεταγεν. λέλουσμαι).

ξύω (θ. ξυσ-,ξυ-· ), αόρ. ἔξῡσα. Μέσ.αόρ. ἐξυσάμην, παθ.αόρ. -εξύσθην. Ρηματ.επίθ. ξυστός.

παίω (= χτυπώ,θ. παϜ-, πάϜ-j-ω = παίω), πρτ. ἔπαιον, μέλλ. παίσω,αόρ. ἔπαισα, πρκμ. πέπαικα. Παθ. παίομαι, (πρτ. ἐπαιόμην, μέσ.αόρ. ἐπαισάμην), παθ.αόρ. ἐπαίσθην. Ρηματ.επίθ. ἀνά-παι-σ-τος.

παύω (θ. παυσ-,παυ-), πρτ. ἔπαυον, μέλλ. παύσω, αόρ. ἔπαυσα, πρκμ.πέπαυκα. Μέσ. και παθ. παύομαι, πρτ. ἐπαυόμην, μέσ.μέλλ. παύσομαι, μέσ.αόρ. ἐπαυσάμην, παθ. μέλλ. παυ(σ)θήσομαι, παθ.αόρ. ἐπαύ(σ)θην, πρκμ. πέπαυμαι, υπερσ. ἐπεπαύμην. Ρηματ.επίθ. ἄπαυ(σ)τος,παυ(σ)τέον.

πρῑ΄ω (= πριονίζω· θ. πρῑ- και πρῑσ-), πρτ. ἔπριον, αόρ. ἔπρισα. Παθ. πρκμ.πέπρισμαι.

πταίω (από τοπαίω· πβ. πόλεμος - πτόλεμος· πόλις - πτόλις), πρτ. ἔπταιον, μέλλ. πταίσω, αόρ. ἔπταισα, πρκμ. ἔπταικα. Ρηματ.επίθ. ἄ-πται- σ-τος.

πτύω (θ. πτυ-και πτυσ-), αόρ. -έπτῠσα. Ρηματ.επίθ. κατά-πτυστος. Τα λοιπά μεταγενέστερα.

σείω (θ. σει-), πρτ. ἔσειον, αόρ. ἔσεισα. Μέσ. και παθ. σείομαι, μέσ.αόρ.ἐσεισάμην, παθ.αόρ. ἐσεί-σ-θην, πρκμ. σέ-σει-σ-μαι. Ρηματ.επίθ. διά-σει-σ-τος.

χρῑ'ω (= αλείφω· θ. χρισ-, χρι-), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. και παθ. χρῑ΄ομαι, πρτ. ἐχρῑόμην, μέσ.αόρ. ἐχρισάμην, πρκμ. κέχρῑμαι, υπερσ.ἐκεχρῑ΄μην. Ρηματ.επίθ. χριστός (ποιητ. και μεταγεν.).

ψαύω (θ. ψαϜ- = ψαυ- και ψαυσ-), αόρ. ἔψαυσα. Ρηματ.επίθ. ἄ-ψαυστος.

________________________
1. Όσοι τύποι εδώ σημειώνονται με ένα ενωτικό (-) μπροστά σημαίνουν σύνθετες λέξεις.

23ο Κεφ. Σχηματισμός των αφωνόληκτων ρημ. α΄ συζυγίας

1. Ενεστώτας και παρατατικός ενεργητ. και μέσης φωνής

παρ292.
Από τα αφωνόληκτα ρήματα (δηλ. όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα π, β, φ - κ, γ, χ- τ, δ, θ) μερικά σχηματίζουν τον ενεστώτα (και τον παρατατικό) από το ρηματικό θέμα αμετάβλητο: βλέπ-ω, δρέπ-ω,ἕπ-ομαι, ἕρπ-ω, λείπ-ω, πέμπ-ω, πρέπ-ει (βλ.§361), ῥέπ-ω, σήπ-ω, τέρπ-ω· ἀμείβ-ω, θλῑ 'β-ω,λείβ-ω (= στάζω), σέβ-ω, τρίβ-ω· ἀλείφ-ω, γλῠ΄φ-ω(= σκαλίζω), γρᾰ'φ-ω, μέμφ-ομαι, νῑ΄φ-ω (= χιονίζω), στέφ-ω,στρέφ-ω, τρέφ-ω ǁ διώκ-ω, εἴκ-ω (= υποχωρώ), ἕλκ-ω,ἥκ-ω (= έχω έρθει), πλέκ-ω, τήκ-ω· ἄγ-ω (),ἀρήγ-ω (= βοηθώ), ἐπείγ-ω (= βιάζω, επιταχύνω), λήγ-ω, ὀρέγ-ω,πνῑ'γ-ω, φεύγ-ω· ἄρχ-ω, βρέχ-ω, γλίχ-ομαι (=επιθυμώ), δέχ-ομαι, ἐλέγχ-ω, ἔρχ-ομαι, εὔχ-ομαι, ἔχ-ω,μάχ-ομαι, τρέχ-ω, ψήχ-ω (= τρίβω), ψῡ'χ-ω || πέτ-ομαι(= πετώ)· ᾄδ-ω, ἐρείδ-ω (= στηρίζω), ἥδ-ομαι (= ευχαριστιέμαι),καθεύδ-ω (= κοιμούμαι), κυλίνδ-ω (= κυλώ), σπένδ-ω (= κάνωσπονδή, στάζω), σπεύδ-ω, φείδ-ομαι, ψεύδ-ομαι· αἴθ-ω(= καίω), κλώθ-ω, πείθ-ω, πλήθ-ω (= είμαι γεμάτος) κ.ά.

Τα περισσότερα όμως αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεστώτα και τον παρατατικό από το ρηματικό θέμα μετασχηματισμένο. Δηλαδή:

1. Τα χειλικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού στην ενεργ. και μέση φωνή, παίρνουν στο τέλος του ρηματικού θέματος το πρόσφυμα τ και έτσι με την τροπή του χαρακτήρα β ή φ σε π λήγουν σε -πτω, -πτομαι(βλ. §70,1):

(θ. κοπ-, πβ. κοπ-ὴ)κόπ-τ-ω
κόπ-τ-ομαι
ἔ-κοπ-τ-ον
ἐ-κοπ-τ-όμην
(θ. βλαβ-, πβ. βλάβ-η· βλάβ-τ-ω =)βλάπ-τ-ω
βλάπ-τ-ομαι
ἔ-βλαπ-τ-ον
ἐ-βλαπ-τ-όμην
(θ. κρυφ-, πβ. κρύφ-α· κρύφ-τ-ω =)κρύπ-τ-ω
κρύπ-τ-ομαι
ἔ-κρυπ-τ-ον
ἐ-κρυπ-τ-όμην

Έτσι και τα ρ. ἀστράπ-τ-ω, κλέπ-τ-ω, ῥίπ-τ-ω·σκήπ-τ-ω (= στηρίζω), τύπ-τ-ω· (καλύβ-τ-ω =) καλύπ-τ-ω· (ἅφ-τ-ω =) ἅπ-τ-ω, (θάφ-τ-ω =) θάπ- τ-ω, (κύφ-τ-ω=) κύπ-τ-ω, (ῥάφ-τ-ω =) ῥάπ-τ-ω, (σκάφ-τ-ω =) σκάπ-τ-ωκ.ά.

2. Τα ουρανικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού στην ενεργητική και μέση φωνή, παίρνουν στο τέλος του ρηματικού θέματος το πρόσφυμα j (βλ. §16,σημ.) και συγχωνεύουν τον ουρανικό χαρακτήρα κ, γ, χ με το j σε ττ ή σσ(βλ. §67,2,α)· έτσι λήγουν σε -ττω, -ττομαι (ή -σσω, -σσομαι):

(θ. φυλακ-, πβ. φυλακ-ή· φυλάκ-j-ω =)φυλάττ-ω
φυλάττ-ομαι
ἐ-φύλαττ-ον
ἐ-φυλαττ-όμην
(θ. ἀλλαγ-, πβ. ἀλλαγ-ή· ἀλλάγ-j-ω =)ἀλλάττ-ω
ἀλλάττ-ομαι
ἤλλαττ-ον
ἠλλαττ-όμην
(θ. ταραχ-, πβ. ταραχ-ή· ταράχ-j-ω =)ταράττ-ω
ταράττ-ομαι
ἐ-τάραττ-ον ἐ-
ταραττ-όμην

Έτσι και τα ρ. (ἑλίκ-j-ω=) ἑλίττω - (κηρύκ-j-ω =) κηρύττω - (πτή-κ-j-ω =) πτήσσω(= ζαρώνω από φόβο) - (φρίκ-j-ω =) φρίττω - (χαρά-κ-j-ω =) χαράττω·(ἀίγ-j-ω = ἀίττω=) ᾄττω (= κινούμαι, με ορμή)- (μάγ-j-ω =) μάττω(= ζυμώνω, δουλεύω κάτι με τα χέρια, σφουγγίζω) - (πατάγ-j-ω =) πατάσσω- (πλήγ-j-ω =) πλήττω- (πράγ-j-ω =) πράττω- (ῥάγ-j-ω=) ῥάσσω (= χτυπώ) - (σπαράγ-j-ω =) σπαράττω - (συ-ρίγ-j-ω =) συ-ρίττω - (σφάγ-j-ω=) σφάττω - (τάγ-j-ω=) τάττω - (φράγ-j-ω=) φράττω· (ἀνα-πτύχ-j-ω =) ἀναπτύσσω- (ὀρύχ-j-ω =) ὀρύττωκ.ά.

3. Τα οδοντικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού στην ενεργητική και μέση φωνή, παίρνουν στο τέλος του ρηματικού θέματος το πρόσφυμα j και έπειτα ό­σα έχουν ρηματικό χαρακτήρα θ ή τ τον συγχωνεύουν με το j σε ττσσ), ενώ όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα δ τόν συγχωνεύουν με το j σε ζ (βλ. §67,2,α και §67,2,β):

(θ. πλαθ-, πλάθ-j-ω =)πλάττ-ω
πλάττ-ομαι
ἔ-πλαττ-ον
ἐ-πλαττ-όμην
(θ. πυρετ-, πυρέτ-j-ω =)πυρέττ-ωἐ-πύρεττ-ον
(θ. ἐλπιδ-, ἐλπίδ-j-ω =)ἐλπίζ-ωἤλπιζ-ον
(θ. ὀδ-, ὄδ-j-ω =)ὄζ-ω (= μυρίζω),χωρίς άλλους χρόνους
(θ. παιδ-, παίδ-j-ω =)παίζ-ωἔ-παιζ-ον

Έτσι και τα ρ. (ἐρέτ-j-ω =) ἐρέσσω (= τραβώ κουπί) - (ἐρίδ-j-ω =) ἐρίζω - (κομίδ-j-ω =) κομίζω - (ληίδ-j-ομαι =) λῄζομαι (= ληστεύω) - (σφραγίδ-j-ω =) σφραγῐ΄ζω - (σχίδ-j-ω =) σχῐ΄ζω - (φροντίδ-j-ω =) φροντῐ΄ζω - (ψηφίδ-j-ω =) ψηφῐ΄ζω - (κλύδ-j-ω =) κλύζω (= περιβρέχω, ορμώ και σκεπάζω με τα κύματα) - (φράδ-j-ω =) φράζω (= λέγω) κ.ά.

2. Ενεργητικός και μέσος μέλλοντας. Ενεργητικός και μέσος αόριστος α΄

παρ293.
Στον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα και στον ενεργητικό και μέσο αόριστο α΄ ο ρηματικός χαρακτήρας των αφωνόληκτων ρημάτων, όταν βρεθεί εμπρός από το χρονικό χαρακτήρα σ (βλ.§284), παθαίνει τις κανονικές μεταβολές (βλ. §67,1 και §64,5), δηλαδή:

α) ο χειλικός χαρακτήρας (π, β, φ) ενώνεταιμε το χρονικό χαρακτήρα σ σε ψ:
(τρέπ-ω, θ. τρεπ-) τρέψω, ἔτρεψα - τρέψομαι,ἐτρεψάμην
(τρίβ-ω, θ. τριβ-) τρίψω, ἔτριψα - τρίψομαι,ἐτριψάμην
(κρύπτω, θ. κρυφ-) κρύψω, ἔκρυψα - κρύψομαι,ἐκρυψάμην


β) ο ουρανικός χαρακτήρας (κ, γ, χ) ενώνεταιμε το χρονικό χαρακτήρα σ σε ξ:
(φυλάττ-ω, θ. φυλακ-) φυλάξω, ἐφύλαξα - φυλάξομαι,ἐφυλαξάμην
(τάττ-ω, θ. ταγ-) τάξω, ἔταξα - τάξομαι, ἐταξάμην


γ) ο οδοντικός χαρακτήρας (τ, δ, θ) εμπρός από το χρονικό χαρακτήρα σ αποβάλλεται:
(ἁρμόττ-ω, θ. ἁρμοτ-) ἁρμόσω, ἥρμοσα
(ψεύδ-ομαι, θ. ψευδ-) ψεύσομαι, ἐψευσάμην
(πείθ-ω, θ. πειθ-) πείσω, ἔπεισα - πείσομαι,ἐπεισάμην.

παρ294.
Παραδείγματα σχηματισμού ενεργητ. και μέσου μέλλοντα και ενεργητ. και μέσου αορ. α΄ των αφωνόληκτων ρημάτων

Ρήματα τρέπω (θ. τρεπ-), τάττω (θ.ταγ-), πείθω (θ. πειθ-)

ΧρόνοιΟριστικήΥποτα-
κτική
ΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεργ.
Μέλλ.
τρέψω
τάξω
πείσω
τρέψοιμι
τάξοιμι
πείσοιμι
τρέψειν
τάξειν
πείσειν
τρέψων
τάξων
πείσων
Ενεργ.
Αόρ. α΄
ἔτρεψα
ἔταξα
ἔπεισα
τρέψω
τάξω
πείσω
τρέψαιμι
τάξαιμι
πείσαιμι
τρέψον, -άτω
τάξον
πεῖσον
τρέψαι
τάξαι
πεῖσαι
τρέψας
τάξας
πείσας
Μέσος
Μέλλ.
τρέψομαι
τάξομαι
πείσομαι
τρεψοίμην
ταξοίμην
πεισοίμην
τρέψεσθαι
τάξεσθαι
πείσεσθαι
τρεψόμενος
ταξόμενος
πεισόμενος
Μέσος
Αόρ. α΄
ἐτρεψάμην
ἐταξάμην
ἐπεισάμην
τρέψωμαι
τάξωμαι
πείσωμαι
τρεψαίμην
ταξαίμην
πεισαίμην
τρέψαι, -άσθω
τάξαι
πεῖσαι
τρέψασθαι
τάξασθαι
πείσασθαι
τρεψάμενος
ταξάμενος
πεισάμενος

παρ295.
Τα υπερδισύλλαβα ρήματα σε -ίζω, όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα δ, σχηματίζουν τον ενεργητ. και μέσο μέλλοντα χωρίς το χρονικό χαρακτήρα σ σε -ιῶ και -ιοῦμαι (που κλίνεται κατά τα συνηρημένα σε -έω, πβ. §323,β). Π.χ. του ρ. κομίζω(θ. κομιδ-):

Ενεργ.μέλλ.οριστ.κομιῶ, -ιεῖς, -ιεῖ, -ιοῦμεν, -ιεῖτε,-ιοῦσι(ν)
 ευκτ.κομιοῖμι, -ιοῖς, -ιοῖ (ή -ιοίην, -ιοίης, -ιοίη),-ιοῖμεν, -ιοῖτε, -ιοῖεν
 απαρ.κομιεῖν - μετοχή κομιῶν, -ιοῦσα, -ιοῦν.
Μέσος μέλλ.οριστ.κομιοῦμαι,-ιεῖ, -ιεῖται, -ιούμεθα, -ιεῖσθε, -ιοῦνται
 ευκτ.κομιοίμην, -ιοῖο, -ιοῖτο, -ιοίμεθα, -ιοῖσθε,-ιοῖντο
 απαρ.κομιεῖσθαι - μετοχή κομιούμενος, -ιουμένη, -ιούμενον.

Όμοια και πορίζω - ποριῶ, ποριοῦμαι· νομίζω- νομιῶ· ἀγωνίζομαι - ἀγωνιοῦμαι· λογίζομαι - λογιοῦμαι· φροντίζω - φροντιῶ κ.ά. (αλλά: κτίζω - κτίσω, σχίζω- σχίσω κτλ.).

3. Ενεργητικός παρακείμενος και υπερσυντέλικος

παρ296.
Από τα αφωνόληκτα ρήματα:

1. Τα οδοντικόληκτα σχηματίζουν τον ενεργητ. παρακείμενο και υπερσυντέλικο όπως τα φωνηεντόληκτα, δηλ. με το χρονικό χαρακτήρα κ· αλλά εμπρός από αυτόν αποβάλλουν τον οδοντικό χαρακτήρα του ρηματικού θέματος:

κομίζω (θ. κομιδ-),παρακ.κε-κόμι-κα,υπερσ.ἐ-κε-κομί-κειν
πείθω (θ. πειθ-),»πέ-πει-κα,»ἐ-πε-πεί-κειν.

2. Τα χειλικόληκτα και ουρανικόληκτα σχηματίζουν τον ενεργητικό παρακείμενο και υπερσυντέλικο χωρίς το χρονικό χαρακτήρα κ,αλλά το χαρακτήρα του ρηματ. θέματος, αν είναι άφωνο ψιλόπνοο ή μέσο, τον τρέπουν στο αντίστοιχό του δασύπνοο (δηλ. το π ή β σε φ και το κ ή γ σε χ· βλ. §22):

κόπτω(θ. κοπ-),παρακ.κέ-κοφ-α,υπερσ.ἐ-κε-κόφ-ειν
τρίβω(θ. τριβ-), »τέ-τριφ-α, »ἐ-τε-τρίφ-ειν
γράφω(θ. γραφ-),»γέ-γραφ-α,»ἐ-γε-γράφ-ειν
κηρύττω(θ. κηρυκ-),»κε-κήρυχ-α, »ἐ-κε-κηρύχ-ειν
τάττω(θ. ταγ-),»τέ-ταχ-α»ἐ-τε-τάχ-ειν
ταράττω(θ. ταραχ-), »τε-τάραχ-α, »ἐ-τε-ταράχ-ειν.

3.Όσα έχουν ε εμπρός από τον ρηματ. χαρακτήρα τρέπουν συνήθως στον ενεργ. παρακείμενο και υπερσυντέλικο το ε αυτό σε ο:

κλέπτω(θ. κλεπ-),παρακ.κέ-κλοφ-α,υπερσ.(ἐ-κε-κλόφ-ειν)
τρέπω(θ. τρεπ-),»τέ-τροφ-α, »(ἐ-τε-τρόφ-ειν)
φέρω(θ. ἐνεκ-),»ἐν-ήνοχ-α,» ἐν-ηνόχ-ειν (βλ.§273

(αλλά:πλέκ-ω, πέ-πλεχ-α, ἐ-πε-πλέχ-ειν).

4. Παθητικός μέλλοντας α΄ και παθητ. αόριστος α΄

παρ297.
Στον παθητ.μέλλοντα α΄ και τον παθητ. αόριστο α΄ ο ρηματικός χαρακτήρας των αφωνόληκτων ρημάτων εμπρός από το θ του χρονικού προσφύματος θη (θε) παθαίνει τις κανονικές μεταβολές (βλ. §70,1 και §70,3), δηλαδή:

α) αν είναι ψιλόπνοο ή μέσο χειλικό (π, β), τρέπεται στο αντίστοιχό του δασύπνοο φ:

λείπ-ω(θ. λειπ-),λειφ-θήσομαι,ἐ-λείφ-θην
καλύπ-τ-ω(θ. καλυβ-),καλυφ-θήσομαι,ἐ-καλύφ-θην

β) αν είναι ψιλόπνοο ή μέσο ουρανικό (κ, γ), τρέπεται στο αντίστοιχό του δασύπνοο χ:

κηρύττω(θ. κηρυκ-),κηρυχ-θήσομαι,ἐ-κηρύχ-θην
ἄγ-ω(θ. ἀγ-),ἀχ-θήσομαι,ἤχ-θην

γ) αν είναι οδοντικό (τ, δ, θ) τρέπεται σε σ:

ἁρμόττω 1(θ. ἁρμοτ-),ἡρμόσ-θην
ψεύδομαι(θ. ψευδ-),ψευσ-θήσομαι,ἐψεύσ-θην
πείθομαι(θ. πειθ-),πεισ-θήοομαι,ἐ-πείσ-θην.

________________________
1. Το ρ. ἁρμόττω έχει και παράλληλο τύπο ἁρμόζω με θ. ἁρμοδ-(πβ. ἁρμόδ-ιος) και ἁρμογ- (πβ. ἁρμογή, ἐφαρμογή).

5. Παρακείμενος και υπερσυντέλικος της μέσης φωνής

παρ298.
Τα αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της μέσης φωνής, όπως τα φωνηεντόληκτα, με τις καταλήξεις -μαι (-σαι, -ται κτλ.) και-μην (-σο, -το κτλ.), αλλά κατά το σχηματισμό των τύπων στους χρόνους αυτούς συμβαίνουν τα κανονικά πάθη του χαρακτήρα εμπρός από τις προσωπικές καταλήξεις· π.χ. γέ-γραφ-μαι = γέ-γραμ-μαι, γέ-γραφ-σαι= γέ-γραψαι κτλ.

παρ299.
Παραδείγματα σχηματισμού μέσου παρακειμένου και υπερσυντελίκου των αφωνόληκτων ρημάτων

Ρήματα πράττομαι, γράφομαι, πείθομαι

ΟριστικήΠροστακτικήΑπαρέμ-
φατο
Μετοχή
θ. πραγ-
πέ-πραγ-μαι
πέ-πραξαι
πέ-πρακ-ται
πε-πράγ-μεθα
πέ-πραχ-θε
πεπραγμένοι εἰσὶ(ν)
πέ-πραχ-θον
πέ-πραχ-θον
θ. πραγ-
ἐ-πε-πράγ-μην
ἐ-πέ-πραξο
ἐ-πέ-πρακ-το
ἐ-πε-πράγ-μεθα
ἐ-πέ-πραχ-θε
πεπραγμένοι ἦσαν
ἐ-πέ-πραχ-θον
ἐ-πε-πράχ-θην

πέ-πραξο
πε-πράχ-θω

πέ-πραχ-θε
πε-πράχ-θων
πέ-πραχ-θον
πε-πράχ-θων

πε-πρᾶχ-θαι

πε-πραγ-μένος
πε-πραγ-μένη
πε-πραγ-μένον
θ. γραφ-
γέ-γραμ-μαι
γέ-γραψαι
γέ-γραπ-ται
γε-γράμ-μεθα
γέ-γραφ-θε
γεγραμμένοι εἰσὶ(ν)
γέ-γραφ-θον
γέ-γραφ-θον
θ. γραφ-
ἐ-γε-γράμ-μην
ἐ-γέ-γραψο
ἐ-γέ-γραπ-το
ἐ-γε-γράμ-μεθα
ἐ-γέ-γραφ-θε
γεγραμμένοι ἦσαν
ἐ-γέ-γραφ-θον
ἐ-γε-γράφ-θην

γέ-γραψο
γε-γράφ-θω

γέ-γραφ-θε
γε-γράφ-θων
γέ-γραφ-θον
γε-γράφ-θων

γε-γράφ-θαι

γε-γραμ-μένος
γε-γραμ-μένη
γε-γραμ-μένον
θ. πειθ-
πέ-πεισ-μαι
πέ-πει-σαι
πέ-πεισ-ται
πε-πείσ-μεθα
πέ-πει-σθε
πεπεισμένοι εἰσὶ(ν)
πέ-πει-σθον
πέ-πει-σθον
θ. πειθ-
ἐ-πε-πείσ-μην
ἐ-πέ-πει-σο
ἐ-πέ-πεισ-το
ἐ-πε-πείσ-μεθα
ἐ-πέ-πεισ-θε
πεπεισμένοι ἦσαν
ἐ-πέ-πει-σθον
ἐ-πε-πεί-σθην

πέ-πει-σο
πε-πεί-σθω

πέ-πει-σθε
πε-πεί-σθων
πέ-πει-σθον
πε-πεί-σθων

πε-πεῖ-σθαι

πε-πεισ-μένος
πε-πεισ-μένη
πε-πεισ-μένον

(βλ. §70,1, §70,2 και §70,3, §68,1, §67,1 και §64,1 και §64,5).

παρ300.
Τα ρ. στρέφω, τρέπω και τρέφω στον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της μέσης φωνής τρέπουν το ε του θέματος σε α:

στρέφ-ω(θ. στρεφ-),παρακ.ἔ-στραμ-μαι,υπερσ.ἐ-στράμ-μην
τρέπ-ω(θ. τρεπ-),»τέ-τραμ-μαι,»ἐ-τε-τράμ-μην
τρέφ-ω(θ. θρεφ-),»τέ-θραμ-μαι,»ἐ-τε-θράμ-μην.

24ο Κεφ. Σχηματισμός των ενρινόλ. και υγρόληκτων ρημάτων α΄ συζυγίας

1. Ενεστώτας και παρατατικός ενεργητ. και μέσης φωνής

παρ301.
Από τα ενρινόληκτακαι υγρόληκτα ρήματα (δηλ. όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα μ, ν, λ,ρ) πολύ λίγα σχηματίζουν τον ενεστώτα (και τον παρατατικό) από το ρηματικόθέμα αμετάβλητο: γέμ-ω, νέμ-ω, τρέμ-ω· μέν-ω, πέν-ομαι,σθέν-ω (= έχω δύναμη), στέν-ω (= στενάζω), ὠδίν-ω (= κοιλοπονώ)·(ἐ)θέλ-ω, ἐπιμέλ-ομαι, μέλ-ει (απρόσωπο = υπάρχει φροντίδα· βλ. §361,1), βούλ-ομαι· δέρ-ω, στέρ-ομαι, φέρ-ω κ.ά.

Τα περισσότερα όμως ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεστώτα και τον παρατατικό από το ρηματικό θέμα, αφού τούτο πάρει στο τέλος του το χρονικό πρόσφυμα j. Και:

1. Αν ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος είναι λ, τότε το πρόσφυμα j αφομοιώνεται προς αυτό, και έτσι τα ρήματα αυτά στον ενεστώτα και τον παρατατικό έχουν λλ(βλ. §68,4,α):

(θ. ἀγγελ-, πβ. ἄγγελ-ος· ἀγγέλ-j-ω =)ἀγγέλλ-ω ἤγγελλ-ον
 ἀγγέλλ-ομαι ἠγγελλ-όμην
(θ. σφαλ-, πβ. σφάλ-μα· σφάλ-j-ω =)σφάλλ-ωἔ-σφαλλ-ον
 σφάλλ-ομαιἐ-σφαλλ-όμην

έτσι και τα ρ. ἀγάλλομαι, ἅλλομαι (= πηδώ), ἀσχάλλω (= αγανακτώ),βάλλω, θάλλω, πάλλω, ψάλλω· ἀνατέλλω, ἐντέλλομαι,μέλλω (= έχω σκοπό, αναβάλλω), ὀκέλλω (= ρίχνω το πλοίο στην ξηρά, πέφτω στην ξηρά), στέλλω· ποικίλλω, τίλλω (= μαδώ)· εξαιρούνταιτα ρ. βούλ-ομαι, ἐθέλ-ω ή θέλ-ω, ἐπιμέλ-ομαι, ὀφείλ-ω και τοαπρόσωπο μέλ-ει που έχουν ένα λ, γιατί δεν παίρνουν πρόσφυμα j.

2. Αν ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος είναι ν ή ρ και υπάρχει φωνήεν α πριν απ' αυτόν, τότε το πρόσφυμα j υπερπηδά το χαρακτήραν ή ρ και αποτελεί με το φωνήεν α το δίφθογγο αι (βλ.§66)· έτσι τα ρήματα αυτά λήγουν σε -αίνω ή -αίρω:

(θ. φαν-, πβ. φαν-ός· φάν-j-ω =)φαίν-ωἔ-φαιν-ον
 φαίν-ομαιἐ-φαιν-όμην
(θ. ἀρ-, πβ. ἄρ-σις· ἄρ-j-ω =)αἴρ-ωᾖρ-ον
 αἴρ-ομαιᾐρ-όμην·

έτσι και τα ρ. βαίνω, ἰσχναίνω, κερδαίνω, κοιλαίνω, κυμαίνω,λυμαίνομαι, λιπαίνω, μαίνομαι, μαραίνω, μελαίνω,μιαίνω, περαίνω, ποιμαίνω, ῥαίνω, σημαίνω, ύγιαίνω,ὑφαίνω· ἀσπαίρω (= σπαρταρώ), καθαιρῶ (= καθαρίζω), τεκμαίρομαι(= συμπεραίνω), χαίρω κ.ά.

3. Αν ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος είναι ν ή ρ και υπάρχουν πριν απ' αυτόν τα φωνήεντα ε ή ή ,τότε το πρόσφυμα j αφομοιώνεται προς το χαρακτήρα ν ή ρ, έπειτα το διπλό ν ή ρ απλοποιείται και το προηγούμενο φωνήεν εκτείνεται αναπληρωτικά, δηλ. το ε σε ει, το σε και το σε (βλ. §68,4,β)· έτσι τα ρήματα αυτά στον ενεστώτα λήγουν σε -είνω, -είρω, - ῑ΄νω, -ῑ΄ρω,-ῡ΄νω, -ῡ΄ρω:

(θ. κτεν-, κτέν-j-ω, κτένν-ω =)κτείν-ωἔ-κτειν-ον
(θ. φθερ-, φθέρ-j-ω, φθέρρ-ω =)φθείρ-ω
φθείρ-ομαι
ἔ-φθειρ-ον
ἐ-φθειρ-όμην
(θ. κρῐν-, κρῐν-j-ω, κρῐ΄νν-ω =)κρῑ΄ν-ω
κρῑ΄ν-ομαι
ἔ-κρῑν-ον
ἐ-κρῑν-όμην
(θ. οἰκτῐρ-, οἰκτῐ΄ρ-j-ω, οἰκτῐ΄ρρ-ω =)οἰκτῑ΄ρ-ωᾤκτῑρ-ον
(θ. πλῠν-, πλῠ΄ν-j-ω, πλῠ΄νν-ω =)πλῡ΄ν-ωἔ-πλῡν-ον
(θ. σῠρ-, σῠ΄ρ-j-ω, σῠ΄ρρ-ω =)σῡ΄ρ-ω
σῡ΄ρ-ομαι
ἔ-σῡρ-ον
ἐ-σῡρ-όμην·

έτσι και τα ρ. τείνω· ἐγείρω, σπείρω· κλῑ΄νω· ἀμῡ΄νω,ἡδῡ΄νω, ὁμαλῡ΄νω, ὀξῡ΄νω, ταχῡ΄νω· ὀδῡ΄ρομαι,ὀλοφῡ΄ρομαι κ.ά.

2. Οι άλλοι χρόνοι

παρ302.
Ενεργητ. και μέσος μέλλοντας. Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα κανονικά σχηματίζουν τον ενεργητ. και μέσο μέλλοντα από το ρηματικό θέμα και με τις καταλήξεις -και -οῦμαι (κλίνονται δηλ. κατά τον ενεστώτα των συνηρημένων ρημάτων σε-έω· πβ. §323,β): ἀμύνω, ενεργ. μέλλ. ἀμυνῶ, -εῖς,-εῖ κτλ. - μέσ.μέλλ. ἀμυνοῦμαι, -εῖ, -εῖται κτλ. Έτσι και σφάλλω - σφαλῶ, στέλλω - στελῶ, νέμω - νεμῶ, ὑγιαίνω- ὑγιανῶ, σημαίνω - σημανῶ, καθαίρω - καθαρῶ,κτείνω - κτενῶ, τείνω - τενῶ, σπείρω - σπερῶ,φθείρω - φθερῶ, κρίνω - κρινῶ, ἀμβλύνω - ἀμβλυνῶ,ὀδύρομαι - ὀδυροῦμαι κ.ά.

παρ303.
Ενεργητικός και μέσος αόρ. α΄. Αρχικά ο ενεργητ. και μέσος αόρ. α΄ στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίστηκε σε -σα και -σάμην, όπως στα φωνηεντόληκτα· αλλά ο χρονικός χαρακτήρας σ αφομοιώθηκε με το προηγούμενο του ένρινο ή υγρό και έπειτα έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων και αναπληρωτική έκταση του προηγούμενου φωνήεντος, δηλ. του σε η (ή σε , αν προηγείταιε ή ι ή ρ), του ε σε ει, του σε και του σε (βλ. §62,7,β). Π.χ.

Αόριστος
Ενεστώταςθέμααρχικός τύποςμε αφομοίωσητελικός τύπος
φαίνωφᾰν-ἔ-φᾰν-σαἔ-φᾰν-ναἔ-φην-αἐ-φην-άμην
λειαίνωλεᾰν-ἐ-λέᾰν-σαἐ-λέᾰν-ναἐ-λέᾱν-α 
ὑγιαίνωὑγιαν-ὑγίᾰν-σαὑγίᾰν-ναὑγίᾱν-α 
μαραίνωμαρᾰν-ἐ-μάρᾰν-σαἐ-μάρᾰν-ναἐ-μάρᾱν-α 
καθαίρωκαθᾰρ-ἐ-κάθᾰρ-σαἐ-κάθᾰρ-ραἐ-κάθηρ-αἐ-καθηρ-άμην
ἀγγέλωἀγγελ-ἤγγελ-σαἤγγελ-λαἤγγειλ-αἠγγειλ-άμην
νέμωνεμ-ἔ-νεμ-σαἔ-νεμ-μαἔ-νειμ-αἐ-νειμ-άμην
μένωμεν-ἔ-μεν-σαἔ-μεν-ναἔ-μειν-α 
κρίνωκρῐν-ἔ-κρῐν-σαἔ-κρῐν-ναἔ-κρῑν-αἐ-κριν-άμην
ἀμύνωἀμῠν-ἤμῠν-σαἤμῠν-ναἤμῡν-αἠμυν-άμην

Έτσι ο ενεργητ. και μέσος αόρ. α΄ στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα κανονικά σχηματίζεται σε όλες τις εγκλίσεις (και στο απαρέμφατο και τη μετοχή) με το θέμα μετασχηματισμένο, όπως φαίνεται παραπάνω, και με τις ίδιες καταλήξεις που έχουν τα φωνηεντόληκτα (λύω - ἔλυσα, ἐλυσάμην), αλλά χωρίς το χρονικό χαρακτήρα σ.

παρ304.
Παράδειγμα

(ρ. νέμ-ω, θ. νεμ-, αόρ. ἔ-νειμ-α,ἐ-νειμ-άμην)

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρ.Μετοχή

Ενεργητ. Αόρ. α´

ἔ-νειμ-α
ἔ-νειμ-ας
ἔ-νειμ-ε
ἐ-νείμ-αμεν
ἐ-νείμ-ατε
ἔ-νειμ-αν
 
ἐ-νείμ-ατον
ἐ-νειμ-άτην
νείμ-ω
νείμ-ῃς
νείμ-ῃ
νείμ-ωμεν
νείμ-ητε
νείμ-ωσι
 
νείμ-ητον
νείμ-ητον
νείμ-αιμι
νείμ-αις
νείμ-αι
νείμ-αιμεν
νείμ-αιτε
νείμ-αιεν
 
νείμ-αιτον
νειμ-αίτην

νεῖμ-ον
νειμ-άτω

νείμ-ατε
νειμ-άντων
ή -άτωσαν
νείμ-ατον
νειμ-άτων

νεῖμ-αι

νείμ-ας
νείμ-ασα
νεῖμ-αν
ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρ.Μετοχή

Μέσος Αόριστος α´

ἐ-νειμ-άμην
ἐ-νείμ-ω
ἐ-νείμ-ατο
ἐ-νειμ-άμεθα
ἐ-νείμ-ασθε
ἐ-νείμ-αντο
 
ἐ-νείμ-ασθον
ἐ-νειμ-άσθην
νείμ-ωμαι
νείμ-ῃ
νείμ-ηται
νειμ-ώμεθα
νείμ-ησθε
νείμ-ωνται
 
νείμ-ησθον
νείμ-ησθον
νειμ-αίμην
νείμ-αιο
νείμ-αιτο
νειμ-αίμεθα
νείμ-αισθε
νείμ-αιντο
 
νείμ-αισθον
νειμ-αίσθην

νεῖμαι
νειμ-άσθω

νείμ-ασθε
νειμ-άσθων
ή - σθωσαν
νείμ-ασθον
νειμ-άσθων

νείμ-ασθαι

νειμ-άμενος
νειμ-αμένη
νειμ-άμενον

παρ305.
Παρακείμενος και υπερσυντέλικος της ενεργητικής φωνής. Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της ενεργητ. φωνής με το χρον. χαρακτήρα κ, όπως τα φωνηεντόληκτα (παρακ. σε -κα και υπερσυντέλ. σε -κειν). Το λ και το ρ εμπρός από το χρονικό χαρακτήρα κ μένουν αμετάβλητα, ενώ το ν γίνεται γ (βλ. §70,5):

ἀγγέλλω(θ. ἀγγελ-)παρακ.ἤγγελ-καυπερσ.ἠγγέλ-κειν
αἴρω(θ. ἀρ-)»ἦρ-κα»ἤρ-κειν
φαίνω(θ. φαν-)»πέφαγ-κα»ἐ-πε-φάγ-κειν
(πβ. §309).

παρ306.
Ο παθητ. μέλλοντας α΄ και ο παθητ. αόρ. α΄ στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζονται κανονικά σε -θήσομαι και -θην, όπως στα φωνηεντόληκτα, χωρίς μεταβολή του ρηματικού χαρακτήρα:

μιαίνω(θ. μιαν-)παθ. μέλλ.μιαν-θήσομαιπαθ.αόρ.ἐ-μιάν-θην
ἀγγέλλω(θ. ἀγγελ-)» »ἀγγελ-θήσομαι» »ἠγγέλ-θην
αἴρω(θ. ἀρ-)» »ἀρ-θήσομαι» »ἤρ-θην

παρ307.
α) Ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος της μέσης φωνής στα υγρόληκτα ρήματα σχηματίζονται κανονικά σε -μαι (-σαι, -ται κτλ.) και -μην(-σο, -το κτλ.), όπως στα φωνηεντόληκτα· οι ρηματ. χαρακτήρες λ και ρ εμπρός από τις καταλήξεις μένουν αμετάβλητοι: ἤγγελ-μαι, ἠγγέλ-μην·κε-κάθαρ-μαι, ἐ-κε-καθάρ-μην

β) Ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος της μέσης φωνής στα ενρινόληκτα ρήματα σχηματίζονται επίσης σε -μαι (-σαι, -ται κτλ.) και -μην (-σο, -το κτλ.)· ο ρηματ. χαρακτήρας όμως ν εμπρός από το μ των καταλήξεων σε άλλα ρήματα αφομοιώνεται (κανονικά) με αυτό και σε άλλα τρέπεται σε σ: παρ-οξύν-ομαι (θ. παρ-οξυν-), παρακείμενος παρ-ώξυν-μαι = παρώξυμμαι, υπερσ. παρ-ωξύν-μην= παρωξύμμην· αλλά φαίν-ομαι (θ. φαν-), παρακ. πέ-φαν-μαι= πέφασμαι, υπερσ. ἐπεφάσμην (βλ. §68,5).

παρ308.
Παραδείγματα σχηματισμού μέσου παρακειμένου και υπερσυντελίκου ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων

ρ. ἀγγέλλομαι, ὀξύνομαι, φαίνομαι

ΟριστικήΠροστακτικήΑπαρ.Μετοχή
 
ἤγγελ-μαι
ἤγγελ-σαι
ἤγγελ-ται
ἠγγέλ-μεθα
ἤγγελ-θε
ἠγγελμένοι εἰσὶ(ν)
ἤγγελ-θον
ἤγγελ-θον
θ. ἀγγελ-
ἠγγέλ-μην
ἤγγελ-σο
ἤγγελ-το
ἠγγέλ-μεθα
ἤγγελ-θε
ἠγγελμένοι ἦσαν
ἤγγελ-θον
ἠγγέλ-θην
 

ἤγγελ-σο
ἠγγέλ-θω

ἤγγελ-θε
ἠγγέλ-θων
ἤγγελ-θον
ἠγγέλ-θων

ἠγγέλ-θαι

 
ἠγγελ-μένος
ἠγγελ-μένη
ἠγγελ-μένον
 
(υποτ. ἠγγελ- μένος ὦ
ευκτ. ἠγγελ- μένος εἴην)
 
ὤξυμ-μαι
ὤξυν-σαι
ὤξυν-ται
ὠξύμ-μεθα
ὤξυν-θε
ὠξυμμένοι εἰσὶ(ν)
ὤξυνθ-ον
ὤξυνθ-ον
θ. ὀξυν-
ὠξύμ-μην
ὤξυν-σο
ὤξυν-το
ὠξύμ-μεθα
ὤξυν-θε
ὠξυμμένοι ἦσαν
ὤξυνθ-ον
ὠξύν-θην
 

ὤξυν-σο
ὠξύν-θω

ὤξυν-θε
ὠξύν-θων
ὤξυνθ-ον
ὠξύν-θων

ὠξύν-θαι

ὠξυμ-μένος
ὠξυμ-μένη
ὠξυμ-μένον
 
(υποτ. ὠξυμ- μένος ὦ
ευκτ. ὠξυμ- μένος εἴην)
 
πέ-φασ-μαι
πέ-φαν-σαι
πέ-φαν-ται
πε-φάσ-μεθα
πέ-φαν-θε
πεφασμένοιεἰσὶ(ν)
πέ-φαν-θον
πέ-φαν-θον
θ. φαν-
ἐ-πε-φάσ-μην
ἐ-πέ-φαν-σο
ἐ-πέ-φαν-το
ἐ-πε-φάσ-μεθα
ἐ-πέ-φαν-θε
πεφασμένοι ἦσαν
ἐ-πέ-φαν-θον
ἐ-πε-φάν-θην
 

πέ-φαν-σο
πε-φάν-θω

πέ-φαν-θε
πε-φάν-θων
πέ-φαν-θον
πε-φάν-θων

πε-φάν-θαι

πε-φασ-μένος
πε-φασ-μένη
πε-φασ-μένον
 
(υποτ. πεφα-σμένος ὦ
ευκτ. πεφα-σμένος εἴην)

παρ309.

α) Των ρ. κλίνω, κρίνω και πλύνω ο ρηματ. χαρακτήρας ν αποβάλλεται στον ενεργητ. και μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο, στον παθητ. μέλλοντα α΄ και στον παθητ. αόρ. α΄:

κλίνωκέ-κλι-κα, ἐ-κε-κλί-κειν, κέ-κλι-μαι, ἐ-κε-κλί-μην, κλιθήσομαι, ἐ-κλί-θην·
κρίνωκέ-κρι-κα, ἐ-κε-κρί-κειν, κέ-κρι-μαι, ἐ-κε-κρί-μην, κριθήσομαι, ἐ-κρί-θην·
πλύνωπέ-πλυ-κα, ἐ-πε-πλύ-κειν, πέ-πλυ-μαι, ἐ-πε-πλύ-μην, πλυ-θήσο-μαι, ἐ-πλύ-θην.

β) Όσα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν ε σ' αυτό, τρέπουν το ε τούτο σε στον ενεργητ. παρακείμενο και υπερσυντέλικο α΄ και στο μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο:

σπείρω(θ. σπερ-)ἔ-σπαρ-καἐ-σπάρ-κεινἔ-σπαρ-μαι ἐ-σπάρ-μην
στέλλω(θ. στε-)ἔ-σταλ-καἐ-στάλ-κεινἔ-σταλ-μαι ἐ-στάλ-μην
φθείρω(θ. φθερ-)ἔ-φθαρ-κα ἐ-φθάρ-κεινἔ-φθαρ-μαιἐ-φθάρ-μην.

γ) Το ρ. τείνω (θ. τεν-) σχηματίζει τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της ενεργητ. και μέσης φωνής, καθώς και τον παθητ. μέλλοντα και παθητ. αόριστο, με τροπή του ε σε και με αποβολή του χαρα­κτήραν (δηλ. από θέμα τα-): τείνω, τέ-τα-κα, (ἐ-τε-τά-κειν),τέ-τα-μαι, ἐ-τε-τά-μην, τα-θήσομαι, ἐ-τά-θην.

δ) Τα ρ. βάλλω, κάμ-ν-ω και τέμ-ν-ω σχηματίζουν τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της ενεργητ. και μέσης φωνής, καθώς και τον παθητ. μέλλοντα και παθητ. αόριστο από τα ρηματικά θέματα βαλ-,καμ-, τεμ-, αφού πρώτα έγινε μετάθεση του φωνήεντος και έκτασή του σε η, δηλ. (βαλ-, βλα- =) βλη-, (καμ-,κμα- =) κμη-, (τεμ-, τμε- =) τμη-:

βάλλω:βέ-βλη-κα, ἐ-βε-βλή-κειν, βέ-βλη-μαι, ἐ-βε-βλή-μην, βληθήσομαι, ἐ-βλή- θην·
κάμνω:κέ-κμη-κα, ἐ-κε-κμή-κειν·
τέμνω:τέ-τμη-κ α, (ἐ-τε-τμή-κειν), τέ-τμη-μαι, ἐ-τε-τμή-μην, τμηθήσομαι, ἐ-τμή- θην.

25ο Κεφ. Δεύτεροι χρόνοι των ρημάτων α΄ συζυγίας

1. Ενεργητικός και μέσος αόριστος β΄

παρ310.
Πολλά ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο αόριστο από το θέμα με τις ολικές καταλήξεις του αντίστοιχου παρατατικού στην οριστική και του αντίστοιχου ενεστώτα στις άλλες εγκλίσεις (καθώς και στο απαρέμφατο και τη μετοχή). Ο αόριστος αυτός λέγεται (ενεργητικός ή μέσος) αόριστος δεύτερος. Π.χ. βάλλω, ενεργ. αόρ. β΄ ἔ-βαλ-ον,ἔ-βαλ-ες, ἔ-βαλ-ε κτλ., μέσ.αόρ. β΄ ἐ-βαλ-όμην, (ἐ-βάλ-εσο=) ἐ-βάλ-ου, ἐ-βάλ-ετο κτλ.

παρ311.
Παράδειγμα σχηματισμού ενεργητικού και μέσου αορίστου β΄
ρ. βάλλω (θ. βαλ-)

α) Ενεργητικός αόριστος β΄

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρέμφ.Μετοχή
ἔ-βαλ-ον
ἔ-βαλ-ες
ἔ-βαλ-ε
ἐ-βάλ-ομεν
ἐ-βάλ-ετε
ἔ-βαλ-ον
ἐ-βάλ-ετον
ἐ-βαλ-έτην
βάλ-ω
βάλ-ῃς
βάλ-ῃ
βάλ-ωμεν
βάλ-ητε
βάλ-ωσι(ν)
βάλ-ητον
βάλ-ητον
βάλ-οιμι
βάλ-οις
βάλ-οι
βάλ-οιμεν
βάλ-οιτε
βάλ-οιεν
βάλ-οιτον
βαλ-οίτην

βάλ-ε
βαλ-έτω

βάλ-ετε
βαλ-όντων
βάλ-ετον
βαλ-έτων
 
 
 
βαλ-εῖν
βαλ-ὼν
βαλ-οῦσα
βαλ-ὸν

(πβ.τα νεοελλ.: έβαλα, έβαλες, έβαλε κτλ.· να βάλω, βάλεις,βάλει κτλ.· βάλε κτλ.).

β) Μέσος αόριστος β΄

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρέμφ.Μετοχή
ἐ-βαλ-όμην
ἐ-βάλ-ου
ἐ-βάλ-ετο
ἐ-βαλ-όμεθα
ἐ-βάλ-εσθε
ἐ-βάλ-οντο
ἐ-βάλ-εσθον
ἐ-βαλ-έσθην
βάλ-ωμαι
βάλ-ῃ
βάλ-ηται
βαλ-ώμεθα
βάλ-ησθε
βάλ-ωνται
βάλ-ησθον
βάλ-ησθον
βαλ-οίμην
βάλ-οιο
βάλ-οιτο
βαλ-οίμεθα
βάλ-οισθε
βάλ-οιντο
βάλ-οισθον
βαλ-οίσθην

βαλ-οῦ
βαλ-έσθω

βάλ-εσθε
βαλ-έσθων
βάλ-εσ θον
βαλ-έσθων
 
 
 
βαλ-έσθαι
βαλ-όμενος
βαλ-ομένη
βαλ-όμενον

Παρατηρήσεις στο σχηματισμό του ενεργητ. και μέσου αορίστου β΄

παρ312.
Του ενεργητικού αορίστου β΄:

1) Το απαρέμφατο και η μετοχή τονίζονται πάντοτε στηλήγουσα (το απαρέμφατο με περισπωμένη και η μετοχή αρσενικού με οξεία)· μαθεῖν,ἐλθεῖν - μαθών, ἐλθών

2) Το β΄ ενικό πρόσ. της προστακτικής των ρ. ἔρχομαι,εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω και ὁρῶ, όταν δεν είναι σύνθετο, τονίζεται στή λήγουσα: (ἔρχομαι - ἦλθον) ἐλθέ, (εὑρίσκω- ηὗρον) εὑρέ, (λαμβάνω - ἔλαβον) λαβέ, (λέγω- εἷπον) εἰπέ, (ὁρῶ - εἶδον) ἰδὲ (αλλά: ἄπελθε,ἔξευρε, παράλαβε, πρόειπε, πάριδε).

παρ313.
Του μέσου αορίστου β΄:

1) Το απαρέμφατο (είτε απλό είτε σύνθετο) τονίζεται στην παραλήγουσα: γενέσθαι, λαβέσθαι - συγγενέσθαι, ἀντιλαβέσθαι

2) Το β΄ ενικό πρόσ. της προστακτικής (είτε απλό είτε σύνθετο) κανονικά τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη: γενοῦ, λαβοῦ- συγγενοῦ, ἀντιλαβοῦ· αν όμως είναι μονοσύλλαβο και σύνθετο με δισύλλαβη πρόθεση, ανεβάζει τον τόνο στην παραλήγουσα: (ἔχομαι - ἐσχόμην) σχοῦ- παράσχου, (ἕπομαι - ἑσπόμην) σποῦ - ἐπίσπου.

παρ314.
1) Ο αόρ.β΄, όπως είδαμε (§310), στην οριστική έχει τις καταλήξεις του αντίστοιχου παρατατικού και στις άλλες εγκλίσεις έχει τις καταλήξεις του αντίστοιχου ενεστώτα. Ξεχωρίζεται όμως από το θέμα του, που είναι διαφορετικό από το θέμα του ενεστώτακαι του παρατατικού. Έτσι σε μερικά ρήματα ο αόρ. β΄ σχηματίζεται:
α) από το καθαρό ρηματ. θέμα, χωρίς τα προσφύματα του ενεστώτακαι του παρατατικού: (αἰσθ-άν-ομαι) ᾐσθ-όμην, αἴσθ-ωμαι, αἰσθ-οίμηνκτλ., (ἁμαρτ-άν-ω) ἥμαρτ-ον, ἁμάρτ-ω, ἁμάρτ-οιμι κτλ. (λα(ν)θ-άν-ω)ἔ-λαθ-ον, λάθ-ω, λάθ-οιμι κτλ.
β) από το ρηματ. θ. με συγκοπή: (ἕπ-ομαι, θ. σεπ-)ἑ-σπ-όμην (η δασεία της αύξησης από αναλογική επίδραση του ἕπομαι),(ἔχ-ω, θ. σεχ-) ἔ-σχ-ον
γ) από το ρηματ. θ. χωρίς τον αναδιπλασιασμό του ενεστώτα:(γί-γνομαι, θ. γε-) ἐ-γεν-όμην, (πί-πτ-ω, θ. πετ-,πεσ-) ἔ-πεσ-ον·
δ) από το ρηματ. θ. με αναδιπλασιασμό: (ἄγ-ω) ἤγαγ-ον, ἀγάγ-ω κτλ.
ε) από το ρηματ. θ. με τροπή του φωνήεντος: (τρέπ-ω,θ. τρεπ-) ἔ-τραπ-ον·
ς) από το αδύνατο ρηματ. θ. (λείπ-ω, θ. λειπ-,λιπ-) ἔ-λιπ-ον

2) Μερικά ρήματα σχηματίζουν τον αόρ. β΄ με θέμα διαφορετικό(από συνώνυμες ρίζες): αἱρέω-ῶ: αόρ. β΄ (με θ. Ϝελ-) -Ϝελ-ον:εἷλ-ον, υποτ. ἕλ-ω κτλ. - ὁράω-ῶ, αόρ. β΄ (με θ. Ϝιδ-) -Ϝιδ-ov: εἶδον, υποτ. ἴδω κτλ.

2. Παθητικός μέλλοντας β΄. Παθητικός αόριστος β΄

παρ315.
Μερικά ρήματα σχηματίζουν τον παθητ. μέλλοντα και τον παθητ. αόριστο με το χρονικό πρόσφυμα η-και ε- αντί θη- και θε-, δηλ. χωρίς το σύμφωνο θ: γραφ-ή-σομαι,ἐ-γράφ-η-ν, γραφ-ε-ίη-ν, γραφ-έ-ντων κτλ., αντί γραφ-θή-σομαι,ἐ-γράφ-θη-ν, γραφ-θε-ίη-ν, γραφ-θέ-ντων κτλ. (όπως και στηνέα: γράφ-τη-κα και γράφ-η-κα κτλ.).

Ο παθητ. μέλλοντας και ο παθητ. αόριστος που σχηματίζονται μ' αυτόν τον τρόπο λέγονται παθητικός μέλλοντας β΄ και παθητικός αόριστος β΄.

Οι δεύτεροι αυτοί παθητικοί χρόνοι κλίνονται ακριβώς όπως και οι πρώτοι, αλλά στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του αορ. β΄ μένει αμετάβλητη η αρχική κατάληξη -θι: γράφη-θι.

παρ316.
Παράδειγμα σχηματισμού παθητ. μέλλοντα β΄ και παθητ. αορ. β΄

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρ.Μετοχή

Παθητικ. Μέλλοντας β'

γραφ-ή-σομαι
γραφ-ή-σει
γραφ-ή-σεται
γραφ-η-σόμεθα
γραφ-ή-σεσθε
γραφ-ή-σονται
γραφ-ή-σεσθον
γραφ-ή-σεσθον
γραφ-η-σοίμην
γραφ-ή-σοιο
γραφ-ή-σοιτο
γραψ-η-σοίμεθα
γραφ-ή-σοισθε
γραφ-ή-σοιντο
γραφ-ή-σοισθον
γραφ-η-σοίσθην

γραφ-ή-σεσθαι

γραφ-η-σόμενος
γραφ-η-σομένη
γραφ-η-σόμενον

Παθητικ. Αόριστος β΄

ἐ-γράφ-η-ν
ἐ-γράφ-η-ς
ἐ-γράφ-η
ἐ-γράφ-η-μεν
ἐ-γράφ-η-τε
ἐ-γράφ-η-σαν
 
ἐ-γράφ-η-τον
ἐ-γραφ-ή-την
γραφ-ῶ
γραφ-ῇς
γραφ-ῇ
γραφ-ῶμεν
γραφ-ῆτε
γραφ-ῶσι(ν)
 
γραφ-ῆτον
γραφ-ῆτον
γραφ-είην
γραφ-είης
γραφ-είη
γραφ-είημεν (-εῖμεν)
γραφ-είητε (-εῖτε)
γραφ-είησαν (-εῖεν)
 
γραφ-είητον (-εῖτον)
γραφ-ειήτην (-είτην)

γράφ-η-θι
γραφ-ή-τω

γράφ-η-τε
γραφ-έ-ντων ή γραφ-ή-τωσαν
γράφ-η-τον
γραφ-ή-των

γραφ-ῆ-ναι

γραφ-εὶς
γραφ-εῖσα
γραφ-ὲν

Παρατηρήσεις στους δεύτερους παθητικούς χρόνους

παρ317.
1) Όσα ρήματαέχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν ε τρέπουν στους δεύτερους παθητ.χρόνους το ε σε α βραχύχρονο: (κλέπτω, θ. κλεπ-) ἐ-κλάπ-ην,(πλέκ-ω) ἐ-πλάκ-ην, (τρέπ-ω) ἐ-τράπ-ην, (στρέφ-ω)στραφ-ήσομαι, ἐ-στράφ-ην, (τρέφ-ω) τραφ-ήσομαι, ἐ-τράφ-ην(πβ. §309,β). Εξαιρούνται τα σύνθετα του ρ. -λέγω (= συλλέγω): συλ-(ἐκ)-λεγ-ήσομαι,συν-(ἐξ)-ε-λέγ-ην.

2) Όσα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματ. θέμα με φωνήεν η συ­στέλλουν στους β΄ παθητ. χρόνους το η αυτό σε α βραχύχρονο: (σή-π-ω)σαπ-ήσομαι, ἐ-σάπ-ην, (τήκ-ω) τακ-ήσομαι, ἐ-τάκ-ην, (ἐκ-πλήττω,θ. πληγ-) ἐκ-πλαγ-ήσομαι, ἐξ-ε-πλάγ-ην, (κατα-πλήττω) κατα-πλαγ-ήσομαι,κατ-επλάγ-ην. Εξαιρείται το απλό πλήττω (θ. πληγ-) πληγ-ήσομαι,ἐ-πλήγ-ην.

3. Ενεργητικός παρακείμενος και υπερσυντέλικος β΄

παρ318.
Μερικά συμφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό παρακείμενο και υπερσυντέλικο χωρίς το χρονικό χαρακτήρα κ ή χωρίς να τρέπουν τον ψιλόπνοο ή μέσο χαρακτήρα του ρηματικού θέματος σε δασύπνοο: (φεύγ-ω) πέ-φευγ-α, ἐ-πε-φεύγ-ειν· (λείπ-ω)λέ-λοιπ-α, ἐ-λε-λοίπ-ειν (πβ. §285 και §296).

Ο παρακείμενος ή ο υπερσυντέλικος που σχηματίζεται με αυτόν τον τρόπο λέγεται ενεργητικός παρακείμενος δεύτερος ή ενεργητικός υπερσυντέλικος δεύτερος.

παρ319.
Ο ενεργ. παρακείμενος β΄ και ο ενεργ. υπερσυντέλικος β΄ κλίνονται όπως οι πρώτοι, αλλά το φωνήεν ε του θέματος τρέπεται σε ο και το εκτείνεται σε η(ή σε , αν προηγείται ρ):

πάσχω(θ. πενθ-)πέ-πονθ-αἐ-πε-πόνθ-ειν
πείθω(θ. πειθ-)πέ-ποιθ-αἐ-πε-ποίθ-ειν
τίκτω(θ. τεκ-)τέ-τοκ-αἐ-τε-τόκ-ειν
γίγνομαι(θ. γεν-)γέ-γον-αἐ-γε-γόν-ειν
φαίνω(θ. φᾰν-)πέ-φην-αἐ-πε-φήν-ειν
κράζω(θ. κρᾰγ-)κέ-κρᾱγ-αἐ-κε-κράγ-ειν

Σημ. Βλ. και κατάλογο ανώμ. ρημάτων (Παράρτημα).

4. Γενικές παρατηρήσεις στους δεύτερους χρόνους

παρ320.
Πολύ σπάνια ο ίδιος χρόνος ενός ρήματος (μέλλοντας ή αόριστος ή παρακείμενος ή υπερσυντέλικος) σχηματίζεται και ως α΄ και ως β΄ χωρίς διαφορά σημασίας:

ἀλλάττω: παθ.αόρ. α΄ ἠλλάχθην και β΄ ἠλλάγην·

βλάπτω: παθ.αόρ. α΄ ἐβλάφθην και β΄ ἐβλάβην·

λέγω: ενεργ.αόρ. α΄ ἔλεξα και εἶπα (που έχει εύχρηστους τύτους: οριστ. β΄ εν. εἶπας, β΄ πληθ. εἴπατε, ευκτ. α΄ πληθ. εἴπαιμεν, προστ. β΄πληθ. εἴπατε) και ενεργητ.αόρ. β΄ εἶπον (χωρίς β΄ πληθ. της οριστ. που παίρνεται από το εἶπα

συλ-λέγω: παθ.αόρ. α΄ συνελέχθην και β΄ συνελέγην·

φέρω: ενεργ.αόρ. α΄ ἤνεγκα (που έχει εύχρηστους όλους τους τύ­πους, εκτός από τη μετοχή και το β΄ εν. πρόσ. της προστ.) και ενεργητ.αόρ. β΄ ἤνεγκον (που έχει εύχρ.τύπους: οριστ. μόνο το α΄ εν. και μόνο σύνθ. διήνεγκον, υποτ. ἐνέγκωκτλ., ευκτ. ἐνέγκοιμι κτλ., προστ. μόνο ἔνεγκε - ἐνεγκέτω,απαρ. ἐνεγκεῖν, μετ. ἐνεγκών

δια-φθείρω:ενεργ. πρκμ. α΄ διέφθαρκα και β΄ διέφθορα κ.ά.

παρ321.
Συνήθως, όταν ο ίδιος χρόνος ενός ρήματος βρίσκεται και ως α΄ και ως β΄, ο ένας τύπος έχει διαφορετική σημασία από τον άλλο:

ἐτρεψάμην (μτβ. = έτρεψα κάποιον σε φυγή) - ἐτραπόμην (= έτρεψα τον εαυτό μου προς κάτι, διευθύνθηκα)·

ἐφάνθην (= φανερώθηκα από άλλον) - ἐφάνην (= φανέρωσα τον εαυτό μου)·

πέπεικα (= έχωπείσει κάποιον) - πέποιθα (= είμαι πεισμένος, έχω πεποίθηση)·

πέπραχα (= έχωκάμει κάτι) - πέπραγα (αμετάβ. = βρίσκομαι σε κάποια κατάσταση).

26ο Κεφ. Ρήματα συνηρημένα ή περισπώμενα

παρ322.
Τα φωνηεντόληκτα ρήματα που έχουν χρονικό χαρακτήρα α ή ε ή ο συναιρούν το φωνήεν αυτό στον ενεστώτα και τον παρατατικό με το ακόλουθο φωνήεν των (ολικών) καταλήξεων και για τούτο λέγονται συνηρημένα· λέγονται όμως και περισπώμενα, γιατί ο συνηρημένος τύπος τους στο α΄ πρόσ. της οριστ. του ενεστώτα παίρνει περισπωμένη.

Τα συνηρημένα ρήματα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα σε τρεις τάξεις:

στην α΄ τάξη ανήκουν όσα λήγουν σε -άω (χαρακτ. α): τιμάω - τιμῶ·

στη β΄ τάξη ανήκουν όσα λήγουν σε -έω (χαρακτ. ε): ποιέω - ποιῶ·

στη γ΄ τάξη ανήκουν όσα λήγουν σε -όω (χαρακτ. ο): δηλόω - δηλῶ.

1. Ενεστώτας και παρατατικός

παρ323.
Τα συνηρημένα ή περισπώμενα ρήματα στον ενεστώτα και τον παρατατικό της ενεργητικής και μέσης φωνής κλίνονται κατά τα επόμενα παραδείγματα:

Παράδειγμα συνηρημένου ρ. σε -άω (τιμά-ω = τιμῶ· θ. τιμα-)

παρ323 α)
Α΄ Ενεργητική φωνή
ΧρόνοιΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(τιμάω) τιμῶ
(τιμάεις) τιμᾷς
(τιμάει) τιμᾷ
(τιμάομεν) τιμῶμεν
(τιμάετε) τιμᾶτε
(τιμάουσι) τιμῶσι(ν)
(τιμάετον) τιμᾶτον
(τιμάετον) τιμᾶτον

Παρατατικός

(ἐτίμαον) ἐτίμων
(ἐτίμαες) ἐτίμας
(ἐτίμαε) ἐτίμα
(ἐτιμάομεν) ἐτιμῶμεν
(ἐτιμάετε) ἐτιμᾶτε
(ἐτίμαον) ἐτίμων
(ἐτιμάετον) ἐτιμᾶτον
(ἐτιμαέτην) ἐτιμάτην
 ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(τιμάω) τιμῶ
(τιμάῃς) τιμᾷς
(τιμάῃ) τιμᾷ
(τιμάωμεν) τιμῶμεν
(τιμάητε) τιμᾶτε
(τιμάωσι) τιμῶσι(ν)
(τιμάητον) τιμᾶτον
(τιμάητον) τιμᾶτον




(τιμάοιμι) τιμῷμι
(τιμάοις) τιμῷς
(τιμάοι) τιμῷ
ή
(τιμαοίην) τιμῴην
(τιμαοίης) τιμῴης
(τιμαοίη) τιμῴη
 
(τιμάοιμεν) τιμῷμεν
(τιμάοιτε) τιμῷτε
(τιμάοιεν) τιμῷεν
(τιμάοιτον) τιμῷτον
(τιμαοίτην) τιμῴτην
α΄
τύπος
ενικού

β΄
τύπος
ενικού






ΧρόνοιΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας


(τίμαε) τίμα
(τιμαέτω) τιμάτω


(τιμάετε) τιμᾶτε
(τιμαόντων) τιμώντων
ή (τιμαέτωσαν) τιμάτωσαν
(τιμάετον) τιμᾶτον
(τιμαέτων) τιμάτων
(τιμάειν) τιμᾶν
(από το τιμά-εν)
(τιμάων) τιμῶν
(τιμάουσα) τιμῶσα
(τιμάον) τιμῶν

γενική:
(τιμάοντος) τιμῶντος
(τιμαούσης) τιμώσης
(τιμάοντος) τιμῶντος

 Β΄ Μέση φωνή
ΧρόνοιΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(τιμάομαι) τιμῶμαι
(τιμάῃ ή -ει) τιμᾷ
(τιμάεται) τιμᾶται
(τιμαόμεθα) τιμώμεθα
(τιμάεσθε) τιμᾶσθε
(τιμάονται) τιμῶνται
(τιμάεσθον) τιμᾶσθον
(τιμάεσθον) τιμᾶσθον

Παρατατικός

(ἐτιμαόμην) ἐτιμώμην
(ἐτιμάου) ἐτιμῶ
(ἐτιμάετο) ἐτιμᾶτο
(ἐτιμαόμεθα) ἐτιμώμεθα
(ἐτιμάεσθε) ἐτιμᾶσθε
(ἐτιμάοντο) ἐτιμῶντο
(ἐτιμάεσθον) ἐτιμᾶσθον
(ἐτιμαέσθην) ἐτιμάσθην
 ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(τιμάωμαι) τιμῶμαι
(τιμάῃ) τιμᾷ
(τιμάηται) τιμᾶται
(τιμαώμεθα) τιμώμεθα
(τιμάησθε) τιμᾶσθε
(τιμάωνται) τιμῶνται
(τιμάησθον) τιμᾶσθον
(τιμάησθον) τιμᾶσθον
(τιμαοίμην) τιμῴμην
(τιμάοιο) τιμῷο
(τιμάοιτο) τιμῷτο
(τιμαοίμεθα) τιμῴμεθα
(τιμάοισθε) τιμῷσθε
(τιμάοιντο) τιμῷντο
(τιμάοισθον) τιμῷσθον
(τιμαοίσθην) τιμῴσθην
ΧρόνοιΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας


(τιμάου) τιμῶ
(τιμαέσθω) τιμάσθω


(τιμάεσθε) τιμᾶσθε
(τιμαέσθων) τιμάσθων ή
(τιμαέσθωσαν) τιμάσθωσαν
(τιμάεσθον) τιμᾶσθον
(τιμαέσθων) τιμάσθων

 
(τιμάεσθαι)
τιμᾶσθαι
(τιμαόμενος) τιμώμενος
(τιμαομένη) τιμωμένη
(τιμαόμενον) τιμώμενον

Παράδειγμα συνηρημένου ρήματος σε -έω (ποιέ-ω = ποιῶ· θ. ποιε-)

παρ323 β)
Α΄ Ενεργητική φωνή
ΧρόνοιΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(ποιέω) ποιῶ
(ποιέεις) ποιεῖς
(ποιέει) ποιεῖ
(ποιέομεν) ποιοῦμεν
(ποιέετε) ποιεῖτε
(ποιέουσι) ποιοῦσι(ν)
(ποιέετον) ποιεῖτον
(ποιέετον) ποιεῖτον

Παρατατικός

(ἐποίεον) ἐποίουν
(ἐποίεες) ἐποίεις
(ἐποίεε) ἐποίει
(ἐποιέομεν) ἐποιοῦμεν
(ἐποιέετε) ἐποιεῖτε
(ἐποίεον) ἐποίουν
(ἐποιέετον) ἐποιεῖτον
(ἐποιεέτην) ἐποιείτην
ΧρόνοιΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(ποιέω) ποιῶ
(ποιέῃς) ποιῇς
(ποιέῃ) ποιῇ
(ποιέωμεν) ποιῶμεν
(ποιέητε) ποιῆτε
(ποιέωσι) ποιῶσι(ν)
(ποιέητον) ποιῆτον
(ποιέητον) ποιῆτον






(ποιέοιμι) ποιοῖμι
(ποιέοις) ποιοῖς
(ποιέοι) ποιοῖ
ή
(ποιεοίην) ποιοίην
(ποιεοίης) ποιοίης
(ποιεοίη) ποιοίη
 
(ποιέοιμεν) ποιοῖμεν
(ποιέοιτε) ποιοῖτε
(ποιέοιεν) ποιοῖεν
(ποιέοιτον) ποιοῖτον
(ποιεοίτην) ποιοίτην
α΄
τύπος
ενικού

β΄
τύπος
ενικού






ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας


(ποίεε) ποίει
(ποιεέτω) ποιείτω


(ποιέετε) ποιεῖτε
(ποιεόντων) ποιούντων ή
(ποιεέτωσαν) ποιείτωσαν
(ποιέετον) ποιεῖτον
(ποιεέτων) ποιείτων
(ποιέ-εν) ποιεῖν(ποιέων) ποιῶν
(ποιέουσα) ποιοῦσα
(ποιέον) ποιοῦν

γενική:
(ποιέοντος) ποιοῦντος
(ποιεούσης) ποιούσης
(ποιέοντος) ποιοῦντος

Β΄ Μέση φωνή
ΧρόνοιΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(ποιέομαι) ποιοῦμαι
(ποιέῃ ή -ει) ποιῇ ή -εῖ
(ποιέεται) ποιεῖται
(ποιεόμεθα) ποιούμεθα
(ποιέεσθε) ποιεῖσθε
(ποιέονται) ποιοῦνται
(ποιέεσθον) ποιεῖσθον
(ποιέεσθον) ποιεῖσθον

Παρατατικός

(ἐποιεόμην) ἐποιούμην
(ἐποιέου) ἐποιοῦ
(ἐποιέετο) ἐποιεῖτο
(ἐποιεόμεθα) ἐποιούμεθα
(ἐποιέεσθε) ἐποιεῖσθε
(ἐποιέοντο) ἐποιοῦντο
(ἐποιέεσθον) ἐποιεῖσθον
(ἐποιεέσθην) ἐποιείσθην
ΧρόνοιΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(ποιέωμαι) ποιῶμαι
(ποιέῃ) ποιῇ
(ποιέηται) ποιῆται
(ποιεώμεθα) ποιώμεθα
(ποιέησθε) ποιῆσθε
(ποιέωνται) ποιῶνται
(ποιέησθον) ποιῆσθον
(ποιέησθον) πιοῆσθον
(ποιεοίμην) ποιοίμην
(ποιέοιο) ποιοῖο
(ποιέοιτο) ποιοῖτο
(ποιεοίμεθα) ποιοίμεθα
(ποιέοισθε) ποιοῖσθε
(ποιέοιντο) ποιοῖντο
(ποιέοισθον) ποιοῖσθον
(ποιεοίσθην) ποιοίσθην
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας


(ποιέου) ποιοῦ
(ποιεέσθω) ποιείσθω

(ποιέεσθε) ποιεῖσθε
(ποιεέσθων) ποιείσθων ή
(ποιεέσθωσαν) ποιείσθωσαν
(ποιέεσθον) ποιεῖσθον
(ποιεέσθων) ποιείσθων
(ποιέεσθαι)
ποιεῖσθαι
(ποιεόμενος) ποιούμενος
(ποιεομένη) ποιουμένη
(ποιεόμενον) ποιούμενον

Παράδειγμα συνηρημένου ρ. σε -όω (δηλό-ω = δηλῶ· θ. δηλο-)

παρ323 γ)
Α΄. Ενεργητική φωνή
ΧρόνοιΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(δηλόω) δηλῶ
(δηλόεις) δηλοῖς
(δηλόει) δηλοῖ
(δηλόομεν) δηλοῦμεν
(δηλόετε) δηλοῦτε
(δηλόουσι) δηλοῦσι(ν)
(δηλόετον) δηλοῦτον
(δηλόετον) δηλοῦτον

Παρατατικός

(ἐδήλοον) ἐδήλουν
(ἐδήλοες) ἐδήλους
(ἐδήλοε) ἐδήλου
(ἐδηλόομεν) ἐδηλοῦμεν
(ἐδηλόετε) ἐδηλοῦτε
(ἐδήλοον) ἐδήλουν
(ἐδηλόετον) ἐδηλοῦτον
(ἐδηλοέτην) ἐδηλούτην
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(δηλόω) δηλῶ
(δηλόῃς) δηλοῖς
(δηλόῃ) δηλοῖ
(δηλόωμεν) δηλῶμεν
(δηλόητε) δηλῶτε
(δηλόωσι) δηλῶσι(ν)
(δηλόητον) δηλῶτον
(δηλόητον) δηλῶτον







(δηλόοιμι) δηλοῖμι
(δηλόοις) δηλοῖς
(δηλόοι) δηλοῖ
ή
(δηλοοίην) δηλοίην
(δηλοοίης) δηλοίης
(δηλοοίη) δηλοίη
 
(δηλόοιμεν) δηλοῖμεν
(δηλόοιτε) δηλοῖτε
(δηλόοιεν) δηλοῖεν
(δηλόοιτον) δηλοῖτον
(δηλοοίτην) δηλοίτην
α΄
τύπος
ενικού

β΄
τύπος
ενικού






ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας


(δήλοε) δήλου
(δηλοέτω) δηλούτω

(δηλόετε) δηλοῦτε
(δηλοόντων) δηλούντων ή
(δηλοέτωσαν) δηλούτωσαν
(δηλόετον) δηλοῦτον
(δηλοέτων) δηλούτων
(δηλό-εν) δηλοῦν(δηλόων) δηλῶν
(δηλόουσα) δηλοῦσα
(δηλόον) δηλοῦν

γενική:
(δηλόοντος) δηλοῦντος
(δηλοούσης) δηλούσης
(δηλόοντος) δηλοῦντος

Β΄. Μέση φωνή
ΧρόνοιΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(δηλόομαι) δηλοῦμαι
(δηλόῃ ή -ει) δηλοῖ
(δηλόεται) δηλοῦται
(δηλοόμεθα) δηλούμεθα
(δηλόεσθε) δηλοῦσθε
(δηλόονται) δηλοῦνται
(δηλόεσθον) δηλοῦσθον
(δηλόεσθον) δηλοῦσθον

Παρατατικός

(ἐδηλοόμην) ἐδηλούμην
(ἐδηλόου) ἐδηλοῦ
(ἐδηλόετο) ἐδηλοῦτο
(ἐδηλοόμεθα) ἐδηλούμεθα
(ἐδηλόεσθε) ἐδηλοῦσθε
(ἐδηλόοντο) ἐδηλοῦντο
(ἐδηλόεσθον) ἐδηλοῦσθον
(ἐδηλοέσθην) ἐδηλούσθην
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΕΥΚΤΙΚΗ

Ενεστώτας

(δηλόωμαι) δηλῶμαι
(δηλόῃ) δηλοῖ
(δηλόηται) δηλῶται
(δηλοώμεθα) δηλώμεθα
(δηλόησθε) δηλῶσθε
(δηλόωνται) δηλῶνται
(δηλόησθον) δηλῶσθον
(δηλόησθον) δηλῶσθον
(δηλοοίμην) δηλοίμην
(δηλόοιο) δηλοῖο
(δηλόοιτο) δηλοῖτο
(δηλοοίμεθα) δηλοίμεθα
(δηλόοισθε) δηλοῖσθε
(δηλόοιντο) δηλοῖντο
(δηλόοισθον) δηλοῖσθον
(δηλοοίσθην) δηλοίσθην
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας


(δηλόου) δηλοῦ
(δηλοέσθω) δηλούσθω

(δηλόεσθε) δηλοῦσθε
(δηλοέσθων) δηλούσθων ή
(δηλοέσθωσαν) δηλούσθωσαν
(δηλόεσθον) δηλοῦσθον
(δηλοέσθων) δηλούσθων
(δηλόεσθαι)
δηλοῦσθαι
(δηλοόμενος) δηλούμενος
(δηλοομένη) δηλουμένη
(δηλοόμενον) δηλούμενον

Παρατηρήσεις

α) Συνηρημένα ρήματα σε -άω

παρ324.
Στα συνηρημένα ρήματα που ανήκουν στην α΄ τάξη (σε -άω) γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:

1) α + ε ή α + η = ᾱ: τίμαε = τίμα, τιμάητε = τιμᾶτε·

2) α + ει ή α + = ᾳ: τιμάει = τιμᾶ, τιμάῃ = τιμᾶ·

3) α + ο ή α + ω ή α + ου = ω: τιμάομεν = τιμῶμεν, τιμάωσι = τιμῶσι, τιμάουσι = τιμῶσι·

4) α + οι = ῳ: τιμάοιμι = τιμῷμι.

Έτσι από τη συναίρεση του χαρακτήρα α με το επόμενο φωνήεν των (ολικών) καταλήξεων προκύπτουν οι φθόγγοι ) και ω).

παρ325.
Τα ρ. ζῶ, πεινῶ, διψῶ και χρῶμαι (= μεταχειρίζομαι) έχουν χαρακτήρα η και όχι α (ζή-ω, πεινή-ω, διψή-ω, χρή-ομαι).

Κλίνονται γενικά στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά τα ρήματα σε -άω, έχουν όμως η), όπου τα ρήματα σε -άω έχουν ):

Το ρ. ζῶ

Οριστ. και υποτ. ενεστ. (ζή-ω) ζῶ, ζῇς, ζῇ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι(ν).

Οριστ. παρατ. (ἔ-ζη-ον) ἔζων, ἔζης, ἔζη, ἐζῶμεν, ἐζῆτε, ἔζων.

Ευκτ. ενεστ. (ζη-οίν) ζῴην, ζῴης, ζῴη, ζῷμεν, ζῷτε, ζῷεν.

Προστ. ενεστ. μόνο β΄ εν. (ζῆ-ε) ζῆ και γ΄ εν. (ζη-έτω) ζήτω.

Απαρ. ενεστ. (ζῆ-εν) ζῆν. Μετ. ενεστ. (ζή-ων) ζῶν, ζῶσα, ζῶν.

Το ρ. πεινῶ και διψῶ.

Οριστ. και υποτ. ενεστ. (πεινή-ω) πεινῶ, πεινῇς, πεινῇ κτλ.

Οριστ. παρατ. (ἐ-πείνη-ον) ἐπείνων, ἐπείνης, ἐπείνη κτλ.

Ευκτ. ενεστ. (πεινη-οίην) πεινῴην,πεινῴης, πεινῴη κτλ.

Προστ. ενεστ. (πείνη-ε) πείνη, πεινήτω, πεινῆτε, πεινώντων κτλ.

Απαρ. ενεστ. (πεινῆ-εν) πεινῆν. Μετ. ενεστ. (πεινή-ων) πεινῶν, -ῶσα, -ῶν.

Έτσι και (διψή-ω) διψῶ, διψῇς, διψῇ κτλ.

Το ρ. χρῶμαι

Οριστ. ενεστ. (χρή-ομαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται, χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται·

παρατ. (ἐ-χρη-όμην) ἐχρώμην, ἐχρῶ, ἐχρῆτο, ἐχρώμεθα, ἐχρῆσθε, ἐχρῶντο.

Υποτ. ενεστ. (χρή-ωμαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται κτλ.

Ευκτ. ενεστ. (χρη-οίμην) χρῴμην, χρῷο, χρῷτο, χρῴμεθα, χρῷσθε, χρῷντο.

Προστ. ενεστ. (χρή-ου) χρῶ, χρήσθω, χρῆσθε, χρήσθων ή χρήσθωσαν.

Απαρ. ενεστ. (χρή-εσθαι) χρῆσθαι. Μετ. (χρη-όμενος) χρώμενος κτλ.

β) Συνηρημένα ρήματα σε -έω

παρ326.
Στα συνηρημένα ρήματα που ανήκουν στη β΄ τάξη (σε -έω) γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:

1) ε + ε = ει: ποίεε = ποίει, ποιέετε = ποιεῖτε·

2) ε + ο = ου: ποιέομεν = ποιοῦμεν, ποιέον = ποιοῦν·

3) το ε με μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο συναιρείται στο ίδιο μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο: ποιέω = ποιῶ, ποιέητε = ποιῆτε, ποιέεις= ποιεῖς, ποιέοιμι = ποιοῖμι, ποιέουσα = ποιοῦσα, ποιέῃς = ποιῇς, ποιέ- ουσι = ποιοῦσι.

Έτσι προκύπτουν οι φθόγγοι ω, η - , ει, οι και ου.

παρ327.
Τα ρήματα σε -έω με θέμα μονοσύλλαβο συναιρούνται μόνο, όπου μετά το χαρακτήρα ε ακολουθεί άλλο ε ή ει:

Οριστ. ενεστ. πλέω, πλεῖς, πλεῖ, πλέομεν, πλεῖτε, πλέουσι·

παρατ. ἔπλεον, ἔπλεις, ἔπλει, ἐπλέομεν, ἐπλεῖτε, ἔπλεον.

Υποτ. ενεστ. πλέω, πλέῃς, πλέῃ κτλ.

Ευκτ. ενεστ. πλέοιμι, πλέοις, πλέοι κτλ.

Προστ. ενεστ. πλεῖ, πλείτω, πλεῖτε, πλεόντων ή πλείτωσαν.

Απαρ. ενεστ. πλεῖν. Μετ. ενεστ. πλέων, πλέουσα, πλέον.

Έτσι και τα ρ. θέω (= τρέχω), νέω (= πλέω), πνέω, ῥέω, χέω (= χύνω) κ.ά.

Οριστ. ενεστ. δέομαι, δέῃδέει), δεῖτε, δεόμεθα, δεῖσθε, δέονται·

παρατ. ἐδεόμην, ἐδέου, ἐδεῖτο, ἐδεόμεθα, ἐδεῖσθε, ἐδέοντο.

Υποτ. ενεστ. δέωμαι, δέῃ, δέηται κτλ.

Ευκτ. ενεστ. δεοίμην, δέοιο, δέοιτο κτλ.

Προστ. ενεστ. δέου, δείσθω, δεῖσθε, δείσθων ή δείσθωσαν.

Απαρ. ενεστ. δεῖσθαι. Μετοχή ενεστ. δεόμενος, δεομένη, δεόμενον.

γ) Συνηρημένα ρήματα σε -όω

παρ328.
Στα συνηρημένα ρήματα που ανήκουν στην γ΄ τάξη (σε -όω) γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:

1) ο + ε ή ο + ο ή ο + ου = ου: δήλοε = δήλου, δηλόομεν = δηλοῦμεν, δηλόουσι = δηλοῦσι·

2) ο + η ή ο + ω = ω: δηλόητε = δηλῶτε, δηλόωσι = δηλῶσι·

3) ο + ει ή ο + η ή ο + οι = οι: δηλόει = δηλοῖ, δηλόῃ = δηλοῖ, δηλό-οι = δηλοῖ.

Έτσι από τη συναίρεση του χαρακτήρα ο με το επόμενο φωνήεν των (ολικών) καταλήξεων προκύπτουν οι φθόγγοι ω, οι και ου.

παρ329.
To ρ. ῥιγῶ (= με πιάνει ρίγος, κρυώνω) είχε χαρακτήρα ω (θ. ιγ-) και για τούτο, όταν συναιρείται, έχει ω και , όπου τα ρήματα σε -όω έχουν ου ή οι (δηλ. συναιρεί το χαρακτήρα ω με το επόμενο φωνήεν των (ολικών) καταλήξεων παντού σε ω και ):

Οριστ. ενεστ. (ῥιγώ-ω) ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ, ῥιγῶμεν, ῥιγῶτε, ῥιγῷσι(ν)·

παρατ. (ἐρρίγω-ον) ἐρρίγων, ἐρρίγως, ἐρρίγω, ἐρριγῶμεν, ἐρριγῶτε, ἐρρίγων.

Υποτ. (ῥιγώ-ω) ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ κτλ.

Ευκτ. (ῥιγω-οίην) ῥιγῴην, ῥιγῴης, ῥιγῴη κτλ.

Προστ. δεν έχει. Απαρ. (ῥιγῶ-εν) ῥιγῶν. Μετ. (ῥιγώ-ων) ῥιγῶν, γεν. ῥιγῶντος κτλ.

2. Οι άλλοι χρόνοι

παρ330.
Τα συνηρημένα ρήματα, όπως και τα λοιπά φωνηεντόληκτα (βλ. §290), σχηματίζουν τους άλλους χρόνους εκτός από τον ενεστώτα και τον παρατατικό, αφού προστεθούν στο ρηματικό θέμα οι σχετικές (φαινομενικές) καταλήξεις.

Αλλά στους χρόνους αυτούς ο βραχύχρονος χαρακτήρας του θέματος κανονικά εκτείνεται εμπρός από το σύμφωνο των καταλήξεων (πβ. §62,7,β), δηλαδή:

1. Το ᾰ εκτείνεται σε η:
τιμῶ (θ. τιμα-) τιμή-σω, -τίμη-σα, τε-τίμη-κα, -τε-τιμή-κειν·
τιμή-σομαι, -τιμη-σάμην, τιμη-θήσομαι, -τιμή-θην, τε-τίμη-μαι, -τε-τιμή-μην (έτσι και στα παράγωγα: τιμη-τός, τιμη-τέος, τιμη-τής, τίμη-μα κτλ.).


2. Το ε εκτείνεται σε η:
ποιῶ (θ. ποιε-), ποιή-σω, -ποίη-σα, πε-ποίη-κα, -πε-ποιή-κειν·
ποιή-σομαι, -ποιη-σάμην, ποιη-θήσομαι, -ποιή-θην, πε-ποίη-μαι, -πε-ποιή-μην (έτσι και: ποιη-τός, ποιη-τέος, ποιη-τής, ποίη-σις, ποίη-μα κτλ.).


3. Το ο εκτείνεται σε ω:
δηλῶ (θ. δηλο-) δηλώ-σω, -δήλω-σα, δε-δήλω-κα, -δε-δηλώ-κειν· δηλώ- σομαι, -δηλω-σάμην, δηλω-θήσομαι, -δηλώ-θην, δε-δήλω-μαι, -δε-δηλώ- μην (έτσι και: δηλω-τός, δηλω-τέος, δήλω-σις κτλ.).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ή ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ

παρ331.
Αντίθετα με τον προηγούμενο γενικό κανόνα (§330):
1. Τα συνηρημένα ρήματα σε -ᾰ΄ω που εμπρός από το χαρακτήρα έχουν το φθόγγο ε ή ι ή ρ εκτείνουν το χαρακτήρα σε (και όχι σε η) εμπρός από το σύμφωνο των καταλήξεων.
2. Μερικά συνηρημένα ρήματα φυλάγουν το βραχύχρονο χαρακτήρα α ή ε ή ο σε όλους τους χρόνους ή σε ορισμένους απ' αυτούς.
3. Μερικά συνηρημένα ρήματα ή φυλάγουν ή εκτείνουν το βραχύχρονο χαρακτήρα, αλλά συγχρόνως παίρνουν και το φθόγγο σ στο τέλος του θέματος σε ορισμένους χρόνους (ή γιατί εξαρχής υπήρχε σ στο θέμα τους ή από αναλογία προς άλλα)· πβ. §291.
4. Μερικά συνηρημένα ρήματα παρουσιάζουν και άλλες διαφορές ή ανωμαλίες.

Έτσι τα ρήματα αυτά σχηματίζουν τους χρόνους όπως φαίνεται στους παρακάτω πίνακες:

α) Από τα συνηρ. ρ. σε -άω

παρ331 α)

1. Ρήματα που εκτείνουν το χαρακτ. ᾰ σε ᾱ
(με φθόγγο ε ή ι ή ρ εμπρός από το χαρακτήρα)

αἰτιά-ομαι = -ῶμαι (= κατηγορῶ), (θ. αἰτιᾰ-), παρατ. ᾐτιᾰόμην -ώμην, μέσ.μέλλ. αἰτιᾱ ΄-σομαι, μέσ.αόρ. ᾐτιᾱ-σάμην, (παθ. μέλλ. αἰτιᾱ-θήσομαι, μεταγ.), παθ.αόρ. ᾐτιᾱ ΄-θην, παρακ. ᾐτίᾱ-μαι, υπερσ. ᾐτιᾱ ΄-μην. Ρημ.επίθ. αἰτιᾱ-τέος.

(ἀπο)δειλιά-ω = - (= είμαι δειλός, δεν τολμώ), (θ. δειλιᾰ), παρατ. ἀπ-ε-δειλίᾰον -ων, μέλλ. ἀπο-δειλιᾱ'-σω, αόρ. ἀπ-ε-δειλίᾱ-σα, παρακ. ἀπο-δε-δειλίᾱ-κα. Ρημ.επίθ. ἀπο-δειλιᾱ-τέον.

ἐά-ω = ἐῶ (= αφήνω), (θ. ἐᾰ), παρατ. εἰᾶον -ων, μέλλ. ἐᾱ΄-σω, αόρ. εἴᾱ-σα, παρακ. εἴα-κα. Παθ. ἐάομαι-ῶμαι, παρατ. δεν έχει, μέσ.μέλλ. ως παθ. ἐᾱ'-σομαι, παθ.αόρ. εἰᾱ'-θην, παρακ. εἴᾱ-μαι. Ρημ.επίθ. ἐᾱ-τέος.

θηρά-ω = (= κυνηγώ), (θ. θηρᾰ-), παρατ. -θήραον-ων, μέλλ. θη-ράσω, αόρ. -θήρᾱ-σα παρακ. τε-θήρᾱ-κα, υπερσ. -τε-θηρᾱ'-κειν. Μέσ. και παθ. θηράομαι -ῶμαι· τα λοιπά ποιητ. και μεταγ. Ρημ.επίθ. θηρᾱ-τός, θηρᾱ-τέος. Παράγ. θηρᾱ-τής, θήρᾱ-μα κτλ.

ἰά-ομαι = ἰῶμαι (= γιατρεύω), (θ. ἰᾰ-), παρατ. ἰᾰόμην-ώμην, μέσ.μέλλ. ἰᾱ'-σομαι, μέσ.αόρ. ἰᾱ-σάμην, παθ.αόρ. με παθ. διάθ. ἰᾱ'-θην. Ρημ.επίθ. ἰᾱ-τός, ἰᾱ-τέος. Παράγ. -σις, ἴᾱ-μα, ἰᾱ-τρὸς κτλ.

2. Ρήματα που φυλάγουν παντού το βραχύχρονο χαρακτ. ᾰ
και έχουν σ εμπρός από το θ, μ, τ

γελά-ω = - (αρχικό θ. γελᾰσ-· απ’ αυτό ενεστ. γελᾰ΄σ-ω = γελᾰ΄ω-· βλ. §64,1) παρατ. ἐγέλᾱον -ων, μέσ.μέλλ. ως ενεργ. γελᾰ΄-σομαι (με απλοποίηση από το γελᾰ΄σ-σομαι, αόρ. -γέλᾰ-σα (από το -γέλᾰσ-σα). Παθ. (κατα)γελᾰ΄-ομαι -ῶμαι, αόρ. -γελᾰ΄σ-θην, παρακ. γε-γέ-λᾰσ-μαι. Ρημ.επίθ. κατα-γέλᾰσ-τος.

σπά-ω = σπῶ (αρχ. θ. σπασ-· πβ. γελάω-), παρατ. ἔσπᾰον -ων, μέλλ. σπᾰ΄σω (από το σπᾰ΄σ-σω), αόρ. -σπᾰ-σα (από το -σπᾰσ-σα). Παθ. σπᾰ΄ομαι -ῶμαι, παρατ. -σπᾰόμην -ώμην, μέσ.μέλλ. σπᾰ΄-σομαι (από το σπᾰ΄σ-σομαι), μέσ.αόρ. -σπᾰ-σάμην (από το -σπᾰσ-σάμην), παρακ. -σπᾰ- σ-μαι. Ρημ.επίθ. ἀνά-σπᾰσ-τος, -διά-σπᾰσ-τος κτλ.

χαλᾰ΄-ω = - (= χαλαρώνω), (αρχ. θ. χαλᾰσ-· πβ. γελάω-), παρατ. ἐχάλᾰον -ων, αόρ. -χάλᾰ-σα (από το -χάλᾰσ-σα). Παθ. χαλᾰ΄ομαι -ῶμαι, παθ.αόρ. -χαλᾰ΄σ-θην.

3. Ρήματα που έχουν παντού μακρόχρονο χαρακτήρα ᾱ
και παίρνουν σ μόνο εμπρός από το θ και τ

δρά-ω = δρῶ (= κάνω, ενεργώ), (θ. δρᾱ- και από αναλογία δρᾱσ-), παρατ. ἔδρᾱον -ων, μέλλ. δρᾱ΄-σω, αόρ. -δρᾱ-σα, παρακ. δέ-δρᾱ-κα. Παθ. δράομαι -ῶμαι, ἐδρᾱόμην -ώμην, αόρ. -δρᾱ΄-σ-θην, παρακ. δέ-δρᾱ-μαι. Ρημ.επίθ. δρᾱ-σ-τέον. Παράγ. δρᾶμα, δρᾶ-σις, δρᾱ΄-σ-της κτλ.

β) Από τα συνηρ. ρ. σε -έω

παρ331 β)

1. Ρήματα που φυλάγουν παντού ή σε ορισμένους τύπους
το βραχύχρονο χαρακτήρα χωρίς να παίρνουν σ

αἰνέω = - (θ. αἰνε-), συνήθ. σύνθ. ἐπαινῶ, παραινῶ κτλ., παρατ. ᾔνεον -ουν, μέλλ. αἰνέ-σω, αόρ. ᾔνε-σα, παρακ. ᾔνε-κα. Παθ. αἰνέομαι -οῦμαι, παρατ. ᾐνεόμην -ούμην, μέσ.μέλλ. ως ενεργ. αἰνέ-σομαι, παθ. μέλλ. αἰνε-θήσομαι, παθ.αόρ. ᾐνέ-θην, παρακ. ᾔνη-μαι. Ρημ.επίθ. αἰνε-τός, αἰνε-τέος.

αἱρέ-ω = - (= πιάνω, κυριεύω), (θ. αἱρε- και Ϝελ-), παρατ. ᾕρεον -ουν, μέλλ. αἱρήσω, αόρ. εἷλον (βλ. §314,2), παρακ. ᾕρη-κα, υπερσ. ᾑρή-κειν. (Ως παθ. του αἱρέω χρησιμεύει το ρ. ἁλίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι). Μέσ. με ενεργ. σημασία αἱρέομαι -οῦμαι (= εκλέγω, προτιμώ), παρατ. ᾑρεόμην -ούμην, μέλλ. αἱρή-σομαι, αόρ. β΄ εἱλ-όμην (βλ. §314,2), παρακ. ᾕρη-μαι, υπερσ. ᾑρή-μην. Παθ. αἱρέομαι -οῦμαι (= εκλέγομαι, προτιμιέμαι), παρατ. ᾑρεόμην -ούμην, μέλλ. αἱρε-θήσομαι, αόρ. ᾑρέ-θην, παρακ. ᾕρη-μαι, υπερσ. ᾑρή-μην, συντελ. μέλλ. ᾑρή-σομαι, ή ᾑρη-μένος ἔσομαι.
Ρημ.επίθ. αἱρε-τός, αἱρε-τέος. Παράγ. αἵρε-σις κτλ.

δέ-ω = δῶ (= δένω), (θ. δε-), παρατ. -έδεον -ουν, μέλλ. δή-σω, αόρ. -δη-σα, παρακ. δέ-δε-κα, υπερσ. -δε-δέ-κειν. Παθ. δέομαι -οῦμαι, παρατ. -ε-δε-όμην -ούμην, παθ. μέλλ. δε-θήσομαι, παθ.αόρ. -δέ-θην, παρακ. δέ-δε-μαι, υπερσ. -δε-δέ-μην. Ρημ.επίθ. δε-τός, δε-τέος. Παράγ. δέ-σις, δέ-μα κτλ.

ἐμέω = ἐμῶ (= ξερνώ), (θ. ἐμε-), παρατ. ἤμεον -ουν, αόρ. ἤμε-σα. Παράγ. ἔ­με-σις, ἔμετος κτλ.

καλέ-ω = καλῶ (αρχ. θ. καλ-, με πρόσφυμα ε: καλε-, με μετάθεση και έκταση του α: κλη-), παρατ. ἐκάλεον -ουν, μέλλ. συνηρημ. καλῶ (από το καλέ-σω· βλ. §64,1), αόρ. -κάλε-σα, παρακ. κέ-κλη-κα, υπερσ. -κε-κλή-κειν. Παθ. καλέομαι -οῦμαι, παρατ. ἐκαλεόμην -ούμην, μέσ.μέλλ. καλοῦμαι (από το καλέ-σομαι· βλ. §64,1), μέσ.αόρ. -καλε-σάμην, παθ. μέλλ. κλη-θήσομαι, παθ.αόρ. -κλή-θην, παρακ. κέ-κλη-μαι, υπερσ. -κε-κλή-μην. Ρημ.επίθ. κλη-τός, κλη-τέος. Παράγ. κλῆ-σις, κλη-τὴρ κτλ.

χέ-ω, χεῖς, χεῖ κτλ.· βλ. §327 (= χύνω), (θ. χεϜ- = χευ-, αδύνατο θ. χῠ-), παρατ. -έ-χε-ον (ἐν-έ-χε-ον, ἐν-έ-χεις, ἐν-έ-χει κτλ.), μέλλ. χέ-ω (όμοιος με τον ενεστ.), αόρ. -έ-χε-α (ἐν-έ-χε-α, ἐν-έ-χε-ας, ἐν-έ-χε-ε κτλ.). Παθ. χέομαι, παρατ. -χε-όμην, μέσ.μέλλ. χέ-ομαι (όμοιος με τον ενεστ.), μέσ.αόρ. -ε-χε-άμην (ἐν-ε-χε-άμην, ἐν-ε-χέ-ω, ἐν-ε-χέ-ατο κτλ., υποτ. -χέ-ωμαι, μετ. -χε-άμενος), παθ. μέλλ. -χῠ-θήσομαι, παθ.αόρ. -χῠ΄-θην, πα­ρακ. κέ-χυ-μαι, υπερσ. -κε-χύ-μην. Ρημ.επίθ. χυ-τός. Παράγ. χύσις, χύμα κτλ.

2. Ρήματα που κρατούν παντού το βραχύχρονο χαρακτήρα ε
και έχουν ή παίρνουν σ εμπρός από το θ, μ, τ

αἰδέομαι = -οῦμαι (= ντρέπομαι, σέβομαι), (θ. αἰδεσ-· ο ενεστ. από το αίδέσ-ομαι = αἰδέ-ομαι = -οῦμαι· βλ. §64,1), παρατ. ᾐδεόμην -ούμην, μέσ.μέλλ. αἰδέ-σομαι (από το αἰδέσ-σομαι)., μέσ.αόρ. ᾐδε-σάμην (από το ᾐδεσ-σάμην), παθ.αόρ. ως μέσ. ᾐδέσ-θην, παρακ. ᾔδεσ-μαι. Ρημ.επίθ. αἰδεσ-τός, αἰδεσ-τέον. Παράγ. αἴδε-σις, αἰδέ-σιμος κτλ.

ἀκέομαι = -οῦμαι (= θεραπεύω), (θ. ἀκεσ-· ο ενεστ. από το ἀκέσ-ομαι = ἀκέ-ομαι = -οῦμαι· βλ. §64,1), μέλλ. ἀκοῦμαι (από το ἀκέ-σομαι), αόρ. ἠκεσάμην (από το ἠκεσ-σάμην). Ρημ.επίθ. ἀκεστός (ἀνήκεστος).

ἀλέ-ω = - (= αλέθω), (αρχ. θ. ἀλ-, με πρόσφυμα ε: ἀλε- πβ. καλέω -), (ποιητ. και μεταγεν. παρατ. ἤλεον -ουν, αόρ. ἤλε-σα, παρακ. με αττ. αναδιπλ. ἀλ-ήλε-κα. Παθ. αόρ. ἠλέ-σ-θην), παρακ. ἀλ-ήλε-(σ)-μαι. Παράγ. ἄλε-σις, ἄλε-σ-μα, ἀλε-σ-μός, ἀλέ-της (= αυτός που αλέθει, ὄνος ἀλέτης = μυλόπετρα), ἀλε-τρὶς (= γυναίκα που αλέθει), ἀλε-τὸς (= άλεσμα).

ἀρκέ-ω = - (αρχ. θ. ἀρκεσ-· ο ενεστ. από το ἀρκέσ-ω = ἀρκέ-ω = -· βλ. §64,1), παρατ. ἤρκεον -ουν, μέλλ. ἀρκέ-σω (από το ἀρκέσ-σω), αόρ. ἤρκε-σα (από το ἤρκεσ-σα). Παθ. ἀρκέομαι -οῦμαι, εύχρ. το γ΄ εν. ἀρκεῖται (μεταγεν. παθ. μέλλ. ἀρκεσ-θήσομαι, παθ.αόρ. ἠρκέσ-θην, παρακ. ἤρκεσ-μαι). Παράγ. ἄρκε-σις (= επικουρία, υπηρεσία), ἄρκεσ-μα (= βοήθεια), ἀρκε-τὸς κτλ.

ξέ-ω (= ξύνω), (θ. ξεσ-· ο ενεστ. από το ξέσ-ω = ξέ-ω, βλ. §64,1), αόρ. -ξε-σα (από το -ξεσ-σα). Ρημ.επίθ. ξεσ-τός, -ξεσ-τος. Παράγ. ξέ-σις κτλ.

τελέ-ω = - (= εκτελώ), (αρχ. θ. τελεσ-· ο ενεστ. από το τελέσ-ω = τελέ-ω = -· βλ. §64,1), παρατ. -τέλε-ον = -ουν, μέλλ. συνηρ. τελῶ (από το τελέ-σω), αόρ. -τέλε-σα (από το -τέλεσ-σα), παρακ. τε-τέλε-κα, υπερσ. -τε-τελέ-κειν. Παθ. τελέομαι -οῦμαι, παρατ. ἐτελεόμην -ούμην, παθ. μέλλ. τελεσ-θήσομαι, μέσ.αόρ. -τελε-σάμην (από το -τελεσ-σάμην), παθ.αόρ. -τελέσ-θην, παρακ. τε-τέλεσ-μαι, υπερσ. -τε-τελέσ-μην). Ρημ.επίθ. -τέλεσ-τος, ἐπι-τελεσ-τέος. Παράγ. τέλε-σις, τελε-τὴ κτλ.

πλέ-ω, πλεῖς, πλεῖ κτλ.· βλ. §327 (θ. πλεϜ- = πλευ-, πλε-), παρατ. ἔ-πλε-ον (-εις, -ει κτλ.), μέλλ. μέσ. ως ενεργ. πλεύ-σομαι και δωρικός πλευ-σοῦμαι (-σεῖ, -σεῖται κτλ.), αόρ. -πλευ-σα, παρακ. πέ-πλευ-κα, υπερσ. -πε-πλεύ-κειν. Παθ. παρακ. πέ-πλευσ-μαι. Ρημ.επίθ. πλευσ-τός, -πλευσ-τος, πλευσ-τέον.

πνέ-ω, πνεῖς, πνεῖ κτλ.· βλ. §327 (θ. πνεϜ- = πνευ- = πνε-), παρατ. -πνε-ον (-εις, -ει κτλ.), μέλλ. μέσ. ως ενεργ. πνεύ-σομαι και δωρικός πνευσοῦμαι (-σεῖ, -σεῖται κτλ.), αόρ. -πνευ-σα, παρακ. πέ-πνευ-κα. Αρχαιότερος τύπος παθ. παρακ. πέ-πνυ-μαι, από αδύνατο θ. πνυ- (= έχω πνοή, είμαι συνετός). Παράγ. πνευσ-τός, πνεῦ-μα κτλ.

γ) Από τα συνηρ. ρ. σε -όω

παρ331 γ)

1. Ρήματα που κρατούν το βραχύχρονο χαρακτήρα, χωρίς να παίρνουν σ

ἀρό-ω = - (= αλετρίζω, οργώνω), (θ. ἀρο-), αόρ. ἤρο-σα. Παθ. ἀρόομαι -οῦμαι. Ρημ.επίθ. ἀρο-τός. Παράγ. ἄρο-τος, ἄρο-σις, ἀρό-σιμος, ἀρο-τήρ, ἄρο-τρον κτλ.

2. Ρήματα που εκτείνουν το βραχύχρονο χαρακτήρα
και παίρνουν σ εμπρός από το θ, μ, τ

χό-ω = χῶ (= σκεπάζω με χώμα) (θ. χο-). Ενεστ. χῶ, χοῖς, χοῖ κτλ. (απαρ. χοῦν, συγχοῦν), παρατ. ἔχοον -ουν (-ους, -ου κτλ.), μέλλ. χώ-σω, αόρ. -χω-σα, παρακ. κέ-χω-κα. Παθ. -χόομαι -οῦμαι, παρατ. -εχοόμην -ούμην (ἐχοῦ, ἐχοῦτο κτλ.), παθ.αόρ. -χώ-σ-θην, παρακ. κέ-χω-σ-μαι. Ρημ.επίθ. χω-σ-τός. Παράγ. χῶ-σις κτλ. Στον ενεστ. υπάρχει και τύπος χών-νυ-μι, κατα τα ρ. σε -μι (χώσ-νυ-μι, βλ. §333).

27ο Κεφ. Ρήματα β΄ συζυγίας σε -μι

Διαίρεση των ρημάτων σε -μι

παρ332.
Τα ρήματα της β΄ συζυγίας, δηλ. όσα λήγουν σε -μι, διαιρούνται κατά το χαρακτήρα του ρηματ. θέματος, όπως και τα ρήματα της α΄ συζυγίας:

α) σε συμφωνόληκτα: δείκ-νυ-μι (ρ. θ. δεικ

β) σε φωνηεντόληκτα: -στη-μι (ρ. θ. στη-) (βλ. §259 και §265).

Α΄. Συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι

1. Ενεστώτας και παρατατικός των συμφωνόλ. ρημ. σε -μι

παρ333.
Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζουν το θέμα του ενεστώτα (και του παρατατικού) από το ρηματικό θέμα, αφού προστεθεί το πρόσφυμα -νυ-.

Έτσι τα ρήματα αυτά λήγουν σε -νυμι. Π.χ.

α) Αφωνόληκτα: δείκ-νυ-μι, (κατ)άγ-νυ-μι (= συντρίβω, σπάζω), εἴργ-νυ-μι (= εμποδίζω την έξοδο, κλείνω μέσα), ζεύγ-νυ-μι (= ζεύω, βάζω στο ζυγό), μείγ-νυ-μι (= ανακατεύω), πήγ-νυ-μι (= μπήγω, στερεώνω), ῥήγ-νυμι (= σχίζω, σπάζω), (ἀπο)φράγ-νυ-μι (= φράζω) κ.ά.

β) Ενρινόληκτα: ὄμ-νυ-μι (= ορκίζομαι)

γ) Υγρόληκτα: πτάρ-νυ-μαι (= φτερνίζομαι)

δ) Σιγμόληκτα: Σ’ αυτά αφομοιώθηκε ο ρηματ. χαρακτ. σ με το επόμενο ν του προσφύματος, και έτσι λήγουν σε -ννυμι: (ἀμφι)έν-νυ-μι (= ντύνω· από το ἀμφι-έσ-νυ-μι), ζών-νυ-μι (= ζώνω· από το ζώσ-νυ-μι), κεράν-νυ-μι (= ανακατεύω· από το κεράσ-νυ-μι), κορέν-νυ-μι (= χορταίνω· από το κορέσ-νυ-μι), πετάν-νυ-μι (= απλώνω, ανοίγω· από το πετάσ-νυ-μι), ῥών-νυ-μι (= δυναμώνω· από το ῥώσ-νυ-μι), σβέν-νυ-μι (= σβήνω· από το σβέσ-νυ-μι), σκεδάν-νυ-μι (= σκορπίζω· από το σκεδάσ-νυ-μι) κ.ά.

παρ334.
Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω μόνο κατά το σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργ. και μέσης φωνής και κλίνονται στους χρόνους αυτούς κατά το ακόλουθο παράδειγμα:

Παράδειγμα συμφωνόληκτου ρήματος σε -μι (δείκ-νυ-μι, θ. δεικ-)

Ενεργητική φωνήΜέση φωνή

Οριστική

Ενεστώτας

δείκ-νῡ-μι
δείκ-νῡ-ς
δείκ-νῡ-σι(ν)
δείκ-νυ-μεν
δείκ-νυ-τε
δεικ-νύ-ασι(ν)
δείκ-νυ-τον
δείκ-νυ-τον
δείκ-νυ-μαι
δείκ-νυ-σαι
δείκ-νυ-ται
δεικ-νύ-μεθα
δείκ-νυ-σθε
δείκ-νυ-νται
δείκ-νυ-σθον
δείκ-νυ-σθον

Μεσ. Μέλλοντας: δείξομαι
Μεσ. Αόριστος: ἐ-δειξάμην
Παθ. Μέλλοντας: δειχ-θήσομαι
Παθ. Αόριστος: ἐ-δείχ-θην
Παρακείμενος: δέ-δειγ-μαι
Υπερσυντέλικος: ἐ-δε-δείγ-μην
Συντ. Μέλλοντας: δεδειγμένος ἔσομαι

Παρατατικός

ἐ-δείκ-νῡ-ν
ἐ-δείκ-νῡ-ς
ἐ-δείκ-νῡ
ἐ-δείκ-νυ-μεν
ἐ-δείκ-νυ-τε
ἐ-δείκ-νυ-σαν
ἐ-δείκ-νυ-τον
ἐ-δεικ-νύ-την

Μέλλοντας: δείξω
Αόριστος: ἔ-δει-ξα
Παρακείμ.: δε-δει-χα

ἐ-δεικ-νύ-μην
ἐ-δείκ-νυ-σο
ἐ-δείκ-νυ-το
ἐ-δεικ-νύ-μεθα
ἐ-δείκ-νυ-σθε
ἐ-δείκ-νυ-ντο
ἐ-δείκ-νυ-σθον
ἐ-δεικ-νύ-σθην
Ενεργητική φωνήΜέση φωνή

Υποτακτ.

Ενεστώτας

δεικ-νύ-ω, δεικ-νύ-ῃς,
δεικ-νύ-ῃ κτλ.
δεικ-νύ-ωμαι, δεικ-νύῃ
δεικ-νύ-ηται κτλ.

Ευκτική

δεικ-νύ-οιμι, δεικ-νύ-οις,
δεικ-νύ-οι κτλ.
δεικ-νυ-οίμην, δεικ-νύ-οιο,
δεικ-νύ-οιτο κτλ.

Προστακτική

δείκ-νῡ, δεικ-νύ-τω,
δείκ-νυτε, δεικ-νύ-ντων
ή -τωσαν
δείκ-νυ-τον, δεικ-νύ-των
δείκ-νυ-σο, δεικ-νύ-σθω,
δείκ-νυ-σθε, δεικ-νύ-σθων ή
-σθωσαν
δείκ-νυ-σθον, δεικ-νύ-σθων

Απαρ.

δεικ-νύ-ναιδείκ-νυ-σθαι

Μετοχή

δεικ-νὺ-ς (γεν. δεικ-νύ-ντος)
δεικ-νῦ-σα (γεν. δεικ-νύ-σης)
δεικ-νὺ-ν (γεν. δεικ-νύ-ντος)
δεικ-νύ-μενος
δεικ-νυ-μένη
δεικ-νύ-μενον

Παρατηρήσεις

παρ335.
Στα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι (δηλ. σε -νυμι ή -ννυμι):

1) Το υ του προσφύματος -νυ- είναι μακρόχρονο στα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. ενεστώτα και παρατατικού και στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα· στους άλλους τύπους της ενεργητ. φωνής και σε όλους τους τύπους της μέσης είναι βραχύχρονο· έτσι σχηματίζονται δύο ενεστωτικά θέματα, το ένα ισχυρό και το άλλο αδύνατο:

δείκ-νῡ-μι, δείκ-νῡ-ς, δείκ-νῡ-σι· προστ. δείκ-νῡ·

ἐ-δείκ-ν-v, -δείκ-ν-ς, -δείκ-ν·

αλλά: δείκ-v-μεν, δείκ-νῠ-τε κτλ.· απαρ. δεικ-νύ-ναι·

δείκ-νῠ-μαι, δείκ-νῠ-σαι κτλ.


2) Ο ενεστώτας και ο παρατατικός της ενεργητ. φωνής σχηματίζονται με την προσκόλληση των προσωπικών καταλήξεων απευθείας στο χρονικό θέμα, χωρίς να μεσολαβούν θεματικά φωνήεντα (βλ. §282)· π.χ. δείκ-νυ-μεν, δείκ-νυ-τε, -δείκ-νυ-μεν, ἐδείκ-νυ-τε (χωρίς τα θεματ. φωνήεντα ο και ε: λύ-ο-μεν, λύ-ε-τε κτλ.)· αλλά η υποτακτική και η ευκτική του ενεστ. στην ενεργητ. και μέση φωνή σχηματίζονται όπως και των ρημάτων σε -ω:

δεικ-νύ-ω, δεικ-νύ-ῃς κτλ. - δεικ-νύ-ωμαι, δεικ-νύ-, δεικ-νύ-ηται κτλ.

- δεικ-νύ-οιμι, δεικ-νύ-οις κτλ. - δεικ-νυ-οίμην, δεικ-νύ-οιο κτλ.


3) Το σ στην κατάλ. -σαι της μέσης φωνής δεν αποβάλλεται, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: δείκ-νυ-σαι· επίσης το σ στην κατάλ. -σο δεν αποβάλλεται στο β΄ ενικ. του παρατατικού και στο β΄ ενικ. της προστ. του ενεστώτα: ἐ-δείκ-νυ-σο, δείκ-νυ-σο (αλλά στην ευκτική αποβάλλεται: δεικνύοιο· βλ. §64,1).

2. Οι άλλοι χρόνοι των συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι

παρ336.
Στους άλλους χρόνους, εκτός από τον ενεστώτα και τον παρατατικό, τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται όπως τα συμφωνόληκτα βαρύτονα, κατά το χαρακτήρα του ρηματικού θέματος (χωρίς το πρόσφυμα -νυ). Π.χ. δείκ-νυ-μι και δεικ-νύ-ω (ρ. θ. δεικ-), παρατ. -δείκ-νυ-ν και -δείκ-νυ-ον, μέλλ. δείξω, αόρ. -δειξα, παρακ. δέ-δειχ-α. Μέσ. και παθ. δείκ-νυ-μαι, παρατ. -δεικ-νύ-μην, μέσ.μέλλ. -δείξομαι, μέσ.αόρ. -ε-δειξάμην, παθ. μέλλ. δειχ-θή-σομαι, παθ.αόρ. -δείχ-θην, πα­ρακ. δέ-δειγ-μαι, υπερσ. -δε-δείγ-μην, συντελ. μέλλ. δε-δειγ-μένος ἔσομαι. Ρημ.επίθ. δεικ-τός, δεικ-τέον. Παράγ. δεῖγ-μα, δεῖξις, δείκ-της κτλ.

Β΄. Φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι

1. Ενεστώτας, παρατατικός και αόριστος β΄ των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι

παρ337.
Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι κανονικά σχηματίζουν το θέμα του ενεστώτα (και του παρατατικού) από το ρηματικό θέμα, αφού προστεθεί στην αρχή ο ενεστωτικός αναδιπλασιασμός. Και είναι ενεστωτικός αναδιπλασιασμός η επανάληψη του αρχικού συμφώνου του ρηματ. θέματος μαζί με ένα ι:

(ρ. θ. στη-, σί-στη-μι =) -στη-μι (= στήνω)· βλ. §64,1

(ρ. θ. θη-, θί-θη-μι =) τί-θη-μι (= θέτω)· βλ. §69,1

(ρ. θ. jη-, jί-jη-μι =) -η-μι (= ρίχνω)· §64,2

(ρ. θ. δω-, δί-δω-μι =) δί-δω-μι (= δίνω).

παρ338.
Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι γενικά, όπως και τα συμφωνόληκτα, διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω κατά το σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής και μέσης φωνής.

Αλλά τέσσερα μόνο φωνηεντόληκτα σε -μι, δηλ. τα ρήματα ἵστημι, τίθημι, ἵημι και δίδωμι, διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω κατά το σχηματισμό του β΄ αορίστου.

Τα τέσσερα αυτά ρήματα στους χρόνους αυτούς, δηλ. στον ενεστώτα, τον παρατατικό και τον β΄ αόριστο, κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

παρ339.
Παραδείγματα φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι
(Ρ. ἵστημι, θ. στη-, στᾰτίθημι, θ. θη-, θεἵημι, θ. -, δίδωμι, θ. δω-, δο-).

Α΄. Ενεργητική φωνή

1. Ενεστώτας και παρατατικός

Οριστική

Ενεστώτας

ἵ-στη-μι
ἵ-στη-ς
ἵ-στη-σι(ν)
ἵ-στᾰ-μεν
ἵ-στᾰ-τε
ἵ-στᾶ-σι(ν)
ἵ-στᾰ-τον
ἵ-στᾰ-τον
τί-θη-μι
τί-θη-ς (τι-θεῖς)
τί-θη-σι
τί-θε-μεν
τί-θε-τε
τι-θέ-ασι(ν)
τί-θε-τον
τί-θε-τον
ἵ-η-μι
ἵ-η-ς (ἱ-εῖ-ς)
ἵ-η-σι(ν)
ἵ-ε-μεν
ἵ-ε-τε
ἱ-ᾶ-σι(ν)
ἵ-ε-τον
ἵ-ε-τον
δί-δω-μι
δί-δω-ς
δί-δω-σι(ν)
δί-δο-μεν
δί-δο-τε
δι-δό-ασι(ν)
δί-δο-τον
δί-δο-τον

Παρατατικός

ἵ-στη-ν
ἵ-στη-ς
ἵ-στη
ἵ-στᾰ-μεν
ἵ-στᾰ-τε
ἵ-στᾰ-σαν
ἵ-στᾰ-τον
ἱ-στᾰ΄-την
ἐ-τί-θην
ἐ-τί-θεις
ἐ-τί-θει
ἐ-τί-θε-μεν
ἐ-τί-θε-τε
ἐ-τί-θε-σαν
ἐ-τί-θε-τον
ἐ-τι-θέ-την
ἵη-ν
ἵ-εις
ἵ-ει
ἵ-ε-μεν
ἵ-ε-τε
ἵ-ε-σαν
ἵ-ε-τον
ἱ-έ-την
ἐ-δί-δουν
ἐ-δί-δους
ἐ-δί-δου
ἐ-δί-δομεν
ἐ-δί-δοτε
ἐ-δί-δοσαν
ἐ-δί-δοτον
ἐ-δι-δότην

Υποτακτική

Ενεστώτας

ἱ-στῶ 1
ἱ-στῇς
ἱ-στῇ
ἱ-στῶμεν
ἱ-στῆτε
ἱ-στῶσι(ν)
ἱ-στῆ-τον
ἱ-στῆ-τον
τι-θῶ 1
τι-θῇς
τι-θῇ
τι-θῶμεν
τι-θῆτε
τι-θῶσι(ν)
τι-θῆ-τον
τι-θῆ-τον
ἱ-ῶ 1
ἱ-ῇς
ἱ-ῇ
ἱ-ῶμεν
ἱ-ῆτε
ἱ-ῶσι(ν)
ἱ-ῆ-τον
ἱ-ῆ-τον
δι-δῶ 1
δι-δῷς
δι-δῷ
δι-δῶμεν
δι-δῶτε
δι-δῶσι(ν)
δι-δῶ-τον
δι-δῶ-τον

Ευκτική

Ενεστώτας

ἱ-σταίη-ν
ἱ-σταίη-ς
ἱ-σταίη
ἱ-σταίη-μεν
(-αῖμεν)
ἱ-σταίη-τε
(-αῖτε)
ἱ-σταίη-σαν
(-αῖεν)
ἱ-σταῖ-τον
ἱ-σταί-την
τι-θείη-ν
τι-θείη-ς
τι-θείη
τι-θείη-μεν
(-εῖμεν)
τι-θείη-τε
(-εῖτε)
τι-θείη-σαν
(-εῖεν)
τι-θεῖ-τον
τι-θεί-την
ἱ-είη-ν
ἱ-είη-ς
ἱ-είη
ἱ-είη-μεν
(ἱεῖμεν)
ἱ-είη-τε
(ἱεῖτε)
ἱ-είη-σαν
(ἱεῖεν)
ἱ-εῖ-τον
ἱ-εί-την
δι-δοίη-ν
δι-δοίη-ς
δι-δοίη
δι-δοίη-μεν
(-οῖμεν)
δι-δοίη-τε
(-οῖτε)
δι-δοίη-σαν
(-οῖεν)
δι-δοῖ-τον
δι-δοί-την

Προστακτική

Ενεστώτας


ἵ-στη
ἱ-στᾰ΄-τω


ἵ-στᾰ-τε
ἱ-στᾰ΄-ντων
(ἱστᾰ΄τωσαν)
ἵ-στᾰ-τον
ἱ-στᾰ΄-των


τί-θει
τι-θέ-τω


τί-θε-τε
τι-θέ-ντων
(τιθέτωσαν)
τί-θε-τον
τι-θέ-των


ἵ-ει
ἱ-έ-τω


ἵ-ε-τε
ἱ-έ-ντων
(ἱέτωσαν)
ἵ-ε-τον
ἱ-έ-των


δί-δου
δι-δό-τω


δί-δο-τε
δι-δό-ντων
(διδότωσαν)
δί-δο-τον
δι-δό-των

Απαρ.

Ενεσ.

ἱ-στᾰ΄-ναιτι-θέ-ναιἱ-έ-ναιδι-δό-ναι

Μετοχή

Ενεστώτας

ἱ-στὰς
(ἱστάντος)
ἱ-στᾶσα
(ἱστάσης)
ἱ-στὰν
(ἱστάντος)
τι-θεὶς
(τιθέντος)
τι-θεῖσα
(τιθείσης)
τι-θὲν
(τιθέντος)
ἱ-εὶς (ἱ-έντος)
 
ἱ-εῖσα (ἱ-είσης)
 
ἱ-ὲν (ἱέντος)
δι-δοὺς
(διδόντος)
δι-δοῦσα
(δι-δούσης)
δι-δὸν
(δι-δόντος)

________________________
1. Οι τύποι της υποτακτικής είναι συνηρημένοι: (ἱ-στή-ω) ἱ-στῶ, (ἱ-στή-ῃς) ἱ-στῇς, (ἱ-στή-ῃ) ἱ-στῇ κτλ., (δι-δώ-ω) δι-δῶ, (δι-δώ-ῃς) δι-δῷς, (δι-δώ-ῃ) δι-δῷ κτλ.

2. Αόριστος β΄

Οριστική

ἔ-στην
ἔ-στη-ς
ἔ-στη
ἔ-στη-μεν
ἔ-στη-τε
ἔ-στη-σαν
ἔ-στη-τον
ἐ-στή-την
ἔ-θη-κα
ἔ-θη-κας
ἔ-θη-κε
ἔ-θε-μεν
ἔ-θε-τε
ἔ-θε-σαν
ἔ-θε-τον
ἐ-θέ-την
ἧ-κα
ἧ-κας
ἧ-κε
εἷ-μεν (ἑ-jε-μεν)
εἷ-τε
εἷ-σαν
εἷ-τον
εἵ-την
ἔ-δω-κα
ἔ-δω-κας
ἔ-δω-κε
ἔ-δο-μεν
ἔ-δο-τε
ἔ-δο-σαν
ἔ-δο-τον
ἐ-δό-την

Υποτακτική

στῶ, στῇς, στῇ 1
στῶμεν, στῆτε
στῶσι(ν)
στῆτον, στῆτον
θῶ, θῇς, θῇ 1
θῶμεν, θῆτε
θῶσι(ν)
θῆτον, θῆτον
ὧ, ᾗς, ᾗ 1
ὧμεν, ἧτε
ὧσι(ν)
ἧτον, ἧτον
δῶ, δῷς, δῷ 1
δῶμεν, δῶτε
δῶσι(ν)
δῶτον, δῶτον

Ευκτική

σταίη-ν
σταίη-ς
σταίη
σταίη-μεν
(σταῖμεν)
σταίη-τε
(σταῖτε)
σταίη-σαν
(σταῖεν)
σταῖ-τον
σταί-την
θείη-ν
θείη-ς
θείη
θείη-μεν
(θεῖμεν)
θείη-τε
(θεῖτε)
θείη-σαν
(θεῖεν)
θεῖ-τον
θεί-την
εἵη-ν 2
εἵη-ς
εἵη
εἵη-μεν
(εἷμεν)
εἵη-τε
(εἷτε)
εἵη-σαν
(εἷεν)
εἷ-τον
εἵ-την
δοί-ην
δοί-ης
δοί-η
δοί-ημεν
(δοῖ-μεν)
δοί-ητε
(δοῖ-τε)
δοί-ησαν
(δοῖεν)
δοῖ-τον
δοί-την

Προστακτική

στῆ-θι
στή-τω
στῆ-τε
στά-ντων
(στή-τωσαν)
στῆ-τον
στή-των
θὲ-ς
θέ-τω
θέ-τε
θέ-ντων
(θέτωσαν)
θέ-τον
θέ-των
ἓ-ς
ἕ-τω
ἕ-τε
ἕ-ντων
(ἕ-τωσαν)
ἕ-τον
ἕ-των
δὸ-ς
δό-τω
δό-τε
δό-ντων
(δότωσαν)
δό-των
δό-των

Απαρ.

στῆναι 3θεῖναι 3εἷναι 3δοῦναι 3

Μετοχή

 
στὰς (στάντος)
στᾶσα (στάσης)
στὰν (στάντος)
 
θεὶς (θέντος)
θεῖσα (θείσης)
θὲν (θέντος)
 
εἳς (ἕντος)
εἷσα (εἵσης)
ἓν (ἕντος)
 
δοὺς (δόντος)
δοῦσα (δούσης
δὸν (δόντος)

________________________
1. Οι τύποι της υποτ. είναι συνηρημένοι: (στήω) στῶ κτλ. (όπως στον ενεστώτα).
2. Από το jε-ίην-ν.
3. Με συναίρεση από τους τύπους στη-έναι, θε-έναι, jε-έναι, δο-έναι.

Β΄. Μέση φωνή

1. Ενεστώτας και παρατατικός

Οριστική

Ενεστώτας

ἵ-στᾰ-μαι
ἵ-στα-σαι
ἵ-στα-ται
ἱ-στά-μεθα
ἵ-στα-σθε
ἵ-στα-νται
ἵ-στα-σθον
ἵ-στα-σθον
τί-θε-μαι
τί-θε-σαι
τί-θε-ται
τι-θέ-μεθα
τί-θε-σθε
τί-θε-νται
τί-θε-σθον
τί-θε-σθον
ἵ-ε-μαι
ἵ-ε-σαι
ἵ-ε-ται
ἱ-έ-μεθα
ἵ-ε-σθε
ἵ-ε-νται
ἵ-ε-σθον
ἵ-ε-σθον
δί-δο-μαι
δί-δο-σαι
δί-δο-ται
δι-δό-μεθα
δί-δο-σθε
δί-δο-νται
δί-δο-σθον
δί-δο-σθον

Παρατατικός

ἱ-στᾰ΄-μην
ἵ-στα-σο
ἵ-στα-το
ἱ-στά-μεθα
ἵ-στα-σθε
ἵ-στα-ντο
ἵ-στα-σθον
ἱ-στά-σθην
ἐ-τι-θέ-μην
ἐ-τί-θε-σο
ἐ-τί-θε-το
ἐ-τι-θέ-μεθα
ἐ-τί-θε-σθε
ἐ-τί-θε-ντο
ἐ-τί-θε-σθον
ἐ-τι-θέ-σθην
ἱ-έ-μην
ἵ-ε-σο
ἵ-ε-το
ἱ-έ-μεθα
ἵ-ε-σθε
ἵ-ε-ντο
ἵ-ε-σθον
ἱ-έ-σθην
δι-δῶμαι
δι-δῷ
δι-δῶται
δι-δώ-μεθα
δι-δῶσθε
δι-δῶνται
δι-δῶσθον
δι-δῶσθον

Υποτακτική

Ενεστώτας

ἱ-στῶμαι
ἱ-στῇ
ἱ-στῆται
ἱ-στώμεθα
ἱ-στῆσθε
ἱ-στῶνται
ἱ-στῆσθον
ἱ-στῆσθον
τι-θῶμαι
τι-θῇ
τι-θῆται
τι-θώμεθα
τι-θῆσθε
τι-θῶνται
τι-θῆσθον
τι-θῆσθον
ἱ-ῶμαι
ἱ-ῇ
ἱ-ῆται
ἱ-ώμεθα
ἱ-ῆσθε
ἱ-ῶνται
ἱ-ῆσθον
ἱ-ῆσθον
δι-δῶμαι
δι-δῷ
δι-δῶται
δι-δώμεθα
δι-δῶσθε
δι-δῶνται
δι-δῶσθον
δι-δῶσθον

Ευκτική

Ενεστώτας

ἱ-σταί-μην
ἱ-σταῖ-ο
ἱ-σταῖ-το
ἱ-σταί-μεθα
ἱ-σταῖ-σθε
ἱ-σταῖ-ντο
ἱ-σταῖ-σθον
ἱ-σταί-σθην
τι-θεί-μην
τι-θεῖ-ο
τι-θεῖ-το
τι-θεί-μεθα
τι-θεῖ-σθε
τι-θεῖ-ντο
τι-θεῖ-σθον
τι-θεί-σθην
ἱ-εί-μην
ἱ-εῖ-ο
ἱ-εῖ-το
ἱ-εί-μεθα
ἱ-εῖ-σθε
ἱ-εῖ-ντο
ἱ-εῖ-σθον
ἱ-εί-σθην
δι-δοί-μην
δι-δοῖ-ο
δι-δοῖ-το
δι-δοί-μεθα
δι-δοῖ-σθε
δι-δοῖ-ντο
δι-δοῖ-σθον
δι-δοί-σθην

Προστακτική

Ενεστώτας

ἵ-στᾰ-σο (ἵστω)
ἱ-στά-σθω
ἵ-στα-σθε
ἱ-στά-σθων
(-σθωσαν)
ἵ-στα-σθον
ἱ-στά-σθων
τί-θε-σο
τι-θέ-σθω
τί-θε-σθε
τι-θέ-σθων
(-σθωσαν)
τί-θε-σθον
τι-θέ-σθων
ἵ-ε-σο
ἱ-έ-σθω
ἵ-ε-σθε
ἱ-έ-σθων
(-σθωσαν)
ἵ-ε-σθον
ἱ-έ-σθων
δί-δο-σο
δι-δό-σθω
δί-δο-σε
δι-δό-σθων
(-σθωσαν)
δί-δο-σθον
δι-δό-σθων

Απαρ.

Ενεστ.

ἵ-στα-σθαιτί-θε-σθαιἵ-ε-σθαιδί-δο-σθαι

Μετοχή

Ενεστώτ.

ἱ-στά-μενος
ἱ-στα-μένη
ἱ-στά-μενον
τι-θέ-μενος
τι-θε-μένη
τι-θέ-μενον
ἱ-έ-μενος
ἱ-ε-μένη
ἱ-έ-μενον
δι-δό-μενος
δι-δο-μένη
δι-δό-μενον

Ρήματα της β΄ συζυγίας (σε -μι)

2. Αόριστος β΄

Οριστική

ἐ-θέ-μην
ἔ-θου
ἔ-θε-το
ἐ-θέ-μεθα
ἔ-θε-σθε
ἔ-θε-ντο
ἔ-θε-σθον
ἐ-θέ-σθην
εἵ-μην
εἷ-σο
εἷ-το
εἵ-μεθα
εἷ-σθε
εἷ-ντο
εἷ-σθον
εἵ-σθην
ἐ-δό-μην
ἔ-δου
ἔ-δοτο
ἐ-δό-μεθα
ἔ-δο-σθε
ἔ-δο-ντο
ἔ-δο-σθον
ἐ-δό-σθην

Υποτακτική

θῶμαι 1
θῇ
θῆται
θώμεθα
θῆσθε
θῶνται
θῆσθον
θῆσθον
ὧμαι 1

ἧται
ὥμεθα
ἧσθε
ὧνται
ἧσθον
ἧσθον
δῶμαι 1
δῷ
δῶται
δώμεθα
δῶσθε
δῶνται
δῶσθον
δῶσθον

Ευκτική

θεί-μην 2
θεῖ-ο
θεῖ-το
θεί-μεθα
θεῖ-σθε
θεῖ-ντο
θεῖ-σθον
θεί-σθην
εἵ-μην 2
εἷ-ο
εἷ-το
εἵ-μεθα
εἷ-σθε
εἷ-ντο
εἷ-σθον
εἵ-σθην
δοί-μην 2
δοῖ-ο
δοῖ-το
δοί-μεθα
δοῖ-σθε
δοῖ-ντο
δοῖ-σθον
δοί-σθην

Προστακτική

θοῦ 3
θέ-σθω
θέ-σθε
θέ-σθων
(θέσθωσαν)
θέ-σθον
θέ-σθων
οὗ 3
ἕ-σθω
ἕ-σθε
ἕ-σθων
(ἕσθωσαν)
ἕ-σθον
ἕ-σθων
δοῦ 3
δό-σθω
δό-σθε
δό-σθων
(δό-σθωσαν)
δό-σθον
δό-σθων

Απαρ.

θέ-σθαιἕ-σθαιδό-σθαι

Μετοχή

θέ-μενος
θε-μένη
θέ-μενον
ἕ-μενος
ἑ-μένη
ἕ-μενον
δό-μενος
δο-μένη
δό-μενον

________________________
1. Με συναίρεση από τους τύπους θή-ωμαι, ἥ-ωμαι, δώ-ωμαι.
2. Από τους τύπους θε-ί-μην, ἑ-ί-μην, δο-ί-μην.
3. Από το θέ-σο, θέ-ο = θοῦ· ἕ-σο, ἕ-ο = οὗ· δό-σο, δό-ο = δοῦ.

Παρατηρήσεις

I. Ενεστώτας και παρατατικός

παρ340.
Των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι:

1) Τό ρηματικό θέμα είναι δύο ειδών: ισχυρό (με μακρόχρονο χαρακτήρα) και αδύνατο (με βραχύχρονο χαρακτήρα):

ρηματ. θ. στη- και στᾰ:-στη-μι, ἵ-στᾰ-μαι

ρηματ. θ. θη- και θε-: τί-θη-μι, τί-θε-μαι

ρηματ. θ. jη- και jε-: ἵ-η-μι, ἵ-ε-μαι (βλ. §64,2)

ρηματ. θ. δω- και δο-: δί-δω-μι, δί-δο-μαι.


2) Από τα δύο αυτά είδη του ρηματ. θέματος προκύπτουν με τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό δύο αντίστοιχα είδη ενεστωτικού θέματος: το ισχυρό ενεστωτικό θέμα και το αδύνατο ενεστωτικό θέμα (πβ. §335): ἱ-στη-, ἱστατιθη-, τιθεἱη-, ἱεδιδω-, διδο· και από το ισχυρό ενεστωτ. θέμα κανονικά σχηματίζονται τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. ενεστώτα και η υποτακτική γενικά (του ρ. ἵστημι ακόμη και το β΄ ενικό της προστακτικής), ενώ από το αδύνατο ενεστ. θέμα σχηματίζονται όλοι οι άλλοι τύποι στον ενεστώτα και τον παρατατικό (πβ. §341).

3) Ο ενεστώτας της ενεργητικής και μέσης φωνής στην οριστική και προστακτική, το απαρέμφατο και η μετοχή, καθώς και ο παρατατικός της ενεργητ. και μέσης φωνής, σχηματίζονται με την προσκόλληση των κυρίως καταλήξεων απευθείας στο ενεστωτικό θέμα, χωρίς να μεσολαβούν θεματικά φωνήεντα (πβ. §335,2): δίδω-μι, δίδο-μεν, δίδο-τε, ἐδίδο-μεν, ἐδίδο-τε, διδό-τω, διδό-μεθα, ἐδιδό-μην, διδό-σθω, δίδο-σθαι, διδό-μενος κτλ.

4) Η υποτακτική του ενεστώτα της ενεργητικής και μέσης φωνής σχηματίζεται με τα θεματικά φωνήεντα των ρημάτων σε -ω και έχει τις ίδιες με αυτά ολικές καταλήξεις (βλ. §282,4), αλλά ο μακρόχρονος χαρακτήρας του ισχυρού θέματος (η ή ω) συναιρείται με το ακόλουθο φω­νήεν των καταλήξεων: (ἱστή-ω) ἱστῶ, (τιθή-ῃς) τιθῇς, (διδώ-ω) διδῶ, (διδώ-ῃς) διδῷς κτλ.

5) Η ευκτική του ενεστώτα της ενεργητικής και μέσης φωνής σχηματίζεται χωρίς θεματικά φωνήεντα (βλ. §282), παίρνει όμως τα εγκλιτικά φωνήεντα της ευκτικής ι και ιη (βλ. §283), που προσθέτονται ανάμεσα στο χρονικό θέμα και τις προσωπικές καταλήξεις· αλλά το ι των εγκλιτικών φωνηέντων συναιρείται με τον προηγούμενο βραχύχρονο χαρακτήρα του αδύνατου θέματος α ή ε ή ο σε αι ή ει ή οι: (ἱστα-ίη-ν) ἱσταίην, (τιθε-ί-μην) τιθείμην, (διδο-ίη-ν) διδοίην, (διδο-ί-μην) διδοίμην κτλ.

6) Το σ στην κατάληξη -σαι της μέσης φωνής, φυλάγεται, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: ἵστα-σαι, τίθε-σαι, ἵ-εσαι, δίδο-σαι· επίσης το σ στην κατάληξη -σο φυλάγεται στο β΄ ενικό του παρατατικού και στο β΄ ενικό της προστακτικής του ενεστώτα: ἵστα-σο, ἐτίθε-σο, ἵε-σο, ἐδίδο-σο· ἵστα-σο, τίθε-σο, ἵε-σο, δίδο-σο· αλλά στην ευκτική απο­βάλλεται: ἱσταῖ-ο, τιθεῖ-ο, ἱεῖ-ο, διδοῖ-ο.

παρ341.
1) Των ρ. τίθημι και ἵημι το β΄ και γ΄ ενικό της οριστικής του ενεργητ. παρατατικού και το β΄ ενικό της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα κανονικά σχηματίζονται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε -έω: ἐτίθεις, ἐτίθει - ἵεις, ἵει· τίθει, ἵει κτλ.

2) Του ρ. δίδωμι τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. παρατατικού και το β΄ ενικό της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα σχηματίζονται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε -όω: ἐδίδουν, ἐδίδους, ἐδίδου - δίδου.

II. Αόριστος β΄

παρ342.
Το ρ. ἵστημι έχει αόρ. β΄ κατά τα ρήματα σε -μι μόνο στην ενεργητ. φωνή (ἔ-στη-ν), ενώ τα ρ. τίθημι, ἵημι και δίδωμι έχουν και στην ενεργητ. και στη μέση (ἔ-θη-κα, ἐ-θέ-μην· ἧ-κα, εἵ-μην· ἔ-δω-κα, ἐ-δό-μην).

παρ343.
Του ρ. ἵστημι ο αόρ. β΄ ἕστην:

1) από το αδύνατο θέμα στᾰ- σχηματίζει την ευκτική (στα-ί-ην) σταίην, τη μετοχή στάς, στᾶσα, στὰν και τον τύπο στάντων του γ΄ πληθ. της προστακτικής· από το ισχυρό θέμα στη- σχηματίζει όλους τους άλλους τύπους: ἔ-στη-ν, ἔ-στη-μεν κτλ. -(στή-ω) στῶ, (στή-ῃς) στῇς κτλ. -στῆ-θι, στή-τω κτλ. -στῆ-ναι·

2) στο β΄ ενικό της προστακτικής έχει κατάληξη -θι: στῆ-θι.

παρ344.
Των ρ. τίθημι, ἵημι, δίδωμι οι αόριστοι β΄ ἔθηκα - ἐθέμην, ἧκα - εἵμην, ἔδωκα - ἐδόμην:

1) σχηματίζουν τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής στην ενεργητ. φωνή με τους τύπους του α΄ με χρον. χαρακτήρα κ (αντί σ

2) από το ισχυρό θέμα (θη-, -, δω-) σχηματίζουν τα τρία ενικά πρό­σωπα της οριστικής στην ενεργητ. φωνή (ἔ-θη-κα, ἧ-κα, ἔ-δω-κα) και την υποτακτική στην ενεργητ. και μέση φωνή (θή-ω = θῶ, θή-ωμαι = θῶμαι· ἥ-ω = , ἥ-ωμαι = ὧμαι· δώ-ω = δῶ, δώ-ωμαι = δῶμαι)· από το αδύνατο θέμα (θε-, ἑ-, δο-) σχηματίζουν όλους τους άλλους τύπους της ενεργητ. και μέσης φωνής·

3) στο β΄ ενικό της προστακτικής στην ενεργητ. φωνή έχουν κατάληξη -ς: θέ-ς, ἕ-ς, δό-ς·

4) το σ στην κατάληξη της μέσης φωνής αποβάλλεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα· φυλάγεται μόνο στο β΄ ενικό της οριστ. του αορ. β΄ εἵ-μην: εἷσο·

5) στο ενεργητ. απαρέμφατο έχουν κατάληξη -έναι, αλλά συναιρούν το ε που είναι στην αρχή με τον προηγούμενο χαρακτήρα του θέματος: (θε-έναι) θεῖναι, (ἑ-έναι) εἷναι, (δο-έναι) δοῦναι.

III. Τονισμός

παρ345.
Ο τόνος των ρημάτων σε -μι, όταν αυτά είναι σύνθετα με πρόθεση:

1) στην προστακτική του αορ. β΄, ενεργητικού και μέσου, ανεβαίνει όσο το επιτρέπει η λήγουσα, όχι όμως παραπάνω από την τελευταία συλλαβή της πρόθεσης, αν αυτή είναι δισύλλαβη: ἀνά-στηθι, ἀπόδοτε, κατά-θεσθε, ἄφες, ἄφ-ετε, πρόσ-θες, ἐπί-θες κτλ.· αλλά στους τύπους του β΄ ενικού της προστακτικής του μέσου αορ. β΄ θοῦ (του τίθεμαι), οὗ (του ἵεμαι) και δοῦ (του δίδομαι), όταν αυτοί είναι σύνθετοι με μονοσύλ­λαβη πρόθεση ή με δισύλλαβη που έχει πάθει έκθλιψη, ο τόνος δεν ανεβαίνει: ἐκ-θοῦ, ἀφοῦ (ἀπὸ + οὗ του ρ. ἀφ-ίεμαι), προδοῦ· (αλλά κατά-θου κτλ.)·

2) στο απαρέμφατο και τη μετοχή του ενεστώτα και του αορ. β΄ ο τόνος μένει όπου και στο απλό ρήμα: ἀφ-ιστάναι, προσ-τιθέναι, ἀνα-τιθέναι, συν-ιέναι, ἀπο-διδόναι· συν-ιστάς, ἀνα-στάς, μετα-τιθείς, ἀπο-τιθέμενος, ἀπο-θέμενος, ἀπο-δοὺς κτλ.

2. Οι άλλοι χρόνοι των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι

παρ346.
Οι άλλοι χρόνοι, εκτός από τον ενεστώτα, παρατατικό και αόρ. β΄, των φωνηεντόληκτων ρημάτων ἵστημι, τίθημι, ἵημι και δίδωμι σχηματίζονται κανονικά όπως και των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -ω, δηλ. από το ισχυρό ή αδύνατο θέμα και με τις αντίστοιχες καταλήξεις, αλλά και με κάποιες ανωμαλίες, όπως φαίνεται στον παρακάτω συνολικό πίνακα:

α) ἵ-στη-μι (= στήνω)· (ρ. θ. στη- και στᾰ-), παρατ. ἵ-στη-ν, μέλλ. στή-σω, αόρ. α΄ ἔ-στη-σα, αόρ. β΄ ἔ-στη-ν, παρακ. -στη-κα1, υπερσ. εἱ-στή-κειν 1 και ἑ-στή-κειν, συντέλ. μέλλ. ἑ-στή-ξω. Μέσ. και παθ. ἵ-στα-μαι, παρατ., ἱστά-μην, μέσ.μέλλ. στή-σομαι, μέσ.αόρ. α΄ ἐ-στη-σάμην, παθ. μέλλ. στα-θήσομαι, παθ.αόρ. ἐ-στά-θην. Ρημ. επιθ. ἀνά-στα-τος, ἀν-υπό-στατος, ἀπο-στα-τέον. Παράγ. στά-σις, ἐπι-στά-της, στα-θμός, στή-λη, στή-μων κτλ.

Ο παρακ. ἕστηκα και ο υπερσυντ. εἱστήκειν έχουν σε ορισμένα πρόσωπα και δεύτερους τύπους από το αδύνατο θέμα στᾰ- (με αναδιπλασια-σμό σε-στα- =ἑστα-) και με τις προσωπικές καταλήξεις αμέσως προσκολλημένες στο θέμα. Έτσι σχηματίζονται οι τύποι: ἕστηκα, -κας, -κε, -καμεν, -κατε, -κασι και ἕ-στα-μεν, ἕ-στα-τε, ἑ-στᾶ-σι (από το ἑ-στά-ασι). Απαρ. ἑστηκέναι και ἑ-στάναι. Μετοχή: ἑστηκώς, -κυῖα, -κὸς και ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστὼς και ἐστός 2, γεν. ἑστῶτος, ἑστώσης, ἑστῶτος (βλ. §187,9). Υπερσυντέλ. εἱστήκειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και ἕ-στα-σαν.


β) τί-θη-μι (= θέτω)· (ρ. θ. θη- και θε-), παρατ. ἐ-τί-θην, μέλλ. θή-σω, αόρ. -θη-κα, παρακ. τέ-θη-κα ή τέ-θει-κα. Μέσ. και παθ. τί-θε-μαι, παρατ. ἐ-τι-θέ-μην, μέσ.μέλλ. θή-σομαι, μέσ.αόρ. β΄ ἐ-θέ-μην, παθ. μέλλ. τε-θή-σομαι (από το θε-θήσομαι, βλ. §69,1), παθ.αόρ. ἐ-τέ-θην (από το ἐ-θέ-θην), παρακ. μέσ. τέ-θει-μαι, παρακ. παθ. κεῖμαι (= είμαι τοποθετημένος από κάποιον), υπερσ. παθ. ἐ-κεί-μην (βλ. §351,5). Ρημ.επίθ. θε­τός, πρόσθε-τος ή προσ-θε-τός, σύν-θε-τος, θε-τέον κτλ. Παράγ. θῆ-μα, ἀ-νά-θη-μα (= αφιέρωμα), θέ-σις κτλ.·

γ) ἵ-η-μι (= ρίχνω)· (ρ. θ. jη- = - και je- = -), παρατ. ἵ-η-ν, μέλλ. ἥ-σω, αόρ. ἧ-κα, παρακ. εἷ-κα. Μέσ. και παθ. ἵ-ε-μαι, παρατ. ἱ-έ-μην, μέσ.μέλλ. -ή-σο-μαι (ἀφ-ή-σομαι), μέσ.αόρ. α΄ -η-κά-μην (προ-η-κά-μην, σπάν.), μέσ.αόρ. β΄ -εί-μην (ἀφ-εί-μην, ἀφ-εῖσο, ἀφ-εῖτο κτλ.), παθ. μέλλ. -ε-θήσομαι (ἀφ-ε-θήσομαι), παθ.αόρ. -εί-θην (ἀφ-εί-θην, υποτ. ἀφ-ε-θῶ κτλ.), παρακ. -εῖ-μαι (ἀφ-εῖ-μαι), υπερσ. -εί-μην (ἀφ-εί-μην, ἀφ-εῖ-σο, ἀφ-εῖ-το κτλ.). Ρημ.επίθ. (ἑ-τὸς) κάθ-ε-τος, ἄφ-ε-τος, συν-ε-τός. Παράγ. ἄν-ε-σις, ἄφ-ε-σις, ἔν-ε-σις, σύν-ε-σις κτλ., ἀφ-έ-της, ἐφ-έ-της κτλ.<

δ) δί-δω-μι (= δίνω)· (ρ. θ. δω- και δο-), παρατ. ἐ-δί-δουν (-ους, -ου), μέλλ. δώ-σω, αόρ. ἔ-δω-κα, παρακ. δέ-δω-κα, υπερσ. ἐ-δε-δώ-κειν, συ­ντελ. μέλλ. δεδωκώς ἔσομαι. Μέσ. και παθ. δί-δο-μαι, παρατ. ἐ-δι-δό-μην, μέσ.μέλλ. δώ-σομαι, μέσ.αόρ. β΄ ἐ-δό-μην, παθ. μέλλ. δο-θήσομαι, παθ.αόρ. ἐ-δό-θην, παρακ. δέ-δο-μαι, υπερσ. ἐ-δε-δό-μην. Ρημ.επίθ. δο-τός, δο-τέος. Παράγ. δό-σις, δο-τήρ, δῶ-ρον κτλ.

________________________
1) Ο τύπος ἕστηκα σχηματίστηκε από το σέ-στη-κα (βλ. §64,1) και ο τύπος εἱστήκειν από το ἐ-σε-στή-κειν, ἐ-ε-στή-κειν = εἱστήκειν, με δασεία από αναλογία προς τον παρακείμενο.
2) Όπως το ουδέτερο λελυκός.

Γ΄. Άλλα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι

παρ347.
Άλλα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι, εκτός από τα ρ. ἵστημι, τίθημι, ἵημι και δίδωμι, είναι τα εξής:
1) πί-μ-πλη-μι (= γεμίζω) και 2) πίμπρημι (= πυρπολώ, καίω), που ανάμεσα από τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό (πι-) και το ρηματικό θέμα (πλη-, πρη-) παίρνουν το σύμφωνο μ για λόγους ευφωνίας: πί-μ-πλη-μι, πί-μ-πρη-μι. Αλλά τα σύνθετα ἐμπίμπλημι, ἐμπίπρημι βρίσκονται συνήθως χωρίς το ευφωνικό μ στον ενεστώτα (από λόγους ανομοίωσης, §69,2,α): ἐμπίπλημι, ἐμπίπρημι.
3) ὀ-νί-νη-μι (= ωφελώ), που παίρνει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό μέσα στο θέμα, δηλ. μετά το αρχικό φωνήεν ο: ὀ-νί-νη-μι·
4) ἄγα-μαι (= θαυμάζω) και 5) δύνα-μαι, που δεν παίρνουν ενεστωτικό αναδιπλασιασμό·
6) ἐπί-στα-μαι (= ξέρω καλά), που επίσης δεν παίρνει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό· αυτό δεν είναι σύνθετο από το ρ. ἵσταμαι (γιατί ἐπὶ + ἵσταμαι = ἐφίσταμαι = «ἵσταμαι ἐπί τινος» = επιστατώ), παρά απευθείας από την πρόθ. ἐπὶ και το θέμα στα-.

Τα παραπάνω έξι ρήματα κλίνονται στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά το ρ. ἵστημι - ἵσταμαι και σχηματίζουν τους χρόνους κατά τον ακόλουθο τρόπο:

1) πί-μ-πλη-μι (ρ. θ. πλη-, πλᾰ-), παρατ. ἐ-πί-μ-πλη-ν, μέλλ. -πλή-σω, αόρ. -έ-πλη-σα, παρακ. πέ-πλη-κα. Μέσ. και παθ. πί-μ-πλᾰ-μαι, παρατ. ἐ-πι-μ-πλά-μην, (μέσ.μέλλ. πλή-σομαι), μέσ.αόρ. α΄ ἐ-πλη-σάμην και μέσ.αόρ. β΄ -ε-πλή-μην (σπάν.), παθ. μέλλ. πλη-σ-θήσομαι, παθ.αόρ. ἐ-πλήσ-θην, παρακ. -πέ-πλη-σ-μαι. Ρημ.επίθ. ἄ-πλη-σ-τος, ἐμ-πλη-σ-τέος. Παράγ. πλήρης, πλῆθος κτλ.

2) πί-μ-πρη-μι (ρ. θ. πρη-, πρᾰ-), συνήθ. σύνθ. ἐμ-πί-(μ)-πρη-μι, παρατ. ἐν-ε-πί-μ-πρη-ν, μέλλ. ἐμ-πρή-σω, αόρ. ἐν-έ-πρη-σα. Παθ. ἐμ-πί-πρα-μαι, παθ.αόρ. ἐν-ε-πρή-σ-θην. Παράγ. πρῆσις, ἐμπρησμός, ἐμπρηστής κτλ.

3) ὀ-νί-νη-μι (ρ. θ. ὀνη-, ὀνᾰ-). (Ενεστ. οριστ. ὀ-νί-νη-μι, ὀνίνης, ὀνίνησι· τα λοιπά πρόσ. άχρηστα - υποτ., ευκτ. και προστ. λείπουν· απαρ. ὀνινάναι, μετοχή μόνο θηλ. ὀνινᾶσα), παρατ. (λείπει και στη θέση του χρησιμοποιείται ο παρατ. του ὠφελῶ) ὠφέλουν, μελλ. ὀνή-σω, αόρ. ὤνη-σα. Μέσ. και παθ. ὀ-νί-νᾰ-μαι (εκτός από την οριστ. εύχρηστη η ευκτ. ὀνιναίμην, ὀνίναιο, ὀνίναιτο κτλ., που τονίζεται κατά τα βαρύτονα, και το απαρ. ὀνίνασθαι), παρατ. ὠ-νι-νά-μην, μέσ.μέλλ. ὀνή-σομαι, μέσ.αόρ. ὠνή-μην (ευκτ. ὀναίμην, ὄναιο, ὄναιτο κτλ., που τονίζεται κατά τα βαρύ­τονα· απαρ. ὄνα-σθαι), παθ.αόρ. ὠνή-θην· τα λοιπά από το ὠφελοῦμαι. Ρημ. επίθ ἀνόνη-τος (ενεργ. = εκείνος που δεν ωφελεί, ανώφελος· παθ. = εκείνος που δεν ωφελείται), ὀνη-τέον. Παράγ. ὄνησις κτλ.

4) ἄγα-μαι (ρ. θ. ἀγα- και ἀγασ-), εύχρ. η ευκτ. α΄ ενικού ἀγαίμην και γ΄ πληθ. ἄγαιντο (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα), παρατ. ἠγά-μην, (μέσ.μέλλ. ἀγά-σομαι), μέσ.αόρ. ἠγα-σάμην, παθ.αόρ. ἠγάσ-θην. Ρημ.επίθ. ἀγασ-τός, ἀξιάγαστος. Παράγ. ἄγασμα (= αντικείμενο θαυμασμού ή λατρείας), επίρρ. (από τη μετοχή) ἀγαμένως (= με θαυμασμό) κτλ.

5) δύνα-μαι (ρ. θ. δυνα- και δυνασ-). Ενεστ. οριστ. δύναμαι, δύνασαι, δύναται κτλ., υποτ. δύνωμαι, δύνῃ, δύνηται κτλ., ευκτ. δυναίμην, δύναιο, δύναιτο κτλ. (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα), προστ. μόνο δυνάσθω, δυνάσ-θωσαν, απαρ. δύνασ-θαι, μετ. δυνά-μενος· παρατ. ἐ(ἠ)δυνάμην, ἐ(ἠ)δύνω, ἐ(ἠ)δύνατο κτλ., μέσ.μέλλ. δυνή-σομαι, παθ.αόρ. ως μέσ. ἐ(ἠ)δυνή-θην (βλ. §269. 1, α) και (σπάν.) ἐ-δυνάσ-θην, παρακ. δε-δύνη-μαι. Ρημ.επίθ. δυνα-τός, ἀδύνατος. Παράγ. δυνάστης κτλ.

6) ἐπίστα-μαι (ρ. θ. ἐπι-στη- και ἐπι-στᾰ-). Ενεστ. οριστ. ἐπίσταμαι, - σαι, -ται κτλ., υποτ. ἐπίστωμαι, -, -ηται κτλ., ευκτ. ἐπισταίμην, -αιο, -αιτο κτλ. (ο τονισμός κατά τα βαρύτ.), προστ. ἐπίστω (και ἐπίστασο), ἐπιστάσθω κτλ., απαρ. ἐπίστασθαι, μετ. ἐπιστάμενος· παρατ. ἠπιστάμην, ἠπίστω (και ἠπίστασο), ἠπίστατο κτλ., (βλ. §269. 2, α) μέσ.μέλλ. ἐπι-στή-σομαι, παθ.αόρ. ἠπιστή-θην. Ρημ.επίθ. ἐπιστη-τός, -τέος. Παράγ. ἐπιστήμη, ἐπιστήμων κτλ.

παρ348.
Εκτός από τα παραπάνω ρήματα, κατά το ἵστημι - ἵσταμαι κλίνονται και τα εξής:

1) κρέμα-μαι (= είμαι κρεμασμένος), (θ. κρέμα-, κρεμη-) του ενεστ. εύχρ. είναι η οριστ. κρέμαμαι, -σαι, -ται κτλ. και η μετ. κρεμάμενος· παρατ. ἐκρεμάμην, ἐκρέμω, ἐκρέματο κτλ., μέσ.μέλλ. ως παθ. κρεμήσομαι (ποιητ.). Το ρ. κρέμαμαι χρησιμεύει σαν παρακ. του κρεμάννυμαι·

2) ο αόρ. ἐ-πριά-μην (= αγόρασα), του ρ. ὠνοῦμαι (= αγοράζω) (ρ. θ. πριᾰ-) οριστ. ἐπριάμην, ἐπρίω, ἐπρίατο κτλ. υποτ. πρίωμαι, πρίῃ, πρίηται κτλ., ευκτ. πριαίμην, πρίαιο, πρίαιτο κτλ., (προστ. πρίω και πρίασο, πριά-σθω κτλ., ποιητ.), απαρ. πρίασθαι, μετ. πριάμενος.

28ο Κεφ. Αόριστοι β΄ βαρύτονων ρημάτων που κλίνονται κατά τα ρήματα σε -μι

παρ349.
Μερικά βαρύτονα ρήματα (της α΄ συζυγίας) σχηματίζουν αόριστο β΄ κατά τα ρήματα σε -μι, που κλίνεται όπως ο αόρ. ἔστην (βλ. §339,Α,2).

Τα ρήματα αυτά έχουν ρηματ. θέμα ισχυρό και αδύνατο, δηλ. έχουν χαρακτήρα:

1) η και ᾰ: βαίνω, αόρ. β΄ ἔ-βη-ν (ρ. θ. βη-, βᾰ-)

φθάνω, αόρ. β΄ ἔ-φθη-ν (ρ. θ. φθη-, φθᾰ-)·


2) και ᾰ: (ἀπο)-δι-δρά-σκ-ω, αόρ. β΄ (ἀπ)έ-δρᾱ-ν (ρ. θ. δρᾱ-, δρᾰ-)

γηρά-σκ-ω, αόρ. β΄ ἐ-γήρᾱ-ν (ρ. θ. γηρᾱ-, γηρᾰ


3) η και ε: ῥέω, αόρ. β΄ ἐρ-ρύη-ν (ρ. θ. ῥυη-, ῥυε-)·

4) ω και ο: ἁλ-ίσκ-ομαι, αόρ. β΄ ἑ-άλω-ν (θ. ἁλω-, ἁλο-) (βλ. §354)

γι-γνώ-σκ-ω, αόρ. β΄ ἔ-γνω-ν (θ. γνω-, γνο-) (βλ. §356)

ζῶ, αόρ. β΄ ἐ-βίω-ν (θ. βιω-, βιο-).


5) και ῠ: δύ-ομαι, αόρ. β΄ ἔ-δῡ-ν (ρ. θ. δῡ-, δῠ-)

φύ-ομαι, αόρ. β΄ ἔ-φῡ-ν (ρ. θ. φῡ-, φῠ-).


παρ350.
Παραδείγματα

θ. βη-, βᾰ-θ. δρᾱ-, δρᾰ-θ. ῥυη-, ῥυε-θ. γνω-, γνο-θ. δῡ-, δῠ

Οριστική

ἔ-βη-ν
ἔ-βη-ς
ἔ-βη
ἔ-βη-μεν
ἔ-βη-τε
ἔ-βη-σαν
ἔ-βη-τον
ἐ-βή-την
ἔ-δρᾱ-ν
ἔ-δρα-ς
ἔ-δρα
ἔ-δρα-μεν
ἔ-δρα-τε
ἔ-δρα-σαν
ἔ-δρα-τον
ἐ-δρά-την
ἐρρύη-ν
ἐρρύη-ς
ἐρρύη
ἐρρύη-μεν
ἐρρύη-τε
ἐρρύη-σαν
ἐρρύη-τον
ἐρρυή-την
ἔ-γνω-ν-
ἔ-γνω-ς
ἔ-γνω
ἔ-γνω-μεν
ἔ-γνω-τε
ἔ-γνω-σαν
ἔ-γνω-τον
ἐ-γνώ-την
ἔ-δῠ-ν
ἔ-δυ-ς
ἔ-δυ
ἔ-δυ-μεν
ἔ-δυ-τε
ἔ-δυ-σαν
ἔ-δυ-τον
ἐ-δύ-την

Υποτακτική

βῶ 1
βῇς
βῇς
βῶμεν κτλ.
δρῶ 1
δρᾷς
δρᾷ
δρῶμεν κτλ.
ῥυῶ 1
ῥυῇς
ῥυῇ
ῥυῶμεν κτλ.
γνῶ 1
γνῷς
γνῷ
γνῶμεν κτλ.
δύ-ω
δύ-ῃς
δύ-ῃ
δύ-ωμεν κτλ.

Ευκτική

βαί-ην
βαί-ης
βαί-η
κτλ.
δραί-ην
δραί-ης
δραί-η
κτλ.
ῥυεί-ην
ῥυεί-ης
ῥυεί-η
κτλ.
γνοί-ην
γνοί-ης
γνοί-η
κτλ.

Προστακτική

βῆ-θι
βή-τω
βῆ-τε
βά-ντων ή
βή-τωσαν
κ.τ.λ.
δρᾶ-θι
δρά-τω
δρᾶ-τε
δρά-ντων ή
δρά-τωσαν
κ.τ.λ.
γνῶ-θι
γνώ-τω
γνῶ-τε
γνό-ντων ή
γνώ-τωσαν
κ.τ.λ.
δῦ-θι
δύ-τω
δῦ-τε
δύ-ντων ή
δύ-τωσαν κ.τ.λ.

Απαρ.

βῆ-ναιδρᾶ-ναιῥυῆ-ναιγνῶ-ναιδῦ-ναι

Μετοχή

βὰς
(βάντος)
βᾶσα
(βάσης)
βὰν
(βάντος)
δρὰς
(δράντος)
δρᾶσα
(δράσης)
δρὰν
(δράντος)
ῥυεὶς
(ῥυέντος)
ῥυεῖσα
(ῥυείσης)
ῥυὲν
(ῥυέντος)
γνοὺς
(γνόντος)
γνοῦσα
(γνούσης)
γνὸν
(γνόντος)
δὺς
(δύντος)
δῦσα
(δύσης)
δὺν
(δύντος)

________________________
1. Οι τύποι της υποτ. είναι συνηρημένοι: (βή-ω) βῶ, (δρά-ω) δρῶ, (ῥυή-ω) ῥυῶ, (γνώ-ω) γνῶ· πβ. (στή-ω) στῶ, (θή-ω) θῶ, (δώ-ω) δῶ.

29ο Κεφ. Άλλα ρήματα της Β΄ συζυγίας (σε -μι)

παρ351.
Άλλα ρήματα που κλίνονται ολικά ή μερικά κατά τα ρήματα σε -μι με διάφορες ανωμαλίες είναι τα εξής:

1) εἰμὶ

παρ351 1)
Το ρ. εἰμὶ (= είμαι). Βλ. §274 - 275.

2) εἶμι

παρ351 2)
Το ρ. εἶμι (= θα πάω), (ρ. θ. ισχυρό εἰ-, αδύνατο -):

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτική
ΕνεστώταςΠαρατατικόςΕνεστώτας
εἶμι
εἶ
εἶσι(ν)
ἴ-μεν
ἴ-τε
ἴ-ασι(ν)
ἴ-τον
ἴ-τον
ᾖ-α ή ᾔ-ειν
ᾔ-εις ή ᾔ-εισθα
ᾔ-ει
ᾖ-μεν
ᾖ-τε
ᾖ-σαν ή ᾔεσαν
ᾖ-τον
ᾔ-την
ἴ-ω
ἴ-ῃς
ἴ-ῃ
ἴ-ωμεν
ἴ-ητε
ἴ-ωσι(ν)
ἴ-ητον
ἴ-ητον
ἴ-οιμι ή ἰ-οίην
ἴ-οις ή ἰ-οίης
ἴ-οι ή ἰ-οίη
ἴ-οιμεν
ἴ-οιτε
ἴ-οιεν
ἴ-οιτον
ἰ-οίτην

ἴθι
ἴ-τω

ἴ-τε
ἰ-όντων ή ἴ-τωσαν
ἴ-τον
ἴ-των

Απαρ. ἰ-έναι. Μετοχή ἰ-ὼν (ἰόντος), ἰ-οῦσα (ἰούσης), ἰ-ὸν (ἰόντος).

Ρημ. επιθ. ἰ-τὸς (ἁμαξ-ιτός), ἰ-τέον. Παράγ. εἰσ-ι-τήριος κτλ.

3) φημὶ

παρ351 3)
Το ρ. φημὶ (= 1) λέω· 2) συμφωνώ· 3) ισχυρίζομαι), (ρ. θ. ισχυρό φη-, αδύνατο φᾰ):

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτική
ΕνεστώταςΠαρατατικόςΕνεστώτας
φη-μὶ
φὴ-ς
(ή φῂς)
φη-σὶ(ν)
φα-μὲν
 
φα-τὲ
 
φα-σὶ(ν)
 
φα-τὸν
φα-τὸν
ἔ-φην
ἔ-φη-σθα
(ή ἔ-φη-ς)
ἔ-φη
ἔ-φα-μεν
 
ἔ-φα-τε
 
ἔ-φα-σαν
 
ἔ-φα-τον
ἐ-φά-την
φῶ
φῇς
 
φῇ
φῶμεν
 
φῆτε
 
φῶσι(ν)
 
φῆτον
φῆτον
φαί-ην
φαί-ης
 
φαί-η
φαί-ημεν
(ή φαῖμεν)
φαί-ητε
(ή φαῖτε)
φαί-ησαν
(ή φαῖεν)
φαί-ητον
φαι-ήτην

φά-θι
 
φά-τω

 
φά-τε
 
φά-ντων
(ή φά-τωσαν)
φά-τον
φά-των

Απαρ. ενεστ. φά-ναι. Μετοχή ενεστ. φά-σκ-ων, φά-σκ-ουσα, φά-σκ-ον. Μέλλ. φή-σω. Αόρ. ἔ-φη-σα. Ρημ.επίθ. φατός, ἄ-φατος. Παράγ. φήμη, προφήτης κτλ.

4) ἠμὶ

παρ351 4)
Το ρ. ἠμὶ (= λέω), (ρ. θ. -). Εύχρηστος ο παρατ. στο α΄ ενικό ἦ-ν (= ἔφην) και το γ΄ ενικό (= ἔφη), στις παρενθετικές φράσεις: ἦν δ' ἐγὼ (= είπα εγώ), ἦ δ' ὅς (=είπε αυτός), ἦ δ' ἣ (= είπε αυτή).

5) κεῖμαι

παρ351 5)
Το ρ. κεῖμαι (= κείτομαι, είμαι τοποθετημένος), (ρ. θ. κει-). Ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του ρ. τίθεμαι (βλ. §346,β):

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτ.Απαρ.Μετοχή
κεῖ-μαι
κεῖ-σαι
κεῖ-ται
κεί-μεθα
κ.τ.λ.


κέ-ηται

κέ-ησθε
κέ-ωνται


κέ-οιτο


κέ-οιντο

κεῖ-σο
κεί-σθω

κεῖ-σθε
κ.τ.λ.
κεῖ-σθαικεί-μενος
κει-μένη
κεί-μενον

Παρατ. (με σημασία υπερσυντ.) ἐ-κεί-μην, ἔ-κει-σο, ἔ-κει-το κτλ.
Μέλλ. κεί-σομαι, κεί-σῃ, κεί-σεται κτλ.
Παράγ. κειμήλιον, κοίτη (απ' όπου κοιτίς, κοιτὼν κτλ.).

6) κάθημαι

παρ351 6)
Το ρ. κάθημαι (σύνθετο από την πρόθ. κατὰ και το ποιητ. ρ. ἦμαι· ρ. θ. ἡσ- και -). Ο ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του καθέζομαι:

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτ.Απαρ.Μετοχή
κάθ-η-μαι
κάθ-η-σαι
(κάθῃ)
κάθ-η-ται
καθ-ή-μεθα
κ.τ.λ.


καθῆται
καθώμεθα
καθῆσθε
καθῶνται
καθ-ῄ-μην



καθ-ῇ-σθε

κάθ-η-σο
καθ-ή-σθω


καθ-ῆ-σθαικαθ-ή-μενος
καθ-η-μένη
καθ-ή-μενον

Παρατατ. ἐ-καθ-ή-μην, ἐ-κάθ-η-σο, ἐ-κάθ-η-το κτλ. Και χωρίς αύξηση: καθ-ή-μην, καθ-ῆ-σο, καθ-ῆ-το, καθ-ή-μεθα, καθ-ῆ-σθε, καθ-ῆ-ντο.
Μέλλ. (συνηρ.) καθ-εδοῦμαι, καθ-εδεῖ, καθ-εδεῖται κτλ. (από το καθέζομαι).

7) οἶδα

παρ351 7)
Το ρ. οἶδα (= ξέρω) (ρ. θ. ισχυρό Fειδ- = εἰδ- και με τροπή του ε σε ο: οἰδ-, αδύνατο θ. Fιδ- = ἰδ-). Το οἶδα είναι παρακ. β΄ του άχρηστου ρ. εἴδω και πήρε σημασία ενεστώτα (βλ. §359,2).

ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτ.Απαρ.Μετοχή
οἶδ-α
οἶσθ-α
οἶδ-ε
ἴσ-μεν
 
ἴσ-τε
 
ἴσ-ασι(ν)
 
ἴσ-τον
ἴσ-τον
εἰδῶ
εἰδῇς
εἰδῇ
εἰδῶμεν
 
εἰδῆτε
 
εἰδῶσι(ν)
 
εἰδῆτον
εἰδῆτον
εἰδείη-ν
εἰδείη-ς
εἰδείη
εἰδείη-μεν
(εἰδεῖμεν)
εἰδείη-τε
(εἰδεῖτε)
εἰδείη-σαν
(εἰδεῖεν)
εἰδεῖ-τον
εἰδεί-την

ἴσ-θι
ἴσ-τω

 
ἴσ-τε
 
ἴσ-των
(ἴστωσαν)
ἴσ-τον
ἴσ-των
εἰδ-έναιεἰδ-ὼς
εἰδ-υῖα
εἰδ-ὸς
γενική:
εἰδ-ότος
εἰδ-υίας
εἰδ-ότος

Υπερσυντέλ. (με σημασία παρατ.) ᾔδ-ειν ή ᾔδ-η, ᾔδ-εις ή ᾔδ-ησθα, ᾔδ-ει ή ᾔδ-ειν, ᾔδ-ε-μεν ή ᾖσ-μεν, ᾔδ-ε-τε ή ᾖστε, ᾔδ-ε-σαν ή ᾖ-σαν, ᾔδ-ειτον ή ᾖσ-τον, ᾐδ-είτην ή ᾔσ-την.
Μέλλ. εἴ-σομαι και εἰδή-σω. Ρημ.επίθ. ἰσ-τέον. Παράγ. εἴδησις, εἶδος, επίρρ. (από τη μετοχή) εἰδότως (= με επίγνωση, συνειδητά), ἵστωρ (= γνώστης, έμπειρος)· απ' αυτό: ἱστορία.

8) δέδοικα

παρ351 8)
Το ρ. δέδοικα ή δέδια (= φοβούμαι), (ρ. θ. ισχυρό δει- και με τροπή του ε σε ο: δοι-, αδύνατο θ. δι-). Τούτο είναι παρακ. του άχρηστου ρ. δείδω και έχει σημασία ενεστώτα. Εκτός από τους κανονικούς τύπους (δέδοικα, -κας, -κε κτλ.) έχει και ορισμένους εύχρηστους τύπους κατά τα ρήματα σε -μι (πβ. §347), δηλ. κλίνεται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτ.Απαρ.Μετοχή
δέ-δοι-κα
δέ-δοι-κας
δέ-δοι-κε
δε-δοί-καμεν
δε-δοί-κατε
δε-δοί-κασι(ν)
ή δέ-δι-α
δέ-δι-ας
δέ-δι-ε
δέ-δι-μεν
δέ-δι-τε
δε-δί-ασι(ν)


δε-δί-ῃ


δε-δί-ωσι(ν)

(δέ-δι-θι)
(δε-δί-τω)


δε-δoι-κέναι
ή
δε-δι-έναι
δε-δοι-κὼς
δε-δοι-κυῖα
δε-δοι-κὸς
ή δε-δι-ὼς
δε-δι-υῖα
δε-δι-ὸς

Υπερσυντέλ. (με σημασ. παρατ.) ἐ-δε-δοί-κειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και -δέ-δι-σαν.
Μέλλ. δεί-σομαι, -σει, -σεται κτλ. Αόρ. ἔ-δει-σα.
Παράγ. δεῖ-μα (= τρόμος), δέος ουδ. (= φόβος).

9) τέθνηκα

παρ351 9)
Το τέθνηκα (= έχω πεθάνει, είμαι νεκρός), παρακ. του ρ. ἀποθνῄ-σκω (ρ. θαν-, θνα-, θνη-, θνε-). Και τούτο εκτός από τους κανονικούς τύπους (τέθνηκα, - κας, -κε κτλ.) έχει και τους ακόλουθους τύπους κατα τα ρήματα σε -μι (πβ. §346):
Οριστ. τέ-θνα-μεν, τέ-θνα-τε, τε-θνά-σι(ν).
Υπερσυντ. ἐ-τέ-θνα-σαν.
Απαρ. τε-θνά-ναι.
Μετοχή: τε-θνε-ὼς (γεν. -ῶτος), τε-θνε-ῶσα (γεν. -ώσης), τε-θνε-ὼς ή τε-θνε-ὸς (γων. -ῶτος).

10) βέβηκα

παρ351 10)
Το βέβηκα (= έχω βαδίσει), παρακ. του ρ. βαίνω (θ. βη-, βᾰ- που εκτός από τους κανονικούς τύπους έχει και τους ακόλουθους τύπους κατά τα ρήματα σε -μι (πβ. §346):
Υποτακτική γ΄ πληθ. βεβῶσι.
Μετοχή: βεβώς, -ῶσα, -ώς.

11) ἔοικα

παρ351 11)
Το ἔοικα (= μοιάζω· ρ. θ. ισχυρό Fεικ = εἰκ- = και με τροπή του ε σε ο: Fοικ- = οἰκ-· αδύνατο Fικ- = ἰκ-). Τούτο είναι παρακείμενος του άχρηστου ρ. εἴκ-ω και έχει σημασία ενεστώτα. Κλίνεται έτσι: Παρακείμ. Οριστ. ἔ-οικ-α, -ας, -ε, ἐ-οίκ-αμεν, -ατε, -ασι και εἴξασι (από το εἴκ-σασι). Υποτ. ἐ-οίκ-ω, -ῃς, - κτλ. Ευκτ. ἐ-οίκ-οιμι, -οις, -οι κτλ. Προστ. λείπει. Απαρ. εἰκ-έναι (και μεταγεν. ἐ-οικ-έναι). Μετ. εἰκὼς (-ότος), εἰκυῖα (-υίας), εἰκὸς (-ότος) (και μεταγ. ἐ-οικ-ώς, -υῖα, -ός). Υπερσ. (με σημασία παρατ.) ἐ-ῴκ-ειν, ἐ-ῴκ-εις, ἐ-ῴκ-ει κτλ.

12) χρὴ

παρ351 12)
Το απρόσωπο χρὴ (= είναι ανάγκη, πρέπει):
Οριστ. ενεστ. χρή.
Παρατ. χρῆν ή ἐχρῆν.
Υποτ. χρῇ.
Ευκτ. χρείη.
Απαρ. χρῆναι.
Μετοχή μόνο ουδ. τό χρεὼν με σημασία ουσιαστικού (βλ. §152,1).

13) εἴμαρται

παρ351 13)
Το απρόσωπο εἴμαρται (= είναι πεπρωμένο). Τούτο είναι παρακ. του ποιητ. ρ. μείρομαι (= παίρνω το μέρος που μου ανήκει) (ρ. θ. σμερ- (-μερ, -μορ) και σμαρ-).

>Εύχρηστοι τύποι: το γ΄ εν. του παρακ. εἵ-μαρ-ται (από αρχικό τύπο σέ-σμαρ-ται), το γ΄ εν. του υπερσυντ. εἵ-μαρ-το και η μετοχή του παρακ. εἱμαρμένος (μάλιστα στο θηλ. εἱμαρμένη σαν ουσιαστ. με παράλειψη του μοῖρα).

14) πέπρωται

παρ351 14)
To απρόσωπο πέπρωται (= είναι πεπρωμένο). Τούτο είναι παρακ. ρήματος άχρηστου στον ενεστώτα, που έχει αόρ. β΄ ἔ-πορ-ον (ποιητ. = έδωσα) (ρ. θ. πορ-, με μετάθεση και έκταση του ο: πρω-). Εύχρηστοι τύποι: το γ΄ εν. του παρακ. πέ-πρω-ται ή πε-πρω-μένον ἐστί, το γ΄ εν. του υπερσ. ἐ-πέ-πρω-το και η μετοχή του παρακ. ἡ πεπρωμένη (ενν. μοῖρα), τὸ πεπρωμένον (ενν. μέρος).

30ό Κεφ. Ρήματα ανώμαλα, αποθετικά και απρόσωπα

Α΄. Ρήματα ανώμαλα

παρ352.
Ανώμαλα λέγονται τα ρήματα που παρουσιάζουν διάφορες ανωμαλίες ή κατά το σχηματισμό ή κατά τη σημασία των χρόνων.

1. Ρήματα ανώμαλα κατά το σχηματισμό των χρόνων

I. Πρόσφυμα ε

παρ353.
Σε μερικά ρήματα το ρηματικό θέμα μεγαλώνει κατά μία συλλαβή παίρνοντας στο τέλος το πρόσφυμα -ε-, για να σχηματιστεί το χρονικό θέμα:

α) του ενεστώτα και του παρατατικού: (δοκ-έ-ω) δοκῶ (= φαίνομαι) (ρ. θ. δοκ-, θ. ενεστ. δοκε-, (ὠθ-έ-ω) ὠθῶ (ρ. θ. ὠθ-, θ. ενεστ. ὠθε-) κ.ά.

β) μερικών από τους άλλους χρόνους: μέν-ω (ρ. θ. μεν-, χρον. θ. μενε- και εμπρός από σύμφωνο μενη-), νέμ-ω (= μοιράζω, βόσκω) (ρ. θ. νεμ-, χρον. θ. νεμε-, νεμη-) κ.ά.

γ) όλων των άλλων χρόνων εκτός από τον ενεστώτα και τον παρατατικό: βούλ-ομαι (ρ. θ. βουλ-, χρον. θ. βουλε- και εμπρός από σύμφωνο βουλη-), δέ-ω (= έχω ανάγκη) (ρ. θ. δε-, χρον. θ. δεε-, δεη-), ἐθέλ-ω ή θέλ-ω (ρ. θ. ἐθελ-, χρον. θ. ἐθελε-, ἐθελη-), μέλλ-ω (ρ. θ. μελλ-, χρον. θ. μελλε-, μελλη-) ὀφείλ-ω (ρ. θ. ὀφελ. = ὀφειλ-, χρον. θ. ὀφειλε-, ὀφειλη-), οἴ-ο-μαι και οἶ-μαι (= φρονώ) (ρ. θ. οἰ-, χρον. θ. οἰε-, οἰη-) κ.ά.

II. Πρόσφυμα σκ ή ισκ

παρ354.
Σε μερικά ρήματα το ρηματικό θέμα παίρνει στο τέλος του το πρόσφυμα -σκ- ή -ισκ-, για να σχηματιστεί το θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού: ἀρέ-σκ-ω, βλώ-σκ-ω (ποιητ. = έρχομαι), βό-σκ-ω, γηρά-σκ-ω, μεθύ-σκ-ω, πά-σχ-ω (από το πάθ-σκ-ω), φά-σκ-ω (= λέω), χά-σκ-ω· ἁλ-ίσκ-ομαι (= πιάνομαι, κυριεύομαι), ἀναλ-ίσκ-ω (= ξοδεύω), εὑρ-ίσκ-ω, θνῄσκ-ω (από το θνη-ίσκ-ω), θρῴσκ-ω (ποιητ. τινάζομαι, πηδώ· από το θρω-ίσκ-ω) κ.ά.

III. Ενεστωτικός αναδιπλασιασμός

παρ355.
Σε μερικά ρήματα, για να σχηματιστεί το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού, το ρηματικό θέμα παίρνει στην αρχή του ενεστωτικό αναδιπλασιασμό (βλ. §337):

βι-βάζω (= βάζω) (ρ. θ. βα-, με ενεστ. αναδιπλ. βι-βα- και από αναλογία προς τα ρ. σε -άζω: βιβάζ-ω· στο ρήμα αυτό ο ενεστωτικός αναδιπλασιασμός φυλάγεται σε όλους τους χρόνους και τα παράγωγα·

γί-γν-ομαι (ρ: θ. γεν-, με συγκοπή γν- και με ενεστ. αναδιπλ. γι-γν-)·

πί-πτ-ω (ρ. θ. πετ-, με συγκοπή πτ- και με ενεστωτικό αναδιπλ. πι-πτ-)·

τί-κτ-ω (ρ. θ. τεκ-, με συγκοπή τκ-, με ενεστ. αναδιπλ. τι-τκ- και με μετάθεση τι-κτ-

ἴ-σχ-ω (= έχω) (ρ. θ. σεχ.-, με συγκοπή σχ- και με ενεστ. αναδιπλ. σι-σχ- = ἰ-σχ-, με ψιλή. γιατί ακολουθεί χ· βλ. §64,1 κ.ά.

IV. Ενεστωτικός, αναδιπλασιασμός και πρόσφυμα σκ

παρ356.
Σε μερικά ρήματα, για να σχηματιστεί το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού, το ρηματικό θέμα παίρνει στην αρχή του ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και στο τέλος πρόσφυμα -σκ-:

βι-βρώ-σκ-ω (ποιητ. = τρώγω) (ρ. θ. βρω-), γι-γνώ-σκ-ω (ρ. θ. γνω-), ἀπο-δι-δρά-σκ-ω (ρ. θ. δρα-), πι-πρά-σκ-ω (= πουλώ) (ρ. θ. πρα-, πβ. πρατήριον), τι-τρώ-σκ-ω (ρ. θ. τρω-), μι-μνή-σκ-ω (= υπενθυμίζω) (ρ. θ. μνη-, χρον. θ. μι-μνη-σκ- = μιμνήσκ-) κ.ά.· έτσι και δι-δά-σκ-ω (ρ. θ. δα-), που κρατεί τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό σε όλους τους χρόνους.

V. Πρόσφυμα ν, αν, νε, νι ή νυ, σ

παρ357.
Σε μερικά ρήματα το ρηματ. θέμα, για να σχηματιστεί το χρον. θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού, παίρνει στο τέλος του:

α΄) το πρόσφυμα ν: δάκ-ν-ω (= δαγκάνω) (ρ. θ. δακ-), κάμ-ν-ω (= κουράζομαι) (ρ. θ. καμ-), πί-ν-ω (ρ. θ. πι-), τέμ-ν-ω (ρ. θ. τεμ-) τί-ν-ω (= πληρώνω) (ρ. θ. τει- και τῐ-) φθά-ν-ω (ρ. θ. φθη- και φθα-), φθί-ν-ω (ρ. θ. φθι-) κ.ά.

β΄) το πρόσφυμα αν: αἰσθ-άν-ομαι, ἁμαρτ-άν-ω, (ἀπ)εχθ-άν-ομαι (= γίνομαι μισητός), αὐξ-άν-ω, βλαστ-άν-ω, (κατα)δαρθ-άν-ω (= κοιμούμαι) (ρ. θ. δαρθ-), ὀλισθ-άν-ω (= γλιστρώ) κ.ά.

γ΄) το πρόσφυμα αν μετά το χαρακτήρα και συγχρόνως ένα ν εμπρός από το χαρακτήρα:
λα-ν-θ-άν-ω (ρ. θ. λαθ-), μα-ν-θ-άν-ω (ρ. θ. μαθ-), πυ-ν-θ-άν-ομαι (ρ. θ. πυθ-), (θι-ν-γ-άν-ω) θιγγ-άν-ω (= εγγίζω) (ρ. θ. θιγ-), (λα-ν-χ-άν-ω) λαγχ- άν-ω (ρ. θ. λαχ-), (τυ-ν-χ-άν-ω) τυγχ-άν-ω (ρ. θ. τυγ-), (λα-ν-β-άν-ω) λαμβ- άν-ω (ρ. θ. λαβ-), (λι-ν-π-άν-ω) λιμπ-άν-ω (= αφήνω) (ρ. θ. λιπ-) κ.ά.· βλ. §70,5.


δ΄) το πρόσφυμα νε: (ἀφ-ικ-νέ-ομαι) ἀφ-ικνοῦμαι (ρ. θ. ἱκ-), (ὑπ-ι-σχ-νέ-ομαι) ὑπ-ισχνοῦμαι (ρ. θ. σεχ-, σχ-, σι-σχ-, ἰσχ-· πβ. §355, ρ. ἴσχω) κ.ά.

ε΄) το πρόσφυμα νι ή νυ (με μετάθεση του ι ή υ εμπρός από το χαρακτήρα): βαίν-ω (ρ. θ. βη-, βᾰ: βάνι-ω = βαίνω), ἐλαύν-ω (ρ. θ. ἐλα-: ἐλά-νυ-ω = ἐλαύνω) κ.ά.

Ϛ΄) το πρόσφυμα σ: (ἀλέκ-σ-ω) ἀλέξω (= αποκρούω), (ἕπ-σ-ω) ἕψω, (αὔγ-σ-ω) αὔξω και (αὐγ-σ-άν-ω) αὐξάνω.

VI. Συνώνυμα θέματα

παρ358.
Μερικών ρημάτων οι χρόνοι δεν σχηματίζονται από ένα ρηματικό θέμα, παρά από δύο ή περισσότερα θέματα συνώνυμα, που έχουν δηλαδή διαφορετική ετυμολογία, αλλά την ίδια περίπου σημασία. Έτσι λ· χ. σχηματίζουν τους διάφορους χρόνους τα ρήματα:

ἀγορεύω (θ. ἀγορευ-, ἐρε-, ῥε- = ῥη-, εἰπ-

αἱρέω -ῶ (θ. αἱρε- = αἱρη-, Ϝελ- = ἑλ-)·

εἰμὶ. ἐσ-, γεν-)

ἔρχομαι (θ. ἐρχ-, εἰ- και ἰ-, ἐλευθ-, ἐλυθ-, ἐλθ-)·

ἐσθίω (θ. ἐδ-, ἐδε- = ἐδη-, ἐσθι-, φαγ-)·

ζῶ (θ. ζη-, βιω-, βιο-)·

λέγω (θ. λεγ-, Ϝερε- = ἐρε- = ἐρη-, ῥε- = ῥη-, Ϝειπ- = εἰπ-)·

τρέχω (θ. θρεχ- = τρεχ- §69,1· δραμ-, δραμε- = δραμη-)·

φέρω (θ. φερ-, οἰ-, ἐνεκ- και ἐνκ- = ἐγκ- §62,1

ὁράω -ῶ. Ϝορα- = ὁρα-, ὀπ-, Ϝειδ- = εἰδ-, Ϝιδ- = ἰδ-)·

ὠνέομαι -οῦμαι (θ. Fωνε- = ὠνε-, πρια-) κ.ά.

2. Ρήματα ανώμαλα κατά τη σημασία των χρόνων

παρ359.
Μερικοί χρόνοι ορισμένων ρημάτων της αρχαίας ελληνικής δεν έχουν σημασία σύμφωνη με την κατάληξή τους. Έτσι μερικά έχουν:

1) ενεστώτα με σημασία παρακειμένου, παρατατικό με σημασία υπερσυντελίκου ή αορίστου και απλό μέλλοντα με σημασία συντελεσμένου μέλλοντα:

ἥκω (= έχω έρθει), ἧκον (= είχα έρθει ή ήρθα), ἥξω (= θα έχω έρθει)· οἴχομαι (= έχω φύγει), ᾠχόμην (= είχα φύγει) κ.ά.·


2) παρακείμενο με σημασία ενεστώτα και υπερσυντέλικο με σημασία παρατατικού:

οἶδα (= ξέρω), ᾔδειν (= ήξερα) - δέδοικα ή δέδια (= φοβούμαι), ἐδεδοίκειν (= φοβόμουν)·

εἴωθα (= συνηθίζω), εἰώθειν συνήθιζα) - ἔοικα (= μοιάζω), ἐῴκειν (= έμοιαζα) κ.ά.·


3) μέσο μέλλοντα με σημασία ενεργητική:

ᾄδω - ᾄσομαι· ἀκούω - ἀκούσομαι· ἁμαρτάνω - ἁμαρτήσομαι· βαίνω - βήσομαι· γελῶ - γελάσομαι· γιγνώσκω - γνώσομαι· δάκνω - δήξομαι· θέω (= τρέχω) - θεύσομαι· λαγχάνω - λήξομαι· λαμβάνω - λήψομαι· μανθάνω - μαθήσομαι· ὄμνυμι - ὀμοῦμαι· ὁρῶ - ὄψομαι· τίκτω - τέξομαι· τυγχάνω - τεύξομαι κ.ά.·


4) μέσο μέλλοντα με σημασία παθητική:

ἀδικῶ - ἀδικήσομαι (= θ’ αδικηθώ από άλλον)· ἁλίσκομαι - ἁλώσομαι (= θα πιαστώ ή θα κυριευτώ από άλλον)· γεννῶ - γεννήσομαι· θεραπεύω - θεραπεύσομαι· κωλύω - κωλύσομαι· οἰκῶ - οἰκήσομαι· πάσχω - πείσομαι· φύω - φύσομαι κ.ά.·


5) παθητ. αόριστο με σημασία μέση:

αἰσχύνομαι - ᾐσχύνθην· ἀνιῶμαι (= λυπούμαι) - ἠνιάθην (= λύπησα τον εαυτό μου)· δέομαι - ἐδεήθην· λυποῦμαι - ἐλυπήθην· ὁρμῶμαι - ὡρμήθην· πορεύομαι - ἐπορεύθην· φοβοῦμαι - ἐφοβήθην κ.ά.


6) παθητ. μέλλοντα και παθητ. αόριστο με σημασία μέση:

ἀπαλλάττομαι - ἀπαλλαγήσομαι - ἀπηλλάγην· (ἐκ)πλήττομαι - (ἐκ)πλαγήσομαι - (ἐξ)επλάγην· μιμνήσκομαι - μνησθήσομαι - ἐμνήσθην· φαίνομαι - φανήσομαι - ἐφάνην κ.ά.·


7) ενεργητ.αόρ. β΄, παρακ. και υπερσυντέλικο με σημασία αμετάβατη :

ἵστημι, ενεργ. αόρ., β΄ ἔστην, παρακ. ἕστηκα·

φύω, ενεργ. αόρ. β΄ με μέση διάθ. ἔφυν (= υπήρξα από τη φύση, έγινα), ενεργ. παρακ. με μέση διάθ. πέφυκα (= έχω γίνει, είμαι πλασμένος από τη φύση), ενεργ. υπερσ. με μέση διάθ. ἐπεφύκειν (= είχα γίνει, ήμουν πλασμένος από τη φύση) κ.ά.

Β΄. Ρήματα αποθετικά

παρ360.
Αποθετικά λέγονται τα ρήματα που έχουν μόνο μέση φωνή (όπως τα νεοελλ. ρ.: αισθάνομαι, δέχομαι, έρχομαι, σέβομαι κ.ά.).

Από τα αποθετικά ρήματα:

1) λέγονται μέσα αποθετικά όσα έχουν μόνο μέσο αόριστο (α΄ ή β΄) με ενεργητική διάθεση:
αἰσθάνομαι - ᾐσθόμην, ἀσπάζομαι - ἠσπασάμην, ἐντέλλομαι - ἐνετειλάμην. ἕπομαι - ἑσπόμην, θεῶμαι (= παρατηρώ) - ἐθεασάμην, καρποῦμαι - ἐκαρπωσάμην, μηχανῶμαι (= επινοώ, μηχανεύομαι) - ἐμηχανησάμην, πυνθάνομαι - ἐπυθόμην, ὑπισχνοῦμαι - ὑπεσχόμην, φθέγγομαι - ἐφθεγξάμην κ.ά.


2) λέγονται παθητικά αποθετικά όσα έχουν αόριστο μόνο παθητικό μ’ ενεργητική διάθεση:
ἁμιλλῶμαι - ἡμιλλήθην, βούλομαι - ἐ(ἠ)βουλήθην, διανοοῦμαι - διενοήθην, δύναμαι - ἐ(ἠ)δυνήθην, ἐναντιοῦμαι - ἠναντιώθην, ἐπιμελοῦμαι - ἐπεμελήθην.
οἴομαι και οἶμαι (= φρονώ) - ᾠήθην κ.ά.


3) λέγονται μεικτά αποθετικά όσα έχουν και μέσο αόριστο μ’ ενεργητική διάθεση και παθητικό αόριστο με παθητική διάθεση:
αἰτιῶμαι (= κατηγορώ) - ᾐτιασάμην (= κατηγόρησα) - ᾐτιάσθην (= κατηγορήθηκα)·
βιάζομαι (= στενοχωρώ) - ἐβιασάμην (= στενοχώρησα) - ἐβιάσθην (= στενοχωρήθηκα)·
δωροῦμαι (= χαρίζω) - ἐδωρησάμην (= χάρισα) - ἐδωρήθην (= δόθηκα σαν δώρο)·
ἐργάζομαι – εἰργασάμην (= τελείωσα κάποια εργασία, έκαμα) – εἰργάσθην (= εκτελέστηκα, έγινα)·
ἰῶμαι (= γιατρεύω) - ἰασάμην (= γιάτρεψα) - ἰάθην (= γιατρεύτηκα, θεραπεύτηκα)·
κτῶμαι (= αποκτώ) - ἐκτησάμην (= απόκτησα) - ἐκτήθην (= αποκτήθηκα)·
λυμαίνομαι (= βλάφτω) - ἐλυμηνάμην (= έβλαψα) - ἐλυμάνθην (= βλάφτηκα)·
μιμοῦμαι (= κάνω κάτι κατ’ απομίμηση, παριστάνω) - ἐμιμησάμην (= έκαμα κάτι κατ’ απομίμηση, παράστησα) - ἐμιμήθη (= έγινε κάτι κατ’ απομίμηση)·
χρῶμαι (= χρησιμοποιώ) - ἐχρησάμην (= χρησιμοποίησα) - ἐχρήσθην (= χρησιμοποιήθηκα)·
ὠνοῦμαι (= αγοράζω) - ἐπριάμην (= αγόρασα) - ἐωνήθην (= αγοράστηκα) κ.ά.

Γ΄. Ρήματα απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα

παρ361.
Ρήματα απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα λέγονται εκείνα που συνηθίζονται μόνο ή κυρίως στο τρίτο πρόσωπο, χωρίς προσωπικό υποκείμενο (πβ. τα νεοελλ. πρέπει, μέλει κτλ.). Συνηθισμένα απρόσωπα ρήματα στην αρχαία ελληνική είναι:

1) τα ρ. δεῖ (= πρέπει), χρή (βλ. §351,12), προσήκει (= αρμόζει), δοκεῖ (= φαίνεται), μέλει (μοι) [=(με) νοιάζει, υπάρχει φροντίδα], μεταμέλει (= έρχεται μετάνοια· μεταμέλει μοι = μετανιώνω, μεταμέλει σοι = μετανιώνεις κτλ.), μέτεστι (= υπάρχει συμμετοχή· μέτεστί μοί τινος = συμμετέχω σε κάτι), ἔνεστι (= είναι δυνατό, μπορεί), ἔξεστι (= επιτρέπεται), εἵμαρται, πέπρωται (βλ. §351,13 και §351,14) κτλ.

2) Τα ρ. λέγεται, ὁμολογεῖται, ἀγγέλλεται, ᾄδεται, θρυλεῖται, νομίζεται κτλ., όταν έχουν υποκείμενο απαρέμφατο.

31ο Κεφ. Άκλιτα μέρη του λόγου

1. Επιρρήματα

παρ362.
Επιρρήματα λέγονται οι άκλιτες λέξεις που προσδιορίζουν κυρίως τα ρήματα και φανερώνουν τόπο, χρόνο, τρόπο, ποσό, βεβαίωση ή άρνηση κτλ.

Τα επιρρήματα κατά τη σημασία τους είναι:

1) τοπικά (όσα σημαίνουν τόπο): ποῦ; πῇ; ποῖ; ὅπου, ἔνθα, ἐνθάδε, ἐκεῖ, αὐτοῦ, ἄνω, κάτω, ἐγγύς, ἔσω, ἔξω κ.ά.·

2) χρονικά (όσα σημαίνουν χρόνο): πότε; ὅτε, τότε, ὁπηνίκα, πηνίκα; ποτὲ (= κάποτε), νῦν, πρίν, ἔπειτα, πάλαι, χθές, σήμερον, αὔριον, αὖ, αὖθις (= πάλι) κ.ά.·

3) τροπικά (όσα σημαίνουν τρόπο): πῶς; πῇ; οὕτω(ς), ὧδε (= έτσι), ὅπως, ὡς (= καθώς), ὥσπερ, εὖ, καλῶς, κακῶς, σωφρόνως κ.ά.·

4) ποσοτικά (όσα σημαίνουν ποσό): πόσον; ὅσον, τόσον, ὁπόσον, πολύ, μάλα, ἄγαν, λίαν, πάνυ, σφόδρα, ὁλίγον, ποσάκις, τοσάκις, πολλάκις, δίς, τρίς, τετράκις κτλ.'

5) βεβαιωτικά (όσα σημαίνουν βεβαίωση): ναί, μάλιστα, δὴ (= βέβαια), δῆτα (= βέβαια, χωρίς αμφιβολία), (= αλήθεια) κ.ά.·

6) αρνητικά (όσα σημαίνουν άρνηση): οὐ (βλ. §61,2), μή·

7) διστακτικά (όσα σημαίνουν δισταγμό): ἆρα (= άραγε), μῶν (= μήπως), τάχα, ἵσως κ.ά.

Συσχετικά επιρρήματα

παρ363.
Από τα τοπικά, χρονικά, τροπικά και ποσοτικά επιρρήματα:

1) όσα εισάγουν ερώτηση λέγονται ερωτηματικά·
2) όσα έχουν αόριστη σημασία λέγονται αόριστα·
3) όσα σημαίνουν δείξιμο λέγονται δεικτικά·
4) όσα αναφέρονται σε λέξη άλλης πρότασης λέγονται αναφορικά.

Τα ερωτηματικά, τα αόριστα, τα δεικτικά και τα αναφορικά επιρρήματα λέγονται μαζί συσχετικά επιρρήματα (πβ. §§243-244).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ

παρ363 α)
ΕρωτηματικάΑόρισταΔεικτικάΑναφορικά

Τοπικά

Για στάση σ' έναν τόπο

ποῦ;ποὺ (= κάπου)ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτοῦ, ἐκεῖοὗ (= εκεί όπου). ὅπου, ἔνθα, ὅθι

Για κίνηση από έναν τόπο

ποῖ; (= προς ποιο μέρος;)ποὶ (= κάπου, προς κάποιο μέρος)ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτόσε, ἐκεῖσεοἷ, ὅποι (= προς τα εκεί όπου), ἔνθα

Για κίνηση προς έναν τόπο

πόθεν;ποθὲν (= από κάποιο μέρος)ἐνθένδε (= απ' εδώ), ἐντεῦθεν, ἐκείθενὅθεν (= απ' όπου), ὁπόθεν, ἔνθεν

Χρονικά

πότε; πηνίκα; (= κατά ποια ώρα;)ποτὲ (= κάποτε)τότε, τηνίκα, τηνι- κάδε, τηνικαῦτα (=εκείνη την ώρα)ὅτε, ὁπότε, ἡνίκα, ὁπηνίκα (= την ώρα που)

Τροπικά

πῶς;πὼς (= κάπως)οὕτω(ς), ὧδε (= έτσι, ως εξής)ὡς (= όπως), ὥσπερ (= όπως ακριβώς), ὅπως

Τοπικά ή
τροπικά

πῇ; (= σε ποιο μέρος; πού; - ή πώς;)πῂ (= σε κάποιον τόπο, κάπου - ή κάπως)τῇδε, ταύτη (= σ' αυτόν τον τόπο, εδώ - ή έτσι)ᾖ, ὅπῃ (= όπου - ή όπως)

Ποσοτικά

πόσον;τόσον, τοσόνδε, τοσοῦτονὅπου, ὁπόσον

2. Προθέσεις

παρ364.
Προθέσεις λέγονται οι άκλιτες λέξεις που συνήθως μπαίνουν εμπρός από κλιτές λέξεις και φανερώνουν διάφορες σχέσεις, όπως τα επιρρήματα.

παρ365.
Από τις προθέσεις:

1) λέγονται κύριες προθέσεις όσες χρησιμοποιούνται και στη σύνταξη εμπρός από τις πλάγιες πτώσεις των πτωτικών (π.χ. ἐν τῇ πόλει, σὺν αὐτῷ) και σε σύνθεση με άλλες λέξεις (π.χ. ἔντιμος, συντυγχάνω· βλ. §421)· αυτές είναι 18, οι 6 μονοσύλλαβες και οι 12 δισύλλαβες:
εἰς, ἐν, ἐκ ή ἐξ, πρό, πρός, σύν·
ἀνά, διά, κατά, μετά, παρὰ - ἀμφί, ἀντί, ἐπί, περὶ - ἀπό, ὑπό - ὑπέρ·


2) λέγονται καταχρηστικές προθέσεις όσες χρησιμοποιούνται μόνο στη σύνταξη εμπρός από τις πλάγιες πτώσεις των πτωτικών (και όχι σε σύνθεση με άλλες λέξεις)· αυτές είναι οι ακόλουθες εννιά:
α) με γενική: ἄχρι, μέχρι, ἄνευ, χωρίς, πλήν, ἕνεκα ή ἕνεκεν Π.χ. ἄχρι τῆς νυκτός, μέχρι τοῦδε κτλ.
β) μ' αιτιατική: ὡς, νή, μὰ (π.χ. ὡς ἐμὲ = σ' εμένα, προς εμέ· νὴ τὸν Δία· μὰ τοὺς θεούς).

3. Σύνδεσμοι

παρ366.
Σύνδεσμοι λέγονται οι άκλιτες λέξεις που χρησιμεύουν για να συνδέουν με ορισμένους τρόπους λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους: ἐγὼ καὶ σὺ — ἐπαιάνιζόν τε οἱ Ἕλληνες καὶ ἤρχοντο ἀντίοι ἰέναι πρὸς τοὺς πολεμίους.

παρ367.
Οι σύνδεσμοι κατά τη σημασία τους είναι συμπλεκτικοί, διαζευκτικοίδιαχωριστικοί), αντιθετικοίεναντιωματικοί), παραχωρητικοίενδοτικοί), χρονικοί, αιτιολογικοί, τελικοί, συμπερασματικοί, ειδικοί, υποθετικοί, ερωτηματικοί, ενδοιαστικοίδιστακτικοί).

1) Συμπλεκτικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που συμπλέκουν, δηλ. συνενώνουν (καταφατικά ή αποφατικά), λέξεις ή προτάσεις:
καταφατικοί: τε, καί·
ἀποφατικοί: οὔτε, μήτε – οὐδέ, μηδέ.


2) Διαζευκτικοί ή διαχωριστικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που συνδέουν διαζευκτικά (δηλ. διαχωριστικά) λέξεις ή προτάσεις:
ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε.


3) Αντιθετικοί ή εναντιωματικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που σημαίνουν ότι εκείνα που συνδέονται με αυτούς είναι αντίθετα μεταξύ τους:
μέν, δέ, μέντοι, ὅμως, ἀλλά, ἀτάρ (= όμως), μὴν (= όμως), ἀλλὰ μὴν (= αλλά όμως), καὶ μὴν (= και όμως), οὐ μὴν ἀλλὰ (= αλλά όμως), καίτοι (= και όμως).


4) Παραχωρητικοί ή ενδοτικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους συνδέονται δύο νοήματα κάπως ασυμβίβαστα μεταξύ τους και που το ένα δηλώνει παραχώρηση (συγκατάβαση) προς το άλλο (πβ. τα νεοελλ. αν και ο καιρός δεν είναι καλός, θα πάω στο κυνήγι - εργάζεται, μολονότι είναι άρρωστος).
Παραχωρητικοί σύνδεσμοι είναι:
εἰ καί, ἄν καὶ - καὶ εἰ, καὶ ἄν, κἂν (= και αν ακόμη) – οὐδ' εἰ, οὐδ' ἐάν, μήδ' ἐὰν (= ούτε και αν) - καίπερ (= αν και): νοεῖς τοῦτο, εἰ καὶ μὴ ὁρᾷς – γελᾷ δ' ὁ μῶρος, κἄν (= και αν) τι μὴ γελοῖον ᾖ.


5) Χρονικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που καθορίζει το χρόνο μιας ενέργειας:
ὡς - ὅτε, ὁπότε - ὁσάκις, ὁποσάκις - ἡνίκα, ὁπηνίκα - ἐπεί, ἐπειδή - ὅταν, ὁπόταν, ἐπάν, ἐπειδὰν - ἕως, ἔστε, ἄχρι, μέχρι, πρίν.


6) Αιτιολογικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που είναι αιτία ή δικαιολογία άλλου:
γὰρ - ὅτι, ὡς, διότι, ἐπεί, ἐπειδή.


7) Τελικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που φανερώνει το τέλος (δηλ. το σκοπό) μιας ενέργειας:
ἵνα, ὅπως, ὡς (= για να).


8) Συμπερασματικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που φανερώνει συμπέρασμα άλλου προηγουμένου:
ἄρα, δή, δῆτα, οὖν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροῦν – οὔκουν, οὐκοῦν - ὥστε, ὡς.


9) Ειδικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που συμπληρώνει την έννοια άλλης πρότασης ως αντικείμενο ή ως υποκείμενο ή επεξηγεί κάποια λέξη άλλης πρότασης:
ὅτι, ὡς.


10) Υποθετικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που εισάγουν υπόθεση:
εἰ, ἐάν, ἄν, ἤν.


11) Ενδοιαστικοί ή διστακτικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που εκφράζει ενδοιασμό (δηλ. φόβο ή δισταγμό για κάτι ανεπιθύμητο):
μή, μὴ οὐ.

4. Επιφωνήματα

παρ368.
Επιφωνήματα λέγονται οι άκλιτες λέξεις που φανερώνουν ψυχικό πάθημα, όπως θαυμασμό, ενθουσιασμό, χαρά ή αγανάκτηση, αποστροφή, λύπη κτλ.

παρ369.
Τα επιφωνήματα της αρχαίας ελληνικής είναι:

1) θαυμαστικά: ἆ! ὤ! βαβαί! παπαῖ!

2) γελαστικά: ἅ - ἅ - ἅ!

3) θειαστικά (δηλ. όσα φανερώνουν ενθουσιασμό): εὐοῖ! εὐάν!

4) σχετλιαστικά (δηλ. όσα φανερώνουν λύπη ή αγανάκτηση): ἰώ! ἰού! οὐαί! οἴμοι! φεῦ! παπαῖ!

5) κλητικό: .

5. Μόρια

παρ370.
Μόρια λέγονται άκλιτες λέξεις, οι περισσότερες μονοσύλλαβες, που δεν ανήκουν κανονικά σ' ένα ορισμένο μέρος του λόγου.

Αυτά έχουν κυρίως επιρρηματική σημασία και χρησιμοποιούνται στο λόγο βοηθητικά. Τέτοια είναι στην αρχαία ελληνική τα ακόλουθα:

1) Τα εγκλιτικά τοί, γέ, πέρ, πώ, νῦν (βλ. §42,5

2) Το ευχετικό εἴθε, που εκφράζει ευχή: εἴθε εἶχες βελτίους φρένας – εἴθε ὑγιαίνοις.

3) Το δυνητικό ἄν, που σημαίνει κάτι που μπορεί ή που μπορούσε να γίνει: εἶπον ἂν (= μπορούσα να πω)

4) Το αοριστολογικό ἂν, που είναι παραλλαγή του δυνητικού ἂν και σημαίνει τυχόν ή ίσως: ὃς ἄν (= που τυχόν, ο οποίος τυχόν), ὅπου ἂν (= όπου τυχόν) κτλ.

5) Τα αιτιολογικά ἅτε, οἷον ή οἷον δή, οἷα ή οἷα δή, που συνάπτονται με μετοχή και σημαίνουν αιτία πραγματική: ἅτε ὤν, οἷον (δὴ) ὤν, οἷα (δὴ) ὤν (= γιατί πράγματι είναι)

6) Τα αχώριστα δηκτικά μόρια -δε και , που βρίσκονται προσκολλημένα στο τέλος ορισμένων λέξεων και σημαίνουν δείξιμο: (ὁ, ἡ, τὸ) ὅδε, ἥδε, τόδε (τοῖος, τόσος, τηλίκος), τοιόσδε, τοσόσδε, τηλικόσδε, (οὗτος) οὑτοσί, αὑτηί, τουτί, (ὅδε) ὁδί, ἡδί, τοδί, (οὕτως) οὑτωσί, (ὧδε) ὡδὶ κτλ. (πβ. §223 και §224,3)

7) Τα αχώριστα προτακτικά μόρια ἀ-, νη-, δυσ-, ἀρι-, ζα-, κτλ. που ποτέ δε λέγονται μόνα τους, παρά συνηθίζονται μόνο στη σύνθεση ως πρώτα συνθετικά σύνθετων λέξεων (βλ. §423).

6. Άκλιτα με πολλαπλή σημασία

παρ371.
Μερικές άκλιτες λέξεις ανήκουν σε διάφορα μέρη του λόγου και έχουν ποικίλες σημασίες, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας:

ἂν1. υποθετ. σύνδ. (§367,10
2. δυνητικό και αοριστολογικό μόριο (§370,3 και §370,4
3. μαζί με το καί παραχωρητικός σύνδεσμος (ἄν καί, καὶ ἄν, §367,4
ἄχρι1. καταχρηστ. πρόθεση (§365,2
2. χρονικός σύνδ. (§367,5
ἐὰν1. υποθετ. σύνδ. (§367,10
2. μαζί με το οὐδὲ ή μηδὲ παραχωρητικός σύνδ. (οὐδ' ἐάν, μηδ' ἐάν, §367,4
εἰ1. υποθετ. σύνδ. (§367,10
2. μαζί με το καὶ παραχωρητικός σύνδ. (εἰ καί, καὶ εἰ, §367,4
ἐπεὶ1. χρον. σύνδ. (§367,5
2. αιτιολογ. σύνδ. (§367,6
ἐπειδὴβλ. παραπάνω ἐπεί·
ἡνίκαβλ. ὅτε·
μέχριβλ. ἄχρι·
ὁπηνίκαβλ. ὅτε·
ὁπότεβλ. ὅτε·
ὅπως1. επίρρ. τροπικό αναφορικό (= καθώς) (§362,3
2. τελικός σύνδ. (= για να) (§367,7
ὅτε1. επίρρ. χρονικό αναφορικό (= και τότε) (§362,2
2. χρονικός σύνδ. (= όταν, τότε που) (§367,5)· έτσι και τα ὁπότε, ἡνίκα, ὁπηνίκα·
ὅτι1. σύνδ. αιτιολογ. (= γιατί) (§367,6
2. σύνδ. ειδικός (§367,9
3. ὅ,τι αναφορ. αντωνυμία (§240,3
πρὶν1. επίρρ. χρον, (§362,2
2. σύνδ. χρον. (§367,5
ὡς1. επίρρ. τροπικό αναφορικό (= καθώς, σαν) (§362,3
2. καταχρηστ. πρόθ., στη θέση της πρόθ. εἰς (= σε, προς) (§365,2)· και εμπρός από αριθμητικά (= περίπου) (ὡς εἴκοσι = περίπου είκοσι)·
3. χρονικός σύνδ. (§367,5
4. αιτιολογ. σύνδ. (§367,6
5. τελικός σύνδ. (§367,7
6. συμπερασματ. σύνδ. (§367,8
7. ειδικός σύνδ. (§367,9
8. κάποτε εισάγει ανεξάρτητες επιφωνηματ. προτάσεις (= πως, πόσο, τι) (π.χ. ὡς καλός μοι ὁ πάππος!)·
9. εμπρός από υπερθετικά επιτείνει τη σημασία τους (π.χ. ὡς τάχιστα, ὡς μάλιστα, ὡς ἥδιστα) κτλ.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

32ο Κεφ. Γενικά για την παραγωγή και τη σύνθεση

παρ372.
Οι περισσότερες λέξεις σχηματίστηκαν από άλλες με παραγωγή ή με σύνθεση:

α) με παραγωγή: δίκη - δικάζω, δικαστής, δικαστικός·

β) με σύνθεση: (λόγος + γράφω) λογογράφος, (ξίφος + μάχαιρα) ξιφομάχαιρα.

παρ373.
Το μέρος της γραμματικής που εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους σχηματίζονται οι λέξεις λέγεται ετυμολογικό.

παρ374.
Κατά την παραγωγή και τη σύνθεση δεν παίρνονται συνήθως ακέραιες οι λέξεις, παρά θέματα λέξεων. Π.χ.

παραγωγή: από τη λ. βαίνω (θ. βα-) σχηματίζεται η λ. βα-τός·

σύνθεση: από τις λ. ναῦ-ς + πήγ-νυμι σχηματίζεται η λ. ναυ-πηγ-ός.

παρ375.
1) Η λέξη που από το θέμα της σχηματίζεται με παραγωγή μια νέα λέξη λέγεται ώς προς αυτή πρωτότυπη· η νέα λέξη που παράγεται λέγεται παράγωγη: δίκη (προπότυπη) - δικάζω (παράγωγη).

2) Το αρχικό θέμα που απ’ αυτό βγαίνει μια σειρά από παράγωγες λέξεις με διάφορους μετασχηματισμούς λέγεται ρίζα.

Π.χ. ρίζα γραφ-: γράφ-ω, γραφ-εύς, γραφ-εῖον, γραφ-ή, γραφ-ίς (γεν. γραφ-ίδος), γραφ-ίδ-ιον, γραφ-ικός, γραπ-τός, γραμ-μή, γραμ-μ-ικός, γράμ-μα (γεν. γράμματ-ος), γραμματ-ίζω (= διδάσκω γράμματα), γραμματ-ιστής, γραμματ-εύς, γραμματεύ-ω κτλ., όπου από τη ρίζα γραφ- βγαίνουν τα θέματα γραφ-, γραφίδ-, γραπ-, γραμ-, γραμματ-, γραμματευ- κτλ.


3) Η λέξη που δεν παράγεται από άλλη, παρά σχηματίζεται απευθείας από κάποια ρίζα, όταν προστεθεί σ’ αυτή μια κατάληξη, λέγεται ριζική λέξη.

Π.χ. γράφ-ω, φη-μί, (ἐσ-μί) εἰ-μί, ναῦ-ς, φλόγ-ς, λίθο-ς κ.ά.

παρ376.
1) Η λέξη που σχηματίζεται από δύο άλλες (ριζικές, πρωτότυπες ή παράγωγες) με την ένωση των θεμάτων τους, λέγεται σύνθετη λέξη. Έτσι π.χ. από το φιλῶ και τιμὴ έγινε η σύνθετη λ. φιλότιμος· από το ναῦ-ς και μάχ-ομαι έγινε η σύνθετη λ. ναυμάχος.

2) Κάθε λέξη που δεν είναι σύνθετη λέγεται απλή λέξη. Η απλή λέξη μπορεί να είναι ριζική (δίκη, γράφω) ή παράγωγη (δίκαιος, γραφεύς).

παρ377.
Οι δύο λέξεις που ενώνονται και σχηματίζουν μια σύνθετη λέξη λέγονται συνθετικά μέρη. Η πρώτη απ’ αυτές λέγεται πρώτο συνθετικό (μέρος) και η δεύτερη λέγεται δεύτερο συνθετικό (μέρος). Έτσι π.χ. της σύνθετης λέξης βιβλιοπώλης συνθετικά μέρη είναι οι λέξεις βιβλίον (α΄ συνθετικό) και πωλῶ (β' συνθετικό).

παρ378.
Οι παράγωγες λέξεις που δεν παράγονται από άλλες απλές λέξεις, παρά από σύνθετες, λέγονται παρασύνθετες λέξεις ή παρασύνθετα. Π.χ. από τη σύνθετη λ. φιλόσοφος παράγεται η παρασύνθετη φιλοσοφῶ (βλ. §429).

33ο Κεφ. Παραγωγή των λέξεων

Προεισαγωγικές παρατηρήσεις για την παραγωγή

παρ379.
Είδαμε (§374) ότι κατά την παραγωγή παίρνεται ως βάση το θέμα της πρωτότυπης λέξης και απ' αυτό σχηματίζεται η παράγωγη.

Ειδικότερα στην παραγωγή παρατηρούμε τα ακόλουθα:

1) Το θέμα της πρωτότυπης λέξης από το οποίο σχηματίζεται η παράγωγη σπάνια μένει ακέραιο και αμετάβλητο· συνήθως παρουσιάζονται σ' αυτό διάφορες παθήσεις και μεταβολές. Π.χ.
δοῦλος (θ. δουλο-): δουλό-ω -ῶ το θέμα μένει αμετάβλητο
δοῦλος (θ. δουλο-): δουλ-εύω αποβολή του τελικού φθόγγου του θέματος
δουλόω -ῶ (θ. δουλο-): δούλω-σις έκταση του χαρακτ. ο σε ω (βλ. §62,7,β)
πέμπω (θ. πεμπ-): πομπ-ὸς τροπή του φων. ε σε ο (βλ. §62,6)
ῥήγνυμι (θ. ῥηγ-): ῥωγ-μὴ τροπή του φων. η σε ω (βλ. §62,6)
ἔχω (θ. σεχ-): σχ-έ-σις συγκοπή του φων. ε (βλ. §62,1).

2) Στο θέμα της πρωτότυπης λέξης (είτε αμετάβλητο είτε τροποποιημένο), για να σχηματιστεί μια παράγωγη λέξη, προσθέτεται κανονικά ορισμένο στοιχείο που λέγεται παραγωγικό πρόσφυμα. Π.χ.

ἀρόω -ῶ(θ. ἀρο-):ἄρο-τρο-ν(παραγωγ. πρόσφυμα -τρο-)
δοῦλος(θ. δουλο-):δουλ-εύ-ω( » » -ευ-)
λύ-ω(θ. λυ-):λύ-σι-ς( » » -σι-)

3) Στο παραγωγικό πρόσφυμα (-τρο-, -ευ-, -σι- κτλ.) προσθέτεται η νέα κατάληξη της παράγωγης λέξης (-ν, -ω, -ς κτλ.). Έτσι το παραγωγικό πρόσφυμα μαζί με την κατάληξη απαρτίζει ένα σύνολο που λέγεται παραγωγική κατάληξη: -τρον, -εύω, -σις κτλ.

4) Οι παράγωγες λέξεις μπορεί να είναι ουσιαστικά (γράψω - γραφεύς), επίθετα (γράφω - γραπτός), ρήματα (βασιλεύς - βασιλεύω) ή επιρρήματα (δίκαιος - δικαίως).

Α΄. Παράγωγα ουσιαστικά

παρ380.
Τα ουσιαστικά παράγονται α) από ρήματα: γράφ-ω: γραφεύς, β) από επίθετα: δίκαιος: δικαιοσύνη, γ) από άλλα ουσιαστικά: πόλις: πολίτης.

α) Ουσιαστικά παράγωγα από ρήματα

παρ381.
Τα ουσιαστικά που παράγονται από ρήματα σημαίνουν:

1) το πρόσωπο που ενεργεί. Παραγωγικές καταλήξεις τους είναι οι ακόλουθες (βλ. §379,3):

-εὺςγράφ-ω: γραφ-εύς, νέμ-ω: νομεύς, τίκτ-ω: τοκ-εὺς κτλ.
-ὸςτρέφ-ω: τροφ-ός, πέμπ-ω: πομπ-ός, ᾄδ-ω (θ. ἀειδ-): ἀοιδ-ὸς (βλ. §62,6), τάσσ-ω (θ. ταγ-): ταγ-ός κτλ.
-μὼνἡγέομαι –οῦμαι (θ. ἡγε-): ἡγε-μών, κήδ-ομαι (θ. κηδ-, κηδε-): κηδε-μὼν κτλ.
-ὰςφεύγ-ω (θ. φευγ-, φυγ-): φυγ-άς, νέμ-ω: νομ-ὰς κτλ.
-τηςποιέ-ω -ῶ: ποιη-τὴς (θηλ. ποιή-τρια), αὐλέ-ω -ῶ: αὐλη-τὴς (θηλ. αὐλη-τρίς), ἐργάζομαι: ἐργά-της (θ. ἐργά-τις) κτλ.
-τὴρκαλέ-ω -ῶ (θ. καλε-, κλη-): κλη-τήρ, σῴζω: σω-τήρ (θηλ. σώ-τειρα) κτλ.
-τωρλέγ-ω (θ. ῥη-, ῥη-θήσομαι): ῥή-τωρ, συλ-λαμβάνω (θ. λαβ-): συλ-λήπ-τωρ (θηλ. συλ-λήπ-τρια), πράττω (θ. πραγ-): πράκ-τωρ κτλ.

2) την ενέργεια, το πάθος ή την κατάσταση: παραγωγικές καταλήξεις:

-σιςλύ-ω: λύ-σις, παύ-ω: παῦ-σις, γεύ-ομαι: γεῦ-σις, κρού-ω: κροῦ- σις· στέφ-ω: (στέφ-σις=) στέψις, τρέφ-ω: (τρέφ-σις =) θρέψις (βλ. §69,1) λαμβάνω (θ.λαβ-, ληβ-): (λῆβ-σις =) λῆψις· μείγνυμι: (μεῖγ-σις =) μεῖξις, ψύχ-ω: (ψῦχ-σις =) ψῦξις· αἴρ-ω (θ. ἀρ-): ἄρ-σις, καθαίρω (θ. καθαρ-):κάθαρ-σις, ἐγείρομαι (θ. ἐγερ-): ἔγερ-σις, κλίνω: κλί-σις, κρίνω: κρί-σις (πβ. §309,α)· γεννά-ω -ῶ: γέννη-σις, δρά-ω -ῶ: δρᾶ-σις, αἰτιά-ομαι -ῶμαι: αἰτία-σις, ὁρά-ω -ῶ: ὅρα-σις· αἱρέ-ω -ῶ: αἵρε-σις, ποιέ-ω -ῶ: ποίη-σις· δηλό-ω -ῶ: δήλω-σις, ἀρό-ω -ῶ: ἄρο-σις (βλ. §331,γ, 1)· ἁλίσκομαι (θ.ἁλω-): ἅλω-σις, χρή-ομαι -ῶμαι (θ. χρη-): χρῆ-σις· ἵ-στη-μι (θ. στη-, στᾰ-): στά-σις, τί-θη-μι (θ. θη-, θε-):θέ-σις, ἀφ-ί-η-μι (θ. ἡ-, ἑ): ἄφ-ε-σις, ἐν-ί-η-μι: ἔν-ε-σις, δί-δω-μι (θ. δω-, δο-): δό-σις κ.ά.
-σίαδοκιμάζω: δοκιμα-σία, ἐργάζομαι: ἐργα-σία, θύ-ω: θυ-σία, ξηραίνω: ξηρα-σία, σημαίνω: σημα-σία, ὑγραίνω: ὑγρα-σία κ.ά.
-ὴγράφ-ω: γραφ-ή, ἀμείβ-ω: ἀμοιβ-ή, πέμπ-ω: πομπ-ή, θάπτ-ω: ταφ-ή, στρέφ-ω: στροφ-ή, φυλάττω (θ. φυλακ-): φυλακ-ή, σφάτ- τω (θ. σφαγ-) σφαγ-ή, ταράττω (θ. ταραχ-): ταραχ-ή, ἀρήγ-ω (= βοηθῶ): ἀρωγ-ή (βλ. §62,6) κ.ά.
-ὰ(όταν προηγείται ρ): ἀγείρω (θ. ἀγερ-): ἀγορ-ά, φθείρω (θ. φθερ-): φθορ-ά, χαίρω (θ. χαρ-): χαρ-ὰ κ.ά.
-ίαμαίνομαι (θ. μαν-): μαν-ία, ἀγγέλλω: ἀγγελ-ία, ὁμιλέ-ω: ὁμιλ-ία, μαρτυρέ-ω -ῶ: μαρτυρ-ία κ.ά.
-εία(ιδίο)ς από ρήματα σε -εύω): ἀριστεύω: ἀριστεία, βασιλεύω: βασιλεία, δουλεύω: δουλεία, θεραπεύω: θεραπεία, κολακεύω: κολακεία, λατρεύω: λατρεία, μαντεύω: μαντεία, παιδεύω: παιδεία κ.ά.
Σε τέτοια παράγωγα η κύρια παραγωγική κατάληξη είναι -ία (όπως στα προηγούμενα)· αλλά η κατάληξη αυτή μαζί με το προηγούμενο φωνήεν του θέματος παρουσιάζεται σαν –εία: βασιλε-ία - βασιλεία.
-ος(αρσ. της β΄ κλίσης): τρέμω: τρόμ-ος, τρέπω: τρόπ-ος, ψέγω: ψόγ-ος· πλέω: πλό-ος - πλοῦς, ῥέ-ω: ῥό-ος - ῥοῦς κ.ά.
-μὸςἀγείρω (θ. ἀγερ-): ἀγερ-μός, δέω – δῶ (= δένω), (θ. δεσ-): δεσμός, ὀδύρομαι: ὀδυρ-μός, σείω (θ. σεισ-): σεισ-μός
-(ε)τόςτρυγά-ω -ῶ: τρυγη-τός, κωκύω: κωκυ-τός, κόπτω: κοπ-ετός, νείφει (= χιονίζει· από θ. νιφ-): νιφ-ετός, πήγ-νυμι (θ. πηγ-, παγ-): παγ-ετός, τίκτω (θ. τεκ-, τοκ-): τοκ-ετός, ύω (= ρίχνω βροχή, βρέχω): ὑ-ετὸς κ.ά.

3) το αποτέλεσμα της ενέργειας: παραγωγικές καταλήξεις:

-μαβουλεύω: βούλευ μα, ἱδρύω: ἵδρυ-μα, μηνύω: μήνυμα· πταίω (θ. πταισ-): πταῖσ-μα, χρίω (θ. χρισ-): χρῖσ-μα· τιμάω -ῶ: τίμη-μα, ποιέω -ῶ: ποίη-μα, ζημιόω -ῶ: ζημίω-μα· βλέπω: βλέμ-μα, τρίβω: τρῖμ-μα, γράφω: γράμ-μα· πλέκω: πλέγ-μα, πράττω (θ. πραγ-): πρᾶγ-μα, ὀρύττω (θ. ὀρυχ-): ὄρυγ-μα· πλάττω (θ. πλαθ-): πλάσ-μα· ἀγγέλλω: ἄγγελ-μα, σφάλλω: σφάλ-μα, καθαιρώ: κάθαρ-μα, ὑφαίνω (θ. ὑφαν-): ὕφασμα, τέμνω (θ. τεμ-, τμη-) τμῆ-μα, βαίνω (θ. βα-, βη-): βῆ-μα κ.ά.
-μηγράφω: γραμ-μή, ῥήγνυ-μι (θ. ῥηγ-, ῥωγ-): ῥωγ-μή· φη-μί: φή-μη, γι-γνώ-σκω: γνώ-μη κ.ά.
-ος(ουδ. γ΄ κλίσ.): λανθάνω (θ. λαθ-): λάθ-ος, πάσχω (θ. παθ-): πάθ-ος, ψεύδομαι: ψεῦδ-ος κ.ά.

4) το όργανο ή το μέσο μιας ενέργειας: παραγωγικές καταλήξεις:

-τρον
ή -θρον
ἀρόω -ῶ: ἄρο-τρον, πλήττω (θ. πληγ-): (πλῆγ-τρον =) πλῆκ-τρον, σείω (θ. σεισ-): σεῖσ-τρον, σημαίνω (θ. σημαν-): σήμαν-τρον, σκήπτω (= στηρίζω): σκῆπ-τρον, φοβέω -ῶ: φόβη-τρον· κλείω: κλεῖ-θρον κ.ά.
Πολλά τέτοια παράγωγα στον πληθυντικό σημαίνουν αμοιβή για τη σχετική ενέργεια: διδάσκω: δίδακ-τρα, λύω: λύ-τρα, τρέφω: θρέπ-τρα (= αμοιβή για την τροφή) κ.ά.
-τρα
ή -θρα
ξύω (θ. ξυσ-): ξύσ-τρα, χέω (θ. χυ-, πβ. ἐ-χύ-θην): χύ-τρα· ἀποβαίνω (θ. βα-): ἀπο-βά-θρα κ.ά.
-τήρζώννυμι (θ. ζωσ-): ζωσ-τήρ, καίω (καυ-): καυ-τήρ, λάμπω: λαμπ-τήρ, λούω: λου-τήρ, νίπτω: νιπ-τήρ κ.ά.
-τηρίαβαίνω (θ. βα-): βα-κ-τηρία κ.ά.
-τήριονπίνω (θ. πο-): πο-τήριον, ἐγείρω (θ. ἐγερ-): ἐγερ-τήριον, αἰσθάνομαι (θ. αἰσθε-): αἰσθη-τήριον κ ά.
-ανονγλύφω (= σκαλίζω): γλύφ-ανον, δρέπω: δρέπ-ανον κ.ά.
-άνησκάπτω: σκαπ-άνη, χέω (= χύνω): χο-άνη κ.ά.
-όνηἄγχω (= σφίγγω το λαιμό, πνίγω): ἀγχ-όνη, πείρω (= τρυπώ) (θ. περ-): περ-όνη κ.ά.
-ίς(γεν. -ίδος) γράφω: γραφ-ίς, γλύφω: γλυφ-ίς, προβόσκω: προβοσκ-ὶς κ.ά.
-εὺςσφάττω (θ. σφαγ-): σφαγ-εὺς (= ξίφος), τέμνω: τομ-εὺς (= όργανο με το οποίο κόβομε) κ.ά.

5) τον τόπο όπου γίνεται μια ενέργεια· παραγωγικές καταλήξεις:

-τήριονβουλεύω: βουλευ-τήριον, δικάζω: δικασ-τήριον, ἐργάζομαι: ἐργασ-τήριον, ὁρμάομαι -ῶμαι: ὁρμη-τήριον κ.ά.
-τραὀρχέομαι -οῦμαι: ὀρχήσ-τρα, παλαίω: παλαίσ-τρα κ.ά.
-τρονθεάομαι -ῶμαι: θέα-τρον, λέχ-ομαι (ποιητ. = κοιμοῦμαι): λέκ-τρον (= κλίνη) κ.ά.
-θρονβαίνω (θ. βα-): βά-θρον, ῥέω (θ. ῥεε-): (ῥέε-θρον =) ῥεῖθρον.

β) Ουσιαστικά παράγωγα από επίθετα

παρ382.
Τα ουσιαστικά που παράγονται από επίθετα είναι (θηλυκά ή ουδέτερα) αφηρημένα ουσιαστικά και σημαίνουν ιδιότητα. Συνηθισμένες παραγωγικές καταλήξεις σ' αυτά είναι:

-ίᾱ(παροξύτονα) 1) κυρίως από δευτερόκλιτα επίθ. σε -ος: ἄπιστος: ἀπιστία, ἀπληστος: ἀπληστία, κακός: κακία, μωρός: μωρία, σοφός: σοφία, φιλόπονος: φιλοπονία, φίλος: φιλία, ὑπερήφανος: ὑπερηφανία κ.ά.
2) από αναλογία προς αυτά παράγονται αφηρημένα ουσιαστικά και από μερικά τριτόκλιτα επίθετα: εὐδαίμων: εὐδαιμονία, ἀμαθής: ἀμαθία, ἀτυχής: ἀτυχία, δυστυχής: δυστυχία, εὐτυχής: εὐτυχία κ.ά.
-ειᾰ (-ε-ιᾰ)(προπαροξύτονα) κυρίως από τριτόκλιτα σιγμόληκτα επίθ. σε -ης, -ες: ἀληθὴς (θ. ἀληθεσ-): ἀλήθεσ-ια - ἀλήθε-ια - ἀλήθεια· έτσι και ἐπιμελής: ἐπιμέλεια, εὐγενής: εὐγένεια, εὐσεβής: εὐσέβεια, ὑγιής: ὑγίεια κ.ά.· από αναλογία προς αυτά και από δευτερόκλιτα επίθ. σε -ός: βοηθός: βοήθεια, ἐνεργός: ἐνέργεια κ.ά.
-οιᾰ(-ο-ιᾰ)(προπαροξύτονα) από συνηρημένα επίθ. της β΄ κλίσης σε -οος = ους: εὔνοος = εὔνους: εὔνο-ιᾰ = εὔνοια· έτσι και εὔρους: εὔροια, εὔπλους: εὔπλοια, ἀγχίνους: ἀγχίνοια κ.ά.
-ος(ουδέτ. της γ΄ κλίσης) από τριτόκλιτα επίθ. σε -ύς, -εῖα, -ύ: βαθύς: βάθος, βαρύς: βάρος, εὐρύς: εὖρος, παχύς: πάχος, πλατύς: πλάτος, ταχύς: τάχος κ.ά.
-σύνη
(οσύνη)
(-ωσύνη)
από επίθ. δευτερόκλιτα και από επίθ. τριτόκλιτα σε -ων: δίκαιος: δικαιοσύνη· ἱερός: ἱερωσύνη, ἀγαθός: ἀγαθωσύνη (μτγν.), ἅγιος: ἁγιωσύνη (μτγν.)· σώφρων: σωφροσύνη, ἄφρων: ἀφροσύνη κ.ά. Έτσι και από το ουσ. κέρδος: κερδοσύνη. Ο φθόγγος ο πριν από το -σύνη εκτείνεται σε ω, αν η προηγούμενη συλλαβή είναι βραχύχρονη (πβ. §194).
-της
(-υ-της)
(γεν. -τητος) από επίθ. τριτόκλιτα σε -ύς, -εῖα, -ύ: βαρύς: βαρύτης, βραδύς: βραδύτης (γεν. -ύτητος) ή βραδυτής (γεν. -υτῆτος), γλυκύς: γλυκύτης, δριμύς: δριμύτης, ἡδύς: ἡδύτης, ταχύς: ταχύτης (γεν. -ύτητος) ή ταχυτής (γεν. -υτῆτος) κ.α.
(-ό-της)από δευτερόκλ. επίθ. σε -ος: ἀρχαῖος: ἀρχαιότης, ἴσος: ἰσότης, κακός: κακότης· έτσι και από τις αόριστες αντωνυμίες ποιὸς (= κάποιας λογής): ποιότης, ποσὸς (= κάμποσος): ποσότης.
-ὰς(γεν. -άδος) από αριθμ. επίθετα: μόνος: μονάς, εἷς (γεν. ἑv-ός): ἑνάς, δύο: δυάς, εἴκοσιν: εἰκάς κτλ. (βλ. §210).

γ) Ουσιαστικά παράγωγα από άλλα ουσιαστικά

παρ383.
Τα ουσιαστικά που παράγονται από άλλα ουσιαστικά είναι: υποκοριστικά, μεγεθυντικά, τοπικά, περιεκτικά, πατρωνυμικά, γονεωνυμικά, εθνικά και παρώνυμα.

1. Υποκοριστικά

παρ384.
Υποκοριστικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που παριστάνουν μικρό αυτό που σημαίνει το πρωτότυπο, είτε επειδή είναι αληθινά μικρό είτε επειδή λέγεται χαϊδευτικά ή για χλευασμό ή για καταφρόνηση (πβ. τα νεοελλ. παιδί - παιδάκι· πατέρας - πατερούλης· ἄνθρωπος - ἀνθρωπάκος κτλ.).

Οι πιο συνηθισμένες υποκοριστικές καταλήξεις είναι οι ακόλουθες:

-άριονἄνθρωπος: ἀνθρωπ-άριον· ἵππος: ἱππ-άριον· κύων (κυν-ός): κυν-άριον· παῖς (παιδ-ός): παιδ-άριον κ.ά.
-ιονἄβαζ (ἄβακ-ος): ἀβάκ-ιον· γέφυρα: γεφύρ-ιον· θυγάτηρ (θυγατρ-ός): θυγάτρ-ιον· πίναξ (πίνακ-ος): πινάκ-ιον· ῥύαξ (ρύακ-ος): ρυάκ-ιον· σῶμα (σώματ-ος): σωμάτ-ιον·
αλλά μερικά τρισύλλαβα που έχουν (φύσει ή θέσει) μακρόχρονη τη συλλαβή πριν από το -ιον παροξύνονται: χῶρ-ος: χωρ-ίον, ῥάβδος: ῥαβδ-ίον, σάρξ (σαρκ-ός): σαρκ-ίον, τέκν-ον: τεκν-ίον· (από αναλογία προς αυτά και το νεοελλ. τοπίο(ν), που δεν το αισθανόμαστε πια ως υποκοριστικό).
Κάποτε σε ονόματα γυναικών προσθέτεται η υποκοριστική κατάλ. -ιον με θηλυκό άρθρο· Γλυκερία: ἡ Γλυκέρ-ιον· Λεοντία: ἡ Λεόντ-ιον κ.ά.
-ίδιονξίφος: ξιφ-ίδιον· οἰκία: οἰκ-ίδιον· τεῖχος: τειχ-ίδιον· βοῦς (βο-ός): (βο-ίδιον) βοΐδιον· γῆ: (γη-ίδιον) γῄδιον· γραῦς (γρα-ός): (γρα-ίδιον) γρᾴδιον· λαγω(ός): (λαγω-ίδιον) λαγῴδιον κ.ά.
-ὶς(γεν. -ίδος) θύρα: θυρ-ίς· λαβή: λαβ-ίς· πίναξ (πίνακ-ος): πινακ-ίς· πύλη: πυλ-ὶς κ.ά.
(γεν. -ῖδος) κρήνη: κρην-ίς· νῆσος: νησ-ίς· ψῆφος: ψηφ-ὶς (= πετραδάκι) κ.ά.
-ίσκοςνεανίας: νεαν-ίσκος· οἶκος: οἰκ-ίσκος· πύργος: πυργ-ίσκος· χι-τών (χιτῶν-ος): χιτων-ίσκος κ.ά.
-ίσκηκόρη: κορ-ίσκη· ἡ παῖς (τῆς παιδ-ός): παιδ-ίσκη κ.ά.
-ύδριονλόγος: λογ-ύδριον· νέφος: νεφ-ύδριον· νῆσος: νησ-ύδριον κ.ά.
-ύλλιονδάσος: δασ-ύλλιον· δένδρον: δενδρ-ύλλιον· εἶδος (= ποίημα): εἰδ-ύλλιον κ.ά.

2. Μεγεθυντικά

παρ385.
Μεγεθυντικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που δηλώνουν εκείνον που έχει σε υπερβολικό μέγεθος αυτό που σημαίνει το πρωτότυπο. Τα μεγεθυντικά έχουν κυρίως σημασία περιγελαστική (πβ. τα νεοελλ. κεφάλας, κοιλαράς κτλ.).

Οι πιο συνηθισμένες μεγεθυντικές καταλήξεις είναι οι ακόλουθες:

-ων(γεν. -ωνος) γαστὴρ (γαστρ-ός): γάστρ-ων (= κοιλαράς)· ἡ γνάθος (= σιαγόνι): γνάθ-ων (= αυτός που έχει μεγάλο σαγόνι ή φουσκωμένα μάγουλα)· χεῖλος: χείλ-ων (= χειλαράς) κ.ά.
-ίαςμέτωπο: μετωπ-ίας (= αυτός που έχει μεγάλο μέτωπο)·

3. Τοπικά

παρ386.
Τοπικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν τον τόπο όπου μένει ή δρα το πρόσωπο που δηλώνει το πρωτότυπο ή τον τόπο όπου γίνεται η ενέργεια.

Οι πιο συνηθισμένες παραγωγικές καταλήξεις των τοπικών είναι οι ακόλουθες:

-ιον(προπαροξύτονα) στρατηγός: στρατήγ-ιον (= ο τόπος όπου μένει ο στρατηγός· σήμερα: στρατηγεῖο)· ἔμπορος: ἐμπόρ-ιον (= εμπορικός λιμένας)· γυμνασία (= γύμναση): γυμνάσ-ιον (= ο τόπος όπου γινόταν η γύμναση, γυμναστήριο)· ἱπποφορβὸς (= ιπποτρόφος): ἱπποφόρβ-ιον (= ιπποτροφείο) κ.ά.
-(ε)ῖονγραφεύς: γραφεῖον (από το γραφέ-ιον)· κουρεύς: κουρεῖον (από το κουρέ-ιον)· χαλκεύς: χαλκεῖον (από το χαλκέ-ιον)· και με
-εῖονπαραγωγ. κατάλ. -εῖον: ἀρχαί: ἀρχεῖον (= ο τόπος όπου συγκεντρώνονταν οι αρχές)· διδάσκαλος: διδασκαλ-εῖον· ἰατρός: ἰατρ-εῖον· κάπηλος: καπηλ-εῖον κ.ά.

4. Περιεκτικά

παρ387.
Περιεκτικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν το μέρος που περιέχει πολλά από εκείνα που φανερώνει η πρωτότυπη λέξη ή πολλά όμοια που βρίσκονται στο ίδιο μέρος. Οι πιο συνηθισμένες καταλήξεις των περιεκτικών είναι οι ακόλουθες:

-ὼν(γεν. -ῶνος) ἄνθος: ἀνθ-ών· ἐλαία: ἐλαι-ών· κρίνον: κριν-ών· ὄρνις (ὄρνιθ-ος): ὀρνιθ-ών· ῥόδον: ῥοδ-ών· πεύκη: πευκ-ών· πλάτανος: πλαταν-ὼν κ.ά. · έτσι και: ἀνὴρ (ἀνδρ-ός): ἀνδρ-ών· γυνή (γυναικ-ός): γυναικ-ών· ξένος: ξεν-ών· παρθένος: παρθενὼν κ.ά.
-εὼν(γεν. -εῶνος) περιστερά: περιστερ-εών· πρόμαχος: προμαχ-εὼν (μεταγεν. προμαχών)· ῥόδον: ῥοδ-εὼν (αλλά και ῥοδ-ών) κ.ά.
-ιὰμύρμηξ (μύρμηκ-ος): μυρμηκ-ιά· νεοττός: νεοττ-ιά (= φωλιά μικρών πουλιών)· σφήξ (σφηκ-ός): σφηκ-ιά (= φωλιά σφηκών) κ.ά.· έτσι και στρατός: στρατ-ιά.

5. Πατρωνυμικά

παρ388.
Πατρωνυμικά λέγονται τα ουσιαστικά που παράγονται από κύριο όνομα πατέρα ή μητέρας ή άλλου προγόνου και σημαίνουν το γιο, τη θυγατέρα ή γενικά τον απόγονο. Τα πατρωνυμικά έχουν συνήθως τις εξής καταλήξεις:

-δηςΑἰνείας: Αἰνειά-δης (θηλ. Αἰνειὰς -άδος)· Βορέας: Βορεά-δης (θηλ. Βορε-άς)· Βούτης (θ. Βουτά-): Βουτά-δης κ.ά.
-άδης(από αναλογία προς τα παραπάνω που λήγουν σε -ά-δης σχηματίστηκαν πατρωνυμικά με την παραγωγ. κατάλ. -άδης): Ἀσκληπιός: Ἀσκληπι-άδης, Θέστιος: Θεστι-άδης (θηλ. Θε-στιάς) κ.ά.
-ιάδης(από αναλογία επίσης προς τα παραπάνω που λήγουν σε -ι-άδης σχηματίστηκαν πατρωνυμικά με την παραγωγ. κατάλ. -ιάδης): Λαέρτης: Λαερτ-ιάδης· Τελαμών: Τελαμων-ιάδης (θηλ. Τελαμωνιάς)· Φέρης (γεν. Φέρητ-ος): Φερητ-ιάδης (θηλ. Φερητιάς) κ.ά.
-ίδηςΔαναός: Δανα-ΐδης (θηλ. Δαναΐς)· Κρόνος: Κρον-ίδης 1, Πέλοψ (Πέλοπ-ος): Πελοπ-ίδης 1· Πρίαμος: Πριαμ-ίδης (θηλ. Πριαμίς)· Τάνταλος: Τανταλ-ίδης (θηλ. Τανταλίς) κ.ά.
(-είδης)Ἀτρεύς: Ἀτρείδης (από το Ἀτρε-ίδης)· Ἡρακλῆς (Ἡρακλέους): Ἡρακλείδης 1 (από το Ἡρακλε-ίδης)· Πηλεύς: Πηλείδης 1 (από το Πηλε-ίδης) κ.ά.
(-οίδης)Λητώ (γεν. Λητό-ος = -οῦς): Λητοίδης (από το Λητο-ίδης, θηλ. Λητωίς)·
-ίων(ποιητ. κατάλ.) Κρόνος: Κρον-ίων (ο γιος του Κρόνου, ο Δίας)· Ἀτρεύς: Ἀτρείων (από το Ἀτρε-ίων) (= ο γιος του Ατρέα, ο Αγαμέμνονας)· Πηλεύς: Πηλείων (από το Πηλε-ίων) (= ο γιος του Πηλέα, ο Αχιλλέας) κ.ά.

________________________
1. Δεν έχει θηλυκό.

6. Γονεωνυμικά

παρ389.
Γονεωνυμικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν νεογνό ζώου ή μικρό κατά την ηλικία ζώο κάποιου είδους. Αυτά έχουν παραγωγική κατάληξη -ιδεύς:

ἀετός: ἀετ-ιδεύς· λαγώς: λαγ-ιδεύς· λέων (λέοντ-ος): λεοντ-ιδεύς· λύκος: λυκ-ιδεὺς κ.ά.

7. Εθνικά

παρ390.
Εθνικά λέγονται τα ουσιαστικά που παράγονται από κύρια ονόματα χωρών, πόλεων και γενικά τόπων και σημαίνουν εκείνον που κατάγεται από κάποιον τόπο ή που ανήκει σ' αυτόν. Αυτά παίρνουν συνήθως τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:

-ιος(συνήθως θηλ. -ία): Ζάκυνθος: Ζακύνθ-ιος (θηλ. Ζακυνθ-ία)· Κόρινθος: Κορίνθ-ιος· Κλαζομεναί: Κλαζομέν-ιος· Ῥόδος: Ῥόδ-ιος· Σαλαμίς (-ῖνος): Σαλαμίν-ιος· Δῆλος: Δήλ-ιος (θηλ. Δηλ-ιάς)· Πάρος: Πάρ-ιος· Μίλητος: Μιλήσ-ιος (από το Μιλήτ-ιος, βλ. §70,4)· Συρία: Σύρ-ιος (θηλ Συρ-ία) και Σῦρος (θηλ Σύρα)· Σῦρος (το νησί): Σύρ-ιος (θηλ. -ία)· Χῖος (από το Χί-ιος)· Κίος: Κῖος (από το Κί-ιος) κ.ά.
Τα εθνικά που παράγονται από ονόματα σε -οῦς, γεν. -οῦντος λήγουν σε -ούντιος ή -ούσιος (ή -άσιος, αv εμπρός από το -ους υπάρχει φωνήεν ή ρ): Ὀποῦς (γεν. Ὀποῦντος: Ὀπούντ-ιος· Σελινοῦς: Σελινούντ-ιος· Ἀμαθοῦς: Ἀμαθούσ-ιος· Δαφνοῦς: Δαφνούσ-ιος· αλλά Φλιοῦς: Φλι-άσιος· Ἀναργυροῦς: Ἀναργυρ-άσιος κ.ά.
(-αῖος)Ἀθῆναι: Ἀθηναῖος (από το Ἀθηνά-ιος), θηλ. Ἀθηναί-α ἡ Ἀτθίς· Κέρκυρα: Κερκυραῖος (από το Κερκυρά-ιος)· Λάρισα: Λαρισαῖος (από το Λαρισά-ιος) κ.ά.
(-εῖος)Ἄργος (θ. Ἀργεσ-): Ἀργεῖος (από το Ἀργέσ-ιος, Ἀργέ-ιος), θηλ. Ἀργεία· Κέως (το νησί Κέα): Κεῖος (από το Κέ-ιος), θηλ. Κεία κ.ά.
(-ῷος)Κῶς: Κῶος (από το Κώ-ιος)· έτσι και Γέλα (πόλη της Σικελίας): Γελ-ῷος (πιθανώς από αναλογία) κ.ά.
-εὺς(θηλ. -ίς -ίδος) Μέγαρα: Μεγαρ-εύς, θηλ. Μεγαρ-ίς· Ἐρέτρια: Ἐρετρι-εύς, θηλ. Ἐρετριάς· Μαντίνεια: Μαντιν-εύς, θηλ. Μαντινίς· Πλάταια: Πλαται-εύς, θηλ. Πλαταιίς· Φώκαια: Φωκα(ι)-εύς, θηλ. Φωκα(ι)-ὶς κ.ά.
-νὸς(θηλ. -νή) Ἀσία: Ἀσια-νός, θηλ. Ἀσια-νή κ.ά.
-ανὸςΠάριον (πόλη της Μυσίας, αποικία των Παριανών): Παριανός· Σάρδεις (Ίων. Σάρδι-ες): Σαρδι-ανός κ.ά.
-ηνὸςἌβυδος: Ἀβυδ-ηνός· Κύζικος: Κυζικ-ηνός· Πέργαμος: Περγαμ-ηνὸς κ.ά.
-ῖνοςἈκράγας (γεν. Ἀκράγαντ-ος): Ἀκραγαντ-ῖνος, θηλ. Ἀκραγαντ-ίνη· Ἀμοργ-ῖνος, θηλ. Ἀμοργ-ίνη κ.ά.
-της(θηλ. -τις, γεν. -τιδος) Τεγέα: Τεγεά-της, θηλ. Τεγεᾶ-τις -άτιδος κ.ά.
-άτηςΓύθειον: Γυθε-άτης, θηλ. Γυθε-ᾶτις -άτιδος κ.ά.
-ιάτηςΚρότων: Κροτων-ιάτης· Σπάρτη: Σπαρτ-ιάτης, θηλ. Σπαρτ-ιᾶτις -ιάτιδος κ.ά.
-ήτηςΑἴγινα: Αἰγιν-ήτης, θηλ. Αἰγιν-ῆτις -ήτιδος· Ἴος: Ἰ-ήτης, θηλ. Ἰ-ῆτις κ.ά.
-ίτηςἌβδηρα: Ἀβδηρ-ίτης, θηλ. -ῖτις· Στάγιρα: Σταγιρ-ίτης, θηλ. -ῖτις κ.ά.
-ώτηςΛαύρειον: Λαυρε-ώτης, θηλ. -ῶτις, -ώτιδος· Ἰταλία: Ἰταλι-ώτης· Σικελία: Σικελι-ώτης· έτσι και: ἤπειρος: ἠπειρ-ώτης, νῆσος: νησ-ιώτης (πβ. §391) κ.ά.
-ήσιοςἸθάκη: Ἰθακ-ήσιος, θηλ. Ἰθακησία· Φίλιπποι: Φιλιππ-ήσιος κ.ά.

8. Παρώνυμα

παρ391.
Παρώνυμα λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν πρόσωπο σχετικό μ' εκείνο που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή πρόσωπο που ανήκει σ' αυτό. Τα παρώνυμα έχουν συνήθως τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:

-εὺςἵππος: ἱππ-εύς· ἱερὸν (=ναός): ἱερ-εὺς (θηλ, ἱέρεια)· ἄνθραξ (ἄνθρακ-ος): ἀνθρακ-εύς· γράμμα (γράμματ-ος): γραμματ-εύς· κέραμος: κεραμ-εὺς κ.ά.
-της(θηλ. -τις -τιδος) δῆμος: δημό-της (θηλ. δημό-τις)· κώμη: κωμή-της (= αυτός που κατοικεί σε κωμόπολη· θηλ. κωμῆ-τις)· ναῦς: ναύ-της· πόλις: πολί-της (θηλ. πολῖ-τις)· πρέσβυς: πρεσβύ-της (θηλ. πρεσβῦ-τις)· τόξον: τοξό-της κ.ά.
-έτηςοἶκος: οἰκ-έτης (θηλ. οἰκ-έτις)· φυλή: φυλ-έτης (= αυτός που ανήκει στην ίδια φυλή· θηλ. φυλ-έτις) κ.ά.
-ίτηςὅπλον: ὁπλ-ίτης· τέχνη: τεχν-ίτης κ.ά.
-ώτηςδεσμός: δεσμ-ώτης (θηλ. δεσμ-ῶτις)· ἤπειρος: ἠπειρ-ώτης (θηλ. ἠπειρ-ῶτις)· θίασος: θιασ-ώτης (θηλ. θιασ-ῶτις)· στρατιά: στρατι-ώτης κ.ά.
-ιώτηςνῆσος: νησ-ιώτης κ.ά.· πβ. §390.

Β΄. Παράγωγα επίθετα

παρ392.
Τα παράγωγα επίθετα σχηματίζονται α) από ρήματα: θαυμάζω: θαυμαστός, β) από ονόματα (από ουσιαστικά ή σπανιότερα από επίθετα): θάλασσα: θαλάσσιος, θῆλυς: θηλυκὸς και γ) από επιρρήματα: χθές: χθεσινός.

α) Επίθετα παράγωγα από ρήματα

1. Κυρίως ρηματικά επίθετα

παρ393.
Τα επίθετα που παράγονται από ρήματα με τις παραγωγικές καταλήξεις -τος και -τέος λέγονται κυρίως ρηματικά επίθετα και είναι δευτερόκλιτα τρικατάληκτα, εκτός από τα σύνθετα σε -τος που κανονικά είναι δικατάληκτα (προπαροξύτονα): λυ-τός, λυ-τή, λυ-τόν· λυ-τέος, λυ-τέα, λυ-τέον· αλλά ὁ, ἡ ἄλυτος, τὸ ἄλυτον (βλ. §432,4).

I. Ρηματικά επίθετα σε -τος

παρ394.
Τα ρηματικά επίθετα σε -τος σημαίνουν: α) ό,τι και η μετοχή του παθητ. παρακειμένου, β) εκείνον που μπορεί να πάθει ή γ) εκείνον που αξίζει να πάθει αυτό που δηλώνει το ρήμα· δ) κάποτε σημαίνουν ό,τι και η μετοχή του ενεστώτα ή αορίστου (με ενεργητ. ή παθητ. σημασία):

α) λύ-ω: λυ-τὸς (λελυμένος), γράφ-ω: γραπ-τός, γλύφ-ω: γλυπ-τός, στρέφ-ω: στρεπ-τὸς (ἐστραμμένος), πλέκ-ω: πλεκ-τός, ζεύγ-νυμι: ζευκ-τός, μείγ-νυμι: μεικ-τός, πήγ-νυμι: πηκ-τός, πλάττω (θ. πλαθ-): πλασ-τός, γιγνώ-σκω (θ. γνωσ-): γνωσ-τός, καλέω -ῶ (θ. κλη-): κλη-τός (κεκλημένος = καλεσμένος) κ.ά.

β) ἁλίσκομαι (θ. ἁλω-): ἁλω-τὸς (= αυτός που μπορεί να κυριευτεί), βαίνω (θ. βα-): βα-τός, ἰάομαι -ῶμαι: ἰα-τός, ὁράω -ῶ: ὁρα-τός, τι-τρώσκ-ω: τρω-τός, ἅπτομαι (θ. ἁφ-): ἁπτὸς (= που μπορεί κανείς να τον αγγίξει), εἶμι (= θα έρθω· θ. -): ἰ-τός (= που μπορεί κανείς να τον διαβεί: πβ. προσ-ιτός, ἀ-πρόσ-ιτος, ἁμαξ-ιτὸς κτλ.) κ.ά.

γ) ἀγαπάω -ῶ: ἀγαπη-τὸς (= που αξίζει να τον αγαπούν, επιθυμητός), ἐπαινέω -ῶ: ἐπαινε-τός, σέβ-ομαι: (σεβ-τός) σεπ-τός, θαυμάζω: θαυμασ-τός, πείθ-ομαι (θ. πειθ-, πιθ-): (πιθ-τός) πισ-τός (= αξιόπιστος, γνήσιος) κ.ά.

δ) μέν-ω: μεν-ε-τὸς (ὁ μένων = αυτός που παραμένει ή περιμένει), θνῄσκω (θ. θνη-): θνη-τὸς (ὁ θνήσκων), ῥέω (θ. ρυ-): ῥυτὸς (ὁ ῥέων), πράττω (θ. πραγ-): ἄ-πρακ-τος (= αυτός που δεν έπραξε), στρατεύ-ομαι: ἀ-στράτευτος (= που δεν στρατεύτηκε) κ.ά.

II. Ρηματικά επίθετα σε -τέος

παρ395.
Τα ρηματικά επίθετα σε -τέος σημαίνουν εκείνον που πρέπει να πάθει ό,τι φανερώνει το ρήμα από το οποίο παράγονται:

λύ-ω: λυ-τέος (= που πρέπει να λυθεί)· γράφ-ω: γραπ-τέος (= που πρέπει να γραφεί)· ἐπαινέω -ῶ: ἐπαινε-τέος (= που πρέπει να επαινεθεί)· έτσι και διδάσκω (θ. διδαχ-): διδακ-τέος· λέγ-ω: λεκ-τέος· τιμά-ω -ῶ: τιμη-τέος κ.ά. (Πβ. τα προακτέος, μετεξεταστέος της νέας ελληνικής).

2. Άλλα επίθετα παράγωγα από ρήματα

παρ396.
Άλλα επίθετα παράγωγα από ρήματα, εκτός από τα κυρίως ρηματικά επίθετα σε -τος και -τέος, είναι:

1) Μερικά που σημαίνουν ό,τι η μετοχή του ενεστώτα ή του παρακειμένου του ρήματος από το οποίο παράγονται· αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:

-ὰς(γεν. -άδος), τριτόκλιτα μονοκατάληκτα: φεύγω (θ. φυγ-): φυγ-ὰς (ὁ φεύγων)· μείγ-νυμαι (θ. μειγ-, μιγ-): μιγ-ὰς (ὁ μεμειγμένος)· νέμομαι: νομὰς (νεμόμενος = αυτός που γυρίζει από τόπο σε τόπο να βρει βοσκή) κ.ά.
-ὴς(γεν. -οῦς), τριτόκλιτα δικατάληκτα (τα περισσότερα σύνθετα ή παρασύνθετα): ψεύδομαι: ψευδ-ὴς (ὁ ψευδόμενος, ὁ μὴ ὢν ἀληθής)· τυγχάνω (θ. τυχ-): ἀτυχής, εὐτυχής, ἐπιτυχής κτλ. (ὁ ἀτυχῶν, εὐτυχῶν, ἐπιτυγχάνων κτλ.)· φαίνομαι: ἀφανὴς (ὁ μὴ φαινόμενος)· έτσι και ἐμφαίνω: ἐμφανής, ἐπιφαίνω: ἐπιφανὴς κτλ.
-ὸςδευτερόκλιτα τρικατάληκτα: κύπτω (θ. κυφ-): κυφ-ὸς (ὁ κύπτων = καμπούρης)· λείπ-ω: λοιπὸς (ὁ ὑπολειπόμενος) κ.ά.
-νὸςσέβ-ομαι: (σεβ-νὸς) σεμ-νὸς (= αυτός που προκαλεί σεβασμό, σεβαστός)· στίλβ-ω: (στιλβ-νὸς) στιλπ-νὸς (ὁ στίλβων)· στυγέ-ω -ῶ (= μισώ): στυγ-νός (= μισητός)· τέρπ-ω: τερπ-νὸς (ὁ τέρπων) κ.ά.
-ανὸςστέγ-ω: στεγ-ανὸς (ὁ στέγων = αυτός που σκεπάζει)· πείθ-ω (θ. πειθ-, πιθ-): πιθ-ανὸς (ὁ πείθων = πειστικός) ἱκ-νέ-ομαι -οῦμαι (ἀφικνοῦμαι = φτάνω): ἱκ-ανὸς (= αυτός που μπορεί να φτάσει [σ' ένα σκοπό]) κ.ά.
-ρὸςλάμπ-ω: λαμπ-ρὸς (ὁ λάμπων)· μιαίνω (θ. μιαν-): (μιαν-ρὸς) μια-ρός· χαλά-ω -ῶ (= χαλαρώνω): χαλα-ρὸς κ.ά.
-ερὸςθάλλω: θαλ-ερὸς (ὁ θάλλων)· φαίνομαι (θ. φαν-): φαν-ερὸς (ὁ φαινόμενος)· στυγέ-ω -ῶ: στυγ-ερὸς (= μισητός, βδελυρός).

2) Όσα σημαίνουν εκείνον που έχει ικανότητα, κλίση ή επιτηδειότητα σ' αυτό που δηλώνει το ρήμα· αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:

-ῐκὸςδευτερόκλιτα τρικατάληκτα: ἄρχ-ω: ἀρχ-ικὸς (= ικανός να άρχει) κ.ά.
-τῐκὸςἀμύν-ομαι: ἀμυν-τικὸς (= επιτήδειος να αμύνεται)· ἁρπάζω (θ. ἁρπαγ-): ἁρπακ-τικὸς (= που έχει τάση να αρπάζει)· δηλό-ω -ῶ: δηλω-τικὸς (= που έχει την ικανότητα να δηλώνει, να φανερώνει)· ἐρίζω (θ. ἐριδ-): ἐρισ-τικὸς (= που έχει κλίση στο να φιλονικεί) κ.ά.
-ῐμοςδευτερόκλιτα δικατάληκτα: μάχ-ομαι: μάχ-ῐμος (= ικανός να μάχεται)· φρονέ-ω -ῶ: φρόν-ιμος (= ικανός να φρονεί, συνετός)· ὠφελέ-ω -ῶ: ὠφέλ-ιμος κ.ά.
-μων(γεν. -μονος), τριτόκλιτα δικατάληκτα: αἰδέομαι -οῦμαι: αἰδή-μων (= που ντρέπεται, ντροπαλός)· ἐλεέ-ω -ῶ: ἐλεή-μων (= που ελεεί)· μι-μνή-σκομαι (θ. μνη-): μνή-μων (= που έχει την ικανότητα να θυμάται)· οἰκτίρω: οἰκτίρ-μων (= που οικτίρει, σπλαχνίζεται, σπλαχνικός) κτλ.
-τήριοςδευτερόκλιτα δικατάληκτα ή τρικατάληκτα: δρά-ω -ῶ (θ. δρασ-): δρασ-τήριος, -ος, -ον (= ικανός, να δρα, ενεργητικός, αποτελεσματικός)· λύω: λυ-τήριος, -ος, -ον και -ία, -ον (= ικανός να λύνει, ν' ανακουφίζει)· σῴζω (θ. σω-): σω-τήριος, -ος, -ον (= ικανός να σώζει) κ.ά.

β) Επίθετα παράγωγα από ονόματα

παρ397.
Επίθετα που παράγονται από ονόματα (ουσιαστικά ή κάποτε και από επίθετα) είναι:

1) Όσα σημαίνουν αυτόν που ανήκει σ' εκείνο που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή αυτόν που έχει σχέση με αυτό· τα επίθετα αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:

I. Κατάληξη -ιος, που (ανάλογα με τους προηγούμενους φθόγγους και τις φθογγικές παθήσεις που γίνονται) παρουσιάζεται και σαν -αιος, - ειος, -οιος, -ῷος. Π.χ.

α)-ιοςθάλασσα: θαλάσσ-ιος· οὐρανός: οὐράν-ιος· πατὴρ (γεν. πατρός): πάτρ-ιος· τιμή: τίμ-ιος· ἐνιαυτός: (ἐνιαύτ-ιος) ἐνιαύσ-ιος (βλ. §70,4)· πλοῦτος: (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος· ἑκὼν (γεν. ἑκόντ-ος): (ἑκόντ-ιος) ἑκούσ-ιος (βλ. §70,4) κ.ά.
β)-αιοςἀγορά: (ἀγορά-ιος) ἀγοραῖος· ἀνάγκη (θ. ἀναγκα-): (ἀναγκά-ιος) ἀναγκαῖος· δίκη (θ. δικα-): (δίκα-ιος) δίκαιος· έτσι και: ἀγέλη: ἀγελαῖος· ἕδρα: ἑδραῖος· κρήνη: κρηναῖος· σπουδή: σπουδαῖος· ὥρα: ὡραῖος (= που γίνεται την ώρα που πρέπει, ώριμος) κ.ά.
Από αναλογία προς αυτά και: κῆπος: κηπαῖος· χέρσος: χερσαῖος κ.ά.
γ)-ειοςβασιλεύς: (βασίλε-ιος) βασίλειος (= που ανήκει στο βασιλέα, βασιλικός)· τέλος (θ. τελεσ-): (τέλεσ-ιος, τέλε-ιος) τέλειος· θεός: (θέ-ιος) θεῖος· ἄστυ (ἄστε-ως): (ἀστέ-ιος) ἀστεῖος κ.ά.
Από αναλογία προς α