senso-concept-Mcs (drug)

McsHitp-creation:: {2020-01-16},

overview of drug

* McsEngl.McsHlth000015.last.html//dirHlth//dirMcs!⇒drug,
* McsEngl.dirMcs/dirHlth/McsHlth000015.last.html!⇒drug,
* McsEngl.drug,
* McsEngl.drug'(McsHlth000015)!⇒drug,
* McsEngl.drug'(human-drug)!⇒drug,
* McsEngl.foodNo!⇒drug,
* McsEngl.human-drug!⇒drug,

· drug is a-health-substance which is NOT food.
A drug, broadly speaking, is any substance that, when absorbed into the body of a living organism, alters normal bodily function.[3] There is no single, precise definition, as there are different meanings in drug control law, government regulations, medicine, and colloquial usage.[4]
In pharmacology, a drug is "a chemical substance used in the treatment, cure, prevention, or diagnosis of disease or used to otherwise enhance physical or mental well-being."[4] Drugs may be prescribed for a limited duration, or on a regular basis for chronic disorders.[5]
The molecules of drugs are complex, and most of them consist of many hydrogen and carbon atoms, a few oxygen atoms, and one or a few nitrogen atoms. Drugs may also have no nitrogen atoms in it and many may have chlorine atoms in it, such as chloral hydrate.
Recreational drugs are chemical substances that affect the central nervous-system, such as opioids or hallucinogens.[5] They may be used for perceived beneficial effects on perception, consciousness, personality, and behavior.[5][6] Some drugs can cause addiction and/or habituation.[6]
Drugs are usually distinguished from endogenous biochemicals by being introduced from outside the organism.[citation needed] For example, insulin is a hormone that is synthesized in the body; it is called a hormone when it is synthesized by the pancreas inside the body, but if it is introduced into the body from outside, it is called a drug.[citation needed] Many natural substances, such as beers, wines, and psychoactive mushrooms, blur the line between food and recreational drugs, as when ingested they affect the functioning of both mind and body and some substances normally considered drugs such as DMT (Dimethyltryptamine) are actually produced by the human body in trace amounts.
[ {2012-07-31}]
"Some countries list a legal definition of food, often referring them with the word foodstuff. These countries list food as any item that is to be processed, partially processed, or unprocessed for consumption. The listing of items included as food include any substance intended to be, or reasonably expected to be, ingested by humans. In addition to these foodstuffs, drink, chewing gum, water, or other items processed into said food items are part of the legal definition of food.
Items not included in the legal definition of food include animal feed, live animals (unless being prepared for sale in a market), plants prior to harvesting, medicinal products, cosmetics, tobacco and tobacco products, narcotic or psychotropic substances, and residues and contaminants.[159]"

brand-name of drug

info-resource of drug

* McsEngl.drug'Infrsc,



* McsEngl.drug'evoluting,

=== McsHitp-creation:
· creation of current concept.


* McsEngl.drug'whole-part-tree,

* organization,



* McsEngl.drug'generic-specific-tree,


* health-substance,

* ,

· :
* ,

* ,


* medication-drug,
* medicationNo-drug,

drug.medication (link)


· medicationNo-drug is a-drug which is NOT medication.

* McsEngl.drug.medicationNo!⇒drugMedicationNo,
* McsEngl.drug.002-medicationNo!⇒drugMedicationNo,
* McsEngl.drugMedicationNo,
* McsEngl.medicationNo-drug!⇒drugMedicationNo,
* McsEngl.non-medication-drug!⇒drugMedicationNo,



* McsEngl.drugMedicationNo.specific,


* McsEngl.drug.narcotic!⇒drugNarcotic,
* McsEngl.drug.003-narcotic!⇒drugNarcotic,
* McsEngl.dope!⇒drugNarcotic,
* McsEngl.drugNarcotic,
* McsEngl.narcotic-drug!⇒drugNarcotic,
* McsEngl.narcotic!⇒drugNarcotic,
====== langoGreek:
* McsElln.ναρκωτικό!=drugNarcotic,

· αρνητικος ορισμός: ναρκωτικό ονομάζω ονομάζω ουσιες (φυσικες/τεχνικες, επιβλαβείς ή μή) που παίρνει ο ανθρώπινος-οργανισμός και δεν του χρησιμεύουν ούτε για διατροφή, ούτε για θεραπεία ασθενειών.
[hmnSngo, {1995-02}]
The term narcotic (/nɑːrˈkɒtɪk/, from ancient Greek ναρκῶ narkō, "to make numb") originally referred medically to any psychoactive compound with any sleep-inducing properties. In the United States it has since become associated with opioids, commonly morphine and heroin and their derivatives, such as hydrocodone. The term is, today, imprecisely defined and typically has negative connotations.[1][2] When used in a legal context in the U.S., a narcotic drug is simply one that is totally prohibited, or one that is used in violation of strict governmental regulation, such as heroin or morphine.

From a pharmacological standpoint it is not a useful term,[3] as is evidenced by the fact that spirit and wine are classified differently due to their intoxicating power; while the narcotic principle to opium and tobacco imparts similar properties. In popular language, alcohol is classed among the stimulants; and opium and tobacco among the narcotics; which are substances whose ultimate effect upon the animal system is to produce torpor and insensibility; but taken in small quantities they at first exhilarate. And since alcohol does the same, most medical writers, at the present day, class it among the narcotics.[4]

Statutory classification of a drug as a narcotic often increases the penalties for violation of drug control statutes. For example, although federal law classifies both cocaine and amphetamines as "Schedule II" drugs, the penalty for possession of cocaine is greater than the penalty for possession of amphetamines because cocaine, unlike amphetamines, is classified as a narcotic.[5]
ο όρος ναρκωτικό πιστεύεται ότι προτάθηκε από τον γαληνό για να περιγράψει δραστικές ουσίες που μουδιάζουν ή νεκρώνουν, προκαλώντας απώλεια αισθήσεων ή παράλυση. ο όρος νάρκωση χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον ιπποκράτη για τη διαδικασία ή την κατάσταση της έλλειψης αισθήσεων. ο γαληνός ανέφερε τη ρίζα μανδραγόρα, τους σπόρους του φυτού altercus και το χυμό παπαρούνας (όπιο) σαν βασικά παραδείγματα.
στο νομικό πλαίσιο των ηπα, η λέξη ναρκωτικό αναφέρεται στο όπιο, τα παράγωγά του και τα ημισυνθετικά ή πλήρως συνθετικά υποκατάστατά τους "καθώς και στην κοκαΐνη και τα φύλλα κόκας", τα οποία αν και έχουν κατηγοριοποιηθεί ως ναρκωτικά σε σχετικό νόμο των ηπα (Controlled Substances Act), από χημικής άποψης δεν είναι ναρκωτικά. πολλοί εκπρόσωποι του νόμου στις ηπα χρησιμοποιούν ανακριβώς τη λέξη "ναρκωτικό" (drug) για να αναφερθούν σε οποιοδήποτε παράνομο φάρμακο ή παράνομα αποκτημένο φάρμακο. επειδή ο όρος χρησιμοποιείται συχνά με ευρύτερη έννοια, ανακριβώς και εκτός ιατρικού περιεχομένου,κάτι που είναι λογικό να συμβαίνει στον τελικό χρήστη, οι περισσότεροι επαγγελματίες του ιατρικού χώρου προτιμούν τον πιο ακριβή όρο "οπιοειδή" (opioids), ο οποίος αναφέρεται σε φυσικές, ημι-συνθετικές και συνθετικές ουσίες, οι οποίες συμπεριφέρονται φαρμακολογικά όπως η μορφίνη, το κύριο ενεργό συστατικό του φυσικού οπίου.

symptom of drug

η επίδραση των ναρκωτικών γίνεται σε όλα τα οργανικα συστήματα με συμπτώματα:
- νευρικό-σύστημα: πονοκέφαλο, ζάλη, αναστολή ικανοτητας για συγκέντρωση, αϋπνία,
- αναπνευστικο σύστημα: άπνοια ή ταχύπνοια, επειδή μειώνεται η ευαισθησια του κέντρου αναπνοής στο διοξείδιο του άνθρακα.
- πεπτικο: ναυτία, τάση για εμετο, εμετούς, αίσθημα πείνας, δυσκοιλιότητα, αύξηση του τόνου του εντερικού σωλήνα.
- κυκλοφορικο: αύξηση αρτηριακής πίεσης και αυξηση του ρυθμού της καρδιακής λειτουργίας, περιφερική αγγειοδιαστολή και εφίδρωση.
- ουροποιητικο: πολυουρία.
- μάτια: στένωση της κόρης, απλανές βλέμμα, δακρύρροια.
επίσης παρατηρείται απώλεια της αίσθησης του χρόνου, τρέμουλο των χεριών, διαστροφή της αίσθησης των χρωμάτων, οπτικές και ακουστικές παραισθήσεις, συμπτώματα που πολλές φορες μοιάζουν με σχιζοφρένια.

η γνωριμία με τα ναρκωτικά πρέπει να αποφεύγεται, γιατί είναι μοιραία και αποτελεί την αρχή μιας σύντομης πορείας προς την αυτοκαταστροφή.
[Αργύρης, 1994, 131⧺cptRsc29⧺]

info-resource of drug

ναρκωτικά λέμε τις τοξικές ουσίες που κάνουν εθισμο (κατάσταση κατα την οποία το άτομο διακατέχεται από έντονη ψυχικη επιθυμια να ξανακάνει χρήση του φαρμάκου).
[Αργύρης, 1994, 131⧺cptRsc29⧺]


* cocain,
* ηρωΐνη,
* καπνος(τσιγαρο),
* οπιο,
* μαριχουανα,
* ινδικη-καναβη(χασις),


* * Mcs.cannabis,
* McsEngl.marijuana,

Cannabis, commonly known as marijuana[4] and by numerous other names,a[›] is a preparation of the cannabis plant intended for use as a psychoactive drug and as medicine.[5][6] Pharmacologically, the principal psychoactive constituent of cannabis is tetrahydrocannabinol (THC); it is one of 483 known compounds in the plant,[7] including at least 84 other cannabinoids, such as cannabidiol (CBD), cannabinol (CBN), tetrahydrocannabivarin (THCV),[8][9] and cannabigerol (CBG).
Cannabis is often consumed for its psychoactive and physiological effects, which can include heightened mood or euphoria, relaxation,[10] and an increase in appetite.[11] Unwanted side-effects can sometimes include a decrease in short-term memory, dry mouth, impaired motor skills, reddening of the eyes,[10] and feelings of paranoia or anxiety.[12]
Modern uses of cannabis are as a recreational or medicinal drug, and as part of religious or spiritual rites; the earliest recorded uses date from the 3rd millennium BC.[13] Since the early 20th century cannabis has been subject to legal restrictions with the possession, use, and sale of cannabis preparations containing psychoactive cannabinoids currently illegal in most countries of the world; the United Nations deems it the most-used illicit drug in the world.[14][15] In 2004, the United Nations estimated that global consumption of cannabis indicated that approximately 4% of the adult world population (162 million people) used cannabis annually, and that approximately 0.6% (22.5 million) of people used cannabis daily.[16]


* McsEngl.cocaine,
====== langoGreek:
* McsElln.κοκαΐνη!=cocaine,

"Cocaine, also known as coke, is a strong stimulant most frequently used as a recreational drug.[10] It is commonly snorted, inhaled as smoke, or dissolved and injected into a vein.[9] Mental effects may include loss of contact with reality, an intense feeling of happiness, or agitation.[9] Physical symptoms may include a fast heart rate, sweating, and large pupils.[9] High doses can result in very high blood pressure or body temperature.[11] Effects begin within seconds to minutes of use and last between five and ninety minutes.[9] Cocaine has a small number of accepted medical uses such as numbing and decreasing bleeding during nasal surgery.[12]"


* McsEngl.Lsd,

"What Mind Control Experiments Did the CIA Conduct in the 1950s?
In the 1950s, the CIA carried out experiments to determine whether LSD could be used as a method of mind control.
Psychologist and writer Timothy Leary famously urged the counterculture movement of the 1960s to "turn on, tune in, drop out." He believed that taking LSD would lead to a new society of peace and free thinking. What Leary probably didn't know was that a significant number of people had already been forced to learn exactly what LSD can do to you. In the 1950s, at the height of the Cold War, the CIA feared that the Soviet Union had developed a way to make American prisoners do their bidding (they hadn't), and the U.S. spy agency didn't want to be left behind. So chemist Sidney Gottlieb was put in charge of a secret program known as Project MK-ULTRA, which was tasked with finding a way to control people's minds. One of Gottlieb's first acts was to shell out $240,000 USD to buy as much LSD as he could, and bring it back to America. He then handed out the hallucinogenic drug to an assortment of research facilities and prisons, where human guinea pigs were dosed with varying amounts. Over the years that followed, some "volunteers" and prisoners died, while some others were so broken they couldn't live normal lives. What was gained? Only the realization that LSD doesn't lead to mind-control.
[" {2020-02-11}]
δοκιμή του LSD αφήνει ελπίδες για την κατάθλιψη
Αθήνα {2014-03-09},
εδώ και περίπου 50 χρόνια ήταν ταμπού η πραγματοποίηση ερευνών πάνω στην «κακόφημη» ψυχεδελική ουσία LSD, η οποία έγινε διάσημη από την εποχή των χίππις, όμως είχε ξεκινήσει πολύ πριν από αυτούς ως ένα πιθανό φάρμακο για θεραπευτικούς σκοπούς στο πεδίο της ψυχιατρικής.

τώρα, αυτό το κομμένο νήμα επιστημονικής έρευνας ξανασυνδέεται, καθώς η πρώτη κλινική δοκιμή με LSD κρίθηκε θετική από θεραπευτική άποψη.

η ελεγχόμενη πιλοτική δοκιμή, με επικεφαλής τον ελβετό ψυχίατρο πέτερ γκάσερ, έγινε σε μια μικρή ομάδα 12 ανδρών και γυναικών εθελοντών και τα σχετικά ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο ιατρικό περιοδικό "Journal of Nervous and Medical Diseases", σύμφωνα τους «τάιμς της νέας υόρκης» και τη βρετανική «ιντιπέντεντ».

το πείραμα χορήγησης LSD -που έλαβε χώρα στον ήσυχο χώρο μιας ιδιωτικής κλινικής κοντά στη βέρνη, παρουσία γιατρού- έγινε στο πλαίσιο συνεδριών ψυχοθεραπείας για την αντιμετώπιση της σοβαρής κατάθλιψης σε καρκινοπαθείς και άλλους ασθενείς τελικού σταδίου. όσοι εθελοντές πήραν μεγάλες δόσεις LSD (200 μικρογραμμάρια), εμφάνισαν μια κατά 20% μείωση των συμπτωμάτων κατάθλιψης, χωρίς να παρουσιάσουν κάποιες σοβαρές παρενέργειες.

όσοι πήραν μικρές δόσεις LSD (20 μικρογραμμάρια), τα συμπτώματά του άγχους τους επιδεινώθηκαν, αντί να βελτιωθούν. όταν όμως, στη συνέχεια, και αυτοί πήραν την κανονική δόση, εμφάνισαν επίσης βελτίωση.

«αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι όταν το LSD χορηγείται με ασφάλεια και υπό αυστηρή ιατρική επιτήρηση, τότε μπορεί να μειώσει το άγχος, συνεπώς απαιτούνται μεγαλύτερες ελεγχόμενες μελέτες πάνω στο θέμα», έγραψαν οι ερευνητές.

από τους 12 εθελοντές, μόνο ένας είχε πάρει LSD στο παρελθόν και γι’ αυτό οι περισσότεροι παραδέχτηκαν ότι προηγουμένως είχαν φόβους πως τα πράγματα μπορεί να εξελιχτούν άσχημα. όμως όλοι μετά το πείραμα συμφώνησαν πως θα ήθελαν να ξαναδοκιμάσουν το ψυχεδελικό και είπαν ότι θα το σύστηναν σε άλλους ασθενείς σε παρεμφερή κατάσταση.

όπως είπε ο πέτερ γκάσερ, οι όποιες παρενέργειες ήσαν ήπιες και παροδικές, καθώς δεν διήρκεσαν για πάνω από μια ημέρα, ενώ η βελτίωση της κατάθλιψης διήρκεσε τουλάχιστον ένα έτος μετά τη λήψη του LSD (οι περισσότεροι εθελοντές είχαν πεθάνει μέσα σε αυτό το έτος).

η τελευταία φορά που είχε συμβεί κάτι ανάλογο με ασθενείς τελικού σταδίου, ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60, προτού το LSD κηρυχτεί παράνομο από την αμερικανική κυβέρνηση το 1966.

το LSD συνέθεσε στο εργαστήριο του ο ελβετός χημικός Άλμπερτ χόφμαν το 1938, ενώ οι παραισθησιογόνες ιδιότητές του ανακαλύφθηκαν το 1943. στη συνέχεια, κατά τη δεκετία του ’50, δοκιμάστηκε ως θεραπευτικό μέσο, ώσπου να καταντήσει διάσημο ναρκωτικό και να οδεύσει στην παρανομία και τη λήθη.

εδώ και λίγα χρόνια, μια ομάδα γιατρών (κυρίως ψυχιάτρων) και άλλων ερευνητών έχουν αρχίσει πάλι να ασκούν πιέσεις στις αρμόδιες κρατικές αρχές για να σταματήσει το «εμπάργκο» στις ψυχεδελικές ουσίες. ήδη έγινε κλινική δοκιμή του «έκστασι» για την θεραπεία του μετά-τραυματικού στρες, ενώ και άλλες κλινικές δοκιμές με παρεμφερείς ουσίες βρίσκονται σε εξέλιξη.

«η προσπάθειά μας είναι ταυτόχρονα πολιτική και επιστημονική», δήλωσε ο ρικ ντόμπλιν, διευθυντής του πολυεπιστημονικού συλλόγου ψυχεδελικών μελετών, ενός ιδρύματος που έχει χρηματοδοτήσει αρκετές μελέτες αυτού του είδους τελευταία.

«θέλουμε να απελευθερώσουμε αυτές τις ουσίες από τα δεσμά της υποκουλτούρας και να τις επαναφέρουμε στο εργαστήριο, ως μέρος μιας ψυχεδελικής αναγέννησης».

πηγή: απε/μπε, παύλος δρακόπουλος


* McsEngl.tobacco-smoke,
====== langoGreek:
* McsElln.καπνός-τσιγάρου,

· καπνισμα είναι η διαδικασία με την οποία γίνεται εισαγωγή καπνού στον ανθρώπινο οργανισμο. Αλλα η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για τα αποτελέσματα που έχει στον οργανισμο ο καπνος που μπαίνει στον οργανισμο.
Was There a Time When Smoking Was Considered Healthy?
During the Great Plague, Eton College pupils were spanked for NOT smoking, as smoke was thought to prevent the disease.
If you were alive in London in the mid-1600s, you wouldn't have known what was causing the Great Plague, which wiped out 100,000 residents, almost one-fourth of the city's population. You wouldn't have known that the bacterium Yersinia pestis was responsible, or that it was spread by infected fleas. Like many, you might have believed that something bad was in that murderous air -- something that you hoped could be defeated by tobacco smoke.
[, {2015-12-29},]

symptom of tobacco-smoke

* αγγεία,
* καρδιά,
το κάπνισμα πειράζει και την καρδιά και τα αγγεία. οι καπνιστές έχουν περισσότερες καρδιακες προσβολες και αναμεσά τους πιο πολλές αυτοί που καπνίζουν περισσότερο.
[Αργύρης, 1994, 67⧺cptRsc29⧺]

smoker of tobacco-smoke

* McsEngl.human.smoker,
* McsEngl.smoker,

Austria has the world's highest percentage of smokers: 47% of adults smoke.

Europe tends to have the highest smoking rates in the world, with Austria being the country with the highest percentage of smokers. Approximately 47% of the country’s adult population are smokers, according to 2009 World Health Organization (WHO) findings. Russia also has one of the highest percentages of smokers, with around 40% of adults being smokers. In comparison, the smoking rate in the United States is around 19%. Very low-income countries are typically the least likely to smoke. For example, less than 4% of Ethiopian adults smoke. However, smoking rates in developing countries are projected to increase by 3.4% each year, according to the Action on Health and Smoking.
[, {2013-10-01}]


* McsEngl.drug.performance-enchancing!⇒drugPerformance,
* McsEngl.PED-performance-enchancing-drug!⇒drugPerformance,
* McsEngl.performance-enchancing-substance!⇒drugPerformance,

"Performance-enhancing substances, also known as performance-enhancing drugs (PED),[1] are substances that are used to improve any form of activity performance in humans. A well-known example involves doping in sport, where banned physical performance–enhancing drugs are used by athletes and bodybuilders. Athletic performance-enhancing substances are sometimes referred to as ergogenic aids.[2][3] Cognitive performance-enhancing drugs, commonly called nootropics,[4] are sometimes used by students to improve academic performance. Performance-enhancing substances are also used by military personnel to enhance combat performance.[5]
The use of performance-enhancing drugs spans the categories of legitimate use and substance abuse."


this webpage was-visited times since {2020-01-16}

page-wholepath: / worldviewSngo / dirHlth / drug

· this page uses 'locator-names', names that when you find them, you find the-LOCATION of the-concept they denote.
· clicking on the-green-BAR of a-page you have access to the-global--locator-names of my-site.
· use the-prefix 'drug' for sensorial-concepts related to current concept 'human-drug'.
· TYPE CTRL+F "McsLang.words-of-concept's-name", to go to the-LOCATION of the-concept.
· a-preview of the-description of a-global-name makes reading fast.

• author: Kaseluris.Nikos.1959
• email:
• edit on github:,
• comments on Disqus,
• twitter: @synagonism,

• version.last.dynamic: McsHlth000015.last.html,
• version.1-0-0.2021-04-13: (0-7) ../../dirMiwMcs/dirHlth/filMcsDrgHmn.1-0-0.2021-04-13.html,
• filMcsDrgHmn.0-1-0.2020-01-16.last.html: draft creation,

support (link)